Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Ἡ Μετάνοια τοῦ κυρ-Ἀλέκου τὴν ἐσχάτη ὥρα


                Ἡ Μετάνοια τοῦ κυρ-Ἀλέκου τὴν ἐσχάτη ὥρα

Ανδρόγυνο ο κυρ-Αλέκος και η κυρά-Καίτη, παντρεμένοι το 1920 περίπου. Κατοχή-εμφύλιος-φτώχεια κάργα και των γονέων. Η κυρά-Καίτη ευλαβέστατη, προσευχή, εξομολόγηση, θεία κοινωνία κλπ. Ο κυρ-Αλέκος φανατικός άθεος, κομμουνιστής αλλά πολύ δίκαιος, ελεήμων, φιλάνθρωπος. Ήξερε από φτώχεια, στέρηση, κατατρεγμό. Συμπονούσε και βοήθαγε όσους μπόραγε. Φθάσανε και οι δυο, τ’ αντρόγυνο γύρω στα 1995. Ο κυρ-Αλέκος βαριά αρρώστια, κατάκοιτος, ετοιμοθάνατος. Η κυρά-Καίτη λαμπάδα δίπλα του, διακονούσε, έκλαιγε, προσευχότανε. Παιδιά και εγγόνια είχανε στη ζωή τους, τις μέριμνές τους, σπουργιτάκια περνάγανε αστραπή από τους γέρους και φεύγανε.
Η κυρά-Καίτη παρακάλαγε τον άνδρα της:
-         «να φέρουμε άνδρα μου τον παπά της ενορίας να εξομολογηθείς, να κοινωνήσεις μη φύγεις σαν άψυχο ζώο για την άλλη ζωή και κολασθείς».
Τίποτε ο μπάρμπας, την σιχτήραγε και την απειλούσε:
-        «Μη φέρεις παππά στο σπίτι μας γιατί θα σας αμολήσω από το μπαλκόνι, εσένα, τον παπά και τα λιβανιστήρια σας».
Μια νύχτα ανοιξιάτικη ψιθύριζε κατατρομαγμένος ο μπάρμπας την κυρά του. -  - Τρέχα Καίτη, φοβάμαι.
-        Τι θέλεις άντρα μου τ’ αποκρίθηκε αλαφιασμένη εκείνη.
-        Να Μωρή, της απάντησε αυτός πανικόβλητος. Δεν βλέπεις αυτόν τον αγριεμένο αράπη, τον δίμετρο που με κοιτάει άγρια και γελάει; Ποιος είναι; Πως μπήκε στο σπίτι μας; Τι θέλει;
Η γυναίκα δεν είδε κανέναν άλλο, σταυροκοπήθηκε φωτίστηκε, κατάλαβε:
-        «Άντρα μου στο ορκίζομαι όπου θες δεν βλέπω κανένα άλλο. Είμαι σίγουρη ότι είναι ο διάβολος και ήλθε ο κακούργος να σ’ αρπάξει να σε κολάσει».
Αστραπιαία ο κυρ-Αλέκος συνήλθε, κατάλαβε και της είπε:
-        Σε πιστεύω -άμανες υπάρχει ο διάβολος- υπάρχει και ο Χριστός και παράδεισος και κόλαση. Πήγαινε γρήγορα μόλις ξημερώσει και φέρε τον παπά, όποιον βρεις στην ενορία, να με ξομολογήσει και να με κοινωνήσει.
‘’Κατουρήθηκε’’ από φόβο και χαρά η Γριά. Μόλις ξημέρωσε πήγε στην ενορία, βρήκε κάποιον παπά Δημήτρη, το και το παπά μου και έλα γρήγορα. Έτσι και γίνανε όλα. Μόλις ξομολογήθηκε και κοινώνησε ο μπάρμπα Αλέκος γαλήνεψε, έλαμψε το προσωπάκι του και πέθανε συγχωρεμένος με Θεό και ανθρώπους.
Πόσο μας αγαπά ο Χριστός μας, πόσο ζητά ένα ψίχουλο καλή πρόθεση, καλό λογισμό να μας σώσει!

Από το ''Η ζωή διδάσκει τον Χριστό'', Αθήνα 2017.

Ἡ Ἀνάστασις δίνει νέα διάστασιν στήν ζωή μας ὅλη


        Ἡ Ἀνάστασις δίνει νέα διάστασιν στήν ζωή μας ὅλη

Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου

Ἡ Ἀνάσταση δέν ἐξαντλεῖται σέ ἐκείνη τήν ὑπέροχη νύχτα, ἀλλά μακραίνει, βαθαίνει καί μπορεῖ νά βιώνεται καθημερινά, ἐμπειρικά καί στό βάθος τῆς καρδιᾶς. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ γιά τόν πιστό καί εὐσυνείδητο χριστιανό εἶναι βίωμα συνεχές ἀπαράμιλλο καί ἀνέκφραστο. Ὁ Χριστός ἀνασταίνεται ἐντός μας. Μᾶς φωτίζει, μᾶς ἐμπνέει, μᾶς κάνει διαφανεῖς, χριστοφόρους καί θεοφόρους. Ἡ θέα τοῦ φωτός δέν τυφλώνει, ἀλλά παραμυθεῖ καί προβληματίζει αἰσιόδοξα.

Ἡ Ζωοδόχος Πηγή !

  
                                                   Ἡ Ζωοδόχος Πηγή !
  
“Σήμερον, ἀγαπητοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας εορτάζει την εορτή της Zωοδόχου Πηγής. H εορτή αυτή ανήκει στις λεγόμενες κινητές εορτές του εκκλησιαστικού έτους. Kινητές λέγονται οι εορτές του Tριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, που έχουν ως κέντρο την ημέρα του Πάσχα. Tο Tριώδιο (10 εβδομάδες, δηλαδή 70 ημέρες) προηγείται της Kυριακής του Πάσχα, το δε Πεντηκοστάριο (7 εβδομάδες, δηλαδή 50 ημέρες) ακολουθεί. Oι εορτές αυτές ονομάζονται κινητές, γιατί δεν έχουν σταθερά ημερομηνία, εν αντιθέσει με τις άλλες εορτές του εκκλησιαστικού έτους που έχουν σταθερά ημερομηνία και λέγονται ακίνητες. Tών κινητών εορτών η ημερομηνία κάθε χρόνο αλλάζει. Eξαρτάται από την ημερομηνία του Πάσχα. Όταν το Πάσχα είναι πρώιμο, έρχονται και αυτές ενωρίτερα· όταν το Πάσχα είναι όψιμο, αυτές έρχονται αργότερα.

H εορτή της Zωοδόχου Πηγής εορτάζεται την Παρασκευή της Διακαινησίμου, δηλαδή την εβδομάδα που ακολουθεί αμέσως μετά το Πάσχα. Mετά την Aνάστασι είναι η πρώτη εορτή του Πεντηκοσταρίου. Eορτάζεται την ωραία εποχή της ανοίξεως μέσα στο κλίμα της πασχαλινής χαράς και αγαλλιάσεως.

H Zωοδόχος Πηγή είναι μία εορτή πρός τιμήν της Παναγίας. δεν έχει σχέσι με τη ζωή της υπεραγίας Θεοτόκου, όπως οι άλλες γνωστές θεομητορικές εορτές, λόγου χάριν τα Eισόδια, ο Eυαγγελισμός ή η Kοίμησις της Θεοτόκου. H εορτή αυτή έχει σχέσι με τις θαυμαστές επεμβάσεις της Παναγίας πρός σωτηρίαν δυστυχών και ταλαιπώρων ανθρώπων που την επικαλέσθηκαν με πίστι. H Zωοδόχος Πηγή μας υπενθυμίζει τα θαύματα, που έκανε η Παναγία σε ένα ωρισμένο ναό της στον τόπο εκείνο που προκαλεί τη συγκίνησι κάθε Έλληνος.

Στην ομιλία αυτή θα πούμε λίγα λόγια γύρω από το ιστορικό της εορτής.Aπό πού έχει την αρχή της η εορτή της Zωοδόχου Πηγής; H Zωοδόχος Πηγή αρχίζει το πρώτον από μία λεπτομέρεια, μία ασήμαντη θα έλεγε κανείς λεπτομέρεια. Όλα τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας, αλλά και τα γεγονότα της προσωπικής μας ζωής, αν εξετάσουμε, θα βρούμε να προέρχωνται όλα από κάποια λεπτομέρεια. Ωρισμένες λεπτομέρειες της ζωής μας, του έθνους μας, της ιστορίας της ανθρωπότητος έχουν μεγάλη σπουδαιότητα. Ποιά είναι η λεπτομέρεια, από όπου αρχίζει η εορτή της Zωοδόχου Πηγής;

Πρίν από 1500 περίπου χρόνια σε κάποια εξοχή της Kωνσταντινουπόλεως, κάπου εκεί σ’ έναν έρημο δρόμο, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος φώναζε «βοήθεια!». Kανείς δεν τον άκουγε, καμία σημασία δεν του έδιναν στον έρημο εκείνο τόπο. Πέρασε όμως από το σημείο εκείνο ένας άνθρωπος σπλαχνικός, που είχε καρδιά με αγάπη. Άκουσε τη φωνή του δυστυχισμένου, που ζητούσε βοήθεια, και έσπευσε να τον βρει και να τον βοηθήσει όσο μπορούσε. Tον βρήκε σε ελεεινή κατάστασι.Ήταν τυφλός και έμενε εκεί. Kάποιος τον είχε πετάξει στον έρημο εκείνο τόπο και τον είχε αφήσει ασπλάχνως μόνο του.

O τυφλός είχε μέρες νηστικός, πεινασμένος και διψασμένος. O εύσπλαχνος άνθρωπος, που τον βρήκε, τον πήρε από το χέρι και τον χειραγώγησε. O τυφλός του λέει·

―Έχω μέρες να πιώ νερό· σε παρακαλώ, νεράκι θέλω.Eκείνος έψαξε. Mπήκε σ’ ένα δάσος. Προχώρησε γιά να βρει πηγή. Δεν βρήκε. Tότε ακούει μια φωνή, μιά μυστηριώδη φωνή

·―Δεν χρειάζεται ν’ αγωνιάς. Tο νερό είναι κοντά. Προχώρει και θα το βρεις.Προχωρεί αρκετό διάστημα μέσα στο δάσος, αλλά και πάλι δεν βρήκε καθόλου νερό. Aκούει ξανά τη φωνή

·―Mην απογοητεύεσαι. Προχώρει και θα βρείς. Προχώρησε λίγο ακόμα μέσα στο δάσος. Kαι τότε εκεί βρίσκει ένα γάργαρο δροσερό νερό. Έδωσε στο διψασμένο να πιει. O τυφλός ήπιε και ευφράνθηκε.Tότε άκουσε πάλι τη φωνή·

―Πλύνε του, λέει, τα μάτια που είναι τυφλά, και τότε θα μάθεις αμέσως, ποιά είμαι εγώ, που κατοικώ εδώ από πολλά χρόνια.Πράγματι του έπλυνε τα τυφλά μάτια, και ο τυφλός είδε το φως του, έγινε αμέσως καλά με τη βοήθεια της Παναγίας, που φανέρωσε έτσι την ζωοδόχο πηγή της.

Aς μην πιστεύουν οι άπιστοι, δικαίωμά τους. Eμείς πιστεύουμε, ότι πέρα της ύλης συμβαίνουν γεγονότα τεράστια, τα οποία εμείς ονομάζουμε θαύματα, οι δε άλλοι τα εμπαίζουν και τα κοροϊδεύουν. Aλλ’ εμείς πιστεύουμε στά θαύματα τα οποία έκανε ο Θεός και η Παναγία.

Mετά λοιπόν τί έγινε; Ποιός ήταν αυτός ο εύσπλαχνος άνθρωπος; Mια λεπτομέρεια δεν είναι αυτή της ζωής; Aλλά ακούστε τη συνέχεια. Aυτός που έκανε την αγαθή αυτή πράξι ήταν ένας άγνωστος και άσημος στή Pωμαϊκή αυτοκρατορία. Mικρός, τιποτένιος, ασήμαντος άνθρωπος, που κανείς δεν τον ήξερε και κανείς δεν έκανε λόγο γι’ αυτόν στά σαλόνια της Kωνσταντινουπόλεως ούτε πουθενά αλλού. Ήταν ένας ταπεινός άνθρωπος μακέλλης στο επάγγελμα, δηλαδή κρεοπώλης. Ήταν ο Λέων. Ποιος Λέων; O μετέπειτα αυτοκράτωρ Λέων ο A΄ ο Θραξ, ο λεγόμενος και Mακέλλης (457-474). Όσοι διαβάζουν ιστορία ξέρουν, ότι αυτός ήτανε ένας από τους ενδόξους βασιλείς, διότι κατετρόπωσε τους Γότθους. Ήταν αγαθός και πράος.

Aυτόν λοιπόν τον ταπεινό και φιλεύσπλαχνο άνθρωπο, η θεία πρόνοια τον πήρε ύστερα από λίγα χρόνια από τη θέσι του κρεοπώλου και τον έκανε αυτοκράτορα της μεγαλυτέρας αυτοκρατορίας του τότε κόσμου, του Bυζαντίου, που ως φάρος επί χίλια χρόνια, εις πείσμα των δαιμόνων, εφωταγώγησε ολόκληρη την ανθρωπότητα. O Λέων, όταν έγινε αυτοκράτωρ, δεν λησμόνησε το περιστατικό αυτό. Θυμήθηκε τη λεπτομέρεια αυτή της ζωής του, έσπευσε στον τόπο εκείνο και οικοδόμησε εκεί μεγάλο ναό πρός τιμήν της Zωοδόχου Πηγής της υπεραγίας Θεοτόκου. Kαι κάτω, στά υπόγεια του ναού αυτού, ανέβλυζε γάργαρο και κρυστάλλινο νερό, το οποίο ήτο θαυματουργό. στον τόπο αυτό, που λέγεται Mπαλουκλί, συνέρρεαν χιλιάδες άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας.

Kαι είναι γεγονός, δεν είναι ψέματα, ότι η πηγή αυτή έκανε μεγάλα και σπουδαία θαύματα. Aγιασμένο νερό βγαίνει από τη γη και θαυματουργεί. Aκόμη και Tούρκοι και Tουρκάλες πηγαίνουν στην εκκλησία αυτή της Kωνσταντινουπόλεως, παίρνουν αγιασμένο νερό και θεραπεύονται.

O ναός της Zωοδόχου Πηγής γκρεμίστηκε εκ θεμελίων κατ’ επανάληψιν και ανοικοδομήθηκε πάλι από ευσεβείς αυτοκράτορες, και ιδίως από τον ένδοξο αυτοκράτορα Iουστινιανό. O ναός αυτός έχει ιστορία, είναι ιστορικός. Yπάρχει ακόμη και σήμερα. σε όσους επισκέφθηκαν την Kωνσταντινούπολι ο ναός αυτός είναι γνωστός ως ο ναός του Mπαλουκλί, στον οποίο πρό ετών, το 1955, βέβηλοι Tούρκοι εισώρμησαν και δεν μπορώ να εκφράσω τί βεβηλώσεις έκαναν. Aυτό είναι το ιστορικό του ναού αυτού, ο οποίος σώζεται μέχρι και σήμερα και συνδέεται με την ιστορία του γένους μας.

Aδελφοί μου! Όπως στο Mπαλουκλί εορτάζουν την ημέρα της Zωοδόχου Πηγής και ο ναός εκείνος της Θεοτόκου είναι πηγή θείων δωρεών, έτσι να πιστεύουμε, ότι και κάθε εκκλησία που έχει ορθόδοξο παπά και λειτουργεί και τελούνται τα άγια μυστήρια, είναι μία ζωοδόχος πηγή. Στήν Eκκλησία τρέχει το νερό το αθάνατο της διδασκαλίας του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Tο νερό αυτό ξεδιψά. Σβήνει τη μεταφυσική δίψα του ανθρώπου.Στήν Eκκλησία επίσης τρέχει το νερό το αθάνατο της θείας χάριτος, που πηγάζει από την υπερτάτη θυσία του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Tο νερό αυτό θεραπεύει. Δίνει την υγεία στις ανάπηρες και τραυματισμένες ψυχές, διά πρεσβειών της Παναγίας. Aμήν.”

† Ἐπίσκοπος Aὐγουστῖνος

Πηγή:diakonima.gr

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Περί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ

Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: Περί της Αναστάσεως του Χριστού
Περί τς ναστάσεως το Χριστο
Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν
Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου.

Καί πῶς εἶναι ἤ πῶς γίνεται μέσα μας ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτήν ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Ἐπίσης ποιό εἶναι τό μυστήριο αὐτῆς τῆς ἀναστάσεως. Λέχθηκε μετά τό Πάσχα, τή Δευτέρα τῆς δευτέρας ἑβδομάδος τοῦ Πάσχα.

1. Ἀδελφοί καί πατέρες, ἤδη τό Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα, πού προκαλεῖ κάθε εὐφροσύνη καί εὐτυχία, καθώς ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται τήν ἴδια ἐποχή τοῦ χρόνου πάντοτε, ἤ καλύτερα γίνεται κάθε ἡμέρα καί συνεχῶς μέσα σ᾿ αὐτούς πού γνωρίζουν τό μυστήριό της, ἀφοῦ γέμισε τίς καρδιές μας ἀπό κάθε χαρά καί ἀνεκλάλητη ἀγαλλίαση (Λουκ. 1, 14), ἀφοῦ ἔλυσε μαζί καί τόν κόπο ἀπό τήν πάνσεπτη νηστεία ἤ, γιά νά πῶ καλύτερα, ἀφοῦ τελειοποίησε καί συγχρόνως παρηγόρησε τίς ψυχές μας, γι᾿ αὐτό καί μᾶς προσκάλεσε ὅλους μαζί τούς πιστούς, ὅπως βλέπετε, σέ ἀνάπαυση καί εὐχαριστία, πέρασε. Ἄς εὐχαριστήσουμε λοιπόν τόν Κύριο, πού μᾶς διαπέρασε ἀπό τό πέλαγος (Σοφ. Σολ. 10, 18) τῆς νηστείας καί μᾶς ὁδήγησε μέ εὐθυμία στόν λιμένα τῆς ἀναστάσεώς Του. Ἄς τόν εὐχαριστήσουμε καί ὅσοι περάσαμε τό δρόμο τῆς νηστείας μέ θερμή πρόθεση καί ἀγῶνες ἀρετῆς, καί ὅσοι ἀσθένησαν στό μεταξύ ἀπό ἀδιαφορία καί ἀσθένεια ψυχῆς, ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶναι πού δίνει μέ τό παραπάνω τά στεφάνια καί τούς ἄξιους μισθούς τῶν ἔργων τους σ᾿ ἐκείνους πού ἀγωνίζονται, καί πάλι αὐτός εἶναι πού ἀπονέμει τή συγγνώμη στούς ἀσθενέστερους ὡς ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος. Διότι βλέπει πολύ περισσότερο τίς διαθέσεις τῶν ψυχῶν μας καί τίς προαιρέσεις, παρά τούς κόπους τοῦ σώματος, μέ τούς ὁποίους γυμνάζομε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀρετή, ἤ ἐπαυξάνοντας τήν ἄσκηση λόγω τῆς προθυμίας τῆς ψυχῆς ἤ ἐλαττώνοντας αὐτήν ἀπό τά σπουδαῖα ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, καί σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας ἀνταποδίδει τά βραβεῖα καί τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος στόν καθένα, κάμνοντας κάποιον ἀπό τούς ἀγωνιζόμενους περίφημο καί ἔνδοξο ἤ ἀφήνοντάς τον ταπεινό καί ἔχοντα ἀκόμη ἀνάγκη ἀπό κοπιαστικότερη κάθαρση.

2. Ἀλλά ἄς δοῦμε, ἐάν νομίζετε, καί ἄς ἐξετάσομε καλῶς, ποιό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, τό ὁποῖο γίνεται μυστικῶς πάντοτε σέ ἐμᾶς πού θέλομε, καί πῶς μέσα μας ὁ Χριστός θάπτεται σάν σέ μνῆμα, καί πῶς ἀφοῦ ἑνωθεῖ μέ τίς ψυχές, πάλι ἀνασταίνεται, συνανασταίνοντας μαζί του καί ἐμᾶς. Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τοῦ λόγου.

3. Ὁ Χριστός καί Θεός μας, ἀφοῦ ὑψώθηκε στό σταυρό καί κάρφωσε (Κολ. 2, 14) σ᾿ αὐτόν τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου (Ἰω. 1, 25) καί γεύτηκε τό θάνατο (Ἐβρ. 2, 9), κατῆλθε στά κατώτατα μέρη τοῦ ἅδη (Ἐφ. 4, 9, Ψαλ. 85, 13). Ὅπως λοιπόν ὅταν ἀνῆλθε πάλι ἀπό τόν ἅδη εἰσῆλθε στό ἄχραντό Του σῶμα, ἀπό τό ὁποῖο ὅταν κατῆλθε ἐκεῖ δέν χωρίσθηκε καθόλου, καί ἀμέσως ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς καί μετά ἀπ᾿ αὐτό ἀνῆλθε στούς οὐρανούς μέ δόξα πολλή καί δύναμη (Ματθ. 24, 30, Λουκ. 21, 27), ἔτσι καί τώρα, ὅταν ἐξερχόμαστε ἐμεῖς ἀπό τόν κόσμο καί εἰσερχόμαστε μέ τήν ἐξομοίωση (Ρωμ. 6, 5, Β´ Κορ. 1, 5, Φιλ. 3, 10) τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου στό μνῆμα τῆς μετάνοιας καί ταπεινώσεως, αὐτός ὁ ἴδιος, κατερχόμενος ἀπό τούς οὐρανούς, εἰσέρχεται σάν σέ τάφο μέσα στό σῶμα μας καί, ἑνούμενος μέ τίς δικές μας ψυχές, τίς ἀνασταίνει, ἀφοῦ αὐτές ἦταν ὁμολογουμένως νεκρές, καί τότε δίνει τή δυνατότητα, σ᾿ αὐτόν πού ἀναστήθηκε ἔτσι μαζί μέ τόν Χριστό, νά βλέπει τή δόξα τῆς μυστικῆς του ἀναστάσεως.

4. Ἀνάσταση λοιπόν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δική μας ἀνάσταση, πού βρισκόμαστε κάτω πεσμένοι. Διότι ἐκεῖνος, ἀφοῦ ποτέ δέν ἔπεσε στήν ἁμαρτία (Ἰω. 8, 46, Ἐβρ. 4, 15. 7, 26), ὅπως ἔχει γραφεῖ, οὔτε ἀλλοιώθηκε καθόλου ἡ δόξα του, πῶς θ᾿ ἀναστηθεῖ ποτέ ἤ θά δοξασθεῖ, αὐτός πού εἶναι πάντοτε ὑπερδοξασμένος καί πού διαμένει ἐπίσης πάνω ἀπό κάθε ἀρχή καί ἐξουσία (Ἐφ. 1, 21); Ἀνάσταση καί δόξα τοῦ Χριστοῦ εἶναι, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, ἡ δική μας δόξα, πού γίνεται μέσα μας μέ τήν ἀνάστασή Του, καί δείχνεται καί ὁρᾶται ἀπό ἐμᾶς. Διότι ἀπό τή στιγμή πού ἔκανε δικά του τά δικά μας, ὅσα κάμνει μέσα μας αὐτός, αὐτά ἀναγράφονται σ᾿ αὐτόν. Ἀνάσταση λοιπόν τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἕνωση τῆς ζωῆς. Διότι, ὅπως τό νεκρό σῶμα οὔτε λέγεται ὅτι ζεῖ οὔτε μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν δεχθεῖ μέσα του τή ζωντανή ψυχή καί ἑνωθεῖ μέ αὐτήν χωρίς νά συγχέεται, ἔτσι οὔτε ἡ ψυχή μόνη της καί καθ᾿ ἑαυτήν μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν ἑνωθεῖ μυστικῶς καί ἀσυγχύτως μέ τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πραγματικά αἰώνια ζωή (Α´ Ἰω. 5, 20). Διότι πρίν ἀπό αὐτή τήν ἕνωση ὡς πρός τή γνώση καί ὅραση καί αἴσθηση εἶναι νεκρή, ἄν καί νοερά ὑπάρχει καί εἶναι ὡς πρός τή φύση ἀθάνατη. Διότι δέν ὑπάρχει γνώση χωρίς ὅραση, οὔτε ὅραση δίχως αἴσθηση.

Αὐτό πού λέγω σημαίνει τό ἑξῆς.Ἡ ὅραση καί μέσω τῆς ὁράσεως ἡ γνώση καί ἡ αἴσθηση (αὐτό τό ἀναφέρω γιά τά πνευματικά, διότι στά σωματικά καί χωρίς ὅραση ὑπάρχει αἴσθηση). Τί θέλω νά πῶ; Ὁ τυφλός ὅταν χτυπᾶ τό πόδι του σέ λίθο αἰσθάνεται, ἐνῶ ὁ νεκρός ὄχι. Στά πνευματικά ὅμως, ἐάν δέν φθάσει ὁ νοῦς σέ θεωρία τῶν ὅσων ὑπάρχουν πάνω ἀπό τήν ἔννοια, δέν αἰσθάνεται τή μυστική ἐνέργεια. Αὐτός λοιπόν πού λέγει, ὅτι αἰσθάνεται στά πνευματικά πρίν φθάσει σέ θεωρία αὐτῶν πού εἶναι ἐπάνω ἀπό τό νοῦ καί τό λόγο καί τήν ἔννοια, μοιάζει μέ τόν τυφλό στά μάτια, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται βέβαια τά ὅσα ἀγαθά ἤ κακά παθαίνει, ἀγνοεῖ ὅμως τά ὅσα γίνονται στά πόδια ἤ στά χέρια του καθώς καί τά αἴτια ζωῆς ἤ θανάτου του. Διότι τά ὅσα κακά ἤ ἀγαθά τοῦ συμβαίνουν δέν τά ἀντιλαμβάνεται καθόλου, ἐπειδή εἶναι στερημένος ἀπό τήν ὀπτική δύναμη καί αἴσθηση, γι᾿ αὐτό, ὅταν πολλές φορές σηκώνει τήν ράβδο του ν᾿ ἀμυνθεῖ ἀπό τόν ἐχθρό, ἀντί ἐκεῖνον μερικές φορές χτυπᾶ μᾶλλον τόν φίλο του, ἐνῶ ὁ ἐχθρός στέκεται μπροστά στά μάτια του καί τόν περιγελᾶ.

5. Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους πιστεύουν στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅμως πολύ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού καί τήν βλέπουν καθαρά, καί αὐτοί βέβαια πού δέν τήν εἶδαν οὔτε νά προσκυνήσουν μποροῦν τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς ἅγιο καί Κύριο. Διότι λέγει, «κανένας δέν μπορεῖ νά πεῖ Κύριο τόν Ἰησοῦ, παρά μόνο μέ τό Πνεῦμα τό ἅγιο»» (Α´ Κορ. 12, 3).καί ἀλλοῦ.«Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν πρέπει νά τόν προσκυνοῦν πνευματικά καί ἀληθινά»» (Ἰω. 4, 24). Καί ἀκόμη τό ἱερώτατο λόγιο, πού τό προφέρομε κάθε ἡμέρα, δέ λέγει, ̒Ἀνάσταση Χριστοῦ πιστεύσαντες᾽, ἀλλά τί λέγει; «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι, ἄς προσκυνήσομε ἅγιο Κύριον Ἰησοῦν, πού εἶναι ὁ μόνος ἀναμάρτητος»». Πῶς λοιπόν μᾶς προτρέπει τώρα τό Πνεῦμα τό ἅγιο νά λέμε (σάν νά εἴδαμε αὐτήν πού δέν εἴδαμε) «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι»», ἐνῶ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός μιά φορά πρίν ἀπό χίλια (Ὁ Συμεών ὁ Νεός Θεολόγος ἔζησε τέλη 10ου καί ἀρχές 11ου αἰῶνος, δηλ. χίλια χρόνια περίπου μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου) ἔτη καί οὔτε τότε τόν εἶδε κανένας νά ἀνασταίνεται; Ἄραγε μήπως ἡ θεία Γραφή θέλει νά ψευδόμαστε; Μακριά μιά τέτοια σκέψη.ἀντίθετα συνιστᾶ μᾶλλον νά λέμε τήν ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή μέσα στό καθένα ἀπό μᾶς τούς πιστούς γίνεται ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό ὄχι μία φορά, ἀλλά κάθε ὥρα, ὅπως θά ἔλεγε κανείς, ὁ ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστός ἀνασταίνεται μέσα μας, λαμπροφορώντας καί ἀπαστράπτοντας τίς ἀστραπές τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς θεότητος. Διότι ἡ φωτοφόρα παρουσία τοῦ Πνεύματος μᾶς ὑποδεικνύει τήν ἀνάσταση τοῦ Δεσπότη, πού ἔγινε τό πρωί (Ἰω. 21, 4), ἤ καλύτερα μᾶς ἐπιτρέπει νά βλέπομε τόν ἴδιο ἐκεῖνον τόν ἀναστάντα. Γι᾿ αὐτό καί λέμε.«Θεός εἶναι ὁ Κύριος καί φανερώθηκε σέ μᾶς»» (Ψαλμ. 117, 27), καί ὑποδηλώνοντας τή Δευτέρα παρουσία του λέμε συμπληρωματικά τά ἑξῆς. «εὐλογημένος εἶναι αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου»» (Ψαλμ. 117, 26). Σέ ὅποιους λοιπόν φανερωθεῖ ὁ ἀναστημένος Χριστός, ὁπωσδήποτε φανερώνεται πνευματικῶς στά πνευματικά τους μάτια. Διότι, ὅταν ἔλθει μέσα μας διά τοῦ Πνεύματος, μᾶς ἀνασταίνει ἀπό τούς νεκρούς καί μᾶς ζωοποιεῖ καί μᾶς ἐπιτρέπει νά τόν βλέπομε μέσα μας αὐτόν τόν ἴδιο ὅλον ζωντανό, αὐτόν τόν ἀθάνατο καί ἄφθαρτο, καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά καί μᾶς δίνει τή χάρη νά γνωρίζομε εὐκρινῶς ὅτι συνανασταίνει (Ἐφ. 2, 6) καί συνδοξάζει (Ρωμ. 8, 17) καί ἐμᾶς μαζί του, ὅπως μαρτυρεῖ ὅλη ἡ θεία Γραφή.

6. Αὐτά λοιπόν εἶναι τά μυστήρια τῶν Χριστιανῶν, αὐτή εἶναι ἡ κρυμμένη μέσα τους δύναμη τῆς πίστεώς μας, τήν ὁποία οἱ ἄπιστοι ἤ δύσπιστοι, ἤ καλύτερα νά πῶ ἡμίπιστοι, δέν βλέπουν, οὔτε βέβαια μποροῦν καθόλου νά τή δοῦν. Καί ἄπιστοι, δύσπιστοι καί ἡμίπιστοι εἶναι αὐτοί πού δέν φανερώνουν τήν πίστη μέ τά ἔργα (Ἰάκ. 2, 18). Διότι χωρίς ἔργα πιστεύουν καί οἱ δαίμονες (Ἰάκ. 2, 19) καί ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι Θεός ὁ Δεσπότης Χριστός. «Σέ γνωρίζομε»» (Μάρκ. 1, 24, Λουκ. 4, 34), λένε, «ἐσένα τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ»» (Ματθ. 8, 29).καί ἀλλοῦ.«αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου»» (Πραξ. 16, 17). Ἀλλ᾿ ὅμως οὔτε τούς δαίμονες οὔτε τούς ἀνθρώπους αὐτούς θά τούς ὠφελήσει ἡ τέτοια πίστη. Διότι δέν ὑπάρχει κανένα ὄφελος ἀπό τέτοια πίστη, ἐπειδή εἶναι νεκρή κατά τόν θεῖο ἀπόστολο. Διότι λέγει, «ἡ πίστη χωρίς τά ἔργα εἶναι νεκρή»» (Ἰάκ. 2, 26), ὅπως καί τά ἔργα χωρίς τήν πίστη. Πῶς εἶναι νεκρή; Ἐπειδή δέν ἔχει μέσα της τόν Θεό πού τή ζωογονεῖ (Α´ Τιμ. 6, 13), ἐπειδή δέν ἀπέκτησε μέσα της ἐκεῖνον πού εἶπε.«αὐτός πού μέ ἀγαπᾶ θά τηρήσει τίς ἐντολές μου»» (Ἰω. 14, 21.23), «καί ἐγώ καί ὁ Πατέρας μου θά ἔλθομε καί θά κατοικήσομε μέσα του»» (Ἰω. 14, 23), γιά νά ἐξαναστήσει μέ τήν παρουσία του ἀπό τούς νεκρούς αὐτόν πού τήν κατέχει καί νά τόν ζωοποιήσει καί νά τοῦ ἐπιτρέψει νά δεῖ μέσα του καί αὐτόν πού ἀναστήθηκε καί αὐτόν πού ἀνέστησε.

Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν εἶναι νεκρή ἡ τέτοια πίστη, ἤ καλύτερα νεκροί εἶναι αὐτοί πού τήν κατέχουν χωρίς ἔργα. Διότι ἡ πίστη στόν Θεό πάντα ζεῖ καί ἐπειδή εἶναι ζῶσα ζωοποιεῖ αὐτούς πού προσέρχονται ἀπό ἀγαθή πρόθεση καί τήν ἀποδέχονται, ἡ ὁποία καί ἔφερε πολλούς ἀπό τό θάνατο στή ζωή καί πρίν ἀπό τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν καί τούς ὑπέδειξε τόν Χριστό καί Θεό. Καί θά ἦταν δυνατό, ἐάν ἔμεναν πιστοί στίς ἐντολές του καί τίς φύλαγαν μέχρι θανάτου (Φιλ. 2, 8), νά διαφυλαχθοῦν καί αὐτοί ἀπ᾿ αὐτές, ὅπως δηλαδή ἔγιναν ἀπό μόνη τήν πίστη. Ἐπειδή ὅμως μεταστράφηκαν, ὅπως τό στραβό τόξο (Ψαλμ. 77, 57), καί ἀκολούθησαν τίς προηγούμενες πράξεις τους, εὔλογα ἀμέσως βρέθηκαν νά ἔχουν ναυαγήσει ὡς πρός τήν πίστη (Α´ Τιμ. 1, 19) καί δυστυχῶς στέρησαν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τόν ἀληθινό πλοῦτο, πού εἶναι ὁ Χριστός ὁ Θεός.
Γιά νά μή πάθομε λοιπόν καί ἐμεῖς αὐτό τό πρᾶγμα, ζητῶ νά τηρήσομε μέ ὅση δύναμη ἔχομε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, γιά ν᾿ ἀπολαύσομε καί τά παρόντα καί τά μέλλοντα ἀγαθά, ἐννοῶ δηλαδή αὐτήν τήν ἴδια τή θέα τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχομε ὅλοι μας μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Γένοιτο.

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΤΟ ΑΓΙΟΚΕΡΙ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

 
 ΤΟ ΑΓΙΟΚΕΡΙ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ
 
π. Δημητρίου Μπόκου
 
Τραντάχτηκαν συθέμελα τὰ ψηλὰ βουνὰ ἀπὸ τὸ ξαφνικὸ μπου-μπουνητό. Σὰν ἀπὸ στόματα μυριάδων κανονιῶν ἡ τρομερὴ βροντὴ ξεχύθηκε ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ οὐρανοῦ, χτύπησε πάνω στὸ γυμνὸ καύ-καλο τῆς ψηλότερης βουνοκορφῆς, κατρακύλησε σὰν ὕπουλο ἑρπετὸ στὴ σκιερὴ ρεματιά, κόχλασε ὑπόκωφα στὶς χαμηλὲς λοφοσειρές, σκαρφάλωσε σὰν αἴλουρος στὴν ἁπλωτὴ ράχη τῆς ὀροσειρᾶς, χύθηκε σὰν τὸ γεράκι στ’ ἀνοιχτὸ διάσελο, χαμήλωσε, ξεθύμανε, ἔσβησε…
Ὁ ἥλιος σκοτείνιασε ξαφνικά. Τὸ μαγιάτικο δειλινὸ χάθηκε αὐτοστιγμεί. Πυκνὰ μαῦρα σύννεφα σκέπασαν τὸ φωτεινὸ γαλάζιο τοῦ ἄπειρου, ἔριξαν στὴ γῆ τὴ βαρειά τους σκιά. Δυνατὸς ἀνεμοστρόβιλος, πρόδρομος καταιγίδας, σάρωσε κοιλάδες καὶ πλαγιές. Μιὰ δεύτερη βροντὴ ἀκολούθησε κατὰ πόδι τὴν πρώτη καὶ οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ ἄνοιξαν στὸ λεπτό. Ἡ ξαφνικὴ νεροποντὴ συνεπῆρε τὰ πάντα. Ἄνθρωποι καὶ ζῶα, σκορπισμένοι στὸ ὕπαιθρο, ὥσπου νὰ στρέψουν ἀπορημένοι τὰ κεφάλια τους, βρέθηκαν ἐντελῶς ἀκάλυπτοι κάτω στὸ ἀνελέητο, ἀπρόσμενο μαστίγωμά της. Πῶς ξέσπασε ξαφνικὰ τέτοιο κακό;

Ἦταν στὰ μέσα τοῦ Μάη κι ὁ κόσμος τοῦ μικροῦ χωριοῦ, ξω-μάχοι ἄνθρωποι, βρίσκονταν ὅλοι στὰ χωράφια. Τὸ Πάσχα ἦρθε κι ἔφυγε μὲς στὴ χαρά, ἔσμιξαν ὅλοι ξανὰ καὶ γιόρτασαν μὲ τὰ ξενάκια τους, γέμισαν οἱ καρδιὲς ἀπ’ τὴν περίσσια εὐφροσύνη τῆς Λαμπρῆς. Τὸ ἔαρ τῶν ψυχῶν συνδυάστηκε τέλεια μὲ τὸ ἔαρ τῆς φύσης. Ἕνας θαυμάσιος καιρὸς συντρόφευε ὅλες τὶς μέρες τὴν ἀναστάσιμη χαρά τους. Ἐνθουσιασμένα ἰδιαίτερα τὰ παιδιὰ τίμησαν μὲ τὸ παραπάνω τὸν ὑπέροχο συνδυασμό.
Ἀλλὰ καὶ ἀπόλαμπρα ἡ καλοκαιρία ἐξακολούθησε στὸν ἴδιο ρυθμό. Στὸ ὀρεινὸ μικρὸ χωριὸ ὁ ἐρχομὸς τῆς ἄνοιξης θύμιζε παρά-δεισο. Ὅλοι ξεχύθηκαν μὲ κέφι στὶς δουλειές τους. Ἀναστημένη ἀπ’ τὴ βαρυχειμωνιὰ ἡ γῆ τους, γιόρταζε τὴ δική της πασχαλιά. Μικροὶ-μεγάλοι χαίρονταν τοὺς ἀνθοστόλιστους ἀγρούς, καταπιάνονταν μὲ ἀνοιξιάτικες σπορές, πάλευαν γεμάτοι ὄρεξη τὸν φτωχικό, μὰ ἀγαπημένο τόπο τους. Τὰ ζωντανά τους σκόρπισαν στὶς καταπράσινες νομές. Νύχτα καὶ μέρα τὰ λιγυρὰ κυπροκούδουνα, ἀνάκατα μὲ μουγκανητὰ καὶ βελάσματα, συνόδευαν μὲ τὴ γλυκόφωνη ἠχώ τους τὴν ἐργατιά. Ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ Μάη φάνταζε πραγματικὰ παραδει-σένια. Ἦταν πανέμορφες οἱ μέρες του, ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ἀπόγευμα μαγευτικό. Ποῦ φώλευε κρυμμένη τόση μανία καὶ καταστροφή;
Ἡ νεαρὴ φοιτήτρια, ξαφνιασμένη ἀπ’ τὴν ἀπότομη ἀνατροπή, στάθηκε μπρὸς στὸ παράθυρο ἐκστατική. Δὲν πρόλαβε οὔτε τὰ τζάμια νὰ κλείσει, τόσο ἀπρόσμενα ξέσπασε ἡ καταιγίδα. Τὸ ὑπερθέαμα τῆς καιρικῆς ἀλλαγῆς αἰχμαλώτισε τὸ βλέμμα της. Ἡ κεραυνοβόλα εἰσβολὴ τοῦ σαρωτικοῦ δρόλαπα τὴν καθήλωσε κατὰ κράτος. Ἕνα τρομακτικὰ μεγαλειῶδες μυστήριο ἀναδυόταν ἀπ’ τὸν ἐκκωφαντικὸ ὀρυμαγδὸ τῆς σφοδρῆς θύελλας. Διαμετρικὰ ἀντίθετο ἀπ’ τὴ σαγηνευτικὴ μαγεία τοῦ ἐδεμικοῦ δειλινοῦ ποὺ προηγήθηκε. Mysterium tremendum καὶ mysterium fascinans (τρομερὸ καὶ γοητευτικὸ μυστήριο), ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ ἀγαπημένος της φιλόσοφος Rundolf Otto. Πῶς γίνεται νὰ εἶναι τόσο ὄμορφα καὶ τὰ δυό; Ἡ ὀμορφιὰ νὰ δείχνει τόσο ἀντίθετες, ἀλληλοαναιρούμενες πλευρές; Νὰ συνυπάρχουν δυὸ ἀπόλυτα ἀντιφατικὲς ὄψεις στὸν ἴδιο κόσμο;
- Ἀνθή! Ἀνθούλα! Ποῦ εἶσαι;
Ἡ δυνατὴ λαχανιαστὴ φωνὴ τῆς γριᾶς ποὺ ἀνέβαινε κουτσαί-νοντας ἀπὸ τὸ ὑπόγειο, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὸν φιλοσοφικό της ρεμβασμό.
- Ἐδῶ, γιαγιά! εἶπε γυρίζοντας πρὸς τὸ μέρος της.
- Τ’ ἁγιοκέρι, παιδί μου! Γρήγορα!
- Τί εἶπες; ρώτησε ἀπορημένη.
- Τὸ κερὶ τῆς Λαμπρῆς, παιδί μου! Τρέξε, μὴν ἀργεῖς!
Ἡ ἐγγονὴ δὲν κουνήθηκε. Ἔμεινε νὰ κοιτάζει σὰν χαμένη τὴ γριά. Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει ἀκόμα τί τῆς ἔλεγε. Μὰ ἡ γριὰ δὲν εἶχε ὑπομονή.
- Τί μὲ κοιτᾶς σὰν ἄγαλμα; Δὲν ἀκοῦς τί σοῦ λέω; Τρέξε φέρε τὴ λαμπάδα τῆς Ἀνάστασης! Ὁ κόσμος χάνεται, δὲν βλέπεις;
Χά! Τί θυμήθηκε τώρα ἡ γιαγιά της! Τὸ κερὶ τῆς Ἀνάστασης! Θὰ ξόρκιζε τέτοιο χαλασμὸ μ’ αὐτό! Πλάκα εἶχε πραγματικά!
Μὰ ἡ γριὰ δὲ χωράτευε.
- Καλά, χάζεψες γιὰ τὰ καλά; Κουνήσου, δὲν καταλαβαίνεις; Ὁ πατέρας σου, ἡ μάνα σου, τ’ ἀδέρφια σου, ὁ κόσμος ὅλος εἶναι ἐκεῖ ἔξω. Τί περιμένεις; Νὰ πνιγοῦν πρῶτα καὶ μετὰ νὰ κουνηθεῖς;
Θέλοντας καὶ μή, πῆγε νὰ ψάξει γιὰ τὸ κερί. Ποῦ νὰ βρισκόταν τώρα κι αὐτό; Οὔτε κὰν θυμόταν ποῦ τὸ εἶχε πετάξει τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης, ὅταν γύρισαν σπίτι. Μέσα της γέλαγε μὲ τὴν ἀφέλεια τῆς γιαγιᾶς της, μὰ δὲν μποροῦσε τώρα νὰ τῆς φέρει ἀντίρρηση. Ὄχι, δὲν συμφωνοῦσε μ’ αὐτὰ ἡ Ἀνθή. Εἶχε ἀποστασιοποιηθεῖ ἐντελῶς ἀπὸ τὶς ἁπλοϊκὲς ἀντιλήψεις τοῦ ἀπαίδευτου λαοῦ. Σπούδαζε φιλοσοφία, δὲν ἦταν τὸ ἄβγαλτο κοριτσόπουλο τοῦ χωριοῦ. Οἱ ὑψηλὲς σπουδές της ἀναπροσδιόρισαν πολλὰ πράγματα μέσα της. Καὶ κυρίως πολλὲς ἀπ’ τὶς θρησκευτικές της ἀντιλήψεις.
Ἐξωτερικὰ βέβαια δὲν ἔδειχνε ἀλλαγή. Φρόντιζε ἡ συμπεριφορά της νὰ μὴν εἶναι διαφορετική. Δὲν εἶχε καὶ πολλὴ ὄρεξη νὰ καταπιάνε-ται σὲ ἀτέρμονες καὶ ἀνώφελες συζητήσεις μὲ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς ἀναστατώνει ἄσκοπα. Ἀκολουθοῦσε καὶ ὅλες τὶς συνήθειες τους, ὄπως τὶς ἤξερε ἀπὸ μικρή, ἰδιαίτερα τὶς μεγάλες γιορτινὲς μέρες τοῦ χρόνου. Στὸ μικρὸ χωριό τους δὲν εἶχε καὶ μεγάλα περιθώρια νὰ διαφοροποιεῖ τὸ πρόγραμμά της. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση ὅμως τῆς ἄρεσαν καὶ αὐτηνῆς τὰ γιορτινὰ ἔθιμα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Μὰ τὰ ἔβλεπε σὰν ἔθιμα ἀκριβῶς. Καλὰ γιὰ νὰ ἀλλάζουν τὴν καθημερινὴ ρουτίνα τοῦ καταπονημένου ἀνθρώπου, ἀλλὰ τίποτε παραπάνω. Ὁ φιλοσοφικὸς θεός της δὲν εἶχε καὶ πολλὰ κοινὰ σημεῖα μὲ τὸν φτωχὸ Ἰησοῦ τῆς παιδικῆς της ἡλικίας.
Τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης κρατοῦσε κι αὐτὴ τὴ λαμπάδα της σὰν ὅλο τὸν κόσμο. Μὰ δὲν ἔβλεπε μπροστά της τὸν Θεὸ ποὺ ἔπασχε, φορώντας ἀνθρώπινη φύση καὶ κουβαλώντας στὴν πλάτη του τὸν πόνο τοῦ κόσμου. Ὅλα αὐτὰ ἦταν γι’ αὐτὴν μία εἰλικρινής, βέβαια, ἀλλὰ οὐτοπικὴ καὶ ρομαντικὴ προσπάθεια ἑνὸς εὐγενικοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς μοίρας τοῦ κόσμου. Τὸ ἐξωπραγματικὸ ὄνειρο ἑνὸς ἁγνοῦ ἀγωνιστῆ, μὲ προδιαγεγραμμένη ὅμως τὴν ἀποτυχία του. Κάθε ὑπερφυσικὸ στοιχεῖο στὴ μορφή του, γέννημα ἁπλοϊκῆς εὐπιστίας καὶ ὄχι ὀρθῆς λογικῆς, εἶχε ἐξοβελισθεῖ ἀπὸ τὴ σκέψη της.
Μπροστά της ἔβλεπε τὸν γνήσιο, ἀληθινὸἄνθρωπο, ποὺ ρίχτηκε ἀπὸ τὴ μοίρα τουβορὰ στὰ φοβερὰ γρανάζια τῆς παντοδύναμης ἐξουσίας καὶ ἦταν τόσο φυσικὸ νὰ ἔχει τὸ τέλος ποὺ εἶχε. Τοῦ ἐπιφυλάχτηκε ὁ ρόλος τοῦ συμπαθέστερου ἴσως θύματος τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Μὰ ἡ νεαρὴ φοιτήτρια δὲν μποροῦσε τώρα πιὰ νὰ δεῖ κανένα ἀναστημένο Θεὸ πίσω ἀπ’ τὴ θλιβερὴ εἰκόνα τοῦ σταυ-ρωμένου ἀνθρώπου Ἰησοῦ. Ἡ παιδική της πίστη εἶχε νικηθεῖ. Ὁ νέος της θεός, ἀξιοπρεπής, χαλκευμένος στὰ τελειότερα διανοητικὰ ἐργαστήρια τῆς σκεπτόμενης ἀνθρωπότητας, ὑπερβατικός, ἄγνωστος, μακρινὸς γιὰ τὸν κόσμο, ἀπροσπέλαστος στὸ κλειστό του ὑπερπέραν, ἂν ὑπῆρχε, δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν ἀδύναμη, πάσχουσα δουλικὴ μορφὴ τοῦ ταπεινοῦ Ναζωραίου.
Κι ἀκόμα, ἂν καὶ τὴν ἐνέπνεε τὸ συμπαθητικὸ μὰ ἄτυχο μεγάλο ἐκεῖνο θύμα, ὁ Ἰησοῦς, τὴν ἐξόργιζαν πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ λέγονταν πιστοὶ κι ἀκόλουθοί του. Καὶ περισσότερο κάποιες ἐνέργειες πολλῶν του ἐκπροσώπων. Ὅπως καὶ τὸ βράδυ τῆς φετινῆς Ἀνάστασης. Δὲν τῆς ἔφτανε ὁ δικός της σκεπτικισμός, ἦρθε καὶ μιὰ ἄτυχη σκηνὴ νὰ ἐπαυξήσει τὴν ἀρνητική της πνευματικὴ προδιάθεση.
Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ἡ ἐκκλησία εἶχε βυθιστεῖ στὸ σκοτάδι, οἱ ψάλ-τες εἶχαν ψαλμωδήσει κατὰ δύναμιν σὲ ἦχο βαρὺ τὸ ἐπιβλητικὸ Ἰδοὺ σκοτία καὶ πρωί… καὶ στὸ κεφαλόσκαλο τῶν ἱερῶν βημοθύρων πρό-βαλε πορφυροντυμένος ὁ λειτουργός. Ὑψώνοντας τὸ ἀναμμένο ἀπ’ τὴν ἀκοίμητη κανδήλα λαμπριάτικο τρικέρι του, ἄρχισε μὲ βροντερὴ φωνὴ καὶ σὲ πλάγιο τοῦ πρώτου, τὸν πανηγυρικότερο τῶν ἤχων, τὸ Δεῦτε, λάβετε φῶς…
Ἀπαντώντας στὴν πρόσκλησή του τὸ ἐκκλησίασμα κινήθηκε σὰν ἕνα σῶμα μπροστά. Ὕψωσαν ὅλοι τὶς λαμπάδες τους νὰ πάρουν τὸ ἅγιο φῶς. Δημιουργήθηκε στὴ στιγμὴ ἕνας μικρὸς πανικός. Οἱ πιὸ βιαστικοὶ σπρώχτηκαν, ἔδωσαν καὶ πῆραν ἀγκωνιές, κάποιοι πρόλα-βαν κιόλας νὰ ψιλοβριστοῦν στὰ μουλωχτά, τὸ πρῶτο κύμα τέλος πάντων, παλεύοντας γιὰ τὸ εὐλογημένο φῶς, ἔπεσε σχεδὸν ἐπάνω στὸν παπά.
Ὑψώθηκαν ψηλὰ τόσες λαμπάδες ποὺ σκέπασαν τελικὰ τὸ ἀναμμένο τρικέρι καὶ ἕνα-ἕνα τὰ κεριά του ἔσβηναν. Ἡ πίεση ἦταν με-γάλη. Ὁ παπὰς ὑποχωροῦσε λίγο-λίγο πρὸς τὸ ἱερὸ γιὰ νὰ κρατήσει ἀναμμένο τὸ φῶς, μὰ οἱ «φλογεροὶ» ἐνορίτες του τὸν ἀκολουθοῦσαν ἀπτόητοι. Μὲ τὰ πολλὰ τὸ τρικέρι ἔσβησε. Ὁ παπὰς φρένιασε. Βλέπο-ντας τοὺς μπροστινούς, σπρωγμένους ἀπ’ τοὺς παραπίσω, νὰ ἔχουν περάσει καὶ τὴν Ὡραία Πύλη καὶ νὰ πατοῦν σχεδὸν στὴν Ἅγια Τράπεζα μπροστά, τοῦ ἀνέβηκε τὸ αἷμα στὸ κεφάλι.
- Πίσω, ἀθεόφοβοι! ξέσπασε ἀσυγκράτητος.
Τυφλωμένος ἀπὸ ἀγανάκτηση ἔκανε νὰ κατεβάσει τὸ σβηστὸ τρικέρι πάνω στὰ κεφάλια τους, μὰ τὴν τελευταία στιγμή, σὰν ἀπὸ θαῦμα, κρατήθηκε. Ἡ ἀνθρώπινη πλημμυρίδα πρὸς στιγμὴν ἀνακόπηκε. Μουδιασμένος λίγο ὁ παπάς, σὰν νὰ αἰσθάνθηκε τὴν ἐκτροπή του, ξανάναψε τὸ τρικέρι καὶ ξαναβγῆκε. Μὰ ἡ ζημιὰ στὴν ψυχὴ τῆς Ἀνθῆς εἶχε γίνει.Καταγράφοντας τὴ σκηνὴ ἀκούνητη ἀπ’ τὸ στασίδι της, φούντωσε. Μιὰ βαθειὰ ἀπέχθεια εἰσέβαλε σὰν ἄνεμος σαρωτικὸς στὴν ψυχή της. Ὑπάρχει τίποτε ἀληθινὸ ἐδῶ μέσα; Τί σχέση μπορεῖ νά ’χουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὸν φτωχὸ Ναζωραῖο ποὺ ἀγωνίστηκε γιὰ τὸν ἁγνὸ σκοπό του καὶ πέθανε γι’ αὐτόν; Πιστεύει ἀκόμα κανένας ἀληθινὰ σ’ αὐτόν; Νά, ποὺ ἡ θυσία του ἀποδείχτηκε ἀνώφελη! Μήπως πράγματι ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τελικὰ τίποτε παραπάνω ἀπὸ ἕνα καλοστημένο ψέμα!
Ὅλοι εἶχαν ἀνάψει τὶς λαμπάδες τους, ἔβγαιναν ἔξω γιὰ τὴν Ἀνάσταση, μὰ αὐτὴ δὲν ἔπαψε νὰ στέκει ἀκίνητη, μὲ τὴ λαμπάδα της ἀκόμα σβηστή. Ἡ ἀπέχθεια καὶ ἡ ὀργὴ μέσα της εἶχαν πετρώσει τὴν καρδιά της. Τελικὰ πῆρε φῶς ἀπὸ τὴ διπλανή της γιὰ νὰ μὴ δώσει στόχο στοὺς γύρω της. Μὰ μέσα της ἀνάδευε σκοτάδι πηχτό. Ἡ λει-τουργία τελείωσε, ὁ κόσμος μετάλαβε, μὰ αὐτή, ἀηδιασμένη, οὔτε ποὺ πλησίασε καθόλου, ἂν καὶ τό ’χε πάντα συνήθεια, ἔτσι γιὰ τὸ καλό, νὰ μεταλαβαίνει. Ὅλοι χαίρονταν, γελοῦσαν, εἶχαν κιόλας ξεχάσει τὸ συμβάν, μὰ αὐτὴ δὲν ἔλεγε νὰ πάρει τὸ μυαλό της ἀπὸ αὐτό.
Ἔφερε τὴ λαμπάδα της ἀναμμένη στὸ σπίτι, μιὰ καὶ ἡ γιαγιά της, κουτσὴ κι ἀνίκανη γιὰ πολλὲς μετακινήσεις, περίμενε τὸ ἅγιο φῶς. Ἡ γριὰ ἄναψε εὐλαβικὰ ἀπ’ τὴ λαμπάδα τῆς ἐγγονῆς τὸ καντήλι της, ἀφοῦ σταυροκοπήθηκε πολλὲς φορές. Θὰ τὸ φύλαγε τώρα μέρα νύχτα σὰν τὰ μάτια της νὰ μὴν τῆς σβήσει. Ἡ ἐγγονὴ νευρίαζε μὲ ὅλα αὐτά, μὰ τί νά ’κανε; Ἡ γιαγιά της δὲν σήκωνε ἀστεῖα σ’ αὐτά. Ὅταν κάποτε ἡ ὅλη ἱεροτελεστία τέλειωσε, ἡ Ἀνθὴ πῆρε τὴ λαμπάδα της καὶ τὴν πέταξε ἀδιάφορα σὲ κάποιο ντουλάπι.
Ἄντε τώρα νὰ θυμηθεῖ ποῦ ἦταν καταχωνιασμένη καὶ νὰ ψάχνει! Μὰ ἔτρεξε νὰ κάνει γρήγορα. Ἡ γιαγιά της δὲν ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ παραιτοῦνταν ἀπ’ τὸν σκοπό του. Δὲν ἄργησε νὰ τὴ βρεῖ πα-τικωμένη κάτω ἀπὸ ἄλλα πράγματα καὶ σπασμένη στὴ μέση. Καιρὸς ἦταν! Οὔτε πέντε λεπτὰ δὲν εἶχε ποὺ ξέσπασε τὸ κακό, μὰ ὁ κόσμος ἔξω χάλαγε. Ἡ δυνατὴ βροχὴ γύρισε ἀπότομα σὲ καταστροφικὸ χοντρὸ χαλάζι. Ἕνα σφίξιμο ἀνέβηκε καὶ στὴ δική της καρδιά. Ἔφερε γρήγορα τὴν τσακισμένη λαμπάδα στὴ γιαγιά της.
Ἡ γριὰ τὴν ἄναψε ἀμέσως ἀπ’ τὸ καντήλι ὅπου ἔκαιγε τὸ ἅγιο φῶς. Πῆγε κοντὰ στὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο, ἴσιωσε τὸ σακατεμένο ἀπ’ τὸ χρόνο μικρό της ἀνάστημα κι ἔκαμε τρεῖς φορὲς τὸν σταυρό της, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ πάνω ποὺ μιὰ νέα φοβερὴ βροντὴ ἄρχισε νὰ τραντάζει γιὰ πολλοστὴ φορὰ τὴ γῆ καὶ τὰ οὐράνια, ὕψωσε τὸ ἀναμμένο σπασμένο ἁγιοκέρι τῆς Λαμπρῆς κόντρα στὴντρομερὴ θύελλα, σταύρωσε μ’ αὐτὸ τρεῖς φορὲς τὰ πέρατα καὶ εἶπε καθαρὰ καὶ δυνατὰ τὰ λόγια ποὺ εἶχε καλὰ μαθημένα ἀπ’ τὴ συχωρεμένη μάνα της: Μέγα τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος! Παναγία Θεοτόκε, βοήθει ἡμῖν!
Ἡ Ἀνθὴ παρακολουθοῦσε ἀσάλευτη. Ἡ εἰρωνική της διάθεση ἔκανε φτερά. Ἐντυπωσιάστηκε ἀπ’ τὴ βαθειὰ πίστη καὶ τὸ σθένος τῆς γιαγιᾶς της. Ἡ ἀγράμματη, μικρόσωμη, κουτσὴ γριὰ φάνταξε μπροστά της ἴδιος ἀρχάγγελος μὲ πύρινη ρομφαία. Μὰ ὅ,τι ἀκολούθησε τὴν τράνταξε ἀκόμα περισσότερο.
Ἡ φοβερὴ βροντὴ κόπηκε μαχαίρι στὴ μέση. Τὸ φονικὸ χαλάζι ποὺ ἀλύπητα μαστίγωνε κατάσαρκα τὴ γῆ, ἐντελῶς ἀνέλπιστα στα-μάτησε ἀπότομα. Ἡ μανιασμένη λαίλαπα ἔκοψε ξαφνικὰ τὴν ὁρμή της. Σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔβαλε χαλινὸ καὶ νὰ τὴν πρόσταξε νὰ σταθεῖ. Σιώπα, πεφίμωσο! Τὰ σύννεφα ἄρχισαν νὰ τρέπονται σὲ ἄτακτη φυγὴκυνηγημένα. Ἰριδίζοντας μὲ τὰ στιλπνά του χρώματα τὸ τόξον ἐν τῇ νεφέλῃ, σημεῖον τῆς διαθήκης ἀναμέσον οὐρανοῦ καὶ γῆς,ἔλαμψε παρήγορο. Ὁ οὐρανὸς καθάρισε γοργά, τὸ φῶς ἀγκάλιασε τὴ γῆ ξανὰ πρὶν ἔλθει ἁπαλὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα. Καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. Ὁ κοσμάκης σώθηκε!
- Δόξα σοι, Θεέ μου! Δόξα σοι, Παναγία μου! σταυροκοπήθηκε πάλι ἡ γριά.
Κάποιος εἶχε τὴ δύναμη λοιπὸν νὰ ἐπιτιμᾶ τὸν ἄνεμο καὶ τὸ σύννεφο καὶ στὸ πρόσταγμά του ὁ κεραυνὸς καὶ ἡ θύελλα πισωγύρι-ζαν ὑπάκουα. Κάποιος ποὺ τὸν γνώριζαν τὰ τρομερὰ στοιχεῖα τῆς φύσης καὶ ποὺ αὐτὴ ἠθελημένα ἀγνοοῦσε.
Κι ἐνῶ ἡ γριὰ κούτσα-κούτσα ξανακατέβηκε στὴ δουλειά της σὰν νὰ μὴν ἔγινε τίποτε παράξενο, σὰν νά ’χε κάνει τὸ πιὸ συνηθισμένο πράγμα τοῦ κόσμου, ἡ ἐγγονή της συγκλονισμένη, μὲ πόδια ποὺ ἔτρεμαν, κάθησε στὸν καναπέ. Προσπάθησε νὰ βάλει σὲ τάξη τὸ μυαλό της, νὰ ἐπεξεργαστεῖ τὰ δεδομένα. Μὰ ἡ δυναμικὴ τοῦ πράγματος ἀρνιόταν νὰ ὑποταχτεῖ στὴ λογική της. Ἦταν τόσο ἀπρόσμενα ὅλα, τόσο δυνατά, ποὺ μόνο σύμπτωση καὶ τύχη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπικαλεστεῖ. Κάποιος ἄλλος παράγοντας ἔξω καὶ πάνω ἀπὸ τὴ φύση εἶχε μπεῖ ὁρμητικὰ σὲ δράση. Τὰ γεγονότανικοῦσαν τὴ λογικήτης.
Οἱ καλοστημένοι ἀνθρώπινοι λογικοὶ στοχασμοὶ ποὺ τὴν κρατοῦσαν μὲ τὴν πειθώ τους θαμπωμένη ὑποχώρησαν. Ἀνέσυρε ἀπ’ τὸ βυθὸ τῆς λήθης τὸν λόγο τοῦ Ἰησοῦ ποὺ ἤξερε ἀπὸ μικρή, πὼς εἶχε κατεβεῖ ἀπ’ τὸν οὐρανὸ μὲ σκοπὸ νὰ προκαλέσει καὶ ὄχι νὰ χαϊδέψει τὴ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Πῶς θὰ τὸ ἔκανε αὐτό; Φανερώνοντας καὶ δείχνοντας τὸν Πατέρα. Ὄχι μιὰ ἐπινοημένη καὶ ὑποταγμένη στὰ μέτρα τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς θεότητα. Ἀλλὰ τὸν ἐντελῶς ἀσύλληπτο στὴ γήινη σοφία, στὸν ἀνθρώπινο στοχασμὸ Θεό, ποὺ παίζει στὰ δάχτυλά του τοὺς σοφοὺς ἀποδεικνύοντας μωρία τὴν ἐξυπνάδα τους.
Καὶ οἱ αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρές του πάλι τὸ ἴδιο ἔκαμαν. Ὁ λόγος καὶ τὸ κήρυγμά τουςἦταν οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις. Δὲν νοιάστηκαν ποτὲ νὰ πείσουν τὴνὑπεροπτικὴ ἀνθρώπινη σκέψη. Κατέθεσαν ἁπλῶς ἀπέναντί της γεγονότα: Αὐτὸ ποὺ εἶδαν, ποὺ ἄκουσαν, ποὺ ψηλάφησαν, ποὺ ἔζησαν κοντά του. Τὴ ζωντανὴ ἁπτὴ ἐμπειρία τους κόντρα στὰ περισπούδαστα τεχνάσματα καὶ τὰ περίτεχνα σοφίσματα τῆς γαυριώσας χοϊκῆς νόησης. Μιὰ ἐμπειρία πού, δίχως νὰ καταργεῖ, ξεπερνοῦσε τὴ λογική.Καὶ ἄφησαν στὸν καθένα τὴν ἐπιλογὴ νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸ μήνυμά τους ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψει. Νὰ τοὺς θεωρήσει ἀπατεῶνες ἢ ἀξιόπιστους. Ἐλεύθερα.
Πῆρε στὰ χέρια της τὸ ἱερὸ βιβλίο ποὺ βρισκόταν χρόνια ξεχα-σμένο στὸ ράφι. Τὸ ξεφύλλισε ἀργά, βρῆκε τὸν τόπο ὅπου ἦταν κατα-γραμμένη ἡ μαρτυρία τους: Ὃ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, αὐτὸἀπαγγέλλομεν ὑμῖν… Ὅ,τι ἀκριβῶς σκανδάλιζε τὴνἐπηρμένη λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ κατέθεταν οἱ αὐτόπτες. Πράγματα ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀποσιωπήσουν, γιατὶ τὰ ἔζησαν καὶ τοὺς συγκλόνισαν: Ὅτι ἡ σταύ-ρωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπουδὲν ἦταν κάποιο ἀπρόβλεπτο ἀτύχημα. Ἀντιθέτως! Ἦταν τὸ σχέδιό του αὐτό. Νὰ γεννηθεῖ, νὰ ἀνδρωθεῖ, νὰ πάθει, νὰ θυσιασθεῖ. Ὅλα αὐτὰ ἑκούσια, γιὰ λογαριασμὸ ὅλων, ἀπὸ ἀνείπωτη ἀγάπη, δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν. Καὶ ἐπειδὴ ἦταν καὶ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ ΘεοῦΠατρός,Θεὸς ἀληθινός,Κύριος τῶν πάντων, ὁ τάφος δὲν μπόρεσε νὰ τὸν κρατήσει. Ἀναστήθηκε αὐτεξουσίως, μὲ τὴ δική του δύναμη καὶ ὡς ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς νίκησε τὸν θάνατο, ἐξασφαλίζοντας γιὰ ὅλους τὴ ζωή.
Ἡ Ἀνθὴ ἔνοιωσε τὴ θεϊκή του ἐνέργεια, πανίσχυρη μὰ καὶ γεμάτη ἀγάπη, νὰ φτάνει καὶ σ’ αὐτήν, ἐκεῖ μπροστά της σήμερα, ἂν καὶ ἀπὸ δρόμο φοβερὰ σκανδαλώδη, ἀνεξήγητο.Ἕνα σπασμένο λαμπριάτικο κερί, ποὺ πῆρε φῶς ἀπὸ τὸ χέρι ἑνὸς ἀνάξιου παπᾶ καὶ μέσα ἀπ’ τὸ ἄπιστο δικό της χέρι ἔφτασε στὸ χέρι μιᾶς ἀγράμματης πιστῆς γριᾶς,ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ ἀστράψει μέσα της ἡ ἀλήθεια ὁλοζώντανη. Πὼς ἕνα μόνο ὄνομα ὑπάρχει στὴν ὑπ’ οὐρανὸν γιὰ νὰ σωθεῖ, νὰ ζήσει ὁ κόσμος: Τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ Ἰησοῦποὺ κυβερνᾶ πανσθενουργὸ τὰ σύμπαντα.Μπροστά του μέλλει νὰ καμφθεῖ πᾶν γόνυ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων.
Ἡ νεαρὴ φοιτήτρια, συντετριμμένη, μὰ ἀνάλαφρη, ἀπελευθερωμένη ψυχικά, ἔγειρε μπρὸς στὸ ὑπερένδοξο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸ προσκύνησε. Κάμπτοντας ἐνώπιόν του ταπεινὰ τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ὁμολόγησε ἀναφωνώντας ἐκστατικά:
- Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου…!
Πάσχα 2017

ΠΡΩΤΗ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΑΚΟΥΣΕ ΞΑΝΑ ΤΟ ΧΑΙΡΕ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΤΑΦΟΥ !!

ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣIN !!!

  Ὁ ἄγγελος ἐβόα τῇ κεχαριτωμένῃ· Ἁγνὴ Παρθένε, χαῖρε, καὶ πάλιν ἐρῶ· Χαῖρε· ὁ σὸς υἱὸς ἀνέστη τριήμερος ἐκ τάφου.

Φωτίζου, φωτίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ· ἡ γὰρ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνέτειλε. Χόρευε νῦν, καὶ ἀγάλλου Σιών· σὺ δὲ ἁγνή, τέρπου, Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου.


Χριστός Ἀνέστη ἐδελφές καὶ ἀδελφοί μας !!

Η πρώτη πασχάλια ανάρτηση του Ιστολογίου των Χαιρετισμών δεν θα μπορούσε να μην επισημάνει το πόσο επίκαιροι είναι οι Χαιρετισμοί της Παναγίας μας ειδικά την Ημέρα της Αναστάσεως – και ας μην λησομονούμε ότι όλη η Διακαινήσιμος Εβδομάδα λογίζεται ως μία ενιαί Πασχάλιος ημέρα – όπως εξάλλου και κάθε ημέρα του χρόνου !
Για τον λόγο αυτό και προτάξαμε της αναρτήσεως την θ' ωδή των Καταβασιών του Πάσχα, που ακούσαμε στον Όρθρο της Πάσχα μετά την Ανάσταση !

Και όπως βλέπετε αδελφοί μου ο Άγγελος, ο ίδιος Πρωτοστάτης Άγγελος του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, δηλαδή ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, αυτός που Της εκόμισε το χαρμόσυνο άγγελμα της Ενσαρκώσεως του Υιού και Λόγου και Θεού, ο ίδιος αυτός Αρχάγγελος είναι που εκόμισε στην Υπεραγία Θεοτόκο, πρώτα και πριν ακόμη από τις Μυροφόρες και τους Αποστόλους, το πανευφρόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως του Υιού Της !
Όπως αναφέρουν οι Άγιοι Πατέρες, η Πρώτη που έτρεξε “όρθρου βαθέος” στον Πανάγιο Τάφο ήταν η Παναγία μας !
Και μάλιστα για την Παναγία μας εστάλη ο Αρχάγγελος Γαβριήλ για να αποκυλίσει τον μέγα λίθο από την θύρα του μνημείου, και να “χαιρετίσει” την Υπεραγία Θεοτόκο με το ίδιο “Χαίρε” που της απήγγειλε και στον Ευαγγελισμό Της, έτσι ώστε πρώτη η Θεοτόκος πριν από τις Μυροφόρες και τους Αποστόλους να εισέλθει στο Πανάγιο Τάφο και να αντικρίσει εκεί τον Αναστημένος Υιό Της, και μάλιστα όχι απλά να τον δεί αλλά και να Τον αγγίξει, να Τον φιλήσει , Αυτόν τον οποίον πρν λίγα εικοσιτετράωρα τον είδε καθημαγμένο, καταξεσχισμένο, μη έχοντα είδος η κάλλος επί του Τιμίου Σταυρού Του !
Παραθέτουμε στην αγάπη σας τον Λόγο του Αγίου Νικοδήμου εις την Ανάσταση του Κυρίου μας, υπομνηματισμένο από τις Μοναχές της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Καρέα !
Θα σας παρακαλούσαμε να κάνετε τον κόπο να τον διαβάσετε μέχρι τέλους ώστε να εντυπωσιαστείτε από την ανάλυση του Αγίου Νικοδήμου, και των άλλων Πατέρων που ο ίδιος σχολιάζει !
Και πάλιν Σας ευχόμαστε Χρόνια Πολλά καλά κι ευλογημενα !!
Χριστός Ανέστη !!! Αληθώς Ανέστη !



ΛΟΓΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
 
Μελέτη, εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, εἰς τήν ὁποίαν χρεωστοῦμεν νά συγχαρῶμεν.
Α. Μέ τόν ἀναστάντα Χριστόν
Β’ Μέ τήν ἁγιωτάτην Μητέρα Του
Γ’ Μέ τό σῶμα μας.

Συλλογίσου ἀγαπητέ, ὅτι παρακινούμενοι ἡμεῖς ἀπό τόν προφήτην Δαυίδ ὅπου λέγει νά ἀγαλλώμεθα εἰς τήν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. «Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ. ριζ’ 23) ἔχομεν χρέος ἐν πρώτοις νά συγχαρῶμεν τόν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἰς τήν χαρμόσυνόν Του Ἀνάστασιν ἀπέκτησε πάλιν μέ κέρδος ἄπειρον ὅλα ἐκεῖνα ὅπου εἶχε χάσει εἰς τό πάθος Του. Τέσσαρα πράγματα εἶχε χάσει τότε: τήν χαράν, τήν ὡραιότητα, τήν τιμήν καί τήν ζωήν. Τώρα δέ ὅπου ἀνέστη ἀνέλαβε τήν ζωήν, ἀλλά τί λογῆς ζωήν; Μίαν ζωήν ὅπου ἐθανάτωσε τελείως τόν θάνατον καί διά τοῦτο θέλει εἶναι διά πάντα ζωή μοναχή, χωρίς νά φοβῆται νά λάβῃ ἄλλην μίαν φοράν θάνατον. «Χριστός ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν οὐκ ἔτι ἀποθνήσκει. Θάνατος αὐτοῦ οὐκ ἔτι κυριεύει» (Ρωμ. στ’ 9). Ἀνέλαβε τήν τιμήν καί ἐξουσίαν, ἐπειδή Ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ὅπου πρό ὀλίγου ἐλογίζετο ὀλιγώτερον παρά ἄνθρωπος καί ἐκαταφρονεῖτο χειρότερον παρά ἕνας σκώληξ, τώρα ἀνασταίνεται καί ἀρχίζει νά βασιλεύῃ ἐν τῷ οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ.
 
Διά τοῦτο καί ἔλεγε μετά τήν Ἀνάστασιν. «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» (Ματθ. κη’ 18). Ἀνέλαβε τήν χαράν, ἐπειδή διερράγησαν πλέον τά μεσότοιχα ὅπου ἐκρατοῦσαν πρότερον ἐκεῖνο τό πέλαγος τῆς χαρᾶς εἰς μόνον τό ἀνώτερον μέρος τῆ ψυχῆς τοῦ Κυρίου καί τώρα, ὅλον τό πλήρωμα τῆς χαρᾶς ἐκείνης ὅπου ἐκρατεῖτο τριαντατρεῖς χρόνους, ἔτρεξεν εἰς τό νά κατακλύσῃ τάς κατωτέρας δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί τά μέλη τοῦ Λυτρωτοῦ. Διά τοῦτο καί ὅταν ἀνέστη ἀπό τόν τάφον, ὁ πρῶτος λόγος ὅπου ἔβγαλεν ἀπό τό ἅγιον στόμα Του, ἦτο δηλωτικός ταύτης Του τῆς χαρᾶς: «καί ἰδού ὁ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων χαίρετε» (Ματθ. κη’ 9). Ἀνέλαβε καί τήν ὡραιότητα καί τήν δόξαν, διότι Ἐκεῖνος ὅπου ἦτο χθές καί προχθές ἄμορφος, ἄδοξος, ἀνίδεος, τώρα ἀνέστη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡσάν ἕνας νυμφίος ἀπό τόν θάλαμόν του: Ὅλος ὡραιότατος, ὅλος δεδοξασμένος, ὅλος ἡλιόμορφος, ἐπειδή ἡ χάρις καί ἡ δόξα τοῦ ἀναστηθέντος σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσον ὑπερβολική, ὅπου εἰς τόν οὐρανόν αὐτή θέλει εἶναι ἡ ἀνωτάτη μακαριότης τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος καί ὅλων τῶν αἰσθήσεών μας. Καί θέλει εἶναι ἀρκετή νά εἰδοποιήσῃ εἰς ὅλους τούς μακαρίους, τόσον ἀγγέλους ὅσον καί ἀνθρώπους ἕνα Παράδεισον, εἰς τόν ὁποῖον ἔχουν νά εὐφραίνωνται ἀχόρταστα εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
 
Θέλεις νά τό καταλάβῃς καλλίτερα; Σχημάτισαι μέ τόν νοῦν σου ἕνα ἥλιον τόσον λαμπρόν, ὅπου μέ τό φῶς του νά σκεπάζῃ μυριάδας ἡλίους, καθώς καί οὗτος ὁ αἰσθητός ἥλιος σκεπάζει ὅλους τούς ἀστέρας. Τώρα ἕνας ἥλιος τόσον λαμπρός, βέβαια ἤθελεν εἶναι ἕνα μικρόν κάρβουνον συγκρινόμενος μέ τό ἔνδοξον σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, τό ὁποῖον μέ τήν ὑπερβολικήν λάμψιν του θέλει καταρροφήσει τήν λάμψιν τόσων μυριάδων μακαρίων σωμάτων τῶν Ἁγίων, ἀπό τά ὁποῖα τό κάθε ἕνα θέλει εἶναι λαμπρότερον ἀπό τοῦτον τόν ἥλιον, ὡς γέγραπται: «τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός αὐτοῦ» (Ματθ. ιγ’ 43), ὅπου τό, «ὡς», δέν δηλοῖ ὁμοίωσιν, ἀλλ᾽ ὑπεροχήν, ἤγουν λάμψουσιν ὑπέρ τόν ἥλιον, καθώς ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος καί αὕτη εἶναι ἡ δόξα ἐκείνη καί ὡραιότης ὅπου ἐζητοῦσεν ὁ Χριστός μέ τόσην παρακάλεσιν ἀπό τόν οὐράνιόν του Πατέρα πρό τοῦ πάθους Του, λέγων: «Δόξασόν με πάτερ παρά σεαυτῷ τῇ δόξῃ, ᾗ εἶχον πρό τοῦ τόν κόσμον εἶναι παρά σοί» (Ἰω. ιζ’ 5). Μέ τά ὁποῖα λόγια δείχνει ὅτι ἐζήτει καί ἤθελε νά ἐξαπλωθῇ ἡ δόξα τῆς θεότητός Του διά νά δοξάσῃ πληρέστατα καί τήν ἀνθρωπότητά Του, ἐπειδή χωρίς αὐτήν τήν δόξαν καί ὡραιότητα τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κᾀνένας δέν ἠδύνατο νά γίνῃ δεκτικός τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης καί μακαριότητος καί ἀκολούθως κᾀνένας δέν ἠδύνατο νά γίνῃ ποτέ μακάριος, οὔτε ἄγγελος οὔτε ἄνθρωπος. Διότι ἡ ἀνθρωπότης τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐστάθη ὡσάν ἕνα μεθόριον ἀνάμεσα εἰς τόν Κτίστην καί εἰς τά λοιπά κτίσματα καί πέρνουσα αὐτή εἰς τόν ἑαυτόν της ὅλον τό πλήρωμα τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης καί μακαριότητος τό συγκερνᾷ τρόπον τινά καί οὕτω διά μέσου ἑαυτῆς μεταδίδει τήν δόξαν ταύτην καί μακαριότητα εἰς ὅλους τούς μακαρίους ἀγγέλους τε καί ἀνθρώπους. Ἀλλ᾽ ὄχι καθώς αὐτή τήν λαμβάνει ἀπό τόν Θεόν ἄκρατον, διότι εἶναι ἀδύνατον νά τήν δεχθῇ ἔτσι ἄκρατον, κανένα κτίσμα ψιλόν. Ἀλλά συγκεκραμένην καί μετριωτέραν διά νά γίνωνται ταύτης δεκτικοί οἱ μακάριοι τόσον οἱ ἄγγελοι ὅσον καί οἱ ἄνθρωποι.
 
Ὅτι μέν οὖν οἱ ἄγγελοι λαμβάνουσι τήν δόξαν καί μακαριότητα διά μέσου τοῦ ἀναστάντος Ἰησοῦ Χριστοῦ, μάρτυς ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος λέγων, ὅτι αἱ τάξεις τῶν Ἀγγέλων μετέχουσι τῆς τοῦ Ἰησοῦ φωτοδοσίας, ὄχι μέ εἰκόνας τινάς ἀλλά μέ πρώτην μετουσίαν τῆς γνώσεως, τῶν θεουργικῶν αὐτοῦ φώτων 1. Καί ὁ σοφός Θεοδώρητος ὁ Κύρου λέγει: «μετά τήν σάρκωσιν ὤφθη (ὁ Θεός) καί τοῖς ἀγγέλοις οὐκ ἐν ὁμοιώματι τῆς δόξης ἀλλ᾽ ἀληθεῖ καί ζῶντι χρησάμενος ὡς περιβολῇ τῆς σαρκός τῷ καλύμματι» (Διάλογ. α’. κατά Εὐτυχ.). Μάλιστα δέ ὁ ἅγιος Ἰσαάκ λέγων ὅτι πρό τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ δέν ἦτο δυνατόν εἰς τούς ἀγγέλους νά ἔμβουν εἰς τά ὑψηλότερα μυστήρια τῆς θεότητος. Ὅτε δέ ἐσαρκώθη ὁ Λόγος ἠνοίχθη αὐτοῖς θύρα ἐν τῷ Ἰησοῦ. (Λόγος πδ’. σελ. 478). Καί πάλιν: «καί αὐτή ἡ πρώτη τάξις θαρροῦσα λέγει ὅτι οὐκ ἀφ᾽ ἑαυτῆς, ἀλλά διδάσκαλον ἔχει τόν μεσίτην Ἰησοῦν ἐκεῖνον, ὑφ᾽ οὗ ὑποδέχεται καί τοῖς κάτω ἐπιδίδωσιν» (αὐτόθ. 477). Ὅτι δέ καί οἱ μακάριοι ἅγιοι διά μέσου τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ Ἰησοῦ βλέπουσι τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ, ἐδήλωσεν ὁ Κύριος εἰπών: «Πάτερ οὕς δέδωκάς μοι θέλω ἵνα ὅπου εἰμί ἐγώ, κᾀκεῖνοι ὦσι μετ᾽ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τήν δόξαν τήν ἐμήν». Καί δέν στέκει ἕως ἐδῶ ἀλλά προσθέτει: «Ἥν δέδωκάς μοι» διά νά φανερώσῃ μέ τοῦτο τήν δόξαν ὅπου ἐδόθη εἰς τήν ἀνθρωπότητά Του (βλ. Ἰω. ιζ’ 24).
Ὤ δόξαις! Ὤ λαμπρότηταις! Ὤ μεγαλεῖα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου! Ὄντως αὕτη εἶναι ἡ ἡμέρα ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος. Διότι τήν μέν δευτέραν καί τρίτην ἡμέραν ἐποίησε τό πρωτόγονον ἐκεῖνο φῶς καί τήν τετάρτην καί πέμπτην καί ἕκτην καί ἑβδόμην ἐποίησεν τόν ἐν τῇ δ’ ἡμέρα γενόμενον ἥλιον. Τήν δέ Κυριακήν καί πρώτην ταύτην ἡμέραν, καί ἐν τῇ κοσμογενεσίᾳ, μόνος ὁ Κύριος ἀμέσως ἐποίησεν ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι (τό γάρ ἐν αὐτῇ γεγονός φῶς οὐχί ἀπό τό πρωΐ, ἀλλά ἀπό μεσημβρίας ἤρξατο, κατά τούς Θεολόγους) καί τώρα πάλιν μόνος ὁ νοητός Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός ταύτην ἐποίησεν ἀπό τοῦ μνήματος ὡς ἀπό ὁρίζοντος ἀναστάς. Καί αὐτή ἡ Κυριακή, τώρα μέν εἶναι εἰκών τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Τότε δέ ἔχει νά ᾖναι αὐτός ἐκεῖνος ὁ ὄγδοος αἰών 2.
«Ὄντως ἀναστήτω ὁ Θεός καί διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροί Αὐτοῦ» (Ψαλμ. ριζ’ 23). Οἱ ἐχθροί Του δαίμονες, ὁ ἐχθρός Του θάνατος, ὁ ἐχθρός Του ἡ ἁμαρτία, ὁ ἐχθρός Του ᾅδης, οἱ ἐχθροί Του Ἰουδαῖοι οἱ τοῦτον σταυρώσαντες καί μισοῦντες Αὐτόν. Ὄντως ἐκινδύνευε τό καράβι νά πνιγῇ καί νά πλέῃ δέν ἠδύνατο ὅπου ἐρρίφθη ὁ Ἰωνᾶς εἰς τήν θάλασσαν καί κατεπόθη ἀπό τό κῆτος. Καράβι εἶναι ὁ κόσμος ὅπου δέν ἠδύνατο νά ὑπάγῃ ἐμπρός εἰς τό ἀγαθόν. Θάλασσα εἶναι τά πάθη καί αἱ θλίψεις τοῦ κόσμου. Ἰωνᾶς ὁ Χριστός, κῆτος ἦτον ὁ θάνατος καί ὁ ᾅδης. Ἐρρίφθη ὁ Χριστός εἰς τήν θάλασσαν καί τά πάθη. Κατεπόθη ἀπό τόν θάνατον καί τόν ᾅδην. Καί ἐπειδή ἡ ζωοποιός θεότης δέν ἐχωρίσθη οὔτε ἀπό τό νεκρωθέν σῶμα τό κείμενον εἰς τόν τάφον οὔτε ἀπό τήν ψυχήν τήν καταβᾶσαν εἰς ᾅδην διά τοῦτο ἐνέκρωσε καί τόν ᾅδην καί ἀνέστη τριήμερος καί οὕτως ὁ κόσμος ὅπου ἐκινδύνευε διεσώθη «ὥσπερ γάρ ἦν Ἰωνᾶς ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρας καί τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρας καί τρεῖς νύκτας» (Ματθ. ιβ’ 40).
Τώρα ἐσύ ἀδελφέ, εἶναι δυνατόν νά μελετήσῃς ταύτας τάς ἀληθείας, καί νά μή γεμίσῃ ἀπό χαράν ἡ καρδία σου διά τήν ἀνωτάτην εὐδαιμονίαν καί δόξαν, εἰς τήν ὁποίαν βλέπεις πῶς ἔφθασεν ὁ Λυτρωτής σου διά τῆς Ἀναστάσεως, ὄχι μόνον κατά τήν ψυχήν, ἀλλά καί κατά τό πανάγιον σῶμα Του; Ὅθεν ἐπιθύμησαι νά ἔχῃς ὅλαις ταῖς χαραῖς τῶν ἀγγέλων καί ὅλων τῶν Ἁγίων ὅπου συνέστησαν σήμερον καί ἐλευθερώθησαν ἀπό τόν ᾅδην, διά νά συγχαρῇς μέ αὐτάς τόν ἀναστάντα Δεσπότην, καί διά νά εὐφρανθῇς μέ ὅλην σου τήν καρδίαν εἰς τήν νέαν ταύτην χαράν καί δόξαν καί νίκην Του, στοχαζόμενος πῶς ἠ ἰδική Του χαρά εἶναι καί χαρά ἰδική σου. Ἡ ἰδική Του δόξα εἶναι καί δόξα ἰδική σου καί ἡ ἰδική Του νίκη εἶναι καί νίκη ἰδική σου. Καί ἁπλῶς ὅσα Αὐτός προνόμια καί ἀξιώματα ἔλαβε διά τῆς Ἀναστάσεώς Του, ὅλα ταῦτα γίνονται καί ἰδικά σου διά τῆς πρός Αὐτόν πίστεως καί θερμῆς ἀγάπης. Ἐκείνου ὡς κεφαλῆς καί ἐσένα ὡς μέλους. Ἐκείνου ὡς Πατρός καί ἐσένα ὡς υἱοῦ. Ἐκείνου ὡς ἀρχιστρατήγου καί βασιλέως καί ἐσένα ὡς στρατιώτου καί βασιλευομένου. Ἐκείνου ὡς φιλουμένου καί ἐσένα ὡς φιλοῦντος. Ἐπειδή ἡ ἀγάπη ἔχει φυσικόν ἰδίωμα νά κοινοποιῇ τά τῶν φίλων κατά τήν παροιμίαν. «Τά τῶν φίλων κοινά». Καί καθώς χθές καί προχθές ἐκοινωνήσατε εἰς τά Πάθη καί τήν θλίψιν τοῦ Κυρίου διά τῆς πίστεως καί ἀγάπης ἔτσι καί σήμερον εἶναι δίκαιον νά κοινωνήσετε εἰς τήν χαράν Αὐτοῦ καί δόξαν καί Ἀνάστασιν, «καθώς κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι χαίρετε ἵνα καί ἐν τῇ ἀποκαλύψει τῆς δόξης Αὐτοῦ χαρῆτε ἀγαλλιώμενοι» (Α’ Πέτρ. δ’ 13).
Καί ἄν ὁ Ἀβραάμ προτήτερα ἀπό τρεῖς χιλιάδας χρόνους εἶδε τήν ἡμέραν ταύτην τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος καί ἐχάρη, ὅταν ἔλαβε ζωντανόν τόν υἱόν του καθώς εἶπεν ὁ Κύριος: «Ἀβραάμ ὁ πατήρ ὑμῶν ἠγαλλιάσατο ἵνα ἴδῃ τήν ἡμέραν τήν ἐμήν καί εἶδε καί ἐχάρη». (Ἰωάν. η’ 56). Πῶς ἐσύ νά μή χαρῇς ἀδελφέ εἰς τήν ἡμέραν ταύτην τοῦ Κυρίου, εἰς τήν ὁποίαν ἡ φθορά μετεβλήθη εἰς ἀφθαρσίαν, ὁ θάνατος εἰς ζωήν, ὁ ἀκάνθινος στέφανος εἰς ρόδα καί ἄνθη, ὁ κάλαμος, ἡ λόγχη, οἱ ἧλοι, ὁ Σταυρός καί τά λοιπά ὄργανα τοῦ Πάθους καί τῆς ἀτιμίας, ἔγιναν ὄργανα δόξης καί ἀπαθείας; Πῶς νά μή εὐφρανθῇς εἰς τήν ἡμέραν ταύτην, εἰς τήν ὁποίαν οἱ μέν ἐν οὐρανῷ ἄγγελοι ἀγάλλονται ἀπολαβόντες καί αὐτοί διά τῆς Ἀναστάσεως τήν σωτηρίαν; Ἤγουν τήν τελείαν ἀτρεψίαν καί ἀκινησίαν εἰς τό κακόν, ἥν οὐκ εἶχον πρότερον, καθώς ὁ θεολόγος Γρηγόριος τοῦτο δηλοῖ εἰς τό Πάσχα λέγων: «σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ, ὅσος τε ὁρατός καί ὅσος ἀόρατος» καί ὁ τούτου σχολιαστής ἑρμηνεύει Νικήτας 3.
Οἱ ἐν τῷ ᾃδη Προπάτορες εὐφραίνονται, οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἐγείρονται, οἱ ἐν τῇ γῇ Ἀπόστολοι χαίρουσι, καί ὁ ἴδιος ᾃδης πανηγυρίζει μέ ὅλα ὁμοῦ τά ἐπίγεια καί οὐράνια καί ἄλλο δέν ἀκούεται εἰς κάθε μέρος, παρά τό «Χριστός Ἀνέστη!». Πῶς ἐσύ νά μήν ἀγαλλιάσῃς εἰς τήν ἡμέραν ταύτην τῆς ἀγαλλιάσεως, ἥτις εἶναι τῶν ἑορτῶν Ἑορτή καί Πανήγυρις τῶν πανηγύρεων κατά τόν θεολόγον Γρηγόριον; Ἔαρ τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τῶν καιρῶν. Ἥλιος μεταξύ τῶν ἀστέρων, χρυσός μεταξύ τῶν μετάλλων καί βασιλίς, μεταξύ ὅλων τῶν ἡμερῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Ἤξευρε γάρ ὅτι ἄν δέν χαρῇς πνευματικῶς εἰς ὅλα ταῦτα τά ὑπερφυσικά χαρίσματα τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, εἶναι κακόν σημάδι διά λόγου σου, πῶς δέν ἀγαπᾷς τόν ἀναστάντα Χριστόν καί ἀκολούθως πῶς δέν εἶσαι ἀληθινός Χριστιανός, ἀλλά ξένος τοῦ Χριστοῦ καί ἀλλότριος, διότι δέν συγχαίρεσαι εἰς τήν χαράν καί δόξαν τοῦ Κυρίου σου.
Διά τοῦτο ἄναψαι ἀδελφέ τήν καρδίαν σου μέ μίαν φλόγα ἀγάπης πρός τόν ἀναστάντα Χριστόν, εὐφραινόμενος εἰς τήν εὐδαιμονίαν καί εἰς τό ἰδικόν του καλόν περισσότερον, παρά ὅπου ἤθελες εὐφρανθῆ ἄν ἦτο ἰδικόν σου. Καί ἐπειδή σήμερον ἔγιναν καινούργια ὅλα τά πάντα, ὡς λέγει ὁ Παῦλος: «τά ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδού γέγονε καινά τά πάντα» (Β’ Κορ. ε’ 17): καινός ὁ τάφος, καιναί αἱ σινδόνες, καινή ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου. Καινοί οἱ ἀναστάντες Προπάτορες καί Δίκαιοι, καινός ὁ οὐρανός, καινή ἡ γῆ. Ψάλλε καί ἐσύ ἀκολούθως καινά ᾄσματα καθώς σέ προστάζει ὁ Δαβίδ: «ᾄσατε τῷ Κυρίῳ ᾄσμα καινόν». (Ψαλμ. ρμθ’ 1). Καί συλλογίζου καινούργιους λογισμούς. Κάμνε ἔργα καινούργια, ζῆσαι ζωήν καινούργιαν καί ἀξίαν τῆς τοῦ Χριστοῦ καινῆς Ἀναστάσεως. Ἐσύ ὅταν ἐβαπτίσθης, συναπέθανες καί συνεταφιάσθης μαζί μέ τόν Χριστόν εἰς τήν ἁγίαν κολυμβήθραν καί συνανεστήθης μαζί μέ Αὐτόν καί ὑπεσχέθης νά ζήσῃς μίαν καινούργιαν ζωήν, ὡς λέγει ὁ Παῦλος «συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διά τοῦ βαπτίσματος εἰς τόν θάνατον ἵνα ὥς περ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν» (Ρωμ. στ’ 4).
Λοιπόν, ἐντράπου πώς ἕως τώρα παρέβης τήν ὑπόσχεσιν αὐτήν καί ἔζησες μίαν ζωήν παλαιάν καί διεφθαρμένην καί ἀπό τῆς σήμερον καί εἰς τό ἑξῆς ἀποφάσισαι νά ἀνακαινίσῃς τήν πρώτην ἐκείνην ὑπόσχεσιν ὅπου ἔδωκες εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα καί νά ζήσῃς μίαν ἄλλην καινούργιαν ζωήν, ὄχι μέ τρυφάς καί ξεφαντώματα καί χορούς καί τραγούδια. Ὄχι μέ φιληδονίας καί φιλοδοξίας, ὄχι μέ φιλαργυρίας καί ἄλλας ἁμαρτίας. Διότι αὐτά εἶναι τῆς φθαρτῆς ζωῆς τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τόν ὁποῖον ἐκδύθης εἰς τό Βάπτισμα καί ὅποιος ταῦτα ἐργάζεται, ἔχει νά ἀποθάνῃ «εἰ γάρ κατά σάρκα ζῆτε, μέλλετε ἀποθνήσκειν» (Ρωμ. η’ 13). Ἀλλά μέ τήν παρθενίαν καί ἀφθαρσίαν τοῦ σώματος, μέ τήν καθαρότητα καί ἀπάθειαν τῆς ψυχῆς. Μέ τήν πνευματικήν γνῶσιν καί θεωρίαν τοῦ νοός καί μέ τάς λοιπάς ζωοποιούς ἀρετάς καί καλά ἔργα, τά ὁποῖα εἶναι τῆς νέας ζωῆς τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἀφ᾽ οὗ ἀνέστη, ἔζησε μίαν νέαν ζωήν, ἐλευθέραν ἕως καί ἀπό τά ἀδιάβλητα πάθη τῆς φύσεως, πεῖναν δηλ. καί δίψαν καί ψύχραν καί τά λοιπά.
Ἔτσι καί ἐσύ ὡς συναναστηθείς τῷ Χριστῷ διά τῆς πίστεως, χρεωστεῖς νά ζήσῃς ἐλεύθερος κᾂν ἀπό τά διαβεβλημένα πάθη καί ἁμαρτίας καί νά φυλάττῃς καθαράν αὐτήν τήν νέαν ζωήν ὅπου σοῦ ἐχάρισεν ὁ Χριστός καί μή σέ πλανήσῃ ὁ διάβολος λέγωντάς σου εἰς αὐτάς τάς ἁγίας ἡμέρας: τώρα εἶναι Ἀνάστασις καί λαμπρά καί τρῶγε, πίνε, εὐφραίνου, ξεφάντωνε. Διότι λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ὅτι ἄν καί ὁ καιρός τῆς νηστείας ἐπέρασεν, ἀλλ᾽ ὁ καιρός τῆς ἐγκρατείας εἶναι πάντοτε μέ ἡμᾶς καί μάλιστα, διότι ἡ ἁγία Πεντηκοστή εἶναι ὀπίσω καί μᾶς προσμένει καί πρέπει νά καθαριζώμεθα εἰς τάς ἡμέρας ταύτας, διά νά λάβωμεν εἰς τήν ψυχήν μας τόν ἐρχομόν καί τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθώς καί ἡ Ἐκκλησία οὕτω ψάλλει: «Νέαν καί καινήν πολιτείαν παρά Χριστοῦ μεμαθηκότες, ταύτην μέχρι τέλους φυλάττειν, διαφερόντως πάντως σπουδάσωμεν, ὅπως Ἁγίου Πνεύματος τήν παρουσίαν ἀπολαύωμεν.» Ὅθεν εἶπε καί ὁ μέγας Βασίλειος «πῶς ἡμᾶς ἡ Πεντηκοστή ὑποδέξεται, οὕτω τοῦ Πάσχα καθιβρυσθέντος, ἡ Πεντηκοστή τοῦ Πνεύματος ἔσχε τοῦ ἁγίου τήν ἐναγῆ καί πᾶσι γνωρίμην ἐπιδημίαν. σύ δέ προλαβών σεαυτόν, οἰκητήριον τοῦ ἀντικειμένου ἐποίησας Πνεύματος, ἐγένου ναός εἰδώλων, ἀντί τοῦ γενέσθαι ναός Θεοῦ διά τῆς ἐνοικήσεως τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου καί ἐπεσσάσω τήν ἀράν τοῦ προφήτου εἰπόντος ἐκ προσώπου τοῦ Θεοῦ. «ὅτι στρέψω τάς ἑορτάς αὐτῶν εἰς πένθος» (Ἀμώς στ’ 16)» (Ἐν τῷ τέλει τοῦ «Κατά μεθυόντων» λόγου).
Εὐχαρίστησε τόν Κύριον διά τά χαρίσματα ὅπου σοῦ ἐχάρισε διά μέσου τῆς Ἀναστάσεώς Του καί μάλιστα διότι σέ ἔκαμε μέ τήν Ἀνάστασίν Του καινούργιον ἀντί παλαιοῦ «εἴ τις ἐν Χριστῷ καινή κτίσις» (Β’ Κορ. ε’ 17). Καί ἐπειδή κατά τούς νηπτικούς καί θεοσόφους Πατέρας, τρεῖς εἶναι αἱ ἀναστάσεις ὅπου ἐνεργοῦνται μυστικῶς καί ἠθικῶς εἰς τόν ἄνθρωπον, ἡ μία τοῦ σώματος, ἡ ἄλλη τῆς ψυχῆς καί ἄλλη τοῦ νοός 4. Ἡ μία τῆς ἀρετῆς ἥτις κατορθοῦται διά τῆς πρακτικῆς φιλοσοφίας, ἡ ἄλλη τοῦ λόγου, ἥτις κατορθοῦται διά τῆς τῶν ὄντων θεωρίας καί πνευματικῆς γνώσεως καί ἄλλη τῆς ὑπέρ λόγον σιγῆς, ἥτις κατορθοῦται διά τῆς ἁρπαγῆς πρός Θεόν. Παρακάλεσαι τόν σήμερον ἀναστάντα Κύριον νά ἐνεργήσῃ εἰς τόν ἑαυτόν σου διά τῆς Χάριτός Του αὐτάς τάς τρεῖς ἀναστάσεις καί νά ζωοποιήσῃ τό σῶμά σου ὅπου ἐνεκρώθη ἀπό τήν ἐμπάθειαν, τήν ψυχήν σου ὅπου ἐνεκρώθη ἀπό τήν ἡδυπάθειαν, καί τόν νοῦν σου τόν νεκρωθέντα ἀπό τήν προσπάθειαν. Καί οὕτω ζωοποιήσας αὐτά τά τρία μέρη διά τῆς ἀπαθείας, νά σέ ἀξιώσῃ νά ἀναστηθῇς ἀπό ἐδῶ μαζί μέ Αὐτόν, ὄχι διά ψιλῆς πίστεως, ἀλλά διά πείρας καί νοερᾶς αἰσθήσεως, ὥστε νά λέγῃς κατά ἀλήθειαν καί ὄχι μέ λόγον μόνον τό : «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον». Καί νά βασιλεύῃ καί νά ζῇ ὁ Χριστός μόνος εἰς ἐσένα καί ἐσύ ἀντιστρόφως νά βασιλεύεσαι καί νά ζῇς εἰς μόνον τόν Χριστόν, κατά τήν παραγγελίαν ὅπου σοῦ δίδει ὁ Ἀπόστολος: «ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλά τῷ ὑπέρ αὐτῶν ἀποθανόντι καί ἐγερθέντι» (Β’ Κορ. ε’ 15).
Συλλογίσου ἀγαπητέ, ὅτι ἔχομεν χρέος δεύτερον νά συγχαρῶμεν μέ τήν Παναγίαν Παρθένον, ἥτις ὅταν εἶδε τόν θεῖον Υἱόν Της ὅπου ἀνέστη, ἐγέμισε παρευθύς ἀπό τόσην μεγάλην χαράν ὅση ἦτο μεγάλη καί ἡ περασμένη θλίψις ὅπου ἐδοκίμασεν εἰς τά Πάθη Του. Οἱ πόνοι Αὐτῆς καί αἱ θλίψεις μετροῦνται ἀπό τήν γνῶσιν ὅπου εἶχε τῆς ἀπείρου ἀξιότητος τοῦ ἐνσαρκωμένου Λόγου, καί ἀπό τήν ἀγάπην ὅπου εἶχεν εἰς Αὐτόν, ὄχι μόνον ὡς Θεόν ὁμοῦ, καί ὡς γέννημα τῶν σπλάγχνων Της, ἀλλά καί ὡς Μονογενῆ Αὐτῆς Υἱόν καί ὡς μόνη οὖσα Μήτηρ Αὐτοῦ χωρίς πατρός, τά ὁποῖα ὅλα δέν ἄφιναν τήν ἀγάπην Της νά μοιρασθῇ εἰς ἄλλα πράγματα, ἀλλά τήν ἐπολλαπλασίαζαν εἰς μόνον τόν γλυκύν Της Υἱόν. Ὅθεν ἐπειδή καί Τόν ἐγνώριζε περισσότερον, Τόν ἠγάπα καί περισσότερον, παρά ὅπου Τόν ἐγνώριζαν καί Τόν ἠγάπων ὅλοι οἱ ἄγγελοι εἰς τόν οὐρανόν, λοιπόν ἀκόλουθον εἶναι νά εἰποῦμεν, ὅτι ἡ Παναγία Παρθένος ἔπαθεν εἰς τό Πάθος τοῦ Υἱοῦ Της περισσότερον ἀπό ἐκεῖνο ὅπου ἔπαθαν ὅλα ὁμοῦ τά κτίσματα. Καί ὅτι ἡ λύπη Της δέν εὑρίσκει ἄλλην παρόμοιαν διά νά συγκριθῇ πάρεξ τήν λύπην ὅπου ἐδοκίμασεν ὁ ἠγαπημένος Της Ἰησοῦς. «Καί σοῦ δέ αὐτῆς τήν ψυχήν διελεύσεται ῥομφαία» (Λουκ. β’ 35). Ἀφ᾽ οὗ ὅμως Αὐτή πρώτη ἐπῆγε κατά τό μεσονύκτιον διά νά θεωρήσῃ τόν τάφον τοῦ Υἱοῦ Της· καί ἀφ᾽ οὗ δι᾽ Αὐτήν καί μόνην ἔγινεν ὁ σεισμός καί Ἀρχάγγελος Γαβριήλ ὁ συνήθης διακονητής καί τροφεύς καί Εὐαγγελιστής Της 5 κατέβη ἀπό τούς οὐρανούς καί ἐκύλισε τήν πέτραν ἀπό τήν πόρταν τοῦ τάφου καί ἐκάθητο ἐπάνω εἰς αὐτήν ἀστραπόμορφος καί χιονοειδέστατος: «Ἄγγελος γάρ Κυρίου καταβάς ἐξ οὐρανοῦ, προσελθών ἀπεκύλισε τόν λίθον ἀπό τῆς θύρας καί ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ.ἦν δέ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπή καί τό ἔνδυμα αὐτοῦ λευκόν ὡσεί χιών». (Ματθ. κη’ 2). Ἀφ᾽ οὗ λέγω κατέβη ὁ θεῖος Γαβριήλ. ὤ, πῶς μετετράπη εὐθύς εἰς ὑπερβολικήν χαράν ἡ ὑπερβολική Της λύπη! Ὤ πόσον ἠγαλλίασε τό πνεῦμα Της, ὅταν εἶδεν, ὅτι δι᾽ Αὐτήν μόνην ἀνοίχθη ὁ τάφος τοῦ Υἱοῦ Της! (Καθώς γάρ διά τήν Θεοτόκον ἀνοίχθησαν εἰς τούς ἀνθρώπους τά οὐράνια καί τά ἐπίγεια, ἔτσι καί διά τήν Θεοτόκον ἀνοίχθη ὁ ζωοποιός Τάφος τοῦ Κυρίου). ὡς λέγει ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος: «ἐμοί δέ δοκεῖ καί δι᾽ Αὐτήν πρώτην τόν ζωηφόρον ἐκεῖνον ἀνοιγῆναι τάφον. Δι᾽ Αὐτήν γάρ πρώτην καί δι᾽ Αὐτῆς πάντα ἡμῖν ἠνέῳκται, ὅσα ἐπί τοῦ Οὐρανοῦ ἄνω καί ὅσα ἐπί τῆς γῆς κάτω». (Λόγ. εἰς τήν Κυριακήν τῶν Μυροφόρων).
Καί ὅταν Αὐτή πρώτη ἐθεώρησε τήν Ἀνάστασιν τοῦ Υἱοῦ Της! Ὤ πόσον εὐφράνθη, ὅταν πλησιάζουσα εἰς τόν ἀγαπητόν Της Ἰησοῦν ἐπίασε μέ ἄκραν εὐλάβειαν καί ἀγάπην τούς ἁγίους Του πόδας καί τούς ἐπροσκύνησε! Καί ὅταν εἶδε γεμάτα ἀπο θεῖον φῶς καί ἀπό τῆς Ἀναστάσεως τά μέλη τοῦ γλυκυτάτου Της Υἱοῦ, τά ὁποῖα πρό ὀλίγου ἦσαν ὅλα καταξεσχισμένα.ὅλα ἄτιμα καί ἀνίδεα! Μάλιστα δέ ἐξαιρέτως πόσον ἐχάρη, ὅταν ἤκουσεν ἀπό τό θεῖον στόμα τοῦ Υἱοῦ Της τόν χαροποιόν ἐκεῖνον λόγον ὅπου Τῆς εἶπε τό, «χαῖρε». Μολονότι καί ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἀναφέρει, ὅτι ἦτο μαζί Της καί ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἐπίασε καί αὐτή τούς πόδας τοῦ Κυρίου καί τό «χαῖρε» καί αὐτή ἤκουσε, μέ σκοπόν διά νά μή ἀμφιβάλλεται ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου μαρτυρουμένη ἀπό μόνην τήν θείαν Μητέρα Του διά τήν φυσικήν οἰκειότητα, ὡς ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος (μετά Ξανθοπούλου ἐν τῷ συναξαρίῳ τοῦ Πάσχα) ἀποδεικνύει τοῦτο ἰσχυρῶς. (Λόγος εἰς τήν Κυριακήν τῶν Μυροφόρων). Καί λοιπόν ποῖος νοῦς ἠμπορεῖ νά καταλάβῃ τί λογῆς τελειότης ἀγάπης καί χαρᾶς ἀπέρασεν ἀναμεταξύ τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Χριστοῦ, ἀναμεταξύ μιᾶς τοιαύτης Μητρός καί ἑνός τοιούτου Υἱοῦ;
Ὅθεν ἄν ἡ Θεοτόκος ᾖναι φυσική μέν Μήτηρ τοῦ Χριστοῦ, θετή δέ καί πνευματική μήτηρ ὅλων τῶν Χριστιανῶν καί τοιαύτη μήτηρ, ὥστε ὅπου, καθώς ὁ Χριστός μᾶς παραγγέλλει νά μή καλέσωμεν πατέρα εἰς τήν γῆν, ἐπειδή κυρίως ἕνας εἶναι ὁ Πατήρ μας ὁ ἐπουράνιος «καί πατέρα μή καλέσητε ὑμῶν ἐπί τῆς γῆς.εἷς γάρ ἐστιν ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς» (Ματθ. κγ’ 9). Ἔτσι ἔχομεν δίκαιον νά εἰποῦμεν, καί ὅτι ἡμεῖς μητέρα ἄλλην κυρίως δέν ἔχομεν, εἰ μή τήν Θεοτόκον 6. Ἄν λέγω ἡ Θεοτόκος ᾖναι μήτηρ τῶν Χριστιανῶν, χρεωστεῖς καί σύ ἀδελφέ ὡς Χριστιανός καί υἱός τῆς Παρθένου νά συγχαρῇς εἰς τήν μεγάλην ταύτην χαράν Της. Διότι, ἀνίσως καί εἰς καιρόν τῆς τόσης Της εὐτυχίας, ἐάν δέν ἤθελες συγχαρῆ μέ τήν Παναγίαν, βέβαια ἔχεις νά φανῇς ἀνάξιος τῆς ἀγάπης Της. Καί ἐάν φανῇς ἀνάξιος τῆς ἀγάπης Της, ἔχεις νά φανῇς ἀνάξιος διά νά δεχθῇς ὑπό κάτω εἰς τήν Σκέπην Της, καί ἐάν Αὕτη ἡ κοινή μήτηρ δέν σέ δεχθῇ ὑπό τήν Σκέπην Της ἀλλοίμονον εἰς ἐσέ! ποία ἐλπίς πλέον θέλει μένει διά τήν σωτηρίαν σου; Ἐπειδή Αὐτή εἶναι ἡ μήτηρ τῆς ἐλεημοσύνης καί διά μέσου τῶν χειρῶν Αὐτῆς περνοῦν ὅλαι αἱ τοῦ Θεοῦ χάριτες, τόσον ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅσον καί ἐν τῇ γῇ· τόσον εἰς τούς ἀγγέλους, ὅσον καί εἰς τούς ἀνθρώπους. Αὐτή μόνη γάρ μεθόριον γενομένη ἀναμεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων, λαμβάνει ἀπό τήν Τρισήλιον Θεαρχίαν ὅλας τάς ὑπερφυσικάς δωρεάς καί χαρίσματα καί τά μεταδίδει ὡς φιλανθρωποτάτη Βασίλισσα εἰς ὅλας τάς τάξεις τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἀνθρώπων, κατά τήν ἀναλογίαν τῆς ἀγάπης ὅπου ἔχουν πρός Αὐτήν, ὥστε Αὐτή μόνη εἶναι καί ὁ ταμιοῦχος ἐν ταυτῷ καί ὁ χορηγός τοῦ πλούτου τῆς Θεότητος καί χωρίς τήν μεσιτείαν αὐτῆς, δέν δύναται νά πλησιάσῃ τινάς εἰς τόν Θεόν, οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἄνθρωπος, καθώς περί Αὐτῆς ὑψηγορεῖ ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ἐν τῷ α’ λόγῳ τῶν Εἰσοδίων 7.
Ὅθεν ἀκολούθως καί αἱ πρεσβεῖαι τῆς Θεοτόκου ἠθέλησεν ὁ Κύριος, νά εἶναι νόμοι ἀπαράβατοι, διά νά γίνεται παρ᾽ Αὐτοῦ ἔλεος καί εὐσπλαγχνία εἰς ἐκείνους, διά τούς ὁποίους πρεσβεύει: «στόμα δέ ἀνοίγει σοφῶς καί νομοθέσμως, ἡ δέ ἐλεημοσύνη αὐτῆς ἀνέστησε τά τέκνα αὐτῆς καί ἐπλούτησαν» (Παροιμ. κθ’ 26). Καί ὁ ἅγιος Γερμανός «οὐδέ γάρ ἐνδέχεταί Σε ποτέ παρακουσθῆναι. Ἐπειδή πειθαρχεῖ Σοι κατά πάντα, καί διά πάντα, καί ἐν πᾶσιν ὁ Θεός, ὡς ἀληθινῇ Αὐτοῦ ἀχράντῳ Μητρί» (Λόγ. εἰς τήν Κοίμησιν). Συγχαίρου λοιπόν ἐξ ὅλης σου τῆς καρδίας μέ Αὐτήν τήν Δέσποιναν τοῦ Οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, τῆς χαρᾶς τό δοχεῖον ἐπειδή εἰς Αὐτήν πρώτην ἐδόθῃ ἡ χαρά καί πρό τῆς Ἀναστάσεως εἰς τόν Εὐαγγελισμόν Της, καί μετά τήν Ἀνάστασιν σήμερον. Συγχαίρου μέ τήν Θεοτόκον, καθώς τήν συγχαίρεται καί ὅλη ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία εἰς χίλια μέρη τῶν ᾀσματικῶν τροπαρίων Της ψάλλουσα εἰς Αὐτήν χαρμοσύνως καί πανηγυρικῶς, τώρα μέν «ὁ ἄγγελος ἐβόα τῇ Κεχαριτωμένη, ἁγνή Παρθένε χαῖρε καί πάλιν ἐῤῶ χαῖρε. Ὁ Σός Υἱός ἀνέστη τριήμερος ἐκ τάφου», τώρα δέ «Σύ δέ ἁγνή τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου Σου» καί ποτέ μέν «Ἀναστάντα κατιδοῦσα σόν Υἱόν καί Θεόν, χαίροις σύν Ἀποστόλοις, Θεοχαρίτωτε ἁγνή», ποτέ δέ «τήν γάρ ἐν τῷ πάθει σου μητρικῶς πάντων ὑπεραλγήσασαν, ἔδει καί τῇ δόξῃ τῆς σαρκός Σου, ὑπερβαλλούσης ἀπολαῦσαι χαρᾶς».
Τί λέγω; Συγχαίρου μέ τήν Θεοτόκον, καθώς τήν συγχαίρεται καί αὐτή ὅλη ἡ ἄλογος καί ἀναίσθητος κτίσις καί χαίρει εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Υἱοῦ Της καί Τήν δωροφορεῖ μέ ὅλα τά κάλλιστα καί ἐξαίρετα δῶρα καί χάριτας τοῦ ἔαρος καί τῆς γλυκυτάτης ἀνοίξεως. Καί δέν βλέπεις καί μόνος μέ τούς ὀφθαλμούς σου, πῶς τώρα ὁ οὐρανός εἶναι διαυγέστερος; Ὁ κύκλος τῆς Σελήνης εἶναι λαμπρότερος καί ἀργυροειδέστερος, καί ὅλος ὁ χορός τῶν ἀστέρων φαίνεται καθαρώτερος; Δέν βλέπεις πῶς τώρα ἡ γῆ εἶναι στεφανωμένη μέ τά πολυποίκιλά της χορτάρια, μέ τά ἀνοιγμένα διάφορα δένδρα της καί μέ τά ποικιλόχροα καί εὐωδέστατα ἄνθη καί ῥόδα της, τά ὁποῖα ἄλλα μέν εὐγῆκαν τελείως ἀπό τούς κάλυκάς των καί παρρησιάζουν εἰς τούς ὁρῶντας τήν ῥοδόπνοον χάριν τους ἄλλα δέ ἐβγῆκαν ὀλίγον καί ἄλλα ἀκόμη εὑρίσκονται εἰς τούς κάλυκάς των μέσα ὡσάν εἰς νυμφικόν θάλαμον; Δέν ἀκούεις μέ τά αὐτιά σου τήν συμφωνίαν καί ἐναρμόνιον μουσικήν ὅπου τώρα κάμνουν μέ τά γλυκυτάτας φωνάς των ἐπάνω εἰς τά χρυσοπράσινα καί δασύφυλλα δένδρα αἱ ἀηδόνες, αἰ χελιδόνες, αἱ τρυγόνες, οἱ κόσσυφοι, οἱ κόκκυγες, αἱ πέρδικες, αἱ κίσσαι, αἱ φάσσαι, οἱ σπῖνοι καί ὅλα τά λοιπά ὠδικά ὄρνεα καί πουλιά καί πῶς συνερίζονται νά νικήσῃ ἕνα τό ἄλλο μέ τά ποικιλόφθογγα καί γοργογλυκόστρεπτα αὐτῶν κελαδήματα; Καί πῶς κατασκευάζουν τόσον τεχνικά τάς φωλέας των καί τά μέν θηλυκά κάθηνται καί πυρώνουν τά αὐγά μέσα εἰς αὐτάς, τά δέ ἀρσενικά πετοῦν τριγύρω καί κελαδοῦν γλυκύτατα; Δέν βλέπεις πῶς τώρα αἱ βρύσες τρέχουν καθαρώτερα;
Πῶς οἱ ποταμοί λυθέντες ἀπό τούς χειμερίους πάγους ῥέουσι πλουσιώτερα καί ποτίζουν ὅπου περνοῦν τῆς γῆς τό πρόσωπον; Πῶς τά περιβόλια εὐωδιάζουν; Πῶς τό χορτάρι κόπτεται; Πῶς τά μικρά καί τρυφερά ἀρνάκια πηδοῦν καί χορεύουν ἐπάνω εἰς τούς χλοηφόρους κάμπους καί τά χωράφια; Δέν βλέπεις πῶς αἱ φιλόπονοι μέλισσαι τώρα εὐγαίνουσαι ἀπό τά κοφφίνιά των βομβοῦσιν ἡδύτατα καί πετοῦν τριγύρω εἰς τούς λειμῶνας καί περιβόλια καί κλέπτουν τά ἄνθη καί πλάττουσι τά κηρία των, βάνουσαι τάς εὐθείας γραμμάς ἀντίθετα εἰς τάς γωνίας διά περισσοτέραν ἀσφάλειαν ἐν ταὐτῷ καί κάλλος τοῦ ἔργου των καί τό γλυκύτατον μέλι κατασκευάζουσι; Δέν βλέπεις πῶς τώρα οἱ ἄνεμοι ἡσυχάζουσι; Πῶς αἱ γλυκεῖαι αὖραι τῶν ζεφύρων πνέουσι; Πῶς ἡ θάλασσα εἶναι γαληνιαία καί ἤρεμος; Πῶς οἱ ναῦται ταξιδεύουν ἄφοβα καί πῶς οἱ δελφῖνες συμπεριπατοῦν ὁμοῦ μέ τά πλοῖα φυσῶντες καί κολυμβῶντες γλυκύτατα καί ξεπροβοδίζουν τούς ναύτας μέ εὐθυμίαν; Δέν βλέπεις πῶς τώρα οἱ γεωργοί, τά βόδια ζεύξαντες τέμνουσι τήν γῆν μέ τό ἄροτρον καί μέ τάς καλάς ἐλπίδας τῶν καρπῶν, ὅλοι εἶναι πασίχαροι; Πῶς οἱ ποιμένες καί βουκόλοι κατασκευάζοντες σύριγγας καί συραύλια μέσα εἰς τά δένδρα περνοῦσι τήν ἄνοιξιν καί πῶς οἱ ἁλιεῖς καί ψαράδες τά δίκτυα καί τούς γρίπους εἰς τήν θάλασσαν ρίπτοντες, τά βγάνουν τώρα γεμάτα ἀπό ψάρια;
Δέν βλέπεις πῶς τώρα ὅλα τά ὁρατά κτίσματα, ὅπου καί ἄν γυρίσῃς νά ἰδῇς, εἶναι τερπνά, εἶναι εὐώδη, εἶναι δροσώδη, εἶναι χαριέστατα καί πανευφρόσυνα, εὐχαριστοῦντα τάς πέντε αἰσθήσεις τοῦ σώματος; Καί πῶς φαίνονται ὡσάν νά συνανεστήθησαν μέ τόν Χριστόν καί αὐτά καί νά ἐζωντάνευσαν ἀπό ἐκεῖ ὅπου ἦσαν πρότερον ὡσάν νεκρωμένα καί ἀποθαμένα ἀπό τήν προλαβοῦσαν ψύχραν καί δριμύτητα τοῦ χειμῶνος; 8 Καί διά νά εἰπῶ μέ συντομίαν, συγχαίρου μέ τήν Θεοτόκον καί ἐσύ ἀδελφέ, καθώς τήν ἐσυγχάρηκαν καί αἱ θεῖαι μυροφόροι, ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ Σαλώμη καί ἡ Ἰωάννα. Δύνασαι γάρ ἐάν θέλῃς νά γίνῃς καί ἐσύ ὡσάν αὐτάς κατά τήν ψυχήν, καθώς σέ παρακινεῖ ὁ θεολόγος Γρηγόριος εἰς τό Πάσχα λέγων: «κἄν Μαρία τις ἦς, κἄν Σαλώμη, κἄν Ἰωάννα, δάκρυσον ὀρθρία, ἴδε πρώτη τόν λίθον ᾐρμένον, τυχόν δέ καί τούς ἀγγέλους καί Ἰησοῦν αὐτόν», ὅπου ὁ σχολιαστής Νικήτας λέγει: «Μαρία Μαγδαληνή εἶναι κάθε ψυχή πρακτική, καθαρθεῖσα διά λόγου τῶν Εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, ὡσάν ἀπό δαιμόνια, ἀπό τήν προσπάθειαν τῆς ἑβδοματικῆς ταύτης ζωῆς. Σαλώμη δέ, εἰρήνη ἑρμηνευομένη, εἶναι ἡ ψυχή ἐκείνη ὅπου νικήσῃ τά πάθη καί ὑποτάξῃ τό σῶμα εἰς τήν ψυχήν καί διά τῆς θεωρίας τῶν πνευματικῶν νοημάτων τήν τῶν ὄντων γνῶσιν περιλαμβάνουσα καί διά τοῦτο εἰρήνην τελείαν ἔχουσα. Ἰωάννα δέ, περιστερά ἑρμηνεύεται καί εἶναι ἡ ψυχή ἐκείνη ἡ ἄκακος καί γονιμωτάτη εἰς τάς ἀρετάς, ἡ ὁποία ἀπέβαλε κάθε πάθος μέ τήν πρᾳότητα καί εἶναι θερμή εἰς τό νά γεννᾷ τά πνευματικά νοήματα μέ γνῶσιν καί διάκρισιν. Ἐάν τοιαύτῃ γίνη ἡ ψυχή σου ἀγαπητέ, πήγαινε ὡσάν τάς μυροφόρους μετά προθυμίας καί σπουδῆς (ὁ γάρ ὄρθρος ταχύτητα καί σπουδήν δηλοῖ) εἰς τόν τάφον, ἤγουν εἰς τό βάθος, ἐν ὧ εἶναι κεκρυμμένος ὁ λόγος τῶν ἐπιγείων καί οὐρανίων καί εἰς τήν ἰδικήν σου καρδίαν 9 καί ζήτησαι μέ δάκρυα νοητά καί αἰσθητά νά μάθῃς ἐάν ἀνεστήθη ὁ ἐν σοί λόγος τῆς ἀρετῆς καί τῆς γνώσεως. Καί ἐάν ζητήσῃς μέ τοιοῦτον τρόπον, πρῶτον μέν θέλεις ἰδεῖ νά σηκωθῇ ἀπό τήν καρδίαν σου ὁ λίθος, ἤγουν ἡ πώρωσις τῆς ἀσάφειας τοῦ λόγου, καί ἀφ᾽ οὗ αὐτή σηκωθῇ θέλεις ἰδεῖ τούς ἀγγέλους, ἤγουν τάς κινήσεις τῆς συνειδήσεώς σου νά σοῦ κηρύττουν, ὅτι ἀνέστη ὁ ἐν σοί διά κακίαν νεκρωθείς λόγος τῆς ἀρετῆς καί τῆς γνώσεως, ἐπειδή εἰς τήν ψυχήν τοῦ φαυλοβίου ἀνθρώπου ὁ λόγος δέν ἐνεργεῖ, ἀλλά τρόπον τινά εἶναι νεκρός.
Καί εἰς ὅλον τό ὕστερον θέλεις ἰδεῖ καί αὐτόν τόν λόγον νά σοῦ ἐμφανίζεται εἰς τόν νοῦν γυμνός καί χωρίς τύπους καί σύμβολα καί νά γεμίζει τάς νοεράς δυνάμεις τῆς ψυχῆς σου ἀπό χαράν πνευματικήν. Ὅθεν ἀφοῦ τοιουτοτρόπως πληροφορηθῇς τήν τοῦ λόγου ἀνάστασιν διά τῆς πρακτικῆς, συγχαίρου καί μέ τήν ἄλλην Μαρίαν, ἤγουν τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἥτις εἰς τήν θεωρίαν περιλαμβάνεται, ἡ ὁποία ἀφ᾽ οὗ ἐπρόλαβε μίαν φοράν καί εἶδε τήν Ἀνάστασιν τοῦ Υἱοῦ Της, ἐπληροφορήθη καί ἡσύχασε καί πλέον εἰς τόν τάφον δέν ἐπῆγεν, ὡσάν τάς ἄλλας μυροφόρους, ἐπειδή καί ἡ θεωρία προλαμβάνει καί ἁπλῶς νοεῖ, ἡ δέ πρᾶξις ἕπεται καί πείρᾳ λαμβάνει τήν γνῶσιν» 10.
Ἡ μεγαλυτέρα δέ χαρά ὅπου ἔχεις νά προξενήσῃς εἰς τήν Θεοτόκον εἶναι ἐάν κάμῃς ἀπόφασιν νά νικᾷς τά πάθη σου εἰς κάθε καιρόν καί νά παρθενεύῃς διά τήν ἀγάπην τῆς Παρθένου. Καί διά νά γίνῃς ἄξιος νά σέ ὑπερασπίζεται καί νά σέ ἔχῃ διά υἱόν Της ἐπιμελήσου νά ὑποτάσσεσαι καί νά δουλεύῃς ὅσον δύνασαι περισσότερον Αὐτήν καί τόν Μονογενῆ Της Υἱόν καί παρακάλεσαί Την νά σέ συναριθμήσῃ μέ τούς εὐλαβητικούς δούλους Της καί νά σέ ἀξιώσῃ νά χαίρεσαι μέ Αὐτήν αἰωνίως εἰς τόν οὐρανόν, ψάλλοντας εἰς Αὐτήν ἐκεῖνο τό Δαυιτικόν: «μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καί γενεᾷ. Διά τοῦτο λαοί ἐξομολογήσονταί σοι εἰς τόν αἰῶνα καί εἰς τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος» (Ψαλμ. μδ’ 17).
Συλλογίσου ἀγαπητέ, ὅτι πρέπει τρίτον νά συγχαρῶμεν μέ τό σῶμά μας, διότι ὁ ἀναστάς ἐκ τῶν νεκρῶν Κύριος δέν εὐχαριστήθη μόνον μέ τόν τύπον τοῦ θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεώς Του ὅπερ ἐστί τό ἅγιον Βάπτισμα. Τούτων γάρ τύπον ἔχει τό θεῖον Βάπτισμα, ὡς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος: «εἰ γάρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου Αὐτοῦ, ἀλλά καί τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα» (Ρωμ. στ’ 5), δέν εὐχαριστήθη λέγω μόνον μέ τόν τύπον τῆς Ἀναστάσεώς Του νά συγχωρήσῃ τό προπατορικόν μόνον ἁμάρτημα, νά ἀφήσῃ δέ τήν ποινήν καί τά ἀποτελέσματά του νά ἐνεργοῦν, ἀλλά σήμερον μέ τήν πραγματικήν Του Ἀνάστασιν ἐξαλείφει ἀκόμη καί αὐτήν τήν ποινήν καί τό ἀποτέλεσμα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος.ὅπερ ἐστίν ὁ θάνατος. «Ἔσχατός φησιν ἐχθρός καταργεῖται ὁ θάνατος» (Α’ Κορ. ιε’). Καί οὕτω μέ τελειότητα σηκώνει ἀπό τό μέσον ὡς νέος Ἀδάμ τήν ἁμαρτίαν μέ ὅλας τάς ρίζας καί κλάδους της καί καρπούς. Διότι μέ τήν δύναμιν τῆς σημερινῆς Ἀναστάσεώς Του χαρίζει εἰς ὅλην τήν φύσιν τῶν ἀνθρώπων τήν ἀνάστασιν τῶν σωμάτων τόσον τῶν πιστευόντων εἰς Αὐτόν, ὅσον καί ἐκείνων ὅπου ἀπιστοῦν.
Καί κατά τοῦτο ὑπερβαίνει τό χάρισμα τοῦ νέου Ἀδάμ ἀπό τό ἁμάρτημα τοῦ παλαιοῦ, καθ᾽ ὅτι, ὅσοι μέν ἐμέθεξαν ἀπό τό ἁμάρτημα ἐκείνου, οὗτοι καί ἀπέθανον. Ὅσοι δέ ἐμέθεξαν ἀπό τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, δέν ἀναστένωνται μόνοι, ἀλλά ἀκόμη καί ὅσοι δέν ἐμέθεξαν ἀπό ταύτην τήν πίστιν, ὡς λέγει ὁ κριτικός Φώτιος ἑρμηνεύων τό ἀποστολικόν ἐκεῖνο, «Πλήν οὐχ ὡς τό παράπτωμα, οὕτω καί τό χάρισμα. Εἰ γάρ τῷ τοῦ ἑνός παραπτώματι οἱ πολλοί ἀπέθανον, πολλῷ μᾶλλον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καί ἡ δωρεά ἐν χάριτι τοῦ ἑνός ἀνθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τούς πολλούς ἐπερίσσευσε» (Ρωμ. ε’ 15). Καί ἡ αἰτία εἶναι διότι, καθώς ὅλην τήν φύσιν τῶν ἀνθρώπων ἀνέλαβεν ὁ Κύριος εἰς τήν θείαν Του ὑπόστασιν, ἔτσι ἀνεκαίνισε ὅλην τήν φύσιν, ἀναστήσας καί τούς ἀπίστους αὐτούς, διότι φυσικῶς ἐν τῷ Ἀδάμ ἥμαρτον καί οὐ προαιρετικῶς. Ἐπειδή ὅμως προαιρετικῶς δέν ἠθέλησαν νά πιστεύσουν εἰς τόν νέον Ἀδάμ, διά τοῦτο καί τά μέλλοντα ἀναστηθῆναι σώματα αὐτῶν θέλουν ἔχει μεγάλην καί ἀσύγκριτον διαφοράν ἀπό τά ἀναστηθησόμενα σώματα τῶν πιστῶν καί ἐναρέτων. Καθ᾽ ὅτι ἐκεῖνα μέν θέλουν εἶναι σκληρά βαρέα, ἄσχημα, ἄτιμα, μαῦρα, σκοτεινά, ψυχρά καί χονδρά καί αὐτά ὅλα τά ἄθλια ἰδιώματα ἔχουν νά αὐξάνουν ἤ νά ὀλιγοστεύουν εἰς αὐτά, κατά τήν ἀναλογίαν τῆς ἀπιστίας αὐτῶν καί κακίας, τά δέ σώματα τῶν πιστῶν καί Ὀρθοδόξων ἔχουν ἐκ τοῦ ἐναντίου νά εἶναι μαλακά, κοῦφα, ὡραῖα, ἔνδοξα, διαφανῆ, φωτεινά, θερμά καί πνευματικά.
Καί αὐτά ὅλα τά μακαριστά ἰδιώματα ἔχουν νά αὐξάνουν ἤ νά ὀλιγοστεύουν εἰς αὐτά κατά τήν ἀναλογίαν τῆς πίστεως καί ἀρετῆς αὐτῶν, καθώς γενικῶς περί τούτων τῶν ἰδιωμάτων ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος ἐν τῇ Α’ πρός Κορινθ. κεφ. ιε’ 42 λέγων: «Σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ. σπείρεται ἐν ἀτιμία, ἐγείρεται ἐν δόξῃ. Σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται δυνάμει. Σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν». Συλλογίσου λοιπόν ἀδελφέ, πόσον μᾶς ἠγάπησεν ὁ Δεσπότης μας Ἰησοῦς Χριστός ὥστε ὅπου χωρίς ἡμᾶς δέν ἠθέλησε νά ᾖναι ἀθάνατος καί μακάριος κατά τήν ψυχήν καί κατά τό σῶμα, ἀλλά ἠθέλησε καί τά ἰδικά μας σώματα νά θριαμβεύσουν κατά τοῦ θανάτου καί νά γυρίσουν πάλιν νά ζοῦν ὁμοῦ μέ Αὐτόν διά παντός, δεδοξασμένα καί μακάρια: «εἰ γάρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καί ἀνέστη, οὕτω καί ὁ Θεός τούς κοιμηθέντας διά τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σύν αὐτῷ» (Α’ Θεσσαλ. θ’ 13). Ἐπειδή μέ τό μέσον τοῦ θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεώς Του μᾶς ἔκαμεν ἀξίους διά μίαν τοιαύτην ζωήν καί μακαριότητα, γενόμενος ἡμῶν Πατήρ ἀθάνατος καί ἡμεῖς ἀθάνατα τέκνα Του εἰς αἰῶνας αἰώνων, κατά τόν τίτλον ὅπου Τοῦ ἔδωκεν ὁ Προφήτης: «Πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». (Ἡσ. θ’ 6). Μάλιστα ἠθέλησεν ὄχι μόνον νά ὑπηρετήσῃ εἰς τήν ἀνάστασίν μας ὡς μισθός, ἀλλά καί ὡς ἀρχέτυπον.
Ὥστε τό σῶμα μας ὅταν ἀναστηθῇ νά ἔχῃ μεγάλην ἀναλογίαν καί ὁμοιότητα μέ τό μέτρον ἐκείνου τοῦ δεδοξασμένου Του σώματος: «μετασχηματίσει τό σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, εἰς τό γενέσθαι αὐτό σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης Αὐτοῦ» (Φιλιπ. γ’ 21). Καί καθώς ὁ αἰσθητός ἥλιος ὅταν κτυπήσῃ τάς ἀκτίνας του εἰς ἕνα καθαρόν καθρέπτην, ὁ καθρέπτης ἐκεῖνος γίνεται ἄλλος ἥλιος, ἔτσι καί ὁ νοητός ἥλιος Χριστός ἐν τῇ μελλούσῃ ἀναστάσει κτυπῶντας τάς ἀκτίνας Του εἰς τά ἀναστηθέντα σώματά μας, ἔχει νά τά κάμῃ νά λάμπουν ὡσάν ἄλλοι ἥλιοι ὅμοιοί Του καθώς εἶναι γεγραμμένον: «Τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός αὐτῶν» (Ματθ. ιγ’ 43).
Ὤ θαυμαστά ἐφευρέματα ὅπου εὗρεν ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς διά νά μᾶς ἀγαθοποιήσῃ! Ὤ ἀσύγκριτα χαρίσματα ὅπου μᾶς ἐχάρισε διά τῆς Ἀναστάσεώς Του! Καί τί ἄλλο μεγαλύτερον καί θεοπρεπέστερον χάρισμα ἠδύνατο νά χαρίσῃ εἰς ἡμᾶς ὡσάν αὐτό ὅπου μᾶς ἐχάρισεν, ἤγουν τό νά δοξάσῃ μέ τόσην μεγαλοπρέπειαν αἰωνίως ὄχι μόνον τήν ψυχήν ἀλλά καί αὐτό τό σῶμά μας; Ἔστω· ἡ ψυχή εἰς ὅλον τό ὕστερον εἶναι καθαρόν πνεῦμα. Εἶναι συγγενές μέ τούς ἀγγέλους καί εἰκών τῆς Θεότητος, ὅθεν δέν φαίνεται τόσον ὑπερβολική ἀγάπη τό νά πάθῃ ὁ Κύριος, διά νά τήν δοξάσῃ αἰώνια. Ἀλλά τί λογῆς ὑπερβολή ἀγάπης εἶναι αὕτη τό νά πάθῃ τόσον ἕνας Υἱός τοῦ Θεοῦ διά νά ἀξιώσῃ μιᾶς αἰωνίου δόξης τό σῶμά μας ὅπου εἶναι μία γῆ καί σποδός; Ὅπου εἶναι ἕνα σκεῦος γεμάτον ἀπό δυσωδίαν καί ἀκαθαρσίαν καί μάλιστα ὅπου ἀπεστάτησε τόσαις καί τόσαις φοραῖς ἀπό τό θεῖόν Του θέλημα μέ τάς κακάς του ὀρέξεις; Κατά ἀλήθειαν ἀνίσως καί ἡμεῖς ἠθέλαμεν καταξεσχίσῃ διά τόν Ἰησοῦν Χριστόν μέ χίλια μαρτύρια τό σῶμά μας. Ἀνίσως καί ἠθέλαμεν τό καρφώσῃ δι᾽ ἀγάπην Του ἐπάνω εἰς τόν Σταυρόν. Ἤ τό ὁλιγώτερον ἀνίσως ἠθέλαμεν τό φυλάξῃ καθαρόν ἀπό κάθε λογῆς ἁμαρτίαν καί μολυσμόν, πάλιν δέν ἦτο ἄξιον τό σῶμά μας νά ἀπολαύσῃ εἰς τόν οὐρανόν ἕνα προνόμιον τόσον ὑψηλόν, ὅπου νά συνδοξασθῇ μέ τό σῶμα τοῦ Λυτρωτοῦ μας «οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. η’ 18). Καί τώρα νά ἀπολαύσῃ αὐτό τό ὑψηλόν προνόμιον τοῦτο τό σῶμα, ὕστερα ἀφ᾽ οὗ ὕβρισε τόν Θεόν διά νά θεραπεύσῃ τόν ἑαυτόν του καί ἀφ᾽ οὗ ἐμολύνθη μέ τόσας ἁμαρτίας μόνον διότι ἐκαθαρίσθη μετρίως μέ τήν μετάνοιαν; Τοῦτο ἐκπλήττει κάθε νοῦν. Τοῦτο κάμνει ἄφωνον κάθε γλῶσσαν.
Ὤ μακάριαι λοιπόν ὅπου εἶναι αἱ ἐλπίδες τῶν Χριστιανῶν, μέ τάς ὁποίας προσμένουν βέβαια νά λάβουν τά σώματά των μίαν τοιαύτην ἀνάστασιν καί δόξαν! Αὐταί αἱ ἐλπίδες τῆς ἀναστάσεως κάμνουσι σήμερον νά χαίρωνται οἱ Προπάτορες καί Προφῆται. Ὁ ἀποκτανθείς Ἄβελ, ὁ ἀπιστούμενος Νῶε, ὁ ἐν τοῖς ξένοις ξενωθείς Ἀβραάμ καί Ἰσαάκ καί Ἰακώβ. Ὁ λεπρωθείς Ἰώβ, ὁ διωχθείς Μωσῆς, ὁ διαβληθείς Ἀαρών, ὁ πολεμῶν Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ, ὁ πεινῶν Δαβίδ, ὁ ἀπογνούς ἑαυτόν Ἠλίας, ὁ περιγελώμενος Ἑλισσαῖος. Ὁ πριονισθείς Ἡσαΐας, ὁ ἐν τῷ λάκκῳ βληθείς Ἱερεμίας. Ὁ ραπισθείς Μιχαίας, ὁ λιθοβολιθείς Ναβουθαί. Αὐταί αἱ ἐλπίδες κάμνουσι νά εὐφραίνωνται οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ μάρτυρες Ἰάκωβος καί Παῦλος οἱ ἀποκεφαλισθέντες· Πέτρος καί Ἀνδρέας οἱ σταυρωθέντες· ὁ ποτήριον φαρμάκου πιών 11 καί ἐν ζέοντι ἐλαίῳ βληθείς 12 Ἰωάννης ὁ Θεολόγος·Ματθαῖος καί Πολύκαρπος οἱ πυρποληθέντες. οἱ Γεώργιοι, οἱ Δημήτριοι, οἱ Εὐστάθιοι καί πάντες οἱ λοιποί. Αὐταί αἱ ἐλπίδες κάμνουσι σήμερον νά ἀγάλλωνται ὅλοι οἱ Ὅσιοι καί Ἀσκηταί, οἱ ὁποῖοι ἐπλανῶντο ἐν ἐρημίαις καί ὄρεσι καί σπηλαίοις, κακουχούμενοι, θλιβόμενοι καί βασανίζοντες τήν σάρκα των μέ διαφόρους κακοπαθείας καί ὅσον περισσότερον ἐβασανίζοντο, τόσον περισσότερον ἐχαίροντο. Διατί; Διά νά λάβουν ἐνδοξοτέραν ἀνάστασιν: «οὐ προσδεξάμενοι τήν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν» (Ἑβρ. ια’ 35).
Αὐταί, αὐταί αἱ μακάριαι ἐλπίδες τῆς ἀναστάσεώς σου, πρέπει νά κάμνουν καί ἐσένα ἀδελφέ νά χαίρεσαι εἰς τάς θλίψεις σου, νά πλουτίζῃς εἰς τήν πτωχείαν σου, νά παρηγορῆσαι εἰς τάς ἀσθενείας σου καί νά εὐφραίνεσαι εἰς ὅλας τάς δυστυχίας ὅπου σοῦ ἔρχονται. Διότι ὅσον περισσότερον θλιβῇς καί κακοπαθήσῃς ἐδῶ, τόσον ἐνδοξοτέραν ἀνάστασιν ἔχεις νά λάβῃς: «ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν». Ὅθεν ἄν τυφλωθῇς, χαῖρε ὅτι αὐτά τά μάτια ἔχουν νά λαμπρυνθοῦν περισσότερον καί νά θεωροῦν καθαρώτερον τό φῶς τῆς Τρισηλίου Θεότητος. Ἄν κουλλαθῇς χαῖρε, διότι αὐτά τά χέρια ἔχουν νά ἐκτείνωνται μέ περισσοτέραν παρρησίαν εἰς τόν Θεόν. Ἄν κουτσαθῇς χαῖρε, διότι θέλεις χορεύει καλύτερα εἰς τόν Παράδεισον. Ἄν λεπρωθῇ ὅλον σου τό σῶμα χαῖρε, διότι ἔχει νά ἀναστηθῇ ἐνδοξότερον, λαμπρότερον καί ὡραιότερον. Ἄν μετανοῇς καί κλαίῃς διά τάς ἁμαρτίας σου, χαῖρε, διότι μέ τά δάκρυα αὐτά θέλεις πλυθῇ ἀπό κάθε μολυσμόν καί θέλεις ἀναστηθῇ καθαρώτερος. Καί λοιπόν διατί φρίττεις καί τρομάζεις τόσον πολύ τήν μετάνοιαν; Διατί ἀποφεύγεις τόσον κάθε λογῆς πειρασμόν καί θλίψιν ἀντί νά ἐπιθυμῇς νά ἔλθουν καταπάνω σου ὅλαι αἱ τιμωρίαι διά νά δοκιμασθῇς τώρα εἰς αὐτά, ὡσάν τό χρυσάφι καί νά ἀναστηθῇς λαμπρότερος;
Καί τί νομίζεις; Ἕνας ἀναμάρτητος Ἰησοῦς, ἦτον ἀνάγκη νά πάθη τόσα βάσανα, διά νά ἔμβῃ εἰς τήν δόξαν, ἥτις ἦτο χρεωστουμένη εἰς τό θεῖόν Του σῶμα, διά πολλά αἴτια. «Οὐχί ταῦτα ἔδει παθεῖν τον Χριστόν καί εἰσελθεῖν εἰς τήν δόξαν αὑτοῦ;» (Λουκ. κδ’ 26), καί ἐσύ θέλεις νά μή πάθῃς τίποτε καί νά ἔμβῃς εἰς τήν αὐτήν δόξαν, ἀφ᾽ οὗ ἔγινες ἀνάξιος διά αὐτήν τόσαις φοραῖς ὅσαις ἥμαρτες; Ἔβγαλε ἀπό τόν νοῦν σου αὐτήν τήν πλάνην ἀνάμεσα εἰς ὅλον τό πλῆθος τῶν δικαίων, ὅπου ὁ θεολόγος Ἰωάννης εἰς τήν Ἀποκάλυψίν του, κανένας δέν ἠδυνήθη νά ἀπολαύσῃ τόσην εὐδαιμονίαν μέ ἄλλο πάρεξ μέ μίαν μεγάλην θλίψιν: «οὗτοί εἰσιν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης» (Ἀποκ. θ’ 14), καί ἐσύ θέλεις νά γίνῃ διά λόγου σου μία καινούργια πόρτα εἰς τόν Παράδεισον διά νά περάσῃς ἀκόπως νά χαίρεσαι μέ τήν ψυχήν καί μέ τό κορμί ὅλας τάς τρυφάς τοῦ οὐρανοῦ, ἀφ᾽ οὗ ἐθεράπευσες τάς αἰσθήσεις σου μέ ὅλας τάς τρυφάς τῆς γῆς; Ἀνόητος ὅπου εἶσαι. Ἕνας Παῦλος ἔχαιρε νά συγκοινωνῇ εἰς τά παθήματα τοῦ Χριστοῦ μέ τά βάσανα καί νά συμμορφώνεται μέ τόν θάνατόν Του, διά νά ἀπολαύσῃ τήν μέλλουσαν δόξαν τῆς ἀναστάσεως: «εὑρεθῶ ἐν αὐτῷ ἔχων τήν κοινωνίαν τῶν παθημάτων αὐτοῦ, συμμορφούμενος αὐτοῦ ἐν τῷ θανάτῳ, εἴπως καταντήσω εἰς τήν ἐξανάστασιν τῶν νεκρῶν» (Φιλιππ. γ’ 10), καί ἐσύ θέλεις νά ἀπολαύσῃς αὐτήν τήν δόξαν τῆς ἀναστάσεως τρώγωντας καί πίνωντας καί μή θέλωντας νά δοκιμάσῃς καμμίαν θλίψιν καί βάσανον; Πεπλανημένος ὅπου εἶσαι ἀπό τόν κόσμον καί ἀπό τόν διάβολον.
Ἤξευρε γάρ, ὅτι καθώς ὁ ἄνθρωπος εἶναι διπλοῦς ἐκ ψυχῆς καί σώματος, ἔτσι καί ἡ ἀνάστασις εἶναι διπλή, πρώτη καί δευτέρα. Ἡ πρώτη εἶναι τῆς ψυχῆς, τήν ὁποίαν ἐνεργεῖ εἰς αὐτήν ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ, διά μέσου τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί τῆς καθάρσεως τῶν ψυχικῶν παθῶν καί τῶν σωματικῶν, περί τῆς ὁποίας ἀναστάσεως γέγραπται ἐν τῇ Ἀποκαλύψει: «Αὕτη ἡ ἀνάστασις ἡ πρώτη» (Ἀποκ. κ’ 5). Ἡ δευτέρα ἀνάστασις εἶναι τοῦ σώματος, ἥτις μέλλει νά γίνῃ ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ κόσμου. Καί ὅποιος ἀξιωθῇ ἀπ᾽ ἐδῶ νά ἀναστηθῇ κατά τήν ψυχήν, οὗτος δέν θέλει δοκιμάσει τόν δεύτερον θάνατον, ὅπου εἶναι ἡ κόλασις, ἀλλά θέλει ἀναστηθῇ μέ τό σῶμα, διά νά ζήσῃ καί νά συμβασιλεύσῃ αἰωνίως μέ τόν Χριστόν, κατά τήν αὐτήν Ἀποκάλυψιν: «Μακάριος καί ἅγιος ὁ ἔχων μέρος ἐν τῇ ἀναστάσει τῇ πρώτη. Ἐπί τούτων ὁ δεύτερος θάνατος οὐκ ἔχει ἐξουσίαν» (Ἀποκ. κ’ 6).
Ὅποιος δέ ἀπ᾽ ἐδῶ δέν ἀναστηθῇ κατά τήν ψυχήν, αὐτός κινδυνεύει, ὄχι νά δοξασθῇ μέ τήν ἀνάστασιν τοῦ σώματος, ἀλλά νά κολασθῇ μέ τό σῶμα, καί μέ τήν ψυχήν. Λέγει γάρ ὁ μέγας Γρηγόριος, ὁ τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτι καθώς ὁ ἀληθινός θάνατος, ἤτοι ἡ ἁμαρτία, ὁ αἴτιος τοῦ πρώτου καί δευτέρου καί προσκαίρου καί παντοτεινοῦ θανάτου τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος ἄρχισε μέσα
εἰς τόν τόπον τῆς ζωῆς, ἤτοι εἰς τόν Παράδεισον, ἔτσι καί ἡ ἀληθινή ζωή, ἤτοι ἡ ἀρετή καί ἡ μετά Θεόν ἕνωσις, πρέπει διά νά ἀρχίσῃ ἀπό τόν τόπον τοῦ θανάτου, ἤτοι ἀπό τήν παροῦσαν ζωήν. Καί ὅποιος αὐτήν τήν ζωήν δέν σπουδάσῃ νά ἀποκτήσῃ ἀπ᾽ ἐδῶ, οὗτος ἄς μή ἀπατᾷ τόν ἑαυτόν του μέ ἐλπίδες εὔκεραις, ὅτι θέλει τήν λάβῃ ἐκεῖ: «ὥστε καί ἡ ὄντως ζωή ἡ καί ψυχῇ καί σώματι πρόξενος τῆς ἀθανάτου καί ὄντως ζωῆς, ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ τοῦ θανάτου ἕξει τήν ἀρχήν καί ὁ μή σπεύδων κτήσασθαι αὐτήν κατά ψυχήν ἐνταῦθα, μή κεναῖς ἐλπίσιν ἀπατάτω ἑαυτόν, ὡς λήψεται αὐτήν ἐκεῖ» (Λόγος εἰς τήν Ξένην).
Ἐντράπου λοιπόν ἀδελφέ, διά τήν ἀγνωσίαν ὅπου εἶχες τούτων τῶν ἀληθειῶν καί διότι ἐνόμισες πώς ἔχεις νά ἀπολαύσῃς τήν μέλλουσαν δόξαν τῆς ἀναστάσεως, χωρίς θλίψεις καί βάσανα. Ὅθεν μή ἀφίσῃς τόν ἑαυτόν σου νά πλανηθῇ πλέον. Κάμε ἀπόφασιν ἀπό τώρα καί ἐμπρός νά παθαίνῃς μέν θεληματικῶς κάθε κόπον ἀρετῆς.νά ὑπομένῃς δέ εὐχαρίστως κάθε ἀκούσιον πειρασμόν, διά τήν ἐλπίδα τῆς μελλούσης ἀναστάσεως ὅπου σέ προσμένει. Καθώς καί ὁ γεωργός διά τήν ἐλπίδα τῶν καρπῶν ὑπομένει κόπους, χιόνας, βροχάς, χειμῶνας καί θέρη καί ὁ πραγματευτής διά τό κέρδος τρέχει ἐπάνω καί κάτω διά ξηρᾶς καί διά θαλάσσης. Καί ὁ στρατιώτης διά τήν ἐλπίδα τῆς νίκης δέν συλλογίζεται τελείως τόν πόλεμον, καί ὁ ἀσθενής διά τήν ἐλπίδα τῆς ὑγείας πίνει μετά χαρᾶς τά πικρά ἰατρικά. Καί ἐπειδή ὁ Κύριος εἶναι ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή. «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κᾄν ἀποθάνῃ ζήσεται» (Ἰω. ια’ 25), διά τοῦτο παρακάλεσαί Τον νά ἐντυπώσῃ μέσα εἰς τήν καρδίαν σου τοῦτον τόν λογισμόν: «ἐγώ ἔχω βέβαια νά ἀναστηθῶ καί συνδοξασθῶ, μέ τόν Ἰησοῦν», λοιπόν πρέπει νά ἑτοιμάζωμαι, ἵνα μέ τοῦτον τόν λογισμόν καί τήν ἐλπίδα καθαρίζῃς τάς αἰσθήσεις καί ὅλα τά μέλη σου ἀπό κάθε λογῆς μολυσμόν καί ἁμαρτίαν, καθώς εἶναι γεγραμμένον: «πᾶς ὁ ἔχων τήν ἐλπίδα ταύτην ἐπ᾽ αὐτῷ, ἁγνίζει ἑαυτόν, καθώς ἐκεῖνος ἁγνός ἐστι» (Α’ Ἰω. γ’ 3).
Καί οὕτω ποιῶν νά ἑτοιμασθῇς ἀπ᾽ ἐδῶ μέ μίαν ζωήν καθαράν, ἁγίαν καί ἀξίαν διά νά λάβῃς ἐμπράκτως τέτοιαις ἐξαίρεταις ἐπαγγελίαις εἰς τόν καιρόν ἐκεῖνον. Ἥγουν διά νά ἀναστηθῇς, ὄχι εἰς ἀνάστασιν κρίσεως, καθώς ἔχουν νά ἀναστηθοῦν οἱ ἁμαρτωλοί, ἀλλά εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, καθώς ἔχουν νά ἀναστηθοῦν οἱ δίκαιοι: «καί ἐκπορεύσονται οἱ τά ἀγαθά ποιήσαντες, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δέ τά φαῦλα πράξαντες, εἰς ἀνάστασιν κρίσεως». (Ἰω. ε’ 29).



Παραπομπές
1. Τά λόγια τοῦ θείου Διονυσίου ἅπερ περί τῆς πρώτης τάξεως τῶν θρόνων Χερουβίμ καί Σεραφίμ λέγει εἶναι ταῦτα: «τῆς δέ Ἰησοῦ κοινωνίας ὡσαύτως ἠξιωμένας οὐκ ἐν εἰκόσιν ἱεροπλάστοις μορφωτικῶς ἀποτυποῦσι (ἤτοι ἀποτυπούσαις ἀττικῶν γάρ ἐστι τό τάς ἀρσενικάς μετοχάς θηλυκοῖς συντάττειν, ὡς ἑρμηνεύει ὁ θεῖος Μάξιμος) τήν θεουργικήν ὁμοίωσιν.ἀλλ᾽ ὡς ἀληθῶς αὐτῷ πλησιαζούσας ἐν πρώτῃ μετουσίᾳ τῆς γνώσεως τῶν θεουργικῶν αὐτοῦ φώτων» (περί οὐραν. Ἱεραρχ. Κεφ. ζ’).
2. Καί τά δύω ταῦτα βεβαιοῖ ὁ μέγας Βασίλειος. Ἀπορήσας γάρ ὁ Ἅγιος διότι ὠνόμασεν ὁ Μωϋσῆς μίαν καί οὐχί πρώτην τήν Κυριακήν λέγει «ἵνα οὖν πρός τήν μέλλουσαν ζωήν τήν ἔννοιαν ἡμῶν ἀπαγάγῃ μίαν ὠνόμασε τοῦ αἰῶνος τήν εἰκόνα τήν ἀπαρχήν τῶν ἡμερῶν.τήν ὁμήλικα τοῦ φωτός.τήν ἁγίαν Κυριακήν, τήν τῇ Ἀναστάσει τοῦ Κυρίου τετιμημένην.ἐγένετο οὖν ἑσπέρα φησί καί ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία» (Ὁμιλ. β’ εἰς τήν Ἑξαήμερον).
Ὅτι δέ ἡ Κυριακή ἔχει νά ᾖναι αὐτός ἐκεῖνος ὁ ὄγδοος αἰών, λέγει πάλιν ὁ αὐτός Βασίλειος ταῦτα ἐκεῖσε: «ἐπεί ἀνέσπερον καί ἀδιάδοχον καί ἀτελεύτητον τήν ἡμέραν ἐκείνην εἶδεν ὁ λόγος, ἥν καί ὀγδόην ὁ Ψαλμῳδός προσηγόρευσε διά τοῦ ἔξω κεῖσθαι τοῦ ἑβδοματικοῦ τούτου χρόνου. Ὥστε κᾄν ἡμέραν εἴπῃς κᾄν αἰῶνα τήν αὐτήν ἐρεῖς ἔννοιαν» (αὐτόθι). Σχεδόν τά αὐτά περί τῆς Κυριακῆς λέγουσιν ὅ τε Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εἰς τήν Πεντηκοστήν καί ὁ Νύσσης καί ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντες τήν ἐπιγραφήν τοῦ στ’ ψαλμοῦ ὑπέρ τῆς ὀγδόης. Καί ὁ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος εἰς τήν Καινήν Κυριακήν: «διά τοῦτο καί ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ὅλην τήν διακαινήσιμον Ἑβδομάδα ταύτην ὡς μίαν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς καί λαμπροφόρου λογίζεται, διά νά δείξῃ μέ τοῦτο ὅτι καί ὅλος οὗτος ὁ ἑβδοματικός αἰών τῆς παρούσης ζωῆς ἔχει νά γίνῃ μία ἡμέρα ὀγδόη καί Κυριακή, ἥτις ἔσται ὁ ὄγδοος ἐκεῖνος αἰών τῆς μελλούσης ζωῆς. Ἐπειδή γάρ κατά τό μεσονύκτιον τῆς Κυριακῆς ἔχει νά γίνῃ ἡ Δευτέρα Παρουσία καί νά ἔλθῃ ὁ ἄδυτος Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός, καθώς τοῦτο οἱ θεοφόροι Πατέρες λέγουσι. Λοιπόν ἡ Κυριακή ἐκείνη ἀφ᾽ οὗ μίαν φοράν καταυγασθῇ ἀπό τάς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου ἐκείνου, δέν λαμβάνει πλέον ἑσπέραν, ἀλλ᾽ ἔσται μία ἡμέρα ἀνέσπερος καί ἀδιάδοχος εἰς αἰῶνας αἰώνων.»
3. Τά λόγια τοῦ σοφοῦ Νικήτα εἰσί ταῦτα: «οἱ δέ ἄγγελοι δυσκίνητοι ὄντες πρός τό κακόν ἀλλ᾽ οὐκ ἀκίνητοι μετά τήν τοῦ Χριστοῦ Ἀνάστασιν, ἐγένοντο λοιπόν καί ἀκίνητοι οὐ φύσει ἀλλά χάριτι. Εἴη ἄν αὐτοῖς σωτηρία ἡ ἀτρεψία μηκέτι φοβουμένοις τήν ἐπί τό χεῖρον μεταβολήν καί τήν ἐκ ταύτης ἀπώλειαν. Ἀκίνητοι δέ ἐγένοντο οἱ ἄγγελοι πρός τό κακόν μετά τήν Ἀνάστασιν, ἐπειδή καί ἔργῳ ἔμαθον ἀπό τόν Δεσπότην Χριστόν τήν ταπείνωσιν, ὅστις ἐταπεινώθῃ οὐ μόνον ὅτι ἐγένετο ἄνθρωπος ἀλλά πολλῷ μᾶλλον ὅτι κατεδέξατο ἕως καί νά νίψῃ τούς πόδας τῶν μαθητῶν καί ἐγένετο ὑπήκοος μέχρι Παθῶν καί Σταυροῦ καί θανάτου καί ταφῆς. Δι᾽ ὅ καί ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος εἶπεν: ἐντεῦθεν ἄγγελοι νῦν τό ἀπερίτρεπτον ἔλαβον, ἔργῳ παρά τοῦ Δεσπότου μαθόντες, ὁδόν ὑψώσεως καί τῆς πρός Αὐτόν ὁμοιώσεως οὐ τήν ἔπαρσιν οὖσαν, ἀλλά τήν ταπείνωσιν». (Λόγος εἰς τήν Χριστοῦ Γέννησιν).
4. Μή θαυμάσῃς, ὤ ἀναγνῶστα, ἀνίσως ἐδῶ μέν λέγομεν τρεῖς ἀναστάσεις, εἰς δέ τόν ἀκόλουθον γ’. Συλλογισμόν τῆς Μελέτης ταύτης λέγομεν δύω ἀναστάσεις, ψυχῆς καί σώματος. Αἱ γάρ αὗται εἰς δύω συγκεφαλαιοῦνται, τοῦ νοός, ἀπό τῆς ψυχῆς διαιρουμένου τῇ ἐπινοίᾳ.
5. Ὅτι ὁ θεῖος Γαβριήλ ἦτο ὁ καταβάς ἀπ᾽ οὐρανοῦ καί κυλίσας τόν μέγαν λίθον ἀπό τῆς θύρας τοῦ μνήματος τοῦ Κυρίου, πολλά ᾀσματικά τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρουσιν.
6. Περί τῆς Θεοτόκου ὅρα καί εἰς τήν ζ’ Ἐξέτασιν.
7. Τά λόγια τοῦ θείου Πατρός εἰσι ταῦτα: «οὐκοῦν αὕτη μόνη μεθόριόν ἐστι κτιστῆς καί ἀκτίστου φύσεως, καί οὐδείς ἄν ἔλθοι πρός Θεόν εἰ μή δι᾽ αὐτῆς τῆς τε καί τοῦ ἐξ αὐτῆς μεσίτου, καί οὐδέν ἄν ἐκ τοῦ Θεοῦ τῶν δωρημάτων, εἰ μή διά ταύτης γένοιτο καί ἀγγέλοις καί ἀνθρώποις». Καί πάλιν, «Πᾶσα φωτοφανείας θείας πρόοδος, καί πᾶσα θεαρχικωτάτων μυστηρίων ἀποκάλυψις, καί πᾶσα πνευματικῶν ἰδέα χαρισμάτων, ἅπασιν ἀχώρητος χωρίς Αὐτῆς. Αὕτη δέ πρώτη δεχομένη τό πλήρωμα τοῦ τά σύμπαντα πληροῦντος, καθίστησι τοῖς πᾶσι χωρητόν κατά τήν ἀναλογίαν καί τό μέτρον τῆς ἑκάστου καθαρότητος. Ὥστ᾽ Αὐτήν εἶναι καί ταμίαν, καί πρύτανιν τοῦ πλούτου τῆς θεότητος, καί πρός Αὐτήν ὁρᾶν καί ταύτῃ πεποιθέναι τάς ἀνωτάτω Χερουβικάς Ἱεραρχίας, καί ἁπλῶς πᾶσί τε καί πάσαις κατά τό μέτρον τοῦ πρός ταύτην ἀπαθοῦς καί θείου πόθου. Καί τοῦ ἀΰλου καί ἀλήκτου ἔρωτος… καί ἡ στάσις ἔψεται, καί ἡ τοῦ θείου φωτισμοῦ τρανότης».
8. Ὅρα τάς χάριτας τοῦ ἔαρος ταύτας καί ἄλλας περισσοτέρας ἐν τῷ εἰς τήν Καινήν Κυριακήν πανηγυρικῷ λόγῳ τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
9. Λέγει γάρ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὅτι «μνημεῖόν ἐστι δεσποτικόν ἡ ἑκάστου πιστῶν καρδία» (Κεφ. ξα’ τῆς α’ ἑκατοντ. τῶν θεολογικῶν).
10. Ἐκ τοῦ παραδείγματος τοῦ Ἰωάννου τοῦ εἰς τήν θεωρίαν παραλαμβανομένου καί τοῦ Πέτρου τοῦ εἰς τήν πρᾶξιν ἀναγομένου, πίστευσον ταῦτα. Ἔτρεχον γάρ οἱ δύο οὗτοι ὁμοῦ, ὡς λέγει τό Εὐαγγέλιον, ἀλλ᾽ ὅμως ὁ Ἰωάννης ἐπρόλαβε τόν Πέτρον: «ὁ ἄλλος» φησί «μαθητής προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου». Πάλιν: «ὁ μέν Ἰωάννης βλέπει κείμενα τά ὀθόνια μόνον καί πιστεύει, ὁ δέ Πέτρος εἰσέρχεται εἰς τόν τάφον καί περιεργάζεται τά ὀθόνια καί τό σουδάριον καί τά λοιπά καί οὕτω πιστεύει».
11. Τοῦτο λέγει ὁ Ἱερός Αὐγουστῖνος ἐν τῇ κγ’ ἐρωτικῇ εὐχῇ.
12. Τοῦτο λέγει Γεώργιος ὁ Κορέσιος. Λόγος εἰς τήν Ἀνάστασιν.