Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Τὴν Γ΄ Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων

Τὴν Γ΄ Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων

H Εκκλησία μας τιμά τα πρόσωπα που διεδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στα γεγονότα που αφορούν τις τελευταίες στιγμές της επίγειας παρουσίας του Χριστού. Πρόκειτα για τους
δύο άντρες που πραγματοποίησαν τον ενταφιασμό του Κυρίου, τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας και το Νικόδημο, όπως επίσης και τις Μυροφόρες γυναίκες, αι οποίες ήταν παρούσες στην ταφή του Χριστού, αλλά και που πρώτες αυτές έγιναν μάρτυρες της Αναστάσεως.

Έτσι η ευαγγελική περικοπή της Κυριακής αναφέρεται στα γεγονότα αυτά της ταφής και της Αναστάσεως του Χριστού, όπου προβάλλονται και τα πρόσωπα που αναφέραμε. Τιμώνται ιδιαίτερα τα πρόσωπα αυτά γιατί, μέσα σε συνθήκες δύσκολες, αψηφώντας τους κινδύνους τόλμησαν ο μεν Ιωσήφ να ζητήσει από τον Πιλάτο το σώμα του Ιησού και να το ενταφιάσει. Ο Ιωσήφ εδώ αναφέρεται ως από Αριμαθαίας, καταγόμενος δηλαδή από την Αριμαθαία, μία πόλη της Ιουδαίας που βρισκόταν βορειοδυτικά των Ιεροσολύμων. Επίσης
ο ευαγγελιστής Μάρκος τον αναφέρει με τον τίτλο «ευσχήμων βουλευτής», δηλαδή ήταν ένα διακεκριμένο μέλος του ιουδαϊκού συνεδρίου, κάτι που αναδεικνύει περισσότερο την πίστη του προς τον Χριστό, αφού ήταν ο μοναδικός Ιουδαίος άρχων, που όχι  δεν καταδίκασε το Χριστό, αλλά επιπλέον πήρε την τολμηρή απόφαση να κατεβάσει από το σταυρό και να
ενταφιάσει το νεκρό σώμα του Κυρίου. Μαζί του, όπως αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (Ιω. 19:39-42), και ο φαρισαίος Νικόδημος, ο οποίος από νωρίς διέκειτο θετικά προς τον Ιησού. Η πρώτη αναφορά στο όνομα του Νικοδήμου γίνεται στο κατά Ιωάννην 3:1-21, όταν μια νύχτα επισκέφθηκε κρυφά τον Ιησού για να ακούσει τη διδασκαλία του, ενώ αργότερα τον βρίσκουμε να υπερασπίζεται τον Ιησού ενώπιον του συνεδρίου (Ιω. 7:45-51).

 Από την άλλη η σημερινή ευαγγελική περικοπή προβάλλει τα πρόσωπα των μυροφόρων γυναικών, που μόνες αυτές, κινούμενες από ένθερμη αγάπη και ζήλο «ηγόρασαν αρώματα» και «λίαν πρωί της μιάς σαββάτων» έσπευσαν στον τάφο στον τάφο «ίνα αλείψωσιν» το νεκρό σώμα με τα μύρα. Ενώ οι μαθητές του Χριστού, και αυτός ακόμα ο τολμηρός Πέτρος, παρέμεναν κλεισμένοι «διά τον φόβον των Ιουδαίων» οι γυναίκες αυτές νικούν τον φόβο τους με τη δύναμη της αγάπη  που έτρεφαν προς το Κύριό τους. Μάλιστα ξεκινούν να πάνε προς το μνημείο, ενώ γνωρίζουν ότι αυτό είναι σφραγισμένο με βαριά πέτρα και παρόλο που διερωτούνται «τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον;», εντούτοις δεν βρίσκουν αφορμή για να αναβάλουν την επίσκεψη τους αυτή.

Το συναξάριο της ημέρας αναφέρει ως μυροφόρες τις εξής μαθήτριες του Χριστού: τη Μαρία τη Μαγδαληνή, τη Σαλώμη που κατά την παράδοση είναι η σύζυγος του Ζεβεδαίου και μητέρα των αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννου, την Ιωάννα σύζυγο του Χουζά, τη Μαρία του Κλωπά, τις Μάρθα και Μαρία, αδελφές του Λαζάρου και τη Σωσάννα. Οι μυροφόρες, εξηγεί ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, είναι οι γυναίκες εκείνες, που παρέμειναν κοντά στον
Κύριο και στη μητέρα του, κατά τις τελευταίες στιγμές του Κυρίου στο σταυρό και που μαζί με τη Θεοτόκο έσπευσαν να εκτελέσουν όλα τα νεκρικά έθιμα, αλείφωντας με μύρα το νεκρό σώμα. «Μυροφόροι τοίνυν εισίν αι συνακολουθούσαι μετά της του Κυρίου Μητρός και τω καιρώ του σωτηρίου πάθους συμπαραμείνασαι και το του Κυρίου σώμα μυρίσαι σπουδάσασαι» (Αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Έργα, τόμος 9, Ε.Π.Ε., σελ 522, 4). Η βιασύνη όμως του Ιωσήφ και του Νικοδήμου να ενταφιάσουν τον Κύριο την Παρασκευή, πριν
την έλευση του Εβραϊκού Πάσχα εκείνο το Σάββατο, δεν επέτρεψε στις μυροφόρες να ολοκληρώσουν το έργο τους. Αυτός είναι και ο λόγος που με την παρέλευση του Σαββάτου, ξημερώματα της «μιάς Σαββάτων», της πρώτης ἠμέρας δηλαδή της εβραϊκής εβδομάδας, που η Εκκλησία την ονόμασε Κυριακή, έσπευσαν στον τάφο.

Όμως αυτή η τόλμη τους και η αγάπη «ην διαπύρως είχον προς Χριστόν» (βλ. Συναξάριο Πεντηκοσταρίου), ανταμείφθηκε πλήρως από τον Κύριο, καθώς αυτές πρώτες έλαβαν το μήνυμα της Αναστάσεως από τον άγγελο και πρώτες αξιώθηκαν της θέας του Αναστάντος. Πρώτες αυτές πάλι αξιώθηκαν να κηρύξουν την ανάσταση κατ’ εντολήν μάλιστα του αγγέλου: «Υπάγετε είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω…» και αλλού του ιδίου του Κυρίου.
 
Πολύ σημαντική είναι επίσης η πληροφορία, την οποία μεταφέρει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η οποία αποτελεί αρχαία παράδοση της Εκλησίας: «Το γαρ της του Κυρίου αναστάσεως ευαγγέλιον πρώτη πάντων ανθρώπων, καθάπερ και προσήκον υπήρχε και δικαίον, η Θεοτόκος παρά του Κυρίου είληφε» (Αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Έργα, τόμος 9, Ε.Π.Ε., σελ 522, 3). Συνεχίζοντας ο άγιος πατήρ εμπλουτίζει την πληροφορία αυτή, ότι πρώτη η  Θεοτόκος άγγιξε τα άχραντα πόδια του Κυρίου. Παρακάτω δικαιολογεί την πρωτοβουλία και την συμφωνία των ευαγγελιστών που δεν αναφέρουν άμεσα την Παναγία
ως πρώτη μάρτυρα του αναστημένου Χριστού. Εξηγεί όπως οι ευαγγελιστές δεν λέγουν φανερά όλα τα γεγονότα περί της Παναγίας, για να μην δώσουν αφορμή στους άπιστους, οι οποίοι θα απέδιδαν υποκειμενικότητα στη μητέρα του Ιησού.

Τα ιερά αυτά πρόσωπα και πιο συγκεκριμένα η ηρωική πράξη τους μας κληροδοτεί ένα υψηλό υπόδειγμα πίστης και θάρρους και της αγάπης που φτάνει στα όρια της αυταπάρνησης. Μέσα στο σκοτάδι του θανάτου και της απογοήτευσης, έλαμψε το θάρρος των απλών ανθρώπων που πιστεύουν στο δίκαιο και την ανθρωπιά και με το φως και το κήρυγμα της Αναστάσεως άρχισε το μεγαλειώδες έργο της ελευθερίας των ανθρώπων από τα έργα του σκότους. Το παράδειγμα του Ιωσήφ, του Νικοδήμου και των Μυροφόρων
γυναικών μας αποκαλύπτει τη σημασία της μεγάλης αρετής της ανδρείας.

Γιατί, πρώτ’ απ’ όλα, χρειάζεται θάρρος για να πιστέψει κανείς, αλλά κυρίως για να φανερώσει έμπρακτα την πίστη του. Ιδιαίτερα σήμερα, που η νοοτροπία την εποχής προβάλλει το «βόλεμα» και τον συμβιβασμό σε ό,τι επιβάλλει ο συρμός, χρειάζεται μεγάλη τόλμη και θάρρος ώστε να βιώσουμε και να ομολογήσουμε τις σωτηριώδεις αλήθειες του Αναστάντος Χριστού.

Κυριακή τῶν Μυροφόρων: Λόγος εἰς τάς Μυροφόρους

Κυριακή τῶν Μυροφόρων: Λόγος εἰς τάς Μυροφόρους καί εἰς τήν θεόσωμον ταφήν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί εἰς τόν Ἰωσήφ τόν ἀπό Ἀριμαθαίας, καί εἰς τήν τριήμερον Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

(Γρηγορίου Πατριάρχου Ἀντιοχείας)

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.



Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον: Ιε.43 – ιστ.8.


“Τω καιρώ εκείνω, ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ός και αυτός ήν προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον, και ητήσατο το σώμα του Ιησού. Ο δέ Πιλάτος εθαύμασεν ει ήδη τέθνηκε” και προσκαλεσάμενος τον κεντυρίωνα επηρώτησεν αυτόν, ει πάλαι απέθανε. Και γνούς από του κεντυρίωνος εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ. Και αγοράσας σινδόνα και καθελών Αυτόν, ενείλησε τη σινδόνι, και κατέθηκεν Αυτόν εν μνημείω, ο ήν λελατομημένον εκ πέτρας. Και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου. Η δέ Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή εθεώρουν πού τίθεται.
ΚΑΙ διαγενομένου του σαββάτου, Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη, ηγόρασαν αρώματα, ίνα ελθούσαι αλείψωσιν Αυτόν. Και λίαν πρωϊ της μιάς σαββάτων έρχονται επί το μνημείον, ανατείλαντος του ηλίου. Και έλεγον προς εαυτάς: «τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου?» Και αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι αποκεκύλισται ο λίθος’ ήν γάρ μέγας σφόδρα. Και εισελθούσαι εις το μνημείον, είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, και εξεθαμβήθησαν. Ο δέ λέγει αυταίς: «μή εκθαμβείσθε, Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον. Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν. Αλλ’ υπάγετε είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω, ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν, εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν.» Και εξελθούσαι έφυγον από του μνημείου, είχε δέ αυτάς τρόμος και έκστασις, και ουδενί ουδέν είπον’ εφοβούντο γάρ”.

Απόδοση:
Ο Ιωσήφ, ένα αξιοσέβαστο μέλος του συνεδρίου, που καταγόταν από την Αριμαθαία, και περίμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού, τόλμησε να πάει στον Πιλάτο και να του ζητήσει το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος απόρησε που ο Ιησούς είχε κιόλας πεθάνει. Κάλεσε τον εκατόνταρχο και τον ρώτησε αν είχε πεθάνει από ώρα. Όταν πήρε την απάντηση από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα στον Ιωσήφ. Εκείνος αγόρασε ένα σεντόνι, κατέβασε τον Ιησού, τον τύλιξε μ’ αυτό και τον τοποθέτησε σ’ ένα μνήμα που ήταν λαξεμένο σε βράχο• μετά κύλησε ένα λιθάρι κι έκλεισε την είσοδο του μνήματος. Η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσή παρακολουθούσαν που τον έβαλαν.
Όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, και η Σαλώμη, αγόρασαν αρώματα, για να πάνε ν’ αλείψουν το σώμα του Ιησού. Ήρθαν στο μνήμα πολύ πρωί την επομένη του Σαββάτου, μόλις ανέτειλε ο ήλιος. Κι έλεγαν μεταξύ τους: «Ποιος θα μας κυλήσει την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;» Γιατί ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Μόλις όμως κοίταξαν προς τα ’κει, παρατήρησαν ότι η πέτρα είχε κυλήσει από τον τόπο της.
Μόλις μπήκαν στο μνήμα, είδαν ένα νεαρό με λευκή στολή να κάθεται στα δεξιά, και τρόμαξαν. Αυτός όμως τους είπε: «Μην τρομάζετε. Ψάχνετε για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, το σταυρωμένο. Αναστήθηκε. Δεν είναι εδώ. Να και το μέρος όπου τον είχαν βάλει. Πηγαίνετε τώρα και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο: ‘‘πηγαίνει πριν από σας στην Γαλιλαία και σας περιμένει• εκεί θα τον δείτε, όπως σας το είπε’’». Οι γυναίκες βγήκαν κι έφυγαν από το μνήμα γεμάτες τρόμο και δέος• δεν είπαν όμως τίποτα σε κανέναν, γιατί ήταν φοβισμένες.

(Επιμέλεια: Νικολέτα Γεωργία Παπαρδάκη)
Λόγος του Γρηγορίου, Πατριάρχου Αντιοχείας, εις τας Μυροφόρους και εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και εις τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, και εις την τριήμερον Ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού


Είναι επαινετός και αυτός ο νόμος της Εκκλησίας, που μας προετοιμάζει να πανηγυρίζωμε την ανάμνηση του αποθησαυρισμού του Χριστού στους νεκρούς. Διότι ποίος, αναλογιζόμενος τον ζωοποιόν θάνατο του Σωτήρος, δεν θα θεωρήση ότι οι νεκροί μέσα στις θήκες τους είναι εξαπλωμένοι σαν σε σκηνές, περιμένοντας την ουράνιο σάλπιγγα, η οποία θα καλή όλους μας προς την φοβεράν ημέρα της κρίσεως;
Ποίος δε, αποβλέποντας προς εκείνον τον σωτήριο τάφο, δεν πλησιάζει στους τάφους σαν σε θαλάμους ζωής; Ποίος, πιστεύοντας ότι ο Κύριος εχει εγερθή από τους νεκρούς, δεν συμπεριφέρεται με τρόπο που φανερώνει ότι πρόκειται να αναστηθή και ο ίδιος, επιτυγχάνοντας την ανάσταση διά μέσου Εκείνου;
Επειδή λοιπόν, υπακούοντας στον καλό νόμο της Εκκλησίας, σεις που ευρίσκεσθε σε εγρήγορση, ετρέξατε προς αυτούς που κοιμούνται στους τάφους, και ο τόπος σας στενοχωρεί, ο πόθος όμως σας χαροποιεί, επειδή είσθε τόσοι πολλοί και έχετε συμπτυχθή σαν το σταφύλι, γι’ αυτό ακούστε, όπως ποθείτε, για το μυστήριον του θανάτου, το οποίον ημπορεί κάποιος να το μάθη, κανείς όμως δεν ημπορεί να το κατέχη.


Ο Δεσπότης Χριστός, ο Υιός του Θεού ο μονογενής, από ιδικήν του πρωτοβουλία, χωρίς να αναγκασθή από κάποιον, αφού ανέβη στον Σταυρό, και απλώνοντας τα χέρια, απεκατέστησε την δικαιοσύνη υπέρ όλης της κτίσεως, κατετρόπωσε δε όλες τις αόρατες και πονηρές δυνάμεις με το Πάθος στο οποίον υπέβαλε το σώμα του, ηθέλησε να γευθή η αγία του σάρκα την τριήμερο νέκρωση προς χάριν όλης της φύσεως, για να χαρίση δια μέσου αυτής στο νεκρωμένο γένος την αθανασία. Και μάλιστα, αφού έγειρε την αγία κεφαλή του, διέταξε σαν δούλο τον θάνατο να προσέλθη στη σάρκα. Έφθασε αμέσως ως δούλος ο θάνατος, υπηρετώντας το δεσποτικόν πρόσταγμα, ως και επερχόμενος εκράτησε το σώμα που του επετράπη να λάβη. Όταν δε εκρατήθη από τον θάνατο το σώμα εκείνο, το φοβερό για τα Χερουβίμ και φρικτό για τα Σεραφίμ, όπως ηθέλησε ο Κύριος του σώματος, έτρεξε η ψυχή του Σωτήρος να ευαγγελισθή στις ψυχές την απολύτρωσή τους. Η δε Θεότης του έμενε και στο σώμα και στην ψυχή, διότι δεν εχωρίσθη κατ’ ουδένα τόπο και τρόπον η θεότης από την ανθρωπότητα μετά την ένωσή τους. Αλλά και στους ουρανούς ήταν και στον τάφο παρευρίσκετο, χωρίς να επηρεασθή καθόλου, διατηρώντας άφθαρτο την περιβολήν της. Μετά την φρικτήν αυτήν οικονομία, κάποιος ευγενής και πλούσιος άνδρας, ο Ιωσήφ που κατήγετο από την Αριμαθαία και είχε γίνει μαθητής του Εσταυρωμένου, αποδίδοντας το τελευταίο χρέος μετά την τελευτή στον διδάσκαλό του, παρουσιάσθη στον Πιλάτο παρακαλώντας τον και λέγοντας: για έναν νεκρό κάμω αυτή την παράκληση, από τους μεν εχθρούς συκοφαντημένον, από δε τους φίλους εγκαταλελειμμένον στον καιρό του πάθους. Για ένα νεκρόν ικετεύω, που δεν έχει αποκτήσει ούτε χρυσάφι ούτε ασήμι ούτε στρατιώτες ούτε συμμάχους ούτε σωματοφύλακες, παρά μόνον μία φτωχή μητέρα, η οποία επλούτισε με τον τοκετό της. για ένα νεκρό πρεσβεύω που με την θέλησή του απέθανε. Επειδή αν δεν ήθελε, δεν θα είχε αποθάνει. Ας κατεβή λοιπόν από τον σταυρό αυτός που σε τίποτε κανέναν δεν ηδίκησε, αλλά αντιθέτως μυριάδες με ευεργεσίες είχε τιμήσει. Χάρισέ μου ένα δώρο, από το οποίο δεν έχεις καλύτερο. Χάρισέ μου ένα δώρο που θα κάνη ευτυχή εμένα που θα το δεχθώ. Δώρησε μου τούτον τον ζωοποιό νεκρό, και εγώ παίρνοντάς Τον, να τον καλύψω στην γή. Δώρησέ μου το τρισμακάριο σώμα, του οποίου τον θάνατο επένθησεν η κτίσις. Δώρησέ μου το σώμα από το οποίον εσχίσθηκαν οι πέτρες, εκδηλώνοντας με το ρήγμα το πένθος τους. Να καταφιλήσω τα τραύματα των αγίων χειρών, από τα οποία εθεραπεύθησαν τα τραύματα της ψυχής μας. Να ψηλαφήσω εκείνην την άχραντο πλευράν, από την οποίαν επήγασεν αίμα μυστικό και ύδωρ αναγεννήσεως. Να ενταφιάσουν τα χέρια αυτά εκείνον που πρόκειται να λύση του θανάτου τα σπάργανα. Να κηδεύσουν τα αμαρτωλά τούτα δάκτυλα εκείνον που έπραξε και εδίδαξε κάθε δικαιοσύνην. Να αγγίσω την αναμάρτητο σάρκα, που τρισμακάριος είναι αυτός που την αγγίζει με πίστη. Να οδηγήσω στο μνήμα αυτόν που θα ανοίξη τα μνημεία των νεκρών. Να δώσω σ’ αυτούς που έφυγαν από την ζωή, την πηγή της Αναστάσεως. Να ανάψω και σ’ αυτούς που κρατεί ο Άδης τον λύχνο της Αναστάσεως.
Αυτά έλεγε ο Ιωσήφ ευσεβώς, και ο Πιλάτος υπήκουσεν ευμενώς, επειδή η θεία δύναμις του ζητουμένου νεκρού ενεργούσε στους αρμοδίους θεοπρεπώς, και εμάλαξε την ψυχή του Πιλάτου, ώστε να υπακούση. Και αμέσως ο πρεσβευτής απεδείχθη ενταφιαστής. Διότι παίρνοντας το σώμα που εποθούσε, το ενηγκαλίζετο και το ησπάζετο, και προσήρμοζε τα χείλη στα άγια μέλη, σκεπτόμενος μέσα του ότι «εάν η αιμορροούσα γυναίκα, αγγίζοντάς το ιμάτιό του με πίστη, κατεξήρανε του αίματος την πηγή, εγώ που πιάνω αυτό το ίδιο το θείον σώμα, δωρεές δεν θα επιτύχω;». Έπειτα, τυλίγοντας με καθαρά σινδόνα τον καθαρό μαργαρίτη, τον απέθεσε στο ιδικό του καινούργιο μνήμα, και τοποθετώντας μια πέτρα στο στόμιο του τάφου, γεμάτος δάκρυα, επέστρεψε, γυρίζοντας συχνά πυκνά προς τον τάφο και θρηνώντας του διδασκάλου την στέρηση.
Αλλά έφθασε του Ιωσήφ την ευσέβεια των Ιουδαίων η ασέβεια. Επειδή πάλιν οι θεομάχοι συνεκεντρώθησαν την ημέρα του Σαββάτου, και προσήλθαν στον Πιλάτο λέγοντας: «Κύριε, εμνήσθημεν ότι ο πλάνος εκείνος έτι ζών είπε: μετά τρείς ημέρας εγείρομαι. Κέλευσον ουν ασφαλισθήναι τον τάφον έως της τρίτης ημέρας. Μήπότε ελθόντες οι μαθηταί αυτού νυκτός, κλέψωσιν αυτόν, και είπωσι τω λαώ ότι ηγέρθη από των νεκρών. Και έστω η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης». Τι λές εσύ πλάνε και παράνομε Ιουδαίε; Ήταν πλάνος αυτός που εθεράπευσε τους ομοεθνείς σου λεπρούς; Ήταν πλάνος αυτός που απήλλαξε τους τυφλούς πατριώτες σου από την νύκτα που είχε γεννηθή μαζί τους; Πλάνος ήταν αυτός που ελευθέρωσε τους δαιμονιζομένους από την μανία των δαιμόνων; Πλάνος ήταν αυτός που στην έρημο σου προσέφερε γεύμα χωρίς καμμία καλλιέργεια; Πλάνος ήταν αυτός που εκάλεσε τον Λάζαρο να εξέλθη από τον τάφο, και με τον λόγο του εξύπνησε τον νεκρό σαν να κοιμόταν; Ήταν πλάνος ο Χριστός; και ποίος άλλος είναι αληθινός; Ήταν πλάνος ο Χριστός; Γιατί λοιπόν φοβείσαι αυτά που είπε ο πλάνος; Πλάνος ήταν; Και φοβείσαι του νεκρού την φωνή; Αλήθεια, μήπως είπε κάτι για την Ανάστασιν, όταν ακόμη ζούσε; Μήπως πιστεύεις αυτά που προείπε; Γιατί λοιπόν αδίκως ταλαιπωρείσαι για την έκβαση; Σαν λοιπόν δεν αναστηθή ο νεκρός για τον οποίο μεριμνάς, τότε είναι πλάνος, όπως βλασφημείς.
Τι τους απεκρίθη λοιπόν ο Πιλάτος; «Έχετε κουστωδίαν. Υπάγετε, ασφαλίσασθε ως οίδατε». Εάν για τον αντίθεο και παράνομο, όπως τον αποκαλείτε, τόσο πολύ έχετε φρίξει. Εάν εσείς οι ζωντανοί φοβήσθε τόσο τον νεκρό, φρουρά έχετε, στρατιώτες έχετε. Εκστρατεύστε οι πολλοί κατά του ενός. Ασφαλίστε τον νεκρό που τόσο φοβείσθε όπως γνωρίζετε. Θέλετε να σφραγίσετε τον τάφο; Σφραγίστε τον. Θέλετε να τον περιβάλετε με σιδερένιες αλυσίδες; Κάντε το κι αυτό. Μην ειπήτε ύστερα: εάν μας άφηνες να φρουρήσωμε τον τάφο δεν θα εχάναμε τον νεκρό. Πηγαίνετε, ασφαλίστε τον, όπως γνωρίζετε. Αν φανή εκεί ο Πέτρος, θανατώστε τον με τα όπλα σας. Αν έλθη κάποιος από τους μαθητάς του Ναζωραίου, σηκωθήτε αμέσως και σκοτώστε τον. Επιμείνετε να τον φυλάσσετε με προσοχή και ακρίβεια, μην κατορθώση κάποιος ύποπτος να κλέψη τον εχθρό σας.
Με τέτοια λόγια και όπλα και στρατιώτες εφοδιασμένοι οι εχθροί του Σωτήρος, έφθασαν με πολλήν προθυμία και μανία στον τάφο, και βάζοντας σιδερένιες σφραγίδες στο μνήμα εκάθισαν εκεί και τον «φρουρούσαν επί τόσον χρόνον όσον ηθέλησε ο φυλαττόμενος από αυτούς. Εν τω μεταξύ έφθασε η δεύτερη ημέρα. Και την μεν πρώτην ημέρα ο θάνατος αναμασούσε το θήραμά του, και θέλοντας να το δαγκώση με τα δόντια της διαφθοράς του, εστάθη αδύνατον. Και πάλι την δεύτερη ημέρα ηθέλησε να το φάγη, αλλά δεν ημπορούσε. Απορούσε λοιπόν μόνος του και όπως ήταν φυσικό, τοιαύτα διελογίζετο μέσα του: «Ποίος είναι αυτός ο ακαταμάχητος και παράδοξος νεκρός; Ποίος είναι αυτός που ενεκρώθη σύμφωνα με τον φυσικό νόμο και μένει άφθαρτος ξεπερνώντας τον νόμο; Θεός δεν είναι επειδή δεν θα απέθαινε, αφού θα ήταν ασώματος. Άγγελος δεν είναι, αφού έχει ανθρώπινη μορφή. Υπέκυψε σε μένα, όπως ο Αδάμ, αλλά δεν υποκύπτει όπως ο Αδάμ στην φθορά. Σαν άνθρωπος υπεχώρησε ενώπιόν μου, αλλά δεν ανέχεται να πάθη όσα παθαίνουν οι θνητοί. Η σάρκα του αποδεικνύεται ανωτέρα από την διαφθορά. Κανένας από τους νεκρούς στους οποίους έχω βασιλεύσει τόσους αιώνες, δεν εφάνη εδώ με σώμα όπως αυτό. Άραγε μήπως το σώμα αυτό είναι ένδυμα του Θεού, και γι’ αυτό δεν ημπορώ να το μασήσω; Άραγε μήπως αυτή είναι η σκηνή του Λόγου; Άραγε μήπως αυτός είναι ο ναός εκείνου που είπε στους Ιουδαίους: «Λύσατε τον ναόν τούτον και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν»; Άραγε μήπως το να μένη αδιάφθορος σημαίνη ότι πρόκειται να αναστηθή; Άραγε μήπως ο παράδοξος αυτός νεκρός ήλθε να κατασκοπεύση τους νεκρούς; Άραγε μήπως λάβη και τους νεκρούς που από παλαιά έχω καταπιεί και τους ανεβάση εκεί επάνω μαζί του; Άραγε μήπως, όπως ο Ιωνάς στην κοιλία του κήτους έζησε χωρίς να κινδυνεύση, έτσι και αυτός μένη εδώ σε μένα περιμένοντας την τρίτην ημέρα, για να αναστηθή πρώτος αυτός και να ανοίξη και στους άλλους νεκρούς τον δρόμο; Αυτά έλεγε ο θάνατος, όχι με λόγια, αφού ομιλούσαν τα γεγονότα.
Ενώ συνέβαιναν αυτά, και οι φύλακες των Ιουδαίων ήσαν καθισμένοι κοντά στο μνήμα, «οψέ Σαββάτων, τη επιφωσκούση εις μίαν Σαββάτων», ξημερώνοντας Κυριακή, «ήλθε Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία θεωρήσαι τον τάφον». Ω παράξενα και παράδοξα θαύματα! Ο Πέτρος, ο πρώτος στρατηγός του Χριστού, εφοβήθη την γλώσσα της παιδίσκης και ηρνήθη ζωντανόν τον Κύριόν του, και γυναίκες τόσο αδύνατες και δειλές ήλθαν να τιμήσουν νεκρό τον διδάσκαλό τους. Ήλθαν να ιδούν τον τάφο. Διότι δεν είχαν ακόμη πιστεύσει ότι θα αναστηθή. Ήλθαν να ιδούν τον τάφο, ωστε να παρηγορήσουν λίγο την λύπη τους με την θέα του μνήματος. Διότι ο τάφος γνωρίζει να παρηγορή τις πονεμένες ψυχές με τη θέα του, καθώς και το δάκρυ όταν έρχεται. Ήλθαν να ιδούν τον τάφο, και πλησίαζαν μεν, όχι όμως όσο εποθούσαν, για τον φόβο των Ιουδαίων. Πότε πότε επλησίαζαν κοντύτερα και κρυφά. Έρραιναν τον τάφο με μύρα και πάλιν αναχωρούσαν χωρίς να γίνουν αντιληπτές. Εστέκοντο έτσι από μακρυά, και ατενίζοντας τον τάφο με μάτια δακρυσμένα, με στεναγμούς και οδυρμούς, ενόμιζαν ότι υπηρετούν τον Κύριο. Κάπου κάπου κατηγορούσαν και τους Ιουδαίους με σιγανή φωνή, λέγοντας η μία στην άλλη, όπως είναι φυσικό: «Πώς ετόλμησαν αυτά τα πράγματα εναντίον τοιούτου Δεσπότου, χωρίς να έχουν καμμία δικαία κατηγορίαν εναντίον του; Πώς δεν έφριξαν καρφώνοντάς τον στον Σταυρό; Αυτόν τον οποίο βλέποντας ο ήλιος να σταυρώνεται έφυγε; Πώς δεν εφοβήθησαν να παραδώσουν στον θάνατο αυτόν που τίποτε άξιον θανάτου δεν έπραξε; Πώς δεν εχόρτασαν την ωμότητά τους ούτε μετά τον θάνατο, που μάταια τον προεκάλεσαν; Έστω, τον καιρό που ζούσε, τον είχαν τόση μανία. Γιατί όμως και μετά τον θάνατο προσεδρεύουν στο μνήμα, εμποδίζοντας και τους ευεργετημένους να εισέλθουν και με θάρρος να προσκυνήσουν τον τάφο, και να του αποδώσουν με τα δάκρυα μικράν αμοιβή για την χάρη που ο καθένας έλαβε;»
Με παρομοίους οδυρμούς επενθούσαν οι γυναίκες σαν νεκρό τον Χριστόν, όταν αυτός ο ίδιος ο πενθούμενος Δεσπότης, διαφεύγοντας την προσοχή των φυλάκων και αφήνοντας τον τάφο σφραγισμένο, με ένα άλμα ευρέθη έξω απ’ αυτόν, όπως μόνος Αυτός γνωρίζει, και έστειλε έναν άγγελο λέγοντάς του: «πήγαινε σ’ αυτές τις γυναίκες τις ανδρείες και πιστές, που πενθούν και με νομίζουν ακόμη νεκρό, και πληροφόρησέ τες ότι ενίκησα τον θάνατο και, oπως βλέπεις, ζω. Μετάβαλε την σκυθρωπότητά τους σε φαιδρότητα. Μετακίνησε με το χέρι σου τον λίθο, τον οποίον ησφάλισαν πολλά χέρια μαζί. Πείσε τες πόσα ημπορεί ένας νόμιμος στρατιώτης νομίμου Βασιλέως, εναντίον πολλών ανόμων στρατιωτών ενός τυράννου. Εισάγαγε τις γυναίκες στον θάλαμο του τάφου, ώστε ερευνώντας τον τόπο όπου με την θέλησή μου είχα τοποθετηθή νεκρός, να ανυμνήσουν την δύναμή μου. Να φανής και στους φύλακες του μνήματος φοβερός, και κατάπληξέ τους όλους με την όψη σου, για να μάθουν από την δύναμή σου ότι όχι από αδυναμία, αλλά από φιλανθρωπίαν υπέμεινα το θράσος τους. Σύ να προπορευθής αναγγέλλοντας τον βασιλικό θρίαμβο, και εγώ, ερχόμενος μαζί σου, θα σαλεύσω πάλι την γη, για να γίνη ο σεισμός συνήγορος της αναγγελίας σου.»
Έφθασε λοιπόν γρήγορα στον δεσποτικόν τάφον ο άγγελος. Δεν ετόλμησε να παρακούση του Κυρίου το πρόσταγμα. Και πρώτα μεν, όταν έφθασε, ετίναξε συνθέμελα την γη για να ξυπνήση τους φύλακες, και έχοντάς τους μάρτυρες να τους φανερώση την αιτία για την οποίαν ήλθε. Κατόπιν, καθώς αυτοί εκοιτούσαν, εκύλισε την πέτρα από την θύρα του μνημείου και εκάθισε επάνω της καταγελώντας τις σιδερένιες σφραγίδες, και βλέποντας επιτιμητικώς τους Ιουδαίους που ενεπιστεύθησαν στην πέτρα την ασφάλεια. «Ην δε η μορφή αυτού ως αστραπή». Πράγματι, όπου δεν υπάρχει νέφος αμαρτίας για να σκιάση, εκεί η λαμπρότης της μορφής είναι πολλή. «Και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών». Διότι είχε την μορφή και την στολήν ανταξία των γεγονότων που έμελλε να διακηρύξη. Επειδή έπρεπε οπωσδήποτε ο αγγελιοφόρος του χαρμοσύνου γεγονότος να είναι σε όλα του χαροποιός.


Αφού κατέπληξε από τον πολύ φόβο τους φύλακες και σχεδόν ενέκρωσε όλους τους παρόντες Ιουδαίους, «γιατί φοβείστε», τους έλεγε, «Φαρισαίοι, γιατί τρέμετε και πέσατε όλοι με τα πρόσωπα κάτω σαν νεκροί; Σ’ εμένα τον δούλο νεκροί και στον Δεσπότη τολμηροί; Εγώ ο στρατιώτης σας εφάνηκα φοβερός, και ο Βασιλεύς των Ουρανών ευκαταφρόνητος; Την παρουσία ενός αγγέλου δεν την αντέχετε, και πώς εφανταστήκατε ότι θα αποδυναμώσετε την ενέργεια του Δημιουργού των αγγέλων; Αφού δεν είστε σε θέση να εμποδίσετε εμένα τον ουράνιον εργάτη να μετακινήσω την πέτρα, πώς θα ημπορούσατε να εμποδίσετε τον τεχνίτη όλης της κτίσεως που θέλει να ανακαινίση τον ναό του σώματός του; Δεν ημπορείτε να εμποδίσετε το δημιούργημα και επιχειρείτε να αντισταθήτε στον ποιητή; Αλλά σηκωθήτε και κοιτάξτε γύρω σας προσεκτικά: Μήπως ο Πέτρος είναι τώρα μαζί μου; Μήπως κάποιος απο τους αλιείς κλέβει μαζί με εμένα τον νεκρό; Μήπως έχει ο Θεός ανάγκη βοηθού; Μήπως χρειάζεται συνεργάτην ο Θεός Λόγος για την ανάσταση της ιδικής του σαρκός;»


Αυτά είπε στους Φαρισαίους και τους φύλακες και, αφήνοντάς τους να σπαρταρούν στο έδαφος, έστρεψε προς τις γυναίκες το πρόσωπο. Και πρώτα μεν τις άφησε να απολαύσουν ένα βλέμμα ήμερο και ιλαρόν. Έπειτα απέβαλε τον φόβο της ψυχής τους φωνάζοντάς τους: «Μη φοβείσβε υμείς». Αυτοί να δειλιάσουν και να φοβηθούν, επειδή είναι εχθροί και πολεμούν. Σεις όμως μη φοβείσβε, αλλά να σκιρτάτε και να χαίρετε, επειδή οι πράξεις σας αξίζουν βραβεία. Σεις μη φοβείσθε. Αφού σε μία Δεσποτίαν ανήκουμε, δοξάζουμε τον ίδιο Κύριο.» Οίδα ότι Ιησούν τον εσταυρωμένον ζητείτε». Δεν είπε «Ιησούν τον νεκρόν». Αφού τότε δεν ήταν νεκρός, αλλά «Ιησούν τον εσταυρωμένον», αυτόν που για σας κατεφρόνησε την αισχύνην» του σταυρού. Ζητείτε εκείνον που ζητεί αυτούς που τον ζητούν. «Εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ, οι δε εμέ ζητούντες ευρήσουσι χάριν». Ζητείτε αυτόν που είναι «εγγύς των επικαλουμένων αυτόν». Γνωρίζω ότι τον Ιησούν τον εσταυρωμένον ζητείτε. «Ουκ έστιν ώδε», δεν είναι εκεί που νομίζετε. Δεν είναι εκεί όπου τον είχαν τοποθετήσει.


Τι λέγεις, άγγελε; Δεν είναι εδώ ο Δεσπότης μας και Κύριος; Δεν είναι η αφορμή των δακρύων μας εδώ; Ματαίως τον επενθήσαμε; Ματαίως του προσεφέραμε αυτά που αρμόζουν στους νεκρούς; Δεν είναι εδώ; Τον μετέφεραν πάλι κάπου αλλού οι πονηροί; Εφθόνησαν και την ταφή του, αυτοί που είχαν φθονήσει την ζωή του; Δεν είναι εδώ; Αλλά πού είναι; Ειπέ μας, σε παρακαλούμε, γρήγορα. Στήριξε τις ψυχές μας που τρέμουν. Μη προσθέσης πένθος άλλο στο πένθος μας. Δείξε μας τον τόπο του νεκρού που αναζητούμε, ώστε τρέχοντας γρήγορα εκεί να αφήσωμε την λύπη να ξεχυθή από τα μάτια μας.


Και ο άγγελος είπε: «Θέλετε να μάθετε πού είναι αυτός που αναζητείτε και πώς ανέστη; Θα σας διηγηθώ εγώ, επειδή γι’ αυτό με έστειλε σε σας ο ίδιος ο νεκρός που ζητείτε, για να σας διδάξω την Ανάσταση, και να θεραπεύσω τις ψυχές σας και τα δάκρυα να σταματήσω και να σας τονώσω ευφραίνοντάς σας με την διήγηση. «Ηγέρθη, καθώς είπε». Αλήθευσε και τώρα όπως συνήθως η Αλήθεια, και αυτά που είπε με τα λόγια, τα εξεπλήρωσε με τα έργα. Η αθάνατος θεότης του δεν έπαψε να ζη. Και την ώρα του θανάτου της σάρκας, το θνητόν του σώμα, κλείνοντας τους σωματικούς του οφθαλμούς, εδέχθη τον ύπνο του θανάτου. «Αναπεσών γαρ εκοιμήθη ως λέων» βασιλικώς, εξέφυγε όμως και εξήλθε από εδώ θεοπρεπώς. Δεν αντελήφθησαν οι φύλακες την διέλευση εκείνου που εφρουρούσαν. Διότι δεν ήσαν άξιοι αυτόν τον οποίον επολεμούσαν να τον ιδούν αναστημένο. Δεν εμπόδισε ο τάφος την Ανάσταση του Παντοδυνάμου. Δεν κατέστη δυνατόν στον θάνατο να δέση αυτόν που δεν έχουν δέσει οι αμαρτίες. Υπεχώρησε χωρίς να θέλη ο τύραννος στον Βασιλέα. Ο ίδιος ο Άδης έτρεμε από τον φόβο του. Οι θυρωροί του Άδου, πετώντας τα κλειδιά και ανοίγοντας τις πύλες, δεν ετόλμησαν να ειπούν τίποτε σε κανέναν από εκείνους που ανεστήθησαν μαζί του. Ανέστη, λοιπόν, καθώς είπε. Πώς να σας διηγηθώ τα ανέκφραστα; Πώς να κηρύξω αυτά που νικούν κάθε λόγο και νου; Πώς να εξηγήσω της Δεσποτικής Αναστασεως το μυστήριον; Και ο Σταυρός μυστήριον είναι. Και ο τριήμερός του θάνατος μυστήριον. Και όλα όσα αφορούν τον Σωτήρα είναι μυστήρια. Διότι, όπως εγεννήθη «κεκλεισμένων των θυρών» της παρθενίας, έτσι ανέστη με κλεισμένον τον τάφο. Και όπως εγεννήθη πρωτότοκος από την μητέρα ο μονογενής Υιός του Θεού, έτσι με την Ανάστασή του έγινε πρωτότοκος των νεκρών. Όπως, λοιπόν, δεν έλυσε την παρθενία της Παρθένου μητέρας με την γέννησή του, έτσι δεν έλυσε τις σφραγίδες του μνήματος με την Ανάστασή του. Ούτε λοιπόν την γέννησή του ημπορώ σε λέξεις να περιλάβω, ούτε την φυγή από το μνήμα να καταλάβω. Βλέπω τον τόπο της Αναστάσεως, και προσκυνώ την Ανάσταση. Δεν πολυεξετάζω την Ανάσταση. Προσκυνώ τον τόπο του θαύματος, αν και δεν αντιλαμβάνομαι τον τρόπο του πράγματος. Αυτά που βλέπω, εκείνα θέλω να σας υποδείξω. «Δεύτε, ίδετε τον τόπον όπου έκειτο ο Κύριος». Γι’ αυτό μετετόπισα τον λίθο. Όχι για να χαρίσω πύλη εξόδου στον Ιησού. Δεν είχεν ανάγκην από την ιδική μου βοήθεια η βοήθεια των απάντων. Επειδή ο ακρογωνιαίος λίθος, πριν αποκυλίσω τον λίθο, όπως ηθέλησε, ανεπήδησε.


Αλλά το έκαμα για να εξετάσετε σεις τον τόπο, και να ανυμνήσετε τον αναστημένο Χριστό. «Δεύτε ίδετε τον τόπο όπου έκειτο ο Κύριος». Ίδετε τώρα τον τόπον, και σε λίγο θα ιδήτε και τον παράδοξο καρπό του τόπου. Ελάτε να ιδήτε τον τόπον όπου ο διάβολος εδέχθη την καίρια πληγή. Ελάτε να ιδήτε τον τόπο στον οποίον εγράφη το συμβόλαιο της ιδικής σας αναστάσεως. Ελάτε να ιδήτε τον τόπο στον οποίο απέθανεν ο θάνατος. Ελάτε να ιδήτε τον τόπο στον οποίον εσπάρη ο άσπορος κόκκος του σώματος και εβλάστησε το πλούσιο στάχυ της αθανασίας. Ελάτε να ιδήτε τον τόπο που είναι πιο ευχάριστος από όλους τους παραδείσους. Ελάτε να ιδήτε τον τόπο που είναι λαμπρότερος από κάθε βασιλικό νυμφικό κοιτώνα. Ελάτε να ιδήτε τον τάφο που χωρίς φωνή διακηρύττει του θαμμένου την δύναμη. Σκύψετε να ιδήτε το μνήμα που έγινε πύλη της αφθάρτου ζωής. Σκύψετε να ιδήτε το σπήλαιον από το οποίο μεταφερθήκατε στον ουρανό. Σταματήστε τους στεναγμούς και τα δάκρυα. Λέγετε στον θάνατο χορεύοντας: «Πού σου θάνατε το κεντρί; Πού σου άδη το νίκος;». «Και ταχύ πορευθείσαι είπατε τοις μαθηταίς αυτού oτι ηγέρθη από των νεκρών, και ιδού προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν. Εκεί αυτόν όψεσθε. Ιδού είπον υμίν». Κοιτάξτε μην κρύψετε το θαύμα στην σιωπή. Δεν είναι ακίνδυνος για τους δούλους η αποσιώπησις των θαυμάτων του Κυρίου. «Και εξελθούσαι ταχύ από του μνημείου μετά φόβου και χαράς μεγάλης, έδραμον απαγγείλαι τοις μαθηταίς αυτού» ότι ηγέρθη από των νεκρών «και ιδού προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν. Εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν».
Τις γυναίκες αυτές προέτρεπε το Πνεύμα το Άγιον να τρέχουν πιο γρήγορα, λέγοντας με το στόμα του Προφήτου Ησαϊου: «Γυναίκες ερχόμεναι από θέας, δεύτε. Ου γαρ λαός έστιν έχων σύνεσιν». Καθώς λοιπόν έτρεχαν οι μυροφόρες γυναίκες με φόβον και πόθον πολύν, και συνηγωνίζοντο μεταξύ τους για την ταχύτητα της οδοιπορίας, αφού η κάθε μία ήθελε να φθάση πρώτη και να φέρη στους Αποστόλους το Ευαγγέλιο που τους ενεπιστεύθησαν, έξαφνα τους παρουσιάσθη ο Σωτήρ, επισφραγίζοντας τα λόγια του αγγέλου με την σφραγίδα της μορφής του. Και ανεπτέρωσε τις ψυχές τους λέγοντάς τους «Χαίρετε…». Η κατάκριτος Εύα εδικαιώθη. Ο εξόριστος Αδάμ ανεκλήθη. Η απόφασις έχει πλέον λυθή. Ο πονηρός όφις κατεπατήθη, ο διάβολος έχει πλέον καταπέσει, οι συνήγοροι του διαβόλου κατησχύνθησαν. Οι εχθροί κατετροπώθησαν.


Οι Ιουδαίοι πενθούν απαρηγόρητα. Οι Φαρισαίοι θρηνούν γι’ αυτό που ετόλμησαν. Ο σταυρός εφάνη συνήγορός μου. Ο τάφος έγινε μάρτυς της δυνάμεώς μου. Ο θάνατος ομολογεί την ήττα του. Υπεγράφη για τους ανθρώπους η αθανασία. Μαζί μου ανεκαινίσθη η φύσις των ανθρώπων. Μαζί με εμένα θα ξαναζήσουν όλοι αυτοί που απέθαναν. Μαζί με εμένα βασιλεύει αυτός με τον οποίον έχω ενωθή. Στο πρόσωπό μου εστεφανώθη η εικόνα μου. Αυτοί είναι οι καρποί της τριημέρου ταφής μου. Αυτοί είναι οι στέφανοι της κατά του θανάτου νίκης. Αυτοί είναι οι βασιλικοί μαργαρίτες της ιδικής μου βασιλείας, τους οποίους παίρνοντας από τον βυθό του Άδου έφερα στους εραστάς μου. Για όλα αυτά λοιπόν να χαίρετε, να χορεύετε, να αγάλλεσθε, να πανηγυρίζετε. Πηγαίνετε να τα αναγγείλετε στους αδελφούς μου. Βλέπετε πόσον αμνησίκακος είμαι και φιλάνθρωπος. Ονομάζω αδελφούς εκείνους που με εγκατέλειψαν επάνω στον σταυρό. Επειδή γνωρίζω να μακροθυμώ, όταν υβρίζωμαι. Γνωρίζω να υπομένω την αχαριστία. Γνωρίζω να ανέχωμαι τις αδυναμίες των φίλων μου. Γνωρίζω να ελεώ και να δέχωμαι όσους αμαρτάνουν και δακρύζουν γι’ αυτό. «Υπάγετε, απαγγείλατε τοις αδελφοίς μου, ίνα απέλθωσιν εις την Γαλιλαίαν, κακεί με όψονται». Αναγγείλατε στους μαθητάς μου τα μυστήρια που είδατε σεις. Γίνετε πρώτες διδάσκαλοι των διδασκαλων. Ας μάθη ο Πέτρος, που με ηρνήθη, ότι ημπορώ και γυναίκες να αναδείξω αποστόλους. Ας πορευθούν και στην άλλη Γαλιλαία να ιδούν την πτωχή λίμνην από την οποία τους αλίευσα. Για να αλιεύσουν τους ιχθύς τους λογικούς. Ας ιδούν την λίμνην από την οποία τους μετέθεσα στην ανθρώπινη θάλασσα.


Αυτά έλεγε στις γυναίκες ο Κύριος. Αυτός και τώρα παρίσταται αοράτως στην κολυμβήθρα για εκείνους που πιστεύουν. Αυτός αγκαλιάζει τους νεοφωτίστους ως φίλους και αδελφούς και τους λέγει: Χαίρετε. Αυτός γεμίζει με χαρά και ευφροσύνη τις καρδιές και τις ψυχές τους. Αυτός αποπλύνει τους ακαθάρτους με το ύδωρ της χάριτος. Αυτός χρίει εκείνους που αναγεννώνται με το μύρον του Πνεύματος. Αυτός παρέχει στους δούλους του το πνευματικό συμπόσιον. Αυτός λέγει προς όλους τους ευσεβείς: «Λάβετε, φάγετε τον ουράνιον άρτον. Λάβετε την πηγήν της πλευράς μου, που αντλείται συνεχώς και ποτέ δεν εξαντλείται. Όσοι πεινάτε, χορτάσετε. Όσοι διψάτε, μεθύσετε σωτήριον και σώφρονα μέθη.» Αλλά ω Βασιλέα των Ουρανών, που κάθεσαι στα δεξιά της μεγαλωσύνης εκεί υψηλά, ο Κύριος των ασωμάτων δυνάμεων, αυτός που όπως θέλεις καθοδηγείς την κτίση, που κυβερνάς με καλωσύνη την ανθρωπότητα, συ που μας εχάρισες την ημέρα και την πανήγυριν αυτή, ελέησόν μας, όπως ελέησες την πόρνη, μη μας αποδιώξης, εαν με το θάρρος που έχουμε στην φιλανθρωπία σου τολμήσωμε με χέρια αμαρτωλά να κρατήσωμε το άγιόν σου σώμα (την παλιά εποχή και οι λαϊκοί μεταλάμβαναν το άγιο σώμα με τα χέρια). Και όπως δεν απεδίωξες εκείνην την αμαρτωλόν, την πόρνη που εκράτησε τα άχραντα πόδια σου, να ανεχθής, σε παρακαλούμε, και εμάς τους αναξίους που σε κρατούμε, και ως φιλάνθρωπος, περιποιήσου όλους εμάς, και ως φιλάνθρωπος, σαγήνευσέ μας στα δίκτυα του φόβου σου. Όπως συνέλαβες τον τρισμακάριον Παύλον από τον ουρανό και τον ανέδειξες Απόστολο, αξίωσε και εμάς να επιτελούμε με καθαρή συνείδηση την ημέρα της τριημέρου και ζωοποιού Αναστάσεώς σου. Διότι συ είσαι ο μόνος αγαθός και φιλάνθρωπος Δεσπότης, Χριστέ ο Θεός ημών. «Και σοι πρέπει η δόξα και η εξουσία συν τω Παναχράντω σου Πατρί και τω ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.


Ἀμήν.»


(6ος αιών – Migne P.G. τ. 88, στ. 1848. Από το βιβλίο “Πατερικόν Κυριακοδρόμιον”, σελίς 47 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς).

Τὸ ράσο καὶ τὰ γένεια - Φώτιος Κόντογλου

Τὸ ράσο καὶ τὰ γένεια
Φώτιος Κόντογλου

(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

Πολλὰ ἔχουν γραφῇ γιὰ τὰ ράσα καὶ τὰ γένια τῶν κληρικῶν. Οἱ περισσότεροι ἀπ᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν τὰ χωνεύουνε, εἶναι κάποιοι ποὺ θέλουνε νὰ φαίνουνται ἐλεύθεροι καὶ νεωτεριστικὰ πνεύματα. Αὐτοὶ ὅλοι εἶναι πάντα «πρακτικοὶ» ἄθρωποι, ποὺ κρίνουνε τὰ τῆς θρησκείας μὲ τὸ πρακτικὸ καὶ πεζὸ μυαλό τους, ἐνῷ ἡ χριστιανικὴ θρησκεία δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὰ πρακτικὰ μυαλά, γιατὶ εἶναι ἡ βαθύτερη ποίηση, ἡ ἄβυσσο τῆς ποίησης. Ἡ κακοδαιμονία τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχει τὴν αἰτία της, κατὰ τὴν γνώμη μου, στὸ ὅτι λείψανε ἀπ᾿ αὐτὴν οἱ ποιητικὲς ψυχές, μὲ τὴν πραγματικὴ σημαία τῆς ποίησης, καὶ γέμισε ἀπὸ «πρακτικούς ἀνθρώπους, ἤγουν ἀπὸ ξεραΐλα καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

Νὰ βάλῃ κανεὶς μὲ τὸν νοῦ του καὶ ν᾿ ἀπορήσῃ τί σχέση ἔχουν αὐτοὶ οἱ «θετικοὶ καὶ πρακτικοὶ» ἄνθρωποι, οἱ λεγόμενοι φρόνιμοι καὶ ἔξυπνοι, μὲ τὸν Χριστό, ποὺ εἶπε τὰ παρακάτω λόγια: Ἂν δὲν γυρίσετε πίσω καὶ γίνετε σὰν τὰ παιδιά, δὲν θὰ μπεῖτε στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.- μὴν φροντίζετε τί θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πιῆτε καὶ τί ροῦχο θὰ φορέσετε.- Ἐγὼ σᾶς λέγω μὴν ἀντισταθεῖτε στὸν πονηρό, ἀλλὰ ὅποιος σὲ χτυπήσει ἀπὸ τὸ δεξὶ μάγουλό σου, στρέψε καὶ τ᾿ ἄλλο.- Μακάριοι ὅσοι καταδιώκονται γιὰ μένα. - Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας.- Μὴ θησαυρίζετε θησαυροὺς ἀπάνω στὴ γῆ.- Ἐμπᾶτε ἀπὸ τὴν στενὴ πύλη, γιατὶ εἶναι στενὸς καὶ θλιμμένος, ὁ δρόμος ποὺ πηγαίνει στὴ ζωή, κ᾿ εἶναι λίγοι ποὺ τὸν βρίσκουνε.- Ἀφῆστε τοὺς νεκροὺς νὰ θάψουν τοὺς πεθαμένους τους.- Δὲν ἦλθα νὰ φέρω εἰρήνη ἀλλὰ μάχαιρα.- Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ παίρνεται μὲ τὴ βία κ᾿ οἱ βιαστὲς τὴν ἀρπάζουνε».

Ποιὰ σχέση μποροῦνε νὰ ἔχουνε αὐτὰ τὰ πράγματα κι᾿ ἄλλα πολλὰ ποῦ εἶπε ὁ Χριστός, μὲ τὸ πρακτικὸ μυαλό; Τὸ πρακτικὸ μυαλὸ κοιτάζει ποιὸ εἶναι τὸ συμφέρον καὶ τὸ ὠφέλιμο γιὰ τὴν ὑλικὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴν ἀσφάλειά της· δὲ μπορεῖ νὰ πετάξει ἐλεύθερο ἐκεῖ ποὺ τὸ καλεῖ ὁ Χριστός. Μιὰ θρησκεία ποὺ παραγγέλνει κάποια πράγματα ποὺ εἶναι ὁλότελα ἀνάποδα ἀπὸ ὅ,τι νοιώθει τὸ πρακτικὸ μυαλό, μπορεῖ νὰ εἶναι γιὰ πρακτικοὺς ἀνθρώπους; Πῶς νὰ παραδεχθῇ ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος πὼς δὲν ὠφελεῖται σὲ τίποτα ἂν κερδίσῃ τὸν κόσμον ὅλον; Πῶς, αὐτὸς ὁ θετικὸς ἄνθρωπος νὰ θυσιάσει ὅλα τὰ χεροπιαστὰ τούτου τοῦ κόσμου, κυνηγώντας τοὺς ἴσκιους τῆς μέλλουσας ζωῆς; «Οἱ βιαστὲς ἁρπάζουνε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ», λέγει ὁ Χριστός. Μπορεῖ νὰ εἶναι βιαστὴς ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος, ποὺ τὰ μετρὰ ὅλα καὶ δὲν ριψοκινδυνεύει ποτέ; Πρακτικοὶ ἤτανε οἱ Φαρισαῖοι, οἱ Ρωμαῖοι, ὁ ἴδιος ὁ Ἰούδας, ποὺ φρόντιζε τόσο πολὺ γιὰ τὸ γλωσσοκόμο. Ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος δὲ μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι καχύποπτος, πονηρός, κι᾿ ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς Ἰουδαίους: «Πῶς μπορεῖτε νὰ μιλᾶτε ἀγαθά, ἀφοῦ εἶστε πονηροί»; Ἡ Σαμαρείτιδα δὲ καταλάβαινε τί τῆς ἔλεγε ὁ Χριστός, ἐπειδὴ τὸ μυαλό της ἤτανε πρακτικό, καὶ σὲ καιρὸ ποὺ τῆς μιλοῦσε γιὰ «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν τὸ ἀλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον», αὐτὴ μιλοῦσε γιὰ τὸ φυσικὸ νερό, «γιὰ νὰ μὴ διψᾷ, καὶ νὰ πηγαίνῃ στὸ πηγάδι νὰ τ᾿ ἀνεβάζῃ μὲ τὸν κουβᾶ», «ἵνα μὴ διψῶ, μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν».

Πρακτικοὶ ἤτανε οἱ Ἑβραῖοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κολλημένοι στὸ ἐπίγειο συμφέρον, καὶ γι᾿ αὐτό, ὅσα τοὺς ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, τὶς «επαγγελίες», τὶς καταλαβαίνανε γιὰ ὑλικές με τὸ ὑλικὸ φρόνημά τους...

Λοιπόν, οἱ πρακτικοὶ ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι καὶ μικρολόγοι, τὰ ζητήματα τῆς θρησκείας τὰ βλέπουνε καὶ τὰ κρίνουνε μὲ τὸν ὠφελιμιστικὸν τρόπο ποὺ δουλεύει τὸ μυαλό τους. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ ἀγαπᾶνε τὶς καινοτομίες στὴ λατρεία καὶ σὲ ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα. Αὐτοὶ θέλουνε τὴ συντόμεψη τῶν ἀκολουθιῶν, αὐτοὶ δείχνουνε ὑπερβολικὴ φροντίδα γιὰ τὰ ἀναπαυτικὰ καθίσματα τοῦ ναοῦ, γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ τάξη καὶ καθαριότητα, γιὰ τὸν συγχρονισμὸ τῆς λατρείας μὲ εὐρωπαϊκὴ μουσική, μὲ φυσικὴ σαρκικὴ εἰκονογράφηση, μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ κάθε τί ποὺ βαστᾶ ἀπὸ τὴν παράδοση, μὲ τὴν κατάργηση τελετουργικῶν διατάξεων, καὶ τέλος, μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς τῶν κληρικῶν: Κατὰ τὴν γνώμη τους τὸ ράσο πρέπει νὰ καταργηθῇ, κι᾿ ὁ παπὰς νὰ φορᾷ πανταλόνι καὶ σακκάκι ὅπως ὅλοι οἱ ἄνδρες, πρέπει οἱ ἱερεῖς νὰ κόψουν τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ γένεια τους, νὰ ξουρίσουνε τὸ μουστάκι τους, «για νὰ εἶναι καθαροί». Βλέπετε πὼς οἱ πρακτικοὶ ἄνθρωποι προσέχουνε πολύ, ὅπως εἶπα καὶ πρίν, «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος». Λοιπόν, μὲ τὶς σοφὲς καὶ βαθυστόχαστες ὑποδείξεις τους δὲν θὰ εἶναι παραμελημένοι καὶ λεροὶ σὰν τὸν ἅγιο Γιάννη, σὰν τὸν ἅγιο Ἀντώνιο, σὰν τὸν ἅγιο Χρυσόστομο, σὰν τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ μὲ τὴν γιδότριχα, ἀλλὰ θὰ κάνουνε ταχτικὰ τὸ μπάνιο τους, θὰ συχνοξουρίζονται, καὶ θὰ μοσκοβολοῦνε, ὅπως ὅλοι οἱ σημερινοὶ πολιτισμένοι, ἀκόμα κ᾿ οἱ γκάγκστερς, οἱ μεγάλοι ἀπατεῶνες, οἱ ἄνθρωποι τῶν πάρτυ, τῶν ἱπποδρομίων, τῶν πλάζ, κλπ.

Ἔγραψα πολλὲς φορὲς γιὰ τὴν περιβολὴ τῶν ἱερωμένων καὶ γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ ὄψη τους, ἀπ᾿ ἀφορμὴ κάποιων «πρακτικῶν» νεωτεριστῶν ποὺ κόπτονται γιὰ «την ἀναχρονιστικὴ καὶ βάρβαρη ἀμφίεσή τους καὶ γιὰ τὴν ἀσχήμια (πόση εὐαισθησία καὶ καιλαισθησία!) τῶν μαλλιῶν καὶ τῶν γενιῶν των». Δὲν θὰ ξαναγράψω ὅσα ἔγραψα ἄλλη φορά, περασπίζοντας τὴν ἐξωτερικὴ μορφὴ τῶν κληρικῶν μας ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς παράδοσης.

Τοῦτο μονάχα θὰ πῶ τώρα σχετικὰ μὲ τὴν παράδοση στὸ ντύσιμο τοῦ κλήρου μας: Ἂς φαντασθῇ ὅποιος θέλει, ἂν μπορῇ νὰ σταθῇ πιὰ τίποτε ἑλληνικό, ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ θὰ ἐμφανισθῇ ὁ παπὰς στὸ χωριὸ μὲ σακκάκι καὶ μὲ πανταλόνι, μὲ γραβάτα καὶ μὲ ρεπούμπλικα, ξουρισμένος καὶ μαδημένος, ὅπως εἶναι μερικοὶ ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, καὶ ἀηδιάζει κανένας νὰ βλέπη ξουρισμένους σβέρκους, μάγουλα σὰν καθαρισμένα αὐγά, προγούλια, ἔκφραση τραπεζίτη ἢ ὀπερατὲρ τοῦ κινηματογράφου, χειρονομίες καὶ φωνὲς τῆς πιάτσας, κλπ.

Σήμερα θὰ πῶ λίγα λόγια μονάχα γιὰ τὸ ράσο καὶ γιὰ τὰ γένεια, «ἀπὸ αἰσθητικῆς ἀπόψεως», ὅπως λένε κ᾿ οἱ αἰσθητικοί, ἐπειδὴ οἱ νεωτεριστὲς ποὺ φωνάζουνε πῶς πρέπει νὰ καταργηθοῦνε, λένε πῶς ἀηδιάζουνε ἀπὸ τὴν ἀσχήμια τοῦ ράσου καὶ τῶν γενείων, καὶ πὼς ὅσα λένε τὰ λένε ἐν ὀνόματι «τῆς καλαισθησίας».

Καὶ πρῶτα - πρῶτα ποιὰ εἶναι ἡ καλαισθησία στὰ θρησκευτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα; Σ᾿ αὐτὰ δὲν ὑπάρχει «καλαισθησία» κατὰ τὰ γοῦστα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ εἶναι καλὸ καὶ ἔμορφο ὅ,τι εἶναι εὐπρεπὲς καὶ σεμνό, ὅ,τι εἶναι πρέπον στὸ πνευματικὸ ἀξίωμα τοῦ ἱερέως. Ὅπως ἡ μορφὴ ποὺ ἔχουνε τόσα ἀντικείμενα εἶναι σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησία, κτίρια, εἰκόνες, ψαλμός, σκεύη, βιβλία, ἄμφια, ποὺ εἶναι τέτοια, ὥστε νὰ ἀνεβάζουν τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ στὸν πνευματικὸ κόσμο, σὰν νὰ εἶναι σύμβολα ἱερὰ καὶ ὑπομνήματα στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, «ἀναγωγικὰ» ἀπὸ τὸν ὑλικὸ στὸν φθαρτὸ κόσμο στὸν πνευματικὸ καὶ ἄφθαρτον τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἔτσι καὶ ἡ ἀμφίεση κ᾿ ἡ ὄψη τῶν κληρικῶν, πρέπει νὰ δείχνῃ τὸ πνευματικὸ ἀξίωμά τους. Ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ποὺ ζοῦσαν πρὸ Χριστοῦ, οἱ ἱερεῖς, οἱ μάντεις, οἱ πυθίες, εἴχανε ἰδιαίτερη στολὴ κ᾿ οἱ ἄντρες εἴχανε καὶ γένεια καὶ μαλλιά, ὥστε νὰ δυναμώνῃ μὲ τὴ μορφὴ καὶ τὸ πνευματικὸ ἐπιβάλλον τους. Οἱ Ἕλληνες ποὺ ἐκτιμήσανε τὴ μορφὴ μέχρι λατρείας, δίνανε μεγάλη προσοχὴ σ᾿ αὐτὰ ποὺ τὰ νομίζουνε «ἄνευ σημασίας καὶ πάρεργα» οἱ εὐρύνοες καὶ ἐλευθερόφρονες πρακτικοὶ χριστιανοὶ μὲ τὸ θετικὸ μυαλό τους. Τουλάχιστον δὲν φαντάζονται πὼς κ᾿ ἕνα λιοντάρι στὴ φυσική του κατάστασή του, ποὺ τὸ στόλισε ὁ Θεὸς μὲ τὴ μεγαλοπρέπεια τῆς χαίτης του, θὰ γίνη σὰν ἕνα ψωρόσκυλο, ἂν τὸ κουρέψουνε; Μήτε ἕνα τόσο πρακτικὸ πράγμα δὲν βάζουνε στὸν νοῦ τους αὐτοὶ οἱ «πρακτικοὶ» κύριοι; Μὰ τέτοια κεφάλια δὲν γεμίζουνε μήτε μὲ χίλια πράγματα ποὺ μπορεῖ νὰ πῇ κανένας ἀπάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα.
Ἀλλὰ ὅπως εἶπα καὶ παραπάνω, ἂς πάρουμε τὸ πράγμα κι᾿ ἀπὸ τὴ μεριὰ «τῆς καλαισθησίας», γιατὶ τώρα τελευταῖα οἱ πρακτικοὶ νεωτεριστὲς γυρίσανε τὸ τραγούδι τοῦ ράσου καὶ τῶν γενειῶν στὴν αἰσθητική, ἴσως ἐπειδὴ ἡ ἐποχή μας ποὺ εἶναι ἡ πιὸ ἀκαλαίσθητη, δίνει μεγάλη σημασία στὴν «αἰσθητικὴ» καὶ στὸ «καλὸ γοῦστο».

Θά ῾θελα νὰ γράψω ἕνα φυλλάδιο ὁλόκληρο ποὺ νἄχῃ γιὰ τίτλο «Η ἀκαλαισθησία ὁμιλοῦσα περὶ αἰσθητκῆς». Νὰ τὸ γράψω μάλιστα στὴν καθαρεύουσα, ὥστε νὰ εἶναι σύμφωνο μὲ κείνους ποὺ μοῦ δώσανε ἀφορμὴ γιὰ νὰ γράψω.

Λοιπόν, ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀποτροπιάζονται τὸ ράσο καὶ τοὺς γενειοφόρους ἱερεῖς, στὄνομα τῆς καλαισθησίας; Ἀπάντηση; Κατὰ κανόνα εἶναι οἱ πιὸ ἀκαλαίσθητοι, οἱ ἄνθρωποι τοῦ «κακοῦ γούστου», ποὺ δὲν ἔχουνε καμία σχέση μὲ τὴν τέχνη, καὶ μήτε κἂν μὲ τὴ συνηθισμένη καλαισθησία. Μπῆτε στὰ σπίτια τους καὶ στὰ γραφεῖα του καὶ θὰ φρίξετε. Ἀρχιτεκτονική, ἔπιπλα, εἰκόνες, βιβλία, βάζα, πολύφωτα, ὅλα σε σπρώχνουνε νὰ βγῇς ἔξω. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ σοῦ κάνῃ τὴ μεγαλύτερη ἐντύπωση, εἶναι κανένα ἐλεεινὸ κάντρο μὲ ἐλεεινότερη κορνίζα, κρεμασμένο ἀπάνω ἀπὸ τὸ γραφεῖο ἢ ἀπὸ τὸ κρεβάτι, ποὺ θὰ παριστάνῃ κενέναν «γλυκὺν Ἰησοῦν» γεμάτον ζαχαρίνη, μ᾿ ἐκεῖνο τὸ μειδίαμα ποὺ παραγγέλνουν οἱ φωτογράφοι στοὺς πελάτες μπροστὰ στὸ φακό, μὲ ρεφλεδάκια στὸ πρόσωπο, μὲ μαλλιὰ ποὺ ἔχουνε γίνει μποῦκλες στὸ κομμωτήριο, μὲ κινηματογραφικὲς χειρονομίες κλπ.
Ὅποτε τυχαίνει νὰ συναπαντήσω κανέναν παπᾶ, καὶ πρὸ πάντων ἂν τύχῃ νὰ εἶναι εὐμορφάνθρωπος, στέκουμαι καὶ τὸν θαυμάζω γιὰ τὴν μεγαλοπρέπειά του, γιὰ τὸ ἐπιβάλλον καὶ μαζὶ γιὰ τὴν σεμνότητα ποὺ ἔχει ἡ ὄψη του, καὶ γιὰ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ ἔχει τὸ παρουσιαστικὸ καὶ ἡ ἀμφίεσή του. Ἱερὸ πρόσωπο! Ἀλλὰ καὶ τί γραφικότητα ἔχει ὅλο τὸ παράστημά του. Εἶμαι ζωγράφος, τὸ μάτι μου εἶναι ἀκονισμένο στὸ τί εἶναι γενικὰ τὸ ἔμορφο, κι᾿ ὄχι μοναχὰ δὲν βρίσκω κανένα ψεγάδι ἀπάνω του, ἀλλὰ καὶ τὸν θαυμάζω. Καὶ νὰ συλλογίζεσαι πῶς ὑπάρχουν κάποιοι Ἕλληνες, καὶ θεολόγοι μάλιστα, ποὺ ξυνίζουνε τὰ μοῦτρα τους, ποὺ τὸν βρίσκουνε «ἀντιαισθητικόν»! Ἀντιαισθητικὸν βρίσκουνε τὸν Ὅμηρο, τὸν μάντη Τειρεσία, τὸν Μέντορα, τὸν Ἀχιλλέα μὲ τὰ μαῦρα στριφτὰ γένια, τὸν Θεμιστοκλῆ, τὸν ἅγιο Βασίλειο, τὸν ἅγιο Λουκιανὸ ποὺ τὸν εἶδε καὶ τἄχασε ὁ σκληρὸς Διοκλητιανός, τὸν ἅγιο Νικόλαο, τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Παλαιολόγο, τὸν Θανάση Διάκο, τὸν Παπαφλέσσα, τὸν Ἡσαΐα Σαλώνων, τέλος βρίσκουνε ἄσχημο τὸν πνευματικὸ λέοντα μὲ τὴν φυσικὴ χαίτη του, καὶ ἔχουνε γιὰ ὄμορφον ἐκεῖνον τὸν μαδημένον, ποὺ εἶναι σὰν τὸ κριάρι ποὺ τὸ κουρέψανε καὶ γίνηκε ἀγνώριστο, μὲ τὰ στραβὰ ποδάρια του, μὲ τὸ λαιμὸ τῆς γαλοπούλας καὶ μὲ τὸ κωμικὸ μούσι! Μὴ χειρότερα! Ποὺ μπορεῖ νὰ φτάσῃ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ξιπασιὰ γιὰ νὰ φανῆ εὐρωπαϊσμένος! Ἐμεῖς ποὺ κάτι γομᾶμε ἀπὸ τέχνη, νοιώθουμε αὐτὰ τὰ αἰσθήματα, κ᾿ οἱ ἀπελέκητοι καὶ κακόγουστοι «ἀχαλοῦν γιὰ τὴν ἄκομψον καὶ βάρβαρον ἐμφάνισιν τῶν κληρικῶν»! Ποιοί; ἐκεῖνοι ποὺ τὸ μάτι τους θέλει νὰ βλέπει τριμμένα κι᾿ ἀνέκφραστα σχήματα.

Ἀλλὰ καὶ κακοφτιαγμένος νὰ εἶναι ὁ παπάς, μὲ τὸ ντύσιμό του παρουσιάζεται εὐπρεπισμένος, παρὰ ἂν φοροῦσε σακκάκια καὶ πανταλόνια: μὲ τὰ γένια καὶ τὰ μαλλιὰ κρύβονται οἱ ἀσχήμιες τοῦ κεφαλιοῦ, τὰ προγούλια, οἱ σβέρκοι, τὰ πλατειὰ χείλια, τὰ παχειὰ μάγουλα. Βάλε καὶ τὸ καλυμαύχι, ποὺ εἶναι ἕνα θαυμάσιο κάλυμμα, καὶ ποὺ γίνεται πιὸ θαυμάσιο με τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο*. Τὰ κουσούρια (ἐλαττώματα) πάλι ποὺ ἔχει τυχὸν τὸ σῶμα ἑνὸς κληρικοῦ κρύβουνται καὶ μετασχηματίζονται ἀπὸ τὰ ράσα, οἱ κοιλιές, τὰ στραβὰ πόδια, τὰ μακρυὰ χέρια, ἡ καμπούρα, κ.ο.κ. Ὅλα ντύνουνται μὲ εὐπρέπεια καὶ πνευματικὴ ἀρχοντιά, μπροστὰ στὰ στενὰ καὶ στὰ μεσάτα των καθολικῶν, τὰ κλὸς καὶ τὰ μοδιστράδικα πλισσέ. Οἱ παπάδες μας εἶναι σὰν πνευματικοὶ ἄρχοντες. Δόξα σοι ὁ Θεὸς ποὺ βλέπουμε ἀκόμα τέτοιες βιβλικὲς μορφὲς στὸν αἰώνα τῆς μονοτονίας, τῆς ἀνέκφραστης ὁμοιομορφίας καὶ τῆς ἀντιπνευματικῆς πεζότητας! Ὡστόσο, κ᾿ ἐκεῖνοι ποὺ δὲν χωνεύουν τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ ράσα, μιλοῦμε συχνὰ μὲ γεροντοκοριτσίστικη ἔκσταση γιὰ κάποιες «βιβλικές μορφές». Θέλεις μῆλον ἔπαρε, θέλεις κυδώνι λάβε, ποὺ λέγει καὶ ἡ παροιμία.

Τὸ πόσο στολίζουν τὰ γένεια ἕνα ἱερὸ πρόσωπο καὶ τοῦ δίνουνε εὐπρέπεια καὶ πνευματικὸ ἀξίωμα, τὸ δείχνει ἀνάμεσα σὲ ἄλλα καὶ τὸ ἄγαλμα τοῦ Μωϋσῇ ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Ἄγγελο. (Τὸ γράφω αὐτὸ γιὰ τοὺς δυτικόπληκτους). Ἐνῶ κατὰ τὴν ἀρχαία παράδοση ὁ Μωϋσῆς παριστάνεται σπανὸς μὲ λίγες ἀραιὲς τρίχες στὸ πηγούνι, ὁ Μιχαὴλ Ἄγγελος. δηλ. ἕνας τεχνίτης κατόλικος, ποὺ ἔβλεπε γύρω τοὺς ξουρισμένους κληρικούς, τὸν ἔκανε μὲ μακρυὰ καὶ μπλεγμένα γένεια καὶ μὲ πολλὰ σγουρὰ μαλλιά, γιὰ νὰ δώσῃ χαρακτήρα ὑπερανθρώπου καὶ ἱερατικόν, ὅπως στὸν Σαβαώθ, στοὺς Πατριάρχες καὶ στ᾿ ἄλλα σεβάσμια πρόσωπα τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Κάποιος γνωστός μου κληρικὸς ποὺ ταξίδεψε πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια στὴ Συρία καὶ στὸ Λίβανο, μοῦ ῾λεγε πῶς τοῦ εἶπε ἕνας ἀρχιμανδρίτης Σῦρος πὼς ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰορδανίας Ἀβδουλλάχ, ἔλεγε στὸν μακαρίτη Πατριάρχη Ἀντιοχείας: «Ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχετε στὸ παρουσιαστικό σας κάποιο πράγμα ποὺ μᾶς κάνει, ἐμᾶς τοὺς μουσουλμάνους, νὰ νοιώθουμε σεβασμό. Ἐνῷ ἐκεῖνοι οἱ φραγκοπαπάδες μᾶς φαίνουνται σὰν πράκτορες ὑπόπτων ὑποθέσεων». Ἀλλὰ καὶ κάποιοι ἱερεῖς μας ποὺ πήγανε σὲ ξένες χῶρες χριστιανικὲς τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς, μὲ τὰ ράσα καὶ τὰ γένεια, ὅπως κάνουνε ὁ Ρῶσοι, ἤτανε σεβάσμιοι γιὰ τοὺς ντόπιους, ἐνῶ στοὺς κουρεμένους φραγκοφορεμένους δικούς μας δὲν δείχνανε κανένα σεβασμὸ σὰν σὲ θρησκευτικοὺς ἀνθρώπους. Πολλοὶ ξένοι μοῦ τὸ τονίσανε αὐτό, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ποὺ στέλνει στὶς παροικίες παπάδες, ἔχει ξεπέσει στὴν συνείδηση τῶν ξένων. Ἐξ ἄλλου, τὸ κοστούμι κ᾿ ἡ γραβάτα ἔχει μεγάλη ἐπίδραση στὸ ἦθος τῶν κληρικῶν μας ποὺ τὰ φορᾶνε.**.

Ἕνας εὐλαβὴς ἱερεύς, γνωστός μου, μοῦ ἔλεγε πὼς ὅταν τὸ βράδυ βγάλῃ τὰ ράσα γιὰ νὰ κοιμηθῇ, δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, καὶ θαρρεῖ πῶς ἡ θεία χάρη ποὺ νοιώθει ὅταν τὰ φορῇ, φεύγει ἀπὸ πάνω του.

Ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς ἢ ὁ ἀστυνόμος ποὺ ὑπηρετεῖ τὴν ἐπίγεια ἐξουσία, φορεῖ τὴ στολή του γιὰ νὰ γνωρίζεται, ἔτσι κι᾿ ὁ ἱερωμένος, καὶ πολὺ περισσότερο, γιατὶ ὑπηρετεῖ τὴν οὐράνια ἐξουσία πρέπει νὰ φορεῖ τὴν στολή του, κι᾿ ὄχι νὰ ντρέπεται, ὅπως κάνουνε ἐκεῖνοι ποὺ δὲν θέλουν τὸ ράσο. Ἂν βγάζανε τὴν ἱερατικὴ περιβολή τους οἱ παπάδες καὶ βάζανε πολιτικά, θὰ βλέπανε τί περίπαιγμα θὰ παθαίνανε ἀπὸ τοὺς ἄθρησκους, προπάντων στὴν ἐπαρχία. Γιατὶ τὸ ράσο εἶναι ἀσπίδα.

Γιὰ τοῦτο, πῶς ἀλλοίμονο ἂν παρουσιασθῇ ὁ παπὰς στὸ χωριὸ μὲ πανταλόνια καὶ μὲ γραβάτα, καὶ τὸ καλοκαίρι μὲ κοντὰ μανίκια! Ὢ τί δυστυχία! Ὢ διάλυση τῶν πάντων! Τί Ἑλλάδα μπορεῖ νὰ σταθῇ πιά; Ὅλα θὰ διαλυθοῦνε. Ὁ παπὰς στὸ χωριὸ εἶναι σύμβολο. Σύμβολο θρησκευτικὸ καὶ ἐθνικό, ἂς εἶναι καὶ ἀγράμματος, ὁ πιὸ ἀπελέκητος. Τὸ ράσο θυμίζει στὸν λαὸ τὴν ἱστορία του, τὶς θυσίες του, τοὺς πόνους του, τὶς χαρές του, καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸ ράσο τὸν ζεσταίνει, τοῦ δίνει φρόνημα, πίστη, πεποίθηση, ἐμπιστοσύνη κι᾿ ἀγάπη στὴ φυλή του. Αὐτοὶ ποὺ θέλουνε νὰ καταργήσουνε τὸ ράσο καὶ νὰ μοντερνίσουνε τὴν ἀρχαία ὄψη τοῦ παπᾶ, συλλογιστήκανε καλὰ τί ζητᾶνε; Ἂς έρωτήσουν τοὺς ξενητεμένους Ἕλληνες τί χαρὰ καὶ τί κατάνυξη νοιώθουν ὅταν ἀντικρύσουν, στὶς χῶρες ποὺ ζοῦν, κάποιον ἱερέα μας μὲ γένεια καὶ μὲ ράσο. Εἶδα κάπου νὰ γράφει ἕνας διάκος εὐσεβὴς ὅτι σὲ ἕνα γράμμα ποὺ ἔλαβε ἀπὸ ἕναν γνωστό του νέον, ἀλλὰ ἔγγαμον ἱερέα, ποὺ ὑπηρετεῖ στὴν Τασμανία τῆς Αὐστραλίας, ἔγραφε τὰ παρακάτω λόγια: «τὸ εὐχάριστο εἶναι ὅτι κατώρθωσα νὰ διατηρῶ τὰ ράσα καὶ τὰ γένειά μου, καὶ οὕτω ἀπολαμβάνω σεβασμοῦ καὶ πολλῆς ἐκτιμήσεως ἀπὸ τοὺς ὁμογενεῖς της Τασμανίας».

Ἀλλὰ ἂς γυρίσουμε γιὰ λίγο ἀκόμα σὲ ἐκείνους ποὺ δὲ μποροῦνε νὰ χωνέψουνε τὸ ράσο καὶ τὰ γένεια τῶν ἱερέων ἀπὸ τὴ μεγάλη «αἰσθητική» καλλιέργεια ποὺ ἔχουνε.

Ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς, ποὺ εἶναι τώρα μακαρίτης κ᾿ ἤτανε τότε ποὺ ζοῦσε καθηγητὴς σπουδαῖος της Θεολογίας, μὲ προσκάλεσε στὸ σπίτι του γιὰ νὰ μοῦ δείξῃ τὰ «καλλιτεχνήματα» ποὺ εἶχε... Δὲν ἔβλεπα τὴν ὥρα καὶ τὴν στιγμὴ νὰ φύγω ἀπὸ κεῖ μέσα καὶ σὰν βγῆκα, ἔκανα τὸν σταυρό μου, ἀνασαίνοντας βαθειά, καὶ εὐχαρίστησα τὸν Κύριο ποὺ δὲν μὲ ἀξίωσε νὰ γίνω σοφὸς καθηγητής. Λοιπόν, ἐκεῖνος ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος, ἐκεῖνος ὁ ψυχικὸς ξέρακας ποὺ περνοῦσε γιὰ σοφός, δὲν χώνευε μήτε τὰ ράσα, μήτε τὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφία, μήτε «την βάρβαρον βυζαντινὴν μουσικήν, ἠνάλωσε δὲ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ μέχρι τοῦ θανάτου του, μοχθήσας διὰ τὴν συγχρόνισιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν τεχνῶν»! Θεὸς συχωρέστον.

* Κ᾿ ἡ μίτρα τοῦ δεσπότη (ἡ κορόνα) εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον ἐπιβλητικὰ καὶ θαυμαστὰ καλύμματα, μ᾿ ὅλο ποὺ εἶναι ρώσικη. Ἐνῶ ἡ τιάρα τῶν καρδιναλίων ἐκφράζει ἀλαζονεία καὶ σατανικότητα, εἶναι καὶ κακοῦ γούστου κατασκεύασμα.

** Κάποιος πολύξερος καὶ σπουδασμένος καὶ ποὺ γνωρίζει καλὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, μοῦ ἔλεγε πὼς ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἱερωμένοι μας βγάλανε τὰ ράσα, πλήθηνε ἡ κακοήθεια τοῦ κλήρου σὲ κείνη τὴ χώρα ποὺ κατοικοῦσε.

Συνταγὴ Θεραπείας τῶν Παθῶν

Συνταγὴ Θεραπείας τῶν Παθῶν

1. Νὰ μην ἒχεις μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἐαυτόν σου.

2. Νὰ πάρεις τὰ φύλλα τῆς ὐπομονῆς, τής ταπεινώσεως τοῦ
    χρυσοβαλάμου (μικροῦ θάμνου ποὺ δὲν τοῦ δίνει δηλαδή
    καμία σημασία)

3. Τὴν εὐχή τῶν ἀρρώστων ποὺ θὰ περιποιηθεῖς.

4. Ὃλα αὐτά ρίχτα στό γουδί τῆς ὐπακοῆς καὶ τρίφτα.

5. Βάλτα ἐν συνεχεία στὸ κόσκινο τῶν καθαρῶν λογισμῶν
    δηλαδή νὰ ἒχεις ἀπλότητα, ἀπονηρία, θετικὴ σκέψη.
 
6. Θὰ βάλεις ὂλα μέσα στὴν καθαρὴ χύτρα τοῦ ἐαυτοῦ σου στὴν
    ἀπαλαγμένη ἀπό τὰ πάθη.

7. Θὰ προσθέσεις τό νερό της αγάπης.

8. Κάτω ἀπό τὴν χύτρα ἂναψε τὴν φλόγα τῆς άγάπης ἀπό τὸν
    Θεόν.

9. Ὃταν τὰ βράσεις ἀρκετά ἂδειασέ τα μὲ πνευματική διάκριση
    στὸ πιάτο τῆς ὀφελείας.

10. Νὰ κοιτάς πάντοτε τὶ σημαίνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ
     εὐάρεστο.

11. Φάγε από αυτό μὲ τὸ κουτάλι τῆς καταλύσεως καὶ μὴν
     ἀλλάξεις τρόπο ζωῆς ὂσο ζεῖς.

ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Προσευχή

ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Αθανάσιος πάμμαχον Συνάς παγκράτιον

Πατέρα επουράνιε,  γλυκέ μου Φωτοδότη
στη πλανεμένη πίστη τους,  δώσε τους μια αχτίδα.
Να δουνε φώς αληθινό,  Πατέρων να μην έχουν
κατάρες και ανάθεμα,  δώσε τους μια ελπίδα.
Ευλόγησε Πατέρα μου,  να μην χαθούν στη πλάνη
και τους παρασύρουνε,  παπάδες κολασμένοι.
Παπάδες που αρνήθηκαν,  την ορθή μας πίστη
και κόλαση αιώνια,  τώρα τους περιμένει.
Τον αδελφό μου Έλληνα,  προστάτεψε Χριστέ μου
και Άγγελο σου φωτεινό,  στείλε να τον προσέχει.
Τη Πατρίδα μου Χριστέ,  δώσε την ευχή σου
βάρβαρους αφεντικά,  ποτέ ξανά μην έχει.
Δώσε αγάπη στις καρδιές,  χέρια ελεημοσύνης,
όπως εσύ αγάπησες, όλους στην οικουμένη.
Το θαύμα κάνε Ύψιστε,  Άγιε μου Πατέρα,
πόνο σκλαβιά ο Έλληνας,  πια να μην υπομένει.

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Ἀνέστη Χριστός, Ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ

Ἀνέστη Χριστός, Ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ


Φώτιος Κόντογλου


Η πίστις τοῦ χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ σὰν τοὸ χρυσάφι στὸ χωνευτήρι. Ἀπ’ όλο το Εὐαγγέλιο η Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ είναι το πλέον απίστευτο πράγμα, ολότελα απαράδεκτο από το λογικό μας, αληθινό μαρτύριο για δαύτο. Μα ίσια-ίσια, επειδή είναι ένα πράγμα ολότελα απίστευτο, για τούτο χρειάζεται ολόκληρη η πίστη μας για να το πιστέψουμε. Εμείς οι άνθρωποι λέμε συχνά πως έχουμε πίστη, αλλά την έχουμε μονάχα για όσα είναι πιστευτά απ’ το μυαλό μας. Αλλά τότε, δεν χρειάζεται η πίστη, αφού φτάνει η λογική. Η πίστη χρειάζεται για τα απίστευτα.


Οι πολλοί άνθρωποι είναι άπιστοι. Οι ίδιοι οι μαθητάδες του Χριστού δεν δίνανε πίστη στα λόγια του δασκάλου τους όποτε τους έλεγε πως θ’ αναστηθεί, μ’ όλο το σεβασμό και την αφοσίωση που είχαν σ’ Αυτόν και την εμπιστοσύνη στα λόγια του. Και σαν πήγανε οι Μυροφόρες την αυγή στο μνήμα του Χριστού, κι είδανε τους δυο αγγέλους που τις μιλήσανε, λέγοντας σ’ αυτές πως αναστήθηκε, τρέξανε να πούμε τη χαροποιά την είδηση στους μαθητές, εκείνοι δεν πιστέψανε τα λόγια τους, έχοντας την ιδέα πως ήτανε φαντασίες: «Και εφάνησαν ενώπιον αυτών ωσεί λήρος (τρέλα) τα ρήματα αυτών, και ηπίστουν αυταίς»…


Βλέπεις καταπάνω σε πόση απιστία αγωνίσθηκε ο ίδιος ο Χριστός; Και στους ίδιους τους μαθητάδες του. Είδες με πόση μακροθυμία τα υπόμεινε όλα; …Και μ’ όλα αυτά, ίσαμε σήμερα οι περισσότεροι από μας είμαστε χωρισμένοι από τον Χριστό μ’ ένα τοίχο παγωμένον, τον τοίχο της απιστίας. Εκείνος ανοίγει την αγκάλη του και μας καλεί κι εμείς τον αρνιόμαστε. Μας δείχνει τα τρυπημένα χέρια του και τα πόδια του, κι εμείς λέμε πως δεν τα βλέπουμε. Εμείς ψάχνουμε να βρούμε στηρίγματα στην απιστία μας για να ικανοποιήσουμε τον εγωϊσμό μας, που τον λέμε Φιλοσοφία και Επιστήμη. Η λέξη Ανάσταση δεν χωρά μέσα στα βιβλία της γνώσης μας… Γιατί «η γνώση τούτου του κόσμου, δε μπορεί να γνωρίσει άλλο τίποτα, παρεκτός από ένα πλήθος λογισμούς, όχι όμως εκείνο που γνωρίζεται με την απλότητα της διάνοιας».

Ναι, εκείνους που έχουνε αυτή την ευλογημένη απλότητα της διάνοιας, τους μακάρισε ο Κύριος, λέγοντας: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστι η βασιλεία των ουρανών. Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Και στον Θωμά, που γύρευε να τον ψηλαφήσει για να πιστέψει, είπε: «Γιατί με είδες Θωμά, για τούτο πίστεψες; Μακάριοι είναι εκείνοι που δεν είδανε και πιστέψανε».



Ας παρακαλέσουμε τον Κύριο να μας δώσει αυτή την πλούσια φτώχεια, και την καθαρή καρδιά, ώστε να τον δούμε νὰ ἀναστήνεται για να αναστηθούμε κ εμείς μαζί του.


Αυτή η ανηξεριά (η άγνοια) είναι ανώτερη από τη γνώση: «Αύτη εστίν η άγνοια η υπερτέρα της γνώσεως». Καλότυχοι και τρισκαλότυχοι εκείνοι που την έχουνε.


Χριστός Ἀνέστη!


Πηγή: http://oode.wordpress.com/2012/04/19/kontogl/

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ 15ου ΚΑΝΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΔΕΥΤΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

http://agiooros.org/viewtopic.php?f=14&t=6479

DOWNLOAD IT FOR FREE AT THIS WEBSITE!

Χριστὲ τὸ Φῶς τὸ Ἀληθινόν

Χριστὲ τὸ Φῶς τὸ Ἀληθινόν

Χριστέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν,
τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πᾶντα
ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον,
σημειωθήτω ἐφ' ἡμᾶς τὸ φῶς
τοῦ προσώπου Σου, ἲνα ἐν αὐτῷ
ὀψώμεθα φῶς τὸ ἀπρόσιτον.
Καὶ κατεύθυνον τὰ διαβήματα ἡμῶν
πρὸς ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν Σου.
Πρεσβείαις τῆς Παναχράντου Σου
Μητρὸς καὶ πάντων Σου τῶν Ἀγίων.

Ἀμήν.

Μὲ τὰ λόγια τῆς προσευχῆς αὐτῆς, ὀμιλοῦμε στὸ δεύτερο πρόσωπον 

τῆς Ἁγίας Τριάδος, στὸν Χριστόν. Τοῦ ζητοῦμε νὰ φωτίσει τὶς ψυχές 
μας μὲ τὸ ἰδικόν Του φῶς καὶ νὰ καθοδηγήσει τὶς νέργειές μας στὴν 
ἐκτέλεσιν τῶν ἐντολῶν Του.

Άγιος Κοσμάς ὀ Αἰτωλός

Άγιος Κοσμάς ὀ Αἰτωλός

Μας έκαμεν ο πανάγαθος Θεός, αδελφοί μου, ανθρώπους και δεν μας έκαμε ζώα. Μας έκαμε τιμιωτέρους από όλον τον κόσμον. Μας έδωκεν ο πανάγαθος Θεός, αδελφοί μου, τα μάτια, να βλέπωμεν τον ουρανόν, τον ήλιον, την σελήνην και τα άστρα και να λέγωμεν: Ώ Θεέ μου, εάν ο ήλιος, οπού είναι πλάσμα σου, είναι τόσον λαμπρός, αμή το άγιόν Σου όνομα, οπού είσαι ποιητής του ουρανού και της γης, ποιητής και πλάστης, πόσον είσαι λαμπρότερος; Ώ Θεέ μου, αξίωσόν με να σε απολαύσω. Μας έδωσεν, αδελφοί μου, τον νουν εις την κεφαλήν μας, και είναι ο νους μας ωσάν μέσα εις ένα πιάτο, να βάνωμεν όλα τα νοήματα του Ευαγγελίου και όχι να βάνωμεν μύθους και φλυαρίσματα της τέχνης του διαβόλου. Μας έδωκε τα αυτιά, να ακούωμεν την θείαν Λειτουργίαν οπού ιερουργεί ο ιερεύς μέσα εις την εκκλησίαν. Μας έδωκε το στόμα, να δοξάζωμεν τον Κύριόν μας, να λέγωμεν το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, διά της Θεοτόκου και πάντων των Αγίων ελέησόν μας και συγχώρησόν μας τους αμαρτωλούς και αναξίους δούλους σου», και να εξομολογούμεθα με πίστιν καθαράν, και να μεταλαμβάνωμεν τα Άχραντα Μυστήρια με πίστιν καθαράν και φόβον και τρόμον. Έτσι μας θέλει, αδελφοί μου, ο Θεός.

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ
 
Αθανάσιος πάμμαχον Συνάς παγκράτιον

Ο Βασιλιάς διέταξε μέγα Ναό να χτίσουν,
να μην υπάρχει όμοιος, σ’ όλη την οικουμένη,
άνθρωποι να τον φτιάξουνε, να τον θεμελιώσουν,
να τελειώσει γρήγορα, για να τον Λειτουργήσουν.

Τότε ο Θεός του έστειλε της Δόξης του Αγγέλους,
η σκέπη των πτερύγων τους δύναμη να τους δίνει,
δροσιά ουράνιου ποταμού, τη δίψα να ποτίζει,
τα σύννεφα τα βροχερά, μην στάξουν μια σταγόνα.

Και η Εκκλησιά τελείωσε, Αγιά Θεού Σοφία,
ο Ανθέμιος κι ο Ισίδωρος, Θαυμάζουνε με δέος,
αυτό που φτιάξαν να γενεί, μέγας Ναός Κυρίου,
έργο λαμπρό μοναδικό, Οίκος Θεού της Δόξης.

Ο Βασιλιάς σαν το κοιτά δεν κρύβει τη χαρά του,
ευθύς προστάζει να γενεί μεγάλο πανηγύρι,
κοιτάει ψηλά στον ουρανό, κοιτά την Εκκλησιά του,
κι ευθύς φωνάζει δυνατά, σε νίκησα Σολομώντα.

Πέρασαν χρόνια και καιροί, κι η Εκκλησιά εάλω,
ήτανε θέλημα Θεού, η Πόλις να τουρκέψει.
Το ξερε η Μάνα Παναγιά, το ξέραν οι Αγγέλοι,
πως άπιστοι του Πέραντος θ΄ ανοίξουνε τις πύλες.

Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι, φυλής καταραμένης,
που μόνο σκοπό και μέλημα έχουνε το χρήμα,
κι αντίχριστο τους βασιλιά, να έρθει περιμένουν,
ήταν αυτοί που σταύρωσαν, τον Μέγα Ζωοδότη.

Μα ο Πανάγαθος Θεός, ο Μέγας παντογνώστης,
που ξέρει τα μελλούμενα, τι θα γενεί στη πλάση,
Μαρμαρωμένο Βασιλιά τώρα θε να σηκώσει,
που στέκεται ακοίμητος με το σπαθί στο χέρι.

Και Δοξασμένος, Άγιος, ο Μέγας Αυτοκράτωρ,
με του Θεού τη δύναμη, και με στρατιές Αγγέλων,
θα ξανακάνει αγρυπνιά και εορτή μεγάλη,
τα σήμαντρα θα αντηχούν, θα ψέλνουν οι καμπάνες.

Αγίασμα θα στάζουνε τα μάτια των Εικόνων,
καθώς θ’ ακούν το Βασιλιά να ψάλει Υπερμάχω,
κι η Παναγιά θα ευλογεί τον Άγιο Βασιλιά μας,
δεν πρόκειται ν’ αφήσει πια, ξανά την Πόλη να εάλω. 
ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς

Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς
... Τό δόγμα περί τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα εἶναι ὄχι μόνο αἵρεσις, ἀλλά παναίρεσις...

... Τό δόγμα αὐτό αἶναι ἡ αἵρεσις τῶν αἱρέσεων, μία ἄνευ προηγουμένου ἀνταρσία κατά τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ...

Τά πάντα δῶσε γιά τόν Χριστό, τόν Χριστό μή δώσεις γιά τίποτε.

Ἡ παιδεία χωρισμένη ἀπὸ τὴν ἁγιότητα, ἀντίθετη μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, γίνεται μὶα τραγικὴ ματαιοπονία. Τὸ περισσότερο ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει ἡ ἐπιφανειακή, ἐξωδερμικὴ παιδεία γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ τὸν μεταβάλει σ’ ἕνα εὐγενικὸ ἄνθρωπο.

Χωρὶς τοὺς ἁγίους δὲν ὑπάρχουν ἀληθινοὶ διδάσκαλοι καὶ παιδαγωγοὶ οὔτε ἀληθινὴ παιδεία.

Μόνον ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἠμπορεῖ νὰ κατανοηθῇ καὶ νὰ ἐξηγηθῇ καὶ νὰ γίνῃ παραδεκτὸς ὁ ἅγιος βίος τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ. Διότι τὸ πᾶν σ’ αὐτοὺς εἶναι ἐκ τοῦ Θεοῦ.

Μόνο ὁ νοῦς ὁ καθαρμένος ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἀπὸ τὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας, ὁ ἁγιασμένος μὲ τὴν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι σὲ θέσι νὰ αἰσθανθῇ, νὰ ἐννοήσῃ καὶ νὰ ἀγαπήσῃ, ὅ,τι εἶναι ἅγιο καὶ νὰ ζήσῃ δι’ αὐτοῦ καὶ χάριν αὐτοῦ. Μόνο οἱ καθαροὶ μποροῦν νὰ γνωρίσουν τὸν Μόνο Καθαρό.

Έργο Κύριο έργο του διαβόλου, μετά την πτώση του


Έργο Κύριο έργο του διαβόλου, μετά την πτώση του
 
Κύριο έργο του διαβόλου, μετά την πτώση του, είναι νά εναντιώνεται συνεχώς στό θείο θέλημα. Μισεί θανάσιμα τά δημιουργήματα του Θεού και ιδιαίτερα τους ανθρώπους, τους πλασμένους «κατ' εικόνα και καθ' όμοίωσιν» τον Δημιουργού. 'Αποστάτης ό ίδιος, αφού μέ δόλο παρέσυρε στην αποστασία καί τόν άνθρωπο, αγωνίζεται από τότε μέ κάθε τρόπο νά τόν κρατάει μακριά από τόν Θεό.

 
Ο Χριστός, μέ την ενανθρώπηση Του, έδωσε στους άνθρώπους τη δυνατότητα όχι μόνο της επιστροφής στό «άρχαίον κάλλος» αλλά καί τής θεώσεως. Ό διάβολος, όμως, άν καί αδύναμος τώρα, συνεχίζει νά παρασύρει μέ δόλο τά αγαπημένα πλάσματα του Θεού στην αμαρτία, προσπαθώντας μέ τόν τρόπο αυτό νά ματαιώσει τό άπολυτρωτικό έργο του Κυρίου. "Εχει κηρύξει, λοιπόν, εναντίον των ανθρώπων φοβερό καί αμείλικτο πόλεμο, όχι μόνο άπό μίσος, αλλά καί άπό φθόνο. Δέν μπορεί νά ανεχθεί τή δόξα καί τή θεία μακαριότητα πού περιμένει τους αγωνιστές. Γι' αυτό σπέρνει ανάμεσα τους τό κακό, τους παρακινεί στην αμαρτία και τους εμπνέει τήν απιστία προς τήν αλήθεια καί τήν αγάπη του Θεού. Σύμφωνα, μάλιστα, μέ μιά παραβολή του Ευαγγελίου, ό διάβολος είναι ό εχθρός πού έσπειρε ζιζάνια στον αγρό, όπου ό Κύριος έσπειρε καθαρό σιτάρι (βλ. Ματθ. 13:24-25).
Τό κακό συνιστά τήν καθημερινή τροφή του διαβόλου. Δέν σκέπτεται τίποτε άλλο καί δέν ικανοποιείται μέ τίποτε άλλο, παρά μόνο μ' αυτό. "Ετσι, κάθε κακό στον κόσμο είναι δικό του έργο. Οι φόνοι, οι πόλεμοι, οι μοιχείες, οι ακολασίες καί κάθε είδους αμαρτίες άπό τόν ίδιο υποκινούνται. «Ό ποιών τήν άμαρτίαν εκ του διαβόλου εστίν, ότι απ' αρχής ό διάβολος άμαρτάνει», λέει ό άγιος Ίωάννης ό Θεολόγος (Α' Ίω. 3:8).
Ό μεταπτωτικός άνθρωπος βρίσκεται ανέκαθεν στό στόχαστρο του διαβόλου. Κύριο μέλημα του πονηρού είναι νά κρατάει τόν άνθρωπο στην πλάνη, μακριά άπό τήν αλήθεια του Θεού. Γι' αυτό, όπως εξηγεί ό άγιος Ίουστίνος, παλαιότερα δίδαξε στους ανθρώπους τήν πολυθεία, ενώ τώρα επιχειρεί μέ χίλια-δυό τεχνάσματα νά κάνει τους πιστούς άπιστους καί νά κρατήσει τους άφώτιστους μακριά άπό τήν αλήθεια του Ευαγγελίου. Αυτό επιβεβαιώνει καί ό απόστολος Παύλος, όταν λέει ότι «θεός του αιώνος τούτου έτύφλωσε τά νοήματα τών άπίστων είς τό μη αυγάσαι αύτοίς τόν φωτισμόν του ευαγγελίου τής δόξης του Χριστού» (Β' Κορ. 4:4). "Ολοι όσοι δέν αποδέχονται το Ευαγγέλιο, έχουν παγιδευθεί καί τυφλωθεί άπό τό διάβολο, πού τους εξαναγκάζει πλέον νά κάνουν τό θέλημα του (Β' Τιμ. 2:26).
Μία άπό τίς σημαντικές δραστηριότητες τών πονηρών πνευμάτων είναι καί ή έναντίωσή τους στό έργο τής 'Εκκλησιας, πού τους είναι μισητό, γιατί καταργεί τό δικό τους έργο. "Ετσι εξηγούνται οι αφάνταστες δυσκολίες, τά εμπόδια και τά προβλήματα πού δημιουργούν σ' όποιον θελήσει νά διακονήσει μέσα στό χώρο τής 'Εκκλησίας. Ό σοφός Σειράχ προειδοποιεί: «Τέκνον εί προσέρχη δουλεύειν Κυρίω Θεώ, έτοίμασον τήν ψυχήν σου είς πειρασμόν» (2:1). Αλλωστε, καί ο απόστολος Παύλος στην ένέργεια του σατανά αποδίδει τίς περιστάσεις, πού εμπόδισαν τήν ποιμαντική του επίσκεψη στή Θεσσαλονίκη. Γι΄ αυτό λέει: «Ήθελήσαμεν έλθείν προς υμάς, εγώ μεν Παύλος καί άπαξ και δίς. Καί ένέκοψεν ήμάς ό σατανάς» (Α Θεσ. 2:18).

Ποιους πολεμούν

Οι δαίμονες μισούν όλους άνεξαιρέτως τους ανθρώπους, άλλα πολεμούν όποιον δέν κάνει υπακοή στά θελήματά τους. Περισσότερο, βέβαια, πολεμούν εκείνον πού μέ τό άγιο Βάπτισμα τους απαρνήθηκε καί έγινε συνειδητό μέλος τής Εκκλησίας του Χριστού.
Ό άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων εξηγεί στίς Κατηχήσεις του τή σημασία πού έχει ή άπάρνηση του διαβόλου άπό τόν κατηχούμενο, όταν, στραμμένος προς τή δύση, όμολογεί: «'Αποτάσσομαι σοι, Σατανά, καί πάσι τοις έργοις σου καί πάση τή πομπή σου καί πάση τή λατρεία σου». Επίσης, εξηγεί ποια είναι ή ψυχική δύναμη καί ή φώτιση πού παίρνει μέ τό Βάπτισμα ό πιστός, καί πόσο φρικτά είναι γιά τους δαίμονες τά πνευματικά εφόδια, πού του χαρίζονται άπό τό ΄Αγιο Πνεύμα.
 
'Επειδή, μάλιστα, ό πιστός μετά τήν είσοδό του στην 'Εκκλησία θ' αντιμετωπίσει οπωσδήποτε τόν πόλεμο πού θά ξεσηκώσει εναντίον του ό διάβολος, ό απόστολος Παύλος τόν προτρέπει νά ενδυθεί μέ κάθε θυσία «τήν πανοπλίαν τοϋ Θεού» (Έφ. 6:11 κ. έ.). Καί τήν "πανοπλία" αυτή τή συνθέτουν οι αρετές, πού τίς αποκτά κανείς μέ τόν προσωπικό του κόπο καί μέ τή συνεργεία τής θείας χάριτος.
Τά πονηρά πνεύματα, λοιπόν, πολεμούν όσους, καλλιεργώντας τίς αρετές, προκόβουν στην πνευματική ζωή. Ό άγιος 'Ιωάννης ό Καρπάθιος λέει, ότι οι δαίμονες «περισσότερο επιτίθενται εναντίον εκείνων πού έχουν μεγαλύτερη ευλάβεια καί θεοσέβεια, και μέ άβάσταχτους πολέμρυς τους σπρώχνουν νά διαπράξουν τήν αμαρτία, μήπως καί μπορέσουν έτσι ν' απομακρύνουν άπό τήν πίστη στον Χριστό καί άπό τήν προσευχή καί τήν καλή ελπίδα όσους δέχτηκαν τόν πόλεμό τους».
 
'Ιδιαίτερα πολεμούν εκείνους πού προσεύχονται, έπειδή τό όπλο τής προσευχής καταστρέφει όλα τους τά τεχνάσματα. Γι''αυτό, κάθε φορά πού ετοιμαζόμαστε γιά προσευχή, ετοιμάζεται καί ό διάβολος γιά επίθεση. Ό όσιος 'Ιωάννης τής Κλίμακος λέει, πώς, τήν ώρα πού χτυπάει το σήμαντρο για προσευχή, μπορούμε να παρατηρήσουμε «όρατώς μέν αθροιζόμενους αδελφούς, άοράτως δέ συναγομένους τους εχθρούς».
Γενικά, όποιος αγωνίζεται νά κόψει τά πάθη του, έρχεται αναπόφευκτα σέ σύγκρουση μέ τά πονηρά πνεύματα, όπως επισημάναμε καί προηγουμένως. Καί όσο πιό γενναία αντίσταση προβάλλει, τόσο πιό σκληρή επίθεση δέχεται. Γι' αυτό καί οι άγιοι, πού έφτασαν σέ ύψηλά μέτρα αρετής καί στολίστηκαν άπό τόν Θεό μέ εξαιρετικά χαρίσματα, αντιμετώπισαν όλο τό μίσος καί τή μανία τών δαιμόνων. Ή χάρη του Θεού, όμως, τους σκέπασε καί οι αγώνες τους στεφανώθηκαν μέ τή νίκη. Συμβουλεύει σχετικά ό όσιος Νικήτας ό Στηθάτος: «Πρόσεχε μέ ακρίβεια τίς επίβουλες των ολέθριων δαιμονων. Γιατί όσο άνεβαίνεις στίς υψηλές αρετές, ...τόσο αυτοί, βλέποντας ν' ανεβαίνεις στον ουρανό, τρίζουν τά δόντια τους και απλώνουν μέ επιμέλεια στον νοητό αέρα τά πολύπλοκα δίχτυα τής κακίας τους». 'Ανάλογη, λοιπόν, μέ τήν ποιότητα καί τήν ωριμότητα τής πνευματικής ζωής είναι καί ή ένταση του δαιμονικού πολέμου.

"Οσους, αντίθετα, δέν αντιστέκονται στά πονηρά τους θελήματα, δέν τους πολεμούν, γιατί τους θεωρούν δικούς τους. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν εθιστεί στά πάθη καί έχουν ταυτιστεί μαζί τους. "Εχουν γίνει «αύτεπίβουλοι καί αύτοπολέμιοι» (όσιος 'Ιωάννης ό Σιναΐτης). Οί δαίμονες φροντίζουν μόνο νά τους κρατούν σέ μιά κατάσταση έφησυχασμοϋ, κρύβοντας επιμελώς τήν παρουσία τους. "Ετσι, τους κάνουν είτε νά τους λησμονήσουν είτε ν' αμφισβητήσουν ακόμα καί τή δαιμονική τους ύπαρξη!
 
Κάτι ανάλογο παθαίνουν όσοι ραθυμήσουν καί χαλαρώσουν ή καί εγκαταλείψουν τόν πνευματικό αγώνα. Γίνονται οι ίδιοι δαίμονες γιά τόν εαυτό τους. Πώς, όμως, αύτοβασανίζονται εκείνοι πού δέν αντιστέκονται στην ορμή τών παθών τους; Μέ τό νά καίγονται άπό τήν ασίγαστη επιθυμία νά εκπληρώνουν τά θελήματά τους. «Τά γάρ θελήματα αυτών δαίμονες γεγόνασι· καί αυτά είσιν οι θλίβοντες αυτούς, ίνα πληρώσωσιν αυτά» (άββάς Ποιμήν).
Όταν, λοιπόν, αύτοπειραζόμαστε, ό διάβολος δέν μπαίνει στον κόπο νά μας πειράξει. «Δέν έχει ανάγκη ό σατανάς νά πειράζει εκείνους πού πειράζονται μόνοι τους καί σέρνονται πάντοτε στή γή μέ τίς βιοτικές υποθέσεις.. .Τά βραβεία καί τά στεφάνια είναι προορισμένα γιά όσους πειράζονται (άπό τό διάβολο) καί όχι γιά όσους δέν φροντίζουν γιά τόν Θεό» (άγιος 'Ιωάννης ό Καρπάθιος).

Όταν, όμως, οί αμελείς θελήσουν νά επιμεληθούν τή σωτηρία τους, αποτινάζοντας άπό πάνω τους τόν δαιμονικό ζυγό, τότε θ' αντιμετωπίσουν όλη τή μανία τών πονηρών πνευμάτων. Ό άββάς Δωρόθεος παραλληλίζει τό διάβολο μέ τόν Φαραώ: "Οπως ό Αιγύπτιος βασιλιάς έγινε πιό σκληρός απέναντι στους 'Ισραηλίτες, όταν τοϋ ζήτησαν, μέ εντολή του Θεού, νά φύγουν άπό τήν κυριαρχία του, κατά τόν ίδιο τρόπο ταράζεται καί ό διάβολος, όταν αντιληφθεί νά έρχεται τό έλεος του Θεού σέ κάποια ψυχή, γιά νά τή θεραπεύσει.
Ξεσηκώνει εναντίον της όλα τά πάθη καί τήν πολεμάει μέ απίστευτη αγριότητα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΜΠΕΡΔΕΥΕΙ Ο ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ!

ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΜΠΕΡΔΕΥΕΙ Ο ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ!

 
ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ
«οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» (6ο ΜΕΡΟΣ)


ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ! ΕΙΡΗΝΗ ΥΜΙΝ!  Η ''ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ'' ΕΙΣ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Παλαιότερα (Νοέμβριος 2010) είχαμε αναφερθεί σε ενα ολίσθημα του Μητρ. Πειραιώς Σεραφείμ. Το ολίσθημα αυτό ήταν ότι είχε παραστεί εις την θρονική εορτή του Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσοστόμου και μάλιστα ο Μεσσηνίας τον είχε τιμήσει ιδιαιτέρως. Δια το άρθρο πατήστε ΕΔΩ
Με αυτή του την κίνηση μας είχε μπερδέψει ιδιαίτερα διότι ενω είναι υπέρμαχος κατά του Οικουμενισμού, συνεχίζει, και να κοινωνεί μαζί τους, αλλά και να τους δεχέται κανονικά ως να μην τρέχει απολύτως τίποτα!
 
Σήμερα αναγνώσαμε όμως και δια ενα άλλο ολίσθημα του Πειραιώς, όπως μας το παρουσιάζει ο Λεόντιος Διονυσίου και έχει ως εξής

«Παρακολουθώντας όσον δύναμαι τα τεκταινόμενα στην Ἑλλαδική Εκκλησία, θρηνώ και οδύρομαι για το κατάντημά μας.

Έρχομαι στο γεγονός.
Ο Μητροπολίτης Πειραιώς διοργάνωσε Ημερίδα, στην οποίαν με έντονο τρόπο κατεδικάσθη από ομιλητάς η αιρετική (οικουμενιστική) μεταπατερική θεολογία που εκκολάπτεται στην Μητρόπολη Δημητριάδος από την (υπό την προεδρίαν του Μητροπολίτου Δημητριάδος) «Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών».

Δεν έφθανεν αυτό.

Ο Μητροπολίτης Πειραιώς διένειμε στα Μ.Μ.Ε. Εγκύκλιον, δια της οποίας κατεφέρετο κατά του Οικουμενισμού.
Αλλά προχώρησε ακόμα περισσότερον.

Εβράβευσεν τους θεωρούμενους ως αρχηγούς του αγώνος, εναντίον της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, π. Γεώργιον Μεταλληνό και π. Θεόδωρον Ζήση, οι οποίοι, ως να μη εγνώριζαν την τακτικήν του Πειραιώς, προσήλθαν δια να βραβευθούν, αναγνωρίζοντας έτσι έμμεσα και σημειολογικά, ότι αποτελεί τον αρχηγό του αγώνος.

Μάλιστα, ουδεμία αντίδρασις έπεσε εις την αντίληψίν μας, κατά της καινοτομίας του Σεβ. Πειραιώς να προσθέσει κατά την ανάγνωσιν του Συνοδικού της Ορθοδοξίας, αυθαιρέτως, και δικά του αναθέματα κατά των κοινωνούντων μετά των παπικών και των οικουμενιστών, καθ΄ ην στιγμήν μάλιστα, και αυτός ανήκει στον χώρον των επικοινωνούντων μετά των Οικουμενιστών Αρχιερέων.

Και χθες (14.3.2012) ο Μητροπολίτης Πειραιώς έριξε τις μάσκες.

Κάλεσε εις την Μητρόπολίν του τον αίτιον αναστατώσεων στην Εκκλησία του Χριστού (με τις μεταφράσεις λειτουργικών κειμένων, την μεταπατερική θεολογίαν κ.ά.π.), τον Μητροπολίτην Δημητριάδος κ. Ιγνάτιον, δια να «συμφιλιωθεί» μαζί του και να μετριάσει τις εναντίον του Δημητριάδος εντυπώσεις, χρησιμοποιώντας ως μέσον την εικόνα της Παναγίας Ξενιάς Βόλου.

Τα συμπεράσματα ιδικά σας.

Με ελπίδα θα περιμένουμε από τον πολλάκις επαινέσαντα τον Μητροπολίτην Πειραιώς, π. Θεόδωρον Ζήσην, αλλά και τον π. Γεώργιον Μεταλληνόν, να τοποθετηθούν: πώς εμπιστεύονται κάποιον, που αντί για Λέων (όπως τον ονόμασαν), εις το συγκεκριμένον ζήτημα αποδεικνύεται λαγωός;

Διαφορετικά, τα περί αγώνος εναντίον της αιρέσεως του Οικουμενισμού, θα αποτελούν απλώς φληναφήματα».

«οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» (6ο ΜΕΡΟΣ)



ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ

ΟΙ ΟΜΟΓΕΝΕΙΣ ΜΑΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ

ΟΙ ΟΜΟΓΕΝΕΙΣ ΜΑΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ

Σεβαστοί Αγιορείται Πατέρες, κατώδυνον το λείμμα της τοπικής Εκκλησίας του Καναδά παρίσταται θεατής επικινδύνων ενεργειών σας, όσον αφορά εις την ιστορικήν Ιεράν Μονήν Εσφιγμένου. Ειλικρινά εξεπλάγημεν από το περιεχόμενο της ιεροκοινοτικής ανακοινώσεως. Μας γυρίσατε στους χρόνους του Λατινόφρονος Οικ. Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βέκκου, ο οποίος συνοδευόμενος από δειλοκάρδιους Αγιορείτας Μοναχούς ήλθον εις την Ιεράν Μονήν Ζωγράφου με σκοπόν να καταστρέψουν το θεμελιώδες τούτο στήριγμα
της Ορθοδοξίας. Κατ’ εκείνον δε τον φρικτόν και φοβερόν διά το Άγιον Όρος καιρόν, η έφορος του Αγίου Όρους Κυρία Θεοτόκος γνωστοποίησε στούς Πατέρες της Μονής Ζωγράφου την άφιξιν των εχθρών του Υιού της, όπως ακριβώς ελέχθη από τα πάναγνα χείλη Της. Όταν οι Λατίνοι με τους λατινόφρονας πλησίασαν, παρεκίνουν τους Πατέρες δι’ όλης της δυνάμεως και της ρητορικής τέχνης να κοινωνήσουν μαζί των. Τους ομίλησαν για
υπακοή στην ανωτάτη πνευματική τους ηγεσία. Έκαναν γνωστόν στους Πατέρες της Μονής Ζωγράφου ότι η ακοινωνησία τους αυτή έχει ως αποτέλεσμα την παράβασιν θεμελιωδών διατάξεων της εκκλησιαστικής τάξεως γενικά και της Αγιορειτικής παραδόσεως ειδικώτερα. Ότι η ακοινωνησία τους αυτή είναι προσβολή της πνευματικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ότι είναι προσβολή της θεμελιώδους αρχής της εκκλησιαστικής ενότητος του Αγίου Όρους. Ότι είναι εμπλοκή συνόλου του διοικητικού συστήματος του  Αγίου Όρους. Ότι…, Ότι… Ότι… Ο επίλογος της προσπαθείας των λατινοφρόνων είναι γνωστός: Εικοσιέξ Οσιομάρτυρες Ζωγραφίται, οι ελέγξαντες τον λατινόφρονα Πατριάρχην Βέκκον, επάνωθεν του Πύργου πυρί τελειούνται. Σεβαστοί Αγιορείται πατέρες, το πλήρωμα της Εκκλησίας, το ουσία και ουχί τύποις, θρησκεύον, μόλις και μετά βίας ανέχεται την συμπόρευσίν σας με τους οικουμενιστάς του Φαναρίου και των Αθηνών, εναντίον της αγωνιζομένης Ιεράς Μονής Εσφιγμένου. Μη αυταπατάσθε, μη καταλαμβάνεσθε υπό παραισθήσεων. Ο Φρουρός της Ορθοδοξίας σιωπά και ανέχεται τας εν τη Ορθοδόξω Πίστει ακροβασίας και μειοδοσίας των οικουμενιστών του Φαναρίου και της Ελλαδικής Εκκλησίας, ουχί ένεκα ημβλυμμένης Ορθοδόξου συνειδήσεως, αλλά μόνον διότι κήδεται της ειρήνης της Εκκλησίας και σκέπτεται μετά τρόμου τας εξελίξεις και τας καταλήξεις των σχισμάτων. Ο συνεχόμενος αποκλεισμός και η στέρηση των βασικών για την ανθρώπινη επιβίωση, οδηγούν με βεβαιότητα στο θάνατο των 107 αποκλεισμένων μοναχών. Δεν μπορεί στη Ελλάδα του 21ου αιώνα οι θρησκευτικές διαφωνίες να γίνονται θανατικές ποινές. Απαιτούμε την άρση όλων των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μοναχών της Ιστορικής Μονής Εσφιγμένου. Να αφεθούν οι μοναχοί της στην εκτέλεση του φιλήσυχου πνευματικού τους έργου.

«Τί μαχόμεθα πρὸς ἀλλήλους» φιλοσοφοῦντες τὰ τῆς Πίστεως;

«Τί μαχόμεθα πρὸς ἀλλήλους» φιλοσοφοῦντες τὰ τῆς Πίστεως;

 «Τί μαχόμεθα πρὸς ἀλλήλους» φιλοσοφοῦντες τὰ τῆς Πίστεως;
 
«Κατἀλλήλων ἐστράτευσεν δυσμενὴς τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας»
 
ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στὰ «Ἱερὰ Παράλληλα» μᾶς παραθέτει δύο ἀξιόλογα κείμενα Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Τὰ κείμενα αὐτὰ εἶναι ἰδιαιτέρως ἐπίκαιρα στὴν ἐποχή μας –ἐποχὴ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ– καὶ εἶναι ὡς νὰ ἀπευθύνονται πρὸς ὅλους μας, ἐξαιρέτως δὲ πρὸς τοὺς ἐξάρχοντες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (λαϊκοὺς καὶ κληρικούς). Ἁπλὰ καὶ καθαρὰ μᾶς προτρέπουν νὰ μὴ διαφωνοῦμε εἰς τὰ τῆς Πίστεως, (τὰ μυστήρια τῆς Πίστεως «οὐ φέρουσιν ἔρευναν»)· νὰ μὴ διαιρούμαστε καὶ λογομαχοῦμε καὶ πολεμοῦμε μεταξύ μας γιὰ θέματα Πίστεως, οὔτε νὰ «τεχνολογοῦμεν τὴν πίστιν», νὰ τὴν ἐξετάζουμε δηλ. διανοητικά, προσπαθώντας νὰ συμβιβάσουμε τὰ ἀσυμβίβαστα, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον «πληροῦμεν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κοινοῦ δυσμενοῦς», δηλ. τοῦ διαβόλου.

Μὲ εὔλογη ἀπορία, ἱερὴ ἀγανάκτιση καὶ δικαιολογημένη λύπη, λέγει: «Τί μαχόμεθα πρὸς ἀλλήλους εἰκῆ; τί πολεμοῦμεν ἀλλήλους, προτεταγμένους καὶ τοὺς μισοῦντας φιλεῖν; τί πιστεύειν ἀφέντες, τεχνολογοῦμεν τὴν πίστιν;» (Δαμασκηνοῦ Ἰω., Ἱερὰ παράλληλα, P.G. 96, 93BC). Μὲ ποιό δικαίωμα Ἐπίσκοποι (ὑποτίθεται ἀποδεχόμενοι κατὰ πάντα τὸ “Σύμβολον τῆς Πίστεως” καὶ ἄρα κατασταλαγμένοι ὡς πρὸς τὴν πίστιν), ἀποδέχονται αἱρετικὰ ἀναβλαστήματα, ἢ διαλογίζονται, φιλοσοφοῦν ὡς ἀδαεῖς καὶ ἄπιστοι, καὶ ἐπιτρέπουν νὰ εἰσχωροῦν εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας βλάσφημα ἐρωτήματα, ὅπως: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία ἢ πολλές»; «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία ἢ διηρημένη»; «Ἔχουμε ἓνα ὀρθόδοξον βάπτισμα ἢ ἰσχύουν καὶ τὰ πολλὰ βαπτίσματα τῶν αἱρετικῶν»; «Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθεῖ σήμερα ἡ ἀποστολικὴ Ἐντολὴ περὶ ἀπομακρύνσεως ἐκ τῶν ἀμετανοήτων αἱρετικῶν “μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν” ἢ ὄχι»;
 
Δὲν ἀποτελοῦν ὅλες αὐτὲς οἱ διατυπώσεις αἱρετικὰ παραληρήματα;
 
Ὡς πότε, ἄραγε, οἱ εὐσεβεῖς ἱερωμένοι θὰ τὰ ἀνέχονται καὶ θὰ ἀμνηστεύουν τὴν αἵρεση; Ὡς πότε θὰ ὑπακούουν καὶ θὰ ὑποτάσσονται σὲ αὐτοὺς ποὺ ὑπονομεύουν τὴν Πίστη; Ὡς πότε θὰ «σέρνουν» ὀπίσω τους τὶς ψυχὲς τῶν ἀγνοούντων πιστῶν; Ὡς πότε θὰ ἐπιτρέπουν τὴν διαίρεση τοῦ ποιμνίου τους γιὰ χάρη τῶν φαναριώτικων ἀκροβατισμῶν εἰς τὰ τῆς Πίστεως;
Εἶναι «καλύτερον καὶ συμφερότερον», λέγει ὁ Ἅγιος «ὀλιγομαθεῖς ὑπάρχειν, καὶ διὰ τῆς ἀγάπης πλησίον γενέσθαι τοῦ Θεοῦ, ἢ πολυμαθεῖς καὶ ἐμπείρους εἶναι, βλασφήμους εἰς τὸν ἑαυτῶν εὑρίσκεσθαι Δεσπότην» (Δαμασκηνοῦ Ἰω., ὅπ. παρ., 93C).
 
Παραθέτει δέ, σὲ ἄλλο σημεῖο, τὰ ἑξῆς ἀξιοπρόσεκτα κείμενα, δύο ἁγίων:
 
Ἁγίου Ἰουλίου (ἐπισκόπου Ρώμης): «Τὸ μὲν γὰρ τοῖς δόγμασι διαφωνοῦντας τοῖς ρήμασι προσποιεῖσθαι συμφωνεῖν, ἀσεβές· τοῖς δὲ τοῖς δόγμασι συμφωνοῦντας ἐν τοῖς ρήμασι διαφέρεσθαι, μάταιον καὶ μωρόν. Τοῦτο οὖν συμφωνούμενον ἔχοντες, ὅτι Θεὸς ἔνσαρκος ὁ Κύριος , καὶ ἐξ οὐρανοῦ , καὶ ἐκ γῆς, ὁ αὐτὸς μορφῇ δοῦλος, καὶ τῇ δυνάμει Θεός, μενέτωσαν ἐν ὁμονοίᾳ, καὶ μὴ μάτην διαφερέσθωσαν, μηδὲ εἰς τὴν τῶν αἱρετικῶν λογομαχίαν ἐκπιπτέτωσαν. Ταῦτα δὲ οὕτως φρονοῦντες, μενέτωσαν ἐν ἡσυχίᾳ, τὰς περιττὰς ζητήσεις ἐκκλίνοντες, καὶ ρήματος ἕνεκεν, μὴ διαιρούμενοι, ὁπότε τὰ δόγματα συμφωνεῖται».
Γρηγορίου Νύσσης: «Τί τὸ πιστεύειν ἀφέντες, τεχνολογοῦμεν τὴν πίστιν, καὶ πληροῦμεν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κοινοῦ δυσμενοῦς; Λογισάμενος γὰρ ὁ διάβολος, ὁ κοινὸς τῆς ἀνθρωπότητος λυμεών, ὅτι γαλήνης ἐν ἡμῖν πολιτευομένης, τὰ τῆς εὐσεβείας ἀνθεῖ, τῆς πίστεως δὲ κρατούσης, εὐζωΐα κρατεῖ, φίλοι τε τοῦ Δημιουργοῦ γινόμεθα, ἵνα μὴ ἐπέλθωμεν, ὅθεν ἐκεῖνος ἐξέπεσεν, ὁρᾶτε τί πεποίηκε, καὶ πῶς πανούργως τὸν καθ’ ἡμᾶς ἐρραψῴδηκε πόλεμον, ὁ μηχανορράφος τῶν κακῶν, καὶ σοφὸς ἐν ἀπάταις, καὶ ποικίλος ἐν ἐπιβουλαῖς, καὶ πλούσιος ἐν τοῖς κακοῖς μηχανήμασι.
 
Παρασκευάζει τινὰς ἐν προσχήματι τῆς εὐσεβείας στρατεύσασθαι κατὰ τῆς πίστεως, καὶ πᾶσι τοῖς εὐσεβέσι δι’ αὐτῶν ἄκαιρον φιλονεικίαν, καὶ ψυχοφθόρον ἐνέβαλε πόλεμον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας τὰ μέλη κατ’ ἀλλήλων ἐστράτευσε.
 
Στρέψωμεν τοίνυν κατὰ τῆς αὐτοῦ κεφαλῆς τοῦτο δὴ τὸ σοφόν, καὶ τὴν εὐφροσύνην αὐτοῦ μεταβάλωμεν εἰς ὀδύνην, καὶ πένθος ἀπαρηγόρητον. Πενθήσωμεν τὴν εἰρήνην, ἣν ἐκεῖνος μισεῖ. Καταλείψωμεν τὸ ζυγομαχεῖν, καὶ σταθμίζειν τὰς λέξεις τοῦ δόγματος. Παυσώμεθα τοῦ θέλειν εἶναι τῶν διδασκάλων διδάσκαλοι. Μισήσωμεν τὸ λογομαχεῖν ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων. Πιστεύσωμεν ὡς οἱ πατέρες ἡμῶν παραδέδωκαν. Οὐκ ἐσμὲν τῶν πατέρων σοφώτεροι· οὐκ ἐσμὲν τῶν διδασκάλων ἀκριβέστεροι. Ἐν εἰρήνῃ ἐκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς, οὐκ ἐν μάχῃ. Ὡς ἐκλήθημεν, οὕτως προσμείνωμεν τῇ μυστικῇ τραπέζῃ, ἐν ᾗ τῶν οὐρανίων μεταλαμβάνομεν. Μὴ γινώμεθα κατὰ ταυτὸν ὁμοτράπεζοι, καὶ ἀλλήλων ἐπίβουλοι· μὴ ἐνταῦθα κοινωνικοί, καὶ ἔξω ἐπίβουλοι» (Δαμασκηνοῦ Ἰω., Ἱερὰ παράλληλα, P.G. 96, 509B-512Α).
 
«Φιλορθόδοξος Ἕνωσις “Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος”»

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

ΜΗ ΑΠΟΚΡΥΨΗΣ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΟΥ

Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

ΜΗ ΑΠΟΚΡΥΨΗΣ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΟΥ

Παράφρασις Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου

Ελέησέ με, μόνε Κύριε, ελέησέ με, συ που με εσκέπασες από της νεαράς μου ηλικίας, συ που από την αγαθότητά σου μού εσυμπάθησες τα πάμπολλά μου πταίσματα που γνωρίζω πως σου έπταισα. Συ που με ελευθέρωσες από τον πλάνον και μάταιον κόσμον και από συγγενείς και φίλους και ατόπους ηδονάς και με αξίωσες να κάθωμαι εδώ ωσάν εις όρος [1] και μου έδειξες την θαυμαστήν σου, Θεέ μου, δόξαν και με εχαρίτωσες γεμίζοντας με όλον από θείον σου Πνεύμα και από Πνευματικόν φωτισμόν.
Συ πάλιν Θεέ μου, δος μου του δούλου σου τελείαν και ολόκληρον την Χάριν σου, χωρίς να μετανοήσης εις τούτο. Μην την αφαίρεσης, Δέσποτα, μηδέ αποστραφής με παραβλέποντάς με, συ που εξ αρχής με έστησες έμπροσθεν εις το πρόσωπόν σου και με εσυναρίθμησες εις τους δούλους σου και, σφραγίζοντάς με με την σφραγίδα [2] της Χάριτός σου, με επωνόμασες εδικόν σου.
Μη με πάλιν απορρίψης, μηδέ αποκρύψης το φως του προσώπου σου και με καλύψη σκότος· και με καταπίη η άβυσσος και συγκλείση ο ουρανός εμένα, τον οποίον με ανεβίβασες ανώτερα από αυτόν, καταξιώνοντάς με να συνευρίσκωμαι με τους αγγέλους σου, ή, να ειπώ καλύτερα, με εσένα τον των όλων ποιητήν και να συνευφραίνωμαι μαζί με εσένα και να θεωρώ την απαραμοίαστον δόξαν του προσώπου σου, απολαμβάνοντας χορταστικά και από το απλησίαστον φως· και να χαίρω ευφραινόμενος χαράν ανεκλάλητον, με την παρουσίαν της ανερμήνευ­του σου ελλάμψεως.
Οπόταν και κατατρυφώντας εγώ από εκείνο το ανερμήνευτον φως, εσκιρτούσα και έχαιρον ομού με εσένα τον ποιήτην και πλάστην μου, θεωρώντας το απαρομοίαστον κάλλος του προσώπου σου. Τόσον που και καταβιβάζοντας πά­λιν τον νουν μου εις την γην τότε, δεν έβλεπα μήτε τον κόσμον, με το να ήμουν πεφωτισμένος από εσένα, μήτε τα του κόσμου πράγματα, αλλά ήμουν ανώτερος και από τα πάθη και από τας φροντίδας.
Και συστρεφόμενος εις πράγματα και τα κακά ελέγχοντας, δεν συμμετείχα κατ' αρχάς εις τας κακίας των ανθρώπων. Αφ' ου δε, εγχρονίζοντας μέσα εις αυτά, επροτίμησα τα των άλλων και συνεσύρθηκα εις φιλονείκους ανθρώπους [3] με την ελπίδα της διορθώσεως των, εμέθεξα από την κακίαν. Και τώρα κυριευ­θείς από άγρια θηρία, κινδυνεύω. Διότι θέλοντας να αποσπάσω άλλους από την βλάβην εκείνων των θηρίων, εγώ πρώτος έγινα ξέσχισμα θηρίων.
Αλλά συ, φιλάνθρωπε, πρόφθασε σπλαγχνισθείς, τάχυνε και ελευθέρωσε εμέ, που διά εσένα έπεσα μέσα εις αυτά. Διότι καθώς ορίζει η εντολή σου[4], ελεήμον, έθεσα την αθλίαν μου ψυχήν διά την σωτηρίαν των αδελφών μου.
Αλλά αν και επληγώθηκα, συ όμως δύνασαι να με ιατρεύσης. Αν και εκρατήθηκα από τους εχθρούς αιχμάλωτος ο ταλαίπωρος, αλλά συ, ωσάν που είσαι δυ­νατός και ισχυρός κατά πάντα, δύνασαι να με λύτρωσης με το θέλημα σου μόνον. Αν και επιάσθηκα εις τα στόματα και τας χείρας των θηρίων, αλλά συ να φανής μόνον και ευθύς αυτά μεν θέλουσιν αποθάνη, να ζήσω δε εγώ.
Ναι, πανοικτίρμον και πολυέλεε, ελέησε και σπλαγχνίσου εμένα τον περιπεσόντα. Διότι κατέβηκα εις το πηγάδι, διά να ανασπάσω τον πλησίον μου και συγκατέπεσα και εγώ με αυτόν. Μη με αφήσης να κάθωμαι έως τέλους εις τον λάκκον, μη παρακαλώ.
Ηξεύρω που επρόσταξες, φιλάνθρωπε Θεέ μου, ότι χωρίς άλλο χρεωστούμεν να ελευθερώνωμεν τον αδελφόν από τον θάνατον και το δάγκαμα της αμαρτίας, μα όχι διά την αμαρτίαν να συναπολεσθώμεν με αυτόν (το οποίον το έπαθα ο ταλαίπωρος και αμελήσας έπεσα, θαρρώντας εις τον εαυτόν μου [5]), αλλά να ελευ­θερώνωμεν και εκείνον και ομοίως και τον εαυτόν μας· είδε μη, τουλάχιστον να μένωμεν επάνωθεν και να θρηνώμεν τον πεσόντα [6] και να φεύγωμεν όσον δυνάμε­θα το να μη πέσωμεν ωσάν εκείνον.
Αλλά και τώρα ανάστησέ με, ανάσυρέ με από το χάσμα και στήσε με επάνω  εις την στερεάν πέτραν των εντολών σου [7]. Και δείξε μου πάλιν το φως, το οποίον δεν το χωρεί ο κόσμος, άλλα κάμνει εκείνον που το θεωρεί έξω από τον κόσμον και από το αισθητόν φως και από τον αισθητόν αέρα και από τον ουρανόν και από όλα τα αισθητά, και δεν ηξεύρει κατ' εκείνην την ώραν είτε χωρίς του σώματος είναι είτε τελείως με το σώμα[8].
Μου φαίνεται δε τότε να είναι ένας φωστήρας άυλος, ο οποίος λαμπόμενος από το κάλλος του νοητού ηλίου δεν δύναται να θεώρηση με αίσθησιν το εδικόν του φως, μόνον δε εκείνον θεωρεί τον άδυτον φωστήρα, κατανοώντας το υπερβολικόν και ασύγκριτον κάλλος της δόξης του. Και από την πολλήν του έκπληξιν δεν δύναται να κατανόηση μηδέ να καταλάβη τον τρόπον της θεωρίας, που δη­λαδή ευρίσκεται εκείνος ανερμηνεύτως ή πώς θέλει και οράται και περικλείεται μέσα εις τους άγιους [9].
Τούτο δε και μόνον ηξεύρομεν όλοι οι μαθηταί και δοκιμασταί των τοιούτων, ότι τότε γινόμεθα και μένομεν κατά αλήθειαν έξω από τον κόσμον, εν όσω βλέπομεν αυτό- και πάλιν έπειτα ευρισκόμεθα μέσα εις το σώμα και τον κόσμον. Ενθυμούμενοι δε την χαράν και το φως εκείνο και την γλυκυτάτην ηδονήν, θρηνούμεν και πενθούμεν καθώς το νήπιον παιδίον όταν βλέπη την μητέρα του και ενθυμούμενον τον γλυκασμόν του γάλακτος κλαυθηρίζει, έως οπού να το δράξη και να θηλάση χορταστικά.
Τούτο, Σωτήρ, ζητούμεν και τώρα, τούτο σε παρακαλούμεν προσπίπτοντες να το λάβωμεν αναπόσπαστον, διά να τρεφώμεθα, εύσπλαγχνε, και τώρα από αυτό· από τον άρτο λέγω τον νοητόν που καταβαίνει εξ ουρανού και μεταδίδει ζωήν εις όλους όσοι μετέχουσιν από αυτόν[10].
Και όταν αναχωρούντες των εντεύθεν, ερχώμεθα εις εσένα, Δέσποτα, να το έχωμεν συνοδοιπόρον, βοηθόν και φύ­λακα, και ομού με αυτό και διά μέσου αυτού να σου προσφερθώμεν. Και εις την φοβεράν κρίσιν αυτό να σκεπάση τας αμαρτίας μας διά να μην αποκαλυφθώσι μηδέ να φανώσι εις όλους, αγγέλους τε και ανθρώπους, αλλά και λαμπρόν να μας γίνη ένδυμα[11] και δόξα ως στέφανος εις αιώνας αιώνων. Αμήν.

[1] Εδώ ο Ιερός συγγραφεύς παρομοιάζει τη μονή του και το κελλί του με το όρος της Μετα­μορφώσεως, διότι εκεί βλέπει το φως της δόξης του Χριστού και ακούει την φωνή του Θεού.
[2] Ας προσέξουμε εδώ ότι ο Άγιος θεωρεί την είσοδό του στον χώρο της μυστικής ζωής των θείων εμφανειών ως δεύτερο Βάπτισμα (βάπτισμα φωτός) και γι' αυτό ομιλεί περί σφραγίδος.
[3] Προφανώς ο υπαινιγμός εδώ αναφέρεται σε ορισμένους ανυπότακτους μοναχούς της μονής
του (του αγ. Μάμαντος).
[4] βλ. Α' Ιωάν. γ' 16: «και ημείς οφείλομεν υπέρ των αδελφών τας ψυχάς τιθέναι».
[5] Ας προσέξουμε ότι ο Άγιος δεν τα βάζει με τον Θεό, παραπονούμενος ότι έπεσε ψυχικώς χάριν τηρήσεως των εντολών Του, αλλά μέμφεται τον εαυτό του, λέγοντας ότι φταίει το ότι "εθάρρησε εις τον εαυτόν του", δηλ. περιέπεσε σε έπαρσι, ενώ αλλιώς δεν επρόκειτο να του συνέ­βαινε κανένα κακό. Βλέπουμε λοιπόν έμπρακτη εφαρμογή της βασικής μοναχικής αρετής της αυτομεμψίας και μπορούμε να θαυμάσουμε πόσο βαθειά ποτισμένος με το γνήσιο μοναχικό πνεύμα ήταν ο Άγιος.
[6] Με αυτή την φράσι υπαινίσσεται ο Άγιος την μετά δακρύων προσευχή για τον "πεσόντα αδελφόν", η οποία συχνά αποτελεί ουσιωδέστερη εφαρμογή του πνεύματος της διδασκαλίας του Κυρίου, παρά η απροϋπόθετη κηρυκτική ("ιεραποστολική") δράσις.
[7] πρβλ. Ματθ. ζ' 24.
[8] πρβλ. τις ανάλογες εμπειρίες του Αποστόλου Παύλου (Β' Κορ. ιβ' 3).
[9] Τούτο συμβαίνει, καθ' ότι ο Θεός καταξιώνει να έλθη και να κατοίκηση μυστικώς μέσα
στους Αγίους («και μονήν παρ' αυτώ ποιήσσομεν» Ιωάν. ιδ' 23).
[10] Με όσα λέγει εδώ ο Άγιος υπονοεί ασφαλώς την θείαν Ευχαριστίαν. Σε όλο το έργο του αγίου Πατρός δεσπόζει αυτή η πολλαπλή συνάφεια ανάμεσα στην (νοερά και μυστική) "μέθεξιν Θεού" και την επαξία «μετάληψιν του Σώματος και Αίματος του Κυρίου» και πολλές φορές ε­σκεμμένα ποιητικώ τω τρόπω δεν διαχωρίζει σαφώς τα όριά τους, δεικνύοντας πόσο στην πράξι συχνά συμπλέκονται μεταξύ τους.

[11] Σύμφωνα με όσα είπαμε στην προηγούμενη σημείωσι, εδώ ο Άγιος συμπλέκει, κατά την ενέργειαν και τα αποτελέσματα, τον ουράνιο Άρτο και το θείον Φως· αυτό το τελευταίο είναι που θα σκεπάσει ως ιμάτιο τους Αγίους κατά την μέλλουσα κρίσι.

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Τεύχος 6