Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Ἀνάστατον τὸ Ἂγιον Ἂρος καὶ τὸ Oἰκ. Πατριαρχεῖον ἀπὸ τὴν χουντικὴν ὐφαρπαγή τῶν μετοχίων- Ναῶν

Ἀνάστατον τὸ Ἂγιον Ἂρος καὶ τὸ Oἰκ. Πατριαρχεῖον ἀπὸ τὴν χουντικὴν ὐφαρπαγή τῶν μετοχίων- Ναῶν

Ανάστατο το Άγιο Ορος και το Oικ. Πατριαρχείο απο την χουντική υφαρπαγή των μετοχίων- Ναών

Του Γεωργίου Θεοχάρη
Με τροπολογία -αναγκαστική  απαλλοτρίωση ο υπουργός παιδείας και θρησκευμάτων, κ. Αρβανιτόπουλος, επιχειρεί τα μετόχια και η Ιεροί Ναοί των Μονών του Αγίου Ορους  αλλά και του παλαιού ημερολογίου και όσα ανήκουν σε ομόδοξες,  ετερόξοδες και ετεροθρησκείες,να περάσουν στην δικαιοδοσία  της  εκκλησίας της Ελλάδος.

Πρόκειται για πρωτοφανή  ενέργεια στα χρονικά των τελευταίων 50 ετών που διαταρράσει  τις σχέσεις πολιτείας-Εκκλησίας-της Ελλάδας-Αγίου Ορους και οικουμενικού πατριαρχείου. 
Μετα τον αναγκαστικό  νόμο της χούντας  των συνταγματαρχών του 1967  έρχεται σήμερα αυτή η τροπολογία  του  υπουργείου παδείας να αναταράξει  εξ αρχής τις σχέσεις των  παραπάνω θεσμών .
Αξίζει να σημειωθεί ότι, για πρώτη φορά γίνεται αναγκαστική απαλλοτρίωση Ιερών Ναών, όχι μόνο που ανήκουν στις ομόδοξες εκκλησίες, αλλά και σε άλλες εκκλησίες που είναι αναγνωρισμένες από το κράτος, οπως η καθολική εκκλησία ή οι συναγωγές της ισραηλιτικής κοινότητας που δεν έχουν άδεια από τον οικείο μητροπολίτη!!! 
Με όσους έμπειρους νομικούς επικοινώνησε το ”Αγιορείτικο Βήμα” εκφράζουν την  έκπληξη   τους καθώς θεωρούν αδιανόητο πως ο Αρχιεπισκοπος, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και η νομική υπηρεσία του υπουργείου παδείας κατέθεσαν τέτοια τροπολογία η οποία αναγάγει σε δικτατορικά καθεστώτα.
 
Πως είναι δυνατόν, επισημαίνουν νομικοί  κύκλοι, να γίνεται αναγκαστική απαλλοτρίωση  Ναών με ξακάθαρο ιδιοκτησιακό  καθεστώς και με τη χρηση εισαγγελέα και αστυνόμου να περιέρχεται   στη δικαιοδοσία του οικείου μητροπολίτου;
 
Η πραξικοματικού  χαρακτήρα τροπολογία του υπουργείου παδείας, χωρίς την σύμπραξη των ετέρων θεσμικων παραγόντων (οικουμενικό πατριαρχείο-αρχιεπισκοπή Σινά, πατριαρχείο Ιεροσολύμων -Αγιο Ορος και λοιπών  εκκλησίες) εξέπληξε ακόμα και ανωτάτους λειτουργούς της δικαιοσύνης οι οποίοι εξηγούν  στο”Αγιορείτικο Βήμα” ότι  η εν λόγο τροπολογία δεν έχει καμία νομική βάση .
 
Η ανάλογου είδους απαλλοτριώσεις, όπως αυτή της παραπάνω τροπολογίες, εμφανίστηκαν μόνο σε δικτατορικά και κουμμουνιστικά καθεστώτα.

Επιπλέον στη τροπολογία  συμπεριλαμβάνεται και την αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης της εκκλησιαστικής περιουσίας . Δίνεται πλέον το δικαίωμα σύστασης εταιρειών από την Εκκλησία, τις μονές και τα ιδρύματα, αρκεί να έχουν μη κερδοσκοπικούς σκοπούς. Η  Διαρκής Ιερά Σύνοδος θα έχει τη δυνατότητα να συστήσει νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου , ειδικού σκοπού και κανονιστικές πράξεις στα ζητήματα διαχείρισης και διοίκησης. 

 agioritikovima.gr

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

ΦΥΓΕΤΕ ΜΑΚΡΥΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ

Εικόνα

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, χρησιμοποιεῖ τὸ γνωστὸ κείμενο τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, γιὰ νὰ συνηγορήσει στὴν θέση ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετίζοντες ποιμένες.

Καὶ προτρέπει νὰ φεύγουμε ἀπὸ τοὺς αἱρετίζοντες, ποὺ ἀκόμα δὲν ἔχει ἐπίσημα καταδικασθεῖ ἡ αἵρεσή τους, καὶ ἄρα δὲν εἶναι γνωστή στοὺς πολλούς. Δὲν προτρέπει, ὅμως, νὰ φεύγουμε καὶ ἀπὸ τοὺς ποιμένες ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἀνέχεται ἀκόμα (παρὰ τὴν ἀκάθαρτη ζωή τους) ἢ γιατὶ δὲν τοὺς γνωρίζει, ἢ γιατὶ δὲν ἔχει στοιχεῖα γιὰ νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ λειτούργημά τους.

Ἀπὸ αὐτοὺς ἂς μὴ φεύγουμε, διότι καὶ εὔκολα διακρίνονται τὰ «κακὰ ἤθη», ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ποὺ τὰ διαπράττει, φοβούμενος μὴν ἀποκαλυφθεῖ, φυλάγεται καὶ ἀποφεύγει νὰ τὰ διδάξει. (Πολλὲς φορὲς δέ, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ συγχρόνους ποιμένες μὲ κακὴ συμπεριφορά, γνωστὴ ἀνὰ τὸ Πανελλήνιο, ὄχι μόνο δὲν διδάσκουν δημόσια τὴν κακία τους, ἀλλὰ (γιὰ νὰ τὴν κρύψουν) κατακεραυνώνουν ἐκείνους, ποὺ ἔχουν τὸ ἴδιο μὲ αὐτοὺς πάθος!).


Ἀντίθετα, ὅταν πρόκειται περὶ κακοδόξων αἱρετικῶν (ὅπως οἱ Οἰκουμενιστὲς στὶς ἡμέρες μας), τότε ὁ Ἅγιος διδάσκει νὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπ’ αὐτούς. Ἴσως ἔτσι, βοηθήσουμε καὶ ἄλλους νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν αἵρεση, ἀφοῦ ὁ συνειδητὰ κακόδοξος τὴν σπέρνει μὲ πονηρία, παρουσιάζοντάς την, μὲ τὸν τρόπο του, ὡς ὀρθὴ καὶ εὐαγγελικὴ διδασκαλία, καὶ ὡς δόλιος ποὺ εἶναι, δὲν πρόκειται νὰ σταματήσει νὰ τὴν διδάσκει.


AG. IVANNOY DAMASKHNOY
«Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε.
Αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, ὡς λόγον ἀποδώσοντες, ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι, καὶ μὴ στενάζοντες· ἀλυσιτελὲς γὰρ ὑμῖν τοῦτο.

Τί οὖν φησιν; ἂν πονηρὸς ᾖ, πειθώμεθα; πονηρὸς πῶς λέγεις; εἰ μὲν πίστεως ἕνεκεν, φύγε αὐτόν, καὶ παραίτησαι, μὴ μόνον ἂν ἄνθρωπος ᾖ, ἀλλὰ κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών. Εἰ δὲ βίου ἕνεκεν, μὴ περιεργάζου...

Ἔχουσι, φησί, τὸ ἀξίωμα, ἀλλὰ βίου εἰσὶν ἀκαθάρτου. Ἀλλὰ μὴ τῷ βίῳ, ἀλλὰ τοῖς λόγοις προσέχετε. Τῶν μὲν γὰρ ἠθῶν ἕνεκεν οὐδεὶς ἂν βλαβείη. Τί δήποτε; ὅτι καὶ δῆλα πᾶσίν ἐστιν, καὶ οὐδὲ αὐτός, κἂν μυριάκις ᾖ πονηρός, πονηρὰ διδάξει ποτέ.

Πίστεως δὲ ἕνεκεν, οὔτε δῆλόν ἐστι πᾶσιν, ὅ τε πονηρὸς οὐ παραιτήσεται διδάσκειν.

Ἐπεὶ καὶ τό, Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε, περὶ βίου ἐστίν, οὐ περὶ πίστεως. Τὸ γοῦν ἐπαγόμενον, τοῦτο δηλοῖ. Τί βλέπεις, φησίν, τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ δοκὸν τὴν ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ οὐ κατανοεῖς; Πάντα οὖν ὅσα ἂν λέγωσιν ὑμῖν, ποιεῖτε, κατὰ δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν μὴ ποιεῖτε. Ὁρᾷς ὅτι οὐ περὶ δογμάτων ἐστίν, ἀλλὰ περὶ βίου καὶ ἔργων. Ἀλλὰ ὁ Παῦλος πρότερον συνέστησεν αὐτούς, καὶ τότε φησίν, Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε.

(Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ὑπόμνημα Εἰς τὴν Ἐπιστολὴν πρὸς Ἑβραίους, T.L.G., v. 95, p. 441, l. t1).

απο την Πατερικη Παραδοσι

ΟΣΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΤΗΣ ΧΙΟΥ (+ 1883)

ΟΣΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΤΗΣ ΧΙΟΥ (+ 1883)

Ἀρχιμανδρίτου Ἰωακεὶμ Ἱεροσολυμίτου τοῦ Χίου, Ὁ Ὅσιος Παρθένιος ὁ Χῖος, 1815 - 1883, Βίος-Θαύματα-Ἀκολουθία, β΄ ἔκδοσις, Ἱερουσαλὴμ 1995, σελ. 92-93, 33-34, 47-48, 51-52, 55-58.

Σύντομον Συναξάριον
(ἐκ τῆς ἱερᾶς Ἀκολουθίας Αὐτοῦ)

Οὖτος ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος ἦν ἐκ τῆς νήσου Χίου, γεννηθεὶς ἐν ἔτει ᾳωιε΄ (1815), ἐν χωρίῳ οὗ ἡ κλῆσις Δαφνών, ἐκ γονέων εὐσεβῶν, Μιχαὴλ καὶ Ἀντωνίας καλουμένων, τοὐπίκλην Φραγκοσκούφη ἤ Μενῆ. Τὴν γέννησιν τούτου καὶ τὴν μετέπειτα κατὰ Χριστὸν προκοπήν, προεῖπε τοῖς γονεῦσιν ὁ ἐν Ἁγίοις Μακάριος ὁ Κορίνθου, ἐπιθυμοῦσι σφόδρα τεκεῖν ἄρρεν, ἄτε μόνο θῆλυ κεκτημένοις. Ἀνδρωθεὶς ἐμνηστεύθη νεάνιδί τινι, ἥτις μεταστᾶσα τῶν τῆδε, προείλετο ἀκολουθῆσαι καὶ δουλεῦσαι τῷ Κυρίῳ· διὸ καὶ χαίρειν πᾶσιν εἰπών, προσῆλθε τῇ Ἱερᾷ ἤ Νέα κέκληται Μονή, ἔνθα τὸ Μοναχικὸν περιβληθεὶς Σχῆμα, ὠνομάσθη Παρθένιος, ἀντὶ Πολυδώρου. Ἔνθεν τὸ Ὄρος Πενθόδου καταλαβών, ὤκησεν ἔν τινι σπηλαίῳ, συντονωτάτης ἀσκήσεως ἀγῶνας ἀνύων, ἐν προσευχαῖς καὶ νηστείας καὶ παννύχοις στάσεσι Θεῷ ἀναγόμενος· καὶ καθάρας ἑαυτόν, ἐπλήσθη θείων ἐλλάμψεων καὶ μελλόντων τῇ γνώσει πλουτισθείς, προεῖπε πλείστοις τὰ ἐσόμενα, ὡς καὶ τὸν μέγαν σεισμὸν τὸν γεγονότα ἐν Χίῳ ἐν ἔτει ᾳωπα΄(1881). Καὶ τὴν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Μάρκου ἱερὰν ἀνεγείρας Μονήν, ὅλος φῶς, ἀΰλῳ φωτοχυσίᾳ περιχεόμενος, ὡράθη ἐπαλλήλως τοῖς κενὰ κατ’ αὐτοῦ μελετήσασι. Καὶ πλείστοις ἄλλοις θαύμασι δοξασθείς, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τῇ η΄ (8ῃ) Δεκεμβρίου μηνός, ἐν ἔτει σωτηρίῳ ᾳωπγ΄ (1883) τοῖς ἀπ’ αἰῶνος Ἁγίοις συναφθείς.

Θαυμαστὰ καὶ Διδακτικὰ Περιστατικὰ ἐκ τοῦ Βίου τοῦ Ὁσίου
  ἅγ. Παρθένιος δὲν ἦτο Ἱερεύς, ἦτο ἁπλὸς Μοναχός. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐμπόδιζε, ὅσους ἐφωτίζοντο ἀπὸ τὴν ἁγία ζωή Του, νὰ τὸν πλησιάζουν καὶ νὰ τοῦ ἐξομολογοῦνται τὶς ἁμαρτίες των. Ἐκεῖνος πάλι τοὺς ἄκουγε καὶ τοὺς συμβούλευε, ἐνῶ συγχρόνως τοὺς ἔλεγε: «Αὐτὰ σὰν συμβουλές, ἀλλὰ τὴν ἄφεσι θὰ τὴν λάβετε ἀπὸ τὸν Πνευματικὸ Ἱερέα, διότι ἡ Ἱερωσύνη λύνει καὶ δένει τὶς ἁμαρτίες».
Κάποτε, πῆγε ἕνας πιστὸς εὐλαβὴς καὶ ἐξωμολογήθη στὸν Ὅσιο. Ἐκεῖνος τὸν συμβούλευσε καὶ τὸν βοήθησε στὴν ἠθικὴ πάλη. Ἀλλὰ ὁ ἴδιος ξαναγύρισε πάλι καὶ εἶπε στὸν Ἅγιο τὴν ἴδια ἁμαρτία. Αὐτὸ ἐπανελήφθη πολλὲς φορές. Ὁ πιστὸς κάποτε τὸν ρώτησε «καὶ μέχρι πότε Γέροντα θὰ ἐπαναλαμβάνωνται τὰ ἴδια, ἀφοῦ μισῶ τὴν ἁμαρτία καὶ ὅμως ἐκείνη μὲ κυκλώνει;». Ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπήντησε: «Αὐτὸ εἶναι ἀδελφὲ τοῦ Χριστοῦ διὰ τῆς υἱοθεσίας. Πατᾶμε στὴν γῆ καὶ βλέπομε στὸν οὐρανό. Αὐτὸ θὰ ἐπαναλαμβάνεται μέχρι ποὺ νὰ σὲ σκεπάσῃ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ βγῇς νικητής. Ὡς τόσο γνώριζε, τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ λέει: «Ἔπεσες; Ἐγείρου. Τὸ πίπτειν ἀνθρώπινον. Τὸ ἐμμένειν σατανικόν». Ἡ ζωή μας εἶναι μία πάλη, ἕνας ἀγώνας καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι, κανένας δὲν βγαίνει νικητὴς ἄν δὲν τελειώσῃ ὁ ἀγώνας. Ἡ ἀπόγνωσι τοῦ πιστοῦ εἶναι ἡ χαρὰ τῶν δαιμόνων καὶ ἡ μετάνοια ἡ χαρὰ τῶν Ἀγγέλων. Ἀγωνίζου ὅσο μπορεῖς, γιὰ νὰ πάρῃς τὸν στέφανο τῆς ζωῆς. Μὴν παραδίδῃς τὰ ὅπλα ὅταν πέφτῃς, νὰ ξαναεπιτεθῇς πάλι. «Οὐκ ἔστιν ἡπάλη ἡμῶν πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίαςτοῦ σκότους». Ἀγωνίζου νὰ χαροποιήσῃς τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους».
«Καλὴ νίκη. Σὲ περιμένω νικητή», τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος καὶ τὸν προέπεμψε μέχρι τὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς.
Ὅλα τὰ ἁμαρτήματα ὁ Ἅγιος τὰ ἐπιτιμοῦσε, ἀλλὰ ἰδιαίτερα τὴνβλασφημία. ῎Ελεγε: «ὅταν βλαστημᾷ ὁ ἄνθρωπος ἐπιτίθεται κατὰ τοῦἸδίου τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ μὲ τὰ ἄλλα ἁμαρτήματα παραβαίνει τὸν Νόμο τοῦΘεοῦ. Ἄλλο νὰ ἐπιτίθεσαι ἐναντίον κάποιου καὶ ἄλλο νὰ παραβῇς τὴνπαραγγελία του».

Ἡ Κυριακὴ καὶ ὁ Ἅγιος
Μία γυναῖκα ἀντὶ νὰ πάῃ στὴν Ἐκκλησία τὴν Κυριακή, ἔκανε φιδὲ νὰ πάῃ στὸν Ὅσιο. «Γέροντα, σᾶς ἔφερα λίγο φιδέ», τοῦ εἶπε. «Σκουλήκια - τῆς ἀποκρίθηκε - «μοῦ ἔφερες! Τὴν ὥρα τῆς Λειτουργίας δὲν τὸν ζύμωσες; Ἄδειασέ τον». Ὁ καθαρὸς φιδὲς εἶχε γεμίσει σκουλήκια!
Παρόμοια περιστατικὰ πολλὰ συνέβησαν στὸν Ἅγιο. Στὸ χωριὸ Θολὸ Ποτάμι ὑπῆρχε ἡ οἰκογένεια Μονιώδη. Ἕνα παιδὶ τῆς οἰκογενείας ἔγινε Μοναχὸς στὸν Ἅγιο Μᾶρκο. Ἡ μητέρα τοῦ Μοναχοῦ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν μετέβαινε στὸ Μοναστῆρι νὰ δῇ τὸ παιδί της καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν εὐχὴ τοῦ Ὁσίου. Πάντοτε δὲ κάτι προσέφερε στὸ Μοναστῆρι, σὰν μικρὸ δεῖγμα δωρεᾶς, ἀνάλογο τοῦ ἰσχνοῦ βαλαντίουτ ης. Κάποτε πῆγε φιδέ. Ὁ Ὅσιος Παρθένιος μόλις ἔπιασε στὸ χέρι του τὸν φιδέ, ἐχαμογέλασε καὶ τῆς λέει: «Τὸν φιδὲ ποὺ μᾶς ἔφερες τὸν ζύμωσες Κυριακὴ, ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸν Θεό. Ὁ φιδὲς αὐτὸς δὲν εἶναι δεκτὸς στὸ Μοναστῆρι, πάρε τον καὶ πέταξέ τον στὸ δάσος».Ἔκπληκτη ἡ γραία Μονιώδη συνεμορφώθη πρὸς τὴν διαταγὴν τοῦὉσίου, διότι πράγματι ὁ φιδὲς ζυμώθηκε Κυριακή.
Μιὰ ἄλλη Κυριακὴ περνοῦσε ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὴν Ἐνορία τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος τῶν Νερομύλων, κοντὰ ἀπὸ τὸ Παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Σαράντα Μαρτύρων. Τότε βλέπει μὲ μεγάλη ἔκπληξι μερικοὺς ἐργάτες νὰ καταπατοῦν τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς καὶ νὰ κτίζουν. Στρέφεται τότε στὸν ἀρχιμάστορα, ὁ ὁποῖος ἦτο νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ: «Ἔ, τοῦ λέει, σήμερα εἶναι Κυριακὴ, ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸν Θεό, δὲν ἐργάζονται». Τότε ἐκεῖνος τοῦ ἀπαντάει εἰρωνικά: – «Οἱ παπάδες ποὺ ἡ δουλειά τους εἶναι νὰ ψάλλουν, πῶς δουλεύουν τὴν Κυριακή;». «Ἄντε - τοῦ λέει ὁἍγιος - καὶ τὸ σπίτι ἀπ’ ὅσο εἶναι, δὲν θὰ ἀνέβῃ παραπάνω». Πράγματι, ἄγνωστες παραμένουν οἱ αἰτίες, γιὰ τὶς ὁποῖες ἀπὸ τὴν ἄλλη μέρα ἡ ἀνοικοδόμησι ἐκείνου τοῦ σπιτιοῦ σταμάτησε. Μετὰ δὲν τὸ ἀγόρασε κανένας ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, ἀπὸ εὐλάβεια στὸν Ὅσιο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν φόβο τῆς προφητείας Του, ὅτι δὲν θὰ ἀνέβη παραπάνω. Μέχρι σήμερα σώζεται ἀτέλειωτο καὶ ἐρείπιο, ἐνῶ διδάσκει τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς καὶ τὸ προορατικὸ χάρισμα τοῦ Ἁγίου.

Ἐλεγκτὴς τῆς Παρανομίας
Μία μέρα ὁ Ἅγιος, προικισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ χάρισμα τῆςδιοράσεως, πλησίασε ἕναν Ἐπίτροπο μιᾶς ἐκκλησίας καὶ τοῦ εἶπε μὲ καταπληκτικὲς λεπτομέρειες τὶς καταχρήσεις τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖο εἶχε. Ὁ Ἐπίτροπος αὐτὸς ἔκλεψε τὰ χρήματα τῆς ἐκκλησίας κατὰ τρόπον, ποὺ σὲ κανένα δὲν ἄφησε τὴν παραμικρὴ ὑποψία. Τότε ὁὍσιος τοῦ εἶπε καὶ πότε ἔκλεψε καὶ πόσα καὶ πῶς. Ὅλα τοῦ τὰ εἶπε. Τὸν παρακάλεσε γιὰ τὸ καλό του νὰ διορθωθῇ. Ὁ Ἐπίτροπος ἀρνήθηκε ὅτι ἔκλεβε, ἀλλὰ παρηγοροῦσε τὸν λογισμό του ὅ,τι ἔκλεβε γιὰ νὰ βοηθήση τὸ μικρὸ παιδί του ποὺ συγχρόνως τὸ σήκωνε στὰ χέρια του καὶ στὰ ροῦχα τοῦ παιδιοῦ εἶχε κρύψει τὰ χρήματα. Τότε ὁ Ὅσιος ἀπὸ τὸ χάρισμα τῆς διοράσεως προεῖδε τὴν ὀργὴ ποὺ ἐρχόταν. Καὶ προεῖπε: «Ὅποιος τἄχῃ πάνω του τὰ λεφτὰ τῆς ἐκκλησίας, ἐκεῖνος τραβῇ τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ καταφθάνει». Δὲν πρόλαβε νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ προφητεία του εἶχε πραγματοποιηθῆ. Ὁ Ἅγιος τὸ εἶχε προφητεύσει σὰν τιμωρία τοῦ πατέρα. Στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ κλέφτη-πατέρα τὸ ἄκακο παιδὶ ἦταν νεκρό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐνθυμίζει τὴν τιμωρία τοῦ Ἀνανία καὶ τῆς Σαπφείρας, ποὺ ἔπεσαν νεκροὶ ὅταν ἔλεγανψ έμματα στὸν Ἅγιο Ἀπόστολο Πέτρο! (βλ. Πράξ. ε΄ 1-12).

Λιβάνι τοῦ Διαβόλου
Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τὸ τσιγάρο ὀνομάζει «βρωμερότατον χόρτον» καὶ ὁ Ἅγιος Παρθένιος συνεβούλευε τοὺς προσκυνητὲς νὰ μὴν καπνίζουν καὶ ὀνόμαζε τὸ τσιγάρο, ἐφ’ ὅσον βλάπτει τὸ σῶμα - τὸν «ναὸ τοῦ Θεοῦ» - λιβάνι τοῦ διαβόλου. Πίσω ἀπ’ αὐτὸ κρύβεται ἡ προσπάθεια τοῦ Ἁγίου νὰ πείσῃ τοὺς ἀνθρώπους, ὅτι τὸ κάπνισμα εἶναι καταστροφὴ καὶ βλάβη στὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμό, ἀλλὰ καὶ ἀπρέπεια στὴν συμπεριφορὰ τοῦ πιστοῦ. Ἡ ἀπρέπεια αὐτὴ εἶναι ἀσχημονία προκειμένου περὶ Ἱερέως. Ὅταν ὁ Ἅγιος Παρθένιος συνήντησε κάποιον Ἱερέα ποὺ κάπνιζε καὶ ἐκεῖνος τὸ ἀπέκρυπτε, εἶπε: «Ἐγὼ ξέρω μὲ τί λιβάνι λιβανίζεις! Καλύτερα νὰ μυρίζῃ μόνο λιβάνι ἤ μόνο τσιγάρο, γιατὶ λιβάνι καὶ τσιγάρο δὲν κάνουν ὄμορφη μυρωδιά».Ἤθελε νὰ πῇ ὁ Ἅγιος, ὅτι τὸ κάπνισμα στὸν Ἱερέα δὲν ἁρμόζει καὶ ἄν καπνίζῃ καλύτερα νὰ ἦτο λαϊκός. Ὅλοι παραδέχονται τὶς βλαβερὲς συνέπειες τοῦ καπνοῦ. Ἡ συμβουλὴ αὐτὴ τοῦ Ἁγίου εἴθε νὰ βοηθήσῃ ὅσους ἔχουν καλὴ θέλησι.

Ὑπακοὴ στὸν Ἐπίσκοπο
Ἕνας Ἱερεὺς πῆγε στὸν Ἅγιο Παρθένιο καὶ τοῦ παρεπονεῖτο γιὰ τὸν τότε Δεσπότη τῆς Χίου, τὸν μετέπειτα Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης, μακαριστὸν Ἀμβρόσιον Κωνσταντινίδην. Ἐνόμισε ὅτι θὰ εὕρισκε σύμφωνο τὸν Ἅγιο. «Γέροντα - τοῦ ἔλεγε - καὶ Σᾶς ἀκόμη ἔστειλε στὸν Τοῦρκο Διοικητή, εἶναι ἄνθρωπος χωρὶς φόβο Θεοῦ» καὶ ἄλλα παρόμοια. Τότε ὁ Ἅγιος Παρθένιος τοῦ ἀπάντησε, σὰν πνευματοφόρος καὶ θεοφόρος Πατήρ: «Πότε, Πάτερ μου, θὰ μάθωμε τὸ μάθημα τῆς Ὑπακοῆς; Πότε θὰ καταλάβωμε, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζωμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ; Ἀντὶ νὰ κάθεσαι τώρα καὶ νὰ καταφέρεσαι κατὰ τοῦ Δεσπότη μας, ἔπρεπε νὰ εἶσαι γονατιστὸς ἐμπρὸς στὴν Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ προσεύχεσαι ὑπὲρ αὐτοῦ. Τίποτα ἄλλο καλύτερο ἀπὸ αὐτὸ δὲν θὰ μποροῦσες νὰ κάνῃς». «Ἄν θέλῃς ὅποτε ἔρχεσαι ἐδῶ νὰ καταφέρεσαι κατὰ τοῦ Δεσπότη, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σὲ ξαναδῶ», τοῦ εἶπε αὐστηρὰ ὁ Ἅγιος,«διότι εὑρίσκεσαι πολὺ πίσω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ζωή. Μίλησε στὸν Χριστὸ γιὰ τὸν Δεσπότη καὶ τότε ἄλλος κόσμος, Πάτερ μου, θὰ βασιλεύσῃ στὴν καρδιά σου, ποὺ ἀκόμα φαίνεται δὲν τὸν γνωρίζεις...». «Δύο πράγματα μᾶς χρειάζονται - ἀπόσωσε ὁ Ἅγιος - παντοῦ καὶ πάντοτε: Προσευχὴ καὶ Ἀγάπη».
Ὁ Ἱερεὺς ἐκεῖνος ἔμεινε ἐκστατικὸς ἐμπρὸς στὸ μεγαλεῖο τῆς πνευματικῆς ἀκτινοβολίας τῶν λόγων τοῦ Ἁγίου. Μετὰ ὁ Ἅγιος τὸν συμβούλευσε νὰ πάῃ στὸν Δεσπότη καὶ νὰ πάρῃ συγχώρεσι. Ἐκεῖνος ἔτσι ἔπραξε, δὲν μπόρεσε νὰ ἀντισταθῇ στὸ ἐπιτίμιο καὶ στὴν ἐντολὴ τοῦ Ὁσίου, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶχε πῆ «ὅσα ἐποίησε» ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἱερεὺς εἶχε λησμονήσει.
Μὲ τὸ προορατικό Του χάρισμα ὁ Ἅγιος εἰσχωροῦσε στὰ σκότη τοῦ παρελθόντος καὶ διέλυε τὴν ὁμίχλη τοῦ μέλλοντος. Τὸ χάρισμα αὐτὸ πάλι τῆς προοράσεως τὸ χρησιμοποιοῦσε ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ βοηθήσῃ ὅσους ἀπέκρυπταν τὰ ἁμαρτήματά τους, νὰ μετανοήσουν. Γι’ αὐτὸ καὶ σ’ αὐτὸν τὸν Ἱερέα, ὁ Ἅγιος ἐξηκρίβωσε τὸ ἁμάρτημα τῆς μνησικακίας εἰς τὸν Ἐπίσκοπόν του, τὴν ὁποίαν μνησικακία ὁ Ἅγιος Θαλάσσιος ὀνομάζει λέπραν τῆς ψυχῆς. Πολλὲς φορὲς δὲν πρόκειται μόνο περὶ ἀνυπακοῆς εἰς τὸν Ἐπίσκοπον, ἀλλὰ καὶ περὶ μνησικακίας. Ὁ Ὅσιος ὅμως ἐθεράπευσε τῆς ψυχικῆς αὐτῆς λέπρας τὸν Ἱερέα. Ἐὰν μνησικακοῦμεν, ἀσφαλῶς δὲν εἴμεθα μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ! Χριστιανὸς μὲ μῖσος ἠρνήθη τὸν Χριστόν. Ἐὰν δὲ οἱ Ἱερεῖς μνησικακοῦν καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπακούουν εἰς τὸν Ἐπίσκοπον, «οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον»! Ἱερεὺς μὲ μῖσος ἠρνήθη τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Ἱερωσύνην. «’Εὰν τὸ φῶς σκότος γένηται, τὸ σκότος πόσον;»!...Τί μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Ἱερέως ἐκείνου καὶ τοῦ Ἁγίου Παρθενίου! Εἴθε νὰ ἀναδείξῃ ὁ Θεὸς καὶ σήμερον μιμητὰς τοῦ Ἁγίου!

 

Μήτηρ τοῦ Θεοῦ

                                        Μήτηρ τοῦ Θεοῦ

Α­γί­ου Νι­κο­δή­μου του Α­γι­ο­ρεί­του


«...Η Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος κα­τά τον έ­ξω χα­ρα­κτή­ρα και ή­θος του σώ­μα­τος, ή­τον σε­μνή και α­ε­βα­σμί­α κα­τά πάν­τα, ο­λί­γα και α­ναγ­καί­α λα­λού­σα' ή­τον ο­γλί­γο­ρος εις το να υ­πα­κού­ῃ και ευ­προ­σή­γο­ρος· ε­τί­μα ό­λους και ε­προ­σκύ­νει. εί­χε το μέ­γε­θος του σώ­μα­τος μέ­σον και σύμ­με­τρο­ν' ή, ως άλ­λοι λέ­γου­σι, το μέ­γε­θος εί­χεν υ­ψη­λό­τε­ρον α­πό το μέ­σο­ν' δεν ε­παρ­ρη­σι­ά­ζε­το εις κά­θε άν­θρω­πο­ν' ή­τον μα­κράν α­πό γέ­λω­τα και έ­ξω α­πό κά­θε τα­ρα­χήν και θυ­μόν.

Το χρώ­μα του θε­ο­δό­χου της σώ­μα­τος, ή­τον ό­μοι­ον με το χρώ­μα του σι­τα­ριού' εί­χε ξαν­θάς τας τρί­χας της κε­φα­λή­ς' εί­χεν ο­φθαλ­μούς πολ­λά ω­ραί­ους, χρω­μα­τι­σμέ­νους με θεί­αν σε­μνό­τη­τα, ω­ρα­ϊ­σμέ­νους με κό­ρας ο­ξείς καί ό­μοι­ας με την ε­λαί­αν και καλ­λυ­νο­μέ­νους με βλε­φα­ρί­δας φαι­δρο­πρε­πεί­ς' εί­χε τα ο­φρί­δια μαύ­ρα κυ­κλι­κώς ε­σχη­μα­τι­σμέ­να' εί­χε την μύ­την ο­μα­λήν και ευ­θεί­α­ν' τα πα­νά­μω­μα χεί­λη της ή­τον αν­θη­ρά, λάμ­πον­τα κο­σμί­ως με ε­ρυ­θρόν χρώ­μα και γέ­μον­τα α­πό την των λό­γων γλυ­κύ­τη­τα' εί­χε το ι­ε­ρο­πρε­πές πρό­σω­πον, ό­χι στρογ­γυ­λόν, αλ­λά ο­λί­γον μα­κρύ' εί­χε τας θε­ο­δό­χους χεί­ρας της μα­κράς, ο­μοί­ως και τους δα­κτύ­λους των χει­ρών μα­κρούς και τε­τορ­νευ­μέ­νους με λε­πτό­τη­τα'

Ή­τον α­νυ­πε­ρή­φα­νος και α­νε­πί­δει­κτος, χω­ρίς να δεί­χνῃ καμ­μί­αν βλα­κί­αν καί έ­κλυ­σι­ν' εί­χε τα­πεί­νω­σιν υ­περ­βάλ­λου­σαν. Ε­φό­ρει και η­γά­πα ρού­χα φυ­σι­κώς α­πό λό­γου των χρω­μα­τι­σμέ­να, κα­θώς τού­το δη­λού­ται α­πό το ά­γιον και ι­ε­ρόν αυ­τής Μα­φό­ριον, αυ­τό­χρο­ον υ­πάρ­χον. Και δια να ει­πού­μεν κα­θο­λι­κώς, η Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος ή­τον και κα­τά τα ε­ξω­τε­ρι­κά μέ­λη του πα­να­χράν­του αυ­τής σώ­μα­τος, γε­μά­τη α­πό τό­σην θεί­αν χά­ριν και σε­βα­σμι­ό­τη­τα, ώ­στε ό­που, ό­στις έ­βλε­πεν αυ­τήν, ε­λάμ­βα­νεν εις την ψυ­χήν του έ­να κά­ποι­ον φό­βον και ευ­λά­βειαν, συγ­κε­κραμ­μέ­νην ο­μού με μί­αν ε­σω­τε­ρι­κήν χα­ράν και χω­ρίς να την η­ξεύ­ρη πρω­τί­τε­ρα, ε­γνώ­ρι­ζεν α­πό μό­νον τον ε­ξω­τε­ρι­κόν χα­ρα­κτή­ρα της, ό­τι α­λη­θώς αυ­τή εί­ναι Μή­τηρ Θε­ού...».

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

Μίμησις Χριστοῦ

                       Μίμησις Χριστοῦ

                                       Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

Ἅς γίνωμεν ὅπως εἶναι ὁ Χριστός, ἐπειδὴ καὶ ὁ Χριστὸς ἔγινεν ὄμοιος μὲ ἡμᾶς.

Ἄς γίνωμεν Θεοὶ δι’ αὐτόν, ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖνος ἔγινεν ἄνθρωπος πρὸς χάριν μας. Ἔλαβε τὸ χειρότερον διὰ νὰ μᾶς δώσει τὸ καλύτερον.

Ἔγινε πτωχὸς διὰ νὰ πλουτίσουμε ἐμεῖς απὸ τὴν πτωχείαν του.

Ἔλαβε μορφὴ δούλου διὰ νὰ ἀπολαύσωμεν ἡμεῖς τὴν ἐλευθερία.

Κατέβει, διὰ νὰ ὑψωθῶμεν.

Ὑπέμεινε τοὺς πειρασμούς, διὰ νὰ νικήσωμεν.

Ὑπέμεινε τὴν ἀτίμωσιν, διὰ νὰ μᾶς δοξάσει.

Ἀπέθανε, διὰ νὰ μᾶς σώσει, καὶ ἀνέβει διὰ νὰ μᾶς σύρει κοντά Του ἀπὸ κάτω, ὅπου εὐρυσκόμεθα ἐξαπλωμένοι καὶ ἀπονεκρωμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

Ἄς δώσει ἔκαστος τὰ πάντα!

Ἄς προσφέρει τὰ πάντα!

Ἄς προσφέρει τὰ πάντα εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὸν ἐαυτόν του ὡς λύτρον καὶ ἀντάλλαγμα χάριν ἡμῶν!

Δὲν μπορεῖ δὲ νὰ προσφέρει τίποτε καλύτερον ἀπὸ τὸν ἐαυτόν του, ἀφοῦ θὰ ἔχει ἐννοήσει τὸ μυστήριον καὶ θὰ ἔχει γίνει ὅλα ὅσα ἔγινεν ἐκεῖνος πρὸς χάριν μας …

Η βροχή πέφτει για όλους

Η βροχή πέφτει για όλους
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ




Ας μη γίνουμε ,αδελφοί, κακοί διαχειριστές των αγαθών που μας δόθηκαν. Ας μην κοπιάζουμε για να θησαυρίζουμε και ν’ αποταμιεύσουμε, ενώ άλλοι υποφέρουν από την πείνα. Ας μιμηθούμε τον ανώτατο και κορυφαίο νόμο του Θεού, που στέλνει τη βροχή σε δικαίους και αδίκους και ανατέλλει τον ήλιο επίσης για όλους. Αυτός έκανε τη γη ευρύχωρη για όλα τα χερσαία ζώα, δημιούργησε πηγές , ποτάμια, δάση, αέρα για τα φτερωτά και νερά για τα υδρόβια, και έδωσε σ’ όλα τα όντα άφθονα τα απαραίτητα για τη ζωή τους στοιχεία, χωρίς να τα περιορίζει καμιά εξουσία, χωρίς να τα καθορίζει κανένας γραπτός νόμος, χωρίς να τα εμποδίζουν σύνορα. Και αυτά τα στοιχεία τα παρέδωσε κοινά και πλούσια, χωρίς διάκριση ή περικοπή, τιμώντας την ομοιότητα της φύσεως με την ισότητα της δωρεάς και δείχνοντας τον πλούτο της αγαθότητός Του.
Οι άνθρωποι όμως, αφότου έβγαλαν από τη γη το χρυσάφι, το ασήμι και τα πολύτιμα πετράδια και αφότου έφτιαξαν ρούχα μαλακά και περιττά και αφότου απέκτησαν άλλα παρόμοια πράγματα, που αποτελούν αιτίες πολέμων και επαναστάσεων και τυραννικών καθεστώτων, κυριεύθηκαν από παράλογη υπεροψία. Έτσι, δεν δείχνουν ευσπλαχνία στους δυστυχισμένους συνανθρώπους τους και δεν θέλουν ούτε με τα περίσσια τους να δώσουν στους άλλους τα αναγκαία. Τι βαναυσότητα! Τι σκληρότητα! Δεν σκέφτονται ,αν όχι τίποτ’ άλλο πως η φτώχεια και ο πλούτος , η ελευθερία και η δουλεία και τ’ άλλα παρόμοια εμφανίστηκαν στο ανθρώπινο γένος μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, σαν αρρώστιες που εκδηλώνονται μαζί με την κακία και που είναι δικές της επινοήσεις. Αρχικά όμως δεν έγιναν έτσι τα πράγματα, λέει η Γραφή∙ αλλά Εκείνος που έπλασε εξαρχής τον άνθρωπο τον άφησε ελεύθερο , αυτεξούσιο- συγκρατημένο μόνο από το νόμο της εντολής-και πλούσιο μέσα στον παράδεισο της τρυφής. Αυτή την ελευθερία και αυτόν τον πλούτο θέλησε να χαρίσει- και χάρισε- ο Θεός μέσω του πρώτου ανθρώπου, και στο υπόλοιπο ανθρώπινο γένος. Ελευθερία και πλούτος ήταν μόνο η τήρηση της εντολής. Φτώχεια αληθινή και δουλεία ήταν η παράβασή της.
Μετά την παράβαση λοιπόν εμφανίστηκαν οι φθόνοι και οι φιλονικίες και η τυραννία του διαβόλου, που παρασύρει πάντα με τη λαιμαργία της ηδονής και ξεσηκώνει τους πιο τολμηρούς ενάντια στους πιο αδύνατους. Μετά την παράβαση , το ανθρώπινο γένος χωρίστηκε σε διάφορες φυλές με διάφορα ονόματα και η πλεονεξία κατακερμάτισε την ευγένεια της φύσεως, αφού πήρε και τον νόμο βοηθό της.

Εσύ όμως να κοιτάς την αρχική ενότητα και ισότητα, όχι την τελική διαίρεση∙ όχι τον νόμο που επικράτησε , αλλά τον νόμο του Δημιουργού. Βοήθησε, όσο μπορείς, τη φύση, τίμησε την πρότερη ελευθερία, δείξε σεβασμό στον εαυτό σου, συγκάλυψε την ατιμία του γένους σου, παραστάσου στην αρρώστια, σύντρεξε στην ανάγκη.
Να παρηγορεί ο γερός τον άρρωστο, ο πλούσιος τον φτωχό, ο όρθιος τον πεσμένο, ο χαρούμενος τον λυπημένο, ο ευτυχισμένος τον δυστυχισμένο.

Δώσε κάτι στο Θεό ως δώρο ευχαριστήριο, για το ότι είσαι ένας απ’ αυτούς που μπορούν να ευεργετούν και όχι απ’ αυτούς που έχουν ανάγκη να ευεργετούνται , για το ότι δεν περιμένεις εσύ βοήθεια από τα χέρια άλλων, αλλ’ από τα δικά σου χέρια περιμένουν άλλοι βοήθεια.

Πλούτισε όχι μόνο σε περιουσία , μα και σε ευσέβεια, όχι μόνο σε χρυσάφι, μα και σε αρετή, ή καλύτερα, μόνο σε αρετή.

 
Γίνε πιο τίμιος από τον πλησίον με την επίδειξη περισσότερης καλοσύνης. Γίνε Θεός για τον δυστυχισμένο με τη μίμηση της ευσπλαχνίας του Θεού.

Πηγή: «ΕΤΣΙ ΘΑ ΒΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ!»
 
Ο Ιησούς και οι Άγιοι μιλούν για τους δανειστές ,
τους τόκους, τις τράπεζες, τη φτώχεια,
τους ανάξιους ηγέτες και το «κούρεμα» του χρέους.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΙΖΟΥΛΗΣ
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ

Οἰ ἂνθρώπινες σχέσεις ὠς βίωσις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ

Οἰ ἂνθρώπινες σχέσεις ὠς βίωσις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ

π. Ἀνδρέου Ἀγαθοκλέους

Οι ανθρώπινες σχέσεις, είναι αλήθεια, περνούν από διάφορες φάσεις από τη δυνατή αγάπη μέχρι την αδιαφορία και την έχθρα. Ανάλογα με το πώς βιώνουμε αυτές τις σχέσεις είναι και η εσωτερική μας κατάσταση.
Η αντίληψη ότι είναι αρκετό να έχουμε σχέση και επικοινωνία με το Θεό και ας μην έχουμε με τους ανθρώπους είναι πλάνη και, σίγουρα, δεν είναι εκκλησιαστική.

Ο Χριστός, δημιουργώντας Εκκλησία κι όχι μια από τις πολλές θρησκείες, θέλησε να δημιουργήσει τον τρόπο ζωής των ανθρώπων έτσι ώστε να γίνουν φυσιολογικοί, τέλειοι, ως εικόνες Θεού. Αυτός ο τρόπος ζωής συνίσταται στην αγάπη, που ενώνει χωρίς να μαζοποιεί.

Γι’ αυτό και στη διάσπαση των ανθρωπίνων σχέσεων παρατηρείται θλίψη, μιζέρια, ανησυχία. Ενώ, όταν ενώνονται οι καρδιές, τότε παρατηρείται χαρά, ειρήνη, δύναμη. Στην πρώτη περίπτωση κυριαρχεί το δαιμονικό πνεύμα, η πτώση και η ακαταστασία, στη δεύτερη το άγιο Πνεύμα, η ζωή και η αρμονία.

Όταν η παρουσία μας στον εκκλησιαστικό χώρο περιορίζεται σε προσπάθεια να ενωθούμε με το Θεό χωρίς τους συνανθρώπους μας, που είναι αδελφοί μας, τότε έχουμε όχι απλά εκκοσμίκευση, αλλά αλλοίωση της διδασκαλίας της Εκκλησίας.

Βέβαια, η δημιουργία, διατήρηση και ανάπτυξη των ανθρώπινων σχέσεων, δεν είναι εύκολο και απλό. Όση χάρη και πληρότητα έχει, άλλη τόση προσπάθεια και αγώνας απαιτείται. Γιατί η φιλαυτία μας, που είναι η βάση όλων των αμαρτιών, εμφωλεύει σε κάθε μας κίνηση κι ο κίνδυνος να χαλάσουμε ό,τι κτίσαμε είναι ορατός.

Η Εκκλησία, προβάλλοντας την ταπείνωση, την υπακοή και τη συγχωρητικότητα, τοποθετεί τις βάσεις για να διατηρούνται οι ανθρώπινες σχέσεις και να αναπτύσσονται. Κανείς δεν είναι τέλειος και κανείς δεν θα πρέπει να απαιτεί από τους άλλους τελειότητα. Όλοι ως ατελείς πορευόμαστε και με ατέλειες συμπορευόμαστε.

Το ουσιαστικό, για να προσπαθήσει κάποιος να δημιουργήσει σχέσεις, είναι να κατανοήσει πως χωρίς αυτές δεν αναπτύσσεται ως πρόσωπο και δεν ολοκληρώνεται. Γιατί είναι στη φύση μας, ως εικόνες του Τριαδικού Θεού, να αγαπούμε, να συσχετιζόμαστε, να επικοινωνούμε και να κοινωνούμε τα βιώματά μας.

Στον κόσμο της διάσπασης και της ατομικότητας – που όχι λίγες φορές αυτός ο κόσμος είναι μέσα μας – η Εκκλησία μας καλεί στην ενότητα, την κοινωνία και τη σχέση, για να βιώσουμε τη χαρά «πεπληρωμένην εν ημίν», δηλαδή την «εντός ημών βασιλείαν».

Τότε θα απολαύσουμε την ομορφιά της ζωής, θα γευτούμε την ερχόμενη Βασιλεία και θα κατανοήσουμε το «ένα ου εστι χρεία».


Φέτος λέω να ξεντυθούμε..!

Φέτος λέω να ξεντυθούμε..!

 
Άκουσα πριν κανα χρόνο τέτοιες μέρες του καρναβαλιού μέσα σε μια καφετέρια της πόλης μας δυο φίλους να συνομιλούν.
-Σε ποιο γκρούπ λες να βγούμε φέτος ρε συ;
-Εμμ τι να σου πω δεν έχω και λεφτά… πού να βγαίνω τώρα…
-Κάπου θα βρεις ρε δεν μπορεί, γι άλλα και άλλα πάντα βρίσκεις.
-Άσε ρε σου λέω, δεν βγαίνω... τελείωσε άμα θες να πάμε να χωθούμε μέσα στους άλλους την ώρα της παρέλασης.
-Οκ ρε ας πάμε και έτσι θα έχει πολύ φάση… να σου πω πρέπει όμως κάτι να ντυθούμε, μην πάμε και έτσι μέσα στους άλλους.
-Πρέπει ε δεν ξέρω ρε φίλε τι να ντυθούμε;
-Ας βάλουμε καμιά μάσκα και κανα παλιόρουχο και ας βγούμε…
Κάπου εδώ πρέπει να σας πω ότι περίμενα να ακούσω τον δεύτερο φίλο να συμφωνήσει και έτσι να βγούνε μασκαρεμένοι ανάμεσα στους άλλους, μόλις άκουσα την απάντηση του φίλου έμεινα και εγώ… μόνο αυτό δεν περίμενα να ακούσω.
-Ρε φίλε ξέρεις τι σκέφτηκα; Φέτος λέω να μην ντυθούμε αλλά να ξεντυθούμε…
-Τι εννοείς ρε;
-Βρε συ κάθε χρόνο ντυνόμαστε κάτι και φοράμε δυο μάσκες… μια της στολής και άλλη μία της καθημερινής μας ζωής..ε λοιπόν λέω φέτος να ξεντυθούμε αυτήν της καθημερινότητας και ας κάνουμε την διαφορά ντυμένοι ο Εαυτός μας…
-Μα τι λες, τότε γιατί να πάμε στο καρναβάλι;
-Αυτό θέλω να σου πω να μην πάμε πουθενά. Ούτως η άλλως εκεί μέσα όλοι φοράνε μια στολή αλλά δυο μάσκες… ε ας ξεντυθούμε και μια χρονιά..που ξέρεις μπορεί και να μας αρέσει ο πραγματικός μας εαυτός…
Τα συμπεράσματα δικά σας!!!

Χρήστος Φωτόπουλος
φοιτητής Θεολογίας

Τι είπε η Παναγία όταν εμφανίστηκε στον πρώτο ερημίτη του Αγίου Όρους

Τι είπε η Παναγία όταν εμφανίστηκε στον πρώτο ερημίτη του Αγίου Όρους 
 

Το Άγιον Όρος είναι κλήρος της Παναγίας
Η Κυρία Θεοτόκος όταν φανερώθηκε στον πρώτο ερημίτη του Άθωνα, τον άγιο Πέτρο (655—681) και μετά από τέσσερις ως πέντε αιώνες στον ηγούμενο της Μεγίστης Λαύρας Νικόλαο και στον ένα και στον άλλο είπε:
« Η κατοίκησή σας και η κατά Θεόν ανάπαυσή σας αλλού πουθενά δεν θα είναι παρά μόνο στο Όρος του Άθωνος, το οποίον έλαβα από τον Υιόν και Θεόν μου να είναι κλήρος δικός μου, στον οποίον εκείνοι που θέλουν να αναχωρήσουν από τις κοσμικές φροντίδες συγχύσεις, να έρχονται σ’ αυτό και να δουλεύουν στο περιβόλι αυτό, να καλλιεργούν την αρετή, την καθαρότητα της καρδιάς και την αγνότητα της ψυχής τους και από τώρα και εμπρός θα λέγεται από όλους «Άγιον Όρος» «Αγιον Όρος τουτεΰθεν κεκλήσεται… καί περιβόλι δικό μου».

«Υπόσχομαι δε, πολύ να αγαπώ, να βοηθώ και να σκέπω εκείνους, που με άδολη καρδιά έρχονται να δουλέψουν ολόψυχα στο Θεό, να προσεύχονται αδιάκοπα για την ψυχή τους, να παρακαλούνε το Θεό για την Εκκλησία Του και όλο τον κόσμο να τον φωτίσει ο Θεός να γίνουν όλοι πρόβατα γνήσια και άδολα του Χρίστου και Θεού μας.»

«Με το έλεος και τη χάρη του Υιού και Θεού μου θα γεμίσει από την μια άκρη ως την άλλη το Όρος τούτο από Μοναχούς πλήθος πολύ ευσεβών και Ορθοδόξων. Για τούτο χαίρεται και αγάλλεται το πνεύμα μου, διότι όλοι αυτοί, θα υμνούν, θα ευλογούν και θα δοξάζουν το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομα της Παναγίας Τριάδος. Από αυτούς τους Μοναχούς, με τα σημεία και θαύματα που θα κάνουν, με την καθαρή και άγια ζωή τους, θα δοξάζεται και θα μεγαλύνεται, σε όλα τα πλάτη και τα μήκη, σε Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο το όνομα του Θεού από όλον τον κόσμο.»

«Από την θλίψη, τη στενοχώρια, τους πειρασμούς, τα σκάνδαλα και τις στερήσεις που θα υπομένουν οι Μοναχοί αυτοί, θα μάθει ο κόσμος να κάνει υπομονή στις δύσκολες στιγμές της ζωής του.»

«Για όλα αυτά δε που θα υπομένουν αυτοί και δι’ αυτών όλος ο κόσμος, θα παρακαλέσω τον Υιόν και Θεόν μου να συγχώρεση τις τυχόν ελλείψεις τους και να τους αξιώσει θείων και ουρανίων χαρισμάτων. Θα παρακαλέσω να τους χαρίσει ειλικρινή μετάνοια και φωτισμό για να κάνουν καλήν απολογία, κατά την ημέρα εκείνη την μεγάλη και επιφανή της Δευτέρας Παρουσίας και στη μέλλουσα δίκαια Κρίση να τύχουν του απείρου ελέους. Αλλά και στην παρούσα ζωή θα έχουν κι από μένα μεγάλη βοήθεια, διότι θα τους ελαφρύνω τους πόνους, τους κόπους, τις πίκρες και θα αποδιώχνω τους νοητούς και αισθητούς πειρασμούς, που θα τους γίνονται από τον εχθρό και επίβουλο Διάβολο και πολέμιο του ανθρωπίνου γένους».

Με τις υποσχέσεις και θείες υποθήκες αυτές της Παναγίας μας, το Άγιον Όρος, από τότε που κατοικήθηκε από Μοναχούς και μέχρι σήμερα, διαφυλάχθηκε και συνεχίζει την αγία ζωή και πνευματική δράση του, καίτοι οί κάτοικοι του Μοναχοί σκληρά κατά καιρούς δοκιμάστηκαν και μέχρι σήμερα δοκιμάζονται, από διαφόρους πειρασμούς ορατούς και αόρατους, με τη βοήθεια του Θεού και τη σκέπη της Θεοτόκου θα συνεχίσει τον Ιερόν αγώνα του, για να διαφυλάξει την Πίστη, τη γλώσσα και τις εθνικοθρησκευτικές Παραδόσεις του Χριστιανισμού αβλαβείς και αδιαλώβητες, όπως από την αρχή μας τις παρέδωσαν οι άγιοι Πατέρες των Επτά Αγίων Οικουμενικών Συνόδων της Αγίας Εκκλησίας μας.

Ή Παναγία σαν μάνα φροντίζει τους Μοναχούς.

Στο κοινόβιο Μοναστήρι του Αγίου Παύλου, πριν από 30 χρόνια ζούσε ένα πολύ απλό κι αγαθό Γεροντάκι, γνωστός με το όνομα Γερο – Θωμάς, πάντα πρόθυμος και ακάματος εργάτης της υπακοής. Σαν υπηρεσία του (διακόνημα) είχε να είναι βοηθός στον ζυμωτή και φούρναρη του Μοναστηριού.

Μια μέρα έτυχε ανάγκη να απουσιάσει για δυο ημέρες ο ζυμωτής και φούρναρης της Μονής Γερο – Γρηγόρης, ο οποίος από χρόνια είχε την υπηρεσία αυτή και γνώριζε πολύ καλά και εξυπηρετούσε τα διακονήματα αυτά, με πολύ προσήλωση και ευλάβεια.
Σαν αντικαταστάτη του στις υπηρεσίες αυτές, άφησε τον Γερο -Θωμά, ο οποίος επειδή δεν είχε ποτέ του ζυμώσει ξαφνιάστηκε και βρέθηκε σε μεγάλη απορία, διότι έπρεπε να ζυμώσει και να φουρνίσει τότε και να δώσει ψωμί για δυο ημέρες στους πατέρες του Κοινοβίου που τότε είχε περισσότερους από εξήντα Μοναχούς και σε δέκα ως είκοσι διερχόμενους κάθε ημέρα προσκυνητές.
Στη μεγάλη αυτή ανάγκη και απορία που βρέθηκε ο Γερο – Θωμάς, άρχισε να κάνει θερμή προσευχή και με δάκρυ να παρακαλεί την Παναγία Μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Κυρία Θεοτόκο και τον άγιο Παύλο, να τον φωτίσουν τι να κάνει; στην προκειμένη περίπτωση, γιατί τα είχε κυριολεκτικά χαμένα και δεν ήξερε πούθε να αρχίσει.

Ξαφνικά παίρνει την μαγιά του προζυμιού και εκεί που πήγε να βάλει νερό κι αλεύρι βλέπει δίπλα του μια μεγαλόπρεπη μαυροφορούσα γυναίκα, η οποία πήρε το προζύμι το ανακάτεψε, έβαλε το αλεύρι στην σκάφη και σε δυο ώρες έγινε το ζυμάρι, έπλασε τα ψωμιά τα φούρνισε και μέσα στις δυο αυτές ώρες ξεφούρνισε και έδωσε ο Γερο -Θωμάς ψωμί στους Μοναχούς, οι οποίοι ακόμη μέχρι σήμερα δεν μπορούν να ξεχάσουν την γλυκύτητα και νοστιμιά του ψωμιού αυτού.

Ο δε Γερο – Θωμάς σαν υπνωτισμένος δεν κατάλαβε τίποτε, πώς και με ποιό τρόπο γίνανε όλα αυτά! Το μόνο που κατάλαβε ήταν η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που δεν ήταν άλλη παρά η Κυρία Θεοτόκος.
Οι δε αδελφοί της Μονής αυτής του έλεγαν: Γερο- Θωμά, κάτι φάρμακο θα έβαλες μέσα στο ψωμί που είναι τόσο γλυκό και νόστιμο και έγινε τόσο γρήγορα και τόσο ωραίο.

Εδώ έδωκε την παρουσία της η Κυρία Θεοτόκος που σαν μάνα φροντίζει τα παιδιά της, τους Μοναχούς του Αγίου Όρους για να μη μείνουν νηστικοί από έλλειψη τροφίμων και άρτου, όπως. εμπράκτως το είδαμε όλοι κατά τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής 1940 -1944.

Από το γεροντικό του Αγίου Όρους

Οι βουλευτές και η ορθόδοξoς πίστις

Οι βουλευτές και η Oρθόδοξoς πίστις

Δεν συμφωνώ με την άποψη ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτικών προσώπων αποτελούν ιδιωτική τους υπόθεση. Ιδιαιτέρως για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία απελευθερώθηκε και ιδρύθηκε από αγωνιστές που πρόβαλλαν και τιμούσαν την ορθόδοξη χριστιανική τους πίστη και παράδοση. Και για έναν λαό όπως ο ελληνικός, ο οποίος αναγνωρίζει με πολλούς τρόπους την Ορθοδοξία ως συστατικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητάς του.

Πρέπει ο ψηφοφόρος να γνωρίζει «σε τι Θεό πιστεύει» και αν πιστεύει ο α ή ο β πολιτικός ηγέτης, διότι αυτές οι πεποιθήσεις επηρεάζουν μία σειρά πολιτικών αποφάσεων. Νομοθετήματα σχετικά με την παιδεία, την οικογένεια, τη μισθοδοσία του κλήρου, την πολιτιστική συνέχειά μας και άλλα θέματα ψηφίζονται ή καταψηφίζονται με κριτήριο -συν τοις άλλοις- τη στάση των πολιτικών απέναντι στον Θεό και στην Εκκλησία.

Ανέκαθεν ο Ελληνισμός θεωρούσε βασικό κριτήριο επιλογής αρχόντων τον σεβασμό στην πατροπαράδοτη θρησκεία. Ο Αριστοτέλης στο έργο του «Αθηναίων Πολιτεία» (Κεφ. LV) γράφει ότι στην αθηναϊκή δημοκρατία, την οποία σήμερα όλοι θαυμάζουμε, η Βουλή και το δικαστήριο επέλεγαν τους εννέα άρχοντες (υπουργοί) με τις εξής ερωτήσεις: Αν οι γονείς τους κατάγονται από την Αθήνα, αν οι ίδιοι λατρεύουν τους πατρώους θεούς και σε ποιους ναούς, αν υπηρέτησαν την πατρίδα ως στρατιώτες, αν σέβονται τους γονείς τους και αν πληρώνουν τους φόρους. Μάλιστα οι υποψήφιοι καλούνταν να προσκομίσουν μάρτυρες ότι ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.

Στη δημοκρατική Γαλλία, παρά τον πλήρη χωρισμό θρησκευτικού και δημόσιου τομέα, οι υποψήφιοι για την προεδρία δηλώνουν συχνά τα θρησκευτικά πιστεύω τους και τις απόψεις τους για τη θρησκευτική αγωγή των νέων. Κατά τις προεδρικές εκλογές του 2007 ο δεξιός Σαρκοζί, ο κεντρώος Μπαϊρού, η σοσιαλίστρια Σεγκολέν Ρουαγιάλ και η κομμουνίστρια Μαρί Ζορζ Μπιφέ εξήγησαν στην εφημερίδα «Le Figaro» τις απόψεις τους. Με έκπληξη μάθαμε ότι όλοι τους είχαν αποφοιτήσει από ιδιωτικά σχολεία ρωμαιοκαθολικών αδελφοτήτων. Μάλιστα όλοι τόνισαν ότι τους έκανε καλό η διδασκαλία του χριστιανικού θρησκευτικού μαθήματος.

Αλλά και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενώσεως θυμούμαι τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζακ Ντελόρ να δηλώνει ότι ασκεί κάθε Κυριακή τα καθήκοντά του ως πιστός καθολικός.

Σέβομαι τον άθεο, αλλά δεν τον ψηφίζω.

Κωνσταντίνος Χολέβας

ΘΕΛΕΤΕ ΚΑΛΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ;

ΘΕΛΕΤΕ ΚΑΛΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ;


Τρίτη, 25 Φεβρουάριος 2014 17:41 tokandylaki.blogspot.gr
1Πιστεύω ότι δεν πρέπει να ξαναθυμίσω τους λόγους για τους οποίους μερικές φορές δεν είμαστε ευχαριστημένοι από κάποιους ιερείς και το πώς αντιδρούμε, είτε πιστεύουμε, είτε όχι, όταν ακούμε για την πτώση κάποιου ιερέα. Μπορεί ν’ αλλάξει αυτό. Τι πρέπει να κάνουμε;

Για όλα αυτά τα ερωτήματα απαντάει με λόγο “κοφτερό” ο π. Αρσένιος Μπόκα.

«Δια της φωνής του δούλου Του (του ιερέα), ο Θεός σε συγχωρεί, επειδή κάτω από το πετραχήλι και μπροστά στο Αγ. Βήμα, εξομολογείσαι. Δε ζητάει από εσένα τις αρετές που πρέπει να έχει ο ιερέας. Από εσένα ζητάει μετάνοια στην καρδιά και θέληση να διορθωθείς.

Είστε δυσαρεστημένοι με τους ιερείς σας;

Εσείς άραγε τι κάνατε για τους ιερείς για να είστε ευχαριστημένοι; Ζητήσατε από το Θεό ένα τουλάχιστον παιδί για να το αφιερώσετε σ'Αυτόν; Νομίζετε ότι φταίνε μόνο οι ιερείς; Μα είναι παιδιά σας! Όπως τους γεννήσατε έτσι τους έχετε. Γιατί ρίχνετε το φταίξιμο μόνο σ’ εκείνους;
Χρειάζεται καλύτερους ιερείς; Γεννήστε τους! Όλος ο λαός είναι υπεύθυνος. Ο λαός έχει τους ορμηνευτές που του αξίζουν.

Επαναλαμβάνω: Χρειάζεστε καλύτερους ιερείς; Γεννήστε τους!

Μη σκοτώνετε τα παιδιά σας, επειδή δεν ξέρετε τι θα γίνει αυτό το παιδί και θα δώσετε λογαριασμό στο Θεό. Γεννήστε τα παιδιά σας με τη σκέψη ότι θα γίνουν λειτουργοί του Θεού.

Να τι λέει η Αγία Γραφή –(αναρωτιέται ο προφήτης): “…και ουκ άλλος εποίησε, και υπόλειμμα πνεύματος αυτού, και είπατε  τι άλλο αλλ’ η σπέρμα ζητεί ο Θεός; και φυλάξασθε εν τω πνεύματι υμών, και γυναίκα νεότητός σου μη εγκαταλίπης…” (Μαλαχίας, 2, 15).
Αυτή είναι η απαίτηση του Θεού από το γάμο και τέτοιους καρπούς πρέπει να έχετε ως στόχο, ρίχνοντας το φταίξιμο στους καρπούς σας (τα παιδιά σας – ιερείς). Η θεραπεία της παραλυσίας του έθνους μας από εδώ αρχίζει! Έτσι θ’ άρχισει η συγχώρεση!
Μην κάνετε σκέψεις δολοφονικές (σ.σ. εννοεί την έκτρωση) ενάντια στα παιδιά σας!

Ήμουν στην εκκλησία Ντραγκανέσκου. Ο π. Αρσένιος αγιογραφούσε επάνω και εγώ ήμουν κάτω κοντά στη σκαλωσιά. Λέγει κάποια στιγμή: «Είναι αλήθεια ότι οι ιερείς είναι άπληστοι;» Εγώ δεν είπα τίποτα. Ο π. Αρσένιος με ρώτησε δεύτερη και τρίτη φορά: «Είναι αλήθεια ότι οι ιερείς είναι άπληστοι». Πάλι δεν έβγαλα μιλιά. Τότε έσκυψε να δει εάν είμαι κοντά στη σκαλωσιά και μου λέει: «Καλά εσύ δεν ακούς τι σε ρωτάω;» Τότε εγώ απάντησα «Μα πάτερ, τώρα δεν είπα τίποτα για τους ιερείς». «Ναι τώρα δεν συζητήσαμε τίποτα, αλλά όταν είσαι με άλλους και μιλάτε για τους ιερείς μόνο άσχημα πράγματα λέτε. Λέτε ότι είναι άπληστοι. Να τι συμβουλή σου δίνω εγώ: «μην κατακρίνετε τους ιερείς, επειδή είναι λειτουργοί του Θεού και δεν έχετε εσείς το δικαίωμα να τους δικάσετε».

π. Αρσένιος Μπόκα

Όταν γύρισα σπίτι μου άνοιξα την Αγ. Γραφή ακριβώς στο σημείο που λέει: ''Ποιός είσαι εσύ άνθρωπε για να κρίνεις τον δούλο του άλλου;'' Ακριβώς όπως μου είπε ο π. Αρσένιος! Από τότε δεν έκρινα κανέναν, κυρίως τους ιερείς, επειδή ο Θεός είναι ο μόνος που μπορεί να τους κρίνει (μαρτυρία Matei Biliboaca, Savastirni).

Πήγαινα στο λύκειο όταν γνώρισα τον π. Αρσένιο. Μας πήγαινε στο δάσος και έρχονταν και φοιτητές μεταξύ των οποίων και πολλά κορίτσια τα οποία σήμερα είναι ηγουμένες σε μοναστήρια. Ζούσαμε πολύ όμορφα. Ο π. Αρσένιος ρώτησε μια γυναίκα όταν ήρθε στο μοναστήρι.
- Μαρία, γιατί δεν εκκλησιάζεσαι στο χωριό σου;
- Να πάτερ, ο ιερέας μας καπνίζει, πίνει λίγο, δεν είναι σαν εσάς.
- Έχεις παιδιά, έχεις παντρεμένα κορίτσια; Να πας να τους πεις να γεννήσουν παιδιά και αυτά να γίνουν ιερείς όπως τους θέλετε εσείς!

The Woman who Dwelt in a Cave...

The Woman who Dwelt in a Cave...

A saintly hermit told the brothers the following story:

One day, as I was sitting in the desert, I began to feel worried and sad. A thought came to me: “Get up and go for a walk in the desert”. So I walked and came to a water-course and gazing into the distance in the moonlight- night had fallen already- I saw something hirsute sitting on a rock. At first I thought it was a lion and stopped walking in that direction. But then I thought it over and realized that, even if it were a lion, I shouldn’t be afraid, but rather should take courage and believe in the grace of Christ. So I started off again, heading towards the rock. Near the rock there was a small hole. No sooner did the figure see me approaching in the distance than it sprang up and disappeared into the cave.

When I got to the rock, I found a basket with some beans and a pitcher full of water, so I realized that the figure must have been a person, rather than a lion. So I went up to the opening of the cave and shouted: “Servant of God, please, do me a favour and come out and bless me”. No answer. I insisted that whoever it was should come out and give me a blessing, but the reply came: “Forgive me, Elder, but I can’t come out”. When I asked why, I received the answer: “Forgive me, but I’m a woman and quite naked”. When I heard this, I immediately took off the cloak I was wearing, wrapped it up and threw it into the cave. “Take this clothing, put it on and come out, please”. She did so. As soon as she came out, we said the usual prayer and sat down. Then I implored her: “Do me the favour, mother Elder, of telling me how you came to this place, how you spend your time here and how you found this cave”.

            Then she began to tell me her life story:

            “I was a ‘canonical’, she said [that is a woman dedicated to the Church but not tonsured as a nun], ‘and had dedicated my life to the church of the Resurrection of Christ. But where I used to perform this duty, there was a monk, who had his cell near the gate. This monk started to become familiar and seemed very pleased to be in my company or to speak with me. On one occasion I overheard him weeping and confessing this sinful inclination to God. I knocked on the door, and, when he realized it was me, he didn’t open it. Instead, he continued weeping and confessing to God. When I saw this, I said to myself: ‘Here’s this man repenting his own sin, but I’m unrepentant. He’s repenting and bewailing his transgression, so how can I remain like this, without the attire of mourning within me’.

So I immediately took the decision. I went back to my cell, put on an old and worn piece of clothing, filled my basket with beans and my jar with water. I went into the church of the Resurrection and made a prayer: ‘You, Lord, Who are our great and wonderful God, you Who came to earth to save the lost and raise the fallen, You who hearken to all those who sincerely ask Your assistance, show Your compassion and mercy to me, too, sinner that I am. And if it’s your good pleasure to accept my return and the repentance of my soul, bless these beans and this water, so that they’ll suffice for all the years of my life, so that I won’t be distracted- with the excuse of seeing to the needs of the flesh and the body- from continuous worship’.

Then I went to Golgotha and made the same prayer. I embraced the holy rock and the sacred vessels and again called upon the holy name of God. Then, in total secrecy, I left and, with complete confidence, gave myself into the hands of God. I went down to Jerusalem, crossed the Jordan and took the road that led to the bank of the Dead Sea. I’d never seen the sea-level so high. So I went up into the mountains and wandered in the desert until I came to this water-course. I climbed up onto the rock and found this cave. Since then I’ve come to love this place very much. I like to think that God gave it to me so that I could truly repent. I’ve lived here for thirty years and have never set eyes on another person, apart from you today.

And the beans in my basket and the water in my jar have never run out to this day, even though I’ve eaten and drunk as much as necessary. Of course, as time passed, my first clothes wore out and fell to pieces, but as my hair grew and got longer, I covered myself with it as if it were clothing. And so, by the grace of Christ, neither the cold nor the heat, even the furnace of the summer, do me any harm’.

She finished her story here and invited to me to eat some of the beans she had in her basket, because she’d been told “from the outside”, that I was very hungry. We ate and drank until I was full. But I saw that both the basket and the pitcher were still full, so I gave glory to God.

When it was time for me to go, I wanted to leave her my outer raso [habit], but she wouldn’t take it and said: “Bring me new clothes when you next come”.

I was filled with joy when she said this and begged her to wait for me and to welcome me again. We prayed again, I bade her farewell and left, imprinting the location on my mind so that I’d be sure to find it next time I came. I left and went to the church in the neighbouring village and told the priest what I’d seen and heard. He gathered the faithful and in a speech he made to them said: “Not far from our church, there are some saintly hermits whose clothes have fallen apart and they’re going about the desert completely naked. Anyone who’s got clothes to spare, bring them here and we’ll hand them out”.

Immediately, the Christians brought in a good many clothes. I took what I needed and, full of joy, started out again, hoping to see once more the blessed face of this spiritual mother, in the cave. I went back to the place, and tired myself out looking, but I couldn’t find the cave. When eventually I did find it, the God-bearing woman wasn’t there any more, and that upset me.

I went away, saddened. A few days later, some hermits came to visit me and two of them said: “We two were wandering around the desert on the other side of the sea when we suddenly saw, at night, sitting on a rock, a hermit with long hair. When we quickened our steps to meet up with him and take his blessing, he avoided us and went into the entrance of a nearby cave. We wanted to go in ourselves, but as we approached the doorway, a voice came from out of the depths of the cave, saying: ‘Servants of God, please don’t disturb me. On the rock next to you there’s a basket of beans and a pitcher of water. If you want, you can eat and drink’.

The voice gave us its blessing and we went to the rock as we’d been told to do. There on the rock were the basket of beans and the jar of water. We ate and drank and rested for the remainder of the night.

When we woke up in the morning we went to get the blessing of the cave-dwelling hermit, but saw that the person had already fallen asleep in the Lord. We wanted to prepare him for burial, but realized that it was a woman, covered with her own very long hair. We blessed ourselves with her holy relics and rolled a large rock across the entrance to the cave. Once we’d prayed, we started out on the road back”.

I then realized that it was the same ‘canonical’ who had lived as a hermit and had become a holy mother. So I told them what I had heard from her mouth and, all together we glorified God, to Whom, indeed, glory is due unto the ages of ages. Amen.

P.V. Paskhos, Αγγελοτόκος έρημος, Armos Publications, pp. 137-42.

ΘΑ ΜΑΣ ΤΡΕΛΛΑΝΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΡΑΣΟΦΟΡΟΙ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ


 

ΘΑ ΜΑΣ ΤΡΕΛΛΑΝΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΡΑΣΟΦΟΡΟΙ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ

ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΕΝΤΕΤΑΛΜΕΝΟΙ ΡΑΣΟΦΟΡΟΙ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΤΡΕΛΛΑΝΟΥΝ

Ο ΑΥΤΟΑΠΟΚΑΛΟΥΜΕΝΟΣ <<ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ>> ΤΗΣ Ι.Μ.ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΒΓΗΚΕ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΣΤΙΣ 1 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ [ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ] ΚΑΙ ΕΟΡΤΑΣΕ ΚΑΝΩΝΤΑΣ <,ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ> ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙ ΕΚΟΨΕ ΚΑΙ ΠΙΤΑ [βλεπε φωτο]  ΚΑΙ ΣΤΙΣ 7 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ [25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΜΕ ΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ] ΓΥΡΙΣΕ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ !!!!


ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΘΡΑΣΣΟΣ ΝΑ ΜΑΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΓΙΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΑ ΣΤΗΝ Ι.Μ. ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ !!!

ΓΙΑ ΠΙΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΜΙΛΑΣ ΒΡΕ ΑΘΛΙΕ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΥ ΒΑΔΙΖΕΙΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΕΟΡΤΑΖΕΙΣ ΠΟΥ ΤΟ ΕΟΡΤΑΖΕΙΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΕΟΡΤΑΖΕΙΣ .

ΜΕ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΙΛΙΚΙΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΟΤΙ ΘΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΚΑΝΕΝΑΣ ΝΟΗΜΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ;
 
ΚΑΙ ΕΧΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΡΑΣΣΟΣ ΝΑ ΑΥΤΟΑΠΟΚΑΛΕΙΣΤΕ ΕΣΥ ΚΑΙ ΟΙ  ΠΑΡΑΤΡΕΧΑΜΕΝΟΙ ΣΟΥ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ;

ΑΛΛΑ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ Ο ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΤΕΣ ΤΕΤΟΙΟΥΣ ΣΑΝ ΚΑΙ ΣΑΣ ΘΕΛΟΥΝ ΜΕ ΕΛΑΦΡΥΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΝ ΝΑ ΤΑ ΑΛΩΣΟΥΝ ΟΛΑ!!!

Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ ΕΧΕΙ ΗΓΟΥΜΕΝΟ ΤΟΝ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ , ΠΑΝΩΣΙΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟ.Κ. ΜΕΘΟΔΙΟ ΚΑΙ ΒΑΛΤΕ ΤΟ ΚΑΛΑ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΑΣ !

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΟΣ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΣΜΩΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣ!!!
Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος δεν είχε ανάγκη από ανθρώπινα εγκώμια...

Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος δεν είχε ανάγκη από ανθρώπινα εγκώμια...



«Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰω. 1,29)

Χθὲς, ἀγαπητοί μου,τελείωσε τὸ Δωδεκαήμερο, ποὺ διαρκεῖ ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα μέχρι τὰ Φῶτα, ἐξαιρουμένης τῆς παραμονῆς τῶν Φώτων. Μετὰ τὸ Δωδεκαήμερο πρώτη ἑορτὴ ποὺ ἀκολουθεῖ εἶνε ἡ σύναξις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, σήμερα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπινα ἐγκώμια· τὸν ἐγκωμίασε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ὅταν εἶπε, ὅτι μέσ᾿ στὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων ποὺ γεννήθηκαν ὣς τότε ἀνώτερος ἀπ᾿ ὅλους εἶνε αὐτός (βλ. Ματθ. 11,11). Εἶνε ὑπεράνω τοῦ Νῶε, τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰακώβ, τῶν πατριαρχῶν, ὑπεράνω ὅλων τῶν μεγάλων ἀνδρῶν. Γεννήθηκε διὰ θαύματος ἀπὸ γέροντες γονεῖς, τὸν Ζαχαρία καὶ τὴν Ἐλισάβετ ποὺ ἦταν καὶ στείρα. Ὅσο μπορεῖ ἀπὸ μιὰ πέτρα ν᾿ ἀνθίσῃ λουλούδι, ἄλλο τόσο ἦταν δυνατὸν κι ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς Ἐλισάβετ νὰ γεννηθῇ παιδί.

Ἔμβρυο ἀκόμη, σκίρτησε μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του ὅταν ἐκείνη ὑποδεχόταν τὴν ἐπίσης ἔγκυο ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἀπὸ τότε ἦταν ἁγιασμένος. Ὅπως μερικοὶ εἶνε Ἰοῦδες, τέκνα κατάρας ἐκ κοιλίας μητρός, ἔτσι κάποιοι ἄλλοι εἶνε εὐλογημένοι ἀπὸ τὰ σπάργανά τους.

Ὅταν μεγάλωσε, δὲν ἔμεινε στὸν κόσμο· βγῆκε ἔξω,πῆγε στὴν ἔρημο, στὸ σχολεῖο τῶν μεγάλων ἀνδρῶν. Ἐκεῖ ἔζησε μιὰ ζωὴ – ἔλεγχο τῆς σημερινῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας ποὺ σύνθημά της ἔχει «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13. Α΄ Κορ. 15,32). Ὦ σεῖς ποὺ ζῆτε μέσ᾿ στὸν παραλογισμό, ἐλᾶτε νὰ καθρεφτιστῆτε στὸν καθρέφτη αὐτόν. Πῶς ἔζησε ὁ ἅγιος Ἰωάννης; Τὸ φαγητό του ἦταν «ἀκρίδες» (Ματθ. 3,4), τὰ γνωστὰ ἔντομα τῶν ἀγρῶν, ποὺ καὶ μέχρι σήμερα λιτοδίαιτοι Ἄραβες τὰ ξηραίνουν καὶ τὰ τρῶνε. Ποτό του ἦταν τὸ νερὸ τοῦ Ἰορδάνου. Ροῦχο του εἶχε μιὰ κάππα ἀπὸ τρίχες καμήλας. Κρεβάτι του ἦταν ἡ ἄμμος δίπλα στὸ ποτάμι. Στέγη του τὰ ἄστρα τ᾿ οὐρανοῦ. Σύντροφοί του τὰ θηρία τῆς ἐρήμου, ποὺ στέκονταν μπροστά του σὰν ἀρνάκια. Ἡ ἁγιότης, βλέπετε, ὅλα τὰ τιθασεύει. Καὶ ἐνῷ λιοντάρια καὶ τίγρεις τὸν σεβάστηκαν, τὸν κατεσπάραξε μιὰ γυναίκα, ἡ Ἡρῳδιάς. Ἐκεῖ λοιπὸν ἔμεινε, στὸ πανεπιστήμιο τῆς σιωπῆς, ὅπου ἀνδρώνονται οἱ μεγάλες φυσιογνωμίες. Σὲ ὥριμη πλέον ἡλικία ἔλαβε ἐντολὴ ἄνωθεν, νὰ πάῃ στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου κ᾿ ἐκεῖ νὰ στήσῃ τὸν ἄμβωνά του. Τὸ κήρυγμά του θερμοκαυτήρας, ἔλεγχος δριμύς. Ἄστραφτε καὶ βροντοῦσε. Καλοῦσε ὅλους σὲ ἐπιστροφὴ στὸ Θεό. Καὶ χιλιάδες ἀπ᾿ ὅλα τὰ κοινωνικὰ στρώματα ἔτρεχαν. Ἦταν μαγνήτης ποὺ εἵλκυε ὅλους. Συνιστοῦσε μετάνοια καὶ τοὺς βάπτιζε στὸν Ἰορδάνη.

Μέσα στὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων ἦρθε καὶ ἕνας ποὺ ξεχώριζε. Μήπως φοροῦσε στέμμα, εἶχε σπαθί, τὸν ἔφερε ἅμαξα; Ὄχι. Ἁπλὸς ἄνθρωπος ἦταν. Ἀλλὰ ὄνομά του ἦταν «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλιπ. 2,9). Ὅλα τὰ ὀνόματα θὰ σβήσουν, τὸ δικό του θὰ μείνῃ· Ἰησοῦς Χριστός!

Μποροῦσε νὰ φανταστῇ ὁ Ἰωάννης, ὅτι κάτω ἀπὸ τὸ ταπεινὸ σχῆμα ἑνὸς φτωχοῦ Ναζωραίου κρύβεται τὸ μεγαλεῖο τῆς θεότητος; Καὶ ὅμως τὸν ἀνεγνώρισε. Τοῦ λέει ὁ Χριστός• -Βάπτισέ με. -Αὐτὸ δὲν γίνεται· ἐγὼ εἶμαι ἕνα μηδὲν μπροστά σου, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ βαπτίσω. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἐπέμενε, καὶ τέλος βαπτίσθηκε. Ὄχι διότι εἶχε ἁμαρτίες -εἶνε ἀναμάρτητος―, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερωθῇ τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος. Καὶ φανερώθηκε. Κατὰ τοῦτο ἐμεῖς διαφέρουμε ἀπὸ τ᾿ ἄλλα θρησκεύματα, καὶ τὰ μονοθεϊστικά· αὐτοὶ ἔχουν τὸν Ἀλλὰχ ἢ κάποιον ἄλλο, ἐμεῖς λέμε· Ἕνας Θεός, τρία πρόσωπα, Πατὴρ Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα· ἁγία Τριάς, ἐλέησον τὸν κόσμον σου.

Πῶς φανερώθηκε τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος; Ἐνῷ ὁ Χριστὸς ἦταν μέσ᾿ στὰ νερά, σχίστηκε ὁ οὐρανός -ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους· ἐμεῖς πιστεύουμε-, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο σὰν περιστέρι ἦρθε καὶ κάθισε ἐπάνω στὴν κεφαλή του. Συγχρόνως ἀκούστηκε φωνὴ – διάγγελμα τοῦ οὐρανίου Πατρός.

Ὄχι σὰν τὰ διαγγέλματα τῆς πρωτοχρονιᾶς, πού ᾿νε γεμᾶτα ψευτιές. Διάγγελμα οὐράνιο καὶ αἰώνιο πρὸς ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα• «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματθ.3,17). Τὰ ἴδια λόγια ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα ἀκούστηκαν καὶ ὅταν ἔκλεινε ἡ ἐπίγειος παρουσία τοῦ Χριστοῦ, συμπληρωμένα ὅμως μὲ τὴ σύστασι «Αὐτοῦ ἀκούετε» (Μάρκ. 9,8. Λουκ. 9,35).

Ἀπὸ τότε πλέον, ἀγαπητοί μου, ἡ ἀνθρωπότης ἔχει ὁδηγό. Ὁδηγός της εἶνε ὁ Χριστός, ποὺ εἶπε «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. 14,6). Ὅποιος τὸν ἀκολουθεῖ σῴζεται, ὅποιος φεύγει ἀπὸ αὐτὸν χάνεται. Αὐτὸς εἶνε ὁ τέλειος ὁδηγός, ὁ τέλειος ἄνθρωπος, ἡ ἐνσάρκωσι τῆς ἀρετῆς. Οἱ ἄλλοι, ὁποιοιδήποτε κι ἂν εἶνε, εἶνε κλάσματα, δὲν φτάνουν τὴν ἀκεραία μονάδα, τὸν Ἕνα. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ Θ. Λειτ.).

«Αὐτοῦ ἀκούετε», συνιστᾷ ὁ οὐράνιος Πατήρ. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ ἄνθρωποι κλείνουν τ᾿ αὐτιά τους καὶ δὲν ἀκοῦνε τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἀνοίγουν τ᾿ αὐτιά τους – σὲ ποιόν; στὸν διάβολο καὶ στὰ ὄργανά του. Δὲν ἐκκλησιάζονται γιὰ ν᾿ ἀκούσουν τὴ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου· κάθονται τὴ νύχτα στὴν τηλεόρασι γιὰ ν᾿ ἀκούσουν τὴ φωνὴ τοῦ δαιμονικοῦ κόσμου. «Ὅποιος δὲν ἀκούει τὸ Χριστό, θ᾿ ἀκούσῃ τὸν διάβολο», λέει ὁ Ῥῶσος Ντοστογιέφσκυ.

Ὅταν ὁ Χριστὸς ἦρθε στὴν ἔρημο, ὁ Ἰωάννης τὸν ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλό του, ὅπως λέει τὸ ὡραῖο δοξαστικὸ τῶν ὡρῶν· «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου, μεθ᾿ ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτὸν ἡμῖν καθυπέδειξας, ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά, ὡς παρρησίαν ἔχων πολλήν…» (θ΄ ὥρα Θεοφ.). Ὁ ὕμνος αὐτὸς ἦταν ὁ τελευταῖος ποὺ εἶπε ὁ Παπαδιαμάντης -ποὺ ἦταν καὶ σπουδαῖος ψάλτης-, ὅταν γέρος πλέον στὸ νησάκι του, φτωχὸς καὶ περιφρονημένος, ἔφευγε ἀπ᾿τὴ ζωή. Σηκώθηκε ἀπ᾿ τὸ κρεβάτι καὶ τὸ ἔψαλε. Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ πέθανε. Μὲ «τραγούδια τοῦ Θεοῦ» ἔκλειναν τὰ μάτια τους τότε· τώρα…

Ὁ Ἰωάννης λοιπὸν ἔδειξε τὸ Χριστὸ στοὺς ἀνθρώπους καὶ εἶπε· «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»· νά, λέει, αὐτὸς εἶνε τὸ ἀρνὶ τοῦ Θεοῦ ποὺ σηκώνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου (Ἰω. 1,29). Γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτό, πρέπει νὰ θυμηθοῦμε, ὅτι οἱ Ἑβραῖοι, γιὰ νὰ ἔχουν μιὰ ἀνακούφισι ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τους, ἔπαιρναν ἕνα ἀρνί, τὸ πήγαιναν στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος καὶ τὸ προσέφεραν θυσία.

Τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἱερεὺς θὰ τὸ ἔσφαζε, ἅπλωναν τὰ χέρια ἐπάνω του, γιὰ νὰ φύγουν ἀπὸ πάνω τους οἱ ἁμαρτίες καὶ νὰ πᾶνε στὸ ἀρνί. Αὐτὸ ἦταν ἕνας τύπος, μία σκιὰ τῆς μεγάλης θυσίας ποὺ θὰ ἐρχόταν νὰ προσφέρῃ ὁ Χριστός. Ἑκατομμύρια ἀρνιὰ σφάχτηκαν, ἀλλὰ τὸ αἷμα τῶν ζῴων δὲν ἔχει τὴν δύναμιν «ἀφιέναι ἁμαρτίας» (Ματθ. 9,6). Μόνο τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ «ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ», σβήνει τὶς ἁμαρτίες. Να γιατί ὁ Χριστὸς λέγεται «ἀμνός» διότι ὅπως τὸ ἀρνὶ δὲν ἔκανε κανένα κακό, ἔτσι κι ὁ Χριστός· ὅπως τὸ ἀρνὶ ὁδηγεῖται στὴ σφαγὴ καὶ δὲν ἀντιδρᾷ, ἔτσι κι ὁ Χριστός· κι ὅπως στὶς θυσίες «φόρτωναν» τὶς ἁμαρτίες στὸ σφάγιο, ἔτσι κι ὁ Χριστὸς σηκώνει τὶς ἁμαρτίες ὅλων μας. Τὸ νιώσαμε αὐτό; Ἂν δὲν τὸ νιώσαμε, δὲν εἴμαστε Χριστιανοί. Δὲ μᾶς σῴζουν οὔτε κεριὰ καὶ λαμπάδες, οὔτε εἰκόνες καὶ προσκυνήματα, οὔτε μετάνοιες καὶ ἀσκήσεις· ὅλα αὐτὰ δὲν συγχωροῦν οὔτε μία ἁμαρτία. Τὶς ἁμαρτίες συγχωρεῖ μόνο «ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ», ὅπως εἶπε ὁ Ἰωάννης. Ἂν δὲν πιστέψῃς ὅτι τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἐχύθη στὸ Γολγοθᾶ λυτρώνει, δὲ σῴζεσαι.

Τελειώνω μὲ μιὰ εἰκόνα. Ἕνας Βιεννέζος ζωγράφος ζωγράφισε ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν ἔπιασαν οἱ ἐχθροί του καὶ τοῦ φόρτωσαν ἕνα βαρὺ φορτίο. Τὸ ἔδεσαν στὴ ῥάχη του τόσο σφιχτά, ὥστε δὲν μποροῦσε ν᾿ ἀπαλλαγῇ ἀπ᾿ αὐτό. Ἦταν σὰν τὸν Προμηθέα στὸν Καύκασο. Παρακαλοῦσε ἄλλους νὰ τὸν λύσουν, μὰ κανείς δὲ μποροῦσε. Τότε κάποιος τοῦ εἶπε· Ἂν θέλῃς νὰ ἐλευθερωθῇς, ἀνέβα σ᾿ ἐκεῖνο τὸ βουνό. Ἐκεῖ θὰ δῇς ἕνα σταυρὸ μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο· ἂν τὸν παρακαλέσῃς μὲ πίστι, θὰ γίνῃ τὸ θαῦμα. Καὶ πράγματι ἔτσι ἔγινε· ἀμέσως τὸ φορτίο τοῦ ἔπεσε, κύλισε στὴν ἄβυσσο, κι αὐτὸς δόξασε τὸ Χριστό. Καθένας ἀπὸ μᾶς, ἀδελφοί μου, σηκώνει ἕνα βάρος μεγαλύτερο ἀπ᾿ τὸν Ὄλυμπο. Μόνο μὲ τὴν πίστι στὸ Χριστὸ θ᾿ ἀπαλλαγοῦμε. Ἂς πιστέψουμε σ᾿ αὐτόν. Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο στὸν κόσμο. Σᾶς τὸ λέω ἐγώ. Πενήντα χρόνια κηρύττω· ἂν δὲν πίστευα, θὰ πήγαινα νὰ κάνω ὁ,τιδήποτε ἄλλο παρὰ νὰ κοροϊδεύω τοὺς ἀνθρώπους. Πιστεύω στὸ Θεό, πιστεύω στὴ θεία χάρι, πιστεύω στὰ μυστήρια, πιστεύω στὶς ἱερὲς παραδόσεις. Μπορεῖ κι ὁ ἥλιος νά ᾿νε ψέμα, καὶ τὰ ἄστρα νά ᾿νε ψέμα, κ᾿ ἐμεῖς νά ᾿μεθα ψέμα· ἕνα δὲν εἶνε ψέμα, ὁ Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία, η οποία έγινε στον ιερό ναό
Αγίου Ιωάννου Πτολεμαΐδος την Παρασκευή 7-1-1983