Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

ΔΕΗΣΙΣ ὑπὲρ τοῦ δοκιμαζομένου λαοῦ τῆς Πατρίδος ἡμῶν



ΔΕΗΣΙΣ
ὑπὲρ τοῦ δοκιμαζομένου λαοῦ τῆς Πατρίδος ἡμῶν

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ Θεὸς τῶν Δυνάμεων, ὁ πάσης κτίσεως δημιουργός, ὁ  διακυβερνῶν τὰ σύμπαντα ἐν ἀπείρῳ καὶ ἀκαταλήπτῳ σοφίᾳ· ὁ διακρατῶν τὰς λυχνίας τῶν ὀρθόδοξων ἐκκλησιῶν ἐν τῇ χειρί Σου· ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεως ἡμῶν, ἔπιδε εὐσπλάγχνῳ ὄμματι ἐπὶ τῷ ἐξουθενημένῳ καὶ τεταπεινωμένῳ ἐν Ἑλλάδι ποιμνίῳ Σου, ὅτι λύκοι βαρεῖς ἐπέπεσαν ἐπὶ τῷ ἔθνει ἡμῶν.

Πανάγαθε Δέσποτα, κλυδωνιζόμενοι ἐν τοῖς κύμασι τῶν ἀντιθέων δυνάμεων, κραυγάζομεν ὡς ὁ Ἅγιός Σου Ἀπόστολος Πέτρος: Ἐπιστάτα, σῶσον ἡμᾶς ἀπολλύμεθα. Μὴ παρίδης, Πολυεύσπλαγχνε Δέσποτα, τὰς ἱκεσίας ἡμῶν, μηδὲ  καταισχύνῃς τὴν εἰς Σὲ προσδοκίαν ἡμῶν.

περαγαθὲ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ ἀνιστῶν ἀπὸ γῆς πένητα καὶ ἀπὸ κοπρίας ἐγείρων πτωχόν, ὕψωσον τὸ κέρας τοῦ ὀρθόδοξου λαοῦ Σου· Εὔσπλαγχνε Κύριε, μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς εἰς τέλος καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμὸν ὑπὲρ δύναμιν, ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἐκ τῆς λαίλαπος τοῦ ἀθεϊσμοῦ, τῶν αἱρέσεων, τῆς πλάνης τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τοῦ ὀλεθρίου συγκρητισμοῦ καὶ τῆς  ἑσχάτης ἐκλύσεως τῶν ἠθῶν, ὁδηγῶν ἡμᾶς εἰς τρίβους σωτηρίας καὶ ἐπισκιάζων ἡμᾶς τῷ Πνεύματί Σου τῷ Ἁγίῳ.

Σῶσον ἡμᾶς, Παντοδύναμε, ὁ δυνάμενος ἐν ἐνὶ νεύματι συντρίψαι τοὺς ἐχθρούς Σου, ὡς σκεύη κεραμέως. Κατάπαυσον τὸν κλύδωνα τῶν πειρασμῶν, κατεύθυνον τοὺς ταγοὺς τῆς ἁγιώτατηςἘκκλησίας καὶ τοὺς ἄρχοντας τῆς φιλτάτης πατρίδος ἡμῶν, στήριξον τὸν στρατὸν καὶ τοὺς ἡγήτορας αὐτοῦ κραταίωσον, παραμύθησον τὸν τεθλιμμένον καὶ ἀπεγνωσμένον λαόν Σου, ὅτι κύνες πολλοὶ εἰσήλθοσαν ἐν τῇ ἁγίᾳ Σου Μάνδρα.

Μακρόθυμε καὶ ἀνεξίκακε Κύριε, ὁ Σταυρὸν καὶ θάνατον δὶ ́ἡμᾶς ὑπομείνας, μὴ καταλίπης ἡμᾶς. Γινώσκομεν τὴν ἀσθένειαν καὶ τὴν εὐτέλειαν ἡμῶν. Σοὶ μόνῳ ἁμαρτάνομεν, ἀλλὰ καὶ Σοὶ μόνῳ λατρεύομεν· οὐκ οἴδαμεν προσκυνεῖν Θεῷ ἀλλοτρίῳ, οὐδὲ διαπετάζειν πρὸς ἕτερον Θεὸν τὰς ἑαυτῶν, Δέσποτα, χεῖρας. Ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν ἐνώπιόν Σου, οὐδὲ συνετηρήσαμεν, οὐδὲ ἐποιήσαμεν καθὼς ἐνετείλῳ ἡμίν. Ὅθεν μὴ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς ἡμᾶς, μηδὲ τῇ ὀργῇ Σου  παιδεύσῃς ἡμᾶς, μηδὲ διὰ τὰς πολλὰς ἡμῶν ἁμαρτίας ἀπωλέσῃς ἡμᾶς.

Σοῦ δεόμεθα καὶ Σὲ ἱκετεύομεν μὴ κινήσῃς τῆν λυχνίαν Σου ἐκ τοῦ μαρτυρικοῦ τόπου τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἐνίσχυσον τὸν χριστώνυμον λαόν Σου φυλάττειν καὶ ὑπηρετεῖν τὴν ἁγίαν ἡμῶν πίστιν εἰς τὴν Ἀΐδιον καὶ Ζωοποιὸν Τριάδα, δυνάμει τοῦ Ζωοποιοῦ Σου Σταυροῦ, καὶ ἱκεσίαις τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τῆς ἀκαταμαχήτου ἡμῶν προστασίας καὶ ἐλπίδος.

Διὰ πρεσβειῶν τῶν ἁγίων Σου ὁμολογητῶν καὶ μαρτύρων, τῶν ὁσίων ἀσκητῶν καὶ ἀσκητριῶν φώτισον τοὺς ἀρχιερεῖς, κληρικοὺς καὶ μοναχοὺς καὶ τὸ λείμμα τοῦ πιστοῦ λαοῦ Σου, ἵνα ἐμμένωμεν σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι εἰς τὴν τήρησιν τῶν εὐαγγελικῶν Σου ἐπιταγῶν, καὶ ἵνα ὁμολογῶμεν ἐν παρρησίᾳ τὰ τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως δόγματα καὶ θεσπίσματα, τοῖς ἁγίοις ἠμῶν πατράσιν ἑπόμενοι.

Εὐλόγησον, Πανάγαθε Κύριε, τὸ ἔθνος ἡμῶν καὶ τήρησον αὐτὸ ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ πίστει καὶ ἐν ἀδιαπτώτῳ ἐλευθερία. Δώρησαι πνεῦμα συντριβῆς καὶ μετανοίας τῷ λαῷ Σου. Εὐλόγησον τὸν κόσμον Σου ἅπαντα καὶ εἰρήνευσον τὰ ἔθνη τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα.

Μνήσθητι, Κύριε, τῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς Ὀρθόδοξων Χριστιανῶν καὶ εὐδόκησον ἵνα γνωρίσωσί Σε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς.

Ἀμήν.

Τί θὰ ἔλεγε σήμερον ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος;

                                                          
"Κατηγορούμεθα ὡς ταραχοποιοί" ἀποκαλύπτοντας ἐκείνους ποὺ "πλανοῦσι, διαστρέφουσι"!

Τί θὰ ἔλεγε σήμερον ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος;

Αρχ. Μελετίου Βαδραχάνη

   Ο Αθανάσιος Πάριος (1721-1813), ο οποίος το 1994 ανεγνωρίσθη επισήμως από την Εκκλησία μας ως άγιος, μαζί με το Μακάριο Νοταρά επίσκοπο Κορίνθου και τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη υπήρξαν οι κορυφαίες θεολογικές προσωπικότητες του 18ου αιώνος και συνέχισαν το έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (του 14ου αιώνος). Από τους εχθρούς τους ονομάστηκαν ειρωνικά Κολλυβάδες. Από διαπρεπείς όμως ερευνητές και μάλιστα ξένους (l. Petit, Le Guillu, Αμφιλόχιος Ράντοβιτς) θεωρήθηκαν ως οι δημιουργοί της ησυχαστικής και φιλοκαλικής αναγεννήσεως του 18ου αιώνος (βλ. πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση, καθηγητού του Α.Π.Θ., Κολλυβάδικα, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 69).
     Ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος μεταξύ των άλλων εξέδωσε τους λόγους του αρχιεπισκόπου Φιλαδελφείας Μακαρίου του Χρυσοκεφάλου, τους οποίους προλόγισε ανωνύμως, προσέθεσε δε σ’ αυτούς και ένα δικό του λόγο, Εις τον άγιον Γρηγόριον Παλαμάν, που εξεφωνήθη στη Θεσσαλονίκη την Β΄ Κυριακή των Νηστειών του 1759 ή του 1768 (βλ. Μακαρίου Χρυσοκεφάλου, Λόγοι πανηγυρικοί ιδ΄, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1989, εισαγωγή αρχιμ. Ειρηναίου Δεληδήμου). Ο λόγος αυτός, που περιέχεται στις σσ.550-563, υμνεί δεόντως τον Γρηγόριο Παλαμά, κατακεραυνώνει τους παπικούς ελεεινολογεί δε και θρηνεί τους ορθοδόξους ενωτικούς (=τους σημερινούς οικουμενιστές). Θα παραθέσουμε μόνο την σ. 560 όπου μιλάει για τους ενωτικούς.
    «Αχ αδελφοί Χριστιανοί, και εις τούτο εκαταντήσαμεν, ώστε να μην είναι πλέον διάκρισις του σίτου από τα ζιζάνια; Των προβάτων από τους λύκους; του φωτός από το σκότος; του Χριστού από τον Βελίαρ· τις κοινωνία φωτί πρός σκότος; τις συμφώνησις ευσεβών μετά αιρετικών; τις σχέσις; τι καλή υπόληψις είναι τούτη, οπού έχομεν εις τους εχθρούς της αληθείας και των Αγίων μας; Πού είναι εκείνο το πυρ, οπού ήλθε να βάλη ο Χριστός εις την γήν; Εσβέσθη, εψυχράνθη από μιας· πού είναι εκείνη η μάχαιρα του Χριστού, οπού χωρίζει και το ίδιον αίμα, και συγγενής τον συγγενή αποστρέφεται, και αδελφός από αδελφόν χωρίζεται δια την ευσέβειαν· έλειψεν, απώλετο τελείως από λόγου μας· δια τούτο λοιπόν και εις την Ρώμην οι Ανατολικοί· δια τούτο και συνοικέσια με τους παπιστάς· δια τούτο και οι Φράγκοι των Ρωμαίων γίνονται ανάδοχοι· δια τούτο ιερείς Ανατολικοί και στεφανώνουσι και θάπτουσιν, όχι μονάχα Λατίνους, αλλά και τους λουθηροκαλβινιστάς· δια τούτο τόσα και τόσα άλλα κατεγνωσμένα και αξιοκατάκριτα, δια τούτο λέγω, διατί δεν έχομεν ζήλον δια την ευσέβειαν· και καταρώνται εκείνοι, και ημείς ευλογούμεν· εκείνοι ακαταπαύστως τρέχοντες επάνω και κάτω, πλανούσι, διαστρέφουσι, σύρνουσι τους αδελφούς μας εις την απώλειαν· και εις ημάς δεν είναι άδεια να δώσωμεν καν είδησιν εις τα λογικά πρόβατα, να φυλάγωνται από τους ψυχοφθόρους τούτους λύκους, αλλά κατηγορούμεθα ως ταραχοποιοί· εκείνοι, δια να μη λέγω τα πολλά, μας ονομάζουσι ψυχάς απωλεσμένας, άνιμαι πέρσαι (animae persae), και με όλον οπού ημείς, με την χάριν του Θεού, απαρασάλευτοι στεκόμεθα εις το θεμέλιον, της Αποστολικής και θεοπαραδότου ομολογίας· και ημείς ως αναίσθητοι, τους έχομεν ως αδελφούς· αμφιβάλλει τάχα τινάς, πως έτζι μας φρονούσι, και έτζι μας ονομάζουσιν; άς διηγηθή, όποιος ηξεύρει, δια τον αδελφόν μας χριστιανόν οπού εσπούδαζεν ιατρικήν εις μίαν πόλιν της Ιταλίας Βονωνίαν ονομαζομένην· τον οποίον, διατί δεν ηθέλησεν εις τον θάνατόν του να εξομολογηθή και να κοινωνήση φράγκικα, τον έρριψαν έξω από τα τοιχόκαστρα, εις τον τόπον, οπού ρίπτουσι τα ψοφιμαία ζώα, και τον έφαγαν οι σκύλοι».
       Εμείς δεν θα προσθέσουμε τίποτε άλλο. Αναλογιζόμεθα μόνο, τι θα έλεγε ο άγιος Αθανάσιος εάν ζούσε σήμερα…

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος ὁ Κολλυβᾶς

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος ὁ Κολλυβᾶς, ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἐξέχουσες μορφὲς τοῦ μοναστικοῦ φρονήματος τοῦ 18ου αἰῶνος, καθὼς καὶ μία φωτισμένη μορφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους. Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Ἀθανάσιος Τούλιος καὶ καταγόταν ἀπὸ τὸ νησὶ τῆς Πάρου. Ὁ ἴδιος ξεχώρισε σὲ μία δύσκολη ἐποχὴ γιὰ τὸ Ἑλληνικὸ γένος, γιὰ τὴ θεολογικὴ κατάρτισή
του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ θύραθεν παιδεία του, ἀφοῦ διετέλεσε διδάσκαλος καὶ σχολάρχης.
Ὁ Ὅσιος ἐγεννήθηκε τὸ 1722 ἢ 1723, στὸ Κῶστο τῆς Πάρου καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀθανάσιος. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἀπόστολος Τούλιος μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Σίφνο, ἀλλὰ ἐκατοίκησε στὸ Κῶστο, ἀφοῦ ἐνυμφεύθηκε Κωστιανή. Ἐκεῖ ἐδιδάχθηκε τὰ πρῶτα του γράμματα στὰ ὁποῖα ἔδειξε ἰδιαίτερη κλίση, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ πατέρας του τὸν ἔστειλε στὴ Σχολὴ τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Ναούσης Πάρου. Στὴν συνέχεια τὸν ἀπέστειλε στὴ Σχολὴ τοῦ Παναγίου Τάφου στὴ Σίφνο καὶ κατόπιν μὲ ἔξοδα τῆς Μονῆς Ἁγίου Ἀντωνίου Κεφάλου στὴ Σχολὴ τῆς Ἄνδρου, ἂν καὶ οἱ βιογράφοι του δὲν συμφωνοῦν ὄλοι μὲ αὐτό. Τὸ 1745, σὲ ἡλικία 23 ἐτῶν ἀποχαιρετᾶ τοὺς γονεῖς του καὶ φθάνει στὴ Σμύρνη, ὅπου ἐγγράφεται στὴν Εὐαγγελικὴ Σχολή. Μιὰ σχολὴ ὅπου ἐφοίτησαν ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς καὶ ὁ Νικόλαος Καλλιβούρτσης, δηλαδὴ ὁ μετέπειτα στενός του συνεργάτης Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, παραμένοντας ἐκεῖ γιὰ ἕξι ἔτη. Ὅταν πληροφορήθηκε τὴ λειτουργία τῆς Ἀθωνιάδας Σχολῆς μὲ διευθυντὴ τὸ Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, ἀπὸ τὴν Πάτρα, ἐγγράφεται ἀμέσως (1751), τὴν ἐποχὴ ποὺ ἀναλαμβάνει Διευθυντὴς ὁ Διάκονος τότε, Εὐγένιος Βούλγαρης. Ἀπὸ τὸ Νεόφυτο ἐκπαιδεύτηκε στὰ «Γραμματικὰ» καὶ στὰ «Περὶ Συντάξεως» τοῦ Θεοδώρου Γαζῆ, ἐνῶ ἀπὸ τὸν Εὐγένιο στὰ φιλοσοφικὰ μαθήματα καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς. Κατόπιν ἐκπαιδεύεται στὴ ρητορικὴ καὶ τὴν ποιμαντική, ἐνῶ σταδιακὰ ἀρχίζει νὰ ξεχωρίζει γιὰ τὶς ἰκανότητές του. Ἡ διαρκὴς ἀνέλιξή του τὸν καθιστᾶ «δεξὶ χέρι» τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη καὶ σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν, ἀναλαμβάνει τὴ θέση τοῦ καθηγητοῦ τῆς Σχολῆς.
Ἡ φήμη του γιὰ τὶς ἰκανότητές του ἐμαθεύθηκε ἀνάμεσα στὴν ὑπόδουλη ὀρθόδοξη κοινότητα, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Θεσσαλονικεῖς τὸν ζητοῦν γιὰ τὴ Διεύθυνση τῆς Σχολῆς τους. Μὲ παρότρυνση ἀλλὰ καὶ πίεση τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη δέχεται, ἂν καὶ ἀρχικὰ προέβαλε κάποιες ἐνστάσεις. Ἔτσι διευθύνει τὴ Σχολὴ ἐπιτυχῶς γιὰ τέσσερα χρόνια (1758 – 1762), ὅταν καὶ τὸ 1762 ἡ Σχολὴ κλείνει λόγῳ ἐπιδημίας πανώλης. Ἔτσι καταφεύγει σὲ μία σχολὴ στὴν Κέρκυρα, ποὺ τὴ διευθύνει ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης. Ἐκεῖ τελικὰ ὁλοκληρώνει τὶς σπουδές του καὶ ὁδηγεῖται στὸ Μεσολόγγι, μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ συμμαθητοῦ του στὴν Ἀθωνιάδα Παναγιώτη Παλαμᾶ, ποὺ εἶχε ἱδρύσει ἀπὸ τὸ 1760 τὴν Παλαμιαία Σχολή. Μετὰ τὰ Ὀρλωφικὰ (1768 – 1774), ἡ Παλαμιαία Σχολὴ εὑρίσκεται σὲ ἀκμὴ μὲ τὸν Ἀθανάσιο νὰ διαδραματίζει σημαντικὸ ρόλο, ὅμως τότε λαμβάνει τιμητικὴ πρόσκληση ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο ἀναφέροντάς του: «Ἡ μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διὰ γραμμάτων Συνοδικῶν τὸν παρακαλεῖ ν’ ἀπέλθει εἰς Ἅγιον Ὄρος ὡς διδάσκαλος καὶ σχολάρχης τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς μετὰ τὸν ἀοίδιμον Εὐγένιον».
Ὁ ἴδιος δέχεται ἄμεσα καὶ παρεπιδημεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου συναντᾶ τὸν Ἅγιο Μακάριο Νοταρᾶ, ὁ ὁποῖος τὸν προτρέπει νὰ χειροτονηθεῖ. Ὁ Ἀθανάσιος ὑπακούει καὶ χειροτονεῖται ἀπὸ τὸν ἴδιο πρεσβύτερος. Τὸ 1777, πικραμένος ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετωπίσθηκαν οἱ Κολλυβάδες καὶ μετὰ ἀπὸ κάλεσμα ἐπιστρέφει ὡς Σχολάρχης στὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης. Διευθύνει τὴ Σχολὴ γιὰ 6 ἔτη (1777 – 1783) ἢ γιὰ ἄλλους 8 ἔτη (1777 – 1785). Τὸ ποίμνιο τῆς Θεσσαλονίκης τὸν γνωρίζει πλέον καὶ ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος ὡς Ἱερέα. Τώρα μὲ νέα Πατριαρχικὴ ἐπιστολὴ καλεῖται νὰ ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τῆς Σχολῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τοῦ ζητοῦν μάλιστα νὰ καθορίσει μόνος του τὸ ὕψος τῆς ἀμοιβῆς του. Ὁ ἴδιος ὅμως θὰ ἀπαντήσει: «Τὰς μὲν ἀρχιερατείας τιμῶ καὶ προσκυνῶ ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄξιος. Ἂν ἐκαταλάμβανα ὅτι ἔκαμνα περισσότερον καρπὸν εἰς τὴν Βασιλεύουσαν πόλιν, ἤθελα ἔλθει αὐτόκλητος. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς στοχάζομαι, αὐτοῦ εἶναι κάποια ἐμπόδια, διὰ τοῦτο, ἄφετέ μέ, παρακαλῶ, ἐδῶ εἰς τὰ πέριξ νὰ ὠφελῶ ὅσον δύναμαι τοὺς ἀδελφούς μου καὶ τὸ Γένος μου». Καὶ τὸν ἄφησαν...
Ἡ ὁριστική του ἀπόφαση εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πατρίδα του, τὴν Πάρο. Καὶ ἐνῶ τὸ πλοῖο κατευθύνεται πρὸς τὸ νότιο Αἰγαῖο, ξεσπάει ὁ Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος καὶ τὸ πλοῖο ἀναγκάζεται νὰ προσορμισθεῖ στὴ Χίο (5 – 6 Νοεμβρίου 1786, 64 ἐτῶν). Ἀποσύρεται στὸ μονύδριο τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἐκεῖ μελετᾶ καὶ προσεύχεται. Ξεκινᾶ τὸ Θεολογικὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ τὴ Λογικὴ τοῦ ἀοιδίμου Εὐγένιου Βούλγαρη. Ὅταν τελειώνει ὁ πόλεμος, δέχεται νὰ παραμείνει στὴ Χίο, στὰ χέρια τῆς βουλήσεως τοῦ Θεοῦ. Τελικὰ θὰ παραμείνει ἐκεῖ τρεῖς δεκαετίες. Ἡ «Φιλοσοφικὴ Σχολή», ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσαν, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του γνωρίζει τεράστια ἀκμὴ καὶ ἀνάλογη φήμη. Τὸ 1812, 90 ἐτῶν πλέον, παραιτεῖται.
Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ πὼς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς διωκόμενους Κολλυβάδες μοναχοὺς (ὅπως ὑποτιμητικὰ τοὺς ἀποκαλοῦσαν, λόγῳ τῆς θεολογικῆς διαμάχης γιὰ τὴ χρήση τῶν Κολλύβων), οἱ ὁποῖοι μὲ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα, προσπάθησαν καὶ τελικὰ κατάφεραν νὰ διατηρήσουν, ἀπὸ τὶς νοθεῖες τοῦ Πρωτεσταντισμοῦ καὶ τῆς Οὐνίας, τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἐδέχθηκε σφοδρὸ διωγμὸ στὸ Πατριαρχεῖο, μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, τὸν Ἅγιο Μακάριο Νοταρᾶ, τὸν Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, τὸν Ἀγάπιο τὸν Κύπριο, τὸν Ἰάκωβο τὸν Πελοποννήσιο καὶ τὸν Χριστόφορο Προδρομίτη, γιὰ τὸν ἀγώνα τους ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας. Ὁ ἴδιος καθαιρεῖται ἀπὸ ἱερέας καὶ καταδικάζονται οἱ ὑπόλοιποι. Διώκονται καὶ ἐξορίζονται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνῶ ὁ Ἀθανάσιος ὁδηγεῖται, ὅπως προαναφέρθηκε, στὴ Θεσσαλονίκη. Ἡ πίκρα ὅμως τῶν διωγμῶν αὐτῶν ἔγινε τὸ νερὸ ποὺ ἐπότισε  μὲ τοὺς διασκορπισμένους Κολλυβάδες τὸ Ὀρθόδοξο Γένος σὲ μία δύσκολη καὶ μεταβατικὴ ἱστορικὴ ἐποχή.
Τὸ 1771 ἐντέλει, ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία διαπίστωσε τὶς συκοφαντίες καὶ τοὺς ἀθωώνει. Μεταξὺ ἄλλων ἡ ἀθώωση ἀναφέρει:
«Δύναται πολλάκις καὶ συρραφεῖσα διαβολὴ ὑποκλέψαι τοῖς ἀνεγκλήτοις καὶ ἀναιτίου καταδίκης αἰτία γενέσθαι πρὸς ἄνδρας ἀθώους καὶ ἀμετόχους τῶν κατ’ αὐτῶν λαληθέντων... Ἐπειδὴ τοιγαροῦν καὶ ὁ κὺρ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ἀνὴρ ὢν οὐ τῶν εὐκαταφρονήτων, σοφίας τὲ μετασχηκὼς τῆς θύραθεν καὶ τῆς καθ’ ἡμᾶς καὶ καλῶς μεμνημένος τὰ θεῖα... ἀθῶος ὑπάρχει... ἔχων καὶ τὸ ἐνεργοῦν τῆς ἱερωσύνης αὐτοῦ ἀκωλύτως...».
Στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀποσύρθηκε σὲ ἕνα ἀπόμερο μέρος τῆς Χίου, τὰ Ρεστά, ὅπου ὑπῆρχε μονύδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκεῖ μαζί του ἡσύχαζε καὶ ὁ μαθητὴς καὶ φίλος του Νικηφόρος καὶ ὁ Ἱεροδιάκονος Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ Φουρνὰ τῶν Ἀγράφων, ὁ ὁποῖος εἶχε χρηματίσει καὶ δάσκαλος στὴ Σχολή. Ἐδῶ συγγράφει τὸ πόνημά του «ἀλεξίκακον πνευματικὸν» κατὰ τῶν τότε «ἐκσυγχρονιστῶν» ποὺ ἀντέλεγαν καὶ ἐφέρονταν καταφρονητικὰ σὲ ζητήματα τῶν Θείων Γραφῶν. Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του παθαίνει ἀποπληξία. Ὁ ἴδιος προετοιμάσθηκε πνευματικά, μετέλαβε καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μιὰ ἡμέρα μετά, στὶς 24 Ἰουνίου 1813. Στὰ προπύλαια τοῦ ναοῦ ἐθαψαν τὸ σεπτό του σκήνωμα, ἐνῶ οἱ συνασκητὲς στὸ κελί του βρῆκαν μόνο μία τριμμένη στολή, ἕνα μελανοδοχεῖο καὶ ἕνα λυχνάρι. Τὰ ὀστά του τοποθετήθηκαν στὸ ὀστεοφυλάκιο τοῦ ναϋδρίου, ἀλλὰ ἀποτεφρώθηκαν κατὰ τὴ μεγάλη πυρκαγιά, τὸ 1822.
Τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου εἶναι πλούσιο καὶ πολὺ σημαντικό. Ἀφορᾶ σχεδὸν ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς χριστιανικῆς δράσεως (βίοι Ἁγίων, δογματικά, κοινωνικά, λειτουργικά, παιδαγωγικά, ποιμαντικά) καὶ ἀξιολογεῖται σήμερα τὴ βιβλική, κοινωνικὴ καὶ δογματική του κατάρτιση, ὡς ἕνα ἐξαιρετικὸ δεῖγμα ὀρθόδοξης ποιμαντικῆς διακονίας.
 

"Ἐκτροπές ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως" -ὠμός φασισμός- ποὺ ὑπηρέτησε ὁ Ζηζιοῦλας!

"Ἐκτροπές ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως" -ὠμός φασισμός- ποὺ ὑπηρέτησε ὁ Ζηζιοῦλας!

 Ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερα κείμενα ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ τῆς Συνόδου, ἔχει γράψει  ὁ μεγάλος αἱρετικὸς μητροπ. Περγάμου! Πιὸ καταλυτική κριτικὴ καὶ πιὸ χειροπιαστὴ ἀπόδειξη γιὰ τὴν ἀντιδημοκρατική, ἀντι-συνοδικὴ τακτική (δηλαδὴ τὸν ὠμὸ φασισμό)  ποὺ λειτούργησε στὴν «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο» δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀπὸ τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα τοῦ μέντορα καὶ θεωρητικοῦ τῆς Συνόδου κ. Ἰωάννη Ζηζιοῦλα. Τὸ συναντήσαμε στὴν προηγουμένη ἀνάρτηση (ἐδῶ). 

«Δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ μὴ μνημονεύσουμε τὸ σοβαρὸ ἐκκλησιολογικὸ ζήτημα ποὺ ἐγείρεται, κατὰ τὸν Μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη (Ζηζιοῦλα), ἀπὸ τὴν μὴ συμμετοχὴ ὅλων τῶν ἐπισκόπων. Γράφει ὁ Μητροπολίτης Περγάμου:
Σύνοδος, λοιπόν, δὲν εἶναι ἕνας θεσμὸς ὑπεράνω τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἕνας θεσμὸς ποὺ ἐκφράζει τὴν ἑνότητα, τὴν σύμπτωση, τὴν συναίνεση καὶ ἀμοιβαιότητα τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Κάτι τέτοιο δομικὰ καὶ ὀργανωτικὰ ἐξασφαλίζεται μὲ τὸ νὰ μετέχουν αὐτοδικαίως στὶς Συνόδους ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι

Γι’ αὐτὸ εἶναι ἐκτροπές, ἀπὸ ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως, ὅλες οἱ μορφὲς τῶν Συνόδων οἱ ὁποῖες – ἐκτὸς ἂν ἔχουν ἀναπόφευκτο λόγο ἱστορικῆς ἀνάγκης – ἀποκλείουν ὁρισμένους ἐπισκόπους ἀπὸ τὴ συμμετοχὴ στὴ Σύνοδο. Ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν διάφορες τέτοιες ἀδικαιολόγητες ἐκκλησιολογικὰ ἀποκλίσεις… Ὅταν ὅμως μπορεῖ ἡ Σύνοδος νὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ ὅλους, τὸ νὰ ἐπιλέγεις ὁρισμένους καὶ νὰ τοὺς καθιστᾶς ἐξουσιαστὲς πάνω στοὺς ὑπολοίπους ἐπισκόπους διαβρώνει ἐπικίνδυνα τὰ θεμέλια της Ἐκκλησιολογίας καὶ δημιουργεῖ ἀνωμαλίες καὶ ἐκτροπές… Ἡ ἰδεώδης κατάσταση εἶναι ἡ σύναξη ὅλων τῶν ἐπισκόπων”».

Ζηζιούλα Ἰ., Θέματα Ἐκκλησιολογίας, Πανεπιστημιακὲς παραδόσεις, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 71-73.

Πῶς νὰ νικήσης τοὺς κακοὺς λογισμούς

 Πῶς νὰ νικήσης τοὺς κακοὺς λογισμούς

Ἀπὸ τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς ποὺ πολεμοῦν τὸν ἄνθρωπο, τρεῖς εἶναι οἱ πιὸ σκληροί: τῆς ἀπιστίας, τῆς βλασφημίας καὶ τῆς πορνείας.
 

 …Πρόσεξε, καὶ θὰ διαπιστώσης ὅτι καὶ τὰ τρία εἴδη τῶν λογισμῶν γεννιοῦνται συχνὰ ἀπὸ τὴν κατάκρισι. Μὴν κατακρίνης τὸν ἀδελφό σου καὶ θὰ καταφέρης γενναῖο πλῆγμα στοὺς πονηροὺς λογισμούς. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ πόλεμος τῶν λογισμῶν ταλαιπωρεῖ συνήθως τοὺς ὑπερηφάνους καὶ φθονερούς, ὁ πιὸ σίγουρος τρόπος γιὰ ν’ ἀπαλλαγῆς ἀπ’ αὐτὸν εἶναι νὰ καλλιεργήσης μέσα σου τὴν ταπείνωσι καὶ τὴν ἀκακία.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες διδάσκουν καὶ ὑποδεικνύουν τὰ μέσα καὶ τοὺς τρόπους ποὺ θὰ χρησιμοποιήσης γιὰ νὰ νικήσης τοὺς λογισμοὺς καὶ νὰ καταισχύνης τοὺς δαίμονες ποὺ τοὺς σπέρνουν μέσα σου:
Νὰ τοὺς φανερώνης στὸν πνευματικό σου μὲ τὴν ἐξομολόγησι.
Νὰ προσεύχεσαι στὸν Κύριο μὲ θέρμη, ἀναθέτοντας σ’ Ἐκεῖνον τὴν ἀσθένειά σου καὶ ὁμολογώντας τὴν ἀδυναμία σου.
 

Νὰ καλλιεργῆς μέσα σου τὴ συντριβὴ τοῦ νοῦ, τὴν αὐτομεμψία καί, γενικά, ταπεινὸ φρόνημα.
 

Ν΄ ἀγαπήσης τὴ νηστεία, ποὺ θανατώνει πρὸ παντὸς τοὺς σαρκικοὺς λογισμούς.
 

Ν’ ἀγαπήσης τοὺς σωματικοὺς κόπους καὶ μόχθους, ποὺ ταπεινώνουν τὸ σῶμα καὶ πνίγουν μέσα στὸν ἱδρώτα σου τὶς πανουργίες τῶν δαιμόνων.
 

Νὰ ζῆς συνέχεια μὲ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου καὶ τῆς φοβερῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ.
 

Ν’ ἀντιπαραθέτης στοὺς ρυπαροὺς λογισμοὺς ἄλλους λογισμούς, ὑγιεῖς καὶ θεαρέστους.
 

Τέλος, ἂν εἶσαι δυνατός, περιφρόνησε καὶ περιγέλασε τοὺς λογισμούς, κι ὕστερα προσπέρασέ τους ἀδιάφορα.
Ὁ τελευταῖος αὐτὸς τρόπος ἐξευτελίζει τελείως τοὺς δαίμονες.


Ἀπὸ τὸ βιβλίον :
«Πνευματικὸ Ἀλφάβητον», Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Ροστὼφ.
Ἔκδοσις Εἰκοστὴ.
Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττική, 2004 .

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

ΘΑ ΑΝΑΠΑΥΘΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΑΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΕΙ Η ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για π. θεόδωρος ζήσης

ΘΑ ΑΝΑΠΑΥΘΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΑΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΕΙ Η ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση
Ὁμοτίμου Καθηγητού Α.Π.Θ.

1. Ὁλόκληρη ἡ «Σύνοδος» εἶναι ἕνα ατόπημα
Συμπληρώθηκε ἤδη ἕνα ἔτος ἀπὸ τὴν σύγκληση καὶ λειτουργία τῆς λε-γομένης «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου», ποὺ ἔλαβε χώρα στὴν Κρήτη τὸν Ἰούνιο τοῦ 2016. Ὅμως ὁ σάλος καὶ ἡ ἀναστάτωση ποὺ προκάλεσε στὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἐξακολουθοῦν νὰ ὑφίστανται καὶ νὰ αὐξάνουν, παρὰ τὶς προσπάθειες ποὺ καταβάλλουν οἱ ὀργανωτὲς καὶ οἱ ὑποστηρι-κτές της νὰ τὴν ἐπιβάλουν μὲ διωγμοὺς καὶ ἄσκηση βίας. Ἡ ἀλήθεια ἐπιβάλλεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἀπὸ μόνη της· τὸ ψεῦδος χρειάζεται μεθοδεύσεις, σχεδιασμούς, πονηρίες, ἐνίοτε καὶ διωγμούς, γιὰ νὰ γίνει ἀποδεκτό, χωρὶς πάντοτε νὰ τὰ καταφέρνει. Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτῆς τῆς συνόδου ὡς ψευδοσυνόδου ἀπὸ πολλοὺς εἶναι ἀληθέστατος. Δὲν ἔχει τίποτε ποὺ νὰ τὴν συνδέει μὲ τὶς ἀληθινὲς συνόδους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας· εἶναι μία μεταλλαγμένη, ἀλλοτριωμένη σύνοδος, ξένη παντελῶς πρὸς τὴν συνοδική μας παράδοση, δὲν ἀποτελεῖ συνέχεια τῶν προηγουμέ-νων συνόδων, ὅπως θὰ ἔπρεπε. Ἀντίθετα διακόπτει αὐτὴν τὴν ἑνότητα καὶ συνέχεια, ἔχει πλῆθος κανονικῶν καὶ θεολογικῶν ἀτοπημάτων, εἶναι ὁλόκληρη ἕνα ἀτόπημα, ἐκτὸς τοῦ εὐλογημένου καὶ ἁγιασμένου τόπου τῆς ὀρθοδόξου ἱεροκανονικῆς παραδόσεως καὶ τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων. Γι᾽ αὐτό, τὸ μόνο ποὺ τῆς ἀξίζει εἶναι νὰ ἀπορριφθεῖ καὶ νὰ καταδικασθεί.
2. Ὀρθόδοξες ἀντιστάσεις
Προσπάθησαν πολλοὶ νὰ ἀποτρέψουν τὴν σύγκλησή της, διότι ἀπὸ τὴν προσυνοδικὴ διαδικασία τῆς προετοιμασίας της, καὶ ὡς πρὸς τὸ τυπικὸ μέρος τῆς συγκλήσεως καὶ λειτουργίας της καὶ ὡς πρὸς τὸ οὐσιαστικὸ τῆς θεματολογίας, ἦσαν ἐμφανεῖς οἱ ἀποκλίσεις ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη συνοδικὴ παράδοση. Μεταξὺ αὐτῶν μεγάλες ἅγιες καὶ ὁσιακὲς μορφὲς τῆς Ἐκκλη-σίας, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ὁ ὅσιος Ἁγιορείτης Γέροντας Δανιὴλ Κατουνακιώτης, ὁ ὅσιος Γέροντας τῆς Λογγοβάρδας Φιλόθεος Ζερ-βάκος, ὁ ὅσιος ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης, ὁ ὅσιος Γέροντας Ἀθα-νάσιος Μυτιληναῖος. Στὴν νεώτερη φάση τῆς ξαφνικῆς ἐπιτάχυνσης μὲ τὴν δῆθεν βελτίωση καὶ διόρθωση τῶν προσυνοδικῶν κειμένων ἀντέδρασαν πολλὲς τοπικὲς ἐκκλησίες μὲ συνοδικὲς ἀποφάσεις. Τέσσαρες μάλιστα ἀπὸ αὐτὲς ἀρνήθηκαν νὰ λάβουν μέρος στὴν λειτουργία της, δηλαδὴ οἱ ἐκκλη-σίες Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας. Ἐδήλωσαν μάλιστα μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν της ὅτι δὲν δεσμεύονται ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις της. Καὶ μόνο τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀκυρώνει καὶ ἀχρηστεύει τήν «σύνοδο», ὄχι μόνο γιατὶ αὐτὲς οἱ τέσσαρες ἐκκλησίες ἐκπροσωποῦν περισσότερους ἀπὸ τοὺς μισοὺς Ὀρθοδόξους πιστούς, καὶ ἑπομένως ἡ «σύνοδος» ἦταν μειωμέ-νης ἀντιπροσωπευτικότητος, ἀλλὰ και διότι ἡ «σύνοδος» στερεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῶν Ὀρθοδόξων Μεγάλων Συνόδων, νὰ εἶναι δηλαδὴ παρόντες οἱ προκαθήμενοι ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν ἤ προσω-πικῶς ἤ μὲ ἀντιπροσώπους, νὰ ὑπογράφουν ὅλοι τὶς ἀποφάσεις της, ἤ νὰ δηλώνουν διὰ γραμμάτων δημοσίως ὅτι δέχονται τὶς ἀποφάσεις, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης σὲ ἐκτενῆ ὑποσημείωση στὸ «Πηδά-λιο» καὶ στὰ «Προλεγόμενα» γιὰ τὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.
Ἀρκετοὶ ἀρχιερεῖς ἐπίσης, τὸ Ἅγιον Ὄρος, πολλοὶ κληρικοὶ καὶ μονα-χοί, πανεπιστημιακοὶ διδάσκαλοι, ἔγκριτοι  θεολόγοι καὶ δημοσιογράφοι, ἐ-πεσήμαναν τοὺς κινδύνους πρὶν ἀπὸ τὴν σύγκληση τῆς «συνόδου» μὲ κο-ρυφαία ἐκδήλωση τὴν Θεολογικὴ - Ἐπιστημονικὴ Ἡμερίδα ποὺ ὀργανώθη-κε στὸν Πειραιᾶ στὶς 23 Μαρτίου τοῦ περασμένου ἔτους (2016) ἀπὸ τὶς Ἱε-ρὲς Μητροπόλεις Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως, Γλυφάδας, Κυθήρων, Πει-ραιῶς καὶ ἀπὸ τήν «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν», μὲ θέμα: «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Μεγάλη προετοιμασία χωρὶς προσδο-κίες». Μέλη μάλιστα τῆς «Συνάξεως Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν», μετὰ ἀπὸ πρόσ-κληση τῶν τοπικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν, ἐπισκεφθήκαμε καὶ ἄλλες ὀρ-θόδοξες χῶρες, ὅπως τὴν Ρουμανία, Βουλγαρία, Γεωργία καὶ τὴν ἀνεξάρτη-τη Μολδαβία, γιὰ νὰ συμπροβληματισθοῦμε καὶ νὰ συζητήσουμε γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς μεγάλης αὐτῆς προκλήσεως τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης.
3. Ὁ στρουθοκαμηλισμὸς τοῦ ἐφησυχασμοῦ
 
Δυστυχῶς ὅλες αὐτὲς καὶ πολλὲς ἄλλες ἀντιδράσεις δὲν κατόρθωσαν νὰ ἀποτρέψουν τὴν σύγκληση τῆς «συνόδου», ἡ ὁποία πλέον ἀποτελεῖ μία πραγματικότητα, ἕνα γεγονὸς ἱστορικό, ποὺ καταγράφτηκε στὶς δέλτους τῆς ἱστορίας. Δὲν μποροῦμε στρουθοκαμηλίζοντες νὰ τὸ ἀγνοήσουμε καὶ νὰ ἰσχυριζόμαστε ὅτι ἡ «σύνοδος» τοῦ Κολυμπαρίου «ἀπέθανε καὶ ἐτάφη». Μποροῦμε ὅμως ὁμολογητικὰ καὶ ἀγωνιστικὰ νὰ τὸ ἀπορρίψουμε καὶ νὰ τὸ καταδικάσουμε, ὥστε νὰ προετοιμάσουμε καὶ μία συνοδικὴ πανορθόδοξη καταδίκη τῆς «συνόδου». Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ συνῆλθαν καὶ ἀποφάσισαν κάποιες ψευδοσύνοδοι νὰ προωθήσουν καὶ νὰ ἐπιβάλουν διάφορες πλάνες καὶ αἱρέσεις, μερικὲς μάλιστα καὶ ὡς οἰκου-μενικές. Τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ προωθεῖ καὶ ἐπιβάλλει τώρα μὲ τὶς ἀποφάσεις της ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης, καὶ εἶναι βέβαιο πὼς καὶ αὐτὴ θὰ ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅση μανία καὶ ἐκδικητικότητα καὶ ἂν ἐπιδεικνύουν οἱ ὀργανωτὲς καὶ οἱ ὑποστηρικτές της ἐναντίον αὐτῶν ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὶς ἀλήθειες τῆς Πί-στεως, καὶ ὅση δειλία ἤ ἄλλες σκοπιμότητες καθοδηγοῦν τοὺς ἐφησυχά-ζοντες.
Ἔχει πάντως ὀρθὰ λεχθῆ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ ὅτι μία αἵρεση καὶ μία αἱρετικὴ σύνοδος δὲν πολεμοῦνται μὲ τὸν ἐφησυχασμὸ καὶ τὴν ἀδιαφορία, οὔτε πεθαίνουν ἀπὸ μόνες τους. Ἀποτελοῦν νοσογόνους παράγοντες, μολυσματικὲς ἀσθένειες, ποὺ μεταδίδουν τὸν ἰὸ καὶ τὸ δηλη-τήριο τῆς αἱρέσεως στοὺς ἀνυπεράσπιστους πιστούς, καὶ πρέπει θεραπευ-τικὰ ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐμποδίσει τὴν ἐξάπλωσή τους, μὲ τὴν φανέρωση, συν-οδικά, τοῦ κινδύνου ποὺ περικλείουν καὶ μὲ τὴν συνοδικὴ καταδίκη τους. Ὅταν κάποιος συνομιλητὴς τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ εἶπε ὅτι οἱ αἱρετικὲς μονοθελητικὲς ἀποφάσεις δὲν ἰσχύουν πλέον, γιατὶ δὲν προβάλλονται, ἀποσιωπῶνται, ὅπως τώρα κάποιοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ «σύνοδος ἀπέθανε καὶ ἐτάφη», ἐκεῖνος ἀπήντησε ὅτι αὐτὸ δὲν φθάνει, διότι παραμένουν νοερὰ μέσα στὶς ψυχές. Πρέπει νὰ ἀπορριφθοῦν συνοδικά, καὶ νὰ γίνουν δεκτὰ τὰ εὐσεβῆ δόγματα καὶ οἱ ἱεροὶ κανόνες, ὥστε νὰ πέσει τὸ μεσότοιχο ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὴν αἵρεση[1]. Πολὺ περισσότερο αὐτὸ πρέπει νὰ γίνει τώρα, ποὺ οἱ ἀποφάσεις τῆς Κρήτης προβάλλονται καὶ κηρύσσονται μὲ ἔπαρση, καύχηση καὶ ἐπιμονή.
4. Ἑκατοντάδες ἄρθρων καὶ μελετῶν ἐναντίον τῆς «Συνόδου».
Δὲν εἶναι βέβαια δυνατὸν στὰ πλαίσια ἑνὸς μικροῦ ἐπετειακοῦ ἄρθρου νὰ παρουσιάσουμε ἀναλυτικὰ καὶ σὲ ἔκταση τὰ κανονικὰ καὶ θεολογικὰ ἀτοπήματα τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης. Αὐτὰ ἔχουν παρουσιασθῆ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν «σύνοδο» καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὴν μὲ ἑκατοντάδες ἄρθρων καὶ μελετῶν στὸν ἠλεκτρονικὸ καὶ ἔντυπο τύπο. Μνημονεύουμε τὰ δύο τομίδια τῶν Πρακτικῶν τῆς «Θεολογικῆς - Ἐπιστημονικῆς Ἡμερίδος» τοῦ Πειραιᾶ, ποὺ ἐκυκλοφορήθησαν σὲ δύο συνεχόμενα τεύχη – φύλλα τῆς μηνιαίας ἐφημερίδας «Στύλος Ὀρθοδοξίας»· τὰ δύο μνημειώδη διπλᾶ τεύχη (350 σελίδων τὸ καθένα) τοῦ περιοδικοῦ «Θεοδρομία» τοῦ ἔτους 2016, ὅπου στὸ μὲν πρῶτο (Ἰανουάριος - Ἰούνιος 2016) καὶ μὲ ἐξώφυλλο τὴν ἀπεικόνιση τῶν τριῶν ὁσιακῶν μορφῶν, τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, τοῦ Ἁγιο-ρείτου Γέροντος Δανιὴλ Κατουνακιώτη καὶ τοῦ Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου ἔχομε ἀποθησαυρίσει ὅσα κριτικὰ καὶ ἀρνητικὰ ἐγράφησαν πρὶν ἀπὸ τὴν «σύνοδο», στὸ δὲ δεύτερο τεῦχος (Ἰούλιος - Δεκέμβριος 2016) καὶ μὲ ἐξώφυλλο τὴν φράση «Οὔτε Ἁγία, οὔτε Μεγάλη, οὔτε Σύνοδος», συγκεντρώσαμε ὅσα ἐλεγκτικὰ καὶ κριτικὰ ἐγράφησαν μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ἀπὸ τοπικὲς ἐκκλησίες, ἀρχιερεῖς, λοιποὺς κληρικούς, μοναχούς, πανεπιστημια-κοὺς καθηγητὰς καὶ ἔγκριτους θεολόγους καὶ δημοσιογράφους. Μόνα τους τὰ δύο αὐτὰ τεύχη ἀποτελοῦν μνημειώδη ἔκδοση – συλλογή, ἰσάξια πολ-λῶν συνεδρίων καὶ ἡμερίδων, ἀφοῦ συνέλεξαν τὶς σχετικὲς γνῶμες κορυ-φαίων ἱεραρχῶν καὶ θεολόγων. Ἂς προσθέσουμε καὶ τὰ δύο ἰδικά μας ἔργα, ἕνα πρὸ τῆς «συνόδου» μὲ τίτλο «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νὰ ἐλπίζουμε ἢ νὰ ἀνησυχοῦμε;», καὶ ἕνα μετὰ ἀπὸ τὴν «σύνοδο», ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο ἐκυκλοφορήθη, μὲ τίτλο: «Μετὰ τὴν “Σύνοδο” τῆς Κρήτης. Ἡ διακοπὴ μνημοσύνου καὶ ἡ δικαστική μου δίωξη».
5. Τὰ κανονικὰ καὶ θεολογικὰ ἀτοπήματα
Ἂς ἔλθουμε ὅμως σύντομα νὰ δοῦμε τὰ κανονικὰ καὶ θεολογικὰ ἀτοπή-ματα τῆς «Συνόδου», ἡ ὁποία ὁλόκληρη, ὅπως εἴπαμε, ἀποτελεῖ ἕνα ἀτό-πημα. Γιὰ ὅσους δὲν εἶναι ἐξοικειωμένοι μὲ τὴν θεολογικὴ ὁρολογία σημειώ-νουμε ὅτι μὲ τὸν ὅρο «κανονικὰ ἀτοπήματα» ἐννοοῦμε κυρίως τὶς παραβά-σεις τῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Ἱερῶν δηλαδὴ Κανόνων, ὡς πρὸς τὸ τυπικὸ μέρος τῆς διαδικασίας γιὰ τὴν σύγκληση καὶ λειτουργία τῆς «Συνόδου», ἐνῶ μὲ τὸν ὅρο «θεολογικὰ ἀτοπήματα» ἐννοοῦμε τὶς παρεκκλί-σεις ἀπὸ τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, μολονότι ἡ διάκριση αὐτὴ δὲν εἶναι πάντοτε ἐμφανής, καὶ τὰ κανονικὰ ἀτοπήματα εἶναι καὶ δογματικά, ὅπως καὶ τὸ ἀντίστροφο.
α) Ἡ μετάλλαξη τῆς «Συνόδου» ἀπὸ Οἰκουμενικὴ σὲ ἁπλὴ πανορθό-δοξη.
Τὸ πρῶτο κανονικὸ παράπτωμα ποὺ εἶναι συγχρόνως καὶ δογματικό, εἶναι ἡ μετάλλαξη, ἡ μεταβολὴ τῆς «Συνόδου» ξαφνικὰ ἀπὸ οἰκουμενικὴ σὲ ἁπλὴ πανορθόδοξη σύνοδο, σὲ σύνοδο τῶν τοπικῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν δῆθεν τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκ-κλησία, ἀλλὰ μέρος αὐτῆς, καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν μποροῦν μόνες τους νὰ συγκα-λέσουν οἰκουμενικὴ σύνοδο. Αὐτὴ ἡ πρωτοφανής, βλάσφημη, αἱρετικὴ ἐκ-κλησιολογικὴ ἐκτροπή, ποὺ θεωρεῖ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἐλλι-πής, χωρὶς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Δύσεως, χωρὶς τοὺς αἱρετικοὺς τῆς Δύ-σεως, δὲν ἀποτολμήθηκε νὰ παρουσιασθεῖ καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς προε-τοιμασίας τῆς «Συνόδου». Ἐπὶ ἐνενήντα καὶ πλέον ἔτη, ἀπὸ τὸ 1923 καὶ μετά, ἡ Σύνοδος προετοιμαζόταν ὡς οἰκουμενικὴ καὶ ἐθεωρεῖτο ὡς οἰκου-μενική. Τὸ ἀποδείξαμε αὐτὸ μὲ ἄρθρα μας, ὅπου παραθέσαμε σχετικὲς γνῶμες ἱεραρχῶν καὶ θεολόγων ποὺ ἔπαιρναν μέρος στὴν προετοιμασία τῆς «Συνόδου». Καὶ ξαφνικὰ τὸ 2014 στὴν Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλη-σίας τῆς Ἑλλάδος (8 Ὀκτωβρίου) ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, μόνιμος ἐπὶ ἔτη ἐκπρόσωπος στὶς προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέ-ψεις, εἶπε ὅτι ἡ «Σύνοδος» δὲν εἶναι οἰκουμενική, ἀλλὰ ἁπλῶς Ἁγία καὶ Μεγάλη. Ἀπὸ ἄγνοια ἤ ἀδιαφορία δὲν διαμαρτυρήθηκε κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἱεράρχες. Τὸν ἐκάλυψε μετὰ ἀπὸ ἕνα ἔτος ἀποκαλυπτικὰ καὶ προκλητικὰ ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης Βαρθολομαῖος κατὰ τὴν ἐνημέρωση τῆς Ἱεραρ-χίας τοῦ Θρόνου στὶς 29 Αὐγούστου τοῦ 2015, ὅπου μεταξὺ ἄλλων εἶπε τὰ ἑξῆς βλάσφημα καὶ αἱρετικά: «Κατὰ τὴν ἐπιλογὴν τῆς ὀνομασίας τῆς Συνό-δου ταύτης ὑπὸ τῆς Α´ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ἀπεφεύ-χθη συνειδητῶς ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτῆς ὡς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν καλοῦνται ὡς μέλη αὐτῆς οἱ ἐκ τῆς Δύσεως Χριστιανοί, ὡς συνέβαινε πάντοτε ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τὴν σύγκλησιν Οἰκουμενι-κῶν Συνόδων». Δὲν θὰ ἀνασκευάσουμε ἐδῶ ὡς ἀνακριβῆ τὰ λεγόμενα περὶ τῆς Α´ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ποὺ δὲν ἔλαβε ποτὲ τέ-τοια ἀπόφαση, οὔτε τὸ μέγεθος καὶ τὸ βάρος τῆς βλάσφημης ἐκκλησιολογι-κῆς ἐκτροπῆς. Τὸ ἐπράξαμε ἀναλυτικὰ σὲ σχετικὰ δημοσιεύματα. Θὰ ἀνα-φέρουμε, χωρὶς νὰ τοὺς ἀναπτύξουμε, τοὺς λόγους αὐτῆς τῆς μετάλλαξης καὶ τῆς μεταβολῆς. Ἐν πρώτοις, μία σύνοδος γιὰ νὰ θεωρηθεῖ ὡς Οἰκουμε-νική, πρέπει νὰ ἐπικυρώσει τὶς προηγηθεῖσες Οἰκουμενικές, δηλαδὴ τὶς δύο ἀντιπαπικὲς συνόδους τοῦ Ἁγίου Φωτίου (879-880) καὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (1341, 1351), καὶ οἱ ἰδικοί μας φιλοπαπικοὶ ἡγέτες ἐπ᾽ οὐδενὶ ἤθελαν νὰ βρεθοῦν μπροστὰ σὲ τέτοιο ἐνδεχόμενο. Σὲ μία Οἰκουμε-νικὴ Σύνοδο ἔπρεπε ἐπίσης νὰ κληθοῦν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι, ἐνῶ τώρα ἐκλήθησαν ἐπιλεκτικὰ ὁρισμένοι, στὴν πλειονότητά τους οἰκουμενιστές. Ἂν ἐκαλοῦντο ὅλοι, θὰ εὑρίσκοντο κάποιοι, ἐν πάσῃ περιπτώσει περισσότεροι, ποὺ θὰ ἀντιδροῦσαν στὰ οἰκουμενιστικὰ ἀνοίγματα. Καὶ ὁ τρίτος σημαντι-κὸς λόγος εἶναι ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καταστραφεῖ τὸ ἐκκλησιολογικὸ μοντέλο τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», ποὺ μὲ τόσους κόπους οἰκοδόμησαν Φανάρι καὶ Ρώμη. Πῶς θὰ συγκαλέσουμε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, χωρὶς τὴν παρουσία τῆς «ἀδελφῆς Ἐκκλησίας» τῆς Ρώμης, γιὰ τὴν ὁποία δεχθήκαμε στὸ Balamand (1993) ὅτι ἔχει Χάρη, ἔγκυρα μυστήρια καὶ ἀποστολικὴ διαδοχή;[2]
β) Ἡ μεγάλη διάρκεια τῆς προετοιμασίας καὶ τὸ πλῆθος τῶν θεμάτων
Μοναδικὸ ἐπίσης φαινόμενο στὴν ἱστορία τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδων εἶναι ἡ μεγάλη χρονικὴ διάρκεια ποὺ ἀπαιτήθηκε γιὰ τὴν προετοιμασία τῆς «Συνόδου», ὅπως ἐπίσης καὶ ὁ μεγάλος ἀριθμὸς θεμάτων καὶ οἱ διαρκεῖς προσθαφαιρέσεις καὶ ἀλλαγὲς στὸν κατάλογο τῶν θεμάτων. Ὅπως μὲ πειστικότητα ἐξήγησε ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς οὐδέποτε καὶ οὐδεμία σύνοδος ἐξεύρισκε καὶ ἐπινοοῦσε τεχνητῶς τὰ θέματα γιὰ νὰ συνέλθει καὶ νὰ συνεδριάσει, καὶ οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία συγκρότησε ἐκ τῶν προτέρων προσυνοδικὲς Ἐπιτροπὲς καὶ Διασκέψεις, γιὰ νὰ συντάξουν αὐτὲς τὰ συν-οδικὰ κείμενα, καὶ νὰ ἔλθει ἁπλῶς ἡ σύνοδος νὰ τὰ ἐπικυρώσει· ὅλα αὐτὰ εἶναι ξένα πρὸς τὴν συνοδικὴ παράδοση. Ἀνέκυπτε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλη-σίας ἕνα συγκεκριμένο πρόβλημα ἤ τὸ πολὺ δύο ἤ τρία προβλήματα ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση αἱρέσεων καὶ σχισμάτων ποὺ διασποῦσαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ διέστρεφαν τὴν ὀρθὴ πίστη, θέτοντας σὲ κίνδυνο τὴν σωτηρία τῶν πιστῶν; Ἡ Ἐκκλησία ἀμέσως μὲ τὴν διαδικασία τοῦ ἐπείγον-τος συγκαλοῦσε σύνοδο γιὰ λόγους καθαρὰ σωτηριολογικούς[3]. Ἡ μακρο-χρόνια διαδικασία προετοιμασίας σημαίνει πὼς οἱ ὀργανωταὶ δὲν ἔβλεπαν ὅτι ὑπάρχει κάποιο σοβαρό, ἀνεπίδεκτο ἀναβολῆς θέμα, γιὰ νὰ τὸ ἐπιλύ-σουν συνοδικά, ποιμαντικὴ ἑπομένως ἀνεπάρκεια καὶ ἀνικανότητα, ἤ σκό-πιμη παραθεώρηση τῶν οὐσιαστικῶν προβλημάτων, γιὰ νὰ ἐπιτύχουν ἄλ-λους στόχους.
γ) Δὲν ἀσχολήθηκαν μὲ ἐπείγοντα σοβαρὰ προβλήματα
Πρέπει πράγματι νὰ λεχθεῖ ὅτι ὑπῆρχαν προβλήματα καὶ ὑπάρχουν ἀ-κόμη, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ἀμέσως νὰ ἐπιλύσει ἡ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ προλάβει διαιρέσεις καὶ σχίσματα, καὶ ὄχι νὰ τὰ ὑποθάλπει καὶ νὰ τὰ ἐνισχύει, ὅπως συνέβη μὲ τὴν ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση καὶ καὶ ὅπως συμβαίνει τώρα μὲ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καὶ μόνο τὸ θέμα τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισης, ποὺ διασπᾶ μέχρι σήμερα τὴν λειτουργικὴ καὶ ἑορτολογικὴ ἑνότητα τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν καὶ δημιουργεῖ τοῦ κόσμου τὰ ποιμαντικὰ καὶ κοινωνικὰ προβλήματα στὴν οἰκογενειακὴ καὶ προσωπικὴ ζωὴ τῶν Ὀρθοδόξων, δικαιολογοῦσε τὴν σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἐπίλυσή του δὲν συμφωνοῦσε μὲ τὴν νεωτεριστικὴ καὶ οἰκουμενι-στικὴ γραμμὴ τοῦ Φαναρίου καὶ ἄλλων τινῶν, διεγράφη τὴν τελευταία στι-γμὴ ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν πρὸς ἐξέταση θεμάτων. Καὶ τὸ μόνο θέμα ποὺ δὲν διεγράφη ἀπὸ τὴν ἀρχή, γιατὶ ἦταν ἡ κεντρικὴ γραμμὴ τῆς ψευδοσυν-όδου, ἡ καρδιὰ καὶ ὁ στόχος της, ἦταν ἡ νομιμοποίηση τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς χειρότερης συγκρητιστικῆς αἵρεσης ὅλων τῶν αἰώνων. Περιμέναμε καὶ προσδοκούσαμε ὅλοι ὅτι τελικῶς θὰ πνεύσει τὸ Ἅγιο Πνεῦ-μα στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης καὶ θὰ φωτίσει τοὺς συνοδικοὺς πατέρες νὰ καταδικάσουν τὴν φοβερὴ αὐτὴ αἵρεση· ἔπνευσε ὅμως ἄλλο πνεῦμα, καί, ἀντὶ νὰ τὴν καταδικάσουν, τὴν ἐνέκριναν, τὴν ἀποδέχθηκαν καὶ τὴν εἰσήγαγαν μέσα στὴ Ἐκκλησία, προσβάλλοντας καὶ τὴν μοναδικότητα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας καὶ τὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ δό-γματος περὶ τῆς μόνης Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλη-σίας. Ὅσους ξενίζει αὐτὸ ποὺ εἴπαμε ὅτι στὸ Κολυμπάρι ἔπνευσε ἄλλο πνεῦμα, ἂς κάνουν τὸν κόπο νὰ διαβάσουν τὸ ἄρθρο τοῦ πρωτοπρεσβυτέ-ρου Ἀναστασίου Γκοτσοπούλου, «Ὁ Οἰκουμενισμός, τὰ ἀκάθαρτα πνεύμα-τα καὶ ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης», ὅπου μαθαίνουμε ὅτι ὁ πνευματοφόρος καὶ χαριτωμένος Γέροντας π. Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης κατόπιν θερμῆς προσευ-χῆς δέχθηκε θεία ἀποκάλυψη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία «ὁ Οἰκουμενισμὸς ἔχει πνεῦμα πονηρίας καὶ κυριαρχεῖται ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα»[4]. Ἔγρα-ψε δὲ σχετικὰ καὶ ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» ὅτι ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης «δὲν εἶναι ἁγία, διότι ὁρισμένα σημαντικὰ κείμενα τὰ ὁποῖα ἐνέκρινε εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὶς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ληφθεῖσες διὰ τῶν αἰώνων ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἰδιαίτερα ὡς πρὸς τὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρετικῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ εἶναι ἀντίθετο μὲ τὸν ἑαυτό του· ἄλλοτε νὰ καταδικάζει στὶς ὄντως ἅγιες συνόδους τὶς αἱρέσεις καὶ νὰ ἀναθεματίζει τοὺς αἱρετι-κούς, καὶ ἄλλοτε ὅπως στὴν «σύνοδο» τῆς Κρήτης, νὰ τὶς θεωρεῖ  ἐκκλη-σίες. Καὶ ἐπειδὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι εὐθές, ἀναλλοίωτο καὶ ἄτρεπτο, διεστραμμένες καὶ ἀλλοιωμένες εἶναι κάποιες ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν συν-άξεων τοῦ Κολυμπαρίου ποὺ ἔχουν κατ᾽ ἐξοχὴν δογματικὸ περιεχόμενο. Δὲν ἐλήφθησαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἀλλ᾽ ἐν ἄλλῳ πνεύματι, σκολιῷ καὶ ἀλ-λοτρίῳ»[5].
δ) Ἄλλες σκοπιμότητες, μὴ πνευματικές, καθόρισαν τὸν χρόνο τῆς συγκλήσεως
Γιατί ὅμως ἆραγε μετὰ ἀπὸ τὴν μακροχρόνια ἀναβολὴ καὶ καθυστέρηση ἐπισπεύθηκε τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ σύγκληση τῆς «Συνόδου»; Ἡ ἀπάντη-ση συνδέει προσωπικὲς φιλοδοξίες μὲ ἀλλαγὴ εὐνοϊκὴ κάποιων παραμέ-τρων ὑπὲρ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ προσωπικὴ φιλοδοξία τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, συνειδητοῦ οἰκουμενιστοῦ, νὰ συνδέσει τὴν πατριαρχία του μὲ μιὰ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο», ποὺ θὰ κατοχύρωνε τὰ οἰκουμενιστικά του πιστεύω, ἔπαιξε ἀναμφιβόλως σημαντικὸ ρόλο, ὅπως καὶ ἡ μακρο-χρόνια καὶ μόνιμη ἐπιδίωξη τοῦ Φαναρίου νὰ σταθεροποιήσει μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση τὴν πρωτοκαθεδρία του ἀπέναντι στὶς διεκδικήσεις ἄλλων ἰσχυ-ρῶν ἐκκλησιῶν. Ἀποφασιστικὸ ἐπίσης ρόλο ἔπαιξε ἡ ἀλλαγὴ στάσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἄνοδο τοῦ ἀπὸ Δημητριάδος Χριστοδούλου στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο ἄλλαξε γραμμὴ ἀπέναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ὄχι ἁπλῶς συμπορεύθηκε ἀλλὰ μερικὲς φορὲς καὶ ὑπερέβαλε τὸ Φανάρι σὲ οἰκουμενιστικὰ ἀνοίγματα. Ὑπενθυμίζουμε μεταξὺ ἄλλων τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πάπα στὴν Ἑλλάδα τὸν Μάϊο τοῦ 2001, ἀδιανόη-τη γιὰ τὴν μέχρι τοῦ ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ ἐποχή, τὶς ἐπισκέψεις τοῦ Χριστοδούλου στὸ Βατικανὸ καὶ στὴ Γενεύη, τὴν ἕδρα τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», καὶ τὴν δήλωσή του σὲ οἰκουμενιστικὸ συνέδριο ποὺ ὀργάνωσε τὸ Τμῆμα Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπι-στημίου Θεσσαλονίκης ὅτι δὲν πρόκειται ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀπο-χωρήσει ἀπὸ τὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν». Ὁ Οἰκουμε-νισμὸς ἀναπάντεχα εἶχε κερδίσει μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο τὴν μέχρι τότε πιὸ παραδοαικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ οἱ πιέσεις τώρα πρὸς τὶς ἐκκλησίες Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας νὰ ἐπανέλθουν στὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ἔγιναν πιὸ ἀσφυκτικές. Καὶ ὅλα αὐτὰ σὲ συνδυα-σμὸ μὲ τὴν ἐπιθυμία πολλῶν ὀρθοδόξων χωρῶν νὰ ἐνταχθοῦν στὴν Εὐρω-παϊκὴ Ἕνωση καὶ νὰ προκόψουν, ὅπως «πρόκοψε» καὶ ἡ χώρα μας. Νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἀμερικὴ τοῦ πάπα καὶ τοῦ Λουθήρου καὶ νὰ πάρουν ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Μόσχα τῶν Ὀρθοδόξων.

Ὁ ἀπροσδόκητος θάνατος τοῦ Χριστοδούλου καὶ ἡ πιθανότητα ἐπανό-δου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν παραδοσιακὴ γραμμὴ ἐσήμαναν συν-αγερμὸ στοὺς κύκλους τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ ἐξα-σφαλίσθηκε ἡ συνέχιση τῆς γραμμῆς τοῦ Χριστοδούλου καὶ τοῦ Φαναρίου μὲ τὴν ἐκλογὴ τοῦ νέου ἀρχιεπισκόπου. Ἦταν πλέον ἀναμενόμενο μὲ τὶς ἐκλογὲς νέων ἐπισκόπων νὰ ἀλλάξει γραμμὴ κατὰ πλειοψηφίαν ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς μετὰ τὴν ἀποχώρηση τῶν παλαιῶν καθηγητῶν νὰ ἐνισχυθεῖ τὸ οἰκουμενιστικὸ ρεῦμα, καὶ στὸ Ἅγιο Ὄρος οἱ νέες ἀδελφότητες ποὺ εἰσῆλθαν ἀπὸ τὸν κόσμο νὰ διαβρώ-σουν τὴν παλαιὰ αὐστηρὴ γραμμὴ τῶν Ἁγιορειτῶν ἀπέναντι στὸν φιλοπα-πισμὸ καὶ στὸν Οἰκουμενισμό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅταν ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» ἐκυκλοφόρησε τὸ 2009 τὴν γνωστή «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», τὴν ὁποία ὑπέγραψαν πολλοὶ Ἀρχιε-ρεῖς, ἑκατοντάδες Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν καὶ χιλιάδες λαϊκῶν, οἱ τοῦ Φα-ναρίου ἔκριναν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπισπευσθεῖ ἡ σύγκληση τῆς «Συνόδου» γιὰ νὰ νομιμοποιηθεῖ ὁ Οἰκουμενισμός, ἀφοῦ πλέον ἦσαν εὐνοϊκὲς οἱ συνθῆ-κες, καὶ νὰ παταχθοῦν οἱ ἀντιδράσεις καὶ οἱ ὀρθόδοξες ἀντιστάσεις. Ὡραῖο πράγματι κίνητρο γιὰ μία Ὀρθόδοξη κατὰ τὸ φαινόμενο Σύνοδο.
ε) Προσέβαλε τὴν ἰσότητα τῶν ἐπισκόπων καὶ εἰσήγαγε τὸν Οἰκουμενι-σμὸ μέσα στὴν Ἐκκλησία.
Ἐπανερχόμενοι στὰ ἀτοπήματα τῆς «Συνόδου» θὰ μνημονεύσουμε μερι-κὰ μόνον ἀπὸ τὰ πλέον σημαντικά. Προσέβαλε τὴν ἰσότητα τῶν ἐπισκό-πων, διότι δὲν τοὺς ἐκάλεσε ὅλους, μὲ συνέπεια νὰ μὴν ἐκπροσωπηθεῖ τὸ μέγιστο μέρος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος. Ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἐπίσκοποι ἐπιλεκτικὰ ἔλαβαν μέρος δὲν εἶχαν δικαίωμα ψήφου, παρὰ μόνον οἱ προ-καθήμενοι, ποὺ λειτουργοῦσαν «ὡς συλλογικὸς πάπας», ὅπως προσφυῶς παρατήρησε ἐπίσκοπος τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, ὁ Μπάτσκας Εἰρηναῖος Μπούλοβιτς, μέλος τῆς «Συνόδου». Τὰ πλέον σημαντικὰ κείμενα τῆς «Συνόδου», ἰδιαίτερα τὸ οἰκουμενιστικὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», δὲν ὑπεγράφη ἀπὸ ὅλους, καὶ μάλιστα σὲ κάποιες ἀντιπροσωπεῖες δὲν τὸ ὑπέγραψε ἡ πλειονότητα ἤ μεγάλος ἀριθμὸς ἐπισκόπων. Ἤρκεσε ὅμως ἡ ὑπογραφὴ τοῦ πατριάρχη – πάπα γιὰ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ὑπογράφτηκε ἀπὸ ὅλους. Καὶ μό-νον ἡ ἀπουσία τεσσάρων αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν (Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας) ποὺ ἐκπροσωποῦν πάνω ἀπὸ τοὺς μισοὺς Ὀρθοδό-ξους, ἔπρεπε νὰ ἀναβάλει τὴν σύγκληση μέχρι νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ συνεννόηση καὶ ἡ ἑνότητα. Γι᾽ αὐτὸ ἀπορεῖ κανεὶς πῶς τολμοῦν οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς ψευδοσυνόδου νὰ ἰσχυρίζονται ὅτι στὴν «σύνοδο» φάνηκαν καὶ ἐκφράσθη-καν ἡ ἑνότητα καὶ ἡ συνοδικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα καὶ πολλὰ ἄλλα ἀποξενώνουν τὴν «σύνοδο» τῆς Κρήτης ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη συνοδικὴ παράδοση. Τὸ χειρότερο ὅμως ὅλων, ποὺ ἀποτελοῦσε καὶ τὸν μοναδικὸ στόχο τῶν Οἰκουμενιστῶν ἦταν ἡ εἰσαγωγὴ τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς χειρότερης αἵρεσης ὅλων τῶν ἐποχῶν μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλη-σίας, συνοδικῶς κατοχυρωμένης, ὥστε στὴ συνέχεια νὰ μποροῦν νὰ διώ-κουν καὶ νὰ φιμώνουν ὅσους θὰ τολμοῦν νὰ κηρύσσουν ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως ἤδη ἄρχισε νὰ γίνεται. Δὲν παραγνωρίζουμε καὶ τὰ ἄλλα θεολογικὰ ἀτοπήματα τῆς «συνόδου», ὅπως τὶς ἀπαράδεκτες οἰκονο-μίες στοὺς μεικτοὺς γάμους, στὸν θεσμὸ τῆς νηστείας καὶ ἄλλα. Ὁ αἱρετι-κὸς ὀγκόλιθος ὅμως εἶναι ἡ νομιμοποίηση καὶ ἡ θεσμοθέτηση τοῦ Οἰκουμε-νισμοῦ, ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀπροκάλυπτη καὶ «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» ἀποδοχὴ καὶ ἔγκριση τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μὲ τὰ προδοτικὰ κείμενα καὶ πρὸ παντὸς μὲ τὴν ἐπαινετικὴ ὑποστήριξη τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλαδὴ αἱρέσεων.

Ἐπίλογος
Ἦταν πολὺ δυνατὲς καὶ ἐλπιδοφόρες οἱ ἐκδηλώσεις ποὺ ὀργανώθηκαν ἐναντίον τῆς «Συνόδου» ἀνὰ τὴν Ὀρθόδοξη Οἰκουμένη. Προσωπικὰ θὰ μοῦ μείνουν ζωηρὰ στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδιὰ οἱ ἐπισκέψεις στὴν Ρουμανία, στὴν Βουλγαρία, στὴν Γεωργία, ἰδιαίτερα στὴν Μολδαβία, ὅπου μέσα στὸν παγωμένο Ἰανουάριο τοῦ 2016 ζεστάθηκε ἡ πρωτεύουσα, τὸ Κισινάου, ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη εὐαισθησία πλήθους Ὀρθοδόξων ποὺ ἐγέμισαν ἀσφυκτικὰ μία τεράστια αἴθουσα, ὅπως καὶ τὸν ἡλιόλουστο Ἰούλιο μὲ τήν «Στρογγυλὴ Τράπεζα», ποὺ ἔστειλε πρὸς τὴν Μόσχα τὸ μήνυμα καὶ τὸ αἴτημα νὰ κατα-δικασθεῖ ὁ Οἰκουμενισμὸς καὶ νὰ ἀπορριφθεῖ ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης.

Δὲν μᾶς ἀπογοητεύει τὸ γεγονὸς ὅτι σήμερα δὲν ἔχουμε μαζί μας ἐπι-σκόπους, ποὺ νὰ ἡγοῦνται στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν καταδίκη τῆς ψευδοσυνό-δου. Ὁ ἀγώνας ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης εἶναι ἐπιβεβλημένος καὶ θὰ συνεχισθεῖ. Ἡ «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» εἶναι δυνατὴ καὶ παροῦσα μὲ πολλὰ ἐπιφανῆ μέλη της καὶ θὰ συνεχίσει ἑνωμένη τοὺς ἀγῶνες στὶς ἐπάλξεις τῆς Ὀρθο-δοξίας· ἂς μὴ βιάζονται κάποιοι νὰ χαροῦν. Καὶ ἂν ὑπάρξουν καὶ κάποιες ἀποχωρήσεις, αὐτὲς θὰ ἀναπληρωθοῦν. Περιμένουμε ἀπὸ ὅλους νὰ ἀκο-λουθήσουν τὸν δύσκολο καὶ δύσβατο δρόμο τῆς Ὁμολογίας, τῆς ἐξόδου ἀ-πὸ τὴν μολυσμένη ἀτμόσφαιρα τοῦ φιλοπαπισμοῦ καὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Δὲν εἶναι εὔκολη ἀπόφαση· ἔχει μεγάλο κόστος, ἀλλὰ καὶ μεγάλα στεφάνια καὶ ἔπαθλα· «Ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων ὁμολο-γήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»[6]Μὲ ἀνέπαυσε πολὺ ἡ γνώμη Ἁγιορείτη Γέροντα ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπικρίνουμε ὅσους διστάζουν ἀκόμη να προχωρήσουν στὴν ἀποτείχιση· καὶ στὸ ἴδιο δένδρο ὅλα τὰ φροῦτα δὲν ὡριμάζουν ταυτόχρονα. Μὲ εὐγένεια, διάκριση, σύνεση καὶ πραότητα προχωροῦμε στὸ δρόμο τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ Ὁμολογητῶν.
Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης σὺν τοῖς ἄλλοις εἶναι μία σύνοδος φιλο-παπική, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐπαινεῖται καὶ προβάλλεται ἀπὸ τὸν πάπα καὶ τοὺς καρδιναλίους του καὶ ἀπὸ ἰδικούς μας φιλοπαπικοὺς καὶ λατινόφρονες θεολόγους. Ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τὸν Ἄτλαντα τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸν ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό· δὲν θέλουμε νὰ ἔχουμε καμμία σχέση μαζί τους, γιατὶ ὅσο ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ αὐτούς, τόσο περισσότερο πλησιάζουμε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τοὺς Ἁγίους[7]. Μακάρι νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ μείνουμε σ᾽ αὐτὴν τὴν ἐγγύτητα καὶ τὴν ὁμολογία. Οἱ ἀδιάκριτες ἐκ δεξιῶν φωνὲς καὶ ἐπικρίσεις βλάπτουν τὸ ὀρθόδοξο μέτωπο καὶ χαροποιοῦν τοὺς ἐχθροὺς τῆς 

[1]Περὶ τῶν πραχθέντων ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἐξορίᾳ, ἤτοι ἐν Βιζύῃ 12, PG 90, 145BC:«ΘΕΟΔ. Ἐκεῖνος ὁ χάρτης κατηνέχθη καὶ ἀπεβλήθη. ΜΑΞ: Κατηνέχθη ἐκ τῶν λιθίνων τοί-χων, οὐ μὴν ἐκ τῶν νοερῶν ψυχῶν. Δέξωνται τὴν κατάκρισιν τούτων τὴν ἐν Ρώμῃ συνοδι-κῶς ἐκτεθεῖσαν δι᾽ εὐσεβῶν δογμάτων τε καὶ κανόνων, καὶ λέλυται τὸ μεσότοιχον καὶ προ-τροπῆς οὐ δεόμεθα».
[2]. Γιὰ ὅλα αὐτὰ βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νὰ ἐλπίζουμε ἤ  νὰ ἀνησυχοῦμε;, Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 49-94.
[3]. Ἁγίου Ιουστινου Ποποβιτσ, «Ὑπόμνημα πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας», Θεοδρομία 18 (2016) 25-27.
[4]Θεοδρομία 18 (2016) 555-556.
[5]Συναξισ Ορθοδοξων Κληρικων και Μοναχων, «Ἡ “Σύνοδος” τοῦ Κολυμπαρίου Κρήτης καὶ ἡ σύμπλευσή της μὲ τὸν Οἰκουμενισμό», Θεοδρομία 18 (2016) 474.
[6]Ματθ. 10, 32.
[7]. Ἁγίου Μαρκου Ευγενικου, Ἀπολογία ρηθεῖσα ἐπὶ τῇ τελευτῇ αὐτοῦ αὐτοσχεδίως, PG160, 536-537: «Πέπεισμαι γὰρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιΐσταμαι τούτου καὶ τῶν τοιούτων, ἐγγίζω τῷ Θεῷ καὶ πᾶσι τοῖς πιστοῖς καὶ ἁγίοις Πατράσι· καὶ ὥσπερ τούτων χωρίζομαι οὕτως ἑνοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ καὶ τοῖς ἁγίοις Πατράσι τοῖς θεολόγοις τῆς Ἐκκλησίας».