Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Δὲν ἐάλω ἡ Πόλις !

                        Δὲν ἐάλω ἡ Πόλις !

 
Τῆς Ἑλένης Κυπραίου

Δὲν ἐάλω ἡ Πόλις! Δὲν ἀλώνονται οὔτε τὰ ἰδανικά, οὔτε τὰ σύμβολα, ἀλλά οὔτε καὶ ὁ Ἑλληνισμός. Μόνο διὰ λίγο καιρό ξαποσταίνουν και ξανά προς την δόξα τραβούν! Η Πόλις είναι μέσα μας.

Η απαρχή της νέας πορείας μας. Με τις εξάρσεις και τις παρακμές, τις περιπέτειες, τα πλήγματα και τις αναλαμπές της. Δεν πεθαίνει έτσι εύκολα ο Ελληνισμός. Όσες συνωμοσίες κι αν υφανθούν εναντίον του. Όσοι μίσθαρνοι ηγέτες κι αν τον καταταλαιπωρήσουν. Είναι απρόβλεπτος ο Ελληνισμός. Εκεί που σκύβει βαθειά το κεφάλι, εξουθενωμένος απ’ την βία, ανατινάζει όρθιο το κορμί του, αναγεννώμενος απ’ τις στάχτες του.

Οι διάσπαρτες άλλοτε, μοναχικές φωνές των ανησυχούντων Ελλήνων πύκνωσαν.
 
Τώρα που οι κίνδυνοι είναι ορατοί, αυτοί οι Έλληνες συσπειρώνονται, ομοφωνούν μπροστά στον γιγαντούμενο εχθρό.
Απομένει ακόμη να τον εντοπίσουν για να τον καταπολεμήσουν, ώσπου να τον εξουθενώσουν και να τον εκμηδενίσουν.
Το ζητούμενο λοιπόν είναι να βρεθή η ταυτότης του.

ΠΟΙΟΣ ΜΑΧΕΤΑΙ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ; ΠΟΙΟΣ ΕΞΕΠΟΡΘΗΣΕ ΤΗΝ... ΠΟΛΙ; ΚΙ ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΙΣΕΒΑΛΕ στις μισογκρεμισμένες της γειτονιές; Λέγεται, πως προδότης υπέδειξε στις ορδές του σουλτάνου την Κερκόπορτα.
 
Ήταν Έλληνας αυτός ο προδότης; Βίωνε κι αυτός την αγωνία της Βασιλεύουσας που έπνεε τα λοίσθια;

Τι σημασία έχει; Η Πόλις, ήδη το 1453, είχε μετατραπή σε ΣΥΜΒΟΛΟ.
 
Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν υφίστατο πιά. Ο Ελληνισμός έπρεπε να αναδιπλωθή για να επιζήση, έστω και μέσα σε μακραίωνη δουλεία.
 
Υπάρχει ένα στοιχείο, που παραβλέπουν όσοι τάσσονται υπέρ της εκδοχής της ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ εναντίον της Ελλάδος: Η ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ. Κανένα έργο ανθρώπινο, σε ατομική η συλλογική κλίμακα δεν συντελείται χωρίς την ΘΕΛΗΣΙ του ΘΕΟΥ.
 
Επομένως και καμμιά ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ δεν ολοκληρώνεται, αν δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις της αθείας γι’ αυτό.
Έτσι, αχρηστεύονται αυτομάτως και οι πράκτορες και οι δοτοί κυβερνώντες και όλο το συνονθύλευμα των παρατρεχαμένων της εκάστοτε εξουσίας.
Κανένα έργο ανθρώπινο, όσο δολερό και όσο σκοτεινό και σατανικό κι αν είναι, δεν υπερισχύει των ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.

Βεβαίως, η ανθρώπινη αδυναμία δεν είναι σε θέσι να κατανοήση την σημαντικότητα της παραμέτρου του χρόνου.
Διότι ακριβώς, βραχύβιος ων ο άνθρωπος, ανυπομονεί να δη απτά σημεία των καιρών κατά την διάρκεια της εφήμερης ζωής του.
Η Πόλις είναι ΣΥΜΒΟΛΟ. Καί σαν ΣΥΜΒΟΛΟ έχει αποτυπωθή τόσο βαθειά στην μνήμη του Ελληνισμού. Έχει περάσει στον γενετικό κώδικα της ίδιας της συνειδήσεώς του. Επομένως δεν μπορεί να αλωθή ούτε απ’ τα μιλλιούνια της Ανατολής, που την κατακλύζουν σήμερα, ούτε απ’ τις τουρκικές προσπάθειες να γίνη τζαμί η Αγία Σοφία, ούτε απ’ τις ωργανωμένες κατά καιρούς επιθέσεις εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

ΔΕΝ ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ, ούτε και πρόκειται να αλωθή!
Καθώς γράφουμε, ξεπηδά απ’ τα βάθη της μνήμης μας μια ιστορία, που αν δεν είναι αληθινή, τουλάχιστον θα μπορούσε να απαθανατισθή σαν θρύλος.
 
Μας την αφηγήθηκε, πριν μερικά χρόνια, προσωπικότης αξιόλογη (τηρούμε την ανωνυμία της) και πάντως ούτε ευφάνταστη, ούτε παραμυθολόγος.
 
Πριν μερικά χρόνια λοιπόν, λιγώτερο από δεκαετία, υπηρετούσαν απ’ την μια κι απ’ την άλλη πλευρά του Έβρου, στα σύνορα, που διαιρούν την Θράκη μας στα δύο, Έλλην και Τούρκος στρατηγός. Οι δύο άνδρες είχαν συνδεθή με στενή φιλία.

Όταν έφθασε ο καιρός να μετατεθούν σε άλλη υπηρεσία, ο Τούρκος προσκάλεσε τον Έλληνα ομόβαθμό του. «Τόσο καιρό», του είπε, «περάσαμε ανέφελα μαζί. Οι διαφορές που έχουν οι δύο χώρες μας μεταξύ τους δεν επηρέασαν την φιλία μας. Αλλά κι εμείς οι Τούρκοι θεωρούμε την φιλία ιερή. Θα ήθελα αύριο το βράδυ να σού το αποδείξω».

Την επομένη, στις 10 ακριβώς, ο Έλλην επιβιβαζόταν στο ιδιωτικό αυτοκίνητο του Τούρκου. Νύχτα αφέγγαρη ήταν. Ερημικοί οι δρόμοι. Ανοιχτή κι η λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας προς την Πόλι.

Κοντά μεσάνυχτα πρέπει να πλησίασαν στις παρυφές της. Ύπνος βαθύς είχε καθηλώσει τους κατοίκους της στα κρεββάτια. Ησυχία στους δρόμους.
 
Γρήγορος ο οδηγός Τούρκος, μπήκε, βγήκε από στενά, από περιπεπλεγμένα σαν κουβάρι καλντερίμια. Νύχτα αφέγγαρη.
Σταμάτησε μπροστά σε καγκελλόπορτα με γραφή στα ελληνικά. Έσβησε την μηχανή

Ο γοργός ρυθμός, η αγωνία, η περιέργεια, δεν άφηναν στον Έλληνα περιθώρια να ψάξη, ούτε καν να προβληματισθή.
Ακολουθούσε τον Τούρκο πειθήνια, σαν αυτόματο, χωρίς φόβο, με περίσσεια εμπιστοσύνη. Ούτε καν που του πέρασε απ’ το μυαλό πως μπορούσαν να είναι και κακές οι προθέσεις του.

Στάθηκαν μπροστά σε διπλομανταλωμένη, σιδερένια, στενή θύρα. Έβγαλε κλειδί απ’ την τσέπη του ο Τούρκος. Ξεκλείδωσε. Άνοιξε. Υπόγειο ήταν. Μούχλα ανέδιδαν οι τοίχοι. Μούχλα και κλεισούρα. Λησμονιά καταχωνιασμένη στα έγκατα της γης. Περπάτησαν κι οι δύο σε διαδρόμους χωρίς να σκοντάφτουν. Τούς βάραινε η σιωπή, η αναμονή. Πού πήγαιναν, έτσι στα τυφλά; Πού κατευθύνονταν; Ανάστροφα στον χρόνο. Σε ποιόν χρόνο, τον ανθρώπινο η τον Θεικό;
 
Ο Τούρκος ήξερε. Αλλά δεν ήξερε ακόμη ο Έλλην. Δεν μπορούσε να δικαιολογήση την περιπλάνησι.

Μα ούτε και πρόφταινε να προβληματιστή. Ακολουθούσε. Με την βεβαιότητα πως η στιγμή ήταν μοναδική. Πως δεν θα ‘χε την ευκαιρία, ποτέ ξανά, να την ξαναζήση. Ακολουθούσε. Ονειρευόταν άραγε; Υπνοβατούσε; Φτερωμένη η φαντασία του, ανάπλαθε μονοπάτια, που μόνο σε ελαφρύ ύπνο βαδίζει κανείς;

Ένα ήταν σίγουρο: Δεν θα ξανάβρισκε ποτέ τον δρόμο. Δεν θα τον ξανάβρισκε χωρίς οδηγό.
 
Είχαν φτάσει στο τέρμα. Θύρα και πάλι αρματωμένη μπροστά τους. Βαρειά σιωπή. Η σιγή της ύστατης ώρας. Πού ήρθε να διακόψη μόνο το τρίξιμο της κλειδαριάς. Το γκρίνιασμα του σκουριασμένου σίδερου.

Μισάνοιξε η βαρειά θύρα. Ισχνό φως στο εσωτερικό. Υπερκόσμιο. Μυστηριακό. Υπόγειο; Μπουντρούμι; Κενοτάφιο;
 
Καί τότε, τότε μόνον μίλησε ο Τούρκος: «Εσείς οι Έλληνες δεν πιστεύετε στον θρύλο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά; Δεν λέτε και ξαναλέτε μεταξύ σας πως βόλι εχθρού δεν τον άγγιξε; Πως δεν τον κατάπιε το μανιασμένο πλήθος των πορθητών της Πόλεως; Αλλά πως τον τράβηξε η Παναγιά στην αγκαλιά της για να τον κάνη Αθάνατο; Δεν είστε βέβαιοι πως ΖΗ Ο ΜΑΡΑΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ; Δεν είναι θρύλος, ψεύτικη ελπίδα, ονειροφαντασία. Είναι ΑΛΗΘΕΙΑ. Δες και μόνος σου».

Στο πάτωμα, μισοανασηκωμένο στον ένα αγκώνα, ο Έλλην είδε, είδε με τα μάτια του τον ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΙΑ.
ΑΝΑΣΗΚΩΜΕΝΟ.

Ρίγος μεταφυσικό τον διαπέρασε. Θόλωσαν απ’ τα δάκρυα τα μάτια του. Θαμπώθηκε η όρασίς του. Έκανε τον σταυρό του. Μπροστά του, εκεί, σε απόστασι ανάσας, το ΘΑΥΜΑ.
Κι ήταν αυτός ο τυχερός, που είχε αξιωθή να το ζήση με τις αισθήσεις του. Σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.
Πηχτή η σιωπή σχεδόν κοβόταν με το μαχαίρι.

Μίλησε και πάλι ο Τούρκος:
«Πριν μερικά χρόνια κειτόταν στο έδαφος ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ. Τον τελευταίο καιρό άρχισε σιγά-σιγά ν’ ανασηκώνεται. Πάμε».
Ξανάκλεισαν την θύρα. Την ξανακλείδωσαν. Αντίστροφα βγήκαν μέχρι την αυλή απ’ τα υπόγεια. Ξαναπέρασαν την καγκελλένια πόρτα.
 
Δεν άφησαν πίσω ίχνη απ’ τις πατημασιές τους. Κανείς δεν τους είχε δη. Μπήκαν στο αυτοκίνητο και πήραν τον δρόμο του γυρισμού. Σιωπηλοί. Χωρίς ν’ ανταλλάξουν κουβέντα.
 
Δεν είχε ακόμη ξημερώσει σαν έφτασαν στον Έβρο. Προτού αποχωρισθούν, φιλήθηκαν σταυρωτά. Το ποτάμι κυλούσε ορμητικά προς το Αιγαίο.
 
«Γυρίζει πίσω το ποτάμι», μονολόγησε ο Έλλην στρατηγός. «Γυρίζει όταν το θελήση ο Θεός».
Υπηρέτησε αργότερα στο Κέντρο.

Προτού αποστρατευθή θεώρησε υποχρέωσί του ν’ αποκαλύψη το μεγάλο μυστικό στην προσωπικότητα που μας το εμπιστεύθηκε, κατονομάζοντας και τον στρατηγό κάτω από το βλέμμα του Θεού και της Παναγιάς.
 
Κάναμε κι εμείς τον σταυρό μας μουρμουρίζοντας: «ΔΕΝ ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ!»