Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΙΣΤΟΙ ΓΙΑ ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ

ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΙΣΤΟΙ ΓΙΑ ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ

Σάββατο, 29 Ιούνιος 2013 12:08 Εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
E-mail Εκτύπωση PDF
1του Αντώνη Μακατούνη
(Από το Σαββατιάτικο ένθετο της «δημοκρατίας» για την ορθοδοξία)

Αναχωρώντας πριν από λίγες ημέρες από τη χώρα μας ο Πατριάρχης Μόσχας και Πάσης Ρωσίας κ. Κύριλλος άφησε πίσω ένα πολύτιμο δώρο στην Ελλαδική Εκκλησία, τα ιερά λείψανα (τεμάχιο από το χέρι) του αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ.

Μια ευλογία και έναν πνευματικό πλούτο, τον οποίο πρόσφερε σε όλους τους πιστούς της Ελλάδας στο πρόσφατο πολυσυζητημένο ταξίδι του, που ανέδειξε για ακόμη μία φορά τους ισχυρούς δεσμούς ανάμεσα στις δύο ορθόδοξες χώρες.

Τα άγια λείψανα θα φυλάσσονται παντοτινά στον Ιερό Ναό Παναγίας Σουμελά Αχαρνών, σε ένα ναό-σταυροδρόμι των λαών, όπου πραγματοποιείται καθημερινά το αδιαχώρητο από Ελληνες, Ρώσους, Σέρβους, Γεωργιανούς, Ρουμάνους και Ελληνες ποντιακής καταγωγής προσκυνητές, οι οποίοι καταφθάνουν από όλη την Ελλάδα και από το εξωτερικό (Ρώσοι τουρίστες στην πλειονότητά τους), με σκοπό να πάρουν «πνευματική τροφή» και να μάθουν για τον βίο του μεγάλου αυτού αγίου της ρωσικής Εκκλησίας.
Μόλις εισέρχεται κάποιος στον ναό νιώθει άμεσα την ευλάβεια και την κατάνυξη, και αντιλαμβάνεται πλήρως ότι δεν βρέθηκαν τυχαία τα λείψανα εκεί, είναι ο ιδανικός χώρος για προσευχή και εσωτερική αναζήτηση των πραγματικών αξιών της ζωής. Συγκλονιστικό είναι επίσης το γεγονός ότι πριν από 20 χρόνια ο γέρων Παΐσιος είχε προφητικά προβλέψει την ανέγερση του εν λόγω ναού (!), όπως αποκαλύπτει αποκλειστικά στη «δημοκρατία» ο εφημέριος του ναού π. Γρηγόριος Πιγκάλοβ, ένας αεικίνητος και προσηνής έγγαμος (πατέρας ενός παιδιού) ιερέας με καταγωγή από την Αμπχαζία (αυτόνομη δημοκρατία της Γεωργίας), ο οποίος υπηρετεί τον κλήρο εδώ και 30 χρόνια. Στη χώρα μας βρίσκεται τα τελευταία 19, τα πρώτα 11 εξ αυτών διακόνησε στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Αχαρνών.

«Συνάντησα (ως προσκυνητής) τον γέροντα Παΐσιο το 1993 (έναν χρόνο πριν από την κοίμησή του) στο Αγιον Ορος. Δεν είχα εγκατασταθεί ακόμα μόνιμα στην Ελλάδα. Μου είπε ότι θα πρέπει να έρθω στην Ελλάδα να φτιάξω μία ενορία. Εγώ τότε του αποκρίθηκα πώς θα κάνω ενορία, εγώ δεν έχω χρήματα, ούτε ελληνικά καλά καλά δεν γνωρίζω. Εκείνος μου είπε χαρακτηριστικά: “Ολα θα τα κάνει η Παναγία και οι Αγιοι, εσύ θα επιβλέπεις μόνο”. Οντως, όπως είπε ο γέρων Παΐσιος έτσι και έγινε, εγώ δεν έκανα τίποτα, μας βοήθησε η αγάπη του κόσμου στη Ρωσία και στην Ελλάδα. Είναι η ευλογία των αγίων και του γέροντα Παϊσίου. Για τους αγίους δεν υπάρχει οικονομική κρίση. Εμείς πιστεύουμε ότι σύντομα θα αποπερατωθεί ο ναός μας», ενώ κάνοντας μια ιστορική αναδρομή των νεοαποκτηθέντων λειψάνων, ο π. Γρηγόριος προσθέτει: «Εμείς είχαμε φέρει τα λείψανα προ πενταετίας για λίγες ημέρες. Ο κόσμος προσκύνησε, αλλά δεν “χόρτασε” από αυτό το προσκύνημα. Τότε ο μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος (υπήρξε τοποτηρητής) ζήτησε από τον μακαριστό Πατριάρχη Αλέξιο ένα τεμάχιο από το λείψανο του οσίου Σεραφείμ.

Στις 4 Δεκεμβρίου 2008 ο μακαριστός, έπειτα από ένα συλλείτουργο που κάναμε στο Κρεμλίνο, αποφάσισε να κάνει δεκτό το αίτημα, αφουγκραζόμενος και την αγάπη των Ελλήνων για τον άγιο Σεραφείμ, όμως την επόμενη ημέρα κοιμήθηκε… Ο νυν Πατριάρχης Κύριλλος όμως, σεβόμενος την υπόσχεση του προκατόχου του, είπε ότι, όταν επισκεφθεί επίσημα την Ελλάδα, θα φέρει τα άγια λείψανα, όπως και έγινε. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν και είναι μεγάλη, από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ελλάδας. Είναι ιδιαίτερα θαυματουργός ο άγιος Σεραφείμ, όποιος μπορεί πρέπει να πάει στη Μονή Ντιβέγεβο (500χλμ. από τη Μόσχα -εκεί βρίσκονται τα ιερά λείψανά του) για να δει την απήχησή του στον κόσμο. Είναι ανεπανάληπτο αυτό που θα βιώσει».

Ο ναός παραμένει καθημερινά ανοιχτός από τις 8 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, ώστε να εξυπηρετούνται και να βρίσκουν καταφύγιο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας οι πιστοί, ειδικά στην εποχή της κρίσης που διανύουμε. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Θεία Λειτουργία τελείται σε δύο γλώσσες (ελληνικά και ρωσικά), ενώ τα συναισθήματα που δημιουργούνται είναι πρωτόγνωρα, αφού οι «αγγελικές» φωνές της ρωσικής χορωδίας που διαθέτει η ενορία συνεπαίρνουν το ποίμνιο. Το ενδιαφέρον του κόσμου για τον όσιο Σεραφείμ είναι πρωτοφανές και σχηματίζονται τεράστιες ουρές την ώρα της προσκύνησης, ενώ -όπως μας αναφέρει ο π. Γρηγόριος- σύντομα θα επισκεφτεί τη Μόσχα μαζί με τον σεβασμιότατο μητροπολίτη Ιλίου κ. Αθηναγόρα, ώστε να παραλάβουν από τον Πατριάρχη τμήμα των λειψάνων της Αγίας Ματρώνας.

«Σαν στο σπίτι τους οι Ρώσοι»

Ο π. Γρηγόριος Πιγκάλοβ τονίζει την ξεχωριστή σχέση που έχουν οι Ρώσοι με τους Ελληνες και θέτει έναν προβληματισμό σχετικά με την κακή οικονομική κατάσταση της Ελλάδας και από πού προέρχεται: «Οι Ρώσοι, παρότι κάνουν παντού τουρισμό, μόνο στην Ελλάδα αισθάνονται λες και είναι στην πατρίδα τους. Εχουν μεγάλη αγάπη στον ελληνικό λαό. Πονάει η καρδιά τους που βλέπουν τους Ελληνες να κακοπερνούν, αλλά συνάμα αναρωτιούνται πώς μια χώρα που έχει ήλιο, θάλασσα, μεγάλη παραγωγή ελαιολάδου και οπωροκηπευτικών, έχει φτάσει σε αυτήν την κατάσταση. Κάτι κρύβεται, κάποιο σχέδιο και συμφέροντα υπάρχουν. Είναι απίστευτο το πόσο εύκολα “βούλιαξε” η Ελλάδα. Η Ρωσία έχει 150.000.000 πληθυσμό, μήπως θα έπρεπε να ξεκινήσουμε άμεσα εντατικές εξαγωγές σε αυτήν την απέραντη χώρα και γιατί να μην πάρουμε οικονομική βοήθεια από τη Ρωσία»;

Θαῦμα τοῦ Ταξιάρχου Μανταμάδου - Ἐπαναφορά στην πίστη

Μία συγκλονιστική ιστορία ενός ἀληθινοῦ θαύματος




Ο καιρός «σκεπτικός», μελαγχολικός, συννεφιασμένος. Πότε-πότε στάλες ψιλής βροχής συνεπλήρωναν το όλο σκηνικό της ακατάστατης αυτής ημέρας της 2ας Μαΐου 1987 και παραμονής της παλλεσβιακής πανήγυρης του Αρχαγγέλου Μιχαήλ Μανταμάδου. Οι χριστιανοί απ’ όλο το νησί, αψηφώντας τις κακές καιρικές συνθήκες, με τα πόδια, μικρά μικρά πολύχρωμα ανθρώπινα ρυάκια, έτρεχαν προς την «θάλασσα» αυτή της ελπίδας, στον Ταξιάρχη Μανταμάδου, οδηγούμενοι, θαρρείς, κάθε χρόνο τις ημέρες αυτές από κάποιο αστέρι μαγικό, όμοιο μ' αυτό που οδήγησε τους Μάγους προς την Φάτνη.

Απ' όλο το βορειοδυτικό μέρος του Νησιού μας, για να έλθουν οι προσκυνητές με τα πόδια στον Ταξιάρχη Μανταμάδου, θα πρέπη να περάσουν απαραιτήτως μέσα από την κωμόπολη της Αγίας Παρασκευής, δώδεκα χιλιόμετρα απόσταση από τον Μανταμάδο. Εκεί ξεκουράζονται για λίγο και με νέες δυνάμεις συνεχίζουν την οδοιπορία τους προς τον Ταξιάρχη. Στο κέντρο του χωρίου αυτού έχει το καφενείο του ο Πλάτων Κούτρος. Από την Παρασκευή μέχρι τα ξημερώματα της Κυριακής, ημέρα της πανήγυρης του Προσκυνήματος, το καφενείο του κ. Κούτρου ήταν γεμάτο από τους οδοιπόρους προσκυνητές. Τους έβλεπε αυτός και προβληματιζόταν «Είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσοι άνθρωποι ακόμα που να πιστεύουν τόσο δυνατά, ώστε να διανύουν τέτοιες αποστάσεις με τα πόδια, για να πάνε να προσκυνήσουν τον Ταξιάρχη;» έλεγε. Όταν δε είδε δύο άνδρες να έχουν στην πλάτη τους από ένα αρνί, τάμα προς τον Ταξιάρχη, δεν άντεξε και τους πείραξε: «Για δες, μωρέ, μυαλό που έχουν μερικοί άνθρωποι· να σηκώνουν με την πλάτη αρνιά και να τα πάνε τόσο δρόμο στον Ταξιάρχη! Τρώει ο Ταξιάρχης αρνιά;» και γέλασε. Οι ώρες κυλούσαν και όσο πλησίαζε το σούρουπο της παραμονής της πανήγυρης, τόσο οι προσκυνητές επλήθαιναν και ο κεντρικός δρόμος της κωμόπολης της Αγίας Παρασκευής γέμιζε απ' αυτούς, που άλλοι σταματούσαν να ξεκουραστούν και άλλοι πάλι συνέχιζαν την οδοιπορία τους χωρίς ανάπαυλα.

Η σύζυγος του κ. Κούτρου, που και αυτή βρισκόταν στο καφεvεio και βοηθούσε τον σύζυγό της στην πολλή δουλειά που είχε αυτές τις ώρες, του είπε: «Μου είχες υποσχεθή, Πλάτων, ότι θα με πήγαινες την παραμονή το βράδυ στον Ταξιάρχη με το αυτοκίνητο να ανάψουμε ένα κερί. Τι λες, θα πάμε;» Εκείνος της απάντησε: «Δεν βλέπεις, βρε γυναίκα, τι δουλειά έχει το μαγαζί; Θα αφήσουμε τώρα τη δουλειά και θα τρέχουμε στον Ταξιάρχη;» Και λέγοντας αυτά βγήκε έξω από το καφενείο, για να πάρη παραγγελίες των πελατών προσκυνητών. Η σύζυγος του στενοχωρέθηκε με το φέρσιμο του αυτό και μετά από λίγο τον άφησε μόνο του στη δουλειά και πήγε στο σπίτι της. Ήταν πια περασμένα μεσάνυκτα και η κίνηση των προσκυνητών δεν έλεγε να σταματήση. Κατά τις μιάμιση μετά τα μεσάνυκτα έφτασε η τελευταία παρέα προσκυνητών και κάθησε στα καθίσματα έξω από το καφενείο του κ. Κούτρου. Στην παρέα αυτή υπήρχαν και γνωστοί του, που προθυμοποιήθηκε να τους κεράση. Τότε του ήλθε η σκέψη να δώση χρήματα σ' έναν απ’ αυτούς να του ανάψουν ένα κερί στον Ταξιάρχη. Με τον τρόπο αυτόν, σκέφτηκε, θα δικαιολογιόταν στην γυναίκα του λέγοντας της αργότερα στο σπίτι: «Γυναίκα, δεν σε πήγα στον Ταξιάρχη, αλλά εγώ έδωσα να μας ανάψουν το κερί μας».

Βγήκε από το καφενείο και την προσοχή του την τράβηξε κάποιος άνδρας που καθόταν κοντά σε μια γνωστή του κοπέλλα από την Καλλονή. Σκέφθηκε ότι θα την συνώδευε στον Μανταμάδο και χωρίς καθυστέρηση απευθύνθηκε προς αυτόν και τον ρώτησε:- Πάτε και σεις στον Μανταμάδο; - Ναι, του απάντησε αυτός. - Πάρτε τα χρήματα αυτά και ανάψτε ένα κερί και για μας. Ο άγνωστος άνδρας του πέταξε τα χρήματα πίσω και του λέγει: - Εσύ θα το ανάψης. Ο κ. Κούτρος χαμογέλασε και αφού μάζεψε τα χρήματα από κάτω του τα ξαναέδιδε πίσω λέγοντας του: - Εγώ δεν πρόκειται να πάω· είμαι πολύ κουρασμένος· είμαι εγώ για τέτοια; Ο άγνωστος άνδρας απώθησε το χέρι του κ. Κούτρου που κρατούσε τα χρήματα και του επανέλαβε την ίδια φράση: - Εσύ θα το ανάψης. Αυτός βλέποντας την επίμονη άρνηση του άγνωστου έβαλε τα χρήματα στην τσέπη του και είπε γελώντας: - Ε, καλά, κέρδος έχουμε, και μπήκε πάλι στο καφενείο. Όμως το όλο παρουσιαστικό και η συμπεριφορά του άγνωστου άνδρα του έκανε μεγάλη εντύπωση. «Ποιος νάναι αυτός, που μου συμπεριφέρθηκε έτσι σαν να με διάταζε;» διερωτώνταν. Δεν άντεξε για πολύ και βγήκε πάλι έξω να μάθη, να ικανοποίηση την περιέργεια του. Ο άγνωστος δεν ήταν εκεί. Το κάθισμα του άδειο. Τον αναζήτησε με την ματιά του σ' όλη την παρέα· πουθενά. Πλησίασε την γνωστή του κοπέλλα και την ρώτησε: - Πού είναι αυτός που σε συνοδεύει; - Δεν με συνοδεύει κανείς, απάντησε η κοπέλλα. - Μα αυτός που καθόταν δίπλα σου, που του έδωσα τα χρήματα να μου ανάψη ένα κερί στον Ταξιάρχη και δεν δέχθηκε...; της εξήγησε ο κ. Κούτρος. - Μα πότε; του απάντησε η γνωστή του. Δεν πήρα είδηση· πότε έγινε αυτό, πού καθόταν, πώς ήταν; Ο κ. Κούτρος την κοίταξε στα μάτια και διέκρινε την έκπληξη και απορία της. Κοίταξε πάλι το άδειο κάθισμα που πριν από λίγο καθόταν ο άγνωστος και στρεφόμενος πάλι προς την κοπέλλα της είπε: - Ασ' το, ξέχασε το! Και προχώρησε προς το καφενείο.

Σε λίγο και ο τελευταίος προσκυνητής έφευγε. Ο κ. Κούτρος τους έβλεπε να χάνωνται στην στροφή. Έμεινε μόνος, εντελώς μόνος. Η εικόνα του άγνωστου του ήλθε ολοζώντανη στην μνήμη του. «Λες να ήταν σημάδι του Ταξιάρχη αυτό και να θέλη να πάω ο ίδιος να του ανάψω το κερί;» σκέφθηκε. Αλλά αμέσως γέλασε: «Για δες που αρχίζω να σκέπτομαι και 'γω σαν αυτούς», μονολόγησε δυνατά και εννοούσε τους προσκυνητές. Κοίταξε το ρολόι του: περασμένες δύο το πρωί. Άφησε τις σκέψεις και βάλθηκε να τακτοποιήση το καφενείο, για να είναι το πρωί έτοιμο. Μάζεψε τα ποτήρια από τα τραπέζια και πήρε την σκούπα να σκουπίση. Και τότε... ένας φοβερός αέρας, ένα βοητό πέταξε μακρυά την σκούπα από τα χέρια του και όλα τα καθίσματα μαζεύτηκαν σε ένα σωρό με πάταγο! Έπεσε ο ίδιος κάτω. Ένοιωθε το σώμα του να πονή.

Οι αφόρητοι πόνοι παρέλυαν όλα του τα μέλη. Φώναξε δυνατά και έχασε τον έλεγχο των αισθήσεων του. Από την στιγμή αυτή και έπειτα δεν θυμάται τίποτα, μόνο έντονο το αίσθημα του πόνου σ' όλο του το σώμα. Την συνέχεια μας την αφηγείται η γυναίκα του: «Ήταν πολύ αργά, μας λέει, και χτύπησε η πόρτα του σπιτιού μας. Ποιος νάναι; σκέφτηκα. Ο άνδρας μου έχει κλειδί. - Ποιος είναι; ρώτησα. - Εγώ, απάντησε μια φωνή που έμοιαζε του ανδρός μου. - Εσύ είσαι, Πλάτων; ξαναρώτησα να βεβαιωθώ. Ναι, άνοιξε μου, ακούστηκε σβησμένη η φωνή του. Έτρεξα γρήγορα και του άνοιξα. Μόλις μπήκε στην αυλή μού είπε: - Πήγαινε κλείσε το μαγαζί, γιατί εγώ σήμερα υπέφερα πολλά δεινά. - Από ποιόν; ρώτησα. - Από τον Ταξιάρχη! Και λέγοντας αυτά σωριάστηκε στην αυλή παράλυτος και άφωνος. Έχασε τη φωνή του. Έτρεξα γρήγορα στους δικούς μου και φέραμε γιατρό. Ο γιατρός του έκαμε δύο ενέσεις και μας είπε να τον πάμε αμέσως στο νοσοκομείο στη Μυτιλήνη, γιατί υποπτευόταν εγκεφαλικό. Αμέσως πήραμε το ταξί και ξεκινήσαμε. Σ' όλον το δρόμο ο Πλάτων βογκούσε από τους πόνους, αλλά δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον του και δεν μπορούσε να άρθρωση λέξη. Στα μισά του δρόμου του ήλθε η φωνή και με ρώτησε: - Πού πάμε; - Στο νοσοκομείο, του απάντησα. - Στρίψτε. Πηγαίντε με στον Ταξιάρχη. Στον Μανταμάδο... Και αμέσως πάλι περιήλθε στην πρότερα κατάσταση.

Φτάσαμε στο νοσοκομείο και οι γιατροί, αφού τον εξέτασαν, μάς είπαν: - Δεν μάς φαίνεται για εγκεφαλικό. Κάποια άλλη αιτία είναι. Θα τον βάλουμε τώρα σε κρεβάτι και σε ορούς, αλλά θα πρέπη να τον πάτε αύριο στην Αθήνα. Θα τον δουν αύριο το πρωί και οι άλλοι γιατροί, αλλά η περίπτωσή του φαίνεται τέτοια που δεν έχουμε τα ειδικά μέσα να την ελέγξουμε. Τον βάλανε ορούς. Ο Πλάτων συνεχώς βογκούσε. Τα μέλη του ήταν παράλυτα. Τα μάτια του ανοιχτά, αλλά δεν μπορούσε να μας μιλήση. Η ημέρα άρχισε να ροδίζη. Όλοι μας είμασταν γύρω από το κρεβάτι του και προσπαθούσαμε να δούμε κάτι που θα μας αναπτέρωνε τις ελπίδες μας προς το καλύτερο, όταν ο Πλάτων άνοιξε διάπλατα τα μάτια του, με κοίταξε με απορία μαζί με αγωνία και με ρώτησε: - Πού είμαστε; - Στο νοσοκομείο, του απάντησα. - Δεν σου είπα να με πάτε στον Ταξιάρχη; - Θα σε πάμε. Κάτσε να γίνης λίγο καλά και θα σε πάμε. - Αν δεν με πάτε στον Ταξιάρχη θα πεθάνω.

Και λέγοντας αυτά μαζί με την φωνή του χάνει και το φως του! Βλέποντας αυτό όλα, δεν χάνω καιρό. Βγάζω γρήγορα τους ορούς και με την βοήθεια των δικών μου τον μεταφέρουμε σε ταξί και κατ' ευθείαν στον Ταξιάρχη, στον Μανταμάδο. Φτάσαμε στον Ταξιάρχη, αλλά μας ήταν αδύνατον να μπούμε στην εκκλησία από τις χιλιάδες των προσκυνητών που καθόταν υπομονετικά στην πελώρια σειρά αναμονής. Μιλήσαμε στα όργανα της τάξεως και εκείνα, βλέποντας να κρατάμε σηκωτό τον Πλάτωνα και παράλυτο, αυτόν δε να μουγκρίζη από τους πόνους, μάς έκαμαν χώρο, και από το μέσον του ναού, που βρισκόταν οι επίσημοι, με κόπο, έπειτα από πολύ ώρα φτάσαμε εμπρός στην εικόνα του Αρχαγγέλου.



Αφήσαμε κάτω τον Πλάτωνα τυφλό, βουβό και παράλυτο. Σε λίγο άρχισε η Μεγάλη Είσοδος. Την στιγμή ακριβώς που ο αρχιερεύς έπαιρνε το άγιο δισκάριο από τον διάκονο και άρχισε να δέεται υπέρ των προσκυνητών, βλέπουμε τον Πλάτωνα να κάνη μια προσπάθεια. Σηκώνεται επάνω, ορμά στην εικόνα του Αρχαγγέλου και κάνοντας τον σταυρό του, φωνάζει: - Βλέπω, βλέπω, Ταξιάρχη μου!! Έτρεξα κοντά του. Με αγκάλιασε. Έκλαιγε· κλαίγαμε όλοι μας από χαρά. Μείναμε κοντά στην εικόνα έως το τέλος ευχαριστώντας τον Ταξιάρχη ευτυχισμένοι».Στο σημείο αυτό ο κ. Κούτρος μάς λέγει: «Μέχρι τη στιγμή που σηκώθηκα και ξαναβρήκα το φως και τη φωνή μου, δεν αισθανόμουν χρόνο, χώρο, παραστάσεις και πρόσωπα· όταν ξαφνικά, ένας αέρας δυνατός με σήκωσε στα πόδια μου και αμέσως όλες οι αισθήσεις μου λειτούργησαν φυσιολογικά». Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ο κ. Κούτρος ακολούθησε την λιτάνευση της εικόνας με τη σύζυγό του και τους συγγενείς του.

Οι επίσημοι προσκυνηταί, ο στρατηγός, ο διοικητής του ναυτικού κλιμακίου, ο διοικητής της Πυροσβεστικής, οι εκπρόσωποι του ημερησίου τύπου κ.ά. έλεγαν αργότερα με θαυμασμό στον Μητροπολίτη μας: «Τον βλέπαμε με δέος να ακολουθή την λιτανεία, γιατί ζήσαμε όλες τις εκφάνσεις του θαυμαστού γεγονότος μέσα στον ναό, ως αυτόπται και αυτήκοοι μάρτυρες. Τον είδαμε να τον μεταφέρουν από εμπρός μας βογγώντας και να τον αφήνουν εμπρός στην εικόνα του Αρχαγγέλου. Τον είδαμε να σηκώνεται, να κάμη τον σταυρό του, να αγκαλιάζη την γυναίκα του και να κλαίνε από χαρά. Τα είδαμε όλα αυτά και συγκλονιστήκαμε- αλλά περισσότερο, όταν τον είδαμε να ακολουθή την λιτάνευση υγιέστατος!»

Ο Σεβασμιώτατος ζήτησε να δη τον άνθρωπο αυτόν, που μέχρι τότε μάς ήταν εντελώς άγνωστος. Ψάξαμε παντού, ρωτήσαμε, μα δεν τον βρήκαμε. Αργότερα, μάθαμε γιατί. Μετά την λιτάνευση της εικόνας οι συγγενείς του κ. Κούτρου τον έπεισαν ότι θα έπρεπε να πήγαιναν και στο Νοσοκομείο να τον εξετάσουν οι γιατροί και εν ανάγκη ακόμη και στην Αθήνα, για να δουν τι θα έλεγε και η επιστήμη, ώστε να είναι πια σίγουροι ότι πράγματι είναι καλά!!! Εκείνος, ζαλισμένος ακόμα από την περιπέτεια του, πείστηκε και ξεκίνησαν για το νοσοκομείο. Όταν έφτασαν εκεί, ο κ. Κούτρος άρχισε να μη νοιώθη τόσο καλά, όπως πρώτα. Το κεφάλι του θόλωνε. Τα μέλη του και ιδιαίτερα το δεξί του χέρι και πόδι τα ένοιωθε κάπως μουδιασμένα. Οι γιατροί απεφάνθησαν ότι έπρεπε να πάνε το συντομώτερο στην Αθήνα. Έφυγαν αμέσως. Πήγαν σε πολλούς και καλούς γιατρούς. Όλοι ζητούσαν το ιστορικό, και εκείνος τους έλεγε ακριβώς τι συνέβη. Εκείνοι τον κορόιδευαν και του έλεγαν ότι δεν γίνονται τέτοια πράγματα. «Γίνονται θαύματα, καϋμένε;». Και συνιστούσαν στην γυναίκα του να τον πάη σε νευρολόγο ή νευρολογική κλινική!!!

Η σύζυγος του έκλεισε ραντεβού με ένα φημισμένο καθηγητή γιατρό νευρολόγο. Την νύχτα, παραμονή της ημέρας του ραντεβού με τον καθηγητή, ο κ. Κούτρος ήταν σε αθλία κατάσταση· σωματική και ψυχολογική. Το δεξί του χέρι παράλυτο, το πόδι του μόλις που το πατούσε. Το μυαλό του θολό με διαλείψεις. Έκλαιγε συνεχώς και αναρωτιώνταν τι θα γίνη η κατάσταση του. Η γυναίκα του τον παρηγορούσε και εκείνος ανυπομονούσε να ξημερώση να πάνε στον γιατρό. Όλη την νύκτα σ' αυτή την κατάσταση δεν έκλεισε μάτι. Τα ξημερώματα τον πήρε για πολύ λίγο ο ύπνος. Η γυναίκα του βλέποντας ότι τον πήρε ο ύπνος δεν ήθελε να τον ξυπνήση. Όμως δεν μπορούσε να κάνη διαφορετικά, τους περίμενε ο γιατρός. - Σήκω Πλάτων! Πέρασε η ώρα, αργήσαμε, μας περιμένει ο γιατρός. Ο Πλάτων άνοιξε τα μάτια του. Είδε την γυναίκα του με κάποια έκπληξη. Σιγά-σιγά η ματιά του γαλήνεψε, της χαμογέλασε και είπε. Δεν χρειάζεται, δεν θα πάμε στον γιατρό. Μα τι λες; του απαντά εκείνη. Εσύ μέχρι προ ολίγου ανυπομονούσες πότε θα πάμε και τώρα λες τέτοια λόγια; Εκείνος πλάτυνε περισσότερο το χαμόγελο του και της λέει: - Δεν την ξαναπαθαίνω, γυναίκα-φέρθηκα ανόητα, παρασύρθηκα. Τώρα έχω ακλόνητη την πίστη μου. Και συνέχισε: - Πριν λίγο, που με θόλωσε ο ύπνος, ήλθε ο Ταξιάρχης και μου είπε: «Ακόμη δεν έβαλες μυαλό; Συνεχίζεις τις αμφιβολίες σου; Δεν σου έγινε μάθημα το ό,τι έπαθες; Ακόμη αμφιβάλεις; Δεν πρόκειται εδώ να γίνης καλά. Αυτό θα γίνη, όταν με πίστη έλθης στον ναό μου». Κατάλαβες γυναίκα; Ο Ταξιάρχης, ο Ταξιάρχης με συγχώρεσε και με καλεί κοντά του. θα γίνω καλά!

Πήγαινε βγάλε εισιτήρια και φεύγουμε- φεύγουμε γρήγορα στον Μανταμάδο! Πράγματι την Τετάρτη 6 Μαΐου, τρεις ημέρες μετά την πανήγυρη, κατά τις δέκα το πρωί έφταναν στον Ταξιάρχη ο Πλάτων, η σύζυγός του και αρκετοί συγγενείς του. Τότε μας συστήθηκε και μας εξιστόρησε στο γραφείο του ναού όλη την περιπέτεια του. Όταν τέλειωσε, τον πήραμε οι ιερείς και τον πήγαμε μπροστά στην ανάγλυφο θαυματουργό εικόνα του Αρχαγγέλου. Στον δρόμο μας έδειχνε το παράλυτο δεξιό του χέρι και το πόδι του, που το έσερνε με δυσκολία. Μας ακολούθησαν όλοι οι συγγενείς του. Του βάλαμε ένα κάθισμα να καθίση και στο δεξί του χέρι του στερεώσαμε μία λαμπάδα. Ακριβώς την στιγμή αυτή μπήκαν στον ναό μία μεγάλη ομάδα προσκυνητών από την Νάουσα, που μόλις είχαν φτάσει με πούλμαν. Περιμέναμε για λίγο να ανάψουν το κερί τους και έπειτα τους είπαμε, με λίγα λόγια, την θαυμαστή ενέργεια του Αρχαγγέλου που έγινε την ημέρα της πανήγυρης επί του κ. Κούτρου και τους ζητήσαμε να συμμετάσχουν στην παράκληση που ετοιμαζόμασταν να ψάλουμε υπέρ του κ. Κούτρου και να συμπροσευχηθούν μαζί μας. Γονατίσαμε όλοι και αρχίσαμε να ψάλλουμε την παράκληση των Αρχαγγέλων.

Ο κ. Κούτρος έκανε τον σταυρό του με το αριστερό του χέρι· δεν μπορούσε να κινήση το δεξί. Με μεγάλη κατάνυξη εψάλετο η παράκληση, όταν -ω Θεέ μου!!!- μόλις φτάσαμε και ψάλαμε τον ειρμό: Εισάκουσον, Μιχαήλ Αρχάγγελε, της φωνής των εν τω θείω ναώ σου, και προ της σης θειοτάτης εικόνος, γονυπετούντων θερμαίς παρακλήσεσι, και δος των ευχών επιτυχείν, και χαρά απελθείν εις τα ίδια, ο Πλάτων, που καθόταν στο κάθισμα, πετάχτηκε σαν ελατήριο ψηλά βγάζοντας συγχρόνως μια δυνατή κραυγή και έπεσε πάνω στην εικόνα. Με το δεξί του χέρι τώρα έκανε τον σταυρό του και λόγια ευχαριστίας έβγαιναν σαν χείμαρρος από το στόμα του. Όλοι τώρα είχαν σηκωθή όρθιοι και προσπαθούσαν με κάθε κύτταρο του σώματος τους, με όλο τους το είναι, να εκδηλώσουν τον θαυμασμό γι' αυτά που ξετυλίγονταν μπροστά τους, να εκδηλώσουν την χαρά για την σωτηρία του άγνωστου «αδελφού» τους. Άλλοι συνέχιζαν να ψάλλουν μαζί μας την παράκληση κάνοντας συνεχώς μαζί με τον σταυρό τους και μεγάλες μετάνοιες. Άλλοι δοξολογούσαν τον Θεό και τον Αρχάγγελό Του Μιχαήλ με αυτοσχέδιες δοξολογίες, που η γεμάτη πίστη καρδιά τους υπαγόρευε.

Μερικοί έτρεξαν, πήραν λαμπάδες και τις μοίρασαν σε όλους. Ήταν μια ανάσταση, μια ψυχική ανάταση, μια ανεπανάληπτη εμπειρία. Ήταν μια δυνατή στιγμή που η πίστη αβίαστα άνθιζε και σκορπούσε ένα χρώμα, ένα άρωμα, μια ομορφιά μέσα απ’ τις καρδιές. Ω Θεέ μου, πόσο δυνατή η πίστη! Αλλά και πόσο όμορφη η άδολη αγάπη!!!

Η παράκληση τελείωσε. Ο μέχρι τότε γονατιστός μπροστά στην εικόνα Πλάτων, απ’ τη στιγμή της θεραπείας του, σηκώθηκε. Έκαμε πολλές φορές τον σταυρό του, ασπάσθηκε την εικόνα του Αρχαγγέλου κλαίγοντας από χαρά και συγκίνηση και στρεφόμενος προς όλους έλεγε: «Είμαι καλά, είμαι πάλι γερός, νοιώθω καλύτερα από πρώτα». Όλοι με δάκρυα στα μάτια έτρεξαν να τον ακουμπήσουν, να τον συγχαρούν. Εκείνος τους έσφιγγε το χέρι λέγοντας: «Δέστε, το χέρι μου είναι γερό, γερό σαν πρώτα».Τώρα ο κ. Κούτρος βρίσκεται πάλι στο χωριό του, στην Αγία Παρασκευή, υγιέστατος και εξυπηρετεί μόνος του την πελατεία του καφενείου του. Με μια διαφορά: Τώρα πια δεν έχει αμφιβολίες, τώρα είναι ο πιο θερμός κήρυκας της Εκκλησίας του Χριστού. Πολλαίς περιπέπτωκα συμφοραίς,και νόσοις ποικίλαις εκ πολλών μου αμαρτιών, διό Μιχαήλ ο Ταξιάρχης και Γαβριήλ με πασών τούτων ρύσασθε.


Πρωτοπρεσβυτέρου Ευστρατίου Δήσσου
Από το βιβλίο «Το Ιστορικό και τα θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου»
Τόμος Α', Μυτιλήνη 1988

Ἠ πρώτη ἀντίδρασις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας έναντίον τοῦ Τεκτονισμοῦ

Ἠ πρώτη ἀντίδρασις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας έναντίον τοῦ Τεκτονισμοῦ



Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Παΐσιος Β´ - Μιά ξεχασμένη περίπτωσις

Ἀναφερόμενοι συνήθως στή στάση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπέναντι στό συγκρητιστικό καί ἀποκρυφιστικό σύστημα τοῦ Τεκτονισμοῦ, γίνεται, συνήθως, ἀναφορά στίς θέσεις τόσο σέ Διορθόδοξο ἐπίπεδο (1930) ὅσο καί στίς ὁμόφωνες ἀποφάσεις καταδίκης τοῦ Τεκτονισμοῦ ἀπό τήν Ἱ. Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῶν ἐτῶν 1933, 1972, 1996.

Ὅμως, ἡ ἀρνητική στάση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τοῦ Τεκτονισμοῦ ἔχει ἐκφρασθεῖ πολύ πιό νωρίς, ἤδη ἀπό τά σκοτεινά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Παΐσιο Β΄, τόν ἀπό Νικομηδείας, κατά τό διάστημα τῆς τρίτης Πατριαρχίας του (1744-1748).

Μέ τό ἄρθρο μας αὐτό θέλουμε νά ὑπενθυμίσουμε στούς Ὀρθόδοξους ἀδελφούς αὐτό τό πολύ σημαντικό, ἀλλά δυστυχῶς ξεχασμένο γεγονός.

Ὁ ἐπιφανής ἱστοριοδίφης τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας Μανουήλ Γεδεών μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Παΐσιος ὁ Β΄ τό 1744/1745, ὅταν πληροφορήθηκε τήν ἵδρυση Τεκτονικῆς Στοᾶς στήν περιοχή Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως: «ἐξέδωκεν ἐπί τούτῳ συνοδικόν γράμμα ὅπερ ἀπεδοκίμαζε τήν ἑταιρείαν ταύτην» 1.

Ἀναφερόμενος στό ἴδιο γεγονός, ἕνας ἐκ τῶν ἐπιφανῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου κατά τόν 20ό αἰώνα, ὁ Ἠλιουπόλεως καί Θείρων Γεννάδιος Ἀραμπατζόγλου (1883-1956) διευκρινίζει, ὅτι τήν παρουσία Τεκτόνων στήν Κωνσταντινούπολη ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης τήν πληροφορήθηκε ἀπό τόν Σμύρνης Νεόφυτο, ὅταν κάποιοι Τέκτονες μετακινήθηκαν ἀπό τήν Σμύρνη στήν Πόλη 2.

Ἡ καταδίκη τοῦ Τεκτονισμοῦ ἀπό τόν Πατριάρχη Παΐσιο δέν βασίστηκε σέ φῆμες. Ὑπῆρξε πράξη, πού τεκμηριώθηκε κατά τρόπο ὑπεύθυνο, βασιζόμενος ἐπί πλέον πάνω σʼ ἕνα ἀπό τά πρῶτα Τεκτονικά κείμενα, πού τυπώθηκαν ἐκεῖνα τά χρόνια. Τό γεγονός αὐτό τό ἐπιβεβαιώνει καί ὁ Τεκτονικός χῶρος ἀναφέροντας ὅτι ἡ ἀποκήρυξη τοῦ Τεκτονισμοῦ ἀπό τόν Παΐσιο τόν Β΄ βασίστηκε καί στό ὅτι στά χέρια του: «εἶχε περιέλθει ἀντίτυπον ἑνός Ἑλληνικοῦ Τυπικοῦ ὑπό τόν τίτλον «Τέκτων μαθητευόμενος»»3.

Ἡ στάση αὐτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στό ζήτημα αὐτό ὑπῆρξε στάση ὑπεύθυνη καί ἀντάξια ἑνός Ὀρθόδοξου Πρωθιεράρχου καί προστίθεται στήν σειρά ἐκείνη τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν, πού σέ χρόνια δυσχείμερα γιά τό γένος δέν ἔπαψαν νά ἀγρυπνοῦν γιά τήν προάσπιση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἀπό ποικίλους κινδύνους πανταχόθεν προερχομένους.

Σημειώσεις:

1.
Βλ. Μανουήλ Γεδεών, Πατριαρχικοί Πίνακες, Ἐν Κων/πόλει 1885-1890, σ. 641
2. Βλ. Ἠλιουπόλεως Γενναδίου, Ἐξέχουσαι Ἐκκλησιαστικαί προσωπικότητες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μετά τήν ἅλωσιν. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Παΐσιος ὁ Β΄, στό Περ. Ὀρθοδοξία, 25, 7 (1950) σ. 258
3. Βλ. Ν. Λάσκαρι, Ἐγκυκλοπαίδεια τῆς Ἐλευθέρας Τεκτονικῆς, ἐκδ. Στοᾶς Ὅμηρος, Ἐν Ἀθήναις 1951, σ. 374


πρωτ. π. Βασιλείου Ἀ. Γεωργοπούλου, Λέκτωρος Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ
Πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 21/06/2013
aktines.blogspot.gr

Ποῖοι εἶναι οἰ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας;

Ποῖοι εἶναι οἰ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας;



Ποιοι είναι τώρα οι θεολόγοι της Εκκλησίας; Είναι μόνο εκείνοι που έφθασαν στην θεωρία. Η θεωρία συνίσταται στην φώτισι και στην θέωσι. Η φώτισις είναι μία κατάστασις αδιάλειπτος, που υπάρχει εν ενεργεία όλο το ημερονύκτιο, ακόμη και κατά τον ύπνο. Ενώ η θέωσις είναι μία κατάστασις κατά την οποίαν βλέπει κάποιος την δόξαν του Θεού, και η οποία διαρκεί όσο θέλει ο Θεός.

Ένας φωτισμένος μπορεί να μη φθάση ποτέ σε θέωσι. Ο Θεός, που την χαρίζει, κρίνει αν είναι απαραίτητο να οδηγήση έναν φωτισμένο σε θέωσι. Και το ότι δεν οδηγεί κάποιον σε θέωση μπορεί να σημαίνη ότι έτσι χωρίς αυτήν δηλαδή, θα είναι καλύτερα για την ψυχή του, διότι σε εναντία περίπτωσι η θέωσις μπορούσε να τον έβλαπτε, π.χ. να τον οδηγούσε σε υπερηφάνεια. Δηλαδή ο Θεός οδηγεί κάποιον σε θέωσι, όταν δεν κινδυνεύη πνευματικά και όταν του είναι απαραίτητο είτε για να τον στηρίξη είτε για να τον δυναμώση είτε για να τον προετοιμάση για κάποια αποστολή.

Έτσι η εμπειρία της θεώσεως δεν είναι αυτόματη. Δεν μπορεί δηλαδή ένας φωτισμένος να την αποκτήση. Ένας φωτισμένος μάλλον αποφεύγει να την ζητήση από τον Θεό. Όταν όμως την έχει ανάγκη, ο Θεός συγκαταβαίνει και την δίνει, του δείχνει δηλαδή την δόξα Του, το άκτιστο Φως Του. Π.χ. ένας ασκητής ζη στην έρημο, σε απομόνωσι από τους ανθρώπους και με πολλές στερήσεις· και τούτο για την αγάπη του Θεού. Τότε, εφ’ όσον έχη καθαρθή, έρχεται το Πνεύμα το Άγιο και τον παρηγορεί και του χαρίζει εμπειρίες θεώσεως.

Ένας αληθινός ασκητής δεν είναι ποτέ μόνος του, αλλά τουλάχιστον έχει μέσα στην καρδιά του το Πνεύμα το Άγιο, που προσεύχεται αδιαλείπτως μέσα του και του κάνει παρέα στην φαινομενική μοναξιά του. Αυτή είναι η κατάστασις φωτισμού. Όταν όμως το ίδιο το Άγιο Πνεύμα κρίνη ότι πρέπει, τότε του χαρίζει κατά διαστήματα και την εμπειρία της θεώσεως, όταν χρειάζεται και εφ’ όσον είναι για το καλό του, π.χ. για να τον δυναμώση μετά από μία δαιμονική επίθεσι.

Αυτά φαίνονται καθαρά στους βίους των αγίων. Σ’ αυτά λοιπόν τα δύο στάδια θεωρίας, στον φωτισμό και στην θέωσι, η γνώσις του Θεού είναι καθαρά εμπειρική. Δεν είναι γνώσις μεταφυσική, δηλαδή αποτέλεσμα φιλοσοφικού στοχασμού.

Περί των δύο ειδών της αποκαλύψεως

Γι’ αυτό έχομε δύο ειδών αποκαλύψεις. Έχομε την αποκάλυψι, που είναι η νοερά ευχή και έχομε και την αποκάλυψι, που είναι η θέωσις. Βέβαια η δεύτερη αποκάλυψις, που είναι ο δοξασμός και η θέωσις, αυτή είναι το βασικό κλειδί, με το οποίο κατανοούμε πλήρως την αποκάλυψι του φωτισμού. Έτσι βλέπομε εδώ ότι συναντούμε μία αντίληψι περί αποκαλύψεως και περί θεοπνευστίας, η οποία είναι καθαρώς εμπειρική και τίποτε άλλο.

Όμως σ’ αυτή την εμπειρία της θεώσεως ο Θεός δεν αποκαλύπτει λέξεις ούτε αποκαλύπτει κάποια καινούργια ορολογία. Γιατί; Διότι, όταν έρχεται το Πνεύμα το Άγιο και προσεύχεται μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, δεν προσεύχεται με καινούργιες λέξεις, που φέρνει μαζί Του, αλλά προσεύχεται με γνωστές λέξεις μέσα στον άνθρωπο παρμένες μέσα από την ανθρώπινη εμπειρία. Π.χ. την ευχή, με την οποία προσεύχεται ο άνθρωπος, με την λογική του, αυτήν την ίδια ευχή χρησιμοποιεί και το Πνεύμα το Άγιο και τότε η ίδια ευχή γίνεται ευχή της καρδιάς! Λέγει δηλαδή ο καλόγερος: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», με το μυαλό του. Όταν έλθη το Πνεύμα το Άγιο μέσα στην καρδιά του, τότε αυτή η ίδια η φράσις θα γίνη η ευχή της καρδιάς του. Θα προσεύχεται πλέον η καρδιά του και όχι το μυαλό του με αυτήν την φράσι. Έτσι όταν το Πνεύμα του Θεού προσεύχεται μέσα στον άνθρωπο, προσεύχεται με τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσε προηγουμένως ο άνθρωπος αυτός. Γι’ αυτό και έχομε την παράδοσι αυτή της ευχής, που γίνεται είτε με ψαλμό είτε με αυτοσχέδια λόγια προσευχής. Τότε αυτός ο ίδιος ψαλμός ή τα λόγια της προσευχής γίνονται η ευχή της καρδιάς του ανθρώπου.

Οπότε στην εμπειρία του φωτισμού δεν έχομε αποκάλυψι καμμιάς νέας λέξεως ή ορολογίας. Δηλαδή δεν μπορούμε να πούμε ότι ήλθε στους Πατέρες το Πνεύμα το Άγιο και απεκάλυψε την ορολογία: Μία ουσία και τρεις υποστάσεις ή το ομοούσιο. Αυτή δεν είναι αποκάλυψις, αλλά είναι μία θεολογική ορολογία, που χρησιμοποιήθηκε για να αντιμετωπίσουν οι Πατέρες τους αιρετικούς. Δεν είναι αποκάλυψις από το Θεό, αφού η ίδια η φώτισις δεν είναι αποκάλυψις από τον Θεό. Απλώς στην κατάστασι της φωτίσεως γίνεται μία σύνθεσις των ήδη γνωστών ρητών και νοημάτων στον άνθρωπο προερχομένων από την παράδοσι της ευσεβείας (από όσα δηλαδή γνωρίζει περί της πίστεώς του), ρητών και νοημάτων είτε της Παλαιάς Διαθήκης είτε της Καινής Διαθήκης. Χρησιμοποιούνται δε ονόματα παρμένα από την κοινή εμπειρία, ώστε όλοι να τα κατανοούν.

Στην θέωσι όμως όλα τα ρητά και τα νοήματα καταργούνται, όταν αποκαλύπτεται ο ίδιος ο Θεός. Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, όταν ο άνθρωπος θεολογή, θεολογεί βάσει της εμπειρίας που έχει συσσωρεύσει μέσα του, βάσει της συμμαρτυρίας του Αγίου Πνεύματος που έχει μέσα του, καθώς και βάσει της εμπειρίας των θεουμένων, που έχει κατατεθή μέσα στην παράδοσι της Εκκλησίας. Στην δε Θεολογία του αυτή, εφ’ όσον ο ίδιος βρίσκεται στην κατάστασι του φωτισμού, χρησιμοποιεί ως οδηγούς τους θεουμένους. Δηλαδή τα ρητά και τα νοήματα που εχρησιμοποίησαν και παρέδωσαν στην Εκκλησία οι θεωθέντες ή οι ζώντες θεούμενοι.

Εδώ τώρα έχομε το βασικό κλειδί της Πατερικής παραδόσεως: Ο θεολογών βρίσκεται στην κατάστασι του φωτισμού και θεολογεί βάσει της κατατεθειμένης εμπειρίας των θεουμένων (Παλαιά και Καινή Διαθήκη και κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας). Προσεύχεται επίσης βάσει της κατατεθειμένης εμπειρίας των θεουμένων. Έτσι εξηγείται το γιατί η πιο σπουδαία προσευχή της Εκκλησίας είναι οι Ψαλμοί του Δαυΐδ. Οι Ψαλμοί είναι το θεμέλιο της Λειτουργικής ζωής της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μετά έχομε τις πνευματικές ωδές, τους ύμνους κλπ, για τα οποία ομιλεί ο απόστολος Παύλος.

Όλα αυτά μαζί είναι η υποδομή της Λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας, η οποία χειραγωγεί και προετοιμάζει τον άνθρωπο, ώστε να έλθη στην κατάστασι φωτισμού, εφ’ όσον αγωνισθή και καθαρισθή από τα πάθη του. Και, όταν έλθη στην κατάστασι φωτισμό, ο άνθρωπος χρησιμοποιεί αυτές τις ευχές, τους ύμνους και τις προσευχές που ακούει στην εκκλησία. Δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο προσεύχεται μέσα στον άνθρωπο στην κατάστασι φωτισμού με τις ευχές και προσευχές της Λειτουργικής παραδόσεως. Και, όταν κανείς βρίσκεται σ’ αυτήν την κατάστασι του φωτισμού, τότε θεολογεί. Όχι απλώς βάσει της προσωπικής του εμπειρίας, αλλά βάσει προσωπικής εμπειρίας, στην οποία όμως συμμαρτυρεί το Πνεύμα το Άγιο.

Οπότε τώρα βάσει αυτής της βεβαιότητας μελετά τα συγγράμματα των θεουμένων, που είναι η Παλαιά Διαθήκη, η Καινή Διαθήκη, τα Πατερικά κείμενα, τα Πρακτικά των Συνόδων της Εκκλησίας, οι βίοι και οι λόγοι των Αγίων, τα Λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας και τότε μπορεί και κάνει πλέον σωστή ερμηνεία. Και, αν τύχη και ο ίδιος να έχη την εμπειρία της θεώσεως, τότε μπορεί όχι μόνον να ερμηνεύη σωστά, αλλά και να θεολογή σωστά, οπότε και γίνεται θεολόγος της Εκκλησίας.

Άρα υπάρχει μία βασική διαφορά μεταξύ εκείνου που έχει φθάσει στην θέωσι, που είναι ο αληθινός θεολόγος, και του θεολογούντος, εκείνου δηλαδή που είναι στην κατάστασι φωτισμού, έστω και αν έχη και αυτός μία μικρή γεύσι από την εμπειρία της θεώσεως. Οπότε θεολογεί ο θεολόγος, αλλά θεολογούν και οι θεολογούντες. Επειδή όμως θεολογούν και οι θεολογούντες, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι θεολόγοι. Θεολόγος κατά κυριολεξίαν θα γίνη, όταν φθάση στην κατάστασι της θεώσεως και δη τον Χριστόν εν δόξη, οπότε του αποκαλύπτεται όλη η αλήθεια, όση μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίση σ’ αυτήν την ζωή. Διότι ο Χριστός είναι η Αλήθεια, η οποία είναι ενυπόστατη.

Μέχρις ότου λοιπόν γίνη θεούμενος, είναι απλώς θεολογών, δηλαδή φοιτητής της Θεολογίας. Πτυχιούχος αυτής της Θεολογίας είναι ο θεούμενος. Σήμερα βέβαια πτυχιούχοι της θεολογίας είναι όσοι έχουν πάρει ένα πτυχίο Θεολογικής Σχολής κάποιου Πανεπιστημίου. Αυτοί αυτοαποκαλούνται θεολόγοι, όμως δεν έχουν καμμία σχέσι με τους όντως θεολόγους, της Πατερικής παραδόσεως. Ως προς το ποιος είναι κατά αλήθειαν θεολόγος, αν κανείς χρησιμοποιήση τα κριτήρια του αποστόλου Παύλου ως και των Πατέρων της Εκκλησίας π.χ. του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, τότε θα δη ότι η σημερινή μοντέρνα Ορθόδοξη Θεολογία, που είναι επηρεασμένη από την Ρωσική Θεολογία, δεν είναι Πατερική Θεολογία, αλλά μία παραμόρφωσις της Πατερικής θεολογίας, διότι γράφτηκε από ανθρώπους, που δεν είχαν τις παραπάνω πνευματικές προϋποθέσεις. Μόνο λοιπόν αν χρησιμοποιήση κανείς αυστηρά επιστημονικά κριτήρια, μπορεί να αποκτήση κάποια αντικειμενικότητα στην έρευνα και στα συμπεράσματά του.


«Πατερική Θεολογία»
Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου Καθηγητή Πανεπιστημίου
Πηγή: fdathanasiou.wordpress.com