Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Γέροντας ἀσκητής τοῦ Παγγαίου Ὄρους: Ποιοί δέν θά γνωρίσουν πείνα καί δέν θά πονέσουν ἀπό ὅσα θά συμβοῦν ξαφνικά!

Γέροντας ἀσκητής τοῦ Παγγαίου Ὄρους: Ποιοί δέν θά γνωρίσουν πείνα καί δέν θά πονέσουν ἀπό ὅσα θά συμβοῦν ξαφνικά!

Πῶς ἐξηγεῖ τά ὅσα συμβαίνουν σέ Συρία καί Οὐκρανία καί τί λέγει γιά τήν Ἑλλάδα!


Τά τύμπανα τοῦ πολέμου κτυποῦν στή γειτονιά μας καί οὐσιαστικά μᾶς προειδοποιοῦν ὅτι ἡ φωτιά πού ἤδη ἔχει ἐπεκταθεῖ ἀπό τή Συρία, στήν Οὐκρανία καί ἡ ἀπειλή ἑνός Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου εἶναι πλέον ὁρατή. Ὡστόσο, οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς ἀντιμετωπίζουμε τήν ὅλη κατάσταση μέ ἀδιαφορία, τήν ἐκλαμβάνουμε σάν μία ἁπλή εἴδηση καί ἐπιλέγουμε τήν οὐδετερότητα τοῦ παρατηρητῆ μία καί ἡ φωτιά δέν ἔχει ἀγγίξει ἀκόμη τό... δικό μας σπίτι. Καί οἱ λίγες σπίθες πού ἔχουν πέσει δέν μᾶς τρομάζουν. Λιγοστοί ἄλλωστε εἶναι αὐτοί πού ἐπιχειροῦν μέσω τῶν προφητειῶν ἤ καί τῶν λεγομένων ἀπό σύγχρονους γέροντες νά κατανοήσουν τί πρόκειται νά συμβεῖ, ὥστε νά θωρακίσουν τά τοῦ οἴκου τους, νά λάβουν θά λέγαμε τά μέτρα τους, ἔτσι ὥστε νά μήν τήν πάθουν ὡς οἱ «μωρές παρθένες»!

Σύγχρονος γέροντας ἀσκητής τοῦ Παγγαίου Ὄρους ὑποστηρίζει ὅτι ὅσο περνάει ὁ καιρός θά αὐξάνονται τά χτυπήματα κατά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί θά γενικεύεται ὁ διωγμός τῶν χριστιανῶν. Καί τό στοιχεῖο ἀκριβῶς αὐτό καθορίζει ἐπακριβῶς τό πώς πορευόμαστε ἐν μέσω τῶν γεγονότων πού μᾶς περιγράφει ἐδῶ καί τρεῖς σχεδόν αἰῶνες μέ ἀκρίβεια ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός.

«Στόχος τῶν ἀνόμων ἀποτελεῖ ἡ Ἀλήθεια, τό Φῶς καί ἡ Ζωή, δηλαδή ὁ Χριστός μας. Καί γι’ αὐτό καθημερινά θά διαπιστώνονται πώς μέ διάφορους τρόπους θά ἐπιχειρεῖται νά φιμωθοῦν οἱ χριστιανοί, νά ἐπιβληθοῦν νέα ἤθη στό χριστεπώνυμο πλήρωμα, νά καταργηθοῦν οἱ χριστιανικές ἀξίες καί τά χριστιανικά ἰδεώδη, πού υἱοθέτησε ἡ ἑλληνική κοινωνία μέσα ἀπό τήν προσήλωσή της στίς εὐαγγελικές ἀρχές, νά χτυπηθοῦν ὅλοι αὐτοί πού ἐνστερνίζονται τίς ἀλήθειες τῆς ὀρθόδοξης πίστης καί τίς καθορίζουν ὡς τά θεμέλια μιᾶς νέας πορείας. Τώρα ἐπιχειρεῖται μία γενική ἀποψίλωση τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου ἀπό τόν Ἀντίδικο καί τά ὄργανά του, ἔτσι ὥστε ἡ ἑλληνική κοινωνία νά μείνει παντελῶς ἀθωράκιστη καί χωρίς Χριστό στά ἐπερχόμενα γεγονότα. Πρόκειται στήν οὐσία γιά μία συνειδητή ἀποστασία, πού οὐσιαστικά μᾶς ἀφήνει γυμνούς ἔναντι αὐτῶν πού ἔρχονται καί ἤδη βρίσκονται πρός τῶν πυλῶν μας.

Ἡ συνειδητή ἀπομάκρυνση ἄλλωστε ἀπό τό νόμο τοῦ Θεοῦ προκαλεῖ μεταξύ τῶν ἄλλων δεινῶν καί ἔντονο φόβο, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος καί τό περιβάλλον αὐτοῦ μένουν παντελῶς ἀθωράκιστοι. Στήν οὐσία ὁ φόβος προκαλεῖται ἀπό τήν συνειδητή ἐγκατάλειψη τοῦ φωτός καί τήν προσέγγιση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό σκοτάδι, ἀπό τή μετάβαση ἐκ τῆς ζωῆς στό θάνατο καί ἐκ τῆς ἀληθείας στό ψεῦδος. Γι’ αὐτό ὁ Ἰησοῦς Χριστός τόνισε μέ ἔμφαση στούς μαθητές του κατά τή διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου «Ἐγώ εἰμί τό Φῶς, ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή» (Ἰωάν. 14,6)!

Ἀρκεῖ λοιπόν μία ἁπλή ἀνάγνωση τῶν προφητειῶν τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ γιά νά κατανοήσει κάποιος τό τί συμβαίνει στήν εὐρύτερη γειτονιά μας. Πρόκειται γιά ραγδαῖες στήν κυριολεξία ἐξελίξεις πού θά συμβάλουν ὥστε νά ξεχωρίσει ἡ ἤρα ἀπό τό σιτάρι, ὅπως ὀρθά ἔλεγε ὁ Ἅγιος γέροντας Παϊσιος. Θά αἰφνιδιαστοῦν μάλιστα πολύ περισσότερο ἀπό ἐμᾶς, ὅλοι αὐτοί οἱ ἐκφραστές τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνομίας, ὅπως τούς καταγράφετε ὀρθά στήν ἀξιόλογη ὀρθόδοξη καί ἐποικοδομητική ἐφημερίδα, πού ἐκδίδετε. Καί θά αἰφνιδιαστοῦν γιατί εἶχαν τήν ψευδαίσθηση, οἱ δυστυχεῖς ὅτι δύνανται νά λειτουργήσουν ὡς θεοί, ἐκδιώκοντας τόν Θεό, ἀπό τόν Ἀμπελώνα Του κατά τό παράδειγμα τῶν κακῶν γεωργῶν τῆς γνωστῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου μας. Ἄγγελοι ἐξ οὐρανοῦ παιανίζουν τίς θαυμαστές ἀλλαγές πού θά προκύψουν, ὄχι μόνο στήν γειτονιά μας ἀλλά καί γιά τή λεγόμενη Δύση, πού ἐμμένει στήν πλειονότητά της νά ἀπορρίπτει, νά χλευάζει, νά βλασφημεῖ τό Θεό καί νά πολεμᾶ λυσσωδῶς ταυτιζόμενοι μέ τόν Ἀντίδικο, τήν Ἁγία μας Ὀρθοδοξία.

Διακρίνω σέ κάποιους πιστούς πού κατά καιρούς μέ ἐπισκέπτονται τήν ἀγωνία τους γιά τά ἐπερχόμενα γεγονότα. Ἀρκοῦμαι νά τούς λέγω νά θωρακίσουν τήν ψυχή τους μέ τόν Χριστό καί νά μήν φοβοῦνται. Γιατί αὐτοί πού θά εἶναι γαντζωμένοι ἀπό τό ποδάρι τοῦ Κυρίου μας δέν θά πάθουν ἀπολύτως τίποτε ἀκόμη καί ἄν πορευτοῦν ἐν μέσω πυρός καί μάχαιρας. Γιατί ὁ Κύριός μας -γράψτε το μέ μεγάλα γράμματα γιά νά τό κατανοήσουν- εἶναι ὑποχρεωμένος, ἔχει δώσει τό λόγο του, ἔχει δεσμευτεῖ ὄχι μόνο νά προστατεύσει τά παιδιά του ἀλλά νά φροντίζει ὥστε νά μήν τούς λείψει ἀπολύτως τίποτε. «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν, οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ» δέν μᾶς λέγει ὁ προφητάναξ Δαυίδ; Ὅσοι λοιπόν ἐναρμονίσουν τήν ψυχή τους στό δοξολογικό ἀδιάλειπτο ὕμνο τῶν ἀγγέλων καί ἐνδυθοῦν μέ τήν ταπείνωση καί τή μετάνοια, πού μᾶς ἑνώνουν μέ τό Θεό δέν θά γνωρίσουν οὔτε πείνα, οὔτε θά πονέσουν ἀπό ὅσα θά συμβοῦν πολύ-πολύ σύντομα καί ξαφνικά. Μέ μάννα ἐξ οὐρανοῦ θά τρέφονται. Θά λαμβάνουν τήν τροφή τῶν ἀγγέλων ἐνῶ σύννεφο πυρός θά φωτίζει τόν δρόμο τους καί θά τούς προστατεύει ἀπό τίς πύρινες φλόγες τοῦ οὐρανοῦ. Γράψτε λοιπόν στούς ἀναγνῶστες σας ὅτι ἕνας ἀσήμαντος καί ἁμαρτωλός παπάς τούς ἱκετεύει νά ἀγκαλιάσουν τόν ἀναστάντα Χριστό μας, ἐδῶ καί τώρα, χωρίς οὐδεμία καθυστέρηση.

Τώρα πού βάλλεται πανταχόθεν ἡ Ὀρθοδοξία μας ἀπαιτεῖται γενική ἐπιστράτευση τῶν χριστιανῶν ἔναντι τοῦ θηρίου τῆς Ἀποκάλυψης πού συνεχῶς βρυχᾶται ἀπειλώντας νά καταβροχθίσει ὅσο περισσότερους χριστιανούς μπορεῖ. Ἀλλά ἤδη τό θηρίο αὐτό, ὅπως διαπιστώθηκε στή Συρία ἀλλά καί τώρα στήν Οὐκρανία δυσκολεύεται νά ἐφαρμόσει τά βδελυρά σχέδιά του. Κι αὐτό γιατί ἀπέναντί του στέκουν στρατιές μαρτύρων καί φουσάτα ἀναρίθμητων ἁγίων πού σύντομα θά τό κατατροπώσουν, κατά τό παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου πού ἐξολόθρευσε τόν μοχθηρό δράκοντα. Γιατί περί μοχθηροῦ καί αἱμοβόρου δράκοντος πρόκειται καί σήμερα, πού ἀπειλεῖ νά καταβροχθίσει μέ σύγχρονα μέσα ἑκατομμύρια ἀνθρώπους θυσιάζοντάς τους στό βωμό τοῦ Ἀντιδίκου. Μήν μείνουμε λοιπόν μέ δεμένα τά χέρια μας καί τήν πάθουμε σάν τίς μωρές παρθένες. Ἀκοῦστε τήν προτροπή τῶν Ἁγίων Πατέρων μας, γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε ἵνα μήν εἰσέλθετε εἰς πειρασμόν, τό μέν σῶμα πρόθυμον ἡ δέ σάρξ ἀσθενής. Μή θορυβεῖστε ἀπό τίς διάφορες Κασσάνδρες καί ἀπό τούς ἐκπεσόντες διαφθαρμένους ἄρχοντες μας πού τό μόνο πού κάνουν εἶναι νά σκορποῦν ἁπλόχερα στόν ἑλληνικό λαό ἐκβιαστικά διλήμματα, θλίψη καί ἀπελπισία.

Χριστιανοί ἐλᾶτε τάχιστα στήν χαρά τοῦ Κυρίου μας. Θωρακίστε μέ τόν ἀναστάντα Χριστό τίς ψυχές σας, τούς οἰκείους σας, τά σπίτια σας γιατί ἔρχονται, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός καί ἤδη παιανίζουν οἱ ἄγγελοι θύελλες καί τυφῶνες πού θά παρασύρουν τά πάντα μέ πρωτοφανῆ σφοδρότητα στό διάβα τους. Τάχιστα λοιπόν βάλτε θεμέλιο στή ζωή σας τόν ἀναστάντα Χριστό. Μήν καθυστερεῖτε ἄλλο... Κι ὅλα θά πᾶνε καλά!

Χριστός Ἀνέστη!

Σ.Ο.

ΠΗΓΗ www.orthodoxia.gr

Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύεται στην εφημερίδα ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ που κυκλοφορεί και προσφέρει μαζί και το "Ψαλτήριον" , το ακαταμάχητο όπλο όλων των Χριστιανών. (280 σελίδες) Μην χάσετε το πολύτιμο αυτό δώρο!

Συντάκτης: ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΣΤΥΛΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Πηγή: ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2014

Τὸ Εὐαγγελικόν Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν 318 'Aγίων Πατέρων Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Τὸ  Εὐαγγελικόν Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν 318 'Aγίων Πατέρων Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου

(᾿Ιωάν. ιζ΄ 1–13)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπάρας ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. Ὅτε ἤμην μετ' αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.

Απόδοση στη νεοελληνική
Τόν καιρό ἐκείνο, αὐτὰ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐσήκωσε τὰ μάτια του εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πατέρα, ἦλθε ἡ ὥρα· δόξασε τὸν Υἱόν σου, διὰ νὰ σὲ δοξάσῃ καὶ ὁ Υἱός σου, σύμφωνα μὲ τὴν ἐξουσίαν ποὺ τοῦ ἔδωκες ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ δώσῃ ζωὴν αἰώνιον εἰς τὸν καθένα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τοῦ ἔδωκες. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή, τὸ νὰ γνωρίζουν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν ὁποῖον ἔστειλες. Ἐγὼ σὲ ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, ἐτελείωσα τὸ ἔργον ποὺ μοῦ ἔδωκες νὰ κάνω, καὶ τώρα δόξασέ με σύ, Πατέρα, πλησίον σου μὲ τὴν δόξαν ποὺ εἶχα μαζί σου πρὶν νὰ ὑπάρξῃ ὁ κόσμος. Ἐφανέρωσα τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους μοῦ ἔδωκες ἀπὸ τὸν κόσμον. Δικοί σου ἦσαν καὶ τοὺς ἔδωκες σ’ ἐμένα, καὶ τὸν λόγον σου ἔχουν τηρήσει. Τώρα κατάλαβαν ὅτι ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωκες, εἶναι ἀπὸ σένα, διότι τὰ λόγια ποὺ μοῦ ἔδωκες, τοὺς τὰ ἔδωκα καὶ αὐτοὶ τὰ ἐδέχθησαν καὶ ἐγνώρισαν ἀληθινὰ ὅτι ἐβγῆκα ἀπὸ σένα καὶ ἐπίστεψαν ὅτι σὺ μὲ ἔστειλες. Ἐγὼ γι’ αὐτοὺς παρακαλῶ, δὲν παρακαλῶ γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ ἐκείνους ποὺ μοῦ ἔδωκες, ἐπειδὴ εἶναι δικοί σου, καὶ ὅλα τὰ δικά μου εἶναι δικά σου καὶ τὰ δικά σου εἶναι δικά μου, καὶ ἔχω δοξασθῆ δι’ αὐτῶν. Δὲν θὰ εἶμαι πλέον εἰς τὸν κόσμον, ἐνῷ αὐτοὶ θὰ εἶναι εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἐγὼ ἔρχομαι σ’ ἐσένα. Πατέρα ἅγιε, φύλαξέ τους μὲ τὴν δύναμιν τοῦ ὀνόματός σου ποὺ μοῦ ἔδωκες, διὰ νὰ εἶναι ἕνα ὅπως εἴμεθα ἐμεῖς. Ὅταν ἤμουν μαζί τους εἰς τὸν κόσμον, ἐγὼ τοὺς ἐφύλαττα μὲ τὴν δύναμιν τοῦ ὀνόματός σου· ἐκείνους ποὺ μοῦ ἔδωκες τοὺς ἐφύλαξα καὶ κανένας ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ἐχάθηκε παρὰ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ γραφή. Ἀλλὰ τώρα ἔρχομαι σ’ ἐσένα, καὶ αὐτὰ τὰ λέγω ἐνῷ εἶμαι ἀκόμη εἰς τὸν κόσμον, διὰ νὰ ἔχουν τὴν χαράν μου μέσα τους τελείαν.
    ΑΝΕΛΗΦΘΗΣ ΕΝ ΔΟΞΗ, ΧΡΙΣΤΕ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ
Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς,
τῇ ἐπαγγελίᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος· βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας,
ὅτι σὺ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.

'Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑΛΙΟΥ' KING ΜΙΝOS 26-3-96

 'Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑΛΙΟΥ' 

KING ΜΙΝOS 26-3-96


https://www.youtube.com/watch?v=4JrTuItcLtE#t=570

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΕΛΗΦΘΗ ΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

                        Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΕΛΗΦΘΗ ΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ
Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῷ κόσμῳ, οἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν, ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται, ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναΐδιον. Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κελεύει πᾶσι τοῖς Ἀγγέλοις αὐτοῦ· Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν, Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χεῖρας. ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἦν τὸ πρότερον.

Κύριε, τῇ σῇ, Ἀναλήψει, ἐξεπλάγησαν τὰ Θεόν, ἐπὶ Χερουβίμ, θεωρήσαντά σε τὸν νεφελῶν ἀνερχόμενον, τὸν ἐπ' αὐτῶν καθεζόμενον, καὶ δοξάζομέν σε, ὅτι χρηστόν τὸ ἔλεός σου, δόξα σοι.


Ἐν τοῖς ὄρεσι τοῖς ἁγίοις, θεωροῦντές σου τὰς ὑψώσεις Χριστέ, τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ Πατρός, ἀνυμνοῦμέν σου τὴν φωτοειδῆ τοῦ προσώπου μορφήν, προσκυνοῦμέν σου τὰ παθήματα, τιμῶμεν τὴν Ἀνάστασιν, τὴν ἔνδοξον Ἀνάληψιν δοξάζοντες, ἐλέησον ἡμᾶς.


Κύριε, οἱ Ἀπόστολοι ὡς εἶδὸν σε, ἐν νεφέλαις ἐπαιρόμενον, ὀδυρμοῖς δακρύων, ζωοδότα Χριστέ, κατηφείας πληρούμενοι, θρηνοῦντες ἔλεγον· Δέσποτα, μὴ ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανούς, οὓς δι' οἶκτον ἠγάπησας δούλους σου, ὡς εὔσπλαγχνος, ἀλλ' ἀπόστειλον, ὡς ὑπέσχου ἡμῖν, τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα, φωταγωγοῦν τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Κύριε, τῆς οἰκονομίας πληρώσας τὸ μυστήριον, παραλαβὼν τοὺς σοὺς Μαθητάς, εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν ἀνελάμβανες, καὶ ἰδού, τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ παρῆλθες, ὁ δι' ἐμὲ πτωχεύσας κατ' ἐμέ, καὶ ἀναβάς· ὅθεν οὐκ ἐχωρίσθης, τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα ἐξαπόστειλον, φωτίζον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Η άλωση της Πόλης κατά τον Γεννάδιο Σχολάριο


Εάλω η Πόλις

Η άλωση της Πόλης κατά τον Γεννάδιο Σχολάριο

1. Ο διπλός κίνδυνος· Τούρκοι και Φράγκοι

Η παρουσίαση των θέσεων του πατριάρχου Γενναδίου Σχολαρίου για την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους το 1453 έχει μέγιστο ιστορικό, εθνικό και πνευματικό ενδιαφέρον, για πολλούς και σημαντικούς λόγους. Εν πρώτοις διότι η ζωή του συνεκτυλίσσεται μαζί με τις τελευταίες δραματικές δεκαετίες της βασιλεύουσας και τις πρώτες της άδοξης δουλείας και υποταγής της στον βάρβαρο και αλλόθρησκο κα­τακτητή. Και το σημαντικότερο, διότι δεν είναι απλός θεατής των δρω­μένων, ένας από τους πολλούς που απλώς υφίστανται παθητικά τις τροπές των καιρών και των χρόνων, αλλά ένας από τους ολίγους που ενεργητικά έλαβαν μέρος και συνδιαμόρφωσαν τις ιστορικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες πορεύθηκε η Ρωμιοσύνη κατά τα κρίσιμα έτη πριν από την άλωση και μετά από αυτήν. Κατηύθυνε ο ίδιος και προσδιό­ρισε σε μεγάλο βαθμό τις τύχες του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.
Η αποφασιστική μάλιστα αυτή συμμετοχή του στην χάραξη της ιστορικής πορείας του Γένους, με την οποία ακύρωσε τα καταστροφικά σχέδια άλλων ισχυρών δυνάμεων, προκάλεσε, όπως συμβαίνει συνήθως, την ισχυρή τους αντίδραση, η οποία, εν όσω ζούσε ακόμη, εκδηλώθηκε ως προσπάθεια δυσφημήσεως και απομονώσεως, μετά δε τον θάνατό του ως προσπάθεια κακοποιήσεως και συγχύσεως των ιστορικών πληρο­φοριών, που έφθασε μέχρι και την νόθευση των συγγραμμάτων του, ώστε να πληγεί η υστεροφημία του και να παύσει να αποτελεί αξιόπι­στο μάρτυρα και εκφραστή της ιστορικής συνειδήσεως της Ρωμιοσύνης.
Ο πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος μαζί με ολίγους άλλους εκκλησιαστικούς ηγέτας του 15ου αιώνος με προφητική δύναμη και ενόραση, διείδαν, ότι κίνδυνος για την αυτοκρατορία δεν ήσαν μόνον από την Ανατολή οι Τούρκοι, αλλά και από την Δύση οι Φράγκοι υπό τον πά­πα, και ότι εν μέσω των δύο αυτών κινδύνων έπρεπε το Γένος να πορευ­θεί με πολλή προσοχή. Ο κίνδυνος των Τούρκων ήταν καθημερινή αγωνία, ante portas, προ των θυρών, αλλά και ο κίνδυνος από την Δύση δεν ήταν υποθετικός, αλλά βιωθείσα και βιουμένη πραγματικότης. Όσοι συνιστούσαν επαγρύπνηση και απέναντι των Δυτικών δεν εκινούντο από θρησκευτική μισαλλοδοξία, αλλά από εκτίμηση των ιστορι­κών δεδομένων του παρελθόντος και από την θλιβερή εμπειρία του παρόντος. Η αποδυνάμωση και η εξασθένηση της αυτοκρατορίας, ώστε να αποτελεί εύκολη λεία για τους Τούρκους, σύμφωνα με κοινή εκτίμηση των ιστορικών, οφείλεται στις περίφημες σταυροφορίες, τις οποίες υπό την έμπνευση και καθοδήγηση των παπών διεξήγαγαν οι ηγεμόνες της Δύσεως. Υπό το πρόσχημα θρησκευτικών στόχων οργανώ­θηκαν κατακτητικές εκστρατείες, οι οποίες από το σώμα της Ρωμιοσύ­νης δημιούργησαν φραγκικά κρατίδια στον νησιωτικό και ηπειρωτικό χώρο και τεράστια οικονομικά και εμπορικά οφέλη, με αποκορύφωμα την πρώτη άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204. Απαλλάχθηκε βέβαια η βασιλεύουσα από την σκληρή ξενική κατοχή των Λατινο-φράγκων μετά από εξήντα έτη (1261), κολοβωμένη όμως τώρα και κουτσουρεμένη, χωρίς επαρκή ενδοχώρα, αφού εξακο­λούθησαν οι Φράγκοι να κατέχουν τις άλλες περιοχές- έμοιαζε ως κεφα­λή χωρίς σώμα. Επί πλέον διαπιστώθηκαν τώρα και οι προθέσεις των αδελφών Χριστιανών της Δύσεως. Τα μέτρα των νέων λατινικών αρχών δεν περιορίσθηκαν στην οργάνωση της διοικήσεως μόνο, αλλά και στην πολιτιστική και θρησκευτική αφομοίωση των Ορθοδόξων, σε πλήρη δηλαδή εκλατινισμό, ο οποίος μάλιστα επιβαλλόταν διά της βίας. Ακόμη και σήμερα πολλοί Έλληνες «καθολικοί», των Κυκλάδων κυρίως, είναι καρποί αυτής της φραγκικής κατακτήσεως.
Έχουν γραφή πολλά για τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα που κυριάρχησαν στην Ανατολή κατά τον 15ο αιώνα, πριν από την άλωση, και για τα πρόσωπα που ετέθησαν επί κεφαλής των αντιπάλων παρατάξε­ων. Βασικώς διαμορφώθηκαν δύο ομάδες· η ομάδα με ηγέτη τον Βησ­σαρίωνα, ο οποίος τελικώς ενσωματώθηκε πλήρως στον Παπισμό και έγινε καρδινάλιος, πρότεινε την συμμαχία με την Δύση προς απόκρου­ση του τουρκικού κινδύνου· επηρέασε αποφασιστικά τον αυτοκράτο­ρα Ιωάννη Η' Παλαιολόγο, που αγωνιούσε για την τύχη της αυτοκρα­τορίας, και τον παρέσυρε στην ταπεινωτική υπογραφή του ενωτικού όρου της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), δεκατέσσερα μόλις χρό­νια πριν από την άλωση. Η άλλη ομάδα, με ηγέτη τον Άγιο Μάρκο Εφέσου τον Ευγενικό, αγωνιζόταν να αποτρέψει την ένωση με τον Παπισμό και επηρέαζε το μεγαλύτερο μέρος του κλήρου και του λαού· ήθελε το Έθνος να διασώσει προ παντός την πολιτιστική του οντότη­τα και αυτοσυνειδησία, γιατί εγνώριζε την αναμφισβήτητη ιστορική αλήθεια, ότι τα έθνη χάνονται, όχι όταν χάσουν την κρατική τους οντό­τητα, αλλά όταν χάσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα, την ψυχή τους. Εφ' όσον η οποιαδήποτε βοήθεια της Δύσεως στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις προϋπέθετε τον εκλατινισμό των Ορθοδόξων, έπρε­πε το Έθνος να στηριχθεί στις δικές του δυνάμεις. Και μολονότι προ­έβλεπαν ως αναπότρεπτη την υποταγή στους αλλοθρήσκους, πίστευαν ότι θα εδημιουργούντο οι συνθήκες της αναβιώσεως, της παλιγγενεσίας.
Υπό το πρόσχημα της βοηθείας οι Δυτικοί ουσιαστικώς θα κατακτούσαν και πάλι την Κωνσταντινούπολη. Κατάκτηση και η μία κατάκτηση και η άλλη· στην υπό τους Τούρκους όμως κατάκτηση θα παρέμενε το πλεονέκτημα της εθνικής αξιοπρεπείας, το ότι δηλαδή το Έθνος δεν επρόδιδε οικειοθελώς τις παραδόσεις του, δεν θυσίαζε την Ορθοδοξία, η οποία αποτελούσε το ουσιαστικώτερο στοιχείο της εθνικής του ταυτό­τητος. Και επί πλέον η μεγάλη πολιτιστική υπεροχή έναντι των Τούρ­κων και το παντελώς ανόμοιο του θρησκεύματος αποτελούσαν δυσμε­νείς παράγοντες για τον πλήρη εξισλαμισμό, ενώ αντίθετα με τους ομοπίστους Φράγκους ο εκλατινισμός ήταν ευκολώτερος. Αυτό εξέφρασε με απλό αλλά απόλυτα πειστικό τρόπο, μετά από τρεις αιώνες, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, αγωνιζόμενος να διασώσει την πολιτιστική αυτο­συνειδησία και το αίσθημα υπεροχής των υποδούλων έναντι των αλλοθρήσκων κατακτητών: «Ύστερα το εσήκωσεν ο Θεός το βασίλειον από τους Χριστιανούς και ήφερε τον Τούρκο μέσα από την Ανατολήν και του το έδωκε διά εδικόν μας καλόν... Και τι; Άξιος ήτον ο Τούρκος να έχη βασίλειον; Αλλά ο Θεός του το έδωκε διά το καλόν μας. Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, όπου ήτον τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και του το εχάρισε; Διατί ήξευρεν ο Θεός πως τα άλλα ρηγάτα μάς βλάπτουν εις την πίστιν, και ο Τούρκος δεν μάς βλάπτει, άσπρα δώσ' του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και διά να μην κολασθούμεν το έδωκε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλλον να μάς φυλάη»[1].
Κατά τις εκτιμήσεις άλλωστε αυτής της ομάδος, οι οποίες κρίνονται ιστορικώς ως ορθές, ακόμη και αν θυσιαζόταν η Ορθοδοξία και απο­φάσιζε η ηγεσία ότι ήταν προτιμώτερος ο εκλατινισμός από τον εξι­σλαμισμό, και τότε ακόμη θα επρόκειτο περί ανωφελούς θυσίας· οι Δυ­τικοί δεν ημπορούσαν να αντιπαραταχθούν προς τους Τούρκους απο­τελεσματικά και να τους νικήσουν, λόγω των μεταξύ τους διαφορών και διενέξεων. Αυτό φάνηκε και στη μάχη της Νικοπόλεως του 1396 και στη μάχη της Βάρνας το 1444, επτά μόλις χρόνια πριν από την άλω­ση. Στην πρώτη ήττα της Νικοπόλεως αναφερόμενος ο Ιωσήφ Βρυέννιος προβαίνει σε θλιβερές διαπιστώσεις για το αξιόμαχο των Δυτικών, το οποίο ευρίσκει πολύ κατώτερο από τις δυνατότητες της εξασθενη­μένης και κατακερματισμένης ανατολικής αυτοκρατορίας: «Ημείς, γράφει, τόσα έτη πολιορκούμενοι στέργομεν έτι· υμείς δε μετά πάσης υμών της παρατάξεως και μεθ' όσης των όπλων παρασκευής άπαξ τοις Αγαρηνοίς επιόντες κατά κράτος ηττήθητε»[2]. Η θέση αυτή επιβεβαι­ώνει την αναντίρρητη επίσης ιστορική αλήθεια και εκτίμηση ότι το Βυζάντιο, εκτός από την άλλη πολύτιμη και πολύπλευρη προσφορά του, στάθηκε για περισσότερα από χίλια χρόνια ο προμαχώνας, το κά­στρο, πάνω στο οποίο αναχαιτίζονταν όλες οι από Ανατολής επιθέσεις των ασιατικών λαών. Αν αυτός ο προμαχώνας απουσίαζε, και τους βαρβάρους του Βορρά διαδέχονταν στην Δύση οι βάρβαροι της Ανα­τολής, η εικόνα του δυτικού κόσμου, η εικόνα της ανθρωπότητος θα ήταν σήμερα τελείως διαφορετική.
Στην ομάδα λοιπόν του Αγίου Μάρκου Ευγενικού ανήκει ο Γεν­νάδιος Σχολάριος, όχι ως ένας απλός οπαδός ή σημαντικό μέλος. Είναι η ενσάρκωση του ιδίου του Ευγενικού, η απαράλλακτη εικόνα του· γι' αυτό και τον επέλεξε επισήμως λίγο πριν αποθάνει ως συνεχιστή των αγώνων του. Πίστευε μάλιστα, και δικαιώθηκε, ότι ο Γεννάδιος θα διεξήγαγε επιτυχέστερα τον αγώνα, λόγω των πολλών και αναμ­φισβητήτων προσόντων του, της μεγάλης πολιτικής και διοικητικής εμπειρίας, και της δυνατότητος να επηρεάζει τον αυτοκράτορα, ως ανώτατος κρατικός αξιωματούχος και σύμβουλος.
Υπήρξεν ευτυχώς κατ' αυτήν την κρίσιμη περίοδο τριάδα σπουδαί­ων προσώπων, που συνδέονται κατά σειρά μεταξύ τους με σχέση μαθητού και δασκάλου· ο Ιωσήφ Βρυέννιος, ο Μάρκος Ευγενικός και ο Γεννάδιος Σχολάριος. Και οι τρεις συνεχίζουν την έναντι της Δύσεως στάση του Μεγάλου Φωτίου και του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, την διδασκαλία του οποίου ερμήνευσαν και ανέπτυξαν. Αποτελούν τους τρεις νέους διδασκάλους και υπερμάχους της Ορθοδοξίας στους έσχατους της αυτοκρατορίας καιρούς. Ο «διδάσκαλος Ιωσήφ», όπως τον αποκαλούσαν, κατενόησε τον κίνδυνο από τον Παπισμό και με πολλή δύναμη τον εξέφρασε· ο Άγιος Μάρκος, μόνος και αβοήθητος, αντιπαρατάχθηκε κατά την διάρκεια της συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας προς την «επηρμένην οφρύν των Δυτικών», κατά την έκφραση του Μ. Βασιλείου, ο οποίος πολύ ενωρίς διεπίστωσε τις αυταρχικές και αντισυνοδικές διαθέσεις στο πρόσωπο του πάπα Δαμάσου. Και ο Γεννάδιος Σχολάριος με τους σθεναρούς και επίμονους αγώνες του κατέστησε στην πράξη ανεφάρμοστο τον ενωτικό όρο της συνόδου, επηρεάζοντας τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο και εκφράζον­τας την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας.
Η «ένωση» επεβλήθη εκ των άνω και είχε κίνητρα πολιτικά, τελείως ξένα προς τον πνευματικό στόχο της αληθινής ειρήνης και της αληθινής ενώσεως. Γι' αυτό και ανετράπη εκ των κάτω και είναι πλέον, όπως παρατηρεί ο Κ. Heussi, ένα άπλό χαρτί[3]. Οι Ορθόδοξοι, λόγω της κατεπείγουσας και αγωνιώδους ανάγκης να λάβουν βοήθεια, σύρθηκαν σε μία σύνοδο ασυνήθους διαδικασίας και διαρκείας, υποχώρησαν σε όλες τις απαιτήσεις των Παπικών, και προσέφεραν στον Παπισμό ανε­κτίμητη βοήθεια και αναγνώριση, χωρίς να λάβουν τα συμφωνηθέντα ανταλλάγματα. Ενίσχυσαν εν πρώτοις με την συμμετοχή τους το κύρος του πάπα Ευγενίου του Δ', τον οποίο η μεταρρυθμιστική σύνοδος της Βασιλείας είχε καθαιρέσει, και συνετέλεσαν έτσι στη διάλυση αυτής της συνόδου, αλλά και στη διάλυση των ελπίδων για εκδημοκρατισμό της απολυταρχικής μοναρχίας του πάπα. Νομιμοποίησαν κατόπιν με απόφαση «οικουμενικής» συνόδου τις επιδιώξεις των παπών, περί πρωτείου και κυριαρχίας επί της καθόλου Εκκλησίας. Κυρίως όμως πρόσφεραν στον Παπισμό την βάση, πάνω στην οποία στηρίχθηκαν οι σύνοδοι του Τριδέντου (1545-1563) και η Α' Βατικανή (1870) για την δογματοποίηση του πρωτείου και του αλαθήτου του πάπα. Αυτό που επί αιώνες επεδίωκε να επιτύχει ο Παπισμός με συστηματική νόθευ­ση κειμένων, το προσέφεραν οι Ορθόδοξοι στην ψευδοσύνοδο της Φλωρεντίας.
Αυτήν λοιπόν την μεγάλη προσφορά προς τον Παπισμό αγωνίσθηκαν και επέτυχαν να ακυρώσουν ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και ο Γεννά­διος Σχολάριος. Είναι γνωστή η φράση του πάπα Ευγενίου Δ', όταν πληροφορήθηκε ότι ο Εφέσου δεν υπέγραψε την ένωση· «λοιπόν εποιήσαμεν ουδέν». Την ευθύνη στη συνέχεια για την μη εφαρμογή του όρου ανέλαβε ο Γεννάδιος Σχολάριος, αντιπαραταχθείς επί έτη με την παπική θεολογία. Μετά τον Μέγα Φώτιο, τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τον Άγιο Μάρκο Εφέσου δεν υπάρχει στην Ανατολή άλλος θεολόγος που να αποδυνάμωσε την παπική θεολογία και να εζημίωσε τον Παπισμό τόσο όσο ο Σχολάριος. Γι' αυτό και επλήρωσε πολύ ακριβά αυτήν την προσφορά προς την Ορθοδοξία· έγινε στόχος σχεδιασμένης και αποτελε­σματικής κακοποίησης και συκοφάντησης εκ μέρους της παπικής και φιλοπαπικής ιστοριογραφίας και γραμματείας, ώστε να ακυρωθούν στο διηνεκές οι εναντίον του Παπισμού αγώνες του. Θα αφήσουμε τα όσα μυθώδη και ανιστόρητα σχεδιάσθηκαν και γράφτηκαν για τον δήθεν αρχικό λατινισμό και φιλενωτισμό του και την δήθεν σύγκρουση και αντίθεσή του με τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, που δυστυχώς περνούν και μέχρι σήμερα στη δική μας θεολογική και ιστορική γραμμα­τεία, ακόμη και στα σχολικά εγχειρίδια, και θα περιορισθούμε στην κακοποίηση της ιστορικής αλήθειας, σχετικά με τα όσα έπραξε ή παρέ­λειψε να πράξει κατά την περίοδο προ της αλώσεως, αλλά και κατά την άλωση.

2. Προκατειλημμένη η ιστορική έρευνα

Οι ιστορικοί της αλώσεως σχεδόν στο σύνολό τους δεν μας δίνουν πληροφορίες για τον Γεννάδιο Σχολάριο. Μοναδική εξαίρεση ο λατινόφρων Δούκας, ο οποίος επί αρκετά έτη λείπει από την Κωνσταντινού­πολη· παρακολουθεί από μακρυά την αγωνία της και εν ασφαλεία, ως γραμματεύς ή πολιτικός σύμβουλος του Γενουάτη Giovanni Adurno, της οικογενείας των Γατελούζων, οι οποίοι είχαν υπό την κατοχή τους την Λέσβο και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Εκφράζει λοιπόν τις θέσεις του φραγκολατινικού περιβάλλοντος, οι οποίες ήσαν εναντίον των αγώνων του Σχολαρίου για την αποτροπή της ενώσεως. Δεν γνωρί­ζει εκ του σύνεγγυς τις απόψεις αλλά και τις ενέργειες του Σχολαρί­ου για την σωτηρία της Πόλεως και τον κατηγορεί για παθητική αντί­σταση έναντι των Τούρκων και για επηρεασμό του «χυδαίου και αγο­ραίου» όχλου, όπως λέγει, ώστε να μην αγωνισθεί εναντίον των Τούρ­κων αλλά να περιμένει μόνον από τον Θεό και την Θεοτόκο την σω­τηρία τους. Αυτό όμως από πουθενά δεν προκύπτει, ούτε από το γρα­πτό κείμενο που εθυροκόλλησε ο Γεννάδιος στην πόρτα του κελλιού του, στο οποίο αναφέρεται ο Δούκας· αντίθετα ήταν από τους λίγους που συνεβούλευε και έπραττε το παν, όπως θα δούμε, για να σωθεί η Πόλη και να αποφευχθούν η αιχμαλωσία και η καταστροφή.
Αυτή λοιπόν η μοναδική και όχι αξιόπιστη πληροφορία του λατινόφρονος Δούκα έγινε σημαία στα χέρια δυτικών ιστοριογράφων, ευτυχώς όχι όλων, και υιοθετήθηκε από μαρξιστές ιστορικούς, όπως ο Γιάννης Κορδάτος, με στόχο να δυσφημισθούν οι φανατικοί καλόγεροι και η Εκκλησία, και να τους επιρριφθεί η ευθύνη για την άλωση. Δυστυχώς υιοθετήθηκε και από απρόσεκτους νεώτερους Έλληνες ερευνητές, οι οποίοι δεν βασάνισαν τις πηγές και τις πληροφορίες, ούτε έψαξαν να βρουν και να διασταυρώσουν άλλες, με συνέπεια αυτή η εικόνα του προδότη και τουρκόφιλου Γενναδίου Σχολαρίου, όπως τόλμησε να τον αποκαλέσει ο κατά τα άλλα αείμνηστος καθηγητής Κωνσταντίνος Μπόνης, ο οποίος μάλιστα εκπλήσσεται και απορεί πώς δεν ενεκλήθη εισέτι ο Γεννάδιος επί δοσιλογισμώ, αυτή λοιπόν η εικόνα σχεδόν κυ­ριαρχεί στην νεώτερη ελληνική βιβλιογραφία, και εκ του γεγονότος ότι η μελέτη αυτή του Μπόνη, ειδικού γραμματολόγου, πανεπιστημιακού δασκάλου και ακαδημαϊκού, δημοσιευμένη και στην γνωστή «Θρη­σκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια» αποτελεί το πρώτο χρηστικό και έγκυρο βοήθημα για οποιονδήποτε θελήσει να αντλήσει πληρο­φορίες για τον Γεννάδιο Σχολάριο[4]. Ακόμη και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στο ιστορικό του μυθιστόρημα «Γεννήθηκα στο 1402» αποδέχθηκε τις αφελείς αυτές μυθοπλασίες και γράφει ότι ο Γεννά­διος κατά την άλωση σωπαίνει ή ησυχάζει σε κάποιο μοναστήρι ή τον προστατεύει κάποιος Τούρκος έξω από τα τείχη της Πόλεως και ότι ο ρόλος του κατά την άλωση ήταν σκοτεινός[5].
Ευτυχώς δεν παρασύρθηκε το σύνολο της νεώτερης ελληνικής ιστοριογραφίας από τις προκατειλημμένες και ομολογιακές θέσεις των δυτικών ιστοριογράφων. Έτσι τις ιστορικά αθεμελίωτες και ιδεολογικά ή ομολογιακά κατευθυνόμενες θέσεις ανήρεσε με ιδιαίτερη ιστορική πραγματεία ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος που είναι καταχωρισμέ­νη στην πολύτομη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους[6]. Ο επιφανής επί­σης βυζαντινολόγος γραμματολόγος αείμνηστος καθηγητής Νικόλαος Τωμαδάκης σε ειδική μελέτη του για τις πολιτικές αντιλήψεις του Γενναδίου[7] αναφέρεται σε δύο άρθρα-μελέτες που γράφτηκαν το 1954, με αφορμή τη συμπλήρωση 500 ετών από την άλωση της Πόλης. Λέγει ότι δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς με τον Γιάννη Κορδάτο γιατί διαστρέ­φει την ιστορία, ώστε να συμφωνεί με την ιδεολογική γραμμή του. Επαινεί το άρθρο του Θεοδοσίου Νικολάου που δημοσιεύθηκε στην «Κιβωτό»[8] των Κόντογλου και Μουστάκη γιατί αποπνέει το άρωμα της οφειλομένης ευλάβειας προς μία προσωπικότητα, όπως αυτή του Γενναδίου, και επικρίνει την μνημονευθείσα μελέτη του Κ. Μπόνη για την οποία λέγει ότι αδικεί τον Γεννάδιον αποτελεί την πρώτη προσπά­θεια από ορθοδόξου πλευράς να καταβιβασθεί από τον θρόνο της φή­μης και της δόξης, εκτιμών ότι αυτό είναι ακατόρθωτο, γιατί ο Γεννάδι­ος είναι «μέγα και ανεκτίμητον εθνικόν κεφάλαιον μη τόσον ευκόλως αναλώσιμον».
Αξίζει πάντως κανείς να παρατηρήσει ότι στο θέμα αυτό, για την στάση, τις ενέργειες ή τις παραλείψεις του Γενναδίου Σχολαρίου κα­τά την άλωση, γίνεται επίκληση μιας μαρτυρίας ιστορικού, που ήταν μάλιστα απών και εσχημάτισε γνώμη από ακούσματα ή παρακούσματα ή ομολογιακά πλάσματα τρίτων, και αγνοούνται μαρτυρίες του ιδίου του Γενναδίου που ευρίσκονται σε αφθονία στα ιστορικά του έργα ή είναι κατεσπαρμένες στο σύνολο των συγγραμμάτων του. Έχομε την γνώμη ότι το θαυμάσιο έργο του Ν. Τωμαδάκη «Περί αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως (1453). Συναγωγή κειμένων μετά προλόγου και βιογραφικών μελετημάτων περί των τεσσάρων ιστοριογράφων, Δούκα-Κριτοβούλου-Σφραντζή-Χαλκοκονδύλη»[9], πρέπει να συμπληρω­θεί με την δημοσίευση και των σχετικών ιστορικών κειμένων του Γεν­ναδίου Σχολαρίου. Και μόνον δύο του κείμενα, ο «Θρήνος επί τη αλώ­σει της Πόλεως», ως και η «Εγκύκλιος επί τη αλώσει της Πόλεως και τη παραιτήσει εκ της πατριαρχείας», αρκετά εκτενή και πλούσια σε πληροφορίες, προερχόμενες μάλιστα από ανώτατο κρατικό και εκκλησιαστικό αξιωματούχο που έζησε και προσδιόρισε τις ιστορικές εξελίξεις, δίνουν διαφορετική εικόνα από την κατασκευασμένη και προκατειλημμένη των δυτικών γραμματολόγων και ιστορικών και δικαιολογούν την υψηλή θέση που πάντοτε είχε ο μεγάλος αυτός φιλόσο­φος, θεολόγος και ηγέτης των ύστατων χρόνων του Βυζαντίου στην διαχρονική συνείδηση του Γένους. Η απουσία αυτών των κειμένων από την εκτίμηση των γεγονότων της αλώσεως, τα οποία και αυτός ο Τωμαδάκης αγνοεί, γράφων ότι «είναι δυστύχημα ότι ο Γεώργιος Σχο­λάριος δεν έγραψε ο ίδιος διά του καλάμου του ιστορίαν»[10], οφείλεται μάλλον στην έλλειψη παλαιών εκδόσεων, και στην ανεπαρκή χρήση και εκμετάλλευση της οκτάτομης έκδοσης των Απάντων του (1928-1936)[11], από την νεώτερη ιστορική και θεολογική έρευνα.
Εμείς είχαμε την σπουδαία ευκαιρία και ευλογία στα μέσα της δε­καετίας του 1970 να ασχοληθούμε με τον Γεννάδιο Σχολάριο και όλη την ορθόδοξη γραμματεία πάνω στην οποία στηρίζεται η θεολογική του σκέψη από τον Μέγα Φώτιο μέχρι τον δάσκαλό του Άγιο Μάρκο Εφέσου Ευγενικό. Η ενασχόλησή μας αυτή κατέληξε στην σύνταξη μεγάλης μονογραφίας με τίτλο «Γεννάδιος Β' Σχολάριος. Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία»[12], στην οποία τον παρουσιάσαμε ως τον τε­λευταίο μεγάλο διδάσκαλο και συγγραφέα της ελληνικής ανατολικής αυτοκρατορίας και τον πρώτο μεγάλο προφήτη, παιδαγωγό και εθνάρχη του νεωτέρου Ελληνισμού και αποκαλύψαμε τις σκόπιμες συγχύσεις της δυτικής και της ιδικής μας ιστοριογραφίας, ιδιαίτερα ως προς τον δήθεν φιλολατινισμό του και την δήθεν σύγκρουσή του με τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, ως και για τον δήθεν σκοτεινό και ύποπτο ρόλο του κατά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Η ενασχόληση μας αυτή προ της ενάρξεως του επισήμου θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών μάς εφοδίασε με τη γνώση των κριτηρίων, βάσει των οποίων εκινούντο οι Άγιοι Πατέρες στην αντιμετώ­πιση του Παπισμού, ώστε, όταν ορισθήκαμε μέλος της Μικτής Επιτροπής του Διαλόγου, για να εκπροσωπήσουμε την Εκκλησία της Ελλάδος, κινηθήκαμε πάνω στην μακραίωνα αυτή παράδοση «επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι». Η Ρώμη όμως προφανώς ενοχλημένη από την συνέ­χιση αυτής της Ορθοδόξου γραμμής και παραδόσεως των μεγάλων μορφών της Ορθοδοξίας και συσκευάζουσα πάλι μετά των ημετέρων νέα Φερράρα-Φλωρεντία, αξίωσε την αποπομπή μας από τον διάλογο και στη συνέχεια μέσω των ενταύθα φίλων και υπηρετών της την δυσ­φήμησή μας ως ακραίων και φονταμενταλιστών, ωσάν να μην είναι ο Παπισμός ο μεγαλύτερος επί αιώνες και αποτελεσματικότερος κο­σμικός οργανισμός καταπιέσεως και ασκήσεως βίας και εξουσίας στη ζωή ασθενών και αδυνάτων, προσώπων και λαών.

3. Η δράση του Σχολαρίου πριν και κατά την άλωση. Πολύτιμες πληροφορίες

Ας δούμε όμως τώρα σύντομα πώς παρουσιάζει ο Γεννάδιος τα της δράσεώς του την περίοδο της αλώσεως. Σημειώνουμε ότι έκτος από τον Άγιο Μάρκο Ευγενικό, που άντεξε στους εξευτελισμούς και στις πιέσεις και δεν υπέγραψε τον ενωτικό όρο, τρία ακόμη πρόσωπα έφυ­γαν κρυφά λίγο πριν από την υπογραφή για να μη δεχθούν πιέσεις· ο αδελφός του αυτοκράτορος δεσπότης Δημήτριος Παλαιολόγος, ο γνω­στός φιλόσοφος του Μυστρά Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός και ο Γεν­νάδιος Σχολάριος. Θα περίμενε κανείς ότι μετά την επιστροφή της αντιπροσωπείας στην Κωνσταντινούπολη ο Γεννάδιος θα έπιπτε στη δυσμένεια του βασιλέως και θα έχανε τα υψηλά διοικητικά αξιώματα που κατείχε, ως καθολικός σεκρετάριος του βασιλέως, γενικός γραμ­ματεύς δηλαδή των ανακτορικών υπηρεσιών, και καθολικός κριτής των Ρωμαίων, γενικός δικαστής, δηλαδή, κάτι σαν πρόεδρος του Αρεί­ου Πάγου ή του Συμβουλίου Επικρατείας. Συνέβη όμως το αντίθετο· εκράτησε ακόμη και την θέση του ως επισήμου ομιλητού κάθε Παρα­σκευή σε αίθουσα των ανακτόρων, επί θεολογικών και ηθικών θεμά­των, με την παρουσία του βασιλέως και της συγκλήτου.
Η ευμενής αυτή στάση του βασιλέως και η διατήρηση του Γεννα­δίου στις υψηλές του θέσεις, ακόμη και όταν μετά τον θάνατο του Αγί­ου Μάρκου Ευγενικού (1444) ανέλαβε επισήμως ως διάδοχός του τον αγώνα για την μη εφαρμογή του ενωτικού όρου και την αποτροπή της ενώσεως, δείχνει ότι ο βασιλεύς εσωτερικώς ουδέποτε δέχθηκε τα όσα ταπεινωτικά έγιναν στην Φλωρεντία, απλώς ως υπεύθυνος πολιτικά για την τύχη του απειλουμένου από τους Τούρκους έθνους βρέθηκε στριμωγμένος και σε αδιέξοδο. Η εσωτερική του αυτή αντίδραση ενι­σχύθηκε μετά την διαπίστωση της γενικής κατακραυγής εναντίον της ενώσεως, όταν επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη.
Προκύπτει μάλιστα από τις πηγές, ακόμη και από τα λατινίζοντα «Πρακτικά» της συν­όδου, ότι μπροστά στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις των Λατίνων ο βασιλεύς ήταν ανυποχώρητος και είχε αποφασίσει να αναχωρήσει διασώζοντας την υπερηφάνεια της αυτοκρατορίας, αντί να υποταγεί δουλικά στον πάπα. Για κάποια από τις πολλές περιπτώσεις δια­πραγματεύσεων και αδιεξόδων γράφουν τα «Πρακτικά»: «Απεκρίθη ο βασιλεύς· ημείς άλλο ουδέν γράφομεν ουδέ λέγομεν, ει μη ότι, εάν δέχησθε όσον εδώκαμεν, ενωθησόμεθα· ει δε μη, απελευσόμεθα»[13]. Και όταν ο πάπας τον επίεζε να εκβιάσει, να υποχρεώσει τους συνοδικούς να υπογράψουν, ο βασιλεύς έδωσε την εξής ενδιαφέρουσα απάντηση, που δείχνει και την διαφορά του απολυταρχικού παπικού πρωτείου απέναντι στην συνοδική ελευθερία των Ορθοδόξων: «Εγώ γαρ ουκ ειμί αυθέντης της συνόδου, άλλ' ουδέ τυραννικώς βούλομαι ποιήσαι την σύνοδόν μου ειπείν τι. Λοιπόν ου δύναμαι βοηθήσαι εις τα ρήματα, α ώρισεν η αγιότης σου»[14]. Ό,τι όμως δεν έκανε ο αυτοκράτωρ, το έ­καναν οι περί τον λατινίσαντα Βησσαρίωνα αρχιερείς, oι οποίοι εξεβίασαν τον αυτοκράτορα λέγοντας ότι θα διασπάσουν την ενότητα των Ορθοδόξων, θα προκαλέσουν σχίσμα και θα ενωθούν με τον πά­πα: «Εάν η βασιλεία σου ου θέλει ενωθήναι, ημείς ενούμεθα· ταύτα ακούσας ο βασιλεύς, εδειλίασε την στάσιν ημών και δη ήρξατο την ορμήν της ενώσεως και ώρισεν εις την αύριον συναχθήναι»[15].
Όταν απέθανεν ο βασιλεύς Ιωάννης Η' (1448) και ανέλαβεν ο αδελ­φός του, ο τελευταίος αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, ο ήρωας της αλώσεως, ο Γεννάδιος διετήρησε επί ένα περίπου έτος τις θέσεις του και συνεργαζόταν αρμονικά με τον νέο αυτοκράτορα, ο οποίος συνέχιζε την τακτική του αδελφού του Ιωάννου στο εκκλη­σιαστικό πρόβλημα, την μη εφαρμογή δηλαδή της ενώσεως. Αυτήν όμως την περίοδο και συγκεκριμένα το 1450, ικανοποιώντας νεανική του επιθυμία ο Γεννάδιος, αποφασίζει να εγκαταλείψει τα κοσμικά αξιώματα και τις πολιτικές ενασχολήσεις και να γίνει μοναχός σε ηλι­κία πενήντα ετών, θέλοντας ειλικρινά να ησυχάσει και να επιδοθεί στην πνευματική άσκηση και τελείωση. Προσέρχεται στον μοναχισμό σε περίοδο γενικής εύνοιας και αποδοχής, πλην των λατινοφρόνων, οι οποίοι, όπως γράφει, μέμφονται την καλή μας παρρησία, ουσιαστι­κώς όμως μέμφονται τους προγόνους μας, ότι επί τόσα χρόνια εκείνοι έκαναν λάθος, ενώ τώρα αυτοί είναι ανώτεροι από εκείνους: «Ο βασι­λεύς ευμενής ημίν· η σύγκλητος εύνους· η πόλις ημίν εάλωκεν άπασα, πλην των μεμφομένων την καλήν ημών παρρησίαν, μάλλον δε τους προγόνους αιτιωμένων, ότι τοσούτοις έτεσιν ελήρονν τε και ημάρτανον, ως αυτοί αμείνους όντες εκείνων»[16].
Δυστυχώς μετά την παραίτηση του Γενναδίου από την αυλή και την εγκαταβίωσή του σε μοναστήρι, ο νέος αυτοκράτωρ εν όψει και του διαρκώς εγγίζοντος την βασιλεύουσα κινδύνου άλλαξε τακτική στο εκκλησιαστικοπολιτικό πρόβλημα και θέλησε να προχωρήσει σε νέες διαπραγματεύσεις με τον πάπα, πιστεύοντας ότι ο πάπας θα δεχό­ταν να επανεξετάσουν τα συμφωνηθέντα στη Φλωρεντία με σύνοδο που θα γινόταν στην Κωνσταντινούπολη. Η κυνική απάντηση του πά­πα ήταν ότι πρέπει να αναγνωρίσει άνευ όρων τις αποφάσεις της Φλω­ρεντίας, αν θέλει να βοηθηθεί από την Δύση. Η απάντηση αυτή, που χαρακτηρίσθηκε προσφυώς από τον Σπ. Λάμπρο[17] ως «τελεσίγραφον της Δύσεως προς το Βυζάντιον», προκλητικά ερμήνευε και την δεινή θέση των Ελλήνων, λέγοντας ότι τους τιμωρεί ο Θεός, γιατί εμμένουν στο σχίσμα και δεν ενώνονται με τον πάπα.
Ο μοναχός πλέον Γεννάδιος μπροστά στις ιταμές παπικές απαιτήσεις, και για να προλάβει νέα αποστασία στην πίστη, αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα. Απευθύνεται με επιστολές στον βασιλέα, στον μέγα δούκα Λουκά Νοταρά και προς τον λαό, για να τους εξηγήσει ότι η Πόλη μπορεί να σωθεί, χωρίς την προδοσία της πίστεως, οπότε θα πρό­κειται για διπλή σωτηρία, από τους Τούρκους και από τους Λατίνους. Απαιτείται τόνωση του φρονήματος του λαού και όχι μοιρολατρική εγκαρτέρηση και ηττοπάθεια· εάν χρειασθεί, πρέπει να είναι έτοιμοι και την ζωή τους ακόμη να θυσιάσουν. Όσες φορές η Πόλη εναπέθεται τις ελπίδες στο Θεό και όχι σε δυσσεβείς συμμαχίες ανθρώπων έσώζετο. Ο Θεός θα βοηθήσει, εάν και οι πολίτες συνεργήσουν στην άμυνα της Πόλεως, αν προσφέρουν χρήματα, αν αδειάσουν τα βαλάντιά τους, αν προσφέρουν προσωπική εργασία στην ενίσχυση των τειχών. Προδότης δεν είναι εκείνος που αποκρούει την αμφίβολη και με επαχθή ανταλλάγμα­τα βοήθεια των ξένων, αλλά αυτός που δεν πράττει ό,τι μπορεί για να σώσει την πατρίδα. Κανένα έθνος δεν θέλησε ποτέ να προδώσει την θρησκεία του, για να ευημερεί· αντίθετα πολλά έθνη εγκατέλειψαν τις παλαιές θρησκευτικές δοξασίες, μέσα σε διωγμούς και βασανιστήρια, για να ασπασθούν την αληθινή θρησκεία. Όχι μόνον δεν αποθαρρύνει τον λαό και δεν συνιστά μοιρολατρική αντιμετώπιση του κινδύνου, αλλά γράφει προς τον Λουκά Νοταρά, ότι οι ηγέτες πρέπει να ξυπνήσουν την Πόλη που φαίνεται ότι κοιμάται, ότι δεν καταλαβαίνει τον κίνδυνο, τον οποίο μπορούν να αποφύγουν με θυσίες υλικές, ακόμη και της ζωης τους· οι περισσότεροι όμως νομίζουν ότι θα σωθούν χωρίς θυσίες, γιατί πιστεύουν στην σκιά και στο παραμύθι της παπικής βοήθειας, αφού προηγηθεί η προδοσία της πίστεως. Και μόνον αυτό το χωρίο, ανάμεσα σε πολλά άλλα, συντρίβει τα μυθεύματα περί μοιρολατρικής αντιμετωπίσεως του κινδύνου και αποθαρρύνσεως του λαού: «Εξυπνίσαι την πόλιν άπασαν δεινώς υπνώτουσαν και το δεινόν επιόν ουκ αισθανομένην, ου την απαλλαγήν και σώμασι και χρήμασι και πάσι τρόποις εξωνησάμενοι αν, ως οι απανταχού σωφρονούντες, τοις μεν εντρυφώσιν ως απόνως σφίσι σωθησομένοις, σκιαίς δέ τισι και μύθοις υπερορίοις την σωτηρίαν πιστεύουσιν, ων το μάλιστα προύργου η με­τά την προδοσίαν της αληθείας εκ των παπικών χρημάτων ελπίς εστιν»[18].
Οι προτροπές αυτές του Σχολαρίου και οι προτεινόμενες λύσεις, για την διάδοση των οποίων ομιλούσε διαρκώς από το πρωί μέχρι το μεσημέρι, είχαν μεγάλη απήχηση στο λαό, στην εκκλησιαστική και σε μέρος της πολιτικής ηγεσίας. Όλη η Πόλη ήταν έτοιμη να αποθάνει, αν η ηγεσία στεκόταν στο ύψος της και κρατούσε ενωμένο το λαό. Για την επίδραση πάντως που είχαν οι θέσεις του Σχολαρίου επί της πολιτι­κής ηγεσίας και για να φανεί ο πατριωτισμός της μερίδος που ακολου­θούσε τον Σχολάριο, αρκεί να λεχθεί ότι ο στενότατα προς αυτόν συνδεό­μενος και κατά πάντα ομόφρων Λουκάς Νοταράς διέθεσε το σύνολο σχεδόν της μεγάλης περιουσίας του για την άμυνα της Πόλεως και διακρίθηκε για την ευψυχία και γενναιότητά του κατά τις τραγικές στιγμές της αλώσεως· εσφάγη δε αγρίως από τον κατακτητή μαζί με τα παιδιά του, την επομένη της αλώσεως. Αν όλοι οι πολιτικοί ηγέτες, οι λόγιοι, οι πλούσιοι άρχοντες ανελάμβα­ναν τις ευθύνες τους, τις τύχες της πόλεως στα χέρια τους, και δεν την εγκατέλειπαν αβοήθητη, φυγάδες οι περισσότεροι στις αυλές της Δύσε­ως με τις περιουσίες τους και τις ανέσεις τους, απ’ όπου δήθεν φρόντιζαν να στείλουν βοήθεια, η Πόλη θα είχε σωθή. Αυτοί είναι υπεύθυνοι για την αποθάρρυνση του λαού, και όχι αυτοί που έμειναν κοντά στο λαό και στην Πόλη, αγωνίσθηκαν και συμμερίσθηκαν ηρωικά τις τελευταίες στιγμές της. Πώς να κρατήσει το θάρρος του ο λαός και να πιστεύσει στην σωτηρία της Πόλεως, όταν έβλεπε τους δυνατούς και μορφωμένους να φεύγουν στη Δύση και στις αυλές των Φράγκων ηγεμόνων, όπως ο ιστορικός Δούκας, που ασκεί εκ του ασφαλούς την κακόβουλη κριτική του για τον Γεννάδιο. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο ίδιος ο Γεννάδιος γράφοντας προς τον Βησσαρίωνα, που δικαιολογούσε την φυγή του στην παπική αυλή λέγοντας ότι φροντίζει να συγκεντρώσει χρήματα για να βοηθήσει την Πόλη. Του γράφει ότι η προσωπική του παρουσία στην Κωνσταντινούπολη θα ήταν πολύ πιο χρήσιμη από τα χρήματα που υποσχέθηκε να στείλει από την Δύση· με τα προσόντα του και το κύρος του θα καθοδηγούσε τον λαό και θα επηρέαζε τους άρχοντες· η άξια ηγετικής προσωπικότητας δεν ισοσταθμίζεται με χρήματα: «ανδρός γαρ αρετήν ουκ έστιν όσον τις αν ευ φρονών τιμήσαιτο χρήμα­τος»[19]. Ευτυχώς βρέθηκε ο Σχολάριος, ο οποίος, ενώ θα μπορούσε εύκο­λα να ακολουθήσει τον δρόμο της ανέσεως εκλατινιζόμενος ή λατινί­ζων, προτίμησε να επωμισθεί το βάρος της συντηρήσεως της Ορθοδοξίας μέσα σε σκληρές και αντίξοες συνθήκες.
Δικαιολογημένα γι' αυτό ο Κ. Παπαρρηγόπουλος κρίνει με αυστη­ρότητα τους φυγάδες λογίους, γιατί δεν μπορούσε το έθνος να τους αναπληρώσει εύκολα. Επαινετή είναι επίσης και η ευαισθησία του Τωμαδάκη, ο οποίος με δύο δημόσιες διαλέξεις τάχθηκε υπέρ αυτών που παρέμειναν για να συμπαρασταθούν το έθνος, των αληθών αυτών μαρτύρων, με κορυφαίο τον Σχολάριο, ενώ ο Τ. Γριτσόπουλος λέγει ότι μόνος σχεδόν ο Σχολάριος έφερε το βάρος και την ευθύνη της δια­τηρήσεως και τονώσεως των λειψάνων του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, ενώ οι περισσότεροι των άλλων λογίων άφηναν στο σκότος και στην αμάθεια την πατρίδα τους και πήγαιναν στην Δύση, όπου κατά το πλείστον εξελατινίζοντο[20].
Οι συμβουλές και οι προτροπές του Γενναδίου για αφύπνιση του λαού και προσφορά των πάντων, ακόμη και της ζωης των, για την σω­τηρία της πατρίδος και την ταυτόχρονη σωτηρία από τον εκλατινισμό δυστυχώς δεν εισακούσθηκαν. Μετά την άφιξη του παπικού λεγάτου, του αποστατήσαντος δηλαδή από την Ορθοδοξία Ισιδώρου Ρωσίας και τώρα καρδιναλίου, και τις μυστικές διαβουλεύσεις των παρασκη­νίων, όπου κυριαρχούσαν οι λατινόφρονες, άρχισε να μεταβάλλεται η κατάσταση. Παρουσιάσθηκε στον λαό, που ζούσε μέσα στον φόβο και στην αγωνία, ότι ο μόνος τρόπος για την σωτηρία της Πόλεως ήταν η βοήθεια εκ μέρους του πάπα, και ότι το θέμα της πίστεως δεν θα συνεζητείτο τώρα αλλά αργότερα. Κατορθώθηκε έτσι η αλλαγή των φρο­νημάτων του λαού που τον έστρεψαν εναντίον του Γενναδίου, μέχρι σημείου να απειλείται ακόμη και η ζωή του, γιατί αντιδρούσε στην σωτηρία της Πόλεως. Διέκοψε γι' αυτό τις δημόσιες εμφανίσεις, ανήρτησε την 1η Νοεμβρίου του 1452 στην πόρτα του κελλιού του ελεγκτι­κό λίβελλο εν είδει διαμαρτυρίας και απολογίας και στις 27 Νοεμβρί­ου το έστειλε σε τριάντα αντίγραφα στα ανάκτορα, στην αγορά και στα μιοναστήρια της Πόλεως. Είναι φοβερό κείμενο ορθοδόξου παρ­ρησίας και ομολογίας, αντάξιο μεγάλων πατερικών μορφών, που το διέστρεψε ο λατινόφρων Δούκας για να τον διαβάλει. Προκύπτει από το κείμενο ότι όχι μόνο δεν επηρέαζε τον λαό τους τελευταίους μήνες προ της αλώσεως, αλλά εκινδύνευε ο ίδιος από τον λαό.
Γράφει στο κείμενο: «Ω πτωχοί πολίται, όλα εχάσατε· και νυν παραιτείσθε και την ευσέβειαν; Αισχρώς και ασυνειδήτως, αντί του να καταφύγητε εις τον Θεόν εν τη περιστάσει, καθώς υμίν ο Θεός δι' εμού του αναξίου Γενναδίου συνεβούλευσεν, χωρίζεσθε του Θεού; Εγώ αθώος· έχω τον Θεόν μάρτυρα και τους αγίους, και υμάς πάντας, ότι ουδέ τίποτε ημέλησα. Και νυν μαρτύρομαι τον Θεόν, κακήν ένωσιν ποιείτε· απόλλυσθε. Βλασφημείτε κατ' εμού και απειλείτε; Αλλά καν φονεύσητέ με, ως απειλείτε, εγώ και εις θάνατον έτοιμος. Τι μοι όφελος του ζην, ίνα ίδω την καθ' υμών εγκατάλειψιν; Κύριε, μη αφής τους ανθρώπους τού­τους το πτώμα τούτο πεσείν μη δικαιωθήτω η ορθόδοξος πίστις, και εν τη ανατολή και εν τη δύσει, και εν ταις νήσοις, εκ της ημετέρας απωλείας· διότι ημείς αθετήσαντες αυτήν και σε απολούμεθα· δικαίωσον μάλλον αυτήν, χωρίς του απολέσθαι ημάς· δος αυτοίς ακοάς, ίνα ακούσωσιν· επειδή εστιν ο λαλήσας και λαλών το σόν θέλημα. Ειδέ μη, Κύ­ριε, άρπασόν με από της παρούσης ζωής συντόμως, πριν ίδω τρυγώντας τους καρπούς της τοσαύτης αναισχυντίας. Ουκ αρνήσομαί σε, φίλη ορθοδοξία· ου ψεύσομαί σε πατροπαράδοτον σέβας, έως αν το εμόν πνεύμα εν τώδε μένη τω σώματι. Μηδέν με πειράζετε πλέον, άνθρω­ποι· ότι εγώ τοιαύτης ενώσεως ου κοινωνήσω ποτέ· ούτε γαρ μετά των Λατίνων ενωθήσεσθε ούτως, και του Θεού χωρισθήσεσθε και της αυτού επισκέψεως, και αδοξίαν αΐδιον υποστήσεσθε»[21].
Η μοναδική αυτή προφητική φωνή δυστυχώς και πάλι δεν εισα­κούσθηκε· στις 12 Δεκεμβρίου του 1452, στον ναό της Αγίας Σοφίας επικυρώθηκε η ένωση με το συλλείτουργο Ορθοδόξων και Παπικών, στο οποίο μνημονεύθηκαν ο πάπας Νικόλαος και ο εξόριστος στην Ρώμη λατινόφρων πατριάρχης Γρηγόριος. Έτσι δεκατρία έτη μετά την υπογραφή του ενωτικού όρου της Φλωρεντίας εφαρμοζόταν στην πράξη η ένωση σε λατρευτική εκδήλωση των Ορθοδόξων. Πικραμέ­νος από την εξέλιξη αυτή γράφει ο Γεννάδιος επιστολή στον Δημή­τριο Παλαιολόγο στις 25 Δεκεμβρίου του 1452, όπου εκθέτει τα γενό­μενα, και τον Ιανουάριο του 1453 θρηνεί σε σωζόμενο έργο του «επί τη δι' εγκατάλειψιν του Θεού ματαία και αλόγω και ασυνειδήτω και­νοτομία της πίστεως». Έκτοτε σιωπά παντελώς όπως προκύπτει από τα κείμενα αυτά. Παρέμεινε στο κελλί του «μηδένα ορώντες μηδενί συγγινόμενοι πλην ολίγων, ους ίσμεν καθαρώς φρονούντας και τηρούντας τα πρότερα»[22]. Προσευχόταν μόνον για τη σωτηρία του Γέ­νους, χωρίς καθόλου να αναμιγνύεται. Είναι γι' αυτό κακόβουλη η άποψη του Δούκα, που την υιοθέτησαν άκριτα και μερικοί μεταγενέ­στεροι, ότι δήθεν μέχρι και την παραμονή της αλώσεως ο Σχολάριος εφανάτιζε τα πλήθη και με το να παρουσιάζει αναπότρεπτη την άλω­ση αποθάρρυνε τον λαό.
Πρόκειται για έντεχνη μετάθεση και επίρριψη ευθυνών στους ώμους ανευθύνων. Έπρεπε μετά την ανανέωση της ενώσεως και το ενωτικό συλλείτουργο στην Αγία Σοφία να αποστείλει ο πάπας βοήθεια επαρκή για την αντιμετώπιση του κινδύνου. Τα γεγονότα όμως εδικαίωσαν δυστυχώς τον Σχολάριο, ο οποίος ήταν πεπεισμένος, όπως και οι δι­δάσκαλοί του Ιωσήφ Βρυέννιος και Μάρκος Ευγενικός, ότι η ελπιζόμενη βοήθεια ήταν σκιά και όνειρο, διότι ο πάπας και να ήθελε δεν μπορούσε να βοηθήσει· αυτό που έμενε στους Ορθοδόξους από την ένωση ήταν η προδοσία της πίστεως και η ταπεινωτική αποδοχή δο­γμάτων και αιρέσεων, τα οποία επί αιώνες κατεδίκαζαν οι Άγιοι Πα­τέρες. Γράφει προσφυώς για την ελπιζόμενη βοήθεια ο Παπαρρηγόπουλος: «Άκουσμα ελεεινόν· πάσα η άμεσος αμοιβή ην έλαβε το ελληνικόν έθνος διά την θυσίαν εκείνην των πατροπαράδοτων δογμάτων περιωρίσθη εις την επικουρίαν τριακοσίων ανδρών και δύο γαλερών[23].
Κατά την νύκτα της αλώσεως ο Γεννάδιος, όπως διηγείται με συγ­κίνηση στον επιτάφιο που εξεφώνησε στη Μονή Βατοπαιδίου στον ανεψιό του Θεόδωρο Σοφιανό, περίμενε με αγωνία την έκβαση του αγώνος. Ο ανεψιός του μαχόταν με γενναιότητα εναντίον αυτών που από τη θάλασσα του Κερατίου επιχειρούσαν να ανέλθουν στο τείχος. Όταν όμως από το μέρος της ξηράς βρέθηκε σε κάποιο μέρος αφρούρητο το τείχος, ώρμησαν οι Τούρκοι σκυλεύοντες τα πάντα. Ο Γεννάδιος ομιλεί για προδοτική φυγή αυτών που ανέλαβαν να φρουρούν το τμήμα εκείνο του τείχους. Και οι ξένοι στους οποίους ανετέθη η φύλαξη του πιο ευπαθούς τμήματος των τειχών, αλλά και οι δικοί μας, τράπηκαν αδικαιολόγητα σε φυγή[24]. Καταδεικνύεται έτσι και πάλι το μυθώδες και σκόπιμο του διηγήματος, ότι ανθενωτικοί καλόγηροι άνοιξαν κρυφά κάποια θύρα για να εισέλθουν οι Τούρκοι. Πληγωμένος στα χέρια και στο πρόσωπο ο ανεψιός του Σχολαρίου βρήκε τον θείο του και την επομένη της αλώσεως στην προσπάθειά τους να διαφύγουν συνελήφθη­σαν αιχμάλωτοι και οδηγήθηκαν στην Αδριανούπολη για να υπηρε­τήσουν εκεί ως δούλοι Τούρκο αξιωματούχο. Εκεί τον ενετόπισε ο πορθητής, μετά από ολίγους μήνες, και του ανέθεσε την ευθύνη της ανασυστάσεως και αναδιοργανώσεως της Εκκλησίας και του Γένους, καθιστώντας τον πρώτο μετά την άλωση πατριάρχη και εθνάρχη.

Επίλογος

Η υπερχιλιετής ένδοξη χριστιανική αυτοκρατορία, την οποία εθεμελίωσε ο Μ. Κωνσταντίνος, εξέπνευσε μαζί με την τελευταία πνοή ενός άλλου Κωνσταντίνου, του Παλαιολόγου, που την υπερασπίσθηκε γεν­ναία σε παντελώς άνισο αγώνα. Ήταν συγκλονιστική η προκληθείσα στον τότε γνωστό κόσμο εντύπωση και απερίγραπτη η οδύνη των Ελλη­νορθοδόξων, όχι μόνο γιατί θα εδούλευαν σε σκληρό κατακτητή, αλλά και διότι θα εστερούντο την ξακουσμένη και μοναδική πολιτεία τους· πλήθος από θρήνους, λαϊκούς και λογίους, διαζωγραφούν αυτήν την οδύνη. Η Ορθοδοξία διέτρεξε θανάσιμο κίνδυνο. Θα επεβίωνε άρα­γε αυτή η πίστη που αποτελούσε την ψυχή, το πνεύμα του Βυζαντίου, έστω και αν ο κρατικός φορεύς έπαυσε πλέον να υπάρχει;
Είναι συγκλονιστικό και θαυμαστό να διαπιστώνει κανείς ότι την επί αιώνες συγκεντρωμένη δύναμη και εμπειρία αυτού του πολιτισμού έκλεινε μέσα του ο Σχολάριος. Η ψυχή ενός ολοκλήρου πολιτισμού είχε εγκαταβιώσει σε ένα ηγέτη. Έπρεπε να συντηρήσει και να θρέ­ψει την ασθενήσασα φύση της, να μην αφήσει την συνείδηση του Γένους να ταφεί κάτω από την συμφορά και την δουλεία. Όταν παραλύσει από τα εξωτερικά κτυπήματα το σώμα, είναι δύσκολο να παραμείνει όρθια και ανεπηρέαστη η ψυχή. Την υψηλή αυτή και υπεύθυνη απο­στολή στη νέα κρίσιμη για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία περίο­δο της δουλείας έφερε με επιτυχία σε πέρας ο Σχολάριος. Θα χρεια­ζόταν μία άλλη διάλεξη για να παρουσιασθεί το έργο του ως πατριάρχη και εθνάρχη. Συνοπτικά αποδίδει με εικόνα την συμβολή του ο Θεό­δωρος Αγαλλιανός· ήταν, λέγει, η μεγάλη προφητική φυσιογνωμία, άλλος Μωυσής, που ανέλαβε να οδηγήσει το Γένος στην έξοδο από την πικρή δουλεία στον νέο Φαραώ[25]. Ο ίδιος ο Γεννάδιος έβλεπε και έκρινε οτι το Γένος παρήκμασε, γιατί οι ηγέτες του δεν θέλησαν στο τέλος να τηρήσουν τους νόμους της «θείας κυβερνητικής», ότι πριν από την πτώση των τειχών της βασιλεύουσας, είχε πέσει η εμπιστοσύ­νη, η πίστη στον Θεό, με συνέπεια την θεία εγκατάλειψη· «Προ της καθαιρέσεως των τειχών την άγρυπνόν σου φνλακήν απωλέσαμεν, η και αντί πάσης ασφαλείας τοιαύτης ημίν ην τον έμπροσθεν χρόνον»[26]. Τα τείχη της πίστεως, της ευσεβείας έπρεπε τώρα με υπομονή και τα­πείνωση να ενισχυθούν. Ο κεκρυμμένος ανδριάντας της πίστεως έπρε­πε να αναστηλωθεί. Με προφητική όντως ενόραση ο μέγας πατριάρ­χης διείδε ότι οι κληρικοί και οι μοναχοί επωμίζονταν το βάρος της συντηρήσεως και αναζωογονήσεως του Γένους, όπως πράγματι και συνέβη: «Όθεν, ει μέλλει ποτέ το δείλαιον ημών γένος, τον ήλιον ευτυχέστερον οράν αυτοίς επιλάμποντα, εξ ημών αύθις των ιερωμένων και μοναχών ανατείλαι δει την της πνευματικής υγείας αρχήν, ερρωμένως και μετά σπουδής την τοιαύτην αναλαβομένων προαίρεσιν, και πολ­λή ελπίς εστιν επί τη θεία φιλανθρωπία το γένος ημών άπαν παντοίως αναρρωσθήσεσθαι»[27].
Η παλλιγγενεσία του 1821 αποτελεί εκπλήρωση αυτής της προφη­τείας. Το Γένος θεραπεύθηκε, βρήκε την υγειά του. Η ιστορική άλω­ση δεν κατέληξε σε αληθινή άλωση. Φοβούμαι ότι αυτήν την αληθινή άλωση, ζούμε τώρα επί πολλές δεκαετίες. Τα συμπτώματα είναι προφα­νή και ευδιάκριτα. Ξεπουλήσαμε και ξεπουλάμε τα πάντα αντί πινα­κίου φακής, για τα λαμπυρίζοντα ευρωαργύρια· βλασφημούμε και προσβάλλουμε τα ιερά και τα όσια, στη λογοτεχνία, στην τέχνη, στον κινηματογράφο· νομιμοποιούμε τις ηθικές παρεκτροπές και προβάλ­λουμε τους αναίσχυντους και τους πόρνους ως πνευματικά πρότυπα. Οι πολιτικοί μας καυχώνται, γιατί τον οικουμενικό Ελληνισμό του Μ. Αλεξάνδρου και του Μ. Κωνσταντίνου τον κατήντησαν φτωχή επαρ­χία της Ευρώπης, φραγκικό κρατίδιο και ρηγάτο, χωρίς και πάλι βοή­θεια ουσιαστική απέναντι στους Τούρκους. Πολλοί από τους εκκλησια­στικούς ηγέτες αποδέχονται πως η Ορθοδοξία δεν είναι πλέον η Μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, αλλά εκκλησίες, και μά­λιστα αδελφές και ισότιμες, είναι τα σχίσματα και οι αιρέσεις. Ποιος επαναλαμβάνει σήμερα, εκτός του πιστού λαού, τον όρκο-ομολογία των μεγάλων ανδρών εκείνης της εποχής, του Ιωσήφ Βρυεννίου, του Μάρκου Εύγενικού και του Γενναδίου Σχολαρίου «ουκ αρνησόμεθά σε φίλη Ορθοδοξία, ου ψενσόμεθά σε πατροπαράδοτον σέβας», αλλά αν χρειασθεί θα πεθάνουμε χίλιες φορές για σένα; Ας ελπίσουμε ότι το Γένος αντί των ασεβών νόμων και της ασε­βούς παιδείας θα επανέλθει στους νόμους της «θείας κυβερνητικής», για να αποφύγουμε την θεία εγκατάλειψη, για να μη υποστούμε αυτή τη φορά εκουσίως την αληθινή, την οριστική άλωση.
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση
Πηγή: Θεόδρομία - Έτος Η' -Τεύχος 2 - Απρίλιος Ιούνιος 2006

[1] Ιωαννου Μενουνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία), εκδ. Τήνος Αθήνα 1979, Διδαχή Ε’ 105-106, σελ. 269-270.
[2] Ιωσήφ μοναχού του Βρυεννιου, Τα ευρεθέντα, εκδ. Ευγενίου Βουλγάρεως, Λει­ψία 1768, τόμ. Α', σελ. 447.
[3] K. Heussi, Kompendium der Kirchengeschicte, Tübingen 1909, σελ 280.
[4] Κ. Μπονη, «Γεννάδιος ο Β' Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», ΘΗΕ 4, 274-289.
[5] Π. Κανελλοπούλου, Γεννήθηκα στο 1402, ΆΟήνα 1957, σελ. 559, 648ε.
[6] Κ. Παπαρρηγοπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Ε', σελ. 351ε.
[7] Ν. Τωμαδακη, «Γεώργιος ο Σχολάριος και αι πολιτικαί του αντιλήψεις», Εκκλη­σία 31 (1954) 257-261,292-295.
[8] Θεοδ. Νικολαου, «Γεννάδιος Σχολάριος ο σοφώτατος», Κιβωτός 2 (1953) 214-216.
[9] Αθήναι 1953.
[10] Αυτόθι, σελ. 17.
[11] Σχολαριου Γεωργιου-Γενναδιου, Άπαντα τα ευρισκόμενα, έκδ. L. Petit-X.Siderides-M. Jugie, Oeuvre Complètes de Georges Scholarios, τόμοι I-VIII, Paris 1928-1936.
[12] Θ. Ζηςη, Γεννάδιος Β' Σχολάριος. Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία, Θεσσαλο­νίκη 1988 (Ανάλεκτα Βλατάδων 30).
[13] Concilium Florentinum, Series B Vol. Vi, I, έκδ. J. Gill, σελ. 407 και 420.
[14] Αυτόθι 421.
[15] Αυτόθι 425.
[16] Γεννάδιου Σχολαριου, Άπαντα IV, 472.
[17] Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τόμ. Β', σ. ι'.
[18] Άπαντα IV, 499.
[19] Άπαντα ΙΙΙ, 112.
[20] Κ. Παπαρρηγοπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Ε', μέρος β', Αθήναι 1925, σελ. 27. Ν. Τωμαδακη, «Ετούρκευσεν ο Γεώργιος Αμιρούτζης;»,Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948) 100. Τ. Γριτςοπουλου, Πατριαρχι­κή Μεγάλη του Γένους Σχολή, τόμ. Α', Αθήναι 1966, σελ. 37, 43-44, 57ε.
[21] Άπαντα III, 165-166.
[22] Άπαντα ΙΙΙ, 178.
[23] Ένθ. ανωτ., σελ. 276.
[24] Άπαντα Ι, 279-280 και IV, 216.
[25] Βλ. Χρ. Πατρινελη, Ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ταυτιζόμενος προς τον Θεοφά­νη Μηδείας και οι ανέκδοτοι λόγοι του. Μία νέα ιστορική πηγή περί του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά τους πρώτους μετά την άλωσιν χρόνους, Αθήναι 1966, σελ. 98.
[26] Άπαντα IV, 221.
[27] Άπαντα Ι, 182.

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Η Ανάληψις του Κυρίου

                             Ἠ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου

Εικόνα

Ο Κύριος ανελήφθη εις ουρανούς, ίνα πέμψη τον Παράκλητον τω κόσμω, οι ουρανοί ητοίμασαν τον θρόνον αυτού, νεφέλαι την επίβασιν αυτού, Άγγελοι θαυμάζουσιν, άνθρωπον ορώντες υπεράνω αυτών, ο Πατήρ εκδέχεται, ον εν κόλποις έχει συναῒδιον, το Πνεύμα το άγιον κελεύει πάσι τοις Αγγέλοις αυτού, Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών, πάντα τα έθνη κροτήσατε χείρας. ότι ανέβη Χριστός, όπου ην το πρότερον".



Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ. α΄, 3). Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία.
Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους και να αποβάλλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον.

Την τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος τους μαθητές του «εξήγαγε έξω έως τη Βηθανία», στο όρος των Ελαιών, όπου συνήθως προσηύχετο.
«Και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε» (Λουκά κδ΄, 50) και «ευλογώντας τους, εχωρίσθηκε απ’ αυτούς και εφέρετο πρός τα πάνω, στον ουρανό» μέχρι που τον έχασαν από τα μάτια τους. Και μετά αφού Τον προσκύνησαν επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη και έμεναν συνεχώς στο ναό υμνολογώντας και δοξολογώντας το Θεό.

Ο Ευαγγελιστής Μάρκος, περιγράφοντας πιο λακωνικά το θαυμαστό και συνάμα συγκινητικό γεγονός, αναφέρει πως μετά από την ρητή αποστολή των μαθητών σε ολόκληρο τον κόσμο κηρύττοντας και βαπτίζοντας τα έθνη, «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων» (Μαρκ. ιστ΄, 19-20).

Αυτή η ευλογία είναι πια η αρχή της Πεντηκοστής.
Ο Κύριος ανέρχεται για να μας στείλει το παράκλητο Πνεύμα, όπως λέγει το τροπάριο της εορτής: «Ανυψώθηκες στη δόξα, Χριστέ Θεέ μας, αφού χαροποίησες τους μαθητές σου με την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος και βεβαιώθηκαν από την ευλογία σου».

Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό πέρας της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη» για να επιβεβαιώσει την θεία ιδιότητά Του στους παριστάμενους μαθητές Του.
Για να τους στηρίξει περισσότερο στον τιτάνειο πραγματικά αγώνα, που Εκείνος τους ανάθεσε, δηλαδή τη συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του για το ανθρώπινο γένος.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του.
Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας.
Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Θεός Παράκλητος, «το Πνεύμα της αληθείας» (Ιωάν. ιε΄, 26), ο Οποίος επεδήμησε κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει ως τη συντέλεια του κόσμου.

Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού.
Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. κη΄, 20).

Απολυτίκιον Ήχος δ΄.

Ανελήφθης εν δόξη, Χριστέ ο Θεός ημών, χαροποιήσας τους Μαθητάς, τη επαγγελία του Αγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αυτών διά της ευλογίας, ότι συ ει ο Υιός του Θεού, ο Λυτρωτής του κόσμου.

Κοντάκιον.

Ήχος πλ. β’. Αυτόμελον.

Την υπέρ ημών, πληρώσας οικονομίαν, και τα επί γης, ενώσας τοις ουρανίοις, ανελήφθης εν δόξη, Χριστέ ο Θεός ημών, ουδαμόθεν χωριζόμενος, αλλά μένων αδιάστατος, και βοών τοις αγαπώσι σε. Εγώ ειμί μεθ’ υμών, και ουδείς καθ’ υμών.

Μεγαλυνάριον.

Ἐκ τοῦ ὂρους Σῶτερ τῶν Ἐλαιῶν, σαρκί ἀνελήφθης, καθορώντων τῶν Μαθητῶν, ὂθεν σου τὴν θείαν, Ἀνάληψιν ὐμνούμεν, δι’ ἦς ἠμάς πρὸς δόξαν, ὒψωσας ἂρρητον.

H ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

H ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
 
Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί:
Ὁ Ἀναληφθείς ἐν δόξῃ Χριστός ὁ ἀληθινός Θεός ἡμῶν ἄς εἶναι ὁδηγός μας στήν πορεία  διά τήν ἐν χάριτι κάθαρσιν, φωτισμὸν καί θέωσιν ἠμῶν.

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Πῶς ἐννωεῖς τὴν ἐλευθερία στὴν πράξιν;

            Πῶς ἐννωεῖς τὴν ἐλευθερία στὴν πράξιν;
 
Eρώτησις τοῦ ἰδίου∙

Πες μου, δέσποτα, πῶς έννοεῖς την Ελευθερία στην πράξη;
Και πως πρέπει να τη χρησιμοποιούμε;
 
Απόκριση Ιωάννου.
 
Ελευθερία είναι η αλήθεια που λέγεται φανερά. Μπορεί δηλαδή κάποιος να έχει ανάγκη από τροφή, από ένα ρούχο η γενικά από κάποιο άλλο πράγμα. Αυτός οφείλει να το ζητήσει άπ’ αυτόν που έχει την εξουσία να του το δώσει. Πρέπει δε να ζητάμε να λειτουργείται αυτού του είδους η Ελευθερία από πρόσωπα που δεν σκανδαλίζονται μ’ αυτήν. Διότι δεν οικοδομούνται όλοι, λειτουργώντας την. Αυτός που έχει διάκριση, οικοδομείται και χαίρεται. Αυτός όμως που δεν έχει, σκανδαλίζεται. Γι΄ αυτό έχει υποχρέωση αυτός που κάνει χρήση μιας τέτοιας ελευθερίας, να μην τη χρησιμοποιεί εμπαθώς, δηλαδή για την Ικανοποίηση του πάθους που τον ενοχλεί, αλλά για να εξυπηρετήσει μια ανάγκη του. Αν βέβαια ούτε το άλλο πρόσωπο που τον εξυπηρετεί σκανδαλίζεται, ούτε στον εξυπηρετούμενο υποκρύπτεται κάποιο πάθος, η Ελευθερία είναι καλή. Πρέπει ακόμη να προσέχει κανείς να μην κάνει χρήση μιας τέτοιας ελευθερίας μπροστά σ’ ένα άλλο πρόσωπο που σκανδαλίζεται εύκολα. Αν είναι δηλαδή δυνατόν, ο αδελφός που θέλει να ζητήσει κάτι, να το συζητήσει Ιδιαιτέρως με εκείνον που έχει την εξουσία να του το παραχωρήσει, ώστε να παραμείνει ο λογισμός του τυχόν παρευρισκόμενου αδελφού αβλαβής. Παράδειγμα: 'Υπάρχει περίπτωση να είσαι κουρασμένος και να έχεις ανάγκη να φας όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Σε ακούει τότε κάποιος να το ζητάς και σκανδαλίζεται. Η πας να ζητήσεις ένα πράγμα και ο άλλος αδελφός που το ακούει δεν οικοδομείται.
 
Είπαμε βέβαια ότι η Ελευθερία είναι καλή, όταν γίνεται με φόβο Θεού. "Αν όμως, ενώ χρειάζεσαι ένα πράγμα δεν το ζητήσεις, αλλά περιμένεις εκείνον που έχει την εξουσία να σου το δώσει από μόνος του και συμβεί να μην το ξέρει εκείνος ότι έχεις τέτοια ανάγκη η μπορεί και να το ξέρει, αλλά να του διαφεύγει εκείνη την ώρα -μπορεί βέβαια και να θέλει να σε δοκιμάσει αν έχεις υπομονή- εσύ με τη συμπεριφορά του φαίνεσαι να σκανδαλίζεσαι ως ανυπόμονος και έτσι αμαρτάνεις. Ενώ, αν του ζητήσεις φανερά αυτό που θέλεις, όλα αυτά αποφεύγονται. Ακόμη πρέπει να τοποθετήσεις εκ των προτέρων το λογισμό σου έτσι, ώστε αν δεν λάβεις αυτό που ζητάς, να μη στενοχωρηθείς, ούτε να σκανδαλιστείς, ούτε να γογγύσεις. ’Αλλά να πεις στο λογισμό σου: «Μάλλον δεν είχε τη δυνατότητα να μου το δώσει η εγώ δεν είμαι άξιος και γι’ αυτό ο Θεός δεν επέτρεψε να μου το δώσουν». Και πρόσεχε μήπως, παίρνοντας αφορμή από την αρνητική αυτή στάση του, χάσεις και την άνεση που έχεις προς τον αδελφό και όταν σε πιέσει η ανάγκη, δεν μπορείς πάλι να απευθυνθείς
σ’ αυτόν και να του ζητήσεις ότι θέλεις. Να προσπαθήσεις δηλαδή να διατηρήσεις τον εαυτό σου ειρηνικό και απρόσβλητο από οποιαδήποτε κακοτοπιά.
 
Αν τώρα σε ἐρωτήσει ο αδελφός από μόνος του «χρειάζεσαι αυτό το πράγμα»; τότε να πεις την αλήθεια. Και αν ξαφνιαστείς και πεις «δεν το χρειάζομαι», πείσε τον εαυτό σου να επανέλθει και να του πεις: «Συγχώρεσε με, βρέθηκα σε δύσκολη θέση και είπα κάτι χωρίς να το θέλω. Η αλήθεια είναι ότι το χρειάζομαι αυτό το πράγμα και θέλω να μου το δώσετε».
 
Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου, ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ, Τóμος Β, σελίδα 264-267 ἐρώτησις 376. Ἐκδόσεις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ.
 
 

Άγιον Όρος: Μια διαρκής προσευχή προς τον Κύριο για όλο τον κόσμο

Άγιον Όρος: Μια διαρκής προσευχή προς τον Κύριο για όλο τον κόσμο




Κάθε βράδυ σε κάθε μοναστήρι του Αγίου Όρους τουλάχιστον ένας μοναχός μένει άγρυπνος όλη τη νύχτα προσευχόμενος για όσους δεν μπορούν να ξαγρυπνήσουν.

Το Άγιον Όρος είναι ένας τόπος όπου επί 1000 και πλέον χρόνια τελούνται τουλάχιστον 100 Θείες Λειτουργίες κάθε 24ωρο.

Εν τέλει το Άγιον Όρος, το περιβόλι της Παναγίας μας είναι μια ακοίμητη κανδήλα, μια διαρκής προσευχή προς τον Κύριο για όλο τον κόσμο.

Απόψε το βράδυ όσοι από εμάς μπορούμε ας πούμε μια αυτοσχέδια προσευχή για όλους αυτούς τους ανθρώπους ειδικά τους ακοίμητους που προσεύχονται για όσους έχουν ανάγκη.

Απ' την καρδιά μου λέω: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Αναστημένε και Παντοδύναμε Θεέ μας φρόντιζε, προστάτευε, ενίσχυε, φώτιζε και χαρίτωνε τους δούλους σου αυτούς τους Μοναχούς του Αγίου Όρους, του ευλογημένου αυτού τόπου που αφιέρωσες στην Παναγία Μητέρα σου και βοήθα όσους έχουν ανάγκη το βράδυ αυτό: τους αρρώστους στα νοσοκομεία και ειδικά στις εντατικές μονάδες, τους φυλακισμένους, τους μοναχικούς ανθρώπους, τους ανέργους, τα ορφανά, τις χήρες, τους αστέγους, τους φρουρούς της πατρίδας μας».

Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον τους δούλους σου.

anemonpnoi-magdalini.blogspot.gr

Προσευχὴ εἰς τὴν Παναγίαν Θεοτόκον

Προσευχὴ εἰς τὴν Παναγίαν Θεοτόκον



 
Προστρέχω σὲ Σένα, Παρθένε τῶν Παρθένων Μῆτερ μου.

Θυμήσου, Κεχαριτωμένη Παρθένε Μαρία,
ὅτι ποτὲ δὲν ἔμεινε ἀβοήθητος,
ὅποιος προσέτρεξε εἰς τὴν δικήν Σου προστασία,
ἰκέτεψε τὴν δικήν Σου βοήθεια,
ἢ ἀναζήτησε τὴν δικήν Σου μεσιτεία.

Ἐμπνευσμένος ἀπὸ αὐτήν τὴν ἐμπιστοσύνη,
προστρέχω σὲ Σένα, Παρθένε τῶν Παρθένων,
Μητέρα μου, σὲ Σένα ἔρχομαι,
μπροστά Σου στέκομαι,
ἁμαρτωλός καὶ μετανοημένος.

Ὦ Μητέρα τοῦ Ἐνσαρκωμένου Λόγου!
Μὴν περιφρονήσεις τὶς παρακλήσεις μου,
ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔλεός Σου, εἰσάκουσέ με.

Ἀμήν.

Aἰ δυσκολίες τοῦ Ἐκκλησιασμοῦ

Aἰ δυσκολίες τοῦ Ἐκκλησιασμοῦ




«Πολλοί ενώ πηγαίνουν ευχάριστα σε θέατρα, στην εκκλησία δυσκολεύονται! Γιατί στα θέατρα ο άνθρωπος δεν προκαλεί τον διάβολο, τουναντίον τον ευχαριστεί! Οπότε ο διάβολος δεν ενοχλεί πια τον άνθρωπο. Είναι ευχαριστημένος, γιατί τίποτε εκεί μέσα δεν θυμίζει το Θεό! Ενώ στην Εκκλησία τα πάντα μιλάνε για Θεό. Τα πάντα εμπνέουν φόβο Θεού! Και έτσι ο διάβολος κάνει τον άνθρωπο να μη βλέπει την ώρα, που θα βγει από την Εκκλησία! Το κακό θέατρο και η Εκκλησία είναι αντίθετοι κόσμοι. Το ένα είναι ναός του κόσμου, το άλλο ναός του Θεού! Το ένα είναι σπίτι του διαβόλου, το άλλο σπίτι του Κυρίου».
Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης
«Η εν Χριστώ ζωή μου»


Οι θείοι και Ιεροί Κανόνες και η νεοφανής μετακανονική αίρεση

Οι θείοι και Ιεροί Κανόνες και η νεοφανής μετακανονική αίρεση


Οι θείοι και Ιεροί Κανόνες και η νεοφανής μετακανονική αίρεση
ΟΙ ΘΕΙΟΙ ΚΑΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ Η ΝΕΟΦΑNΗΣ ΜΕΤΑΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΙΡΕΣΗ
 
Εν Πειραιεί 24-5-2014
πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος
εφημ. Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Ν. Καλλιπόλεως Πειραιώς
Η μεταπατερική και οικουμενιστική ‘Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών’ του Βόλου, που αποτελεί εργαστήρι και προωθημένο όργανο του παμπροτεσταντικού λεγομένου Π.Σ.Ε., στοχεύοντας στην αναθεώρηση και ‘εκσυγχρονισμό’ διαφόρων θεμάτων σύμφωνα με την οικουμενιστική νοοτροπία, διοργάνωσε διεθνές συνεδρίου από τις 8 έως τις 11 Μαΐου ε.έ. με θέμα : «Κανόνες της Εκκλησίας και σύγχρονες προκλήσεις»[1], με σκοπό την στρέβλωση των Θείων και Ιερών Κανόνων, ιδίως των σχετιζομένων με τις σχέσεις ανάμεσα στους Ορθοδόξους, τους αιρετικούς και τους ετεροθρήσκους.
Κατά την ταπεινή μας γνώμη, το συνέδριο αυτό είναι συνέχεια του προηγουμένου μεταπατερικού συνεδρίου.
Κατ’αρχήν θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι εἶναι ἀδιανόητο οι οικουμενιστές, που καταπατούν και καταφρονούν συνεχώς και ασυστόλως τους Θείους και Ιερούς Κανόνες, να διοργανώνουν συνέδρια για τους Ιερούς Κανόνες, ἐπιδιώκωντας τὴν ψευδοενότητα μὲ τοὺς αἱρετικοὺς και ετεροδόξους καὶ νὰ μην διαλέγονται με τοὺς ἀδελφούς Ὀρθοδόξους, που τηρούν τους Ιερούς Κανόνες, και με τον τρόπο αυτό να προκαλούν διαιρέσεις στο Ορθόδοξο ποίμνιο· ἐκείνους νὰ τοὺς ἀγκαλιάζουν, καὶ αὐτοὺς νὰ τοὺς κακοχαρακτηρίζουν, να τους απειλούν, να τους ἀφορίζουν καὶ νὰ τοὺς τιμωρούν. Εμείς πάντως παραμένουμε ἑνωμένοι μὲ τὴν ἀνὰ τοὺς αἰώνες Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων, μὲ τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ὡς τρόφιμοι καὶ τέκνα της. Ἀποδεχόμαστε ὅλα τὰ δόγματά της, ὅλους τοὺς ἱεροὺς κανόνες της, ὅλες καί τὶς ἑννέα Ἅγιες καί Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ ὅλες τίς τοπικὲς συνόδους καὶ ἀποκρούουμε καὶ ἀποκηρύσσουμε ὅλες τὶς αἱρέσεις, παλαιὲς καὶ νεώτερες, καὶ μεταξὺ αὐτῶν τὶς πάμπολλες τοῦ Παπισμοῦ, τοῦ Προτεσταντισμοῦ και του Οικουμενισμού.
Ὅσοι τὶς δικαιολογοῦν ὡς θεολογούμενα, ὅσοι ἀναγνωρίζουν τὰ μυστήρια καὶ τὴν Χάριν τῶν δῆθεν ‘ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν’, ὅσοι ἐσμίκρυναν τὴν Ἐκκλησία, συναριθμώντας αὐτὴν μεταξὺ τῶν αἱρέσεων, τῶν δῆθεν ἐκκλησιῶν, αὐτοὶ σχίζουν καὶ διαιροῦν τοὺς Ὀρθοδόξους πιστοὺς καὶ ὑπόκεινται στὰ σχετικὰ ἐπιτίμια τῶν ἱερῶν κανόνων, ποὺ δὲν ἔχουν παλιώσει, οὔτε ἔχουν ἀκυρωθεῖ, ἀλλὰ ἴσχυαν, ἰσχύουν καὶ θὰ ἰσχύουν πάντοτε. Ἡ νέα ἐποχή, ἡ καινὴ κτίση, ἄρχισε διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως, διὰ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ συνεχίζεται διὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων.
Ὅσοι τολμοῦν καί χρησιμοποιοῦν κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ κατὰ τὸ συμφέρον τους Ιερούς Κανόνες ἐναντίον τῶν ἀγωνιστῶν καὶ ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἂς σκεφθοῦν ἐν πρώτοις ὅτι εἶναι ἐμφανῶς καὶ καταφανῶς μὲ ὅσα δημοσίως λέγουν καὶ πράττουν ἔνοχοι οἱ ἴδιοι πλήθους κανονικῶν παραβάσεων, καὶ ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι «ἔνοχος ἔνοχον οὐ ποιεῖ», ἐνεδρεύει σὲ περίπτωση ἀδίκων ἀποφάσεων ὁ κίνδυνος τῆς ταυτοπαθείας εἴτε ἐν ζωῇ, εἴτε μετὰ θάνατον.
Μνημονεύουμε ἐνδεικτικὰ μερικοὺς μόνον κανόνες, ποὺ παραθεωρούνται με τις συμπροσευχές με αιρετικούς και κακοδόξους : «Ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος ἢ διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαι τι, καθαιρείσθω»[2]. «Ἐπίσκοπον ἢ πρεσβύτερον αἱρετικῶν δεξαμένους Βάπτισμα ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν· τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ; Ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου»[3]. «Περὶ τοῦ μὴ συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς οἶκον Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει»[4]. «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινες εἰσιν, ἀλογίαι μᾶλλον, ἢ εὐλογίαι»[5]. «Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι»[6]. «Ἀσπασίως τοὺς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμεθα καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε εξ ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν τοπικῶν συναθροισθεισῶν ἐπὶ ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν ἐξ ἑνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ συμφέροντα· καὶ οὓς μὲν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι ἀναθεματίζομεν, οὓς δὲ τῇ καθαιρέσει, καὶ ἡμεῖς καθαιροῦμεν, οὓς δὲ τῷ ἀφορισμῷ, καὶ ἡμεῖς ἀφορίζομεν, οὓς δὲ ἐπιτιμίῳ παραδιδόασι καὶ ἡμεῖς ὡσαύτως ὑποβάλλομεν»[7], πού δέν ἔχουν παλιώσει, οὔτε ἔχουν ἀκυρωθεῖ, ἀλλά ἴσχυαν, ἰσχύουν καί θά ἰσχύουν πάντοτε[8].
 
Η αιρετική θεωρία της «συναφειακής θεολογίας»
 
Ο κ. Παντελής Καλαϊτζίδης, Δρ. Θ. Διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου και Διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, στον Χαιρετισμός Υποδοχής[9], έθεσε το κεντρικό ζήτημα «εάν υπάρχει η δυνατότητα η Ορθόδοξη θεολογία, όσον αφορά ειδικά στην κανονική της παράδοση, να κατανοηθεί και να λειτουργήσει όχι μόνο ως «παραδοσιακή», μένοντας αμετακίνητα πιστή στο γράμμα μιας υποτιθέμενης «παράδοσης», αλλά και ως συναφειακή, υπερβαίνοντας τις συντεταγμένες ενός προ-νεωτερικού κοσμοειδώλου, το οποίο αποτελεί τελεσίδικα παρελθόν για τον χρόνο της Εκκλησίας».
Δεν θα πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι η λεγομένη «θεολογία της συνάφειας» ή «συναφειακή θεολογία» είναι μιά αιρετική θεωρία, η οποία εισήχθη στόν ελληνικό θεολογικό χώρο από τήν «Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών» με το μεταπατερικό συνέδριο του Ιουνίου του 2010. Σύμφωνα μέ τόν Σεβ. Μητροπολίτη Γλυφάδας κ. Παύλο, ο όρος «συναφειακή θεολογία» είναι γνωστός γιά τουλάχιστον σαράντα χρόνια στή διαχριστιανική βιβλιογραφία καί διατυπώνεται στήν αγγλική ως «Contextual Theology» ή ως «Cohesive Theology». Ο όρος έγινε ευρύτερα γνωστός από τά κείμενα του «Παγκοσμίου Συνεδρίου γιά τήν Ιεραποστολή καί τόν Ευαγγελισμό», πού διοργανώθηκε τό 1972 στήν Μπαγκόγκ. Η κυρίαρχος τάση στό εν λόγω συνέδριο ήταν νά αποφύγουν οι διάφορες χριστιανικές ομολογίες νά εμφανισθούν, ενώπιον των μή χριστιανών, ως διχασμένες λόγω των δογματικών διαφορών τους, αλλά νά δείξουν ενότητα, θέτοντας σέ προτεραιότητα θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης καί καταπιέσεως των κοινωνικών τάξεων. Αυτό θά είχε ως αποτέλεσμα η ιεραποστολή καί τό κήρυγμα νά στραφούν στή διατύπωση τρόπων αποκαταστάσεως των κοινωνικών αδικιών καί όχι στή μετάδοση των αληθειών του Ευαγγελίου.
Ο Σεβασμιώτατος αντικρούοντας στή συνέχεια τήν έννοια καί τό περιεχόμενο της «συναφειακής θεολογίας» γιά τήν Ορθοδόξη Ιεραποστολή, τονίζει ότι κανείς δέν δύναται νά αρνηθεί τήν απαίτηση γιά κοινωνική δικαιοσύνη, ως καρπού όμως βιώσεως των αληθειών του Λόγου του Θεού, όπως διατυπώθηκαν μέσα από τά δόγματα των Οικουμενικών Συνόδων των Θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας. Η ρίζα καί η προοπτική της «θεολογίας της συνάφειας» ήταν «η μετατροπή της ιεραποστολής σέ κοινότητα εκκλησιών σέ ιεραποστολή». Στήν Ορθόδοξη όμως θεολογία δέν έχουμε «κοινότητα εκκλησιών», αλλά τήν Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν καί Αποστολικήν Εκκλησίαν. Η προβολή της ιεραποστολής από μία «κοινότητα εκκλησιών» υποβαθμίζει τήν Μίαν Εκκλησίαν σέ σύλλογο, πού δέν αποκαλύπτει τή μοναδική Αλήθεια καί υποβαθμίζει τήν ίδια τήν ιεραποστολή, πού καταλήγει νά έχει μόνο κοινωνιολογικές καί όχι σωτηριολογικές προοπτικές[10].
Το αίτημα της προσαρμογής των Ιερών Κανόνων στο σύγχρονο συγκρητιστικό οικουμενιστικό περιβάλλον
 
Ο κ. Παντελής Καλαϊτζίδης θέτει και ένα άλλο κρίσιμο, κατ’αυτόν ερώτημα : «Κατά πόσο, μέσα στο αναμφισβήτητο κύρος που τους περιβάλλει, οι κανόνες αυτοί διατηρούν την υπαρκτική δυναμική τους, για να ανταποκρίνονται στα αιτήματα του ολοένα και περισσότερο μεταβαλλόμενου κόσμου».
Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και ο Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, ο οποίος στον Χαιρετισμό[11] του τόνισε ότι «τίθενται συχνά ορισμένα κρίσιμα και δύσκολα ερωτήματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, στην αυθεντικότητα επιμέρους Κανόνων, στην διαχρονικότητα και επικαιρότητά τους ακόμη και για το συγκαιρινό κοσμοείδωλο, στην καθολική τους ισχύ σε κάθε επιμέρους περίπτωση της ατομικής ή συλλογικής εκκλησιαστικής ζωής, κ.ά.», ότι η εποχή μας «φέρνει στο προσκήνιο αμείλικτα ερωτήματα σχετικά με το status και τη σωτηριολογική σκοπιμότητα και αξία των ιερών Κανόνων» και ότι θα πρέπει «να αναστοχαστούμε με προσοχή πάνω στο καθοριστικό αυτό ζήτημα της θέσης και αξίας των ιερών Κανόνων στο πλαίσιο του νεωτερικού κοσμοειδώλου».
Είναι εμφανής από τις ανωτέρω τοποθετήσεις η προσπάθεια εκκοσμικεύσεως των Ιερών Κανόνων. Οι ανωτέρω έχουν αναγάγει σε ύψιστη αξία τον κόσμο και την εποχή. Εμάς, όμως, θα πρέπει να μας ενδιαφέρει η εκκλησιαστικοποίηση του κόσμου και της εποχής, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, το οποίο εκφράζεται, εκτός των άλλων, και μέσω των Θείων και Ιερών Κανόνων. Και πάνω απ’όλα μας ενδιαφέρει η μαρτυρία των ιδίων Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων περί των Ιερών Κανόνων 
 
Η μαρτυρία των ιδίων Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων περί των Ιερών Κανόνων,
 
Νευραλγικό ρόλο στήν κατανόηση του πνεύματος των Ιερών Κανόνων παίζει καί η μαρτυρία των ιδίων Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων περί των Ιερών Κανόνων, δηλαδή τό πώς αυτοί κατανοούν καί υπό ποίο πρίσμα βλέπουν αυτούς. Καί αυτό γιατί οι Πατέρες εκφράζουν τήν εμπειρία της Καθολικης (Ορθοδόξου) Εκκλησίας καί γιατί οι Οικουμενικές Σύνοδοι, στίς οποίες συμμετείχαν, αποτελούν τά στόματα της Καθολικής (Ορθοδόξου) Εκκλησίας.
Χαρακτηριστικός είναι ο β΄ Κανών των Πατέρων της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου[12], ο οποίος επικυρώνει τούς Αποστολικούς κανόνες καί τούς κανόνες των προγενεστέρων Συνόδων καί Πατέρων καί αποβάλλει τίς «διά Κλήμεντος διατάξεις των Αγίων «Αποστόλων», γιατί περιέχουν αιρέσεις. Ο προρηθείς κανών χαρακτηρίζει τούς κανόνες των αγίων καί μακαρίων Πατέρων ως αναγκαίους «πρός ψυχών θεραπείαν καί ιατρείαν παθών». Γι’αυτό καί δέν επιτρέπεται σέ κανένα «τούς προδηλωθέντας παραχαράττειν Κανόνας ή αθετείν ή ετέρους παρά τούς προκειμένους παραδέχεσθαι Κανόνας ψευδεπιγράφως υπό τινων συντεθέντας των τήν αλήθειαν καπηλεύειν επιχειρησάντων».
Από τό περιεχόμενο αυτού του Κανόνος καταδεικνύεται η βίωση της συνέχειας της Παραδόσεως από τούς Πατέρες, η φροντίδα τους γιά τήν διατήρηση καί παράδοση ανόθευτης της αληθείας καί η ποιμαντική θεώρηση των Κανόνων. Ο σκοπός της τηρήσεως των Κανόνων είναι σωτηριολογικός. Δηλαδή, μέσω της θεραπείας των ψυχών καί της ιατρείας των παθών, οι Κανόνες καλούν τά μέλη της Εκκλησίας νά επιτύχουν τήν θέωση, τόν ύψιστο στόχο της ζωής τους. Οι Πατέρες γνωρίζουν πολύ καλά αυτόν τόν σκοπό καί τήν σημασία των Κανόνων, γι’αυτό καί εκφράζονται μέ αυστηρότητα : «Ει δέ τις αλώ Κανόνα τινά των ειρημένων καινοτομών, ή ανατρέπειν επιχειρών, υπεύθυνος έσται κατά τόν τοιούτον Κανόνα, ως αυτός διαγορεύει τήν επιτιμίαν δεχόμενος, καί δι’αυτού εν ώπερ πταίει θεραπευόμενος». Η καινοτομία καί ανατροπή αυτή ασφαλώς αναφέρεται στήν αλλοίωση του πνεύματος των Κανόνων μέ τήν μεταβολή καί μετατροπή αυτών καί ακόμη τήν θέσπιση κανόνων, πού δέν θά εκφράζουν τήν αιωνίως αμετάβλητη ουσία της Εκκλησίας. Τό αποτέλεσμα αυτής της καινοτομίας καί ανατροπής θά είναι τό νά θέσουν τόν άνθρωπο εκτός Εκκλησίας, εκτός αληθείας καί τέλος εκτός σωτηρίας. Ο κίνδυνος της παρερμηνείας καί νοθείας της αληθείας, πού εκφράζεται μέσω των Κανόνων, είναι πάντοτε πρό οφθαλμών. Όμως, μόνο όταν εκφράζεται αυτή η αλήθεια, επιτυγχάνεται ο σωτηριολογικός σκοπός των Κανόνων.
Σημαντικότατη μαρτυρία περί της κατανοήσεως των Κανόνων υπό των  Πατέρων μάς παρέχει καί ο α΄ Κανών της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου[13]. Εκφράζοντας τό καθολικό φρόνημα της Εκκλησίας, μιλούν οι Πατέρες γιά τούς Ιερούς Κανόνες μέ μοναδικό τρόπο καί λένε : «Τοις τήν ιερατικήν λαχούσιν αξίαν, μαρτύριά τε καί κατορθώματα, αι των κανονικών διατάξεών εισι αποτυπώσεις, ας ασμένως δεχόμενοι, μετά του θεοφάντορος Δαβίδ άδομεν πρός τόν δεσπότην Θεόν, λέγοντες, «εν τη οδώ των μαρτυρίων σου ετέρφθην, ως επί παντί πλούτω, καί ενετείλω δικαιοσύνην τά μαρτύριά σου εις τόν αιώνα˙ συνέτισόν με καί ζήσομαι». Καί ει εις τόν αιώνα η προφητική  φωνή εντέλλεται ημίν φυλάττειν τά μαρτύρια του Θεού, καί ζην εν αυτοίς, δήλον ότι ακράδαντα καί ασάλευτα διαμένουσιν. Ότι καί ο θεόπτης Μωϋσής ούτω φησίν. «Εν αυτοίς ουκ έστι προσθείναι, καί απ’αυτών ουκ έστιν αφελείν». Καί ο θείος Απόστολος Πέτρος εν αυτοίς εγκαυχώμενος βοά˙ «εις α επιθυμούσιν Άγγελοι παρακύψαι». Καί ο Παύλος φησίν, «καν ημείς, ή εξ ουρανού άγγελος ευαγγελίζεται υμίν παρ’ο παρελάβετε, ανάθεμα έστω».
Οι Κανόνες είναι γιά τούς Πατέρες ό,τι καί τά μαρτύρια του Θεού, δηλαδή οι εντολές του Θεού. Αποτελούν τούς δείκτες γιά τήν Βασιλεία του Θεού. Οι Πατέρες βιώνουν τούς Κανόνες ως «μαρτύρια» Θεού καί αισθάνονται χαρά γι’αυτούς, όπως τήν ίδια χαρά ενιωθαν οι πιστοί της Παλαιάς Διαθήκης καί οι Άγιοι Απόστολοι γιά τίς εντολές του Θεού. Στή συνείδησή τους οι Κανόνες είναι η συνέχεια των εντολών. Ό,τι ισχύει γιά τίς εντολές στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, ισχύει καί γιά τούς Κανόνες. Η ύπαρξή τους κινεί τούς Πατέρες πρός δοξολογία καί αίνο Θεού. Είναι πλούτος αδαπάνητος καί κανείς δέν έχει τό δικαίωμα νά προσθέσει ή νά αφαιρέσει κάτι απ’αυτούς. Η αυστηρή καί απόλυτη αυτή στάση των Πατέρων, η οποία συχνά είναι ακατανόητη από τόν σύγχρονο εκκοσμικευμένο χριστιανό, κατανοείται μόνο μέσα από τήν πίστη των Πατέρων γιά τήν διαχρονική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στήν Εκκλησία. Οι Πατέρες «εξ ενός γάρ άπαντες καί του αυτού Πνεύματος αυγασθέντες, ώρισαν τά συμφέροντα». Η αγιοπνευματική προέλευση των Κανόνων οδηγεί τούς Πατέρες στήν ολόθυμη αποδοχή καί επικύρωσή τους : «Τούτων ουν ούτως όντων καί διαμαρτυρομένων ημίν, αγαλλώμενοι επ’αυτοίς, ως ει τις εύροι σκύλα πολλά, ασπασίως τούς θείους Κανόνας ενστερνιζόμεθα, καί ολόκληρον τήν αυτών διαταγήν καί ασάλευτον κρατύνομεν».
Στό σημείο αυτό πρέπει νά τονισθεί ότι οι Κανόνες έχουν θεολογικό υπόβαθρο. Ο θεολογικός χαρακτήρας των Κανόνων στηρίζεται πάνω στή ζώσα καί συνεχή παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στήν Εκκλησία καί τίς Συνόδους της. Έτσι δικαιολογείται καί τό γεγονός ότι όλες οι Σύνοδοι επικαλούνται τήν θεία Χάριν. Αυτό τό βλέπουμε τόσο στήν Αποστολική Σύνοδο, όπου λέγεται ότι «έδοξε τω Αγίω Πνεύματι καί ημίν»[14], όσο καί στόν α΄ Κανόνα της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, όπου αναφέρεται μεταξύ των άλλων ˙ «...καί νυν αρχήν των ιερών ποιούμενοι λόγων, χάριτι θεία ορίζομεν ακαινοτόμητόν τε καί απαράτρωτον υπάρχειν τήν παραδοθείσαν πίστιν ημίν, υπό τε των αυτοπτών καί υπηρετών του Λόγου...»[15]. Στό ίδιο πνεύμα κινείται καί ο α΄ Κανών της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου˙ «εξ ενός γάρ άπαντες καί του αυτού Πνεύματος αυγασθέντες, ώρισαν τά συμφέροντα».
Είναι εμφανής η συνεργασία θείου καί ανθρωπίνου παράγοντος, αλλά καί η θεοπνευστία των Κανόνων. Περί της θεοπνευστίας κάνει λόγο ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, λέγοντας χαρακτηριστικώς τά εξής : «Αύτη η βίβλος (τό Πηδάλιον δηλαδή) είναι η μετά τάς αγίας Γραφάς αγία Γραφή, η μετά τήν Παλαιάν καί Καινήν διαθήκην, Διαθήκη. Τά μετά τά πρώτα καί θεόπνευστα λόγια, δεύτερα καί θεόπνευστα λόγια. Αύτη εστί τά αιώνια όρια, α έθεντο οι πατέρες ημών, καί νόμοι οι υπάρχοντες εις τόν αιώνα... τούς οποίους σύνοδοι οικουμενικαί τε καί τοπικαί διά Πνεύματος αγίου εθέσπισαν... Αύτη ως αληθώς εστι, καθώς αυτήν επωνομάσαμεν, τό Πηδάλιον της Καθολικής (Ορθοδόξου) Εκκλησίας, διά μέσου του οποίου αυτή κυβερνωμένη ασφαλώς, τους εν αυτή ναύτας καί επιβάτας, ιερωμένους τε λέγω καί λαϊκούς, πρός τόν ακύμαντον παραπέμπει της άνω βασιλείας λιμένα. Αύτη εστίν ο καρπός καί τό αποτέλεσμα καί ο σκοπός, διά τόν οποίον τόσοι... Πατριάρχαι ίδρωσαν, τόσοι αρχιερείς θεοφόροι καί πνευματοφόροι από τά πέρατα της οικουμένης ωδοιπόρησαν (καί γηραλέοι καί ασθενείς πολλάκις υπάρχοντες) καί συνόδους οικουμενικάς τε καί τοπικάς συνεκρότησαν, καί τόσους χρόνους εμόχθησαν»[16].           
Επιστρέφοντας στήν αναφορά μας στόν α΄ Κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου παρατηρούμε ότι οι Πατέρες της Συνόδου αυτής τηρούν τήν ίδια στάση μέ τούς Πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, καταδικάζοντας γιά σωτηριολογικούς λόγους, όσους παραβαίνουν τούς Κανόνες : «Καί ους μέν τω αναθέματι παραπέμπουσι, καί ημείς αναθεματίζομεν, ους δέ τη καθαιρέσει, καί ημείς καθαιρούμεν, ους δέ τω αφορισμώ, καί ημείς αφορίζομεν, ους δέ επιτιμίω παραδιδόασι, καί ημείς ωσαύτως υποβάλλομεν». Καί καταλήγει ο παρών Κανών : «Αφιλάργυρος γάρ ο τρόπος˙ αρκούμενοι τοις παρούσιν˙ ο βεβηκώς εις τρίτον ουρανόν καί ακούσας άρρητα ρήματα Παύλος ο θείος Απόστολος διαρρήδην βοά».
Οι Ιεροί Κανόνες συντάχθηκαν, γιά νά ρυθμίσουν συγκεκριμένες ανάγκες της Εκκλησίας καί νά καθοδηγήσουν τήν πνευματική ζωή των μελών της. Βοηθούν τόν άνθρωπο νά μείνει σέ ενότητα καί αρμονική σχέση μέ τόν πλησίον του. Δέν τού στερούν τήν ελευθερία του, αλλά τόν βοηθούν νά τήν βιώσει. Υποδεικνύουν στόν πιστό τά όρια της Εκκλησίας, χωρίς τά οποία κυριαρχεί τό χάος. Ρυθμίζουν τίς σχέσεις μεταξύ των διαφόρων χαρισματούχων λειτουργών καί τάξεων, ώστε όλοι νά εργάζονται αρμονικά γιά τήν αύξηση του Σώματος του Χριστού. Επιβάλλουν τήν ορθή θεραπευτική μέθοδο γι’αυτούς, πού διασπούν αυτήν τήν ενότητα καί πίπτουν από τήν χριστιανική πίστη καί ζωή. Οι Ιεροί Κανόνες δέν σώζουν από μόνοι τους τόν πιστό. Τόν βοηθούν, όμως, νά μείνει στήν εκκλησιαστική ενότητα μέ τά άλλα μέλη, ώστε νά έχει δυνατότητα σωτηρίας. Οι Κανόνες ως όρια, δέν εξαντλούν τό μέγα μυστήριο της Εκκλησίας, αλλά καί χωρίς αυτούς η Εκκλησία δέν εκφράζεται ως κοινωνία αγάπης, ως θεόσδοτη τάξη καί ενότητα, ως αρμονικό Σώμα Χριστού.
Αναφερόμενος ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στήν κανονική τάξη, πού εξασφαλίζει τήν συνοχή της Εκκλησίας διά της ενεργείας της Αγίας Τριάδος καί τήν καθιστά αντίτυπο της ουρανίου ιεραρχίας, λέει τά εξής : «Καί ίνα επί παραδείγματος δηλώσω τό παν˙ καθώς η παντουργική αγία Τριάς τόν πρώτον καί υλικόν τούτον κόσμον δημιουργήσασα μέ διαφόρους φυσικούς Κανόνας των στοιχείων αυτόν συνηρμόσατο, εξ ων η τάξις, καί εκ της τάξεως η συνοχή του παντός διασώζεται, καί γίνεται, καθώς είπεν ο Ορφεύς, όλη η κτίσις μία μουσική συμφωνία, εκ διαφόρων Κανόνων, ώσπερ εκ τινων πολυειδών καί πολυμμιγών φθόγγων ανακρουομένη. Τοιουτοτρόπως η αυτή Τριάς, καί τόν δεύτερον τούτον καί νοητόν κόσμον της Καθολικής (Ορθοδόξου) Εκκλησίας κατασκευάσασα, μέ τούς ιερούς καί θείους Κανόνας συνέδησεν αυτόν καί συνέπηξεν. Εξ ων η των Πατριαρχών αποτίκτεται ευταξία, η των Αρχιερέων αρμονία, η των Ιερέων κοσμιότης, των διακόνων η σεμνοπρέπεια, των Κληρικών η σεβασμιότης, των Μοναχών η ευρυθμία, των Πνευματικών πατέρων η πρός διόρθωσιν απαιτουμένη γνώσις, των βασιλέων η παρά πάντων οφειλομένη τιμή, καί πάντων απλώς των χριστιανών, η πρέπουσα χριστιανοίς διαγωγή καί κατάστασις, καί καθολικώς ειπείν, εκ των ιερών τούτων Κανόνων, η κάτω εκκλησιαστική ιεραρχία γίνεται μίμημα καί εκσφράγισμα της ουρανίου ιεραρχίας. Καί αι δύο ομού ιεραρχίαι αποκαθιστώνται μία, εν μέλος, ανακρουομένη εναρμόνιόν τε καί πάγχορδον. Έκβαλε τούς κανόνας των στοιχείων από τήν υλικήν κτίσιν, καί παρευθύς λύεται η τάξις, καί λυομένης της τάξεως, όλον τό παν αφανίζεται. Έκβαλε καί τούς ιερούς τούτους κανόνας από τήν Εκκλησίαν, καί παρευθύς επεισέρχεται η αταξία, καί εκ της αταξίας άπασα η ιερά αυτής διακόσμησις αφανίζεται»[17].
Σύμφωνα μέ τήν θεολογική κρίση του Οσίου Νικοδήμου η τάξη, πού επικρατεί στόν φυσικό κόσμο, στήν στρατευομένη Εκκλησία, καθώς καί η αρμονία της θριαμβευούσης Εκκλησίας έχουν ως κέντρο καί πηγή τόν Πανάγιο Τριαδικό Θεό. Ο Αγιορείτης μοναχός μπορεί καί βλέπει τόν κόσμο σέ ενότητα. Τελικός σκοπός της εκκλησιαστικής ευταξίας καί της ουρανίου ιεραρχίας είναι η δόξα του Αγίου Τριαδικού Θεού. Έτσι, τά πάντα επιστρέφουν στήν πηγή καί αφετηρία τους: «Ίνα η ο Θεός τά πάντα εν πάσιν»[18].
 
Έπειτα από τίς παραπάνω διευκρινήσεις ωφείλουμε νά κάνουμε καί κάποιες παρατηρήσεις μέ πνεύμα διάκρισης.
 
Α) Οι Ιεροί Κανόνες δέν αποτελούν έκφραση κάποιου νομικού πνεύματος, τό οποίο τείνει νά εκνομικεύσει τά πάντα καί νά περιορίσει τήν ζωή του πνεύματος σέ νομικούς τύπους, πράγμα το οποίο συναντά κανείς στην αίρεση του Παπισμού, αλλά ούτε και έκφραση κάποιου αντινομιστικού πνεύματος, τό οποίο θεωρεί τόν νόμο, τίς εντολές καί τούς Κανόνες ως ένα βάρος, πού στερείται και αντιτίθεται στήν θεία Χάριν, από τήν καταδυνάστευση των οποίων μόνο τό Ευαγγέλιο ελευθερώνει τόν άνθρωπο, όπως υποστηρίζει η αίρεση του Λουθηρανικού Προτεσταντισμού. Αντιθέτως, αυτοί αποτελούν τήν έκφραση της ποιμαντικής μέριμνας της Εκκλησίας γιά τήν σωτηρία των ενεργών μελών της. Τήν αλήθεια αυτή μαρτυρούν τά εξής στοιχεία :
1) Ο μικρός σχετικώς αριθμός ιερών Κανόνων, τούς οποίους εξέδωσαν συνοδικώς οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Η Εκκλησία δηλαδή δέν μεταβλήθηκε σέ εργαστήριο παραγωγής νομικών κανονισμών, αλλά μόνο περιστασιακώς διετύπωνε Κανόνες γιά τήν ρύθμιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, όταν υπήρχε ο κίνδυνος νοθείας της εκκλησιαστικής ζωής.
2) Η έλλειψη κωδικοποιήσεως των Κανόνων στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, σέ αντίθεση μέ τό Corpus Juris Canonici της αιρέσεως του Παπισμού. Η αίρεση του Παπισμού, όπως είναι γνωστό, ανάμεσα στις αιρετικές θεωρίες, που έχει διατυπώσει, έχει καί τήν αιρετική διδασκαλία περί της «πάσχουσας Εκκλησίας». Η «πάσχουσα Εκκλησία» σχετίζεται μέ όσους πάνε στό «καθαρτήριο πυρ». Επειδή η αίρεση του Παπισμού διακατέχεται από τήν νομική αντίληψη περί σωτηρίας καί περί σχέσεων μέ τόν Θεό, τό οποίο μπορεί κανείς νά διαπιστώσει πολύ εύκολα, αν διαβάσει τόν Άνσελμο Καντερβουρίας και την αιρετική θεωρία «περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης»[19], αντιλαμβάνεται ότι η  Εκκλησία, πού έλαβε τήν εξουσία «του δεσμείν καί λύειν», η οποία εξαντλείται τελικά στόν αιρεσιαρχη Πάπα, έχει τό δικαίωμα, αλλά καί τήν δέσμευση καί υποχρέωση στόν Θεό, εφ’όσον έχει θέσει κάποιο επιτίμιο γιά κάποια αμαρτία καί δέν τό έχει εκπληρώσει ο πιστός, θά πρέπει, αφού ορίζει ο νόμος, νά εκτίσει τήν ποινή του, γιατί όντως περί ποινής πρόκειται. Είναι, λοιπόν, πασιφανής, η έλλειψη χαρισματικής εμπειρίας, επειδή δέν μπορεί νά σκεφθεί διαφορετικά από τά νομικά. Έτσι, αν υποθέσουμε ότι κάποιος πήρε ένα κανόνα ακοινωνησίας δύο ετών από τήν Θεία Κοινωνία καί στό ενδιάμεσο πέθανε, στόν ένα χρόνο ή στόν οποιονδήποτε άλλο μέσα σ’αυτά τά δύο χρόνια, αυτός, σύμφωνα πάντα μέ τούς Παπικούς, ας έχει μετανοήσει, θά μείνει στό καθαρτήριο πυρ μέχρι νά εκτίσει τήν ποινή του καί μετά νά μεταπηδήσει στόν παράδεισο. Αυτή είναι η «πάσχουσα Εκκλησία». Βεβαίως κι εκεί χωράει τό μέσον, τό οποίο είναι ο Πάπας. Δίνοντάς του χρήματα, θά εξασφαλίσει ο Πάπας τόν πιστό μέ ένα συγχωροχάρτι, γιατί κι εκεί έχει τήν εξουσιοδότηση!!! 
Στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, όμως, οι συλλογές Κανόνων, πού υπάρχουν, δέν αποτελούν κωδικοποίηση αυτών, όπως νομίζουν μερικοί[20].
3) Η περιστατική διατύπωση γνώμης των Πατέρων σέ σχέσει μέ τά επίκαιρα προβλήματα, η οποία εκ των υστέρων περιεβλήθη μέ τό κύρος του Κανόνος. Οι Πατέρες δέν είχαν σκοπό οι απαντήσεις τους νά γίνουν κανόνες. Απαντούσαν από αγάπη, γιά νά λυθούν διάφορες προβληματικές καταστάσεις. Γράφουν μέ πολλή ταπείνωση, χωρίς νά έχουν τήν πρόθεση νά νομοθετούν γιά όλη τήν Εκκλησία. Εξαιτίας, όμως, του κύρους, πού είχαν αυτοί στή συνείδηση της Εκκλησίας, οι απαντήσεις τους αναγνωρίζονταν εκ των υστέρων ως Κανόνες. Δέν πρόκειται δηλαδή γιά μιά μηχανική καί νομοτεχνική διαδικασία εκδόσεως εκκλησιαστικών νόμων, αλλά γιά μιά φυσική καί αβίαστη λειτουργία του σώματος της Εκκλησίας.
4) Τό κύρος καί η διακεκριμένη θέση, πού κατέχουν οι κανονολόγοι Πατέρες στή συνείδηση της Εκκλησίας ως θεολόγοι, ποιμένες καί διδάσκαλοι της εν Χριστώ ζωής.
5) Η εμπιστοσύνη, μέ τήν οποία τό Σώμα της Εκκλησίας περιέβαλε τούς Ιερούς Κανόνες, χωρίς, βέβαια, νά τούς θεωρεί ως βάρος καί φορτίο, αλλά ως πυξίδες καί σήματα γιά τήν πορεία της Εκκλησίας πρός τήν Ουράνια Βασιλεία. Οι κατηγορίες κατά των Ιερών Κανόνων αποτελούν σύγχρονο φαινόμενο, τό οποίο ωφείλεται είτε στήν παρερμηνεία τους είτε στήν υιοθέτηση ξένων (δυτικών) κριτηρίων.
 
Β) Στήν Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει τό δόγμα της συνέργειας του θείου καί ανθρωπίνου παράγοντος, τό οποίο αποκαλύπτει τήν Εκκλησία ως θεανθρώπινη κοινωνία. Αυτό, βέβαια, απορρέει από τήν ένωση των δύο φύσεων στό ένα πρόσωπο του Θεού Λόγου, πού έγινε «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως καί αχωρίστως». Άρα τό δίκαιο της Εκκλησίας είναι θεανθρώπινο, αφού εκφράζεται από ανθρώπους μέ τήν επιστασία, όμως, του Αγίου Πνεύματος. Επομένως, δέν μπορούμε νά μιλάμε γιά διαχωρισμό του δικαίου σέ θείο καί ανθρώπινο ή σέ κανόνες θείου δικαίου (jus divinum) καί κανόνες ανθρωπίνου δικαίου (jus humanum). Αυτή η διάκριση υπάρχει μόνο στή Δύση λόγω των γνωστών εκκλησιολογικών παρεκκλίσεών της καί λόγω της διακρίσεως μεταξύ «ορατής καί αοράτου Εκκλησίας»[21].
 
Η Εκκλησία γιά τήν θεραπεία των βαριά ή ελαφρώς αρρώστων μελών της χρησιμοποιεί τά επιτίμια, δηλαδή πνευματικά μέτρα. Τέτοια επιτίμια είναι τό ανάθεμα, ο αφορισμός, η καθαίρεση καί η ακοινωνησία.
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τά επιτίμια, πού υπάρχουν, πρέπει νά καταργηθούν, λέγοντας ότι «δέν είναι καλό πράγμα αυτό˙ είναι νομικά πράγματα». Αυτοί, όμως, δέν έχουν καταλάβει τί είναι Ορθοδοξία καί τί είναι οι κανόνες της Εκκλησίας, γι’αυτό και λένε : «πέρα οι κανόνες, μή μου λές γιά κανόνες, μή μου λές γιά τέτοια πράγματα, αυτά τά έκαναν οι κομπλεξικοί της Ορθοδοξίας, οι άγιοι, οι τέτοιοι, οι αλλιώτικοι κτλ». Αντιλαμβάνεσθε τήν μεγάλη σύγχυση.
Οι κανόνες, όμως, βάζουν όρια στήν αυθαιρεσία και καλλιεργούν τήν δογματική συνείδηση του ανθρώπου στήν κατεύθυνση της ευσεβείας.
Η Εκκλησία, εκτός από την αρχή της ακριβείας, χρησιμοποιεί και τήν αρχή της οικονομίας, που είναι τα δύο κουπιά του ενός πλοίου, πού μεταφράζεται αρχή της φιλανθρωπίας. Έτσι, λοιπόν, ένας πού έχει αμαρτήσει, μπορεί εξ απόψεως ορθοδόξου ο διακριτικός πατέρας, πού βλέπει, τήν μετάνοιά του ή τόν βαθμό ή τήν κλίμακα, στήν οποία βρίσκεται αυτή η διαδικασία της μετανοίας, νά φθάσει καί μέχρι της πλήρους καταργήσεως. Μπορεί νά έχει κάνει ο εξομολογούμενονς τήν τάδε αμαρτία, αλλά, επειδή ο πνευματικός πατήρ βλέπει ότι υπάρχει μετάνοια, μπορεί νά μήν βάλει καθόλου επιτίμια. Έτσι, λοιπόν, τά επιτίμια έχουν καθαρά παιδαγωγικό χαρακτήρα μέσα στά πλαίσια της Ορθοδοξίας.

[1] http://www.acadimia.gr/content/view/528/1/lang,el/
[2] Κανών ΜΕ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων
[3] Κανών ΜΣΤ΄ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων
[4] Κανών ΣΤ΄ τῆς ἐν Λαοδικεία συνόδου
[5] Κανών ΛΒ΄ τῆς ἐν Λαοδικεία συνόδου
[6] Κανών ΛΓ΄ τῆς ἐν Λαοδικεία συνόδου
[7] Κανών Α΄ τῆς ἐν Νικαία Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
[8] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Συνάντηση Βαρθολομαίου καί Βενεδίκτου. Μακράν τῆς ὁδοῦ τῶν Ἁγίων Πατέρων», Θεοδρομία Η4 (Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2006) 552-557.
[9] http://www.acadimia.gr/images/stories/2014/kanon/kalaitzidis_inaugural_address_gr.pdf
[10] ΜΗΤΡ. ΓΛΥΦΑΔΑΣ ΠΑΥΛΟΣ, « «Συναφειακές», «Μεταπατερικές» καί άλλες θεολογικές αναζητήσεις σέ συνέδριο της θεολογικής Ακαδημίας του Βόλου», Θεοδρομία ΙΒ4  (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010) 496.
[11] http://www.acadimia.gr/images/stories/2014/kanon/xairetismos_sev_.pdf
[12] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, εκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 220-221.
[13] Ό.π., σσ. 322-323.
[14] Πράξ. 15, 28.
[15] Ό.π., σ. 217.
[16] Ό.π., σ. λς΄.  
[17] Ό.π., σ. λς΄. 
[18] Α΄ Κορ. 15, 28.
[19] Δ.ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ, Η ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης κατά τόν Άνσελμο  Καντερβουρίας, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσ/κη 1995 και  ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Η αίρεσις της ικανοποιήσεως της Θείας Δικαιοσύνης διά της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου, Πειραιεύς 2012.                                                                                   
[20] Αναφερόμασθε στίς γνωστές αιρετικές απόψεις του θεωρητικού των Νεορθοδόξων κ. Χ. Γιανναρά περί του Οσίου Νικοδήμου. Σχ.βλ. ΙΕΡΑ ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ,  Αναίρεσις των πεπλανημένων θέσεων του κ. Χρήστου Γιανναρά περί του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου, 13/26 Μαρτίου 1993.                                      
[21] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ,  Η ποιμαντική διακονία κατά τους  Ιερούς Κανόνας, εκδ. Άθως, Αθήνα 2003., σσ. 59-82.