Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Η τέλεια απόδειξη για το ότι υπάρχει Θεός!!!

Η τέλεια απόδειξη για το ότι υπάρχει Θεός!!!

Μια φορά πήγε κάποιος στο κουρείο για το καθιερωμένο κούρεμα και ξύρισμα. Καθώς ο κουρέας άρχισε να δουλεύει, άρχισε μια καλή συζήτηση. Μίλησαν για τόσα πολλά πράγματα και πάρα πολλά θέματα… Όταν τελικά άγγιξαν το θέμα της θρησκείας και του Θεού, ο κουρέας αναφώνησε: ‘Δεν πιστεύω ότι ο Θεός υπάρχει.’

‘Γιατί το λες αυτό;’ ρώτησε ο πελάτης. Και ο κουρέας είπε: ‘Λοιπόν, απλά βγες έξω στο δρόμο για να καταλάβεις γιατί ο Θεός δεν υπάρχει. Πες μου γιατί αν ο Θεός υπάρχει, υπάρχουν τόσοι διεστραμμένοι; Γιατί τόσα εγκαταλελειμμένα παιδιά; 
 
Αν ο Θεός υπήρχε, δε θα υπήρχε ούτε δυστυχία ούτε πόνος. Δε μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που αγαπάει και συμπονεί να επιτρέπει όλα αυτά που γίνονται.’ Ο πελάτης το σκέφτηκε για μια στιγμή, αλλά δεν απάντησε γιατί δεν ήθελε να χαλάσει τη συζήτηση.
Ο κουρέας τελικά τελείωσε τη δουλειά του και ο πελάτης έφυγε. Όμως μόλις έφυγε από το κουρείο, είδε ένα άντρα στο δρόμο με μακρυά κατσαρά βρώμικα μαλλιά και γένια. Φαινόταν πολύ βρώμικος και απεριποίητος. Εκείνη τη στιγμή ο πελάτης γύρισε πίσω και ξαναμπήκε στο κουρείο. Τότε είπε στον κουρέα: ‘Ξέρεις τι; Οι κουρείς δεν υπάρχουν!‘
‘Πως μπορείς να το λες αυτό;’ ρώτησε ο έκπληκτος κουρέας. 

‘Είμαι εδώ και είμαι κουρέας! Μόλις σε κούρεψα, τι είναι αυτά που λες;’
‘Όχι!’ απάντησε ο πελάτης και εξήγησε: ‘Οι κουρείς δεν υπάρχουν γιατί αν υπήρχαν, δε θα υπήρχαν αχτένιστοι άνθρωποι και με μακρυά βρώμικα μαλλιά, όπως ο τύπος απ’ έξω.‘ 

‘Μα… οι κουρείς ΌΝΤΩΣ υπάρχουν! Αυτό συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν έρχονται σε μένα.’ 

‘Ακριβώς!’ απάντησε ο πελάτης. ‘Αυτό είναι το θέμα! Ο Θεός, επίσης ΥΠΑΡΧΕΙ! Και αυτό συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν σε Αυτόν και δεν αναζητούν σε Αυτόν βοήθεια. Γι’ αυτό υπάρχει τόσος πόνος και δυστυχία στον κόσμο.’
 
Πηγή: agioritikovima.gr

Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς

 
Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς
Φώτη Κόντογλου

Η πιο φοβερή κι η πιο ανεξιχνίαστη δύναμη στον κόσμο είναι ο Χρόνος, ο Καιρός. Καλά-καλά τι είναι αυτή η δύναμη δεν το ξέρει κανένας, κι όσοι θελήσανε να την προσδιορίσουνε μάταια πασκίσανε. Το μυστήριο του Χρόνου απόμεινε ακατανόητο, κι ας μας φαίνεται τόσο φυσικός αυτός ο Χρόνος. Τον ίδιο το Χρόνο δε μπορούμε να τον καταλάβουμε τι είναι, αλλά το νοιώθουμε μοναχά από την ενέργεια που κάνει, από τα σημάδια που αφήνει πάνω στην πλάση. Η μυστηριώδης πνοή του όλα τ’ αλλάζει. Δεν απομένει τίποτα σταθερό, ακόμα κι όσα φαίνονται σταθερά κι αιώνια. Μια αδιάκοπη κίνηση στριφογυρίζει όλα τα πάντα, μέρα-νύχτα, κι αυτή την άπιαστη και κρυφή κίνηση δε μπορεί να τη σταματήσει καμιά δύναμη. Τούτο το πράγμα που το λέμε Χρόνο, το έχουμε συνηθίσει, είμαστε εξοικειωμένοι μαζί του, αλλιώς θα μας έπιανε τρόμος, αν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε καλά τι είναι και τι κάνει. Όπως είπαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αιώνες αιώνων, αδιάκοπα, βουβά, κρυφά, κι όλα τ’ αλλάζει με μία καταχθόνια δύναμη, άπιαστος, αόρατος, ανυπάκουος, τόσο, που να τον ξεχνά κανένας και να θαρρεί πως δεν υπάρχει, αυτός που είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει και που δε μπορεί η διάνοιά μας, με κανέναν τρόπο, να καταλάβει πως κάποτε δεν θα υπάρχει, πως θα καταστραφεί, πως θα λείψει. Πώς, αφού αυτό το «κάποτε» είναι ο ίδιος ο Χρόνος; Πώς μπορεί να φανταστεί κανένας πως κάποτε θα πάψει να υπάρχει αυτό το ίδιο το «κάποτε»;
Αν λείψει ο Χρόνος, θα λείψουνε όλα τα πάντα. Αυτός τα γεννά κι αυτός πάλι τα λυώνει, τα κάνει θρύψαλα, και τα εξαφανίζει. Γι’ αυτό οι αρχαίοι Έλληνες λέγανε στη Μυθολογία τους πως ο Κρόνος, δηλαδή ο Χρόνος, έτρωγε τα παιδιά του. Γέννηση, μεγάλωμα, φθορά και θάνατος είναι τ’ ακατάπαυστα έργα του. Ενώ βρίσκεται γύρω μας, απάνω μας, μέσα μας, δεν το νοιώθουμε ολότελα, αυτό τον ακατανόητο άρχοντά μας, αυτός που είναι φίλος κι εχθρός μας, γιατί αυτός μας φέρνει όλα τα καλά που μας χαροποιούνε, κι όλα τα κακά που μας πικραίνουνε. Μας δίνει τη γέννηση, τη γλυκιά λέξη της ζωής, τη χαρά της νιότης, τη δύναμη της αντρείας, μας δωρίζει παιδιά, εγγόνια, έργα λαμπρά που μας ξεγελούνε, κάθε λογής ευχαρίστηση κι ανάπαψη. Και πάλι, ο ίδιος μας δίνει τις στενοχώριες, τις θλίψεις, τους πόνους, τις αρρώστιες, το απίστευτο άλλαγμα και χάλασμα του κορμιού μας και των έργων, που κοπιάσαμε να τα κάνουμε, και στο τέλος μας ποτίζει το φαρμάκι από το ίδιο ποτήρι που μας πότισε το γλυκό κρασί της χαράς, δίνοντάς μας το θάνατο, σε εμάς και στους δικούς μας.
Ω! ποιός θα πιάσει αυτόν τον κλέφτη, που μέρα-νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι, την ώρα που κοιμόμαστε και την ώρα που είμαστε ξυπνητοί, αδιάκοπα, χωρίς να σταματήσει μήτε όσο ανοιγοκλείνει το μάτι μας, τριγυρίζει παντού, ολόγυρά μας, μέσα μας, στο φως και στο σκοτάδι, μπαίνει σε κάθε μέρος, στον ουρανό που γυρίζουνε τ’άστρα και στα καταχθόνια, σε κάθε στεριά και σε κάθε θάλασσα, σε κάθε τρύπα, σε κάθε ζωντανό κι άψυχο, σε κάθε αρμό του βράχου, σε κάθε καρδιά, κι όλα τα παλιώνει, τα τρίβει σαν τη μυλόπετρα, τα κάνει σκόνη· και πάλι από την άλλη μεριά ο ίδιος φτιάνει κάθε λογής κτίσμα και κάθε πλάσμα, κάθε κορμί, κάθε τι που υπάρχει σε τούτον τον κόσμο!
Όπως, λοιπόν, όλα τα πάντα, έτσι κι εμείς οι άνθρωποι είμαστε μπαίγνια στα χέρια αυτού του ακαταμάχητου γίγαντα, που είναι μαζί ευεργέτης μας και τύραννός μας. Και δεχόμαστε το ποτήρι που μας κερνά με το ’να χέρι του και που ’ναι γεμάτο γλυκό κρασί, και πίνουμε, και τ’ άλλο ποτήρι που κρατά στ’άλλο χέρι του και που έχει μέσα το πικρό φαρμάκι. Τι είναι, λοιπόν, αυτό το σκληρό παιχνίδι που παίζει με μας αυτό το τέρας, που δεν έχει μήτε μορφή, μήτε φωνή, μήτε τίποτα απ ό,τι έχουνε όσα πλάσματα γεννά και σκοτώνει, και που το παίζει δίχως να γελά, μήτε να κλαίει, αδιάφορος κι ανέκφραστος, κρύος σαν φάντασμα, αυτός ο ίδιος που ανάβει τη φλόγα της ζωής;
Αλλοίμονο! Αυτή την άσπλαχνη μυλόπετρα που τ’αλέθει όλα στον κόσμο, τη γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά, και τη ευχαριστούμε για όσα μας έκανε πριν, και για όσα θα μας κάνει ύστερα, για τα πολλά κακά που θα πάθουμε απ’ αυτή, κοντά στα λίγα καλά που θα μας φέρει και που θα μας τα πάρει βιαστικά. Εμείς είμαστε σαν τους δυστυχισμένους κατάδικους που καλοπιάνουνε τον δήμιό τους, σαν τους μονομάχους της Ρώμης που χαιρετούσανε τον Καίσαρα, πριν να σφάξει ο ένας τον άλλον, κράζοντάς του: «Χαίρε, ω Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούνε»! Έτσι, κι εμείς, χαιρετάμε τον καινούριο Χρόνο που θα μας πάει πιο κοντά στο στόμα του για να μας φάγει και χοροπηδάμε και τραγουδάμε οι δύστυχοι, σαν τα σαλιγκάρια του Αισώπου, την ώρα που ψηνόντανε.
Τούτος ο υλικός κόσμος είναι το βασίλειο του Χρόνου, που τον κάνει ν’ ανθίζει και να μαραίνεται αδιάκοπα. Η φθορά είναι ο σκληρός νόμος που έβαλε απάνω του τούτος ο τύραννος. Μ αυτή την άσπαστη αλυσίδα βαστά και τον άνθρωπο, σκλάβο ανήμπορο κάτω από τα πόδια του.
Μόνο μία ελπίδα υπάρχει γι αὐτόν, να γλυτώσει από τη φθορά: ο Χριστός, ο λυτρωτής, ο καθαιρέτης της φθοράς. Εκείνος που πάτησε το θάνατο και που είπε: «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται. Εγώ ειμί ο άρτος ο ζων, ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα»!

Προοδευτικοὶ καὶ Ὀπισθοδρομικοί

Προοδευτικοὶ καὶ Ὀπισθοδρομικοί

Η έννοια της λέξης πρόοδος θα πει πορεία προς τα εμπρός. Βελτίωση μιας καταστάσεως προς το καλύτερο και την προκοπή.




Δυστυχώς όμως, τελευταίως, η έννοια του όρου προοδευτικός οικειοποιήθηκε από ανθρώπους, πού κάθε άλλο παρά η κυριολεξία τής λέξης τούς χαρακτηρίζει. Χαρακτηρίζονται ως άτομα προοδευτικά, πού οι πράξεις τους και οι θέσεις τους, κάθε άλλο παρά προοδευτικές είναι.

Μιλάς για πατρίδα, είσαι εθνικιστής. Υπερασπίζεσαι ιδέες αντίθετες προς το συμφέρον τής πατρίδος, τής οικογένειας και τής νεολαίας, είσαι προοδευτικός(!) Αναφέρεσαι σε Θρησκεία, σε Πίστη, σε Θεό, είσαι οπισθοδρομικός. Κηρύττεις την αθεΐα, το γκρέμισμα των ηθικών αξιών, είσαι προοδευτικός. Προοδευτικοί θεωρούνται οι άγαμοι πού συζούν ή αυτοί πού κάνουν πολιτικό γάμο, ενώ αυτοί πού θέλουν θρησκευτικό γάμο και επιθυμούν ευλογημένη από τον Θεό οικογένεια είναι οπισθοδρομικοί.

Όσοι αποφεύγουν την στράτευση είναι προοδευτικοί, όσοι στρατεύονται, είναι οπισθοδρομικοί. Μιλάς και γράφεις την γλώσσα των προγόνων σου με την φυσιολογική της εξέλιξη, δεν θέλεις την πρόοδο. Καταργείς τούς όρους και τούς κανόνες της και την χρησιμοποιείς με βαρβαρότητα, είσαι προοδευτικός. Προοδευτικοί όσοι αδιαφορούν για θρησκεία, πατρίδα, έθνος, ιστορία, θεσμούς, ηθικό νόμο, οικογένεια παράδοση, και οπισθοδρομικοί είναι αυτοί πού τα ζουν και τα υπερασπίζονται!.

Δυστυχώς όμως αυτοί δεν αντιδρούν, δεν αντιστέκονται, αλλά εφησυχάζουν. Αυτός όμως ο εφησυχασμός ίσως αποβεί μοιραίος για την κοινωνία και τον λαό μας.

Ανδρέας Β. Μπούτσικας

Διάλογος με τον Θεοδόσιο, τον επίσκοπο Καισαρείας Βιθυνίας, κατά την πρώτη του εξορία στο φρούριο της Βιζύης της Θράκης.

Εικόνα


Ἂγιος Μάξιμος ὀ Ὀμολογητῆς


ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ

Διάλογος με τον Θεοδόσιο, τον επίσκοπο Καισαρείας Βιθυνίας, κατά την πρώτη του εξορία στο φρούριο της Βιζύης της Θράκης.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μέγας θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας, ωμολόγησε την Ορθόδο­ξο Πίστι σε μία εποχή που παρουσιάζει πολλές ο­μοιότητες με την ιδική μας. Η πολιτική των τότε αυ­τοκρατόρων απέβλεπε σε πολιτικοκοινωνικές ενοποιήσεις σαν τις σημερινές. Ως πρόσφορο μέσον για την πραγματοποίησί τους θεωρήθηκε η υποστήριξις της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Είχαν χρησιμοποιη­θή και εκκλησιαστικοί άνδρες, οι οποίοι υποστήριζαν την αίρεσι χάριν των κοσμικών αυτών σκοπιμοτήτων. Είχαν πιστεύσει ότι ασκούν τάχα κάποια εκκλησια­στική οικονομία. Δυστυχώς, όλοι σχεδόν οι πατριαρ­χικοί θρόνοι είχαν πέσει στην αίρεσι του Μονοθελη­τισμού. Η Ορθόδοξος Πίστις ζούσε μόνο στην συνεί­δησι του πιστού λαού και εκφραζόταν με το στόμα των ελαχίστων Ομολογητών, οι οποίοι την εστερέω­σαν με το μαρτύριό τους.

Την εποχή αυτή ο άγιος Μάξιμος είχε διαδραμα­τίσει πρωτεύοντα ρόλο για την συγκρότησι της ορθο­δόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κα­τεδίκασε τον Μονοθελητισμό. Για τον λόγο αυτό ευρίσκεται εξόριστος στην Βιζύη της Θράκης. Έχει διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους πα­τριαρχικούς θρόνους της Ανατολής, επειδή έχουν εκ­πέσει στην αίρεσι. Η αναφορά του είναι στην ορθο­δοξούσα τότε Ρώμη και στον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο.

Με σκοπό να μεταβάλλουν την γνώμη του και να τον προσεταιρισθούν, ο επίσκοπος Θεοδόσιος και οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι τον επισκέπτονται στην Βιζύη και διεξάγουν τον κατωτέρω διάλογο. Ο Άγιος με αταλάντευτη σταθερότητα διακρίνει την αλήθεια από την αίρεσι, το φως από το σκότος, και με γνώμονα την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων ανασκευάζει τα επιχειρήματα των μονοθελη­τών συνομιλητών του. Είναι συγκινητική η ταπείνω­σις του Αγίου που συνοδεύει όλες τους τις εκφράσεις και κινήσεις, ακόμη και την ώρα που η αδικία εναντίον του είναι κατάφωρη. Προφανώς, ο φόβος του Θεού, η σταθερή ομολογία και η αληθινή ταπείνωσις συνιστούν το ιερό τρίπτυχο που χαρακτηρίζει κάθε Ορθόδοξο ομολογία.

Ο διάλογος του αγίου Μαξίμου στον τόπο της εξορίας του με τους συγκλητικούς άρχοντες και με τους επισκόπους της Κωνσταντινουπόλεως είναι ένα κλασικό πλέον κείμενο, στο οποίο φανερώνει τις γνή­σια Ορθόδοξες και εκκλησιαστικές προϋποθέσεις του Αγίου και τις αιρετικές και κοσμικές αντίστοιχα των συνομιλητών του.

Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτόν τον διάλογο, επειδή πιστεύουμε ότι θα βοηθή­ση τον λαό του Θεού να αντιληφθή ποιοι είναι σε κά­θε εποχή οι εκφρασταί της Πίστεώς του, αλλά και να δώσουμε αφορμές θεολογικής αυτοκριτικής σε όσους λόγω της εκκλησιαστικής τους ευθύνης ευρίσκονται μπροστά σε προφανή κίνδυνο να αθετήσουν και σήμε­ρα την ακρίβεια της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως λόγω άλλων σκοπιμοτήτων.

Στις 24 του μηνός Αυγούστου, της 14ης επινεμή­σεως που μόλις τώρα πέρασε, επισκέφθηκε τον αββά Μάξιμο στον τόπο της εξορίας του, δηλαδή στο κά­στρο της Βιζύης, ο προρρηθείς επίσκοπος Θεοδόσιος, σταλμένος όπως είπε από τον ίδιο τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Πέτρο. Και μαζί του οι ύπατοι Παύλος και Θεοδόσιος, σταλμένοι όπως είπαν κι αυ­τοί από τον βασιλέα. Είχαν μαζί τους, καθώς φαίνε­ται, και τον επίσκοπο Βιζύης. Και λέγει ο Θεοδόσιος ο Επίσκοπος:

ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Παρακαλούν μέσω ημών ο βασι­λεύς και ο πατριάρχης, να μάθουν από σένα ποια εί­ναι η αιτία που δεν έχεις κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε τις καινοτομίες που έγιναν από την επινέμησι του περασμένου κύκλου, οι όποίες άρχισαν από την Αλεξάνδρεια με τα εννέα κεφάλαια που εξέθεσε ο Κύρος, αυτός που δεν ξέρω πως έγινε πατριάρχης της πόλεως εκείνης, και που επικυρώθη­καν από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρί­ζετε επίσης και τις άλλες αλλοιώσεις, τις προσθήκες και τις αφαιρέσεις, που έγιναν συνοδικά από τους προεδρεύσαντας στην Εκκλησία των Βυζαντινών. Εν­νοώ τον Σέργιο, τον Πύρρο και τον Παύλο. Και αυτές τις καινοτομίες τις γνωρίζει όλη η οικουμένη. Γι' αυ­τήν την αιτία δεν έχω κοινωνία, ο δούλος σας, με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ας αρθούν τα εμπόδια που μπήκαν από τους παραπάνω άνδρες, και μαζί μ' αυτά κι αυτοί που τάβαλαν, όπως είπε ο Θεός: «και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε» (Ιερεμ. 50, 26). Έτσι, βρίσκοντας την οδό του Ευαγγελίου όπως ήταν πρώτα, λεία και ομαλή και ελεύθερη από κάθε α­κανθώδη αιρετική κακία, θα την βαδίζω χωρίς να μου χρειάζεται καμμία ανθρώπινη προτροπή. Μέχρις ότου όμως οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως καυχώ­νται για τα τεθέντα εμπόδια και γι' αυτούς που τα έβα­λαν, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή τρόπος που να με πείση να έχω κοινωνία με αυτούς.

ΘΕΟΔ.: Μα τι κακό λοιπόν ομολογούμε, ώστε να χωρισθής από την κοινωνία μαζί μας;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Επειδή λέγετε ότι ο Θεός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έχει μία ενέργεια της Θεότητος και ανθρωπότητός του. Έτσι συγχέετε τον λόγο της θεολογίας με τον λόγο της οικονομίας.
Και πάλι, υιοθετώντας άλλη καινοτομία, αφαιρεί­τε εξ ολοκλήρου όλα τα γνωριστικά και συστατικά (στοιχεία) της θεότητος και ανθρωπότητος του Χρι­στού, θεσπίζοντας με νόμους και τύπους, ότι δεν πρέ­πει να λέγεται γι' Αυτόν, ούτε μία ούτε δύο θελήσεις ή ενέργειες. Αυτό είναι πράγμα ανυπόστατο, διότι οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν μεγαλοφώνως ότι: «Αυτό που δεν έχει καμμιά δύναμι, ούτε υπάρχει ούτε είναι κάτι ούτε έχει καμμία εντελώς θέσι».

ΘΕΟΔ.: Μη παίρνης σαν κύριο δόγμα, αυτό που γίνεται από οικονομία.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν δεν είναι κύριο δόγμα για όσους το δέ­χονται, για ποιο λόγο με παραδώσατε ανέντιμα σε βάρβαρα και άθεα έθνη; Για ποιο λόγο καταδικάσθη­κα να μένω στη Βιζύη, και οι σύνδουλοί μου, ο ένας στην Πέρβερι κι ο άλλος στην Μεσήμβρια;
Και ποιος πιστός δέχεται την οικονομία που κάνει να σιγήσουν τα λόγια, τα οποία οικονόμησε ο των όλων Θεός να ειπωθούν από τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους; Κι ας ιδούμε, μεγάλε κύ­ριε, σε ποιο κακό καταλήγει το θέμα αυτό, αν το καλο­εξετάσουμε. Διότι ο Θεός έβαλε στην Εκκλησία, πρώ­τον μεν τους αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, για να καταρτίζωνται οι πιστοί, λέγοντας στο Ευαγγέλιο προς τους αποστόλους και μέσω αυτών προς τους μεταγενεστέρους «Ο υμίν λέγω, πάσι λέ­γω», και πάλι «ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται, και ο α­θετών υμάς, εμέ αθετεί». Είναι λοιπόν φανερό και ανα­ντίρρητο, ότι αυτός που δεν δέχεται τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους και δεν υπολογί­ζει τα λόγια τους, δεν υπολογίζει τον ίδιο το Χριστό.
Ας εξετάσουμε δε και κάτι άλλο. Ο Θεός διάλεξε και κατέστησε αποστόλους, προφήτας και διδασκά­λους, προς τον καταρτισμό των πιστών. Αντίθετα, ο διάβολος διάλεξε και ξεσήκωσε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, για να πολε­μηθή και ο παλαιός νόμος και ο ευαγγελικός. Μονα­δικούς δε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους εννοώ τους αιρετικούς, των ο­ποίων είναι διεστραμμένοι οι λόγοι και οι λογισμοί. Όπως ακριβώς λοιπόν αυτός που δέχεται τους αληθι­νούς αποστόλους και προφήτας και διδασκάλους, δέ­χεται τον Θεό, έτσι και αυτός που δέχεται τους ψευδα­ποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκά­λους, δέχεται τον διάβολο. Αυτός λοιπόν που βάζει τους αγίους μαζί με τους βδελυρούς και ακαθάρτους αιρετικούς (δεχθήτε τα λόγια μου, λέγω την αλήθεια), προφανώς βάζει στην ίδια μοίρα τον Θεό μαζί με τον διάβολο.
Αν λοιπόν εξετάζοντας τις καινοτομίες που έγι­ναν τώρα στα χρόνια μας, τις βρίσκουμε να έχουν κα­ταντήσει σ' αυτό το πιο ακραίο κακό, προσέξτε μή­πως, ενώ προφασιζόμαστε την ειρήνη, βρεθούμε να νοσούμε και να κηρύττουμε την αποστασία, η οποία θα είναι, κατά τον θείο απόστολο, πρόδρομος της πα­ρουσίας του Αντιχρίστου. Αυτά σας τα είπα χωρίς κανένα δισταγμό, κύριοί μου, για να λυπηθήτε τους ε­αυτούς σας κι εμάς.
Με συμβουλεύετε επίσης να έλθω να κοινωνήσω με την Εκκλησία στην οποία τέτοια κηρύσσονται, ε­νώ έχω άλλα γραμμένα στο βιβλίο της καρδιάς μου, και να γίνω κοινωνός μ' αυτούς που νομίζουν ότι στρέφονται εναντίον του διαβόλου με την βοήθεια του Θεού, ενώ στην πραγματικότητα στρέφονται ενα­ντίον του Θεού; Να μη δώση Ο Θεός, που γεννήθηκε για μένα χωρίς αμαρτία!

Και αφού τους έβαλε μετάνοια, είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Οτιδήποτε έχετε διαταγή να κάνετε στο δούλο σας, σας λέγω κάμετέ το. Εγώ πάντως ουδέπο­τε θα γίνω συγκοινωνός μ' αυτούς που δέχονται αυτές τις καινοτομίες.
Μόλις τα άκουσαν εκείνοι αυτά, πάγωσαν. Έβαλαν κάτω τα κεφάλια τους και εσιώπησαν για αρκετή ώρα. Σήκωσε κάποια στιγμή το κεφάλι του ο επίσκοπος Θεοδόσιος, κύτταξε προς τον αββά Μάξιμο και είπε:

ΘΕΟΔ.: Σου λέμε λοιπόν εμείς πως, εάν εσύ κοι­νωνήσης, ο δεσπότης μας ο βασιλεύς θα ελαφρύνη τον Τύπο.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η απόστασις που μας χωρίζει είναι ακόμη μεγάλη. Τι θα κάνουμε με το δόγμα του ενός θελήμα­τος που επικυρώθηκε συνοδικά από τον Σέργιο και τον Πύρρο για την αναίρεσι κάθε ενέργειας;

ΘΕΟΔ.: Εκεινο το χαρτί καταστράφηκε και αχρη­στεύθηκε.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Το έσβησαν από τους πέτρινους τοίχους, όχι όμως κι από τις νοερές ψυχές. Ας δεχθούν την καταδίκη του που έγινε συνοδικά στην Ρώμη με ευσε­βή δόγματα και κανόνες, και τότε θα λυθή το μεσότοι­χο και δεν θάχουμε ανάγκη από συμβουλές.

ΘΕΟΔ.: Δεν έχει ισχύ η σύνοδος της Ρώμης, γιατί έγινε χωρίς την διαταγή του βασιλέως.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν οι διαταγές των βασιλέων δίνουν κύ­ρος στις προγενέστερες συνόδους και όχι η ευσεβής πίστις, ας δεχθούν και τις συνόδους που έγιναν ενα­ντίον του ομοουσίου, μια και έγιναν με εντολή των βασιλέων. Και ποιος κανόνας ορίζει να είναι έγκυρες μόνο εκείνες οι σύνοδοι που συνεκλήθησαν με εντολή βασιλέως ή οπωσδήποτε όλες οι σύνοδοι να συγ­καλούνται κατόπιν βασιλικής διαταγής; Ο ευσεβής κανών της Εκκλησίας γνωρίζει ως άγιες και έγκυρες εκείνες τις συνόδους, τις οποίες διακρίνει η ορθότης των δογμάτων.

ΘΕΟΔ.: Όπως τα λες είναι. η ορθότης των δογμά­των δίνει κύρος στις συνόδους. Τι λοιπόν; Δεν πρέπει καθόλου να λέμε μία ενέργεια στον Χριστό;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Σύμφωνα με την αγία Γραφή και τους α­γίους Πατέρας τίποτα τέτοιο δεν παρελάβαμε να λέμε. Αλλά, όπως ακριβώς παρελάβαμε να πιστεύωμε για το Χριστό δύο φύσεις, αυτές από τις οποίες απαρτίζε­ται, έτσι μας επετράπη να πιστεύω με και να ομολογούμε και τις φυσικές Του θελήσεις και ενέργειες που υπάρχουν καταλλήλως σ' αυτόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι εκ φύσεως Θεός μαζί και άνθρωπος.

ΘΕΟΔ.: Πράγματι, κύριε, και εμείς ομολογούμε και τις φύσεις και τις διάφορες ενέργειες, δηλαδή και την θεία και την ανθρωπίνη. και ότι η θεότης του εί­ναι θελητική και η ανθρωπότης του θελητική. επειδή η ψυχή του δεν ήταν χωρίς θέλησι. Αλλά για να μη χάνουμε τον καιρό μας εδώ, ό,τι κι αν είπαν οι Πατέ­ρες το ομολογώ, και μάλιστα το κάνω και εγγράφως (δηλαδή), δύο φύσεις και δύο θελήματα και δύο ενέρ­γειες. Έλα λοιπόν να κοινωνήσης μαζί μας και να γί­νη η ένωσις.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, δεν τολμώ να δεχθώ εγώ έγγρα­φη συγκατάθεσι από σας γι' αυτό το πράγμα, διότι εί­μαι απλός μοναχός. Αν όμως ο Θεός σας έφερε σε κα­τάνυξι, ώστε να δεχθήτε τους λόγους των αγίων Πατέ­ρων, να ενεργήσετε όπως απαιτούν οι κανόνες. Να στείλετε, δηλαδή, περί τούτου έγγραφο προς τον επί­σκοπο Ρώμης, ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης και η πε­ρί αυτόν σύνοδος. Εγώ πάντως ούτε κι αν γίνουν αυ­τά θα κοινωνήσω, επειδή οι αναθεματισθέντες αναφέ­ρονται στην αγία αναφορά. Διότι φοβάμαι το κατά­κριμα του αναθέματος.

ΘΕΟΔ.: Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν σε κατηγορώ που φοβάσαι, αλλά ούτε και κανένας άλλος. Για το ό­νομα όμως του Κυρίου, πες μας την γνώμη σου, εάν είναι δυνατόν να γίνη αυτό (δηλ. να αρθή το ανάθεμα ήδη αποθανόντος αιρετικού).

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ποια γνώμη μπορώ να σας δώσω γι' αυτό; Πηγαίνετε, ψάξτε να βρήτε αν ποτέ έχει γίνει κάτι τέ­τοιο και ελευθερώθηκε κανείς μετά θάνατον από το έγκλημα για την πίστι, κι από το κατάκριμα που έχει εξαγορευθή εναντίον του. Πρέπει να καταδεχθούν ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης να μιμηθούν την συγκα­τάβασι του Θεού. και ο μεν να κάνει παρακλητική κέ­λευσι, ο δε συνοδική δέησι προς τον πάπα της Ρώμης. Χωρίς αμφιβολία, αν βρεθή κάποιος τρόπος εκκλη­σιαστικός που να το επιτρέπη αυτό για την σωστή ομολογία της πίστεως, θα συμφωνήση περί αυτού μαζί σας.

ΘΕΟΔ.: Αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. αλλά δος μου τον λόγο σου ότι, εάν στείλουν εμένα, θα έλθης μαζί μου.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, σου είναι πιο συμφέρον να πά­ρης μαζί σου τον σύνδουλό μου που είναι στη Μεσημ­βρία, παρά εμένα. Εκείνος και την γλώσσα γνωρίζει και τον σέβονται πολύ, μια και τόσα χρόνια τιμωρεί­ται για τον Θεό και για την ορθή πίστι που κρατεί ο θρόνος τους.

ΘΕΟΔ.: Έχουμε μεταξύ μας κάτι μικροδιαφορές, και δεν μου είναι τόσο ευχάριστο να πάω μαζί του.

ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, αφού νομίζετε ότι πρέπει να γίνη αυτό, ας γίνη όπως αποφασίζετε. εγώ σας ακολουθώ όπου θέλετε.

Μετά από αυτό σηκώθηκαν όλοι επάνω χα­ρούμενοι και με δάκρυα στα μάτια. Έβαλαν με­τάνοια και έγινε προσευχή. Και κάθε ένας τους ασπάσθηκε τα άγια Ευαγγέλια, και τον Τίμιο Σταυρό, και την εικόνα του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και της Δεσποίνης ημών Παναγίας Θεοτόκου της Μητέρας Του, αφού έ­βαλαν επάνω και τα χέρια τους προς βεβαίωσι των συμφωνηθέντων. Αφού ειπώθηκαν αυτά, ό­ταν ασπάζονταν μεταξύ τους είπε ο ύπατος Θεο­δόσιος:

ΘΕΟΔ.: Να λοιπόν, έγιναν όλα καλά. Άρα γε θα καταδεχθή ο βασιλεύς να κάνη παρακλητική κέλευσι;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Οπωσδήποτε θα κάνη, εάν θέλη να είναι μιμητής του Θεού και να ταπεινωθή μαζί Του για την κοινή σωτηρία όλων μας. Ας αναλογισθή ότι, αφού ο Θεός που φύσει σώζει, δεν μας έσωσε παρά αφού με την θέλησί Του ταπεινώθηκε, πώς ο φύσει σωζόμενος άνθρωπος θα σωθή ή θα σώση χωρίς να ταπεινωθή;

Μετά δε την αναχώρησι των παραπάνω αν­δρών, στις 8 του μηνός Σεπτεμβρίου της παρού­σης 15ης ινδικτιώνος, πήγε πάλι ο ύπατος Παύ­λος στη Βιζύη προς τον αββά Μάξιμο, έχοντας μαζί του διαταγή που έλεγε τα εξής: «Παραγγέ­λομε στην ενδοξότητά σου να πας στη Βιζύη και να φέρης τον Μοναχό Μάξιμο με πολλή τιμή και περιποίησι, λόγω της μεγάλης του ηλικίας και της ασθενείας του, και διότι αυτός ανήκει στους προγόνους μας και τους έχει τιμήσει. Και να τον βάλης στο λαμπρό μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου, που βρίσκεται δίπλα στο Βασιλικό παλάτι». Αφού λοιπόν ο ύπατος τον πήρε και τον έβαλε στο προειρημένο μοναστήρι, πήγε να δώση ειδοποίησι.
Την επομένη ημέρα πήγαν προς αυτόν οι πα­τρίκιοι Επιφάνιος και Τρώιλος, με λαμπρό ντύ­σιμο και ύφος, καθώς και ο επίσκοπος Θεοδό­σιος. Συναντήθηκαν με αυτόν στο κατηχουμενείο της Εκκλησίας του ιδίου μοναστηριού. Αφού έγινε ο συνηθισμένος ασπασμός κάθησαν, υπο­χρεώνοντας κι αυτόν να καθήση. Και αρχίζοντας τον λόγο μαζί του ο Τρώιλος είπε:

ΤΡΩΙΛΟΣ: Ο αυτοκράτωρ μας διέταξε να έρθουμε και να σου ανακοινώσουμε την γνώμη που έχει η θεο­στήρικτη βασιλεία του. Αλλά πρώτα πες μας, θα κά­νης την διαταγή του βασιλέως ή δεν θα την κάνης;

Ο Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ:Κύριε, να ακούσω τι διέταξε η ευσεβής του δύναμις και θά αποκριθώ κατάλληλα. γιατί προς κάτι το άγνωστο ποια απάντησι μπορώ να δώσω;

Ο Τρώιλος επέμενε λέγοντας:

ΤΡΩΙΛ.: Δεν πρόκειται να πούμε τίποτε, εάν δεν μας πης πρώτα, αν θα κάνης ή όχι την διαταγή του βασιλέως.

Και όταν τους είδε να αντιστέκωνται και λό­γω της καθυστερήσεώς του να βλέπουν πιο σκληρά και μαζί με τους συνακόλουθούς τους να αποκρίνωνται πιο άγρια, ενώ φάνταζαν τα περή­φανα στολίδια των αξιωμάτων τους, απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφού δεν θέλετε να πήτε στον δούλο σας την απόφασι του κυρίου και βασιλέως μας, να λοιπόν σας λέω, κι ακούει ο Θεός και οι άγιοι άγγελοι και όλοι εσείς: οτιδήποτε με διατάξη για κάθε πράγμα που καταλύεται και καταστρέφεται σ' αυτόν τον αιώνα, με προθυμία το κάνω.

Και αμέσως ο Τρώιλος είπε:

ΤΡΩΙΛ.: Συγχωρέστε με, αλλά εγώ φεύγω. γιατί αυτός τίποτε δεν πρόκειται να κάνη.

Και αφού έγινε πάρα πολύς θόρυβος και μεγάλη ταραχή και σύγχυσι, τους είπε ο επίσκοπος Θεοδόσιος:

ΘΕΟΔ.: Πείτε του την διαταγή και θα μάθετε την απάντησί του. Διότι, δεν είναι λογικό να φύγουμε, χω­ρίς να πούμε και να ακούσουμε τίποτε.

Τότε ο πατρίκιος Επιφάνιος είπε:

ΕΠΙΦ.: Αυτό σου δηλώνει με μας ο βασιλεύς: «Ε­πειδή η Δύσις και όσοι διαστρέφουν (τα πράγματα) στην Ανατολή αποβλέπουν σε σένα, κι όλοι εξ αιτίας σου ξεσηκώνονται μη θέλοντας να συμφωνήσουν μαζί μας για την πίστι, είθε να σε κατανύξη ο Θεός να κοινωνήσης μαζί μας βάσει του Τύπου που εκθέσαμε. Θα βγούμε τότε εμείς οι ίδιοι στη Χαλκή (πύλη) και θα σε ασπασθούμε, θα σου δώσουμε το χέρι και με κάθε τιμή και δόξα θα σε βάλουμε στην μεγάλη Εκκλησία. Θα στέκεσαι μαζί μας στο μέρος που συνηθίζουν να στέκωνται οι βασιλείς. Θα κάνουμε τότε και την σύ­ναξι (Θ. Λειτουργία) και θα κοινωνήσουμε τα άχρα­ντα και ζωοποιά μυστήρια, το ζωοποιό σώμα και αίμα του Χριστού. Θα σε ανακηρύξουμε πατέρα μας. και θα γίνη χαρά όχι μόνο στην φιλόχριστη και βασιλική μας πόλι, αλλά και σ' όλη την οικουμένη. Γιατί γνω­ρίζουμε πολύ καλά ότι, εάν εσύ κοινωνήσης με τον ε­δώ άγιο θρόνο, όλοι θα ενωθούν μαζί μας, αυτοί που εξ αιτίας σου και εξ αιτίας της διδασκαλίας σου απο­σχίσθηκαν από την κοινωνία με μας».

Γυρίζοντας τότε προς τον επίσκοπο ο αββάς Μάξιμος του είπε με δάκρυα στα μάτια:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Μεγάλε κύριε, όλοι περιμένουμε ημέρα κρίσεως. Αληθινά, ούτε όλη η δύναμι των ουρανών δεν θα με πείση να το κάνω αυτό. Γιατί, τι θα έχω να απολογηθώ -δεν λέω στο Θεό, αλλά στην συνείδησί μου-, αν για την δόξα των ανθρώπων, που μόνη της δεν έχει καμμιά οντότητα, γίνω εξωμότης της πίστεως που σώζει αυτούς που την υπερασπίζονται;

Όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, σηκώθηκαν ό­λοι επάνω και γεμάτοι θυμό τον έσπρωξαν, τον τράβηξαν και τον έρριξαν κάτω. Τον γέμισαν μά­λιστα από το κεφάλι ως τα νύχια με φτυσίματα, που η δυσωδία τους παρέμεινε μέχρις ότου πλύ­θηκαν τα ρούχα του. Σηκώθηκε τότε και ο επί­σκοπος και είπε:

ΘΕΟΔ.: Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό. Έπρεπε να ακούσωμε μόνο την απάντησί του και να την αναφέ­ρωμε στον αγαθό μας βασιλέα.

Μόλις τους έπεισε ο επίσκοπος να ησυχά­σουν, κάθησαν πάλι. Με θυμό όμως και αγριότη­τα του είπαν μύριες βρισιές και ακατανόμαστες κατάρες. Τότε του είπε ο Επιφάνιος:

ΕΠΙΦ.: Πες μας λοιπόν κάκιστε λαίμαργε γέρο, μας είπες αυτά τα λόγια θεωρώντας ως αιρετικούς ε­μάς και την πόλι μας και τον βασιλέα; Αληθινά, είμα­στε περισσότερο Χριστιανοί και ορθόδοξοι από σένα. Και ομολογούμε ότι ο Κύριός μας και Θεός έχει και θεϊκή και ανθρώπινη θέλησι και νοερή ψυχή. και ότι κάθε νοερή φύσι οπωσδήποτε έχει εκ φύσεως το θέ­λειν και το ενεργείν, επειδή ίδιον της ζωής είναι η κί­νησις και ίδιον του νοός η θέλησις. Και γνωρίζουμε ότι είναι θελητικός, όχι μόνο κατά την θεότητα, αλλά και κατά την ανθρωπότητα. Δεν αρνούμαστε επίσης και τις δύο θελήσεις του και ενέργειες.

Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Εάν πιστεύετε έτσι, όπως πιστεύουν οι νο­ερές φύσεις και η Εκκλησία του Θεού, πώς εσείς με αναγκάζετε να κοινωνήσω με τον Τύπο, που μόνο την αναίρεσι αυτών έχει;

ΕΠΙΦ.: Αυτό έγινε για οικονομία, για να μη ζημιωθούν οι λαοί μας με τέτοιες λεπτολογίες.

Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Συμβαίνει το αντίθετο. κάθε άνθρωπος α­γιάζεται με την ακριβή ομολογία της πίστεως, και όχι με την αναίρεσι που βρίσκεται στον Τύπο.

Και είπε ο Τρώιλος:

ΤΡΩΙΛ.: Και στο παλάτι σου είπαμε, ότι (ο Τύ­πος) δεν ανήρεσε τίποτε, αλλά διέταξε να κατασιγά­σουν (οι διϊστάμενες απόψεις) για να ειρηνεύσουμε ό­λοι.

Και απαντώντας πάλι ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η σιωπή των λόγων είναι αναίρεσις των λόγων. Λέγει το Άγιον Πνεύμα μέσω του Προφήτου Δαβίδ: «Ουκ εισί λαλιαί, ουδέ λόγοι, ων ουχί ακούονται αι φωναί αυτών». Άρα λοιπόν ο λόγος που δεν λέγεται, δεν είναι καν λόγος.

Και είπε ο Τρώιλος:

ΤΡΩΙΛ.: Στην καρδιά σου να έχης ό,τι θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς.

Ο αββάς Μάξιμος απήντησε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο Θεός δεν περιώρισε στην καρδιά όλη την σωτηρία, αλλά είπε: «Ο ομολογών με έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω αυτόν έμπροσθεν του Πα­τρός μου του εν ουρανοίς». Και ο θείος Απόστολος διδάσκει ως εξής: «Kαρδία μεν πιστεύεται εις δικαιο­σύνην. στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν». Αν λοιπόν ο Θεός και οι προφήται και οι απόστολοι του Θεού προτρέπουν να ομολογήται με τους λόγους των Αγίων το μυστήριο, το μεγάλο και φρικτό και σωτή­ριο για όλο τον κόσμο, δεν πρέπει να σιωπήση με κα­νένα τρόπο η φωνή που κηρύττει αυτό, για να μη κιν­δυνεύση η σωτηρία των σιωπώντων.

Και απαντώντας ο Επιφάνιος με πολύ άγριο τρόπο είπε:

ΕΠΙΦ.: Υπέγραψες στον λίβελλο;

Και είπε ο αββάς Μάξιμος:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι υπέγραψα.

ΕΠΙΦ.: Και πώς τόλμησες να υπογράψης και να αναθεματίσης αυτούς που ομολογούν και πιστεύουν ό­πως οι νοερές φύσεις και η καθολική Εκκλησία; Α­ληθινά με δική μου πρότασι θα σε πάμε στην πόλι, θα σε στήσουμε δεμένο στην αγορά και θα φέρουμε τους μίμους, άνδρες και γυναίκες, και τις πιο διάσημες πόρνες και όλο το λαό, για να χτυπήση και φτύση κα­θένας και καθεμιά τους το πρόσωπό σου.

Απαντώντας σ' αυτά ο αββάς Μάξιμος είπε:

ΜΑΞΙΜΟΣ: Ας γίνη όπως είπατε, εάν αναθεματίσαμε αυτούς που ομολογούν ότι ο Κύριος έχει δύο φύσεις, και τις κατάλληλες σ' αυτόν δύο φυσικές θελήσεις και ενέργειες, και ότι είναι εκ φύσεως αληθινός Θεός και άνθρωπος. Διάβασε, δέσποτα, τα πρακτικά και τον λίβελλο, και εάν βρήτε αυτά που είπατε, κάμετε ό,τι σκέπτεσθε.

Μετά από αυτά τον ωδήγησαν στην Κωνσταντι­νούπολι και έβγαλαν απόφασι εναντίον τους. Ανεθε­μάτισαν και κατεδίκασαν τον εν αγίοις Μάξιμο, τον μακάριο μαθητή του Αναστάσιο, τον αγιώτατο πάπα Μαρτίνο, τον άγιο Σωφρόνιο πατριάρχη Ιεροσολύ­μων, και όλους τους ορθοδόξους και ομοφρονούντας μ' αυτούς. Έπειτα έφεραν και τον άλλο μακάριο Αναστάσιο. Αφού χρησιμοποίησαν και γι' αυτόν τα ίδια αναθέματα και βρισιές, τους παρέδωσαν στους άρχο­ντες λέγοντας: Αποφασίζουμε να σας παραλάβη αμέ­σως ο πανεύφημος έπαρχός μας, που είναι δω, στο πο­λυάνθρωπο ανάκτορό του. Να σας χτυπήση με νεύρα στα μετάφρενα (τον Μάξιμο, Αναστάσιο και Αναστά­σιο), και να αποκόψη από την ρίζα το όργανο της ακολασίας σας, δηλαδή την βλάσφημη γλώσσα σας, του Μαξίμου, Αναστασίου και Αναστασίου. Στη συ­νέχεια να κόψη με σιδερένιο μαχαίρι και την ταραχώ­δη δεξιά που υπηρέτησε τον βλάσφημο λογισμό σας. Μόλις δε σας αποστερήσουν αυτά τα βδελυκτά μέλη, να τα κρεμάσουν πάνω σας και να σας περιφέρουν στα δώδεκα τμήματα της βασιλίδος των πόλεων. Κατόπιν να σας παραδώση σε ισόβια εξoρία και ταυτόχρονα συνεχή φρούρησι, έτσι που συνεχώς και για όλο το χρόνο της ζωής σας να οδύρεσθε για τα βλάσφημα σφάλματά σας. Γιατί η κατάρα που εφεύρατε ε­ναντίον μας, επέπεσε πάνω στα κεφάλια σας.

Τότε λοιπόν τους πήρε ο έπαρχος και τους τιμώ­ρησε κόβοντας τα μέλη τους. Τέλος τους περιέφερε σ' όλη την πόλι και τους εξώρισε στην Λαζική.

(Από το τεύχος 21 του έτους 1996 του περιοδικού Ο Ο­ΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, σελίς 6-20).

_________________
«...ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΙ ΥΜΑΣ.»
(Κατά Ιωάννην Η΄-32)


Αὐτοὶ εἶναι οἱ Μοναχοί

Αὐτοὶ εἶναι οἱ Μοναχοί

 μοναχοί

Τα αρνούνται όλα…κάθε επίγειο δεσμό, κάθε ηδονική φυλακή, κάθε κοσμική προσμονή…και βλέπεις το πρόσωπό τους να λάμπει από χαρά, και βλέπεις στο πρόσωπό τους την αρχέγονη ελευθερία, την απλότητα και την ειρήνη…τα μάτια τους χάνονται μέσα στην αλμύρα των δακρύων, τα μαλλιά τους να μπερδεύονται μέσα στην πνοή του Πνεύματος και όλη τους η ύπαρξη γίνεται μία ευχή υπέρ της του κόσμου σωτηρίας…
 
 
Αυτοί είναι οι μοναχοί…είναι εκείνες οι ένσαρκες λαμπάδες της αυτοθυσίας.
 
Αυτοί είναι οι μοναχοί… άνθρωποι που ζουν εκτός του κόσμου για τον κόσμο…έχουν πεθάνει εκούσια για χάριν των πολλών, για χάρη της Αγάπης Του, για χάρη του Πατέρα τους…πεθαίνουν και αναπνέουν πλέον αφθαρσία, φυλακίζονται εκούσια και ζουν πλέον ελεύθεροι…
 
Όταν ένας άνθρωπος προσέρχεται για να λάβει το μοναχικό σχήμα ένα πράγμα χρειάζεται, ένα γεγονός έχει αποδεκτεί…”Ο θάνατός μου είναι κάτι το πεπερασμένο και όχι κάτι το μελλοντικό…έχω πεθάνει γιατί θέλω να ζήσω, θέλω να χαθώ γιατί θέλω να συν-υπάρχω με Εκείνον” και γι’ αυτό κινείται ελεύθερος, γι’ αυτό κινείται μέσα στις σκιές της ανυπαρξίας και της συντριβής, γι’ αυτό όμως και λάμπει σαν φάρος των υπολοίπων…
 
-«Γιατί γίνατε μοναχός;»
 
-«Έγινα μοναχός για να αγγίξω έστω για λίγο Ουρανό», είπε κάποιος, «έγινα μοναχός και έφυγα απ’τον κόσμο γιατί αγαπώ τον κόσμο, έγινα μοναχός για να πεθάνω ζώντας με τον Χριστό…έγινα μοναχός γιατί δεν έχω τίποτα άλλο να δώσω στον Θεό μου, σαν αντίδωρο της Ζωής, παρά την ίδια μου την ζωή».

Ἀρχιμ. Παῦλος Παπαδόπουλος

Ἀκηδία σημαίνει παράλυσις τῆς ψυχῆς καὶ ἒκλυσις τοῦ νοός

Ἀκηδία σημαίνει παράλυσις τῆς ψυχῆς καὶ ἒκλυσις τοῦ νοός




Λόγος Δέκατος τρίτος  Περί ακηδίας

 Ἀγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου

1. Πολλές φορές ένας από τους κλάδους της πολυλογίας, όπως το είπαμε καί προηγουμένως, είναι καί ο παρών, ο οποίος μάλιστα αποτελεί καί το πρώτο τέκνο της. Εννοώ την ακηδία. Γι΄αυτό καί της εδώσαμε την θέσι πού της αρμόζει μέσα στην αθλία αλυσίδα των παθών.
Ακηδία σημαίνει παράλυσις της ψυχής καί έκλυσις του νου, οκνηρία και αδιαφορία πρός την άσκησι, μίσος πρός τις μοναστικές υποσχέσεις. (Η ακηδία είναι ακόμη) αυτή που μακαρίζει τούς κοσμικούς, πού κατηγορεί τον Θεόν ότι δεν είναι ευσπλαγχνικός και φιλάνθρωπος, πού φέρνει ατονία την ώρα της ψαλμωδίας καί αδυναμία την ώρα της προσευχής. Αυτή πού μας κάνει σιδερένιους στα διακονήματα, αόκνους στο εργόχειρο, σπουδαίους στην πρακτική ζωή της υπακοής (εν αντιθέσει πρός την θεωρητική ζωή της ησυχίας).

2. Άνδρας που ασκεί την ζωή της υπακοής δέν γνωρίζει τί σημαίνει ακηδία, διότι φθάνει στα πνευματικά μέσω των αισθητών, (τα οποία αισθητά δέν φέρνουν ακηδία).

3. Το κοινόβιο είναι εχθρός της ακηδίας, ενώ σ΄ έναν ησυχαστή η ακηδία γίνεται σύζυγος αιώνιος∙ δεν θα τον αποχωρισθή πρίν από τον θάνατό του, καί πρίν έλθη το τέλος του θα τον πολεμά καθημερινά. Μόλις αντίκρυσε το κελλί του ησυχαστού εμειδίασε και αφού τον επλησίασε έστησε κοντά την σκηνή της.

4. Ο ιατρός επισκέπτεται τους ασθενείς το πρωί, ενώ η ακηδία τους ασκητάς το μεσημέρι. Η ακηδία προτρέπει το έργο του ξενοδόχου καί παρακαλεί να γίνωνται εργόχειρα για να προσφέρωνται ελεημοσύνες. Παρακινεί να γίνωνται με προθυμία επισκέψεις στους ασθενείς, υπενθυμίζουσα τον λόγο του Κυρίου: «Ησθένησα καί ήλθετε πρός με» (Ματθ. κε΄ 36). Μας παρακαλεί να πηγαίνωμε στους λυπημένους καί στους ολιγοψύχους. «Παραμυθείσθε τούς ολιγοψύχους» (Α΄ Θεσ. ε΄ 14) μας λέγει αυτή η ολιγόψυχη. Ενώ ιστάμεθα στην προσευχή, μας υπενθυμίζει διάφορα αναγκαία πράγματα και χρησιμοποιεί κάθε τέχνασμα, ώστε να μας αποτραβήξη από εκεί, σαν με ένα καπίστρι, με κάποια αιτία εύλογη, αυτή η παράλογη.

5. Ο δαίμων της ακηδίας στον μοναχό, τον οποίο έχει καταλάβει, δημιουργεί τις τρείς πρώτες ώρες -πρώτη, τρίτη καί έκτη- μία κατάστασι φρίκης, πονοκέφαλο καί πυρετό και ανακάτωμα του στομάχου. Μόλις φθάση η ενάτη ώρα παρατηρείται κάποια μικρή βελτίωσις. Μόλις στρωθή η τράπεζα, αναπηδά ο μοναχός από το στρώμα του. Μόλις έλθη η επομένη ώρα της προσευχής, αισθάνεται πάλι βεβαρημένο το σώμα του. Μόλις σταθή να προσευχηθή, η ακηδία τον βυθίζει πάλι στον ύπνο καί με άκαιρα χασμουρητά του αρπάζει από το στόμα τον στίχο της προσευχής.

6. Όλα τα άλλα πάθη καταπολεμούνται με μία αντίστοιχη αρετή το καθένα. Η ακηδία όμως είναι για τον μοναχό ένας ψυχικός θάνατος πού περιέχει όλα τα κακά.

7. Η ανδρεία ψυχή κατώρθωσε να αναστήση τον νου πού ήταν νεκρός. Η ακηδία όμως και η οκνηρία κατώρθωσαν να σκορπίσουν όλον τον πλούτο της ψυχής.

8. Εφ΄ όσον και η ακηδία είναι ένα από τα οκτώ πρωταρχικά πάθη της ψυχής, και μάλιστα το βαρύτερο, ας το αντιμετωπίσωμε και αυτό αναλόγως, όπως και τα άλλα. Πλήν ας προσθέσωμε και τούτο: Όταν δεν γίνεται ψαλμωδία και ακολουθία, η ακηδία δεν παρουσιάζεται. Και όταν τελείωσε ο κανών της προσευχής, τότε άνοιξαν οι οφθαλμοί.

9. Τον καιρό της ακηδίας φαίνονται οι βιασταί. Και τίποτε άλλο δεν προξενεί στον μοναχό τόσους στεφάνους όσο η ακηδία. Πρόσεξε καλά και θα την αντιληφθής να μην αφίνη τα πόδια σε ορθία στάσι, και να μας σπρώχνη, όταν καθώμαστε, να γέρνουμε στον τοίχο. Μας προτρέπει επίσης να κοιτάζωμε έξω από το παράθυρο, δημιουργώντας φανταστικά κτυπήματα και βήματα ποδιών. Εκείνος πού πενθεί τον εαυτό του δεν γνωρίζει τι θα πή ακηδία.

10. Ας δένεται και αυτός ο τύραννος με την μνήμη των πταισμάτων, και ας δέρνεται με το εργόχειρο. Και αφού συρθή με την σκέψι των μελλόντων αγαθών και σταθή εμπρός μας, ας ερωτάται καταλλήλως:
«Λέγε μας λοιπόν και σύ, παράλυτε και έκλυτε, ποιος είναι ο κακός γονεύς σου; Ποια είναι τα τέκνα σου; Ποιοι είναι αυτοί πού σε πολεμούν; Και ποιος ο φονευτής σου»;
Αυτός δε αναγκαζόμενος θα μας αποκρινόταν:
«Εγώ σε αυτούς πού ασκούν πραγματικά την ζωή της υπακοής, «ούκ έχω πού την κεφαλήν κλίναι». Σε όσους έχω τόπο, τους ευρίσκω στην ησυχία και συζώ μαζί τους. Οι ιδικές μου μητέρες είναι πολλές και διάφορες: Άλλοτε η ψυχική αναισθησία, άλλοτε η λησμοσύνη των άνω, και μερικές φορές η υπερβολική κόπωσις (είτε ψυχική είτε σωματική). Τα ιδικά μου τέκνα είναι: Οι μετακινήσεις από τον ένα τόπο στον άλλο πού γίνονται μαζί μου, η παρακοή στον πνευματικό πατέρα, η λησμοσύνη της Κρίσεως, και μερικές φορές η εγκατάλειψις της μοναχικής ζωής. Ιδικοί μου αντίπαλοι, από τους οποίους τώρα έχω δεθή, είναι η ψαλμωδία και το εργόχειρο. Εχθρική σ΄ εμένα είναι και η σκέψις του θανάτου, αλλά εκείνη πού με θανατώνει τελείως είναι η προσευχή, ενωμένη με την βεβαία ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Για το ποιος όμως εγέννησε την προσευχή ερωτήσατε την ίδια».

(Πρόκειται για) νίκη! Όποιος την κατέκτησε, είναι δόκιμος για κάθε καλό έργο.

Από το βιβλίο «Κλίμαξ»
 Ἀγίου Ἰωἀννου τοῦ Σιναιτου

Ιεράς Μονή Παρακλήτου


Θαύματα εἰς τὸ Πάτριον

Θαύματα εἰς τὸ Πάτριον



http://www.youtube.com/watch?v=QWTsMF_hvPk

Θαύματα εἰς τὴν Θείαν Λειτουργίαν μὲ τὸ Πάτριον

Θαύματα εἰς τὴν Θείαν Λειτουργίαν μὲ τὸ Πάτριον


Δεἶτε τὸ Βἰντεο!

Ἐκεῖνος ὂπου θὰ ἰατρευθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη του, ἒγινε καὶ Χριστιανός

Ἐκεῖνος ὂπου θὰ ἰατρευθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη του, ἒγινε καὶ Χριστιανός

Εκείνος όπου θα ιατρευθεί από τα πάθη του, έγινε και Χριστιανός


Δια τούτο ανάγκη είναι να ιατρευθή η ασθένειά μας από τον Χριστόν, όπου ήλθεν εις την γην μόνος ιατρός αληθινός, δια να ιατρεύση τας ασθενείας μας, δια τας οποίας αμαρτάνομεν.

Ότι ούτος εστίν ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Η οποία είναι η ασθένεια της φθαρτής φύσεως η­μών. Διατί, αφ’ ου παρέβη ο Αδάμ την εντολήν του Θεού, και εξωρίσθη από τον παράδεισον, κάθε άνθρωπος έγινεν άρρωστος, και ασθενής.

….Λοιπόν εκείνος όπου ιατρευθή από τας ασθενείας του, έγινε και χριστιανός. Ει δε και έχει ακόμι ασθενείας απ’ αυτάς όπου είπαμεν, είναι φανερόν, πως δεν ιατρεύθη ακόμι. Και τούτο το παθαίνει, ή από άγνοιαν, ή από αλογίαν, ωσάν όπου δεν εξεύρει τι λέγει προς τον Θεόν, όταν προσεύχεται, και ποίας ασθενείας παρακαλεί τον Θεόν να του ιατρεύση. Και ανίσως αποθάνη ανιάτρευτος, θέλει καίεται πάντοτε μέσα εις την κόλασιν, και να μην ελευθερώνε­ται ποτέ από την φλόγα εκείνην. Δια τούτο πρέπει να κλαίη τινάς πικρώς εις τέτοιαν ελεεινήν κατάστασιν όπου εκαταντήσαμεν.

Άνθρωποι χριστιανοί να φωνάζουν νύκτα, και ημέραν το Άγιε επίσκεψαι, και ίασαι τας ασθενείας η­μών, και ο Κύριος να μη δύναται να τους ιατρεύση, με το να μην έχουν αυτοί είδησιν, ποίαις είναι οι ασθένειαίς τους, δια τας οποίας παρακα­λούν, και με όλον όπου αύται είναι τόσαι πολλαί, και διάφοροι. Αυτή είναι η αφορμή της απωλείας όπου χάνονται τόσοι χριστιανοί, και πτωχοί, και πλούσιοι, και άρχοντες, και ιδιώται, και νέοι, και γέροντες, και μοναχοί, και ιερείς. Διότι μία ιατρεία είναι τούτων όλων κοινώς των ασθενειών, η κοινωνία θείας φύσεως, ήγουν το να λάβη τινάς την θείαν χάριν.

…Διότι κάθε άνθρωπος, ή σοφός, ή άσοφος, ή γνωστικός, ή ανόητος, ή στοχαστικός, ή αστόχαστος, ή παιδευμένος, ή απαίδευτος, ή πλούσιος, ή πτωχός, όσα καλά και αν κάμνη εις την παρουσαν ζωήν, όσα και αν αγωνίζεται, και κοπιάζη, ανίσως δεν συμβάλλουν, εις το να υγιάνη η ψυχή του από τας ασθενείας της, όλα εί­ναι μάταια, και ανωφελή, και κάμνουν την ψυχήν να μείνη έξω από την βασιλείαν των ουρανών. Διατί η βασιλεία των ουρανών δέχεται μόνον τας ψυχάς εκείνας όπου είναι υγιείς, και δεν έχουν καμμίαν ασθένειαν.

…. Λοιπόν κάθε άνθρωπος ας μη καταγίνεται, μήτε ας επιμελήται εις την παρούσαν ζωήν δια άλλο τίποτε, έξω μόνον δια τούτο, πως να ευρεθή η ψυχή του εις την υστερινήν ημέραν του θανάτου του υγιή, και ελευθερωμένη από κάθε πάθος κοσμικόν, και σαρκικόν.

… αναγκαίον είναι να ευρεθή εν ημέρα κρίσεως υγιής από τα πάθη της, δια να μη τα δράξη το πυρ της γεέννης, και την κρατήση μέσα εις την άσβεστόν του κάμινον, και την κατακαίη αιωνίως. Ότι το πυρ της γεέννης, δεν ημπορεί να καίει άλλους, αλλά μόνον εκείνους όπου έμειναν εις την παρούσαν ζωήν ανιάτρευτοι κατά τας ψυχάς τους, και ετζί ανιάτρευτοι επήγαν και εις την άλλην ζωήν.

ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΣ. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ


Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΔΙΑ ΤΟΝ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ, ΒΟΜΒΑ

Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ  ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΔΙΑ ΤΟΝ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ, ΒΟΜΒΑ

Ὁ Γέρων Ἁγάθων εἶδε ὂραμα: «Ἐνὼ στεκόταν μπροστὰ στὴν Ἀγία Τράπεζα τοῦ ἐμφανίσθηκε ὀ Χριστὸς με ξεσχισμένα ροῦχα. Απορώντας διὰ τὸ ἀπρεπὲς τῆς ἐνδυμασίας ἐρώτησε: "Κύριε, ποιός σου ἒσχισε τὰ ροῦχα;" Ὀ Κύριος τοῦ ἀπήντησε: "Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ"!». 

ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΓΕΡΟΝΤΑ, Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ.
"ΚΑΙ ΓΑΡ ΑΥΤΗ ΠΟΛΕΜΗΣΕΙ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ"

Δεῖτε τὸ ΒΙΝΤΕΟ΄

http://www.youtube.com/watch?v=Cm4u1Pt6HTQ#t=35

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ περί αγάπης

         ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ  περί αγάπης


Η αγάπη ειναι μιά αγαθή διάθεση της ψυχης, η οποία τήν κάνει νά μήν προτιμα κανένα από τά οντα περισσότερο από τή γνώση του Θεου. Ειναι ομως αδύνατο νά φτάσει ν΄ αποκτήσει σταθερά αυτή τήν αγάπη οποιος εχει κάποια εμπαθή κλίση σέ κάτι από τά γήινα.

2. Τήν αγάπη τή γεννα η απάθεια· τήν απάθεια τή γεννα η ελπίδα στό Θεό· τήν ελπίδα, η υπομονή καί η μακροθυμία. Αυτές τίς γεννα η καθολική εγκράτεια· τήν εγκράτεια, ο φόβος του Θεου· τόν φόβο του Θεου τόν γεννα η πίστη.

3. ΄Εκεινος πού πιστεύει στόν Κύριο, φοβαται τήν κόλαση. Κι εκεινος πού φοβαται τήν κόλαση, εγκρατεύεται από τά πάθη. Εκεινος πού εγκρατεύεται από τά πάθη, υπομένει οσα τόν θλίβουν. Εκεινος πού υπομένει οσα θλίβουν, θά αποκτήσει τήν ελπίδα στό Θεό. Η ελπίδα στό Θεό απομακρύνει τό νου από κάθε εμπαθή κλίση πρός τά γήινα. Καί οταν χωριστει από αυτήν ο νους, θά αποκτήσει τήν αγάπη πρός τό Θεό.

4. Εκεινος πού αγαπα τό Θεό πάνω απ΄ ολα τά κτίσματά Του προτιμα τή γνώση Του κι αδιάλειπτα μέ πόθο τήν προσμένει.

5. Αν ολα τά οντα εγιναν από τό Θεό καί γιά τό Θεό, καί ο Θεός ειναι καλύτερος από τά δημιουργήματά Του, εκεινος πού εγκαταλείπει τό Θεό καί στρέφεται στά χειρότερα, φανερώνεται οτι προτιμα περισσότερο τά δημιουργήματα από τό Θεό.

6. Εκεινος πού εχει προσηλωμένο τό νου του στήν αγάπη του Θεου, καταφρονει ολα τά ορατά, καί τό σωμα του ακόμη, σάν νά ειναι ξένο.

7. Αφου η ψυχή ειναι ανώτερη από τό σωμα, καί ασυγκρίτως ανώτερος από τόν κόσμο ο Δημιουργός Θεός, εκεινος πού προτιμα τό σωμα από τήν ψυχή καί τόν κόσμο από τό Θεό πού τόν δημιούργησε, αυτός δέ διαφέρει διόλου από αυτούς πού λατρεύουν τά ειδωλα.

8. Εκεινος πού χώρισε τό νου του από τήν αγάπη του Θεου καί τή θεωρία, καί τόν εχει δεμένο σέ κάποιο από τά αισθητά, αυτός ειναι πού προτιμα τό σωμα από τήν ψυχή καί τά κτίσματα από τόν Θεό πού τά δημιούργησε.

9. Αν η ζωή του νου ειναι ο φωτισμός πού δίνει η πνευματική γνώση, κι αυτόν τόν γεννα η αγάπη πρός τό Θεό, ορθά εχει λεχθει πώς δέν ειναι τίποτε πιό μεγάλο από τή θεία αγάπη.

10. Οταν μέ τόν ερωτα της αγάπης ο νους μεταβαίνει πρός τό Θεό, τότε δέν εχει διόλου αισθηση γιά κανένα από τά κτίσματα. Καθώς καταφωτίζεται από τό θειο καί απειρο φως, γίνεται αναίσθητος γιά ολα τά κτίσματα, οπως τά μάτια δέν βλέπουν τά αστρα οταν ανατέλλει ο ηλιος.

11. Ολες οι αρετές βοηθουν τό νου γιά νά αποκτήσει τό θειο ερωτα, περισσότερο ομως απ΄ ολες η καθαρή προσευχή. Γιατί μέ αυτήν ο νους παίρνει φτερά καί πετα πρός τό Θεό, καί βγαίνει εξω από ολα τά οντα.

12. Οταν ο νους αρπαχθει μέσω της αγάπης από τή θεία γνώση, καί αφου βρεθει εξω από τά οντα, αισθάνεται τήν απειρία του Θεου· τότε, οπως συνέβη στόν Ησαΐα, από τήν εκπληξη ερχεται σέ συναίσθηση της μηδαμινότητάς του καί λέει μέ κατάνυξη τά λόγια του προφήτη: « Ω εγώ, ο αθλιος, τί συντριβή νιώθω! Εγώ, ενας ανθρωπος πού εχω χείλη ακάθαρτα, καί ανάμεσα σέ λαό πού εχει χείλη ακάθαρτα κατοικω, ειδα μέ τά μάτια μου τόν Βασιλέα, τόν Κύριο Σαββαώθ».

13. Οποιος αγαπα τό Θεό, δέν μπορει νά μήν αγαπήσει καί κάθε ανθρωπο σάν τόν εαυτό του, αν καί τόν δυσαρεστουν τά πάθη εκείνων πού δέν εχουν ακόμη καθαριστει. Γι΄ αυτό καί χαίρεται μέ αμέτρητη καί ανέκφραστη χαρά γιά τή διόρθωσή τους.

14. Ακάθαρτη ειναι η ψυχή πού ειναι γεμάτη από κακούς λογισμούς, από επιθυμία καί μίσος.

15. Εκεινος πού βλέπει καί ιχνος μόνο μίσους μέσα στήν καρδιά του, πρός οποιονδήποτε ανθρωπο γιά οποιοδήποτε φταίξιμό του, ειναι εντελως ξένος από τήν αγάπη πρός τό Θεό. Γιατί η αγάπη πρός τό Θεό δέν ανέχεται διόλου τό μίσος κατά του ανθρώπου.

16. « Οποιος μέ αγαπα - λέει ο Κύριος - θά τηρήσει τίς εντολές Μου. Καί η δική Μου εντολή ειναι νά αγαπατε ο ενας τόν αλλο». Αρα λοιπόν εκεινος πού δέν αγαπα τόν πλησίον του, δέν τηρει τήν εντολή του Κυρίου. Εκεινος πού δέν τηρει τήν εντολή, ουτε τόν Κύριο μπορει νά αγαπήσει.

17. Μακάριος ο ανθρωπος πού μπορει νά αγαπήσει κάθε ανθρωπο στόν ιδιο βαθμό.

18. Μακάριος ο ανθρωπος πού δέν προσηλώνεται σέ κανένα πράγμα φθαρτό η πρόσκαιρο.

19. Μακάριος ο νους πού προσπέρασε ολα τά οντα καί απολαμβάνει συνεχως τή θεία ωραιότητα.

20. Εκεινος πού φροντίζει γιά τή σάρκα, πως νά ικανοποιει τίς επιθυμίες της, καί γιά πρόσκαιρα πράγματα εχει μνησικακία πρός τόν πλησίον του, αυτός λατρεύει τήν κτίση αντί του Δημιουργου.

21. Εκεινος πού διατηρει τό σωμα του γερό καί μακριά από ηδονές, τό εχει σύνδουλό του γιά νά υπηρετει τά πνευματικά.

22. Οποιος αποφεύγει ολες τίς κοσμικές επιθυμίες, κάνει τόν εαυτό του ανώτερο από κάθε κοσμική υλικότητα.

23. Οποιος αγαπα τό Θεό, αγαπα δίχως αλλο καί τόν πλησίον του. Ενας τέτοιος ανθρωπος δέν μπορει νά φυλάει χρήματα· τά διαχειρίζεται κατά τό θέλημα του Θεου καί τά μοιράζει σ΄ εκείνους πού εχουν ανάγκη.

24. Οποιος κάνει ελεημοσύνη μιμούμενος τό Θεό, δέν κάνει διάκριση καλου καί κακου, δικαίου καί αδίκου στά απαραίτητα της ζωης, αλλά μοιράζει ιδια σέ ολους κατά τίς ανάγκες τους, αν καί προτιμα γιά τήν αγαθή του προαίρεση τόν ενάρετο από τόν κακό.

25. Ο Θεός, εκ φύσεως αγαθός καί απαθής, ολους τούς αγαπα εξίσου ως δημιουργήματά Του, αλλά τόν ενάρετο τόν δοξάζει επειδή αποκτα καί τή γνώση, ενω τόν κακό ανθρωπο, τόν ελεει λόγω της αγαθότητάς Του, καί παιδεύοντάς τον σ΄ αυτόν τόν κόσμο, τόν φέρνει σέ μετάνοια καί διόρθωση. Ετσι καί ο καλοπροαίρετος καί απαθής ανθρωπος, ολους τούς ανθρώπους τούς αγαπα εξίσου. Τόν ενάρετο καί γιά τήν ανθρώπινη φύση του, καί γιά τήν καλή του προαίρεση· τόν κακό τόν ελεει καί σάν συνάνθρωπό του, καί από συμπάθεια, επειδή ως ανόητος βαδίζει στό σκοτάδι.

26. Η διάθεση της αγάπης δέν διαπιστώνεται μόνο μέ τήν παροχή χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο μέ τή μετάδοση λόγου καί μέ τή σωματική διακονία.

27. Εκεινος πού απαρνήθηκε ειλικρινά τά κοσμικά καί υπηρετει μέ αγάπη απροσποίητη τόν πλησίον του, ελευθερώνεται γρήγορα από κάθε πάθος καί μετέχει στή θεία αγάπη καί γνώση.

28. Εκεινος πού εκανε κτημα του τή θεία αγάπη, δέν κουράζεται νά ακολουθει συνέχεια τόν Κύριό του, οπως λέει ο θειος Ιερεμίας, αλλά υπομένει μέ γενναιότητα κάθε κόπο, κακολογία καί υβρη, χωρίς νά σκέφτεται τό κακό πού του εκανε οποιοσδήποτε.

29. Οταν σέ προσβάλει κανένας }η σ΄ εξευτελίσει σέ κάτι, τότε φυλάξου από τούς λογισμούς της οργης, μήπως μέ τή λύπη σέ χωρίσουν από τήν αγάπη καί σέ μεταφέρουν στή χώρα του μίσους.

30. Οταν αισθανθεις πόνο επειδή κάποιος σέ πρόσβαλε η σέ ντρόπιασε, νά ξέρεις οτι ωφελήθηκες πολύ· μέ τό ντρόπιασμα βγηκε από μέσα σου η κενοδοξία.

31. Οπως η μνήμη της φωτιας δέν ζεσταίνει τό σωμα, ετσι πίστη χωρίς αγάπη δέν φέρνει στήν ψυχή τό φωτισμό της γνώσεως.

32. Οπως τό φως του ηλιου ελκύει τό υγιές μάτι, ετσι καί η γνώση του Θεου τραβα φυσικως τόν καθαρό νου στόν εαυτό της μέ τήν αγάπη.

33. Νους καθαρός ειναι ο νους πού απομακρύνθηκε από τήν αγνοια καί καταφωτίζεται από τό θειο φως.

34. Ψυχή καθαρή ειναι εκείνη πού ελευθερώθηκε από τά πάθη καί ευφραίνεται ακατάπαυστα μέ τή θεία αγάπη.

35. Πάθος αξιοκατηγόρητο, ειναι μιά κίνηση της ψυχης παρά φύση.

36. Απάθεια ειναι μιά ειρηνική κατάσταση της ψυχης, κατά τήν οποία η ψυχή δύσκολα κινειται πρός τήν κακία.

37. Εκεινος πού απόκτησε τούς καρπούς της αγάπης μέ τό ζηλο του, δέν χωρίζεται από αυτή, ακόμη κι αν υποφέρει μύρια κακά. Ας σέ πείσει γι΄ αυτό ο Στέφανος ο μαθητής του Χριστου καί οι ομοιοί του, πού προσευχόταν γιά κείνους πού τόν φόνευαν καί ζητουσε νά τούς συγχωρήσει ο Θεός, επειδή ενεργουσαν ετσι από αγνοια.

38. Αν ιδίωμα της αγάπης ειναι η μακροθυμία καί η χρηστότητα, τότε εκεινος πού θυμομανιάζει καί ενεργει δόλια, ειναι φανερό οτι αποξενώνεται από τήν αγάπη. Κι οποιος ειναι ξένος από τήν αγάπη, ειναι ξένος από τό Θεό, αφου ο Θεός ειναι αγάπη.

39. «Μήν πειτε, λέει ο θειος Ιερεμίας, οτι ειστε ναός του Κυρίου» · καί σύ μήν πεις οτι «η απογυμνωμένη από εργα πίστη στόν Κύριό μας Ιησου Χριστό μπορει νά μέ σώσει». Αυτό ειναι αδύνατο, αν δέν αποκτήσεις καί τήν αγάπη πρός Αυτόν μέ τά εργα. Η γυμνή από εργα πίστη δέν ωφελει, αφου καί τά δαιμόνια πιστεύουν καί τρέμουν.

40. Εργο αγάπης ειναι η πρός τόν πλησίον ολόψυχη ευεργεσία καί μακροθυμία καί υπομονή, καί η χρήση των πραγμάτων μέ ορθό λόγο.

41. Οποιος αγαπα τό Θεό, δέν λυπει κανένα, ουτε λυπαται από κανένα γιά πρόσκαιρα πράγματα. Μιά μόνο λύπη προξενει καί δοκιμάζει, τή σωτήρια λύπη, τήν οποία ο μακάριος Παυλος καί δοκίμασε καί προξένησε στούς Κορινθίους.

42. Εκεινος πού αγαπα τό Θεό, ζει αγγελικό βίο πάνω στή γη· νηστεύει καί αγρυπνει, ψάλλει καί προσεύχεται, καί γιά κάθε ανθρωπο σκέφτεται πάντοτε καλά.

43. Ο,τι επιθυμει κανείς εκεινο αγωνίζεται ν΄ αποκτήσει. Κι από ολα τά αγαθά καί επιθυμητά, ασύγκριτα πιό αγαθό καί επιθυμητό ειναι ο Θεός. Πόση λοιπόν επιμέλεια εχομε χρέος νά καταβάλομε γιά νά επιτύχομε τό φύσει αγαθό καί επιθυμητό;

44. Μή μολύνεις τή σάρκα σου μέ αισχρές πράξεις καί μή λερώνεις τήν ψυχή σου μέ πονηρούς λογισμούς. Καί η ειρήνη του Θεου θά ερθει σ΄ εσένα καί θά φέρει τήν αγάπη.

45. Νά καταπονεις τό σωμα σου μέ νηστεία καί αγρυπνία καί ν΄ ασχολεισαι ακούραστα μέ τήν ψαλμωδία καί τήν προσευχή· καί θά ερθει σ΄ εσένα ο αγιασμός της σωφροσύνης καί θά φέρει τήν αγάπη.

46. Εκεινος πού αξιώθηκε νά λάβει τήν θεία γνώση καί απόκτησε διά μέσου της αγάπης τό φωτισμό της, δέ θά παρασυρθει ποτέ από τό πνευμα της κενοδοξίας. Ευκολα ομως παρασύρεται από αυτήν οποιος δέν αξιώθηκε τή θεία γνώση. Αλλά αν ο ανθρωπος αυτός σέ κάθε τί πού πράττει εχει στραμμένο τό βλέμμα του στό Θεό, μέ τήν αισθηση οτι ολα τά πράττει γι΄ Αυτόν, ε}υκολα μέ τή βοηθεια του Θεου θά απαλλαγει από τήν κενοδοξία.

47. Οποιος δέν απόκτησε ακόμη τή θεία γνώση, πού εκδηλώνεται μέ τήν αγάπη, }εχει μεγάλη ιδέα γιά οσα εργα κάνει σύμφωνα μέ τό θέλημα του Θεου. Εκεινος ομως πού αξιώθηκε καί τήν απόκτησε, λέει μέ βαθιά συναίσθηση τά λόγια πού ειπε ο πατριάρχης Αβραάμ οταν ειδε τό Θεό: « Εγώ ειμαι χωμα καί στάχτη».

48. Εκεινος πού φοβαται τόν Κύριο, εχει πάντοτε σύντροφό του τήν ταπεινοφροσύνη, καί μέ τίς ενθυμήσεις πού αυτή προκαλει, φτάνει στή θεία αγάπη καί ευχαριστία. Φέρνει στό νου του τή ζωή πού εκανε πρωτύτερα στόν κόσμο, καί τά διάφορα αμαρτήματα καί τούς πειρασμούς πού αντιμετώπισε από τόν καιρό της νεότητάς του, καί πως απ΄ ολα εκεινα τόν γλύτωσε ο Κύριος, καί τόν μετέφερε από τήν ζωή των παθων στόν κατά Θεόν βίο· καί μαζί μέ τό φόβο, αποκτα καί τήν αγάπη, ευχαριστώντας πάντοτε μέ πολλή ταπεινοφροσύνη τόν Ευεργέτη καί Κυβερνήτη της ζωης μας.

49. Μή λερώσεις τό νου σου ανεχόμενος λογισμούς επιθυμίας καί θυμου, γιά νά μήν ξεπέσεις από τήν καθαρή προσευχή καί περιπέσεις στό πνευμα της ακηδίας.

50. Τότε ο νους χάνει τήν οικειότητα πού εχει μέ τό Θεό, οταν δέχεται πονηρούς η ακάθαρτους λογισμούς νά παραμένουν.

51. Ο ανόητος, πού τόν οδηγουν τά πάθη, οταν αναστατώνεται από τό θυμό, βιάζεται νά φύγει ασυλλόγιστα μακριά από τούς αδελφούς. Αλλοτε πάλι, οταν καίγεται από τήν επιθυμία, μετανοιωμένος τρέχει νά τούς συναντήσει. Ο φρόνιμος ομως, καί στίς δύο περιπτώσεις κάνει τό αντίθετο. Στήν περίπτωση του θυμου, αφου κόψει τίς αιτίες της ταραχης, απαλλάσσει τόν εαυτό του από τή λύπη πρός τούς αδελφούς· στήν περίπτωση της επιθυμίας, συγκρατει τόν εαυτό του από τήν παράλογη παρόρμηση γιά συνάντηση αλλων.

52. Στόν καιρό των πειρασμων μήν εγκαταλείψεις τό Μοναστήρι σου, αλλά υπόμενε μέ γενναιότητα τά κύματα των λογισμων, καί μάλιστα της λύπης καί της ακηδίας. Ετσι αφου δοκιμαστεις κατά θεία οικονομία μέ τίς θλίψεις, θά αποκτήσεις βέβαια ελπίδα στό Θεό. Αν ομως τό εγκαταλείπεις, θά φανεις ανάξιος, ανανδρος καί αστατος.

53. Αν θέλεις νά μήν ξεπέσεις από τήν αγάπη του Θεου, μήτε τόν αδελφό νά αφήσεις νά κοιμηθει στενοχωρημένος από σένα, μήτε σύ νά κοιμηθεις στενοχωρημένος εναντίον του. Συμφιλιώσου μέ τόν αδελφό σου καί τότε πήγαινε καί πρόσφερε στό Χριστό μέ καθαρή συνείδηση τό δωρο της αγάπης, μέ ενθερμη προσευχή.

54. Αν εκεινος πού εχει ολα τά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, καί δέν εχει αγάπη, δέν ωφελειται τίποτε σύμφωνα μέ τόν θειο Απόστολο, πόση επιμέλεια πρέπει νά καταβάλομε γιά νά τήν αποκτήσομε;

55. Αν η αγάπη δέν κάνει κακό στόν πλησίον, εκεινος πού φθονει τόν αδελφό καί λυπαται γιά τήν προκοπή του καί μέ ειρωνειες προσπαθει νά κηλιδώσει τήν υπόληψή του η μέ οποια κακοήθεια τόν επιβουλεύεται, πως αυτός δέν αποξενώνεται από τήν αγάπη καί δέν κάνει τόν εαυτό του ενοχο γιά τήν αιώνιο Κρίση;

56. Αν η αγάπη ειναι τό πλήρωμα του νόμου, εκεινος πού εχει μνησικακία γιά τόν αδελφό καί κάνει δόλια σχέδια εναντίον του καί τόν καταριέται καί δοκιμάζει χαρά γιά κάθε πτώση του, πως δέν καταπατει τό νόμο καί δέν ειναι αξιος γιά τήν αιώνια κόλαση;

57. Αν εκεινος πού κατηγορει καί κρίνει τόν αδελφό του κατηγορει καί κρίνει τό θειο νόμο, καί ο νόμος του Χριστου ειναι η αγάπη, πως δέν ξεπέφτει από τήν αγάπη του Χριστου εκεινος πού καταλαλει, καί δέν προξενει ο ιδιος στόν εαυτό του τήν αιώνια κόλαση;

58. Μήν παραδώσεις τήν ακοή σου στούς λόγους οποιου καταλαλει, ουτε τούς δικούς σου λόγους στήν ακοή ενός φιλοκατήγορου, μιλώντας η ακούγοντας μ΄ ευχαρίστηση κατά του πλησίον σου, γιά νά μή χάσεις τή θεία αγάπη καί βρεθεις απόκληρος από τήν αιώνια ζωή.

59. Μή δέχεσαι κατηγορίες κατά του πνευματικου σου πατέρα, μήτε νά διευκολύνεις εκεινον πού τόν προσβάλλει, γιά νά μήν οργιστει ο Κύριος γιά τά εργα σου καί σέ εξολοθρεύσει από τή χώρα της ζωης.

60. Κλεινε τό στόμα εκείνου πού κατηγορει τόν αλλον, γιά νά μήν αμαρτάνεις μαζί του διπλή αμαρτία· καί συνηθίζοντας ο ιδιος σέ καταστρεπτικό πάθος, καί μή σταματώντας εκεινον πού φλυαρει κατά του πλησίον.

61. « Εγώ ομως σας λέω, ειπε ο Κύριος, αγαπατε τούς εχθρούς σας, ευεργετειτε οσους σας μισουν, προσεύχεσθε γιά οσους σας βλάπτουν». Γιατί τά διέταξε αυτά; Γιά νά σέ ελευθερώσει από τό μίσος, τή λύπη, τήν οργή καί τήν μνησικακία καί νά σέ αξιώσει νά λάβεις τό μέγιστο απόκτημα, τήν τέλεια αγάπη, πού ειναι αδύνατο νά τήν εχει οποιος δέν αγαπα εξίσου ολους τούς ανθρώπους, κατά μίμηση του Θεου, ο οποιος αγαπα εξίσου ολους τούς ανθρώπους καί θέλει νά σωθουν καί νά λάβουν πλήρη γνώση της αλήθειας.

62. « Ομως σας λέω νά μήν αντισταθειτε στόν πονηρό, αλλά αν κανείς σέ χτυπήσει στό δεξί μέρος του προσώπου, γύρισέ του καί τό αλλο· καί σ΄ αυτόν πού θέλει νά σέ πάει στό δικαστήριο γιά νά σου πάρει τό χιτώνα, αφησέ του καί τό ιμάτιο· καί αν σέ αγγαρεύει κάποιος γιά ενα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο». Γιατί λέει αυτά ο Κύριος; Γιά νά φυλάξει κι εσένα χωρίς οργή, ταραχή καί λύπη, καί νά διδάξει κι εκεινον μέ τήν ανεξικακία σου· καί τούς δύο πάλι, σάν καλός Πατέρας, νά σας φέρει στόν ζυγό της αγάπης.

63. Των πραγμάτων, μέ τά οποια κάποτε μας εδενε κάποιο πάθος, εχομε μέσα μας τίς εμπαθεις φαντασίες. Οποιος λοιπόν νικα τίς εμπαθεις φαντασίες, καταφρονει οπωσδήποτε καί τά πράγματα πού αυτές απεικονίζουν. Γιατί ο πόλεμος εναντίον των ενθυμήσεων ειναι τόσο χειρότερος από τόν πόλεμο εναντίον των πραγμάτων, οσο ειναι πιό ευκολο νά αμαρτάνει κανείς μέ τή διάνοια από τό νά αμαρτάνει μέ εργα.

64. Αλλα από τά πάθη ειναι σωματικά κι αλλα ψυχικά. Τά σωματικά εχουν τίς αφορμές τους από τό σωμα, τά ψυχικά από τά εξωτερικά πράγματα. Καί τά δύο αυτά ειδη παθων τά αφανίζουν η αγάπη καί η εγκράτεια· η πρώτη τά ψυχικά, η δεύτερη τά σωματικά.

65. Από τά πάθη, αλλα ανήκουν στό θυμικό μέρος της ψυχης, αλλα στό επιθυμητικό. Καί τά δύο αυτά ειδη κινουνται διά μέσου των αισθήσεων. Καί κινουνται τότε, οταν η ψυχή βρίσκεται εξω από τά ορια της εγκράτειας καί της αγάπης.

66. Τά πάθη του θυμικου μέρους της ψυχης ειναι πιό δυσκολοπολέμητα από τά πάθη του επιθυμητικου. Γι΄ αυτό καί δόθηκε από τόν Κύριο εναντίον των παθων του θυμικου δυνατότερο φάρμακο, τό οποιο ειναι η εντολή της αγάπης.

67. Ολα τά αλλα πάθη, ερεθίζουν ειτε τό θυμικό μέρος της ψυχης, ειτε τό επιθυμητικό, ειτε τό λογιστικό, οπως ειναι η λήθη καί η αγνοια. Η ακηδία ομως, κυριαρχώντας σ΄ ολες τίς δυνάμεις της ψυχης, κινει ολα μαζί τά πάθη. Γι΄ αυτό καί ειναι τό πιό βαρύ από ολα τά αλλα πάθη. Καλως λοιπόν ο Κύριος, δίνοντας τό αντίδοτό της, λέει: «Μέ τήν υπομονή σας, κερδίστε τίς ψυχές σας».

68. Μήν προσβάλεις ποτέ κανένα αδελφό, καί μάλιστα χωρίς ευλογη αιτία, μήν τυχόν επιστρέψει στόν κόσμο μή μπορώντας ν΄ αντέξει τή θλίψη, καί ετσι δέ θά αποφύγεις τόν ελεγχο της συνειδήσεως πού θά σου προξενει πάντα λύπη στήν προσευχή καί θά αποδιώχνει τό νου από τήν παρρησία πρός τό Θεό.

69. Μήν ανέχεσαι τίς υπόνοιες η καί τούς ανθρώπους πού σου μεταφέρουν σκάνδαλα αλλων. Γιατί εκεινοι πού παραδέχονται σκάνδαλα μέ οποιοδήποτε τρόπο γιά εκεινα πού συμβαίνουν προαιρετικά η απροαίρετα, δέν γνωρίζουν τό δρόμο της ειρήνης, η οποία οδηγει τούς εραστές της διά μέσου της αγάπης στή γνώση του Θεου.

70. Δέν εχει τέλεια αγάπη εκεινος πού αλλάζει διάθεση πρός τούς ανθρώπους ανάλογα μέ τό χαρακτήρα τους· τόν ενα π.χ. τόν αγαπα καί τόν αλλον τόν μισει, }η τόν ιδιο ανθρωπο αλλοτε τόν αγαπα καί αλλοτε τόν μισει γιά τίς ιδιες αιτίες.

71. Η τέλεια αγάπη δέν διαχωρίζει κατά τίς διαθέσεις των επιμέρους ανθρώπων τή μία καί κοινή ανθρώπινη φύση, αλλά αποβλέποντας σ΄ αυτήν, αγαπα εξίσου ολους τούς ανθρώπους. Αγαπα τούς ενάρετους ως φίλους· τούς κακούς τούς αγαπα ως εχθρούς, καί τούς ευεργετει καί μακροθυμει καί υπομένει αν τήν βλάψουν, χωρίς νά λογαριάζει διόλου τό κακό, αλλά καί πάσχει γιά χάρη τους, αν τό καλέσει η περίσταση, γιά νά τούς κάνει καί αυτούς φίλους, }αν ειναι δυνατόν. Αν δέν τό κατορθώσει, δέν αλλάζει τή διάθεσή της, αλλά φανερώνει τούς καρπούς της αγάπης εξίσου πρός ολους τούς ανθρώπους. Γι΄ αυτό καί ο Κύριός μας καί Θεός Ιησους Χριστός, δείχνοντας τήν αγάπη Του σ΄ εμας, επαθε γιά χάρη ολης της ανθρωπότητας καί χάρισε σέ ολους εξίσου τήν ελπίδα της αναστάσεως -αν καί καθένας κάνει τόν εαυτό του αξιο ειτε γιά δόξα ειτε γιά κόλαση.

72. Εκεινος πού δέν καταφρονει τή δόξα καί τήν εξουδένωση, τόν πλουτο καί τή φτώχεια, τήν ηδονή καί τή λύπη, δέν απόκτησε ακόμη τέλεια αγάπη. Γιατί η τέλεια αγάπη δέν καταφρονει μόνον αυτά, αλλά καί τήν πρόσκαιρη ζωή καί τό θάνατο.

73. Ακουσε τί λένε εκεινοι πού αξιωθήκανε νά εχουν τήν τέλεια αγάπη: «Ποιός θά μας χωρίσει από τήν αγάπη του Χριστου; Θλίψη η στενοχώρια η διωγμός η γυμνότητα η κίνδυνος η μάχαιρα; Καθώς λέει η Γραφή, γιά χάρη Σου θανατωνόμαστε ολη τήν ημέρα· θεωρηθήκαμε ως πρόβατα γιά σφαγή. Αλλά σ΄ ολα τουτα βγαίνομε νικητές μέ τή βοήθεια Εκείνου πού μας αγάπησε. Πιστεύω απόλυτα οτι ουτε θάνατος, ο}υτε ζωή, ο}υτε αγγελοι, ο}υτε Αρχές, ο}υτε Δυνάμεις, ο}υτε τωρινά, ο}υτε μελλοντικά, ο}υτε υψωμα, ο}υτε βάθος, ο}υτε καμιά αλλη κτίση θά μπορέσει νά μας χωρίσει από τήν αγάπη του Θεου πού εκδηλώνεται μέ τόν Ιησου Χριστό, τόν Κύριό μας».

74. Ακουσε πάλι τί λένε γιά τήν αγάπη πρός τόν πλησίον: «Λέω αλήθεια, μάρτυς μου ο Χριστός, δέν ψεύδομαι· η συνείδησή μου, πού φωτίζεται από τό Αγιο Πνευμα, μαρτυρει κι αυτή, οτι εχω μεγάλη λύπη καί πόνο αδιάκοπο στήν καρδιά μου γιά τούς ομοεθνεις μου Ιουδαίους. Θά ευχόμουν νά χωριστω εγώ από τό Χριστό γιά χάρη των αδελφων μου, των φυσικων συγγενων μου, οι οποιοι ειναι Ισραηλίτες κλπ.». Παρόμοια ειπαν καί ο Μωυσης καί οι αλλοι Αγιοι.

75. Εκεινος πού δέν καταφρονει τή δόξα καί τήν ηδονή, καθώς καί τή φιλαργυρία πού συντελει στήν αυξησή τους καί γιά χάρη τους υπάρχει, δέν μπορει νά κόψει τίς αφορμές του θυμου. Εκεινος ομως πού δέν τίς κόβει, δέν μπορει νά επιτύχει τήν τέλεια αγάπη.

76. Η ταπείνωση καί η κακοπάθεια ελευθερώνουν τόν ανθρωπο από κάθε αμαρτία, καθώς κόβει η μιά τά πάθη της ψυχης καί η αλλη τά πάθη του σώματος. Αυτό εκανε καί ο μακάριος Δαβίδ καί προσευχόταν στό Θεό λέγοντας: «Δές τήν ταπείνωσή μου καί τόν κόπο μου καί συγχώρεσε ολες τίς αμαρτίες μου».

77. Διά μέσου των εντολων Του, ο Κύριος κάνει απαθεις οσους τίς εφαρμόζουν. Διά μέσου των θείων δογμάτων, χαρίζει σ΄ αυτούς τό φωτισμό της θείας γνώσεως.

78. Ολα τά δόγματα αναφέρονται }η στό Θεό, η στά ορατά καί τά αόρατα, }η στήν πρόνοια καί τήν κρίση του Θεου γι΄ αυτά.

79. Η ελεημοσύνη θεραπεύει τό θυμικό μέρος της ψυχης· η νηστεία μαραίνει τήν επιθυμία· η προσευχή καθαρίζει τό νου καί τόν κάνει επιτήδειο γιά τή θεωρία των οντων. Γιατί ανάλογα μέ τίς δυνάμεις της ψυχης, ο Κύριος μας χάρισε καί τίς εντολές Του.

80. «Μάθετε από εμένα, λέει ο Κύριος, οτι ειμαι πράος καί ταπεινός στήν καρδιά κλπ.». Η πραότητα διατηρει ατάραχο τό θυμικό μέρος της ψυχης· η ταπείνωση ελευθερώνει τό νου από τήν αλαζονεία καί τήν κενοδοξία.

81. Ο φόβος του Θεου ειναι δύο ειδων. Εκεινος πού γεννιέται μέσα μας από τίς απειλές της κολάσεως καί κάνει νά φυτρώνουν μέσα μας η εγκράτεια, η ελπίδα στό Θεό, η απάθεια καί στή συνέχεια κατά φυσική τάξη η αγάπη. Καί ο φόβος πού ειναι ενωμένος μέ τήν ιδια τήν αγάπη, καί φέρνει πάντοτε στήν ψυχή ευλάβεια, γιά νά μήν καταλήξει σέ καταφρόνηση του Θεου εξαιτίας της παρρησίας πού δίνει η αγάπη.

82. Τόν πρωτο φόβο τόν εκτοπίζει η τέλεια αγάπη, γιατί η ψυχή πού τήν εχει δέν φοβαται πλέον τήν κόλαση. Τό δεύτερο φόβο τόν εχει, οπως ειπαμε, η αγάπη ενωμένο πάντα μαζί της. Στόν πρωτο φόβο ταιριάζει ο λόγος: «Μέ τό φόβο του Κυρίου απομακρύνεται καθένας από τό κακό», καί ο λόγος: « Αρχή της σοφίας ειναι ο φόβος του Κυρίου». Στό δεύτερο φόβο ταιριάζει ο λόγος: «Δέν θά δοκιμάσουν στέρηση οσοι φοβουνται τόν Κύριο».

83. «Νεκρωστε λοιπόν τά μέλη σας πού σέρνονται στή γη· τήν πορνεία, τήν ακαθαρσία, τό πάθος, τήν κακή επιθυμία καί τήν πλεονεξία κτλ.». Μέ τή γη εννοει τό σαρκικό φρόνημα. Πορνεία ονόμασε τήν εμπρακτη αμαρτία. Ακαθαρσία ειπε τή συγκατάθεση στήν αμαρτία. Πάθος, τόν εμπαθή λογισμό. Επιθυμία κακή ονόμασε τήν απλή παραδοχή του λογισμου καί της επιθυμίας. Πλεονεξία ειπε τό υλικό πού γεννα καί αυξάνει τό πάθος. Ολα λοιπόν αυτά, σάν μέλη του σαρκικου φρονήματος, διέταξε ο Απόστολος νά νεκρώσομε.

84. Η μνήμη, στήν αρχή, φέρνει στό νου τό λογισμό χωρίς εμπάθεια· καί οταν αυτός μένει στό νου γιά καιρό, κινειται τό πάθος. Αν αυτό δέν εξολοθρευτει, λυγίζει τό νου στή συγκατάθεση. Μετά τή συγκατάθεση αρχίζει η εμπρακτη αμαρτία. Ο πάνσοφος λοιπόν Απόστολος, γράφοντας πρός τούς Χριστιανούς πού ηταν πρωτύτερα ειδωλολάτρες, διατάζει πρωτα νά αφανίζουν τό αποτέλεσμα της αμαρτίας· κι επειτα, μέ αντίστροφη σειρά νά καταλήγουν στήν αιτία της αμαρτίας. Καί η αιτία ειναι, οπως ειπαμε, η πλεονεξία, πού γεννα καί αυξάνει τό πάθος. Νομίζω οτι εδω σημαίνει τή γαστριμαργία, η οποία ειναι μητέρα καί τροφός της πορνείας. Γιατί η πλεονεξία ειναι κακή οχι μόνο γιά τά χρήματα, αλλά καί γιά τήν τροφή· οπως καί η εγκράτεια δέν εννοειται μόνο γιά τά φαγητά, αλλά καί γιά τά χρήματα.

85. Οπως ενα σπουργίτι δεμένο από τό πόδι, οταν πάει νά πετάξει, πέφτει στό χωμα, επειδή τό τραβάει τό σχοινί, ετσι καί ο νους πού δέν απόκτησε ακόμη τήν απάθεια καί πετα πρός τή γνώση των επουρανίων, τραβιέται από τά πάθη στή γη.

86. Οταν ο νους ελευθερωθει τελείως από τά πάθη, τότε πορεύεται πρός τή θεωρία των οντων χωρίς νά γυρίζει πίσω, βαδίζοντας πλέον πρός τή γνώση της Αγίας Τριάδας.

87. Οταν ειναι καθαρός ο νους, δεχόμενος τά νοήματα των πραγμάτων προχωρει μέσω αυτων στήν πνευματική θεωρία· οταν ομως από ραθυμία γίνει ακάθαρτος, τότε τά μέν νοήματα των αλλων πραγμάτων τά φαντάζεται απλως (χωρίς νά οδηγειται σέ θεωρία), τά δέ ανθρώπινα νοήματα πού δέχεται, τά μετατρέπει σέ αισχρούς η πονηρούς λογισμούς.

88. Οταν πάντοτε, κατά τόν καιρό της προσευχης, δέν ενοχλει τό νου σου κανένα νόημα του κόσμου, τότε νά ξέρεις οτι δέν εισαι εξω από τά ορια της απάθειας.

89. Οταν η ψυχή αρχίζει νά αισθάνεται τήν ιδια τήν υγεία της, τότε καί τίς φαντασίες του υπνου τίς βλέπει χωρίς εμπάθεια καί ταραχή.

90. Οπως τό μάτι τό ελκύει η ομορφιά των ορατων, ετσι καί τόν καθαρό νου η γνώση των αοράτων. Αόρατα εννοω τά ασώματα.

91. Μεγάλο πράγμα ειναι νά μήν κινειται κάποιος σέ κάποιο πάθος από τά πράγματα· πολύ μεγαλύτερο ομως ειναι νά μένει απαθής απέναντι στίς φαντασίες των πραγμάτων. Γιατί ο πόλεμος των δαιμόνων εναντίον μας μέ τούς λογισμούς, ειναι πολύ πιό φοβερός από τόν πόλεμο μέσω των πραγμάτων.

92. Εκεινος πού κατόρθωσε τίς αρετές καί πλούτισε μέ θεία γνώση, επειδή βλέπει τά πράγματα στή φυσική τους κατάσταση, πράττει τά πάντα καί μιλα γι΄ αυτά κατά τίς υπαγορεύσεις του ορθου λόγου, χωρίς νά σφάλλει καθόλου. Γιατί από τήν ορθή η μή ορθή χρησιμοποίηση των πραγμάτων ειναι πού γινόμαστε ενάρετοι η κακοί.

93. Σημάδι τέλειας απάθειας ειναι νά αναδύονται πάντοτε στήν καρδιά χωρίς πάθος τά νοήματα των πραγμάτων, τόσο οταν ειμαστε ξυπνητοί, οσο καί στόν υπνο μας.

94. Ο νους αποβάλλει μέ τήν εκτέλεση των εντολων, τά πάθη· μέ τήν πνευματική θεωρία των ορατων, τά εμπαθή νοήματα των πραγμάτων· μέ τή γνώση των αοράτων, τή θεωρία των ορατων· τέλος κι αυτήν τήν αποβάλλει, μέ τή γνώση της Αγίας Τριάδας.

95. Οταν ο ηλιος ανατέλλει καί φωτίζει τόν κόσμο, φανερώνει καί τόν εαυτό του καί τά πράγματα πού φωτίζονται από αυτόν. Ετσι καί ο Ηλιος της δικαιοσύνης, οταν ανατέλλει στόν καθαρό νου, φανερώνει καί τόν εαυτό Του, καί τούς λόγους* οσων εχουν γίνει από Αυτόν καί οσων μέλλουν νά γίνουν.

96. Δέν γνωρίζομε τό Θεό από τήν ουσία Του, αλλά από τά θαυμαστά εργα Του καί τήν πρόνοιά Του γιά τά οντα. Απ΄ αυτά, σάν μέσα από καθρέφτη, βλέπομε τήν απειρη αγαθότητα καί σοφία καί δύναμή Του.

97. Ο καθαρός νους κινειται η μέσα στά χωρίς πάθος νοήματα των ανθρωπίνων πραγμάτων, η στή φυσική θεωρία των ορατων η των αοράτων, η μέσα στό φως της Αγίας Τριάδας.

98. Οταν ο νους φτάσει στή θεωρία των ορατων, ερευνα η τούς φυσικούς λόγους τους η τούς λόγους πού αυτοί υποδηλώνουν, η ζητει τήν ιδια τήν αιτία τους.

99. Οταν πάλι κινειται στή θεωρία των αοράτων, ζητει καί τούς φυσικούς τους λόγους καί τήν αιτία της υπάρξεώς τους καί τά επακόλουθά της, καί ποιά ειναι η σχετική μέ αυτά πρόνοια καί κρίση.

100. Οταν ο νους φτάσει στό Θεό, ζητει πρωτα νά μάθει τούς λόγους περί της ουσίας Του, καθώς φλέγεται από τόν πόθο. Δέν μπορει ομως νά ικανοποιήσει τόν πόθο του αυτό (γιατί κάτι τέτοιο ειναι τελείως αδύνατο σέ ολα γενικως τά λογικά δημιουργήματα) · ετσι παρηγορειται από τή γνώση των σχετικων μέ τίς ιδιότητες του Θεου. Δηλαδή της αιωνιότητας, της απειρίας, της απεριοριστίας, της αγαθότητας, της σοφίας, της δυνάμεως νά δημιουργει, νά προνοει καί νά κρίνει τά οντα. Τό μόνο πού μπορουμε νά καταλάβομε γι΄ Αυτόν, ειναι η απειρία Του καί τό οτι ειναι αδύνατο νά γίνει γνωστός, οπως εχουν πει οι θεολόγοι Γρηγόριος καί Διονύσιος Αρεοπαγίτης.

_________________
«...ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΙ ΥΜΑΣ.»
(Κατά Ιωάννην Η΄-32)