Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Φοβερὰ Ἀποκάλυψις Ἁγιορείτου: Ὁ Πατριάρχης μὲ ἀπειλές, ἀποτρέπει τὴν Διακοπὴν Μνημοσύνου του!

Προσευχὴ διὰ αὐτοὺς ποὺ πάσχουν ἀπὸ Μελαγχολίαν (Ψαλμός 13)

Προσευχὴ διὰ αὐτοὺς ποὺ πάσχουν ἀπὸ Μελαγχολίαν (Ψαλμός 13)
  

ΨΑΛΜΟΣ 13 (Μασ. 14)

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Ψαλ. 13,1 Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός. Διεφθάρησαν καὶ ἐβδελύχθησαν ἐν ἐπιτηδεύμασιν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός.
Ψαλ. 13,1 Ο εσκοτισμένος από την αμαρτίαν μωρός και ασεβής άνθρωπος, είπεν από μέσα του, σύμφωνα με την επιθυμίαν της αμαρτωλής καρδίας του· “δεν υπάρχει Θεός”. Αυτός όμως και οι όμοιοί του διεφθάρησαν μέσα εις την αμαρτωλότητά των. Εγιναν μισητοί από τον Θεόν και από τους ευσεβείς ανθρώπους. Το κακόν διεδόθη τόσον πολύ, ώστε δεν υπάρχει κανείς, που να πράττη σήμερον το αγαθόν. Δεν υπάρχει ούτε ένας.
Ψαλ. 13,2 Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἢ ἐκζητῶν τὸν Θεόν.
Ψαλ. 13,2 Ο Κυριος έσκυψεν από το ύψος του ουρανού και έρριψε το βλέμμα του, δια να ίδη τους υιούς των ανθρώπων, δια να ίδη εάν υπάρχη κανείς μεταξύ αυτών, που να έχη επίγνωσιν Θεού η να επικαλήται με πίστιν τον Θεόν και προσπαθή να ευαρεστή εις αυτόν.
Ψαλ. 13,3  πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός [τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὑτῶν ἐδολιοῦσαν· ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν, ὧν τὸ στόμα ἀρᾶς καὶ πικρίας γέμει, ὀξεῖς οἱ πόδες αὐτῶν ἐκχέαι αἷμα, σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν, καὶ ὁδὸν εἰρήνης οὐκ ἔγνωσαν· οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν.]
Ψαλ. 13,3 Αλλοίμονον! Ολοι εξετράπησαν από την ευθείαν οδόν. Εξηχρειώθησαν και διεφθάρησαν. Δεν υπάρχει κανείς, που να πράττη το αγαθόν. Δεν υπάρχει ούτε ένας. Ο λάρυγξ των, σαν ανοικτός τάφος, αναδίδει δυσώδεις αναθυμιάσεις. Με τας πονηράς των γλώσσας επινοούν και εκφράζουν δόλια ψεύδη και φαρμακεράς συκοφαντίας. Δηλητήριον φαρμακερών ασπίδων υπάρχει κάτω από τα χείλη των. Το στόμα των είναι γεμάτον από κατάρας εναντίον του Θεού και από δολιότητας και πικρίας εναντίον των ανθρώπων. Τα πόδια των τρέχουν με ταχύτητα, δια να χύσουν αίμα. Εις τους δρόμους της ζωής των και εις τας πράξεις των σπείρουν συντρίμματα και ταλαιπωρίας εναντίον αθώων. Εσωτερικήν ειρήνην και ειρηνικήν ζωήν με τους άλλους εξ αιτίας της αμαρτωλότητος των δεν εγνώρισαν. Δεν υπάρχει φόβος Θεού ενώπιόν των.
Ψαλ. 13,4  οὐχὶ γνώσονται πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν; οἱ ἐσθίοντες τὸν λαόν μου βρώσει ἄρτου τὸν Κύριον οὐκ ἐπεκαλέσαντο.
Ψαλ. 13,4  Δεν θα βάλουν, λοιπόν, ποτέ γνώσιν και δεν θα συνετισθούν όλοι αυτοί, που εργάζονται την παρανομίαν; Οι πωρωμένοι αυτοί, που κατατρώγουν τον λαόν μου, με τόσην ασυνειδησίαν σαν να πρόκειται περί συνήθους άρτου; Δεν επεκαλέσθησαν ποτέ τον Κυριον. Δεν εγνώρισαν, τι είναι προσευχή.
Ψαλ. 13,5  ἐκεῖ ἐδειλίασαν φόβῳ, οὗ οὐκ ἦν φόβος, ὅτι ὁ Θεὸς ἐν γενεᾷ δικαίᾳ.
Ψαλ. 13,5  Εκυριεύθησαν όμως από πανικόν και δειλίαν εκεί, όπου δεν υπήρχε τίποτε το φοβερόν. Και τούτο, διότι ο Κυριος μόνον εις την γενεάν των δικαίων ναι προστάτης και όχι στους αμαρτωλούς.
Ψαλ. 13,6  βουλὴν πτωχοῦ κατῃσχύνατε, ὁ δὲ Κύριος ἐλπὶς αὐτοῦ ἐστι.
Ψαλ. 13,6  Εξευτελίζετε σεις και εμπαίζετε τας σκέψεις και τας αποφάσστου πτωχού, διότι στηρίζει τας ελπίδας του στον Κυριον.
Ψαλ. 13,7 τίς δώσει ἐκ Σιὼν τὸ σωτήριον τοῦ Ἰσραήλ; ἐν τῷ ἐπιστρέψαι Κύριον τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἀγαλλιάσεται Ἰακὼβ καὶ εὐφρανθήσεται Ἰσραήλ.
Ψαλ. 13,7  Ποιός, λοιπόν, θα έλθη από την Σιών, δια να δώση την σωτηρίαν στον ισραηλιτικόν λαόν; Θα δοθή εις αυτούς η σωτηρία, όταν ο Κυριος επαναφέρη τους ανθρώπους του λαού του από την αιχμαλωσίαν, θα σκιρτήσουν από αγαλλίασιν οι απόγονοι αυτοί του Ιακώβ. Θα ευφρανθούν αι καρδίαι των Ισραηλιτών.

Τὸ κείμενον χωρίς μετάφρασιν:

ΙΓ (ΙΔ) 13.

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

ΕΙΠΕΝ ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός. διεφθάρησαν καὶ ἐβδελύχθησαν ἐν ἐπιτηδεύμασιν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός. 2 Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἢ ἐκζητῶν τὸν Θεόν. 3 πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός [τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὑτῶν ἐδολιοῦσαν· ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν, ὧν τὸ στόμα ἀρᾶς καὶ πικρίας γέμει, ὀξεῖς οἱ πόδες αὐτῶν ἐκχέαι αἷμα, σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν, καὶ ὁδὸν εἰρήνης οὐκ ἔγνωσαν· οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν.]
4 οὐχὶ γνώσονται πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν; οἱ ἐσθίοντες τὸν λαόν μου βρώσει ἄρτου τὸν Κύριον οὐκ ἐπεκαλέσαντο. 5 ἐκεῖ ἐδειλίασαν φόβῳ, οὗ οὐκ ἦν φόβος, ὅτι ὁ Θεὸς ἐν γενεᾷ δικαίᾳ. 6 βουλὴν πτωχοῦ κατῃσχύνατε, ὁ δὲ Κύριος ἐλπὶς αὐτοῦ ἐστι. 7 τίς δώσει ἐκ Σιὼν τὸ σωτήριον τοῦ Ἰσραήλ; ἐν τῷ ἐπιστρέψαι Κύριον τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἀγαλλιάσεται Ἰακὼβ καὶ εὐφρανθήσεται Ἰσραήλ.


Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

ΧΑΡΤΟΠΑΙΞΙΑ - Ἓνα δαιμονικὸ παιχνίδι, δήθεν ἒθιμο «διὰ νὰ πάει καλὰ ἡ χρονιά»!

ΜΗΤΕΡΑ ΑΓΟΡΑΣΕ ΚΟΥΚΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΚΑΙ.....

Η ΖΩΟΠΟΙΟΣ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ ΕΝΕΦΑΝΙΣΘΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟN ΤΟΥ ΣΒΙΡ

Η ΖΩΟΠΟΙΟΣ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ ΕΝΕΦΑΝΙΣΘΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟN ΤΟΥ ΣΒΙΡ.

(Ο Αγιος Αλέξανδρος τού Σβίρ τού οποίου τό Αγιο Λείψανο ετιμήθη μέ αφθαρσία εκοιμήθη εν Κυρίω τήν 30 Αυγούστου 1533).

Το έτος 1508 σε ηλικία 60 ετών αφ` ότου ο όσιος Αλέξανδρος άρχισε τότε να ασκείται με αγώνες που υπερβαίνουν την ανθρώπινη δύναμη σε πείνα, δίψα και στην αντοχή του ψύχους, ελπίζοντας ότι με το πρόσκαιρο αυτό ψύχος του χειμώνα θα αποφύγει τη μέλλουσα αιώνια κόλαση. Οι δαίμονες όμως, βλέποντας να καταπολεμούνται απ’ τον Όσιο και καταλαβαίνοντας ότι επρόκειτο να εξοστρακιστούν απ’ αυτόν, προσπάθησαν απ’ την αρχή να τον τρομοκρατήσουν. Εμφανίζονταν άλλοτε μεν σαν θηρία και άλλοτε σαν φίδια πού έτρεχαν κατεπάνω του με συριγμούς και θηριώδη αγριότητα και του προκαλούσαν πολλούς άλλους πειρασμούς.
 

Μια νύχτα ό όσιος Αλέξανδρος πήγαινε προς το μοναχικό ερημητήριο του οπού συνήθιζε να προσεύχεται μόνος του, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του ένα αναρίθμητο πλήθος δαιμόνων, σαν νάταν στρατός πολύς, και άρχισαν να πηδούν κατεπάνω του με μανία, να τρίζουν τα δόντια τους, ενώ απ’ το στόμα τους φαινόταν έβγαινε μια μεγάλη φλόγα και με λύσσα να του φωνάζουν:
 

-Φύγε, φύγε απ’ αυτόν τον τόπο, αναχώρησε γρήγορα απ’ εδώ, για να μην πεθάνεις με θάνατο κακό.
 

 Ό Όσιος όμως, σαν καλός μαχητής του Ιησού Χριστού οπλισμένος με προσευχή, δεν τρομοκρατήθηκε καθόλου απ’ αυτούς, γιατί γνώριζε την ασθενική δύναμη τους. Και ή προσευχή ,του έβγαινε από το στόμα του σαν πύρινη φλόγα και κατέκαψε και αφάνισε όλες τις ανίσχυρες λεγεώνες των δαιμόνων.
 

Ό όσιος Αλέξανδρος συνέχισε τότε το δρόμο του και ήρθε στο μοναχικό ερημητήριο του όπου έκανε τις συνηθισμένες προσευχές του στο Θεό, οπότε ξαφνικά ένας άγγελος με λαμπρά ενδύματα παρουσιάστηκε μπροστά του. Βλέποντας τον ό Όσιος αισθάνθηκε φόβο και τρόμο και πέφτοντας στο έδαφος έμεινε εκεί σαν νεκρός. Ό άγγελος τον έπιασε από το χέρι και του είπε:
 

Είμαι άγγελος Κυρίου και ό Θεός με έστειλε να σε διαφυλάξω απ` όλες τις απάτες του πονηρού διαβόλου και να σου υπενθυμίσω τα θεια οράματα πού είχες δει σ’ αυτόν τον τόπο πού έχεις εγκατασταθεί- γιατί οι εντολές Του πρέπει να εκτελεστούν- ό Κύριος σε εξέλεξε να γίνεις οδηγός σε πολλούς για τη σωτηρία τους. Σού δηλώνω ότι το θέλημα του Θεού είναι να χτίσεις σ’ αυτόν τον τόπο μια εκκλησία στο όνομα της Αγίας Τριάδος, να συγκεντρώσεις αδελφούς και να ιδρύσεις μοναστήρι.
Κι αφού είπε αυτά ό άγγελος έγινε άφαντος.
 

Ό όσιος Αλέξανδρος όμως αγαπούσε την ησυχία και ήθελε να ζήσει σ’ αύτη όλες τις μέρες της ζωής του- γι’ αυτό προσευχόταν όλο και περισσότερο στο Θεό να τον ελευθερώσει από κάθε απάτη του εχθρού. Κάποτε πού είχε απομακρυνθεί απ’ την καλύβα του και όπως το συνήθιζε προσευχόταν μερικές ώρες συνέχεια, ξαφνικά εμφανίστηκε πάλι ό άγγελος Κυρίου και του είπε:
-Αλέξανδρε, όπως σου είπα την προηγούμενη φορά, φτιάξε μια εκκλησία, συγκέντρωσε αδελφούς και ίδρυσε μοναστήρι, γιατί πολλοί πού επιζητούν να σωθούν θα έρθουν σε σένα και πρέπει να τους οδηγήσεις «εις οδόν σωτηρίας».
Και λέγοντας αυτά ό άγγελος έγινε και πάλι άφαντος.

Κατά το 1508 πάλι, πού ό Όσιος συμπλήρωνε τον 23ο χρόνο σ’ αυτή την έρημο κι ενώ ήταν στο ερημικό κελί του μια νύχτα και κατά τη συνήθεια του προσευχόταν, ξαφνικά στο σημείο πού βρισκόταν έλαμψε ένα μεγάλο φως. Ό Όσιος ξαφνιάστηκε και σκέφτηκε: «Τι να σημαίνει αυτό;» Και αμέσως είδε τρεις ανθρώπους να έρχονται προς αυτόν ντυμένοι με λαμπρά, λευκά ενδύματα. Ήταν ωραιότατοι και αγνοί, λάμποντας περισσότερο απ’ τον ήλιο και αστράφτοντας με μια ανέκφραστη ουράνια δόξα.. Καθένας τους Κρατούσε στο χέρι κι ένα σκήπτρο. Όταν τους είδε ό Όσιος έτρεμε ολόκληρος, γιατί τον κατέλαβε φόβος και τρόμος Και μόλις συνήλθε λίγο προσπάθησε να τους προσκυνήσει μέχρι το έδαφος. Εκείνοι όμως τον έπιασαν απ’ το χέρι, τον σήκωσαν και του είπαν:
 

Έχε ελπίδα, μακάριε, και μη φοβάσαι.
Και ό Άγιος είπε:
-Κύριοι μου, εάν βρήκα κάποια χάρη ενώπιον σας, πέστε μου ποιοι είστε πού, ενώ έχετε τόση δόξα και λαμπρότητα, καταδεχθήκατε να έρθετε προς το δούλο σας, γιατί ποτέ μου δεν είδα κανένα με τέτοια δόξα Όπως εσείς.
Εκείνοι του απάντησαν:
 

-Μη φοβάσαι, άνθρωπε θείων επιθυμιών, γιατί το Άγιο Πνεύμα ευαρεστήθηκε να κατοικήσει σε σένα για την αγνότητα της καρδιάς σου και όπως σου προείπα πολλές φορές έτσι και τώρα σου λέω ότι πρέπει να φτιάξεις εκκλησία, να συγκεντρώσεις αδελφούς και να δημιουργήσεις μοναστήρι, γιατί με σένα ευδόκησα να σώσω πολλές ψυχές και να τους φέρω στην επίγνωση της αλήθειας.
 

Ακούοντας αυτά ό Όσιος γονάτισε και πλημμυρισμένος από δάκρυα είπε:
 

- Κύριε μου, ποιος είμαι εγώ ό αμαρτωλός, ό χειρότερος απ’ όλους τους ανθρώπους, πού θα ήμουν άξιος ν’ αναλάβω τέτοιες ευθύνες, σαν κι αυτές για τις οποίες μου μίλησες; Είμαι αδύνατος για ν’ αποδεχτώ τέτοια αποστολή. Γιατί εγώ ό ανάξιος δεν ήρθα σ’ αυτόν τον τόπο για να κάνω αυτά πού με προστάζεις, αλλά μάλλον για να κλάψω τις αμαρτίες μου.
 

Μόλις είπε αυτά ό Όσιος κειτόταν κάτω στο έδαφος και ό Κύριος 
 τον έπιασε πάλι απ’ το χέρι, τον σήκωσε και του είπε:
-Σήκω όρθιος, πάρε θάρρος και δύναμη και κάνε όλα όσα σε πρόσταξα.


Ό Όσιος απάντησε:
 

- Κύριε μου, μη θυμώνεις μαζί μου πού τόλμησα να σου αντιμιλήσω- πες μου, σε τίνος το όνομα θέλεις να τιμάται ή εκκλησία πού ή αγάπη Σου για το ανθρώπινο γένος θέλει να χτιστεί σ’ αυτόν τον τόπο;
 

Και ό Κύριος είπε στον Όσιο:
 

-Όπως βλέπεις τον ένα να σου μιλάει με τρία πρόσωπα, φτιάξε την εκκλησία στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της Αγίας Τριάδος «εν μια τη ουσία». Σου αφήνω την ειρήνη Μου και ή ειρήνη Μου πού σου χαρίζω θα είναι μαζί σου.
Και ξαφνικά ό Όσιος είδε τον Κύριο με απλωμένα φτερά να βαδίζει στο έδαφος, σαν να περπατούσε με τα πόδια, και μετά έγινε άφαντος.

http://dosambr.wordpress.com



Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Ὃταν οἱ ἂρχοντες ἀθετοῦν τὶς ὑποσχέσεις τους

Ὃταν οἱ ἂρχοντες ἀθετοῦν τὶς ὑποσχέσεις τους


Όταν οι άρχοντες αθετούν τις υποσχέσεις τους

Γράφει ὁ Φώτιος Μιχαήλ

Η εκπλήρωση των υποσχέσεων, για έναν άρχοντα, είναι ίσως η πιο ασφαλής οχύρωση της αξιοπιστίας  του απέναντι στο λαό. Εντούτοις, το φαινόμενο να αθετούνται από μέρους των αρχόντων οι υποσχέσεις και να ποδοπατούνται  τα ’’συμβόλαια τιμής’’ με τους αρχόμενους,  όχι μονάχα δεν είναι σπάνιο, αλλά είναι σταθερό χαρακτηριστικό όλων των εποχών. Είναι τακτική πολιτικής συμπεριφοράς γνωστή και εφαρμοσθείσα από τότε,  που οι άνθρωποι οργανώθηκαν σε πόλεις και κράτη και ανέδειξαν τις πρώτες ηγεσίες τους, και συνεχίζεται, δυστυχώς, μέχρι και σήμερα.
Ο Μέγας Αλέξανδρος  με την λαμπρή του προσωπική μαρτυρία επιβεβαιώνει, ότι η αθέτηση της πίστης για έναν ηγέτη είναι η πιο αισχρή ανομία. Κάποια στιγμή, ο Παρμενίων, ο φημισμένος στρατάρχης του, τον προέτρεπε να κάνει κάτι αντίθετο από την πίστη και από το σωστό, λέγοντάς του: Αν εγώ ήμουν Αλέξανδρος, θα το έκανα.  Και ποια ήταν η απάντηση του Αλεξάνδρου; Κι εγώ θα το έκανα, αν ήμουν Παρμενίων.
Στο έργο του Νικόλαου Μαυροκορδάτου ’’Πολιτικόν θέατρον’’(*) διαβάζουμε: ’’Χωρίς την αξιοπιστία, δηλαδή χωρίς την βάση της δικαιοσύνης, τι άλλο είναι το βασίλειο από ένα μεγάλο και Δημόσιο λησταρχείο’’; Αυτό το είχε αντιληφθεί ο Σταγειρίτης Αριστοτέλης, γι’ αυτό μεταξύ των άλλων παραγγελμάτων, που άφησε στον βασιλιά Αλέξανδρο, ως δάσκαλός του, ήταν και η τήρηση του λόγου. Πρόσεχε, του έλεγε, μην παραβείς την υπόσχεση, που έδωσες, διότι αυτό ούτε στους απίστους δεν αρμόζει.
Είναι όντως άτιμο και αισχρότατο, να παραβιάζει ο άρχοντας τις υποσχέσεις, που έδωσε κάποτε. Γι’ αυτό και ο Αλκιβιάδης, ο περίφημος  εκείνος στρατηγός των Αθηναίων, ομολογούσε συχνά, ότι κάθε φορά που συναντούσε τον Σωκράτη, γινόταν κατακόκκινος από την ντροπή, διότι δεν ήταν καθόλου  συνεπής στις υποσχέσεις, που του είχε δώσει.
 
Ο Λυκούργος, ο μέγας νομοθέτης της Σπάρτης, υποστήριζε ότι όχι μονάχα στα έργα της ειρήνης, αλλά ακόμα και στον πόλεμο απέναντι στους εχθρούς, η απάτη συνιστά ατιμία και ένδειξη μικροψυχίας. Γι’ αυτό και θεωρούσε αναξία επαίνου την μάχη εκείνη, στην οποία δεν κυριαρχούσε η αρετή και η πολεμική ετοιμότητα, αλλά το ψεύδος και η απάτη.
 
Στο ’’Πολιτικό θέατρο’’ του Νικόλαου Μαυροκορδάτου διαβάζουμε και το εξής σχετικό: ’’Αρμόζει εδώ κι εκείνο, που αναφέρει ο Σενέκας για τον Νέρωνα. Σε μια φιλική συζήτηση είπε ο βασιλιάς: Το ξίφος προστατεύει τους πρίγκιπες. Όχι, απήντησε αμέσως ο Σενέκας, τους προστατεύει περισσότερο η πίστις, δηλαδή η εκπλήρωση των υποσχέσεών τους. Τώρα όμως, στους καιρούς μας, περισσότερο υπολογίζεται η απάτη και τιμάται η υποκρισία, παρά η τήρηση της πίστεως και του λόγου’’.
 
Ο Κικέρων, ο γνωστός Ρωμαίος φιλόσοφος, γράφει: ’’Με δυο τρόπους γίνεται η αδικία, ή με την βία ή με την απάτη. Η απάτη είναι γνώρισμα της αλεπούς και η βία του λιονταριού. Τόσο η απάτη όσο και η βία είναι ξένα προς τον άνθρωπο. Από τις δυο, όμως, περισσότερο αξιομίσητη είναι η απάτη’’. Εναντίον αυτής της συνετής γνώμης, τι θα μπορούσε να πει ο κάθε τυχόν δυσσεβής πολιτικός της εποχής μας;
 
Δανειζόμαστε κάτι ακόμα από το ’’Πολιτικό θέατρο’’ του Μαυροκορδάτου και με αυτό κλείνουμε: ’’Αυτό και μόνον παρακαλώ τον Κύριο και παρακαλώ και τους Ορθοδόξους Ηγεμόνες, να προτιμούν μάλλον την ακρόαση της σοφίας του Θεανθρώπου Λόγου, παρά αυτά τα σοφίσματα του διαβόλου, που τους καταγκρεμίζουν στα βάραθρα του άδου. Διότι οι δυνατοί θα έχουν μεγάλες τις τιμωρίες στην γέεννα του πυρός. Αλλά, αν ποθείτε, ώ Ηγεμόνες, να γνωρίσετε εμπράκτως αυτά που λέχθηκαν, σκεφθείτε εκείνους τους βασιλείς, που ήταν και λιοντάρια και αλεπούδες και θα δείτε, ότι η μεν ζωή τους ήταν γεμάτη κινδύνους και θλίψεις, το δε τέλος τους γεμάτο δειλία και τρόμο.
 
Με σταθερή λοιπόν πίστη, ώ Ηγεμόνες, και με αγάπη ειλικρινή θα συνεργάζονται όλοι μαζί σας, εάν απορρίπτοντας τον δόλο και την απάτη, αντλείτε το θάρρος σας μόνον από τον Θεό και στρέφετε προς Αυτόν μόνον την ελπίδα σας, διότι ’’εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων’’.
_______________________________________________
 
(*)  Ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος υπήρξε ένας από τους διασημότερους Έλληνες λογίους επί τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1670. Διακρίθηκε για την οξύνοια του πνεύματος και την ευρυμάθειά του. Διορίσθηκε ηγεμόνας της Μολδαυΐας και αργότερα της Βλαχίας. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ίδρυση Ελληνικών Σχολείων στις παραδουνάβιες χώρες. Το έργο του ’’Πολιτικόν θέατρον’’ εκδόθηκε για τελευταία φορά το 1992 από τις Εκδόσεις Ο.Χ.Α. Λυδία.