Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Η ελληνική όμως γλώσσα έχει «γλώσσα» από τις πύρινες Γλώσσες της Πεντηκοστής!

Η ελληνική γλώσσα
- Γέροντα, γιατί κατήργησαν τους τόνους από την γραμματική;

... - Τώρα, όπως οι άνθρωποι δεν σηκώνουν τίποτε και τα πετούν όλα, έτσι και τα γράμματα δεν σηκώνουν τίποτε, ούτε οξείες ούτε περισπωμένες! Και όπως όλοι τρέχουν, δεν βάζουν ούτε τελεία!

Βλέπω μια γλώσσα που γράφουν μερικοί! Διάβαζα σε μία μετάφραση της Καινής Διαθήκης: «Από την Αίγυπτο κάλεσα τον γιο μου»[i]. Δεν ταιριάζει, βρε παιδί! Δεν ξεχωρίζει το ιερό από το ανίερο! Γράφουν έτσι, δήθεν για να είναι όλα ίδια, να υπάρχη ομοιομορφία στην γλώσσα. Ποιος, ακόμη και από το πιο τελευταίο χωριό, δεν θα καταλάβαινε, αν έγραφε «τον υιόν μου»; Άκουσα μια φορά στο Άγιον Όρος σε μια ανάγνωση: «Το ψωμί και το κρασί που κάνουν την Μεταλαβιά». Δεν ταιριάζει· πως να το κάνουμε; Ποιος δεν ξέρει τι θα πη «άρτος» και «οίνος»;

- Λένε, Γέροντα, ότι θα αντικαταστήσουν το ελληνικό αλφάβητο με το λατινικό.

- Άσ’ τα, δεν θα σταθούν αυτά· δεν θα σταθούν. Ευτυχώς που ο Θεός και από το στραβό και από το κακό βγάζει καλό, αλλιώς θα ήμασταν χαμένοι. Δεν χάθηκε η Παράδοση, η γλώσσα τότε που τα είχαν όλα σε χειρόγραφα και δεν υπήρχαν ούτε φωτοτυπικά ούτε τίποτε και θα χαθή τώρα που βγήκαν τόσα μέσα; Όχι, δεν πρόκειται να χαθή, ό,τι και να κάνουν οι άνθρωποι. Βλέπετε και οι Ρώσοι πρόσφυγες πως κράτησαν τα έθιμά τους! Αυτό που τους βοήθησε ήταν που ήξεραν την ποντιακή γλώσσα. Κράτησαν έτσι την Παράδοση μέσα τους. Αλλά, παρ’ όλο που τους δόθηκε λίγη ελευθερία, έφυγαν από την Ρωσία, για να βρουν ελευθερία, γιατί και πάλι ήταν σαν ένα πουλάκι που το έβγαλαν από το κλουβί και το άφησαν μέσα στο δωμάτιο ελεύθερο. Δεν θα στενοχωριόταν και εκεί; Φαντασθήτε πως ήταν πριν οι καημένοι!

Είναι και μερικοί που πάνε να κάνουν μια νέα γλώσσα. Η ελληνική όμως γλώσσα έχει «γλώσσα» από τις πύρινες Γλώσσες της Πεντηκοστής! Το δόγμα της πίστεώς μας καμμιά γλώσσα δεν μπορεί να το αποδώση. Γι’ αυτό οικονόμησε ο Θεός και η Παλαιά Διαθήκη μεταφράσθηκε από τους Εβδομήκοντα στην ελληνική γλώσσα και το Ευαγγέλιο γράφτηκε στην ελληνική γλώσσα. Αν δεν ξέρη Αρχαία Ελληνικά κανείς και ασχολήται με το δόγμα, μπορεί να πλανηθή. Και εμείς καταργήσαμε τα Αρχαία από τα σχολεία! Μετά από λίγο θα έρχωνται Γερμανοί να διδάσκουν Αρχαία στα δικά μας Πανεπιστήμια. Τότε θα καταλάβουν οι δικοί μας την αξία που έχουν τα Αρχαία Ελληνικά, αφού πρώτα γίνουν ρεζίλι, και θα πουν: «Για δες η Εκκλησία που κρατούσε τα Αρχαία»!

Πάνε να εξαφανίσουν ένα ορθόδοξο έθνος. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ένα ορθόδοξο έθνος σήμερα είναι μεγάλη υπόθεση! Παλιά είχαμε την φιλοσοφία. Η Αγία Αικατερίνη με βάση την φιλοσοφία αποστόμωσε τους φιλοσόφους. Οι φιλόσοφοι ετοίμασαν τον δρόμο για τον Χριστιανισμό. Το Ευαγγέλιο γράφτηκε στα ελληνικά και διαδόθηκε στον κόσμο. Μετά οι Έλληνες προχώρησαν να φωτίσουν και τους Σλαύους. Σε μερικούς δεν συμφέρει να υπάρχη η Ελλάδα. «Μας κάνει κακό, λένε. Πρέπει να την εξαφανίσουv.

Έλληνα, τελικά τι θέλεις;

Έλληνα, τελικά τι θέλεις;
Nikos Nikolaoy


5:13am May 24 

 <<Του τυχαίου>>>

-Τα λεφτά μου. Τη σύνταξή μου, το μισθό μου. Αυτά που μου μείωσαν κι ακόμα παραπάνω.


-Και που θα τα βρει το κράτος να στα δώσει;
-Δεν ξέρω...από τις μίζες που έπαιρναν τα λαμόγια.

-Ναι, αλλά οι μισθοί σου και οι συντάξεις σου είναι το μεγαλύτερο κομμάτι στον προϋπολογισμό. Κι όλες τις εισπράξεις να σου δώσουν πάλι δε φτάνουν. Από που θα στα δώσουν;

-Να μαζέψουν φόρους.

-Κι άλλους;

-Ναι από εκείνους που τα έχουν.

-Μα εκείνοι που τα έχουν έφυγαν. Εσύ δεν αποφάσισες ότι θες την Ευρώπη που  επιτρέπεται να πηγαίνει όπου θέλει ο καθένας τα λεφτά του;

-Τότε να φορολογήσουν τις τράπεζες.

-Μα οι τράπεζες έχουν ζημιές. Θα φορολογήσεις τις ζημιές;

-Ναι αλλά πιο πριν είχαν κέρδη.

-θέλεις να φορολογήσουν τα κέρδη που είχαν πριν 2 χρόνια;

-Ναι

-Μα αν συμβεί αυτό, οι τράπεζες θα γράψουν μεγαλύτερες ζημιές.

-Και τι με νοιάζει εμένα;

-Εσύ δε μου είπες ότι θες να μείνεις στο ευρώ;

-Ναι

-Οπότε πως θα μείνεις στο ευρώ αν δεν έχεις τράπεζες;

-Να τις πάρει το κράτος.

-Και μετά; Θα φορολογεί το κράτος τον εαυτό του; Ή θα φορτωθεί τις ζημιές αυξάνοντας το έλλειμμα;

-Να μου δώσουν τα λεφτά οι Ευρωπαίοι.

-Μα εσύ δεν είπες ότι δε θες Μνημόνιο;

-Ναι, δε θέλω με τίποτα.

-Δηλαδή θες να μείνεις στο ευρώ αλλά χωρίς Μνημόνιο.

-Ακριβώς!

-Δηλαδή θες να μείνεις στο ευρώ και στην Ευρωζώνη αλλά με τους δικούς σου όρους.

-Ναι, να μείνω όπως θέλω εγώ.

-Οπότε μου λες ότι εσύ θα αποφασίζεις πόσα λεφτά θες, ας πούμε αποφασίζεις ότι θα δώσεις αυξήσεις 20% στις συντάξεις και οι Ευρωπαίοι θα καταβάλλουν τα ποσά, σωστά;

-Ναι...δηλαδή όχι. Να σου πω! Δεν είναι δυνατόν να ζήσω με 150 ευρώ. Θα πεθάνω.

-Και τι λύση προτείνεις;

-Αμάν με το ευρώ. Εθνικό νόμισμα. Δραχμή.

-Δραχμή λοιπόν. Οπότε με μια υποτίμηση θα γίνεις φθηνός σωστά;

-Απολύτως. Θα γίνω ανταγωνιστικός.

-Σε τι;

-Τι εννοείς σε τι;

-Εννοώ ότι αν έχεις ένα προϊόν που θα το πουλήσεις φθηνά σε δραχμές γιατί δεν το πουλάς φθηνά σε ευρώ;

-Γιατί δε με αφήνουν.

-Ποιοι;

-Οι ξένοι.

-Μα υποτίθεται ότι τώρα έχεις ανοικτά σύνορα στην Ευρώπη. Γι' αυτό μπήκες:  για να πουλάς ότι θες σε όλη την Ευρώπη.

-Δεν εννοούσα αυτό. Εννοούσα ότι αν έχω δραχμή θα έρχονται εδώ οι ξένοι για διακοπές γιατί θα είμαι φθηνός.

-Μα έτσι θα σου αφήνουν λιγότερα ευρώ. Αφού θα είσαι φθηνότερος.

-Ναι αλλά θα έρχονται περισσότεροι> -Και γιατί δεν έρχονται τώρα;

-Γιατί είμαι ακριβός.

-Και γιατί δε ρίχνεις τις τιμές;

-Μα δεν μπορώ. Δεν με αφήνει η φορολογία.

-Μα η φορολογία σου με τη δραχμή θα αυξηθεί, αφού θα αυξηθεί ο πληθωρισμός, το κράτος θα ζητά ολοένα και περισσότερα.

-Ναι. Θα είμαι όμως ανεξάρτητος.

-Από ποιους;

-Από τους ξένους. Με ελέγχουν με το ευρώ.

-Και με τη δραχμή θα είσαι ανεξάρτητος; Πως; Αφού η ισοτιμία της δραχμής πάλι από "ξένους" όπως λες θα ελέγχεται!
-Δηλαδή;

-Δεν υπάρχει νόμισμα που να μην έχει μια ισοτιμία. Αν θες μπανάνες κάνεις τις δραχμές σου ευρώ ή δολάρια και αγοράζεις μπανάνες! Ή πετρέλαιο, ή φάρμακα. Σου θυμίζω ότι ο Σόρος με τα συναλλάγματα παίζει και ξετινάζει τις χώρες!

-Δηλαδή μου λες ότι άμα πάω στη δραχμή θα θυμηθώ τις μέρες που ο κάθε τυχάρπαστος κατέστρεφε ολόκληρες χώρες παίζοντας με την ισοτιμία;

-Ναι.

-Καλά μένω στο ευρώ. Αλλά χωρίς Μνημόνιο.

-Πως θα το καταφέρεις αυτό;

-Θα το επαναδιαπραγματευτώ.

-Πως; Αφού δεν έχεις ακόμα ορίσει διαπραγματευτές.

-Θα κάνω εκλογές.

-Και με ποιο πρόγραμμα; Τι θα προτείνεις; Έχεις εθνικό σχέδιο διαπραγμάτευσης; Έχεις δηλαδή ένα εθνικό "αντι-μνημόνιο';

-Όχι.

-Οπότε;

-Αει παράτα μας. Δεν ξέρεις τι λες.  

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Σύντομος κατήχησις περὶ τοῦ Σωτῆρος καὶ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

 
 Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Βίο τοῦ Βαρλαάμ καὶ Ἰωάσαφ
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
 
Εἰ τὸν ἐμὸν βούλει ∆εσπότην μαθεῖν,
ὁ Κύριός ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός,
ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ,
ὁ μακάριος καὶ μόνος δυνάστης,
ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων,
ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν,
φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον,
ὁ σὺν Πατρὶ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι δοξαζόμενος.

Οὐκ εἰμὶ γὰρ ἐγὼ τῶν τοὺς πολλοὺς τούτους καὶ ἀτάκτους ἀναγορευόντων θεούς, καὶ τὰ ἄψυχα ταῦτα καὶ κωφὰ σεβομένων εἴδωλα·
ἀλλ’ ἕνα Θεὸν γινώσκω καὶ ὁμολογῶ ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι δοξαζόμενον,
Πατρί, φημί, καὶ Υἱῷ, καὶ ἁγίῳ Πνεύματι,
ἐν μιᾷ δὲ φύσει καὶ οὐσίᾳ,
ἐν μιᾷ δόξῃ καὶ βασιλείᾳ μὴ μεριζομένῃ.
Οὗτος οὖν ὁ ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν εἷς Θεός,
ἄναρχός τε καὶ ἀτελεύτητος,
αἰώνιός τε καὶ ἀΐδιος,
ἄκτιστος,
ἄτρεπτός τε καὶ ἀσώματος,
ἀόρατος,
ἀπερίγραπτος,
ἀπερινόητος,
ἀγαθὸς καὶ δίκαιος μόνος,
ὁ τὰ πάντα ἐκ μὴ ὄντων ὑποστησάμενος,
τά τε ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα,
πρῶτον μὲν δημιουργεῖ τὰς οὐρανίους δυνάμεις καὶ ἀοράτους,
ἀναρίθμητά τινα πλήθη ἄϋλά τε καὶ ἀσώματα,
λειτουργικὰ πνεύματα τῆς τοῦ Θεοῦ μεγαλειότητος·
ἔπειτα τὸν ὁρώμενον κόσμον τοῦτον,
οὐρανόν τε καὶ γῆν καὶ τὴν θάλασσαν,
ὅνπερ καὶ φωτὶ φαιδρύνας κατεκόσμησεν,
οὐρανὸν μὲν ἡλίῳ καὶ σελήνῃ καὶ τοῖς ἄστροις,
γῆν δὲ παντοίοις βλαστήμασι καὶ διαφόροις ζῴοις,
τήν τε θάλασσαν πάλιν τῷ παμπληθεῖ τῶν νηκτῶν γένει.
Ταῦτα πάντα, αὐτὸς εἶπε, καὶ ἐγεννήθησαν,
αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν.

Εἶτα δημιουργεῖ τὸν ἄνθρωπον χερσὶν ἰδίαις,
χοῦν μὲν λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς εἰς διάπλασιν τοῦ σώματος,
τὴν δὲ ψυχὴν λογικὴν καὶ νοερὰν διὰ τοῦ οἰκείου ἐμφυσήματος αὐτῷ δούς,
ἥτις κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ δεδημιουργῆσθαι γέγραπται·
κατ’ εἰκόνα μέν, διὰ τὸ νοερὸν καὶ αὐτεξούσιον,
καθ’ ὁμοίωσιν δὲ διὰ τὴν τῆς ἀρετῆς κατὰ τὸ δυνατὸν ὁμοίωσιν.
Τοῦτον τὸν ἄνθρωπον αὐτεξουσιότητι καὶ ἀθανασίᾳ τιμήσας,
βασιλέα τῶν ἐπὶ γῆς κατέστησεν·
ἐποίησε δὲ ἐξ αὐτοῦ τὸ θῆλυ, βοηθὸν αὐτῷ κατ’ αὐτόν.

Καὶ φυτεύσας παράδεισον ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολάς,
εὐφροσύνης καὶ θυμηδίας πάσης πεπληρωμένον,
ἔθετο ἐν αὐτῷ τὸν ἄνθρωπον ὃν ἔπλασε,
πάντων μὲν τῶν ἐκεῖσε θείων φυτῶν κελεύσας ἀκωλύτως μετέχειν,
ἑνὸς δὲ μόνου θέμενος ἐντολὴν ὅλως μὴ γεύσασθαι,
ὅπερ ξύλον τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν κέκληται, οὕτως εἰπών.
ᾟ δ’ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε.

Εἷς δὲ τῶν εἰρημένων ἀγγελικῶν δυνάμεων, μιᾶς στρατιᾶς πρωτοστάτης, οὐδόλως ἐν ἑαυτῷ παρὰ τοῦ ∆ημιουργοῦ κακίας φυσικῆς ἐσχηκὼς ἴχνος ἀλλ’ ἐπ’ ἀγαθῷ γενόμενος, αὐτεξουσίῳ προαιρέσει ἐτράπη ἐκ τοῦ καλοῦ εἰς τὸ κακόν, καὶ ἐπήρθη τῇ ἀπονοίᾳ, ἀντᾶραι βουληθεὶς τῷ ∆εσπότῃ καὶ Θεῷ.
Διὸ ἀπεβλήθη τῆς τάξεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἀξίας, καί, ἀντὶ τῆς μακαρίας δόξης ἐκείνης καὶ ἀγγελικῆς ὀνομασίας, διάβολος ἐκλήθη καὶ Σατανᾶς προσωνόμασται.
Ἔρριψε γὰρ αὐτὸν ὁ Θεὸς ὡς ἀνάξιον τῆς ἄνωθεν δόξης·
συναπεσπάσθη δὲ αὐτῷ καὶ συναπεβλήθη καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ ὑπ’ αὐτὸν τάγματος τῶν ἀγγέλων, οἵτινες, κακοὶ γεγονότες τὴν προαίρεσιν,
καί, ἀντὶ τοῦ ἀγαθοῦ τῇ ἀποστασίᾳ ἐξακολουθήσαντες τοῦ ἄρχοντος αὐτῶν, δαίμονες ὠνομάσθησαν,
ὡς πλάνοι καὶ ἀπατεῶνες.

Ἀρνησάμενος οὖν πάντη τὸ ἀγαθὸν ὁ διάβολος,
καὶ πονηρὰν προσλαβόμενος φύσιν,
φθόνον ἀνεδέξατο πρὸς τὸν ἄνθρωπον,
ὁρῶν ἑαυτὸν μὲν ἐκ τηλικαύτης ἀπορριφθέντα δόξης,
ἐκεῖνον δὲ πρὸς τοιαύτην τιμὴν ἀναγόμενον,
καὶ ἐμηχανήσατο ἐκβαλεῖν αὐτὸν τῆς μακαρίας ἐκείνης διαγωγῆς.
Τὸν ὄφιν οὖν ἐργαστήριον τῆς ἰδίας πλάνης λαβόμενος,
δι’ αὐτοῦ ὡμίλησε τῇ γυναικί,
καί, πείσας αὐτὴν φαγεῖν ἐκ τοῦ ἀπηγορευμένου ἐκείνου ξύλου ἐλπίδι θεώσεως,
δι’ αὐτῆς ἠπάτησε καὶ τὸν Ἀδάμ,
οὕτω τοῦ πρωτοπλάστου κληθέντος.

Καὶ φαγὼν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος τοῦ φυτοῦ τῆς παρακοῆς ἐξόριστος γίνεται τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς ὑπὸ τοῦ ∆ημιουργοῦ, καί, ἀντὶ τῆς μακαρίας ζωῆς ἐκείνης καὶ ἀνωλέθρου διαγωγῆς, εἰς τὴν ἀθλίαν ταύτην καὶ ταλαίπωρον (φεῦ μοι) βιοτὴν ἐμπίπτει, καὶ θάνατον τὸ τελευταῖον καταδικάζεται.
Ἐντεῦθεν ἰσχὺν ὁ διάβολος λαβὼν καὶ τῇ νίκῃ ἐγκαυχώμενος, πληθυνθέντος τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, πᾶσαν κακίας ὁδὸν αὐτοῖς ὑπέθετο.

Ὡς, ἐντεῦθεν διακόψαι τὴν πολλὴν τῆς ἁμαρτίας φορὰν βουλόμενος, ὁ Θεὸς κατακλυσμὸν ἐπήγαγε τῇ γῇ,
ἀπολέσας πᾶσαν ψυχὴν ζῶσαν·
ἕνα δὲ μόνον εὑρὼν δίκαιον ἐν τῇ γενεᾷ ἐκείνῃ,
τοῦτον σὺν γυναικὶ καὶ τέκνοις ἐν κιβωτῷ τινι περισώσας,
μονώτατον εἰς τὴν γῆν κατέστησεν.

Ἡνίκα δὲ ἤρξατο πάλιν εἰς πλῆθος τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος χωρεῖν,
ἐπελάθοντο τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς χεῖρον ἀσεβείας προέκοψαν,
διαφόροις δουλωθέντες ἁμαρτήμασι,
καὶ δεινοῖς καταφθαρέντες ἀτοπήμασι,
καὶ εἰς πολυσχιδῆ πλάνην διαμερισθέντες.
Οἱ μὲν γὰρ αὐτομάτως φέρεσθαι τὸ πᾶν ἐνόμισαν, καὶ ἀπρονόητα ἐδογμάτισαν, ὡς μηδενὸς ἐφεστηκότος ∆εσπότου·
ἄλλοι εἱμαρμένην εἰσηγήσαντο, τῇ γενέσει τὸ πᾶν ἐπιτρέψαντες·
ἄλλοι πολλοὺς θεοὺς κακοὺς καὶ πολυπαθεῖς ἐσεβάσθησαν,
τοῦ ἔχειν αὐτοὺς τῶν ἰδίων παθῶν καὶ δεινῶν πράξεων συνηγόρους,
ὧν καὶ μορφώματα τυπώσαντες ἀνεστήλωσαν ξόανα κωφὰ καὶ ἀναίσθητα εἴδωλα,
καὶ συγκλείσαντες ἐν ναοῖς προσεκύνησαν,
λατρεύοντες τῇ κτίσει παρὰ τὸν Κτίσαντα,
οἱ μὲν τῷ ἡλίῳ καὶ τῇ σελήνῃ,
καὶ τοῖς ἄστροις ἃ ἔθετο ὁ Θεὸς πρὸς τὸ φαῦσιν παρέχειν τῷ περιγείῳ τούτῳ κόσμῳ,
ἄψυχά τε ὄντα καὶ ἀναίσθητα,
τῇ προνοίᾳ τοῦ ∆ημιουργοῦ φωτιζόμενα καὶ διακρατούμενα,
οὐ μὴν δὲ οἴκοθέν τι δυνάμενα·
οἱ δὲ τῷ πυρὶ καὶ τοῖς ὕδασι καὶ τοῖς λοιποῖς στοιχείοις τῆς γῆς, ἀψύχοις καὶ ἀναισθήτοις οὖσι·
καὶ οὐκ ᾐσχύνθησαν οἱ ἔμψυχοι καὶ λογικοὶ τὰ τοιαῦτα σέβεσθαι·
ἄλλοι θηρίοις καὶ ἑρπετοῖς καὶ κτήνεσι τετραπόδοις τὸ σέβας ἀπένειμαν,
κτηνωδεστέρους τῶν σεβομένων ἑαυτοὺς ἀποδεικνύντες·
οἱ δὲ ἀνθρώπων τινῶν αἰσχρῶν καὶ εὐτελῶν μορφώματα ἀνετυπώσαντο,
καὶ τούτους θεοὺς ἐκάλεσαν,
καὶ τοὺς μὲν αὐτῶν ἄρρενας,
τινὰς δὲ θηλείας ὠνόμασαν,
οὓς ἐκεῖνοι αὐτοὶ ἐξέθεντο μοιχοὺς εἶναι καὶ φονεῖς,
ὀργίλους καὶ ζηλωτὰς καὶ θυμαντικούς,
πατροκτόνους καὶ ἀδελφοκτόνους,
κλέπτας καὶ ἅρπαγας,
χωλοὺς καὶ κυλλούς,
καὶ φαρμακούς,
καὶ μαινομένους,
καὶ τούτων τινὰς μὲν τετελευτηκότας,
τινὰς δὲ κεκεραυνωμένους,
καὶ κοπτομένους,
καὶ θρηνουμένους καὶ δεδουλευκότας ἀνθρώποις,
καὶ φυγάδας γενομένους,
καὶ εἰς ζῷα μεταμορφουμένους ἐπὶ πονηραῖς καὶ αἰσχραῖς μίξεσιν·
ὅθεν, λαμβάνοντες οἱ ἄνθρωποι ἀφορμὰς ἀπὸ τῶν θεῶν αὐτῶν,
ἀδεῶς κατεμιαίνοντο πάσῃ ἀκαθαρσίᾳ.
Καὶ δεινὴ κατεῖχε σκότωσις τὸ γένος ἡμῶν ἐν ἐκείνοις τοῖς χρόνοις,
καὶ οὐκ ἦν ὁ συνιών,
οὐκ ἦν ὁ ἐκζητῶν τὸν Θεόν.

Ἀβραὰμ δέ τις ἐν ἐκείνῃ τῇ γενεᾷ μόνος εὑρέθη τὰς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς ἐρρωμένας ἔχων,
ὃς τῇ θεωρίᾳ τῶν κτισμάτων ἐπέγνω τὸν ∆ημιουργόν.
Κατανοήσας γὰρ οὐρανὸν καὶ γῆν καὶ θάλασσαν,
ἥλιον καὶ σελήνην καὶ τὰ λοιπά,
ἐθαύμασε τὴν ἐναρμόνιον ταύτην διακόσμησιν·
ἰδὼν δὲ τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν αὐτῷ πάντα,
οὐκ αὐτομάτως γεγενῆσθαι καὶ συντηρεῖσθαι ἐνόμισεν,
οὔτε μὴν τοῖς στοιχείοις τῆς γῆς
ἢ τοῖς ἀψύχοις εἰδώλοις τὴν αἰτίαν τῆς τοιαύτης διακοσμήσεως προσανέθετο·
ἀλλὰ τὸν ἀληθῆ Θεὸν διὰ τούτων ἐπέγνω,
καὶ αὐτὸν εἶναι ∆ημιουργὸν τοῦ παντὸς καὶ συνοχέα συνῆκεν.

Ἀποδεξάμενος δὲ τοῦτον τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ ὀρθῆς κρίσεως,
ὁ Θεὸς ἐνεφάνισεν ἑαυτὸν αὐτῷ,
οὐ καθὼς ἔχει φύσεως (Θεὸν γὰρ ἰδεῖν γεννητῇ φύσει ἀδύνατον), ἀλλ’ οἰκονομικαῖς τισι θεοφανείαις,
ὡς οἶδεν αὐτός, καὶ τελεωτέραν γνῶσιν ἐνθεὶς αὐτοῦ τῇ ψυχῇ, ἐδόξασε,
καὶ οἰκεῖον ἔθετο θεράποντα, ὅς, καὶ κατὰ διαδοχὴν τοῖς ἐξ αὐτοῦ παραπέμψας τὴν εὐσέβειαν,
τὸν ἀληθῆ γνωρίζειν ἐδίδαξε Θεόν.
Διὸ καὶ εἰς πλῆθος ἄπειρον τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐλθεῖν ὁ ∆εσπότης εὐδόκησε,
καὶ λαὸν περιούσιον αὑτῷ ὠνόμασε,
καὶ δουλωθέντας αὐτοὺς ἔθνει Αἰγυπτίῳ καὶ Φαραῷ τινι τυράννῳ σημείοις καὶ τέρασι φρικτοῖς καὶ ἐξαισίοις ἐξήγαγεν ἐκεῖθεν διὰ Μωσέως καὶ Ἀαρών,
ἀνδρῶν ἁγίων καὶ χάριτι προφητείας δοξασθέντων·
δι’ ὧν καὶ τοὺς Αἰγυπτίους ἐκόλασεν ἀξίως τῆς αὐτῶν πονηρίας,
καὶ τοὺς Ἰσραηλίτας (οὕτω γὰρ ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὁ τοῦ Ἀβραὰμ ἀπόγονος ἐκέκλητο) διὰ ξηρᾶς τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν διήγαγε, διασχισθέντων τῶν ὑδάτων καὶ τεῖχος ἐκ δεξιῶν καὶ τεῖχος ἐξ εὐωνύμων γεγενημένων·
τοῦ δὲ Φαραὼ καὶ τῶν Αἰγυπτίων κατ’ ἴχνος αὐτῶν εἰσελθόντων,
ἐπαναστραφέντα τὰ ὕδατα ἄρδην αὐτοὺς ἀπώλεσεν.

Εἶτα θαύμασι μεγίστοις καὶ θεοφανείαις ἐπὶ χρόνοις τεσσαράκοντα διαγαγὼν τὸν λαὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἄρτῳ οὐρανίῳ διατρέφων,
νόμον δέδωκε πλαξὶ λιθίναις θεόθεν γεγραμμένον,
ὅνπερ ἐνεχείρισε τῷ Μωσεῖ ἐπὶ τοῦ ὄρους,
τύπον ὄντα καὶ σκιαγραφίαν τῶν μελλόντων,
τῶν μὲν εἰδώλων καὶ πάντων τῶν πονηρῶν ἀπάγοντα πράξεων,
μόνον δὲ διδάσκοντα τὸν ὄντως ὄντα Θεὸν σέβεσθαι,
καὶ τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἀντέχεσθαι·
τοιαύταις οὖν τερατουργίαις εἰσήγαγεν αὐτοὺς εἰς ἀγαθήν τινα γῆν, ἥνπερ πάλαι τῷ πατριάρχῃ ἐκείνῳ Ἀβραὰμ ἐπηγγείλατο δώσειν αὐτοῦ τῷ σπέρματι.

Καὶ μακρὸν ἂν εἴη διηγήσασθαι ὅσα εἰς αὐτοὺς ἐνεδείξατο μεγάλα καὶ θαυμαστά,
ἔνδοξά τε καὶ ἐξαίσια, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός,
δι’ ὧν πάντων τοῦτο ἦν τὸ σπουδαζόμενον πάσης ἀθέσμου λατρείας καὶ πράξεως τὸ τῶν ἀνθρώπων ἀποσπάσαι γένος,
καὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐπαναγαγεῖν κατάστασιν.
Ἀλλὰ καὶ ἔτι τῇ αὐτονομίᾳ τῆς πλάνης ἐδουλοῦτο ἡ φύσις ἡμῶν,
καὶ ἐβασίλευε τῶν ἀνθρώπων ὁ θάνατος,
τῇ τυραννίδι τοῦ διαβόλου,
καὶ τῇ καταδίκῃ τοῦ ᾅδου πάντας παραπέμπων.

Εἰς τοιαύτην οὖν συμφορὰν καὶ ταλαιπωρίαν ἐλθόντας ἡμᾶς οὐ παρεῖδεν ὁ πλάσας καὶ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγών,
οὐδὲ ἀφῆκεν εἰς τέλος ἀπολέσθαι τὸ τῶν χειρῶν αὐτοῦ ἔργον,
ἀλλ’ εὐδοκίᾳ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ συνεργίᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ,
ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός,
ὁ ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι,
ὁ προαιώνιος,
ὁ ἄναρχος,
ὁ ἐν ἀρχῇ ὤν,
καὶ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα ὤν,
καὶ Θεὸς ὤν,
συγκαταβαίνει τοῖς ἑαυτοῦ δούλοις συγκατάβασιν ἄφραστον καὶ ἀκατάληπτον, καί, Θεὸς ὢν τέλειος, ἄνθρωπος τέλειος γίνεται ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς ἁγίας Παρθένου καὶ Θεοτόκου, οὐκ ἐκ σπέρματος ἀνδρός, ἢ θελήματος, ἢ συναφείας, ἐν τῇ ἀχράντῳ μήτρᾳ τῆς Παρθένου συλληφθείς, ἀλλ’ ἐκ Πνεύματος ἁγίου, καθὼς καὶ πρὸ τῆς συλλήψεως εἷς τῶν ἀρχαγγέλων ἀπεστάλη μηνύων τῇ Παρθένῳ τὴν ξένην σύλληψιν ἐκείνην καὶ τὸν ἄφραστον τόκον.

Ἀσπόρως γὰρ συνελήφθη ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐκ Πνεύματος ἁγίου,
καὶ συμπήξας ἑαυτῷ ἐν τῇ μήτρᾳ τῆς Παρθένου σάρκα ἐμψυχουμένην ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ,
προῆλθεν ἐν μιᾷ τῇ ὑποστάσει,
δύο δὲ ταῖς φύσεσι,
τέλειος Θεός,
καὶ τέλειος ἄνθρωπος,
ἄφθορον τὴν παρθενίαν τῆς τεκούσης καὶ μετὰ τὸν τόκον φυλάξας,
καὶ ἐν πᾶσιν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν γενόμενος χωρὶς ἁμαρτίας,
τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἀνέλαβε καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν.
Ἐπεὶ γὰρ δι’ ἁμαρτίας εἰσῆλθεν ὁ θάνατος εἰς τὸν κόσμον, ἔδει τὸν λυτροῦσθαι μέλλοντα ἀναμάρτητον εἶναι καὶ μὴ τῷ θανάτῳ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὑπεύθυνον.

Ἐπὶ τριάκοντα δὲ χρόνοις τοῖς ἀνθρώποις συναναστραφείς, ἐβαπτίσθη ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ ὑπὸ Ἰωάννου,
ἀνδρὸς ἁγίου καὶ πάντων τῶν προφητῶν ὑπερκειμένου.
βαπτισθέντος δὲ αὐτοῦ,
φωνὴ ἠνέχθη οὐρανόθεν ἐκ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, λέγουσα·
Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς ἐν ᾧ εὐδόκησα.
Καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐν εἴδει περιστερᾶς κατῆλθεν ἐπ’ αὐτόν.

Καὶ ἀποτότε ἤρξατο σημεῖα ποιεῖν μεγάλα καὶ θαυμαστά, νεκροὺς ἀνιστῶν, τυφλοὺς φωτίζων, δαίμονας ἀπελαύνων, κωφοὺς καὶ κυλλοὺς θεραπεύων, λεπροὺς καθαρίζων, καὶ πανταχόθεν ἀνακαινίζων τὴν παλαιωθεῖσαν ἡμῶν φύσιν, ἔργῳ τε καὶ λόγῳ παιδεύων καὶ διδάσκων τὴν τῆς ἀρετῆς ὁδόν, τῆς μὲν φθορᾶς ἀπάγων, πρὸς δὲ τὴν ζωὴν ποδηγῶν τὴν αἰώνιον.
Ὅθεν καὶ μαθητὰς ἐξελέξατο δώδεκα, οὓς καὶ ἀποστόλους ἐκάλεσε·
καὶ κηρύττειν αὐτοῖς ἐπέτρεψε τὴν οὐράνιον πολιτείαν, ἣν ἦλθεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνδείξασθαι, καὶ οὐρανίους τοὺς ταπεινοὺς ἡμᾶς καὶ ἐπιγείους τῇ αὐτοῦ οἰκονομίᾳ τελέσαι.
Φθόνῳ δὲ τῆς θαυμαστῆς αὐτοῦ καὶ θεοπρεποῦς πολιτείας καὶ τῶν ἀπείρων θαυμάτων οἱ ἀρχιερεῖς καὶ ἀρχηγοὶ τῶν Ἰουδαίων,
ἔνθα δὴ καὶ τὰς διατριβὰς ἐποιεῖτο,
μανέντες, οἷσπερ τὰ προειρημένα θαυμαστὰ σημεῖα καὶ τέρατα πεποιήκει,
ἀμνημονήσαντες πάντων,
θανάτῳ αὐτὸν κατεδίκασαν,
ἕνα τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἰς προδοσίαν συναρπάσαντες·
καί, κρατήσαντες αὐτόν,
τοῖς ἔθνεσιν ἔκδοτον τὴν ζωὴν τῶν ἁπάντων ἐποιήσαντο,
ἑκουσία βουλῇ ταῦτα καταδεξαμένου αὐτοῦ.

Ἦλθε γὰρ δι’ ἡμᾶς πάντα παθεῖν,
ἵν’ ἡμᾶς τῶν παθῶν ἐλευθερώσῃ.
Πολλὰ δὲ εἰς αὐτὸν ἐνδειξάμενοι,
σταυρῷ τὸ τελευταῖον κατεδίκασαν.
Καὶ πάντα ὑπέμεινε τῇ φύσει τῆς σαρκός,
ἧς ἐξ ἡμῶν ἀνελάβετο,
τῆς θείας αὐτοῦ φύσεως ἀπαθοῦς μεινάσης.
Δύο γὰρ φύσεων ὑπάρχων,
τῆς τε θείας καὶ ἧς ἐξ ἡμῶν προσανελάβετο,
ἡ μὲν ἀνθρωπεία φύσις ἔπαθεν,
ἡ δὲ θεότης ἀπαθὴς διέμεινε καὶ ἀθάνατος.

Ἐσταυρώθη οὖν τῇ σαρκὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός,
ὢν ἀναμάρτητος.
ἁμαρτίαν γὰρ οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ, καὶ οὐχ ὑπέκειτο θανάτῳ·
διὰ τῆς ἁμαρτίας γάρ, ὡς καὶ προεῖπον,
ὁ θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον·
ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς ἀπέθανε σαρκὶ ἵν’ ἡμᾶς τῆς τοῦ θανάτου λυτρώσηται τυραννίδος.
Κατῆλθεν εἰς ᾅδου, καὶ τοῦτον συντρίψας, τὰς ἀπ’ αἰῶνος ἐγκεκλεισμένας ἐκεῖσε ψυχὰς ἠλευθέρωσε.
Τεθεὶς ἐν τάφῳ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐξανέστη,
νικήσας τὸν θάνατον καὶ ἡμῖν τὴν νίκην δωρησάμενος κατ’ αὐτοῦ,
καί, ἀφθαρτίσας τὴν σάρκα ὁ τῆς ἀφθαρσίας πάροχος,
ὤφθη τοῖς μαθηταῖς, εἰρήνην αὐτοῖς δωρούμενος καὶ δι’ αὐτῶν παντὶ τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων.

Μεθ’ ἡμέρας δὲ τεσσαράκοντα εἰς οὐρανοὺς ἀνεφοίτησε, καὶ οὕτως ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς καθέζεται, ὃς καὶ μέλλει πάλιν ἔρχεσθαι κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, καὶ ἀποδοῦναι ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ.
Μετὰ δὲ τὴν ἔνδοξον αὐτοῦ εἰς οὐρανοὺς ἀνάληψιν, ἀπέστειλε τὸ πανάγιον Πνεῦμα ἐπὶ τοὺς ἁγίους αὐτοῦ μαθητὰς ἐν εἴδει πυρός, καὶ ἤρξαντο ξέναις γλώσσαις λαλεῖν, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου ἀποφθέγγεσθαι.

Ἐντεῦθεν οὖν τῇ χάριτι αὐτοῦ διεσπάρησαν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἐκήρυξαν τὴν ὀρθόδοξον πίστιν,
βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
διδάσκοντες τηρεῖν πάσας τὰς ἐντολὰς τοῦ Σωτῆρος.
Ἐφώτισαν οὖν τὰ ἔθνη τὰ πεπλανημένα,
καὶ τὴν δεισιδαίμονα πλάνην τῶν εἰδώλων κατήργησαν,
κἂν μὴ φέρων ὁ ἐχθρὸς τὴν ἧτταν πολέμους καὶ νῦν καθ’ ἡμῶν τῶν πιστῶν ἐγείρει,
πείθων τοὺς ἄφρονας καὶ ἀσυνέτους ἔτι τῆς εἰδωλολατρείας ἀντέχεσθαι,
ἀλλ’ ἀσθενὴς ἡ δύναμις αὐτοῦ γέγονε,

καὶ αἱ ῥομφαῖαι αὐτοῦ εἰς τέλος ἐξέλιπον τῇ τοῦ Χριστοῦ δυνάμει.



Ἰδού σοι τὸν ἐμὸν ∆εσπότην καὶ Θεὸν καὶ Σωτῆρα δι’ ὀλίγων ἐγνώρισα ῥημάτων·
τελεώτερον δὲ γνωρίσεις,
εἰ τὴν χάριν αὐτοῦ δέξῃ ἐν τῇ ψυχῇ σου καὶ δοῦλος αὐτοῦ καταξιωθῇς γενέσθαι.
http://www.orthodoxfathers.com/logos/Suntomos-katichisis-peri-tou-Sotiros-Kuriou-imon-Iisou-Christou

ΛΟΓΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ, ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ...


 Ασκητής καί νηστευτής στό Άγιον Όρος...
 

Άγιον Όρος 
 
Μοσχομύριστος, Αγιοβάδιστος τόπος. Κάθε συνάντηση γίνεται κι΄ ένα πνευματικό διδασκαλείο. Ρίχνεις τα δίχτυα σου και ψαρεύεις τροφή πνευματική μέσα από θάλασσες παραδείσιες...
- Ευλογείτε Γέροντα.
- Ο Kύριος να σε ευλογεί χαρά μου.
  - Είστε πολλά χρόνια στο Άγιον Όρος;
- Είμαι εξήντα χρόνια, αλλά τι είναι εξήντα χρόνια για το Θεό; Μια ανάσα είναι.
  - Γέροντα θα ήθελα να πείτε δύο πράγματα για τη νηστεία.
- Για να πεις κάτι πρέπει να το βιώνεις, να το ζεις. Μόνο ένας που έχει γεννηθεί κοντά σε θάλασσα, ή είναι ναυτικός μπορεί να μιλήσει για τη θάλασσα. Αλλά θα κάνω υπακοή στο θέλημά σου και θα σου πω τί λένε οι πατέρες οι οποίοι ήταν φίλοι της νηστείας.
 - Η νηστεία Γέροντα είναι σκοπός;
- Η νηστεία δεν είναι σκοπός, είναι μέσο. Να, σκοπός σου ήταν να έλθεις στο Άγιον Όρος, ήταν ο προορισμός σου. Το καραβάκι όμως που σε έφερε είναι το μέσο. Έτσι και η νηστεία, είναι ένα από τα μέσα που μας έδωσε η αγάπη του Θεού για να Τον αναζητούμε μιά καί ο Θεός είναι ο προορισμός μας.
  - Πότε εμφανίστηκε η νηστεία;
- Η νηστεία είναι συνομήλικη με την ανθρωπότητα. Μέσα στον Παράδεισο δόθηκε στον άνθρωπο από τον Θεό, μας λέει ο Μ. Βασίλειος.
 - Γιατί όμως ο Θεός έδωσε τη νηστεία, μήπως για να περιορίσει τον άνθρωπο;
- Όχι, για να τον ελευθερώσει! Ο Ιερός Χρυσόστομος γράφει ότι ο Θεός δημιουργώντας τον άνθρωπο τον έφερε και τον παρέδωσε στο χέρι της νηστείας, η οποία είναι φιλόστοργη μητέρα και άριστος διδάσκαλος. Της εμπιστεύτηκε δηλαδή την σωτηρία του. Άρα η νηστεία είναι παιδαγωγός, δεν περιορίζει αλλά καλλιεργεί τον άνθρωπο.
- Είναι αναγκαία η νηστεία Γέροντα;
- Θα σου απαντήσει πάλι ο Χρυσόστομος: «Αν η νηστεία ήταν αναγκαία επί Αδάμ στον Παράδεισο, είναι  περισσότερο αναγκαία σήμερα έξω από τον Παράδεισο. Αν ήταν χρήσιμο το φάρμακο πριν από τον τραυματισμό, είναι πολύ περισσότερο χρήσιμο μετά τον τραυματισμό». Η νηστεία λοιπόν μέσα στον Παράδεισο δόθηκε προληπτικά στον άνθρωπο για να μην πέσει. Αφού όμως ο άνθρωπος αμάρτησε καί έπεσε δίδεται τώρα θεραπευτικά...
 - Τελικά δηλαδή ποιός είναι ο σκοπός της νηστείας;
- Η νηστεία μαραίνει τις κακές επιθυμίες, λέει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, την καρδιά μας την μαλακώνει, συμπληρώνει ο Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος. Κάθε καλό και αγαθό έργο δια της νηστείας κατορθώνεται και τελειοποιείται, γράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Για όλους αυτούς τους λόγους ο Ιερός Χρυσόστομος μας εξομολογείται την αγάπη του προς τη νηστεία. «Αγαπώ τη νηστεία, γιατί είναι μητέρα σωφροσύνης και πηγή κάθε φιλοσοφημένης πράξεως».
  - Πώς πρέπει όμως να νηστεύουμε;
- Η νηστεία είναι μέσο και όπλο πνευματικό το οποίο δεν περιορίζεται μόνο στη διατροφή, πρέπει όλος ο άνθρωπος ψυχοσωματικά να συμμετέχει. Άκου τι μας λέει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. 
«Νηστεύεις; Απόδειξέ το δια μέσου των ίδιων των έργων. Αν δεις εχθρό, να συμφιλιωθείς μαζί του. Αν δεις φτωχό, να τον ελεήσεις. Να νηστεύουν τα χέρια, παραμένοντας καθαρά από την αρπαγή και την πλεονεξία. Να νηστεύουν τα πόδια ξεκόβοντας από δρόμους που οδηγούν στην αμαρτία. 
Δεν τρως κρέας; Καλά κάνεις, αλλά να μη τρώς και την ακολασία δια μέσου των ματιών σου.... Ας νηστεύει και η ακοή. Και η νηστεία της ακοής είναι να μη δέχεσαι κακολογίες και διαβολές. Ας νηστεύει και το στόμα από αισχρά λόγια. Διότι τι όφελος έχουμε, όταν απέχουμε από πουλερικά και ψάρια, δαγκώνουμε όμως και κατατρώγουμε τους αδελφούς μας;
  - Πως δαγκώνουμε και κατατρώμε τους αδελφούς μας;
- Με την συκοφαντία και την κατάκριση, που ξεκινούν από την έλλειψη αγάπης για τον αδελφό μας.
 - Ευχαριστώ Γέροντα, πολύ με ωφελήσατε.
- Ευχαριστίες πρέπουν στον Θεό που φώτισε του Αγίους μας.
  - Την ευχή σας.
- Στο καλό η Χάρις του Θεού να σε σκεπάζει, η Παναγιά μας να σε προστατεύει και οι Άγιοί μας να σε συντροφεύουν. Και μη ξεχνάς νηστεία κυρίως είναι να πεινάσεις για Θεό!!!
 

Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΑ

ὑπό π. Νικηφόρου Νάσσου

Ἀπόψε στούς Ὀρθοδόξους ναούς μας, μέ αἰσθήματα βαθυτάτης κατανύξεως και μεθέξεως ψυχικῆς θά ψάλλουμε:  «ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΣΟΥ ΤΑ ΠΑΘΗ ΧΡΙΣΤΕ»… Ἡ μοναδική καί ἀπαράμιλλη ὑμνολογία τῆς Μεγάλης Ἐβδομάδος, ὅπως εὔστοχα ἔχει διατυπωθεῖ, ἀσκεῖ μία μυστηριώση ἔλξη και δύναμη, πού ἐπιδρᾶ καί ἐξαϋλώνει τούς συμμετέχοντας, πυρπολεῖ καρδιές καί ὑπάρξεις, ἀνάγει στό θεῖο καί ὑπερβατικό ἰδεῶδες, μεταρσιώνει τό στοχασμό, εὐαισθητοποιεῖ τό συναίσθημα,καταξιώνει τό λόγο, χριστοποιεῖ τόν ἄνθρωπο…

Μεγάλη Παρασκευή! Ὁ Θεάνθρωπος ἐπί τοῦ Σταυροῦ! Ἄκρα συγκατάβασις, Κένωσις θεοπρεπής, Ἄγάπη μοναδική τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας πρός ἐμᾶς! Καί ἐμεῖς οἱ ἐξαγοραζόμενοι «τῷ τιμίῳ Αἵματι» τοῦ Ἀσπίλου και Ἀμώμου Ἀμνοῦ, προσεγγίζουμε τό Πάθος καί τή Μοναδική Θυσία Του…μᾶλλον ἐξωτερικά καί συναισθηματικά, λογικά καί ἱστορικά καί ὄχι ὀντολογικά καί ὑπαρξιακά… Καί γι᾿ αὐτό μετά τή Σταύρωση, μετά τόν Ἐπιτάφιο καί τήν Ἀνάσταση, μένουμε μέ τίς σβησμένες λαμπάδες, μέ τά αὐγά καί τά ἐδέσματα μόνο, χωρίς θεῖο πόθο στήν καρδιά, χωρίς νά ἔχει ἀφήσει μέσα στήν ψυχή μας ἡ Ὑπερτάτη Θυσία τοῦ Λυτρωτοῦ τό ἀποτύπωμά της, τήν πνευματική γεύση της, τή μυστκή χαρά, ἐμπειρία καί ἀλλοίωση πού θα μᾶς κάνει ὅλο τό χρόνο νά θυμόμαστε αὐτήν τή Θυσία καί ὄχι μόνο τήν Μεγάλη Ἐβδομάδα…. Ὀρθά εἰπώθηκε πώς ἄν κανείς δέν
στοχάζεται καρδιακά ὅλο τό χρόνο ἐντός του τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ καί τίς συνέπειες τῆς Ἀναστάσεως καί δέν ζεῖ πνευματικά, δέν μπορεῖ νά κατανοήσει τά τελούμενα μέσα σέ μία ἐβδομάδα καί νά τά βιώσει ὑπαρξιακά…

Ἀλλά ἄς μιλήσουμε δι᾿ ὀλίγων γιά τό θεολογικό νόημα αὐτῆς τῆς Κενώσεως τοῦ Γλυκυτάτου Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας καί ἄς δοῦμε πῶς ἐκλαμβάνεται ἡ Θυσία Του Ὀρθόδοξα καί πῶς θεωρεῖται δυτικά. (Τά παρατιθέμενα κατωτέρω εἶναι ἀπόσπασμα ἀπό μία πρός ἔκδοσιν μελέτη μας με τίτλο «Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανεν»).

1) ΤΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Μέσα σέ τέσσερις λέξεις ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος συμπυκνώνει τή σωτηριολογική σημασία τῆς Θείας Οἰκονομίας, τῆς ὅλης ἐπί γῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἑρμηνεύει τή στοχοθεσία τῆς «κενώσεως τοῦ Λόγου», τοῦ σταυροῦ καί τοῦ θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεως, διά τῶν ὁποία φανερώνεται ἡ ἔμπρακτη ΑΓΑΠΗ τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἀπελευθέρωσή του «ἐκ τῶν τοῦ Ἅδου ἀλύτων δεσμῶν». Ὄντως, «Χριστός
ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανεν».

Μέσα σ᾿ αὐτή τήν προοπτική τῆς ἀνερμήνευτης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὁ Μέγας Ὁμολογητής καί θεολόγος τοῦ 14ου αἰῶνος, κῆρυξ τῆς Χάριτος καί τοῦ Φωτός, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀξιολογώντας σωτηριολογικῶς ὅλα τά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Θεανθρώπου, θά ὑπογραμμίσει ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὅ,τι ἐνήργησε μέσα στό πλαίσιο τῆς θείας
Του Οἰκονομίας, τό ἐνήργησε γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους καί μόνο. Ἄκτιστος ὤν καί ἀΐδιος, ἔγινε ἄνθρωπος, ἐνδυόμενος τή δική μας φύση, ἔζησε τή δική μας ζωή (παρεκτός τῆς ἁμαρτίας), ἔπαθε γιά μᾶς, ἐσταυρώθη, ἐτάφη καί ἀνέστη καί ἀνελήφθη στούς οὐρανούς, ὥστε νά οἰκονομήσει τή δική μας αἰώνια ἀνάσταση καί ἀνάληψη, ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικά. «Ὅ γάρ γέγονε, δι᾿ ἡμᾶς γέγονεν ὁ Κύριος, ἀγέννητός τε καί ἄκτιστος κατά τήν οἰκείαν θεότητα και ὅν ἔζησε βίον, δι᾿ ἡμᾶς ἔζησε…καί ἅπερ ἔπαθε τῇ σαρκί, δι᾿ ἡμᾶς ἔπαθε, τά ἡμῶν ἐξιώμενος πάθη, καί διά τάς ἡμετέρας ἁμαρτίας ἤχθη εἰς θάνατον, καί δι᾿ ἡμᾶς ἀνέστη καί ἀνελήφθη, παροικονομῶν ἡμῖν τήν εἰς ἀπείρους αἰῶνας ἀνάστασιν καί ἀνάληψιν».

Πολλούς αἰῶνες πρίν, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, μέ σαφήνεια καί θεολογική ἀκρίβεια, εἶχε διατυπώσει μέ τή γνωστή ἐκείνη ρῆση του «Αὐτός ἐνηνθρώπησεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» τή σωτηριολογική ἀντίληψη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τήν ὁποία ὅλο τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἀπέβλεπε στήν ἐπαναφορά τοῦ πεπτωκότως ἀνθρώπου στήν ἀρχική του κοίτη καί στή χαρισματική του θέωση μέσα στά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀποτελεῖ τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τήν κοινωνία τῆς θεώσεως. Ὁ Ἄκτιστος καί Προαιώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, τό
Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, «εἰσέβαλε» λυτρωτικά στόν κτιστό κόσμο καί τήν Ἱστορία, γενόμενος ἄνθρωπος καί ἐλευθέρωσε τόν ἄνθρωπο ἀπό τή δυναστεία τοῦ διαβόλου καί τῆς φθορᾶς, διά τῆς ἁλώσεως τοῦ κράτους τοῦ θανάτου. Μέ τήν ὑπερτάτη θυσία Του ἐπί τοῦ Σταυροῦ μᾶς ἐξαγόρασε ἀπό τη δύναμη τοῦ σατανᾶ και την ἐξουσία τοῦ Ἅδου καί μᾶς ἔδωσε τη δυνατότητα τῆς μετοχῆς στή δική του ζωή μέ τήν ἀθανασία τῆς
ἀνακαινισμένης ἐν Αὐτῷ φύσεώς μας.

Στήν Ἀκολουθία τῶν Ἀχράντων Παθῶν τήν Μ. Πέμπτη ἡ Ἐκκλησία μας ψάλλει: «Ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ τιμίῳ σου Αἵματι,
τῷ σταυρῷ προσηλωθείς καί τῇ λόγχῃ κεντηθείς, τήν ἀθανασίαν
ἐπήγασας ἀνθρώποις…».

Πάλι ὁ Μέγας φωστήρ τῆς Ἀλεξανδρείας, Ἀθανάσιος θα τονίσει ὅτι «οὐκ ἄλλου ἦν το θνητόν
ἀθάνατον παραστῆσαι εἰμί τῆς αὐτοζωῆς οὔσης». Αὐτά ὅλα ἔγιναν ἀφοῦ καταργήθηκε ὁ θάνατος ἀπό τόν Ζωοδότη Χριστό, τόν «σταυρωθέντα και παθόντα καί ἀναστάντα ὑπέρ ἡμῶν», ὅπως ὁμολογοῦμε στο σύμβολο τῆς πίστεώς μας οἱ Ὀρθόδοξοι. «Διά σταυροῦ γάρ ἠσχύνθη ὁ ἀσεβής», ψάλλουμε σέ ἕνα τροπάριο. Ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου, ἀποτελεῖ τή μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς παναγάπης τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ. Σαφέστα διακηρρύσεται ἡ «ὑπέρ ἡμῶν» ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέσῳ τοῦ κενωθέντος Λόγου στό Εὐαγγέλιο τοῦ ἠγαπημένου καί παρθένου Ἰωάννου ὡς ἑξῆς: «Οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόλλυται, ἀλλ᾿ ἔχει ζωήν αἰώνιον».

Μέ αὐτήν τή θεολογία καί τή σωτηριολογία πορεύεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο, αὐτήν τή θεία «ἐκστατική ἀγάπη» κηρύσσει καί φανερώνει στόν
κόσμο καί μέ αὐτό τό φρόνημα λατρεύει τόν «Παθόντα καί Ταφέντα καί Ἀναστάντα ἐκ Νεκρῶν» Κύριο καί Νυμφίο της.

2) Η ΦΡΑΓΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΙΚΗΣ ΘΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΝΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ «ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΕΩΣ». ΣΥΓΚΡΙΣΗ.

Ἀντίθετα μέ τήν πίστη τῶν Ὀρθοδόξων τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, ἕνας ὁλόκληρος κόσμος, ὁ δυτικός, ἔχει ἀλλοτριωθεῖ καί ἔχει παραπέσει χριστιανικά - ὀρθόδοξα, ἀφοῦ (ἐκτός τῶν ἄλλων παρεκλίσεων) ἔχει πειστεῖ νά λατρεύει ἕναν πολύ «ἀνθρώπινο θεό», ἕνα θεό ὀργιζόμενο καί ἐκδικητικό, σαδιστή καί τιμωρό, ἀπαιτοῦντα τήν ἐξιλέωσή του καί τήν πληρωμή του ἐκ μέρους τοῦ ἀμαρτήσαντος ἀνθρώπου, ὁ ὁποίος προσέβαλε διά τῆς ἁμαρτίας την θεία δικαιοσύνη του. Ὄντως, ἕνας ἄλλος θεός λατρεύεται στήν ἐκπεσοῦσα Δύση, στό χώρο ἐκείνο ὅπου περισσότερη σημασία καί βαρύτητα ἀπό κάθε αἵρεση
καί παρέκκλιση ἔχει τό γεγονός ὅτι ἔχουν ἀπωλεστεῖ τά κριτήρια τῆς θεογνωσίας, ἡ μέθοδος γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Καί συνέπεια τούτου, ἀφοῦ ὑπάρχει ἔλλειψη τῆς χαρισματικῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀκτίστου, τά πάντα ἐξηγοῦνται λογικά, διανοητικά, ψυχολογικά καί ἀνθρωπολογικά, ἔνεκα κυρίως τῆς σχολαστικῆς θεολογήσεως πού ἐκεῖ ἐπικρατεῖ. Ἑπομένως, δέν εἶναι παράδοξο νά ἑρμηνεύεται καί τό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας δια τοῦ
σταυροῦ δικανικά, ἀφοῦ ἀπουσιάζει ἡ αἴσθηση τῆς κενωτικῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι «ἔρως καί ἐραστόν», ὅπως τόν προσαγορεύουν οἱ θειότατοι Πατέρες μας.
Μή δυνάμενοι οἱ φράγγοι νά κατανοήσουν τό «ἐκστατικό ἅπλωμα» τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο καί τήν κτίση, τά σωτηριώδη γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας, ἀλλά κυρίως τήν «ἐσχάτην πτωχείαν» Του διά Σταυροῦ, ἐπιχείρησαν νά προσεγγίσουν την Ὑπερτάτη θυσία τοῦ Κυρίου
Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τή λογοκρατική μέθοδο καί μέσα ἀπό τό δικαιικό πνεῦμα πού τήν διέπει, ὅπως εἶναι φυσικό. Συγκεκριμένα, τόν 11ο αἰῶνα, ὁ ἀποκαλούμενος ἀπό ἐρευνητές ὡς «πατήρ τοῦ σχολαστικισμοῦ» στή Δύση, ἐπίσκοπος Ἄνσελμος Καντεμβουρίας (1023 – 1109), συστηματοποίησε μία ἤδη ἐκπεφρασμένη θεολογικῶς ἄποψη πού εἶχε ἐμφανιστεῖ πολύ νωρίς στο δυτικό χώρο ἀπό τόν Τερτυλλιανό καί ἄλλους, τήν «περί τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης» θεωρία, στήν ὁποία καί θά ἀναφερθοῦμε στά ἑπόμενα.

Ὁ Ἄνσελμος, ἀρχιεπίσκοπος Καντεμβουρίας, συνέγραψε ἕνα ἀπολογητικό ἔργο, μιά πραγματεία σωτηριολογικῆς φύσεως, μέ τόν τίτλο: «Cur Deus Homo (γιατί ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος). Δέν θά ἀναφερθοῦμε σέ λεπτομέρειες περί τοῦ σκοποῦ τῆς πραγματείας, τοῦ ἱστορικοῦ πλαισίου ἑντός τοῦ ὁποίου συνεγράφη κ.ἄ. Θά ὑπογραμμίσουμε τά περί τῆς ἐν λόγῳ θεωρίας τῆς ἱκανοποιήσεως (satisfactio), ὅπως διακηρρύσσεται στή μελέτη αὐτοῦ τοῦ
δυτικοῦ θεολόγου, ὥστε νά δοῦμε τή φραγγική διαστρέβλωση στό ζήτημα τῆς σωτηριολογίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δόγμα γιά τήν Ἐκκλησία μας, καθώς ἐκφράζεται στά Βιβλικά καί Πατερικά κείμενα.

Ἡ περί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας διακαιοσύνης κακοδοξία, λοιπόν, ἡ πλασμένη μέ βάση τό
κοσμικό-φραγγικό δίκαιο, ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ πρῶτος ἄθρωπος μέσα στόν ἐπίγειο παράδεισο ἁμάρτησε. Αὐτή ἡ ἁμαρτία προσέβαλε τήν… τιμή καί ἀξιοπρέπεια τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων ἐξοργίστηκε ὁ Θεός, διότι διασαλεύτηκε ἡ τάξη τῆς δημιουργίας τήν ὁποία Αὐτός ἔχει θέσει στήν κτίση. Βεβαίως, σχετικά μέ τήν «τιμή τοῦ Θεοῦ», ὅπως προσδιορίζεται ἀπό τόν Ἄνσελμο (honor Dei) καί ἀποτελεῖ κλειδί  κατανοήσεως τῆς σωτηριολογίας του, θά πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι «ἡ ἔννοια τῆς «τιμῆς τοῦ Θεοῦ» στή Δύση συνδέεται στενά μέ τή δομή τῆς φεουδαρχικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία κάνει κατανοητό καί τό νομικό ὑπόβαθρο τῆς τιμῆς αὐτῆς». Δηλαδή ὁμιλοῦμε γιά μιά θεώρηση τῆς τιμῆς τοῦ Θεοῦ μέ καθαρά ἀνθρώπινα κριτήρια, νομικιστικά ἐκλαμβανόμενη, ὅπως ἄλλωστε θεωροῦνται καί ἑρμηνεύονται ὅλα μέ τό πνεῦμα (τό χωρίς Πνεῦμα) καί τό
σκεπτικό τῆς ὀρθολογιζούσης Δύσεως. Ὡστόσο, ἀνάλογη ἑρμηνεία κάνει ὁ Ἄνσελμος καί στό θέμα τῆς «τάξεως τῆς δημιουργίας» καί μέσα ἀπό τίς σχετικές διατυπώσεις του γίνεται φανερό πώς «συνδέει ὀργανικά την ἔννοια τῆς τιμῆς τοῦ Θεοῦ τόσο μέ τήν ἔννοια τῆς τάξεως τῆς δημιουργίας ὅσο καί μέ τήν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά καί μέ τή δικαιική ἔννοια τῆς
ἐξισορροπητικῆς ἱκανοποιήσεως».

Τί θά ἔπρεπε, λοιπόν, νά ἀκολουθήσει μετά ἀπό ὅλα αὐτά, μετά ἀπό αὐτήν τή μεγίστη (κατά τούς παπικούς) προσβολή τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ Θεοῦ, διά τῆς ἀνατροπῆς τῆς τάξεως τῆς δημιουργίας; Θά ἔπρεπε ὁπωσδήποτε ὁ ἄνθρωπος νά πληρώσει καί μάλιστα
«ἀκριβά» γι᾿ αὐτήν τή μεγάλη προσβολή! Ὅμως, δέν μποροῦσε νά λάβει χώρα αὐτό, ἀφοῦ ἡ προσβολή ἦταν τόσο μεγάλη, ὅση καί ἡ ἀξία τοῦ προσβαλομένου. Τί θά ἔπρεπε, λοιπόν, νά λάβει χώρα, ὥστε καί ἡ ἀνθρωπότητα νά ἐξιλεωθεῖ καί ἡ θεία Δικαιοσύνη νά ἱκανοποιηθεῖ; Τό πρόβλημα βρίσκει τή λύση του ὅταν ὁ Θεός…ἀποφασίζει νά στείλει τόν
Μονογενῆ Του Υἱό στόν κόσμο γιά νά πεθάνει ἐπί τοῦ Σταυροῦ μέ τή στοχοθεσία αὐτή. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὡς μία ἰσοδύναμη ἐπανόρθωση, μόνον Αὐτός θά μποροῦσε νά ἀποκαταστήσει ἀντικειμενικῶς τήν διασαλευθεῖσα τάξη τῆς δημιουργίας, ὅπως καί ἔπραξε. Καί ἔτσι, ὡς ἄπειρο θῦμα, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τιμωρούμενος διά τοῦ σταυρικοῦ θανάτου, προσέφερε μία ἄπειρη ἱκανοποίηση στόν Θεό Πατέρα και πέτυχε τό σκοπό αὐτό, νά ἀλλάξει ἡ στάση τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἀνθρωπότητα καί νά δοθεῖ σ᾿ αὐτήν ἡ ἄφεση τῶν
ἁμαρτιῶν. Γι᾿ αὐτό, λοιπόν, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος! Κατά τόν Ἄνσελμο Καντερβουρίας τόν συστηματοποιήσαντα τήν «περί ἱκανοποιήσεως» θεωρία, ἡ θεία ἐνανθρώπηση «ἔχει τό λόγο καί τό σκοπό της κατ᾿ ἀποκλειστικότητα στό θάνατο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ. Καί τοῦτο ἐπειδή μόνον ὁ θάνατος ἑνός Θεανθρώπου θά μποροῦσε νά ἱκανοποιήσει πλήρως τόν ἀπείρως προσβληθέντα ἀπό τήν ἁμαρτία Θεό ».

Ἔτσι, στή Δύση, μέ τή θεωρία αὐτή τῆς ἱκανοποιήσεως, δόθηκε μεγαλύτερη βαρύτητα στή σταύρωση τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ δι᾿ αὐτῆς πληρώθηκε ἡ τρωθείσα δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, παρά στήν Ἀνάσταση, πού ἀποδεικνύει μόνο τήν θεότητά Του. Ὅπως μπορεῖ καί ἕνας ἁπλός χριστιανός νά ἀντιληφθεῖ, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ νομική θεώρηση τῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν Ὀρθόδοξη θεώρηση τῆς Σωτηρίου Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, ὅπου Σταυρός, Ἀνάσταση καί ὅλα τά ἄλλα γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου συνδέονται
ὁργανικά καί ἀποτελοῦν φάσεις τοῦ ἑνός μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας ἐν Χριστῷ σταυρωθέντι καί Ἀναστάντι, ὅπως ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία μας: «Ὁ Σταυρός σου Κύριε, ζωή καί Ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου». Καί: «Προσκυνοῦμεν σου τα Πάθη Χριστέ. Δεῖξον ἡμῖν καί τήν ἔνδοξόν σου Άνάστασιν». Ἐπίσης, τήν Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, στόν ὄρθρο (Κανόνας) ψάλλουμε πανηγυρικά τή νίκη τοῦ σταυροῦ ἐπί τοῦ θανάτου, τονίζοντας τό σκοπό καί τή σωτηριολογική σημασία τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ: «Πανηγύρεως ἡμέρα τοῦ ἐνδόξου σταυροῦ, θάνατος φροῦδος ὤφθη, ζωῆς ἀνέτειλεν ἀρχή»… Στή Δύση, ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ ὑπηρετεῖ τόν σκοπό τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός. Στήν καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολή, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει ὡς ζωηφόρος θάνατος, ὁ ὁποῖος, κατά τήν Πατερική ἑρμηνευτική, «τόν θάνατον ἐθανάτωσεν» (Ἱερός Χρυσόστομος) καί κατήργησε τό κράτος τοῦ Ἅδου, πού κατεῖχε μέχρι τότε δέσμια τήν πεσοῦσα ἀνθρωπότητα. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας μέσω τῆς ὑμνολογίας στόν ἐσπερινό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου σέ δύο ἠμέρες θα παρουσιάσει (ἀνθρωποπαθῶς) τόν Ἅδη νά θρηνεῖ καί νά στενάζει τήν κατάλυση τῆς ἐξουσίας του ἀπό τον Ζωοδότη Χριστό: «Σήμερον ὁ Ἅδης στένων βοᾷ, συνέφερέ μοι, εἰ τον ἐκ Μαρίας γεννηθέντα μή ὑπεδεξάμην. Ἐλθών γάρ ἐπ᾿ ἐμέ τό κράτος μου ἔλυσε, πῦλας χαλκάς συνέτριψε, ψυχάς ἅς κατεῖχον τό πρίν, αὐτός ἀνέστησε» … Δέν πέθανε, ἑπομένως ὁ Χριστός (ὡς ἄνθρωπος) γιά νά πληρώσει κανένα…φόρο τιμῆς καί νά ἱκανοποιήσει τόν (δῆθεν) ὀργιζόμενο οὐράνιο Πατέρα Του, προκειμένου νά σώσει τόν κόσμο καί νά παράσχει τήν ἄφεση. Δέν ἔχουμε «ἱκανοποίηση» τῆς θείας Δικαιοσύνης μέ τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί ἀποκατάσταση στήν προηγούμενη δόξα του. Βεβαίως ἡ Ἐκκλησία ὁμιλεῖ περί «ἐξαγορᾶς» τοῦ ἀνθρώπου ἐκ μέρους τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλά αὐτό ἐκλαμβάνεται ὄχι δικανικά ἀλλά σωτηριολογικά, μέσα ἀπό τίς διάφορες εἰκόνες πού ὑπάρχουν γιά νά ὑπογραμμίσουν αὐτή τήν ἀναλλοίωτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως θά δοῦμε στά ἑπόμενα.

3) ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΗΛΩΝΟΥΝΤΑ ΘΕΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΛΥΤΡΟΥ.

Εἶναιγεγονός, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διά τῶν βιβλικῶν καί πατερικῶν κειμένων καί διά τῆς ὑμνολογίας, προσπαθεῖ νά περιγράψει τήν ἐμπειρία τῆς σωτηρίας τήν ὁποία μᾶς χάρισε ὁ διά Σταυροῦ θάνατος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί στήν περιγραφή αὐτή, χρησιμοποιοῦνται εἰκόνες καί κατηγορίες τοῦ καθημερινοῦ μας βίου, παρόλο πολύ ἡ καθημερινότητα τοῦ βίου μας εἶναι ὑποταγμένη στήν πτώση. Συναντοῦμε, λοιπόν, στή Γραφή, στήν πατερική γραμματεία καί τή λατρεία λέξεις ὅπως: «λύτρο», «καταλλαγή», «ἐξαγορά», «δικαίωση» κ.ἄ. Στήν καθημερινότητά μας οἱ λέξεις αὐτές καί οἱ εἰκόνες,
«λειτουργοῦν μᾶλλον ὑποταγμένες στή νοοτροπία τῶν σχέσεων δοσοληψίας, ἀτομικῆς ἀποκατάστασης, ὑποκειμενικῆς κατοχύρωσης».

Θεολογικά ὅμως δέν ἐκλαμβάνονται ἔτσι! Ἀλλά μέ τίς εἰκόνες αὐτές ἡ Ἐκκλησία, θέλει ὅπως εἴπαμε νά σημάνει καί νά διδάξει σχετικά μέ τή θυσιαστική ἀγάπη, τήν ΚΕΝΩΣΗ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔγινε γιά μᾶς, ὅπως το γράφει ὁ Παῦλος «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυροῦ». Αὐτή ἡ λέξη «κένωση» εἶναι ἡ πιό ἐκφραστική. Ἑπομένως, στήν Ὀρθοδοξία δέν γίνεται λόγος περί ἐξιλεώσεως ἤ ἱκανοποιήσεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλά περί ὀντολογικῆς, κενωτικῆς, ἀγαπητικῆς αὐτοπροσφορᾶς Του χάριν ἡμῶν. Νά διασαφήσουμε καί περί τοῦ «λύτρου» ὅπως ἀναφέρθηκε ὡς εἰκόνα, ὅτι ἡ θεωρία αὐτή περί τῶν λύτρων
πού κατέβαλε ὁ Χριστός προκειμένου νά μᾶς ἐξαγοράσει, ἀπαντᾶται στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπό τους ἀποστολικούς ἀκόμη, ὅπως λ.χ. στόν Εἰρηναῖο καί μετέπειτα στούς Καππαδόκες, ἀλλά δέν ἑρμηνεύεετα δικανικά ὅπως ἑρμηνεύτηκε στή Δύση, ὅπου ἐκεῖ πιστεύεται πώς ὁ Χριστός τελικά λύτρωσε τούς ἀνθρώπους ἀπό…τόν ἴδιο τόν ἐπουράνιο Πατέρα Του! Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι μελετῶντας τά Πατερικά κείμενα, συναντοῦμε δύο τρόπους ἑρμηνείας τοῦ λύτρου. Σύμφωνα μέ την πρώτη ἑρμηνεία, ἡ ὁποία προϋποθέτει περισσότερο λογική ἐπεξεργασία, τό λύτρο δέν ἔχει μεταφορική σημασία.
Ἑπομένως γίνεται δεκτό πώς ὑπάρχει ἀποδέκτης, ὁ ὁποῖος σύμφωνα μέ ὁρισμένους ἑρμηνευτές και ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά σύμφωνα μέ τούς περισσοτέρους εἶναι ὁ διάβολος. Κατά τή δεύτερη ἑρμηνεία τό λύτρο εἶναι «μεταφορική εἰκόνα τῆς ἐν Χριστῷ Οἰκονομίας καί προβάλλεται ὁ μυστηριακός χαρακτήρας τῆς θυσίας, ἄρα δέν ὑπάρχει πρόβλημα ἀποδέκτη». Δηλαδή, μέ ἄλλα λόγια, ἡ πρώτη ἑρμηνεία ὁμιλεῖ γιά ἐξαγορά πού πραγματοποίησε ὁ Κύριός μας ἀπό πρόσωπο (ἤ τόν Θεό, ἤ τόν σατανᾶ) καί ἡ δεύτερη ὁμιλεῖ γιά λύτρωση ἀπό τήν ἁμαρτία, πού ἐκδηλώνεται μέ τή φθορά καί τό θάνατο, δηλαδή λύτρωση ἀπό μιά κατάσταση,ὄχι ἀπό πρόσωπο.

Στήν πρώτη ἑρμηνεία περί τοῦ λύτρου καί τοῦ ἀποδέκτου αὐτοῦ, κατά τήν ὁποία ὄχι δικανικά ὅπως τονίσαμε ἀλλά παιδαγωγικά καί μέσα ἀπό τό πλαίσιο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ προσεγγίζεται ἀπό Πατέρες καί Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας μας, συναντοῦμε μία ποικιλία ἀπόψεων. Ἔτσι, λ.χ. οἱ Ἅγιοι, Μ. Βασίλειος καί ὁ Ἅγιος αὐτάδελφός του Γρηγόριος Νύσσης, δέχονται ὅτι ἀποδέκτης τοῦ λύτρου, τῆς ὑπερπολυτίμου προσφορᾶς τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἦταν ὁ διάβολος, ἀλλά ἡ ἄποψη αὐτή κυρίως στόν Μ. Βασίλειο, ἐξετάζεται «κάτω ἀπό τό πρίσμα τῆς θυσίας καί τῆς ἀποκαλύψεως τῆς θείας ἀγάπης», ἑνῶ ὁ Γρηγόριος Νύσσης εἶδε ζήτημα πιό διανοητικά, λέγοντας ὅτι ἔπρεπε να γίνει αὐτή ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τόν σατανᾶ στον ὁποίο εἴχαμε παραδοθεῖ, αφοῦ αὐτός θα ἐλάμβανε τό «λύτρο», προκειμένου να την πραγματοποιήσει.

Ἀλλά ὑπάρχει καί τοποθέτηση σχετική περί λύτρου ἀπό τον Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ὁ οποίος και αὐτός τάσσεται μέ τήν ἄποψη τῶν δύο ἀδελφῶν Καππαδοκῶν. Ὁ ρήτωρ τῆς
Ἐκκλησίας καί χρυσορρήμων Πατήρ, ἀκολουθῶντας προγενεστέρους Πατέρες καί
συγγραφεῖς, «δέχεται ὅτι ὁ Χριστός, κατά το πρότυπο τῆς ἀπελευθέρωσης ἑνός δούλου στά ρωμαϊκά χρόνια (manumisio), προσέφερε ἀπό μόνος του ἑκούσια τήν ἀνθρώπινή Του φύση ὡς λύτρο στό διάβολο γιά νά ἐξαγοράσει τήν Ἐκκλησία (τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο), ἐπειδή ἡ τελευταία δένκατέβαλε τό ὀφειλόμενο χρέος ἔναντι τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου, κι ἔτσι βρισκόταν κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου. Ἐπειδή, ὅμως, ἄν ἔβλεπε τόν ἴδιο τόν Θεό ὁ
διάβολος δέ θά δεχόταν νά πάρει ἀπό αὐτόν τά λύτρα (προτιμώντας νά πάρει γιά πάντα μαζί του ὅλη τήν ἀνθρωπότητα), ὁ Θεόςἐξαπάτησε, ὅπως π.Χ. τύς Αἰγύπτιους γιά χάρη τῶν Ἐβραίων καί μ. Χ. τόν Ἡρώδη γιά χάρη τοῦ βρέφους Ἰησοῦ, τόν ἀπατεῶνα διάβολο μέ τό νά ἐνανθρωπίσει τόν Υἱό Του. Ἔτσι, ὁ διάβολος ὡς λαίμαργος ἰχθύς μαζί μέ τό δόλωμα τῆς σάρκας (τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ) κατάπιε καί τό ἀγκίστρι τῆς θεότητας (τη
θεία φύση τοῦ Χριστοῦ), καί ἡττήθηκε ἀπό τό Χριστό. Ὡστόσο, ἐνῶ ἡττήθηκε ὁ διάβολος, δέ νεκρώθηκε παντελῶς». Σχετικά μέ τό «ἄγκιστρον» (τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ) ἀπό τήν ὁποία ἔπεσε ὁ διάβολος, θα ἀκούσουμε κατά τήν ὑπέρλαμπρη νύκτα τῆς Ἀναστάσεως, ἀπό τόν θεσπέσιο ἐκείνο Κατηχητικό λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «ἔλαβε γῆν και συνήντησε οὐρανόν. Ἔλαβε ὅπερ ἔβλεπε και πέπτωκεν ὅθεν οὐκ ἔβλεπεν».

Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τώρα, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀποκλείει την ἄποψη αὐτή, ὅτι δηλαδή τό «λύτρο» προσεφέρθη στόν σατανᾶ, και θεωρεῖ ὅτι το ἐκχυθέν Πανάγιο Αἵμα
τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ φρικτοῦ Γολγοθᾶ, προσεφέρθη στον Οὐράνιο Πατέρα καί Θεό. Καμία ὅμως δικανική ἀντίληψη δεν κυριαρχεῖ στή σκέψη τοῦ «ἀρίστου θεολόγου» Γρηγορίου, ἀντίθετα μάλιστα, ἀπευθύνει ἕνα ἐρώτημα πολύ βασικό, πού ἀνατρέπει, θά λέγαμε, προφητικά τήν μετά ἀπό πολλούς αἰῶνες διατυπωμένη ὀρθολογίζουσα δικανική θεωρία τῆς ἱκανοποιήσεως! Ποιος λόγος ὑπάρχει, ἐρωτᾶ ὁ Γρηγόριος, ὥστε νά τέρπεται,
νά εὐχαριστεῖται ὁ Πατέρας, παίρνοντας το Αἶμα τοῦ Υἱοῦ Του, ἀφοῦ δεν δέχτηκε οὔτε την θυσία τοῦ μικροῦ Ἰσαάκ ὅταν τον προσέφερε ὁ πατέραςτου ὁ Ἀβραάμ; «Τίς ὁ λόγος, Μονογενοῦς αἶμα τέρπειν Πατέρα, ὅς οὐδέ τόν Ἰσαάκ ἐδέξατο παρά τοῦ Πατρός προσφερόμενον, ἀλλ᾿ ἀντηλλάξατο τήν θυσίαν, κριόν ἀντιδούς τοῦ λογικοῦ θύματος»;
Ὁ πατήρ δέχεται το προσφερόμενο Αἷμα τοῦ Υἱοῦ Του, «οὐκ αἰτήσας, οὐδέ δεηθείς», λέγει ὁ ἱερός Γρηγόριος, δηλαδή χωρίς νά τό ἀπαιτήσει ἤ νά τό ἔχει ἀνάγκη! (Ἐδῶ κονιορτοποιεῖται ἡ κακοδοξία τῆς ἱκανοποιήσεως)… Ἀλλά τότε γιατί τό ἔλαβε τό τιμιότατο
λύτρο ὁ Πατήρ; «Διά τήν οἰκονομίαν, καί τό χρῆναι ἁγιασθῆναι τῷ ἀνθρωπίνῳ τοῦ Θεοῦ τόν ἄνθρωπον». Ὅλα ἔγιναν γιά νά ἐκπληρωθεῖ τό σχέδιον τῆς θείας Οἰκονομίας, τῆς σωτηρίας, καί ἐπειδή ἔπρεπε νά ἁγιασθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Θεοῦ…
Καί ἄλλοι Πατέρες ὡστόσο συμφωνοῦν μέ τόν Ἅγιο Ναζηανζηνό Θεολόγο καί ἀποκλείουν
ὡς ἀποδέκτη τοῦ «λύτρου» τόν διάβολο, ὅπως λ. χ. ὁ Ἄγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός («Μή γένοιτο τῷ τυρράνῳ τό τοῦ Δεσπότου προσενεχθῆναι αἷμα»), ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας κ.ἄ. Πάντως τό «περί τοῦ λύτρου» δόγμα εἶναι ἀδιαμόρφωτο στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως, καί ἄν οἱ Πατέρες (ὅσοι ἀσχολήθηκαν μέ αὐτό τό θέμα) εἰσῆλθαν ἑρμηνευτικά στήν προβληματική του, λόγῳ τῆς λογικῆς ἐπεξεργασίας τῶν μεταφορικῶν εἰκόνων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, σέ καμία περίπτωση δέν ἔχουμε ἔκπτωση σέ δικανικές
ἑρμηνείες τῆς ἐν Χριστῷ ἀπολυτρώσεως καί σωτηρίας, ὅπως συνέβη στή Δύση μέ τό σχολαστικισμό καί τή νοησιαρχική ἀντίληψη τῶν θεολογικῶν ζητημάτων, γιά τά ὁποία ὁ Θεολόγος Γρηγόριος καί πάλι θά μᾶς πεῖ πολύ ἐμπνευσμένα ὅτι «τά μέν δή Χριστοῦ τοιαῦτα, καί τά πλείω σιγῇ σεβέσθω».

Πάντως, οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε πώς ἡ σωτηρία μας διά τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ, ἕνα ὑπέρλογο μυστήριο τό ὁποῖο δέν μποροῦμε νά προσεγγίσουμε μέ τήν πτωτική μας λογική ἀλλά μέ τήν καθαρή μας καρδιά. Αὐτή ἄς πάλλει δοξολογικῶς πρός τόν ἐρασμιότατο Νυμφίο καί Σωτῆρα της καί ἄς ἀναφωνεῖ: ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΣΟΥ ΤΑ ΠΑΘΗ ΧΡΙΣΤΕ, ΔΕΙΞΟΝ ΗΜΙΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΔΟΞΟΝ ΣΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ…..

ὑπό π. Νικηφόρου Νάσσου

ΠΗΓΗ
http://salpisma.blogspot.com/

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: Ἑρμηνεία τῆς α΄ ὠδῆς τοῦ κανόνα τῆς Μ. Δευτέρας

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: Ἑρμηνεία τῆς α΄ ὠδῆς τοῦ κανόνα τῆς Μ. Δευτέρας




Ἦχος β’. Ὁ Εἱρμός.

Τῷ τήν ἄβατον κυμαινομένην θάλασσαν, θείῳ αὐτοῦ προστάγματι, ἀναξηράναντι, καί πεζεῦσαι δι’αὐτῆς, τόν ἰσραηλίτην, λαόν καθοδηγήσαντι, Κυρίῳ ἄσωμεν· ἐνδόξως γάρ δεδόξασται. 

Ας ψάλλουμε τον Κύριο, που με τη θεία προσταγή Του αποξήρανε την αδιάβατη και φουρτουνιασμένη από τα κύματα θάλασσα  (=Ερυθρά) και οδήγησε τον ισραηλιτικό λαό να περάσει μέσα απ’ αυτή πεζός  στο απέναντι μέρος, γιατί με το θαύμα αυτό δοξάστηκε (Κύριος) σε μεγάλο βαθμό.   


Ἑρμηνεία.

Εἰς τόν παρόντα Εἱρμόν ἀναφέρει ὁ Ἱερός Μελωδός τήν πρώτην Ὠδήν τήν ὑπό Μωϋσέως ποιηθεῖσαν, καί τά ἐκείνης λόγια· ἄς ψάλωμεν, λέγει, εἰς τόν Κύριον, ὅστις μέ τήν θεϊκήν προσταγήν του ἐπρόσταξεν οὔτω τόν Μωϋσῆν· «Λάλησον τοῖς Υἱοῖς Ἰσραήλ καί ἀναζευξάτωσαν, καί σύ ἔπαρον τήν ράβδον σου καί ἔκτεινον τήν χεῖρα σου ἐπί τήν θάλασσαν καί ρῆξον αὐτήν, καί εἰσελθέτωσαν οἱ Υἱοί Ἰσραήλ εἰς μέσον τῆς θαλάσσης κατά τό ξηρόν» (“Εξ. ιδ’ 15-16). Αὐτός ὁ Κύριος μέ τήν προσταγήν του ἐξήρανε τήν ἐρυθράν θάλασσαν, ἤτις ἦτον ἄβατος ἀπό γυμνά ποδάρια καί ἀδιαπέραστος.

Προσθέτει δέ ἀκολούθως ὁ Μελωδός καί τήν αἰτίαν, διά τήν ὁποίαν ἦτο ἀδιαπέραστος· ἐπειδή, λέγει ἦτον κυμαινομένη ἀπό τά κύματα, τά ὁποῖα φυσικῷ τῷ τρόπῳ διεγείρει ἡ θάλασσα· πρόδηλον γάρ ὅτι διά τοῦτο ἧτον αὕτη ἄβατος, διότι ἦτον κυμαινομένη. Οὐ μόνον δέ τήν θάλασσαν ἐξήρανεν ὁ Κύριος, ἀλλά καί ὡδήγησε τόν λαόν τοῦ Ἰσραήλ νά διαπεράσῃ αὐτήν ὡς ξηράν πεζός καί μέ γυμνά πόδια. Ὅθεν εἰς τόν Κύριον τόν ποιοῦντα τοιαῦτα τέρατα ἄς ψάλλωμεν καί ἡμεῖς τόν ἐπινίκιον ὕμνον ἐκεῖνον ὅπου ἔψαλλον οἱ Ἰσραηλῖται· ἐπειδή ἐνδόξως δεδόξασται.

Ἀπορίας δέ ἄξιον εἶναι, διατί ὁ Ποιητής ἐδῶ δέν εἶπεν ἁπλῶς ξηράναντι, ἀλλά ἀναξηράναντι; Εἰς λύσιν τῆς ἀπορίας λέγομεν ὅτι ἡ Ἀνά Πρόθεσις ἐδῶ δηλοῖ τήν δευτέραν ξηρότητα ὅπου ἔλαβεν ἡ γῆ ἀπό τό στοιχεῖον τοῦ νεροῦ· ἐξηράνθη γάρ αὐτή καί πρότερον ἐν τῇ δημιουργία τοῦ Κόσμου, ὅταν ἡ γῆ μέν ὅλη ἦτον σκεπασμένη ἀπό τά νερά, διά προσταγῆς δέ τοῦ Θεοῦ ἐσυνάχθησαν τά νερά εἰς τά κοιλώματα τῆς γῆς, καί ἐφάνη ἡ ξηρά· «Συναχθήτω γάρ, φησί, τό ὕδωρ τό ὑποκάτω τοῦ Οὐρανοῦ εἰς συναγωγήν μίαν, καί ὀφθήτω ἡ ξηρά» (Γέν. α’ 9). Καθώς λοιπόν τότε πρῶτον ἐξηράνθη ἡ γῆ διά τοῦ χωρισμοῦ τῶν ὑδάτων· οὕτω καί τώρα δεύτερον ἐξηράνθη ἡ γῆ ἡ ὑποκάτω οὖσα τῆς ἐρυθρᾶς θαλάσσης μέ τόν διαχωρισμόν τοῦ νεροῦ τόν ὑπό τοῦ Θεοῦ διά Μωϋσέως γενόμενον· τούτου χάριν καί ὁ Μελωδός δέν εἶπε ξηράναντι, ἀλλά ἀναξηράναντι· ἡ γάρ Ἀνά Πρόθεσις δύο σημαινόμενα ἔχει· σημαίνει γάρ καί τήν ἄνω κίνησιν καί φοράν, καθώς εἶναι τό, Ἀνέβλεψεν: ἤτοι ἄνω ἔβλεψε, καί τό, Ἀνελήφθη: ἤτοι ἄνω ἀρπάχθη· σημαίνει δέ καί τήν ἐπιδίπλωσιν καί δευτέρωσιν τοῦ αὐτοῦ πράγματος, καθώς εἶναι τό, Ἀναλάβωμεν τόν λόγον: ἤτοι ἄς δευτερώσωμεν τόν λόγον, καί τό, Ἀνάμνησιν ἐποίησα: ἤτοι δευτέραν μνήμην ἔλαβον· ἐπειδή ἡ ἀνάμνησις δέν εἶναι ἄλλο τι, πάρεξ μία δευτέρα μνήμη τοῦ αὐτοῦ πράγματος. Τοιοῦτον σημαινόμενον ἔχει τώρα ἡ Ἀνά καί ἐν τῷ Ἀναξηράναντι, οὐδέν ἄλλο δηλοῦσα, εἰ μή τήν δευτέραν τῆς γῆς ξηρότητα, τήν ὁποίαν ἔλαβε μετά τόν χωρισμόν τοῦ νεροῦ τῆς ἐρυθρᾶς θαλάσσης.

Τροπάριον.

Ἡ ἀπόρρητος Λόγου Θεοῦ κατάβασις, ὅπερ Χριστός αὐτός ἐστί, Θεός καί ἄνθρωπος· τό Θεός οὐχ ἁρπαγμόν, εἶναι ἡγησάμενος, ἐν τῷ μορφοῦσθαι δοῦλον, δεικνύει τοῖς μαθηταῖς· ἐνδόξως γάρ δεδόξασται.

Η ανέκφραστος συγκατάβαση του Θεού-Λόγου, που είναι Αυτός ο Χριστός, ο Θεάνθρωπος, δείχνει στους μαθητάς Του, πως δεν θεώρησε την Θεότητά Του, ως αρπαγή για να είναι ίσος με το Θεό-Πατέρα, όταν πήρε την ταπεινή μορφή του δούλου (=Ενανθρώπηση). Γι’ αυτό και δοξάστηκε υπερβολικά.   


Ἑρμηνεία .

Τό παρόν Τροπάριον ὅλον ἐρανίσθη ὁ Μελωδός ἀπό τό ἀποστολικόν εκείνο ρητόν, τό λέγον περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· «Ὅς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων, οὐχ ἀρπαγμόν ἡγήσαστο τό εἶναι ἷσα Θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος» (Φιλιπ. β’ 6). Τοῦτο δε τό ρητόν οὕτως ἑρμηνεύουσαν ὁ θεῖος Χρυσόστομος καί ὁ Θεοφύλακτος, λέγοντες ὅτι, ὅταν μέν τινάς ἁρπάση καμμίαν ἐξουσίαν, ἤ ἄλλο τι ἀξίωμα, φοβεῖται νά ἀφήση αὐτό, διά νά μή τό πάρῃ ἄλλος, καί τό χάσῃ ἐκεῖνος· ἐπειδή δέν ἧτον ἐξ ἀρχῆς ἰδικόν του, ἀλλά μέ ἀδικίαν καί τυραννίαν τό ἥρπασεν· ὅταν δέ ἔχῃ τήν ἐξουσίαν καί τό ἀξίωμα φυσικόν ἀπό τόν Πατέρα του, τότε εὐκόλως ἀφίνει αὐτό, καλῶς ἠξεύρων ὅτι δέν θέλει τό χάσει· ἐπειδή καί ἄν φανῇ ὅτι τό ἀφίνει πρός ὥραν, πάλιν ἔχει νά τό πάρῃ. Τοιουτοτρόπως, λέγει, καί ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, δέν ἐφοβήθη νά καταβῇ ἀπό τό θεϊκόν του ἀξίωμα, ἤγουν ἀπό τό νά εἶναι ἐν τῇ μορφῇ: ἤτοι ἐν τῇ φύσει καί οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἶσος ὤν κατά φύσιν μέ τόν Πατέρα, ὄχι· ἐπειδή τό θεϊκόν αὐτό ἀξίωμα δέν εἶχεν ἀπό ἁρπαγήν κατά τούς ψευδωνύμους Θεούς τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά εἶχεν αὐτό φυσικόν διά τοῦτο καί ἠθέλησε νά συγκαταβῇ καί νά λάβῃ τήν τοῦ δούλου μορφήν: ἤτοι τήν φύσιν τοῦ δούλου ἀνθρώπου, ταὐτόν εἰπεῖν, νά γένῃ ταπεινός ἄνθρωπος· ἐπειδή καί ἐν τῇ ταπεινώσει τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως γενόμενος, ἐφύλαττεν ὁλόκληρον τό ὕψος καί ἀξίωμα τῆς Θεότητός του, ἄν καί εἶχεν αὐτό σκεπασμένον ὑποκάτω εἰς τό ταπεινόν σχῆμα τῆς ἀνθρωπότητος· τό ὁποῖον καί κένωσιν ὀνομάζει ὁ αὐτός Παῦλος.

Τοῦτο λοιπόν τό ἴδιον νόημα θέλει νά φανερώσῃ καί ὁ Ἱερός Μελωδός ἐν τῷ παρόντι Τροπαρίῳ· ὅθεν λέγει· ἡ ἀπόρρητος συγκατάβασις τοῦ Θεοῦ Λόγου καί κένωσις, ἥτις αὐτός ἐστίν ὁ Χριστός, ὁ ὑπάρχων Θεός ὁμοῦ καί ἄνθρωπος (τό ἀφηρημένον γάρ ἀντί τοῦ συγκεκριμένου ἐξέλαβεν ὁ ποιητής κατά συνεκδοχήν: ἤτοι τήν κατάβασιν ἀντί τοῦ καταβάντος) αὐτός ὁ Θεός Λόγος μέ τό νά ἐμορφώθη τόν δοῦλον: ἤτοι τήν τοῦ δούλου ἀνθρώπου φύσιν, μέ τοῦτο δεικνύει εἰς τούς μαθητάς του ὅτι δέν ἐνόμισεν ἁρπαγήν τό νά εἶναι Θεός ἶσος μέ τόν Πατέρα, καί διά τοῦτο ἐκενώθη καί ἐσυγκατέβη ἀπό τό ἀξίωμα αυτό τῆς Θεότητος· ὅπερ καί συγκαταβάς τέλειον εἶχεν, ὡς οὐ κατά τροπήν, ἀλλά κατά πρόσληψιν τήν τοῦ δούλου μορφήν ἐνδυσάμενος· μείνας γάρ ὅπερ ἧν: ἤτοι Θεός, ἔγινεν ὅπερ οὐκ ἧν: ἤτοι ἄνθρωπος, ἵνα θεώσῃ τόν ἄνθρωπον. Οὕτως ἡρμήνευσε τό Τροπάριον καί ὁ ἀνώνυμος ἑρμηνευτής τῶν Κανόνων· ὁ δέ ἄλλος ἑρμηνευτής Θεόδωρος, δέν ξεύρω πῶς οὐχ οὕτως ἡρμήνευσεν αὐτό, λέγων ὅτι ἐλλειπτικῶς ἔγραψεν ἐδῶ ὁ ποιητής τό «Δεικνύει τοῖς μαθηταῖς». Τί δέ δεικνύει; Τήν ἀγάπην καί τήν ταπείνωσιν. Ποῦ; Ἐν τοῖς ἀκολούθοις δηλαδή Τροπαρίοις. Ὅθεν σοφός ὤν, ἐμοί γοῦν τῷ ἀσόφῳ οὐκ ἔδωκε νοῆσαι, πῶς τοῦτο εἶπεν· ἀνακόλουθον γάρ τό νόημα τοῦτο ἐστί καί ἀνάρμοστον.

Ἀπορίας δέ ἄξιον εἶναι, διατί ὁ Μελωδός εἶπεν «Ἡ ἀπόρρητος Λόγου Θεοῦ κατάβασις;» αὕτη γάρ εἶναι φανερά καί εἰς αὐτούς τούς ὀλιγόνοας καί ἀμαθεῖς. Πρός λύσιν λοιπόν τῆς ἀπορίας λέγομεν ὅτι, ἐπειδή διάφοροι αἱ καταβάσεις τοῦ Θεοῦ εὑρίσκονται ἐν τῇ ἁγία Γραφῇ· «Κατέβη γάρ Κύριος ἰδεῖν τήν πόλιν καί τόν πύργον» (ἤτοι τήν πυργοποιΐαν) (Γεν. ια’ 5), κατέβη εἰς τά Σόδομα· «Καταβάς, φησίν, ὄψομαι, εἰ κατά τήν κραυγήν αὐτῶν τήν ἐρχομένην συντελοῦνται πρός μέ» (Γέν. ιη’ 21), καταβαίνει εἰς Αἴγυπτον· «Κατέβην, φησίν, ἐξελέσθαι αὐτούς (τούς Ἰσραηλίτας) ἐκ χειρός τῶν Αἰγυπτίων» (Ἔξ. γ’ 8), καταβαίνει Κύριος εἰς τό Σινά· «Κατέβη Κύριος ἐπί τό ὄρος Σινά» (Ἔξ. ιθ’ 20)· ἐκατέβη ὁ Ἄγγελος Κυρίου: ἤτοι ὁ τῆς μεγάλης βουλής Ἄγγελος, εἰς τούς τρεῖς Παῖδας ἔν τῇ καμίνῳ· «Ὁ δέ Ἄγγελος, φησί, Κυρίου συγκατέβη ἅμα τοῖς περί τόν Ἄζαρίαν εἰς τήν κάμινον» (Αἴνεσις τῶν τριών Παίδων 25)· ἐκατέβη δέ ὁ Θεός εἰς τόν Μωϋσήν ἐν στύλῳ νεφέλης (Ἀριθ. ιβ’ 5), καί εἰς τόν Ἠλίαν καί ἄλλαι δέ πολλαί καταβάσεις Θεοῦ εὑρίσκονται ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ. Καταβαίνει δέ ἐπ’ ἐσχάτων τῶν χρόνων ὁ τοῦ Θεοῦ ἐνυπόστατος Λόγος τήν θεοπρεπεστέραν κατάβασιν, καί γίνεται, ὅπερ εἰμί ἐγώ χωρίς αμαρτίας: ἤτοι τέλειος ἄνθρωπος διά τήν ἐμήν σωτηρίαν.
Ἐπειδή λοιπόν τοσαῦται πολλαί καταβάσεις φαίνονται τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Γραφῇ· τούτου χάριν ὁ Μελωδός ἐδῶ ἠναγκάσθη νά ἐξηγήσῃ, ποία ἐστάθη ἡ ἀπόρρητος αὕτη κατάβασις τοῦ Θεοῦ Λόγου· καί λέγει ὅτι εἶναι ἡ ἐνανθρώπησις αὐτοῦ, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἄλλο, πάρεξ ἡ τῶν δύο φύσεων, τῆς θείας, λέγω, καί τῆς ἀνθρωπίνης εἰς μίαν ὑπόστασιν ἀσύγχυτος ἅμα καί ἀδιαίρετος σύνοδος: ἤτοι ἕνωσις· ὅπερ αὐτός ἐστίν ὁ Χριστός, ὁ Θεός ὑπάρχων ὁμοῦ καί ἄνθρωπος. Ἄπόρρητος δέ καί ἀκατάληπτος εἶναι ἀπό κάθε λόγον καί νοῦν ἡ κατάβασις αὕτη τοῦ Θεοῦ Λόγου· ὅθεν εἶπεν ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος· «Ἀλλά καί τό πάσης Θεολογίας ἐκφανέστατον, ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἰησοῦ Θεοπλαστία καί ἄρρητός ἐστι λόγῳ παντί καί ἄγνωστος τῷ παντί, καί αὐτῷ τῷ πρωτίστῳ τῶν πρεσβυτάτων Ἀγγέλων» (περί θείων ὀνομάτων κεφ. β’). Ἀξιόλογα δέ εἶναι καί ἐκεῖνα ὅπου λέγει ὁ Ζωναρᾶς ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ α΄ ἤχου τῆς Ὀκτωήχου περί τῆς καταβάσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου· «Κατάβασις τοῦ Λόγου οὐ τοπικήτις νοεῖται μετάβασις ἐκ τῶν κόλπων τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, καί ἐξ Οὐρανοῦ πρός τήν φύσιν ἡμῶν καί πρός τήν γῆν· πανταχοῦ γάρ ὤν καί τά πάντα πληρῶν ἀπεριγράπτως, καί ἐν τοῖς κόλποις ἐστίν ἀεί τοῦ Πατρός, καί ἐν τῷ παντί αἰσθητῷ τε καί νοητῷ, καί ἐν τοῖς τοῦ Κόσμου μέρεσιν, ἀμιγῶς διά πάντων διϊκνούμενος κατά τινα τρόπον ἄρρητον καί ἀνέκφραστον· ἀλλ’ ἡ τοῦ Λόγου πρός τήν ἀνθρωπίνην φύσιν ἕνωσις, ἤγουν σάρκωσις, καί τῆς Θεότητος αὐτοῦ καί τῆς ἀνθρωπότητος εἰς μίαν ὑπόστασιν συνδρομή, κατάβασις ἡμῖν καί νοεῖται καί λέγεται· καθώς καί ὁ Μελωδός (Κοσμᾶς δηλ.) φησίν· «Ἡ ἀπόρρητος Λόγου Θεοῦ κατάβασις». Ἡ κατάβασις δέ αὕτη τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινεν ἡμῶν ἀνάβασις· ἔφη γάρ ὁ μέγας Ἀθανάσιος· «Ἅμα ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο, ὅπερ ἐστίν ἡ τοῦ Λόγου κατάβασις, καί ἅμα ἡ σάρξ Λόγος γέγονε διά τήν εἰς μίαν ὑπόστασιν συνδρομήν· ὅπερ ἐστίν ἡ τῆς σαρκός ἀνάβασις».

Τροπάριον.

Διακονῆσαι, αὐτός ἐλήλυθα, οὗ τήν μορφήν ὁ πλαστουργός, ἐκών περίκειμαι, τῷ πτωχεύσαντι Ἀδάμ, ὁ πλουτῶν θεότητι, θεῖναι ἐμήν τε αὐτοῦ, ψυχήν ἀντίλυτρον, ὁ ἀπαθής θεότητι.

Ήλθα για να διακονήσω τον πτωχεύσαντα με την πτώση της αμαρτίας Αδάμ, παίρνοντας θεληματικά, την ταπεινή ανθρώπινη μορφή του. Εγώ ο Πλαστουργός, ο γεμάτος με τον πλούτο της θεϊκής αγάπης και δόξης. Ήλθα ο απαθής Θεός για να προσφέρω και να θυσιάσω τη ζωή μου, ως λύτρο για τη σωτηρία του ανθρώπου.


Ερμηνεία.

Ἄν καί εἰς τό πρότερον Τροπάριον ἐπαράστησεν ὁ Ἱερός Κοσμάς τήν ἄπειρον ταπείνωσιν ὅπου ἔδειξεν ὁ Θεός Λόγος, ἀπορρήτως συγκαταβάς καί ἐνανθρωπήσας· ὅθεν εἶπεν ὁ μέγας Βασίλειος· «Μεγίστην ἀπόδειξιν δυνάμεως ἔχει τό δυνηθῆναι Θεόν ἐν ἀνθρώπου φύσει γενέσθαι· οὐ γάρ τοσοῦτον Οὐρανοῦ καί γής σύστασις καί θαλάσσης καί ἀέρος καί τῶν μεγίστων στοιχείων ἡ γένεσις, καί εἴ τι ὑπερκόσμιον νοεῖται, καί εἴ τι καταχθόνιον, τήν δύναμιν παρίστησι τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὅσον ἡ περί τήν ἐνανθρώπησιν οἰκονομία, καί ἡ πρός τό ταπεινόν καί ἀσθενές τῆς ἀνθρωπότητος συγκατάβασις» (Ἑρμηνεία εἰς τόν μδ’ Ψαλμόν καί Η’ κεφ. τῶν περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος). Ἄν καί ἐν τῷ προλαβόντι Τροπαρίῳ, λέγω, ἐπαράστησεν ὁ Ἱερός Μελωδός τήν ταπείνωσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου, μ’ ὅλον τοῦτο καί ἐν τῷ παρόντι παρασταίνει αὐτήν· οὐ μόνον γάρ ἐσυγκατέβη καί ἔγινεν ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς ὁ ὑπερούσιος Λόγος, ἀλλά μέ τάς ἰδίας του χείρας, ὤ τῆς ἀπείρου συγκαταβάσεως! ἐκαταδέχθη νά ὑπηρετήσῃ ἡμᾶς τούς δούλους του, καθώς τό λέγει μόνος του· «Τίς μείζων ἐξ ὑμῶν, ὁ ἀνακείμενος ἤ ὁ διακονῶν; οὐχί ὁ ἀνακείμενος; καί ἐγώ εἰμί ἐν μέσω ὑμῶν ὡς ὁ διακονῶν» (Λουκ. κβ’. 27),καί πάλιν, «Ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἧλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι» (Ματθ. κ’. 28).

Οὐ μόνην δέ τήν ταπείνωσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀναφέρει ὁ Μελωδός ἐν τῷ παρόντι Τροπαρίῳ, ἀλλά καί τήν πρός ἡμᾶς ἄκραν καί ὑπερβάλλουσαν ἀγάπην αὐτοῦ, διά τήν ὁποίαν ἔβαλε τήν ψυχήν του εἰς θάνατον ὑπέρ ἡμῶν· αὐτός γάρ ὁ ἴδιος εἶπε· «Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις ὑπέρ τῶν φίλων θεῖναι τήν ψυχήν αὑτοῦ» (Ίω. ιε’ 13) καί πάλιν λέγει «Ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἧλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν αυτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν (ἤτοι ἀντί πάντων)» (Ματθ. κ’ 28). “Ἔφη δέ καί ὁ Παῦλος· «Εἶς μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων ἄνθρωπος Χριστός Ἰησοῦς, ὁ δούς ἑαυτόν ἀντίλυτρον ὑπέρ πάντων» (α’ Τιμ. β’ 5, 6). Εἰσάγει λοιπόν ό Μελωδός τόν Δεσπότην Χριστόν λέγοντα πρώτον εἰς τούς μαθητάς του, ἐγώ ἧλθον εἰς τόν Κόσμον ἵνα διακονήσω εἰς τό πλάσμα μου τόν Ἀδάμ: ἤτοι εἰς τόν ἄνθρωπον, τοῦ ὁποίου τήν μορφήν ἐγώ ὁ πλάστης αὐτοῦ θεληματικῶς ἐνεδύθην· καί ἐγώ ὁ πλουτῶν κατά τήν Θεότητα ἦλθον διά νά ὑπηρετήσω τόν Ἀδάμ τόν πτωχεύσαντα διά τήν παρακοήν. Ἐρανίσθη δέ τοῦτο ὁ Μελωδός ἀπό τόν Παῦλον λέγοντα· «Γινώσκετε τήν χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅς δι’ ἡμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκεῖνου πτωχείᾳ πλουτήσετε» (β’ Κορ. η’ 9).

Ἔπειτα εἰσάγει δεύτερον τόν Κύριον λέγοντα πρός τούς αὐτούς μαθητάς του ὅτι ἐγώ δέν ἦλθον μόνον διά νά ὑπηρετήσω τόν ἄνθρωπον, ἀλλά καί διά νά βάλω τήν ψυχήν μου: ἤτοι τήν ζωήν μου ἀντίλυτρον, τουτέστι λύτρον καί ἐξαγοράν ἀντί αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ταυτόν εἰπεῖν, ἦλθον διά νά πάθω καί νά σταυρωθῶ καί νά ἀποθάνω ὑπέρ αὐτοῦ ἐγώ ὅπου εἶμαι ἀπαθής κατά τήν Θεότητα· τοῦτο γάρ εἶναι ὅρος ἀγάπης ἀκρότατος, τό ὑπέρ τῶν ἀγαπητῶν ἀποθανεῖν, ὡς ἀνωτέρω εἴρηται. Διατί δέ ταῦτα εἶπε πρός τούς Ἁγίους του μαθητάς ὁ γλυκύς καί πράγμα καί ὄνομα Ἰησοῦς; Ὄχι διά ἄλλο βέβαια, πάρεξ διά νά παρακινήση αὐτούς εἰς τήν ὁμοίαν τοῦ Διδασκάλου μίμησιν· καθώς καί τοῦτο ὁ αὐτός εἶπε καθαρώτερα· μετά γάρ τόν φρικτόν ἐκεῖνον Νιπτήρα, καθ’ ὅν ὁ πλάστης καί ὑπέρτατος Μονάρχης τοῦ Παντός ἔνιψεν αὐτοχειρί τούς πόδας τοῦ εὐτελοῦς πλάσματός του, καί αὐτοῦ τοῦ ἰδίου προδότου του, μετά ταῦτα, λέγω, εἶπε πρός τούς νιφθέντες «Γινώσκετε τί πεποίηκα ὑμῖν; ὑμεῖς φωνεῖτέ με, ὁ Κύριος καί ὁ Διδάσκαλος, καί καλῶς λέγετε· εἰμί γάρ. Εἰ οὖν ἐγώ ἔνιψα ὑμῶν τούς πόδας ὁ Κύριος καί ὁ Διδάσκαλος, καί ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τούς πόδας· ὑπόδειγμα γάρ ἔδωκα ὑμῖν, ἵνα, καθώς ἐποίησα ὑμῖν, καί ὑμεῖς ποιῆτε» (Ἰω. ιγ’ 12-15). Καί ἄν ἐγώ, λέγει, ὁ πλούσιος ἐδιακόνησα τόν πτωχεύσαντα Ἀδάμ· ἄρα καί ἐσεῖς χρεωστεῖτε νά διακονῆτε τούς ὁμοπτώχους ἀδελφούς σας· καί ἄν ἐγώ ἔβαλα τήν ψυχήν μου διά τήν ἀγάπην σας· καί ἐσεῖς χρεωστεῖτε νά ἔχετε τοιαύτην ἀγάπην ἕνας εἰς τόν ἄλλον. Περί δέ τοῦ ἀντιλύτρου εἴπομεν ἀρκετά ἐν τῇ ἐρμηνείᾳ τῆς πρώτης πρός Τιμόθεον.

http://paterikakeimena.blogspot.com/2011/03/blog-post_26.html

ΕΥΧΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΟN ΤΑΦΟN

Του π. Μητροφάνου, φύλακα Παναγίου Τάφου

Κύριε Ιησού Χριστέ, ό Θεός ημών, ό Άναστάς εκ νεκρών, πρόσδεξαι ημών τας εύχάς και τας δεήσεις και το προσκύνημα κατενώπιον τον Παναγίου Σου Τάφου και άνάστησον ημάς ό Άναστάς εκ νεκρών και πάσι την Άνάστασιν την Σήν χαρισάμενος και πάσι τοις πεσούσι παρέχων Άνάστασιν!

Ίνα γαρ κοινωνούς ημάς δείξης της Σης Αναστάσεως, κατήλθες εν τω Αδη! Ίνα φώτισης το σκότος ημών, κατήλθες το Φώς εν τω σκότει και διέλυσας τα σκότη του Άδου, διό και βολίσι και αστραπαίς και ακτίσι και πυρίνοις γλώσσαις το Αγιον Φώς της Σης Αναστάσεως φωτίζει ημών τα σκότη και όράται απεριέργοις και καθαροίς όφθαλμοίς.

Σύ γάρ ει ή Άνάστασις ημών εν τοις του βίου δεινοίς, Σύ ει το Φώς ημών πορευομένων έν τω σκότει της παρούσης ζωής...
Σύ ει ή Εγερσις ημών πεσόντων παγίσι του εχθρού της σωτηρίας ημών, Σύ ει ή Ειρήνη ημών έν άσυμφωνίαις διακρινουμένων, Σύ ει ή Χαρά ημών, ότι «χαίρετε» εβόησας γυναιξί μυροφόροις, Σύ ει ό Άρτος της Ζωής ό εκ τον Ουρανού καταβάς, ό πάντοτε έσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τούς μετέχοντας αγιάζων και έγείρων εκ φθοράς, Σύ ει ή Άνάστασις ημών, ό τοις πεσούσι παρέχων Άνάστασιν και Σοί την δόξαν άναπέμπομεν σύν τω Άνάρχω Σου Πατρί και τω Παναγίω και άγαθώ και Ζωοποιώ σου Πνεύματι, νύν και άεί και εις τούς Αιώνας των Αιώνων. 

Αμήν

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Νέος ἰός (σκουλήκι), στό facebook μολύνει τούς ὑπολογιστές τῶν χρηστῶν

Νέος ἰός (σκουλήκι), στό facebook μολύνει τούς ὑπολογιστές τῶν χρηστῶν

Ιός στο facebook μολύνει τους υπολογιστές των χρηστών
Το «σκουλήκι» που αχρηστεύει τα προγράμματα antivirus
Για σοβαρό κίνδυνο «μόλυνσης» των υπολογιστών τους από έναν νέο ιό που διαδίδεται μέσω του facebook προειδοποιούν τους χρήστες του δημοφιλούς κοινωνικού δικτύου οι ειδικοί στην ασφάλεια των υπολογιστών. Ο ιός αχρηστεύει τα προγράμματα antivirus και αποστέλλεται αυτόματα στους «φίλους» του χρήστη.


Ερευνητές της βρετανικής εταιρείας λογισμικού ασφαλείας Trend Micro εντόπισαν στο facebook μια μορφή ιού που είναι γνωστή ως «σκουλήκι».



Ο ιός μεταφέρεται από υπολογιστή σε υπολογιστή μέσω του προγράμματος άμεσων μηνυμάτων (chat) του κοινωνικού δικτύου.



Σύμφωνα με τους ερευνητές, όταν οι χρήστες έχουν ανοιχτό το αναδυόμενο παράθυρο άμεσων μηνυμάτων, το οποίο χρησιμοποιείται για ιδιωτικές συνομιλίες μεταξύ δύο «φίλων» στο facebook, έρχονται αντιμέτωποι με ένα μήνυμα το οποίο υποτίθεται ότι τους έχει στείλει κάποιος άλλος χρήστης που ανήκει στις «επαφές» τους.

Το μήνυμα περιέχει έναν σύνδεσμο (link) ο οποίος παραπέμπει τον χρήστη σε έναν φαινομενικά «αθώο» ιστότοπο. Κάνοντας, όμως, «κλικ» στον σύνδεσμο, ο χρήστης επιτρέπει στον ιό να εισδύσει στον υπολογιστή του και να τον μολύνει.



Σύμφωνα με την βρετανική εφημερίδα «Daily Mail», ο ιός – που έχει την ονομασία Steckt.Evl – απενεργοποιεί άμεσα και αχρηστεύει το πρόγραμμα προστασίας από ιούς (antivirus) που βρίσκεται εγκατεστημένο στον υπολογιστή του χρήστη.
Στη συνέχεια εξαπλώνεται ανοίγοντας νέα «παράθυρα» συνομιλίας στο facebook και στέλνει μηνύματα που περιέχουν τον ίδιο σύνδεσμο, εν αγνοία του χρήστη.


Πώς τρυπώνουν τα «σκουλήκια»


Τα «σκουλήκια» (worms) είναι εφαρμογές που αναπαράγονται από υπολογιστή σε υπολογιστή. Η βασική διαφορά τους από τους συνηθισμένους ιούς είναι ότι εκτελούνται αυτόνομα, χωρίς να προσκολλώνται σε κάποιο άλλο πρόγραμμα ή εφαρμογή.
«Το εν λόγω ‘’σκουλήκι’’ διαδίδεται μέσω εφαρμογών ανταλλαγής άμεσων μηνυμάτων (instant messaging) και ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης. Ο σύνδεσμος που περιέχεται στο μήνυμα εγκαθιστά (στον υπολογιστή) ένα αντίγραφο του εαυτού του», σημειώνουν οι μηχανικοί λογισμικού ασφαλείας της Trend Micro.



Όπως και πολλές άλλες κακόβουλες εφαρμογές, το πρώτο πράγμα που κάνει το «σκουλήκι» είναι να απενεργοποιήσει τα προγράμματα που μπορεί να το ανιχνεύσουν και να το μπλοκάρουν, δηλαδή τα προγράμματα antivirus.


Συχνός στόχος επιθέσεων το facebook


Δεν είναι η πρώτη φορά που το facebook μετατρέπεται σε «όχημα» μετάδοσης κακόβουλων προγραμμάτων (malware) και ιών.



Τον περασμένο Νοέμβριο, χιλιάδες λογαριασμοί χρηστών του κοινωνικού δικτύου είχαν κατακλυστεί από εικόνες βίας και σκληρού πορνό. Οι φωτογραφίες εμφανίζονταν επί δύο ημέρες στις ροές ειδήσεων (newsfeeds) των χρηστών μέσω ενός ιού γνωστού ως «linkspam».



Σύμφωνα με έκθεση της εταιρείας λογισμικού ασφαλείας Kaspersky Lab, το 2011 αυξήθηκαν κατακόρυφα οι επιθέσεις που εξαπολύουν οι κυβερνοεγκληματίες στα κοινωνικά δίκτυα. Το ποσοστό των επιθέσεων στο facebook αυξήθηκε κατά 5%, καθιστώντας το κοινωνικό δίκτυο τον τρίτο δημοφιλέστερο στόχο επιθέσεων phishing (ηλεκτρονικό «ψάρεμα» δεδομένων).



Παλαιότερη έκθεση της εταιρείας Symantec είχε εντοπίσει πολλούς τύπους απειλών στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.


Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι σύνδεσμοι που ενθαρρύνουν τους χρήστες να μεταβούν σε ιστότοπους οι οποίοι περιέχουν κακόβουλο λογισμικό, με στόχο την υπεξαίρεση προσωπικών τους δεδομένων.


Η εταιρεία υπολόγισε ότι ένας στους έξι συνδέσμους που αναρτάται σε σελίδες του facebook συνδέεται με κακόβουλο λογισμικό.


Πηγήhttp://anavaseis.blogspot.com/2012/05/facebook_3255.html

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Κυριακή τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ: Ὁμιλία εἰς τόν τυφλόν (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος)

Κυριακή τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ: Ὁμιλία εἰς τόν τυφλόν (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος)


 ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟΝ
(Ἰω. 9, 1-5)
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
«Καί διερχόμενος Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς. Καί ἠρώτησαν αὐτόν οἱ μαθηταί του, λέγοντες· Διδάσκαλε, ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του, ὥστε νά γεννηθῇ τυφλός;»
1. «Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς». Ἐπειδή εἶναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος καί φροντίζει διά τήν σωτηρίαν μας καί θέλων νά κλείσῃ τά στόματα τῶν ἀχαρίστων, δέν παραλείπει νά κάνῃ ἀπό ἐκεῖνα πού ἔπρεπε νά κάνῃ καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν ἐπρόσεχεν. Αὐτό λοιπόν γνωρίζων καλά καί ὁ προφήτης ἔλεγεν· «Διά νά δικαιωθῇς μέ τούς λόγους σου καί νά νικήσῃς μέ τήν κρίσιν σου» (Ψαλμ. 50, 6).
Διά τοῦτο λοιπόν καί ἐδῶ, ἐπειδή δέν ἐδέχθησαν τό ὑψηλόν νόημα τῶν λόγων του, ἀλλά τόν ὠνόμασαν καί δαιμονισμένον καί ἐπεχείρουν καί νά τόν φονεύσουν, ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἀπό τόν ναόν, θεραπεύει τόν τυφλόν, καί καταπραύνων τήν ὀργήν των μέ τήν ἀπουσίαν του καί μέ τήν πραγματοποίησιν τοῦ θαύματος μαλακώνων τήν σκληρότητα καί τήν ἀσπλαχνίαν των καί κάμνων πιστευτούς τούς λόγους του· καί τό θαῦμα πού κάμνει δέν εἶναι τυχαῖον, ἀλλά τότε συνέβη διά πρώτην φοράν.
Καθ̉ ὅσον λέγει· «Ποτέ πρίν δέν ἠκούσθη, ὅτι ἤνοιξε κάποιος τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ ἐκ γενετῆς» (Ἰω. 9, 32)· διότι ἴσως κάποιος νά ἤνοιξε τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ, ἐκ γενετῆς ὅμως ὄχι ἀκόμη. Καί τό ὅτι ἐξελθών ἀπό τόν ναόν, ἦλθεν ἐπίτηδες νά κάνῃ τό θαῦμα γίνεται φανερόν ἀπό τό ἑξῆς· αὐτός δηλαδή εἶδε τόν τυφλόν, καί δέν προσῆλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός, καί μέ τόσην προσοχήν τόν εἶδεν, ὥστε καί εἰς τούς μαθητάς νά κάνῃ ἐντύπωσιν.
Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν ἔσπευσαν νά τόν ἐρωτήσουν· διότι, βλέποντες αὐτόν νά τόν βλέπῃ μέ τόσην προσοχήν, ἐζητοῦσαν νά μάθουν, λέγοντες· «Ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του;». Ἐσφαλμένη ἡ ἐρώτησις· διότι πῶς ἦτο δυνατόν ν̉ ἁμαρτήσῃ πρίν γεννηθῇ; πῶς δέ, ἄν ἡμάρτησαν οἱ γονεῖς του, ἦτο δυνατόν αὐτός νά τιμωρηθῇ; Διατί λοιπόν ἔκαμαν αὐτήν τήν ἐρώτησιν; Πρίν ἀπό αὐτό τό θαῦμα, θεραπεύων τόν παράλυτον, ἔλεγεν· «Νά ἔγινες ὑγιής· μή ἁμαρτάνῃς εἰς τό ἑξῆς» (Ἰω. 5, 14).
Αὐτοί λοιπόν ἀντιληφθέντες ὅτι ἐκεῖνος ἔγινε παράλυτος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του, τοῦ λέγουν· «Ἔστω, ἐκεῖνος ἔγινεν παράλυτος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτημάτων του, δι̉ αὐτόν ὅμως τί θά ἠμποροῦσες νά εἰπῇς; αὐτός ἥμαρτεν; Ἀλλά δέν ἠμπορεῖς νά τό εἰπῆς, διότι εἶναι τυφλός ἐκ γενετῆς. Μήπως ὅμως ἥμαρτον οἱ γονεῖς του; Ἀλλ̉ οὔτε αὐτό, διότι τό παιδί δέν τιμωρεῖται διά τάς ἀδικίας τοῦ πατρός του» Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν, βλέποντες κάποιο παιδί νά εὑρίσκεται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, λέγομεν, «Τί θά ἠμποροῦσε κανείς νά εἰπῇ δι̉ αὐτό; τί ἔκαμε τό παιδί»; χωρίς νά ἐρωτῶμεν, ἀλλά ἐκφράζομεν ἀπορίαν, ἔτσι λοιπόν καί οἱ μαθηταί, δέν τό ἔλεγον αὐτό τόσο ὑπό μορφήν ἐρωτήσεως ἀλλά ἀπορίας.
Τί ἀπαντᾶ λοιπόν ὁ Χριστός; «Οὔτε αὐτός ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς του». Αὐτό δέ δέν τό λέγει ἀπαλλάσσων αὐτούς ἀπό τάς ἁμαρτίας (Διότι δέν εἶπεν ἁπλῶς, «Οὔτε αὐτός ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς του», ἀλλά ἐπρόσθεσεν, «Διά νά γεννηθῇ τυφλός»), ἀλλά γιά νά δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ· ἡμάρτησε βέβαια καί αὐτός καί οἱ γονεῖς του, ἀλλά δέν προέρχεται, λέγει, ἀπό αὐτήν τήν αἰτίαν ἡ τύφλωσις.
Αὐτά δέ τά ἔλεγεν ὄχι γιά νά δείξῃ αὐτό, ὅτι δηλαδή αὐτός μέν δέν ἐτυφλώθη δι̉ αὐτήν τήν αἰτίαν, ἐνῶ ὡρισμένοι ἄλλοι ἐτυφλώθησαν ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν αἰτιῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τῶν γονέων των· καθ̉ ὅσον δέν εἶναι δυνατόν ν̉ ἁμαρτάνῃ ἄλλος καί νά τιμωρῆται ἄλλος. Διότι ἐάν τό παραδεχθῶμεν αὐτό, κατ̉ ἀνάγκην θά παραδεχθῶμεν καί ἐκεῖνο, ὅτι δηλαδή ἡμάρτησε πρίν γεννηθῇ. Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν εἰπών, ὅτι «οὔτε αὐτός ἥμαρτεν», δέν ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι δηλαδή εἶναι δυνατόν ἐκ γενετῆς ν̉ ἀμαρτήσῃ καί τιμωρηθῇ, ἔτσι εἰπών· «Οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ», δέ ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι δηλαδή εἶναι δυνατόν νά τιμωρηθῇ ἐξ αἰτίας τῶν γονέων του· καθ̉ ὅσον διά τοῦ Ἰεζεκιήλ ἀναιρεῖ αὐτήν τήν σκέψιν «Ὁρκίζομαι εἰς τόν ἑαυτόν μου, λέγει ὁ Κύριος, ὅτι δέν θά λέγεται αὐτή ἡ παροιμία, οἱ πατέρες ἔφαγον ἄγορα σταφύλια καί ἐμωδίασαν τά δόντια τῶν παιδιῶν των» (Ἰεζ. 18, 3´2). Καί ὁ Μωϋσῆς δέ λέγει· «Δέν θά ἀποθάνῃ ὁ πατέρας ἐξ αἰτίας τοῦ υἱοῦ του» (Δευτ. 24, 16).
Καί γιά κάποιο βασιλέα λέγεται ὅτι, γι̉ αὐτό τό λόγο δέν τό ἔκαμεν αὐτό, φυλάσσων τόν νόμο τοῦ Μωϋσέως (Δ´ Βασ. 14, 6). Ἐάν δέ λέγῃ κάποιος, πῶς λοιπόν ἐλέχθη «Αὐτός πού καταλογίζει ἁμαρτίας γονέων εἰς τά τέκνα μέχρι τρίτην καί τετάρτην γενεάν»; (Δευτ. 5, 9) ἐκεῖνο θά ἠμπορούσαμεν νά εἰποῦμεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτή δέν ἐλέχθη δι̉ ὅλους, ἀλλά δι̉ ἐκείνους πού ἐξῆλθον ἀπό τήν Αἴγυπτον. Αὐτό δέ πού ἐννοεῖ εἶναι τό ἑξῆς· Ἐπειδή αὐτοί πού ἐξῆλθον ἀπό τήν Αἴγυπτον εἶχον γίνει μετά τά σημεῖα καί θαύματα χειρότεροι ἀπό τούς προγόνους των πού δέν εἶδαν κανένα ἀπό αὐτά, τά ἴδια, λέγει, θά πάθουν πού ἔπαθον ἐκεῖνοι, ἐπειδή διέπραξαν τά ἴδια παραπτώματα. Καί τό ὅτι ἐλέχθη δι̉ ἐκείνους θά τό διαπιστώσῃ κανείς ἐάν ἐξετάσῃ ἀκριβέστερον τό χωρίον.
Διά ποῖον λόγον λοιπόν ἐγεννήθη τυφλός; «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», λέγει. Νά καί πάλιν ἄλλη ἀπορία, ἐάν λοιπόν δέν ἦταν δυνατόν νά φανῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ χωρίς τήν τιμωρίαν αὐτοῦ. Βέβαια δέν ἐλέχθη αὐτό, ὅτι δέν ἦτο δυνατόν (διότι ἦτο δυνατόν), ἀλλά διά νά φανερωθῇ καί εἰς αὐτόν. Τί λοιπόν, λέγει, ἠδικήθη διά τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ; Ποίαν ἀδικίαν; εἰπέ μου· διότι ἐάν ἤθελεν οὔτε κἄν θά τόν ἔφερεν εἰς τήν ζωήν. Ἐγώ ὅμως λέγω, ὅτι καί εὐηργετήθη ἀπό τήν τύφλωσιν, καθ̉ ὅσον ἀνέβλεψε μέ τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς· διότι τί ὠφελήθησαν οἱ Ἰουδαῖοι ἀπό τούς σωματικούς ὀφθαλμούς; (διότι ἐτιμωρήθησαν χειρότερα, ἀφοῦ ἐτυφλώθησαν ὡς πρός τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς)· ποία δέ ἡ βλάβη εἰς αὐτόν ἀπό τήν τύφλωσιν; Διότι μέ τήν τύφλωσίν του αὐτήν ἀνέβλεψεν.
Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν τά κακά δέν εἶναι κακά, δηλαδή τά κακά τῆς παρούσης ζωῆς, ἔτσι οὔτε τά ἀγαθά δέν εἶναι ἀγαθά, ἀλλά κακόν εἶναι μόνον ἡ ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ τύφλωσις δέν εἶναι κακόν. Αὐτός δέ πού τόν ἔφερεν εἰς τήν ζωήν ἀπό τήν ἀνυπαρξίαν, ἐξουσίαν εἶχεν καί νά τόν ἀφήσῃ εἰς αὐτήν τήν κατάστασιν.
Μερικοί δέ λέγουν, ὅτι αὐτή ἡ φράσις δέν ἔχει αἰτιολογικόν χαρακτῆρα, ἀλλ̉ ἐκφράζει τό ἀποτέλεσμα, ὅπως ἐπί παραδείγματι ὅταν λέγῃ· «Ἐγώ ἦλθα εἰς αὐτόν τόν κόσμον διά κρίσιν, διά ν̉ ἀποκτήσουν τό φῶς των ἐκεῖνοι, πού δέν βλέπουν καί νά γίνουν τυφλοί αὐτοί πού βλέπουν», (Ἰω. 9, 39) (καί ὅμως δέν ἦλθεν δι̉ αὐτόν τόν λόγον, διά νά γίνουν δηλαδή τυφλοί αὐτοί πού βλέπουν). Καί πάλιν ὁ Παῦλος λέγει· «Αὐτό πού εἶναι δυνατόν νά γίνῃ γνωστόν περί τοῦ Θεοῦ τούς εἶναι φανερόν, ὥστε νά εἶναι ἀδικαιολόγητοι» (Ρωμ. 1, 19-20) (ἄν καί βέβαια δέν ἐφανέρωσε εἰς αὐτούς τά περί ἑαυτοῦ δι̉ αὐτόν τόν λόγον, διά νά στερηθοῦν τήν ἀπολογίαν, ἀλλά διά νά τύχουν ἀπολογίας).
Καί πάλιν ἀλλοῦ λέγει· «Ὁ νόμος δέ ἐδόθη διά νά πλεονάσουν τά παραπτώματα» (Ρωμ. 5, 20) (μολονότι βέβαια δέν εἰσῆλθεν εἰς τήν ζωήν τῶν ἀνθρώπων δι̉ αὐτόν τόν λόγον, ἀλλά διά νά ἐμποδισθῇ ἡ ἁμαρτία).
2. Βλέπεις εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις ὅτι ὁ προσδιορισμός δεικνύει τό ἀποτέλεσμα; Διότι ὅπως ἀκριβῶς ἕνας ἄριστος οἰκοδόμος, τό μέν ἕνα τμῆμα τῆς οἰκίας τό κατασκευάζει, τό δέ ἄλλο τό ἀφήνει ἀτελείωτον, ὥστε μέ τό ὑπόλοιπον νά ἀπολογηθῇ πρός αὐτούς πού δέν πιστεύουν δι̉ ὅλον τό ἔργον του, ἔτσι καί ὁ Θεός, ὡσάν μίαν οἰκίαν ἑτοιμόρροπον, συγκολλεῖ τό σῶμα μας καί τό τελειοποιεῖ, θεραπεύων τήν ξηράν χεῖρα, δίδων ζωήν εἰς παράλυτα μέλη, θεραπεύων τούς χωλούς, καθαρίζων τούς λεπρούς, θεραπεύων τούς ἀσθενεῖς, καθιστῶν ἀρτιμελεῖς τούς ἀναπήρους, ἐπαναφέρων εἰς τήν ζωήν ἀπό τόν θάνατον τούς νεκρούς, διανοίγων τούς ὀφθαλμούς τῶν τυφλῶν καί δίδων ὀφθαλμούς εἰς ἐκείνους πού δέν ἔχουν, καί διορθώνων ὅλα αὐτά, πού ἦσαν ἀτέλειαι τῆς ἐκ φύσεως ἀσθενείας, ἐδείκνυε τήν δύναμίν του. Εἰπών δέ, «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», ἐννοεῖ τόν ἑαυτόν του καί ὄχι τόν Πατέρα, διότι ἡ δόξα ἐκείνου ἦτο φανερά.
Ἐπειδή λοιπόν ἤκουον ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα ἀπό τήν γῆν, διά τοῦτο καί αὐτός ἔπλασε καθ̉ ὅμοιον τρόπον τό χῶμα· διότι τό νά εἰπῇ, ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος πού ἔλαβον χῶμα ἀπό τήν γῆν καί ἔπλασα τόν ἄνθρωπον, ἐφαίνετο ὅτι δυσαρεστοῦσε τούς ἀκροατάς, ἀποδεικνυόμενον ὅμως αὐτό ἐμπράκτως, δέν θά ἐνοχλοῦσε πλέον αὐτούς.
Διά τοῦτο λοιπόν καί αὐτός, ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα καί τό ἀνέμειξε μέ τό πτύσμα, ἐφανέρωσε μέ τήν ἐνέργειάν του αὐτήν τήν κρυμμένην δόξαν του· διότι δέν ἦτο μικρή δόξα τό νά θεωρηθῇ αὐτός δημιουργός τῆς κτίσεως· καθ̉ ὅσον ἀπό αὐτό ἠκολούθουν καί τά ἄλλα καί ἀπό τό ἐπί μέρους ἐγένετο πιστευτόν τό ὅλον·διότι ἡ πίστις διά τό μεγαλύτερον ἔργον του, ἐπεβεβαίωνε καί τό μικρότερον· καθ̉ ὅσον ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό πολυτιμώτερον ἀπό ὅλα τά ὄντα τῆς κτίσεως, καί ἀπό τά μέλη μας πολυτιμώτερος εἶναι ὁ ὀφθαλμός.
Διά τοῦτο ἔδωσε τό φῶς εἰς τούς ὀφθαλμούς ὄχι ἔτσι ἁπλῶς, ἀλλά μέ ἐκεῖνον τόν τρόπον· διότι ἄν καί εἶναι μικρόν τό μέλος αὐτό ὡς πρός τό μέγεθος, ἀλλ̉ ὅμως εἶναι ἀναγκαιότερον ἀπό ὅλα τά μέλη σώματος. Καί αὐτό δηλῶν ὁ Παῦλος, ἔλεγεν· «Ἐάν εἰπῇ ἡ ἀκοή, ἐπειδή δέν εἶμαι ὀφθαλμός, δέν ἀνήκω εἰς τό σῶμα, μήπως παύῃ, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, νά ἀνήκῃ εἰς τό σῶμα;» (Α´ Κορ. 12, 16). Διότι ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός μας εἶναι ἀπόδειξις τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ, πολύ περισσότερον δέ ὁ ὀφθαλμός. Καθ̉ ὅσον αὐτός διακυβερνᾷ ὁλόκληρον τό σῶμα, αὐτός δίδει τό κάλλος εἰς ὅλον τό σῶμα, αὐτός στολίζει τό πρόσωπον, αὐτός εἶναι ὁ λύχνος ὅλων τῶν μελῶν· διότι αὐτό πού εἶναι ὁ ἥλιος διά τήν οἰκουμένην, αὐτό εἶναι ὁ ὀφθαλμός διά τό σῶμα.
Ἄν σβήσῃς τόν ἥλιον, ὅλα τά κατέστρεψες καί τά ἀνέτρεψες· ἄν σβήσῃς τούς ὀφθαλμούς καί τά πόδια εἶναι ἄχρηστα καί τά χέρια καί ἡ ψυχή· διότι χάνεται ἡ γνῶσις ἀχρηστευομένων αὐτῶν· καθ̉ ὅσον δι̉ αὐτῶν ἐγνωρίσαμεν τόν Θεόν· «Διότι τά ἀόρατα τοῦ Θεοῦ βλέπονται καθαρά ἀπό τότε πού ἐκτίσθη ὁ κόσμος διά μέσου τῶν δημιουργημάτων» (Ρωμ. 1, 20). Ἑπομένως δέν εἶναι ὁ ὀφθαλμός μόνον λύχνος εἰς τό σῶμα, ἀλλά περισσότερον ἀπό τό σῶμα εἶναι λύχνος τῆς ψυχῆς. Καί ἀκριβῶς λοπόν διά τοῦτο ἔχει τοποθετηθῆ, ὡσάν ἀκριβῶς εἰς κάποιαν βασιλικήν θέσιν, εἰς τό ὑψηλότερον μέρος τοῦ σώματος καί προΐσταται τῶν ἄλλων αἰσθήσεων. Αὐτόν λοιπόν διαπλάσσει.
Εἰς τήν συνέχειαν, διά νά μή νομίσῃς ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀπό ὕλην ὅταν δημιουργῇ, καί διά νά μάθῃς ὅτι οὔτε καί εἰς τήν ἀρχήν εἶχεν ἀνάγκην ἀπό πηλόν (διότι αὐτός πού ἔφερεν εἰς τήν ὕπαρξιν τάς σπουδαιοτέρας οὐσίας πού δέν ὑπῆρχον, πολύ περισσότερον ἐδημιούργησεν αὐτήν χωρίς νά ὑπάρχῃ ὕλη), διά νά μάθῃς λοιπόν, ὅτι αὐτό δέν τό κάμνει ἀπό ἀνάγκην, ἀλλά διά νά διδάξῃ ὅτι αὐτός εἶναι ὁ ἀρχικός δημιουργός, ἀφοῦ ἄλειψε τόν πηλόν εἰς τούς ὀφθαλμούς εἶπεν· «Πήγαινε καί πλύσου», διά νά γνωρίσῃς, ὅτι δέν ἔχω ἀνάγκην ἀπό πηλόν διά νά ἀνοίξω τούς ὀφθαλμούς, ἀλλά διά νά φανερωθῇ μέ αὐτήν τήν ἐνέργειάν μου ἡ δόξα μου.
Τό ὅτι λοιπόν ὁμιλεῖ περί τοῦ ἑαυτοῦ του γίνεται φανερόν ἀπό τό ὅτι, ἀφοῦ εἶπεν, «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», ἐπρόσθεσεν· «Ἐγώ πρέπει νά ἐκτελῶ τά ἔργα ἐκείνου πού μέ ἔστειλεν»· δηλαδή, ἐγώ πρέπει νά φανερώσω τόν ἑαυτόν μου καί νά πράξω ἐκεῖνα πού ἠμποροῦν νά ἀποδείξουν ὅτι πράττω τά ἴδια μέ τόν Πατέρα, ὄχι παρόμοια, ἀλλά τά ἴδια, πρᾶγμα πού ἀποδεικνύει εἰς μεγαλύτερον βαθμόν ὅτι εἶναι ὅμοια ἀκριβῶς τά ἔργα του μέ τά τοῦ Πατρός, καί τό ὁποῖον λέγεται ἐπί τῶν πραγμάτων ἐκείνων πού δέν διαφέρουν καθόλου.
Ποῖος λοιπόν θά ἀμφισβητῇ εἰς τό ἑξῆς, βλέπων αὐτόν νά ἠμπορῇ νά πράττῃ τά ἴδια μέ τόν Πατέρα; διότι δέν ἔπλασε μόνον ὀφθαλμούς, οὔτε ἤνοιξεν, ἀλλά καί ἐχάρισε καί τήν ὅρασιν, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἐνεφύσησε καί ψυχήν· καθ̉ ὅσον ἐάν ἐκείνη δέν ἐνεργῇ, ὁ ὀφθαλμός, καί ἄν ἀκόμη εἶναι ὑγιέστατος, δέν θά ἠμπορέσῃ ποτέ νά ἰδῆ τίποτε. Ὥστε καί τήν ἐνέργειαν τῆς ψυχῆς ἐχάρισε καί ἔδωσεν εἰς τό μέλος τά πάντα, καί ἀρτηρίας καί νεῦρα καί φλέβας καί αἷμα καί ὅλα τά ἄλλα, ἀπό τά ὁποῖα ἀποτελεῖται τό σῶμα μας.
«Ἐγώ πρέπει νά ἐργάζωμαι ἐν ὅσῳ ἀκόμη εἶναι ἡμέρα». Τί θέλουν νά εἰποῦν αὐτοί οἱ λόγοι; ποίαν σημασίαν ἔχουν; Πολλήν. Διότι αὐτό πού λέγει ἔχει τήν ἑξῆς σημασίαν· «Ἕως ἡμέρα ἐστίν»· Ἐν ὅσῳ ἀκόμη ἠμποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά πιστεύουν εἰς ἐμέ, ἐν ὅσῳ συνεχίζεται αὐτή ἡ ζωή, πρέπει νά ἐργάζωμαι. «Ἔρχεται νύξ (δηλαδή ὁ μέλλων καιρός), ὁπότε κανείς δέν ἠμπορεῖ νά ἐργάζεται». Δέν εἶπεν, ὁπότε ἐγώ δέν ἠμπορῶ νά ἐργάζωμαι, ἀλλά «ὁπότε κανείς δέν ἠμπορεῖ νά ἐργάζεται», δηλαδή, τότε πού δέν θά ἰσχύῃ πλέον ἡ πίστις, οὔτε οἱ κόποι, οὔτε ἡ μετάνοια. Τό ὅτι βέβαια ἔργον ὀνομάζει τήν πίστιν, γίνεται φανερόν ἀπό τήν ἐρώτησιν πρός αὐτόν· «Τί θά κάνωμεν, διά νά ἐκτελέσωμεν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ;» (Ἰω. 6, 28). Ἀπαντᾶ· «Αὐτό εἶναι τό ἔργον τοῦ Θεοῦ, διά νά πιστεύσετε εἰς αὐτόν πού ἀπέστειλε ἐκεῖνος» (Ἰω. 6, 29).
Πῶς λοιπόν αὐτό τό ἔργον «δέν ἠμπορεῖ κανείς νά τό πράξῃ τότε»; Διότι τότε οὔτε ἡ πίστις ἰσχύει, ἀλλ̉ ὅλοι θά ὑπακούσουν εἴτε τό θέλουν εἴτε ὄχι. Διά νά μή εἰπῇ λοιπόν κάποιος ὅτι αὐτό τό κάνει ἀπό φιλοδοξίαν, δεικνύει ὅτι ὅλα τά κάνει ἀπό ἐνδιαφέρον δι̉ αὐτούς πού ἔχουν τήν δυνατότητα μόνον ἐδῶ νά πιστεύσουν, καί δέν ἠμποροῦν πλέον ἐκεῖ νά ἔχουν καμμίαν ὠφέλειαν. Διά τοῦτο δέν ἔκαμεν αὐτό πού ἔκαμεν ἀφοῦ ἦλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός.
Τό ὅτι βέβαια ἦτο ἄξιος μέν νά θεραπευθῇ καί, ἐάν ἔβλεπεν, θά ἐπίστευε καί θά προσήρχετο, καί, δέν θά ἔδειχνεν ἀδιαφορίαν καί πάλιν ἐάν ἤκουεν ἀπό κάποιον πού ἦτο ἐκεῖ, γίνεται φανερόν ἀπό τά ἑξῆς, ἀπό τήν ἀνδρείαν καί τήν ἰδίαν τήν πίστιν του· καθ̉ ὅσον φυσικόν ἦτο νά σκεφθῇ καί νά εἰπῇ· Μά τί τέλος πάντων σημαίνει αὐτό; ἔκαμε πηλόν καί ἤλειψε τούς ὀφθαλμούς μου καί μοῦ εἶπε· «Πήγαινε καί πλύσου». Δέν ἠμποροῦσε νά μέ θεραπεύσῃ καί μετά νά μέ στείλῃ εἰς τήν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ; Πολλές φορές ἐπλύθην ἐκεῖ μαζί μέ ἄλλους πολλούς καί δέν εἶδα καμμίαν ὠφέλειαν· ἐάν εἶχε κάποιαν δύναμιν θά ἠμποροῦσε νά μέ θεραπεύσῃ παρόντα, πρᾶγμα πού καί ὁ Νεεμάν ἔλεγε πρός τόν Ἐλισσαῖον· καθ̉ ὅσον καί ἐκεῖνος, λαβών ἐντολήν νά ὑπάγῃ καί νά λουσθῇ εἰς τόν Ἰορδάνην δυσπιστοῦσε, καί ὅλα αὐτά τήν στιγμήν πού τόση φήμη ὑπῆρχε περί τοῦ Ἐλισσαίου (Δ´ Βασ. 5, 10-11). Ἀλλ̉ ὅμως ὁ τυφλός δέν ἠπίστησεν οὔτε ἔφερεν ἀντίρρησιν οὔτε ἐσκέφθη μέσα του· Τί τέλος πάντων σημαίνει αὐτό; ἔπρεπε νά ἀλείψῃ τούς ὀφθαλμούς μου μέ πηλόν; αὐτό περισσότερον τυφλώνει· ποῖος ποτέ ἀνέβλεψε μέ αὐτόν τόν τρόπον; Ἀλλά τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἐσκέφθη. Εἶδες πίστιν σταθεράν καί προθυμίαν; «Ἔρχεται ἡ νύκτα». Δείχνει μέ αὐτό ὅτι καί μετά τήν σταύρωσίν του πρόκειται νά συνεχίσῃ τήν πρόνοιάν του διά τούς ἀσεβεῖς καί νά ἐπιστρέψῃ πολλούς εἰς τήν πίστιν· διότι ἀκόμη εἶναι ἡμέρα. Μετά δέ ἀπό αὐτό τούς ἀπομακρύνει τελείως. Καί θέλων νά δηλώσῃ αὐτό, ἔλεγεν· «Ὅσον καιρόν εἶμαι εἰς τόν κόσμον, εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου»· πρᾶγμα πού ἔλεγε καί πρός ἄλλους· «Πιστεύετε ἐν ὅσῳ τό φῶς εἶναι μαζί σας» (Ἰω. 12, 36).
3. Καί διατί λοιπόν ὁ Παῦλος τήν μέν παροῦσαν ζωήν ὠνόμασε νύκτα, τήν δέ μέλλουσαν ἡμέραν; Δέν ἀντιτίθεται πρός τόν Χριστόν, ἀλλά λέγει τά ἴδια, ἄν καί ὄχι μέ τά ἴδια λόγια, ἀλλά μέ τό ἴδιο νόημα· καθ̉ ὅσον λέγει· «Ἡ νύκτα ἐπροχώρησε, ἡ δέ ἡμέρα ἐπλησίασεν» (Ρωμ. 13, 12). Διότι νύκτα ὀνομάζει τήν παροῦσαν ζωήν δι̉ ἐκείνους πού κάθονται εἰς τό σκότος, ἤ συγκρίνων αὐτήν μέ ἐκείνην τήν ἡμέραν, ἐνῷ ὁ Χριστός νύκτα ὀνομάζει τήν μέλλουσαν ζωήν λόγῳ τοῦ ὅτι δέν συγχωροῦνται τότε τά ἁμαρτήματα, ὁ Παῦλος ὅμως ὀνομάζει τήν παροῦσαν ζωήν νύκτα ἐπειδή εὑρίσκονται μέσα εἰς τό σκότος αὐτοί πού ζοῦν μέσα εἰς τήν κακίαν καί τήν ἀπιστίαν. Ἀπευθυνόμενος πρός πιστούς, ἔλεγεν· «Ἡ νύκτα ἐπροχώρησεν, ἡ δέ ἡμέρα ἐπλησίασεν», καθ̉ ὅσον πρόκειται νά ἀπολαύσουν ἐκεῖνο τό φῶς, καί νύκτα ὀνομάζει τόν παλαιόν βίον· διότι λέγει· «Ἄς ἀποβάλωμεν τά ἔργα τοῦ σκότους» (Ρωμ. 13, 12). Βλέπεις πού λέγει δι̉ ἐκείνους ὅτι εἶναι νύκτα; Διά τοῦτο λέγει· «Ἄς συμπεριφερώμεθα σεμνά, ὅπως ὅταν εἶναι ἡμέρα» (Ρωμ.13, 13) διά νά ἀπολαύσωμεν ἐκεῖνο τό φῶς. Διότι, ἐάν αὐτό τό φῶς εἶναι τόσον ὡραῖον, σκέψου πόσον ὡραῖον θά εἶναι ἐκεῖνο· ὅσον δηλαδή ἀνώτερον εἶναι τό φῶς τοῦ ἡλίου ἀπό τό τοῦ λύχνου, τόσον καί πολύ περισσότερον ἐκεῖνο εἶναι ἀνώτερον ἀπό αὐτό. Καί διά νά δηλώσῃ αὐτό, ἔλεγεν ὅτι «ὁ ἥλιος θά σκοτισθῇ» (Ματθ. 24, 29), δηλαδή ἐξ αἰτίας ἐκείνης τῆς ἀφθόνου λαμπρότητός του οὔτε ὁ ἥλιος θά φανῇ. Ἐάν δέ τώρα δαπανῶμεν ἀμέτρητα χρήματα διά νά ἔχωμεν φωτεινάς καί εὐαέρους οἰκίας κτίζοντες αὐτάς καί ταλαιπωρούμενοι, σκέψου πῶς πρέπει νά μεταχειριζώμεθα τά σώματα διά νά οἰκοδομήσωμεν λαμπράς οἰκίας εἰς τούς οὐρανούς, ὅπου ὑπάρχει τό ἀπερίγραπτον ἐκεῖνο φῶς· διότι ἐδῶ μέν γίνονται καί μάχαι καί φιλονικίαι διά τά σύνορα καί τούς τοίχους, ἐνῷ ἐκεῖ δέν ὑπάρχει τίποτε τό παρόμοιον, οὔτε φθόνος οὔτε κακολογία, καί κανείς δέν θά φιλονικήσῃ μαζί μας διά σύνορα κτημάτων. Καί αὐτήν μέν τήν οἰκίαν εἴμεθα ἀναγκασμένοι νά τήν ἐγκαταλείψωμεν ὁπωσδήποτε ἐνῷ ἐκείνη θά παραμείνῃ διαρκῶς· καί αὐτή μέν κατ̉ ἀνάγκην καταστρέφεται ἀπό τόν χρόνον καί ὑφίσταται μυρίας ζημίας, ἐνῷ ἐκείνη μένει αἰωνίως ἄφθαρτος· καί αὐτήν μέν δέν ἠμπορεῖ πτωχός νά τήν οἰκοδομήσῃ, ἐνῷ ἐκείνην μπορεῖ νά τήν οἰκοδομήσῃ καί μέ δύο ὀβολούς, ὅπως ἀκριβῶς ἡ χήρα. Διά τοῦτο λυποῦμε ὑπερβολικά, διότι ἄν καί εὑρίσκονται ἔμπροσθέν μας τόσα ἀγαθά, ραθυμοῦμεν καί ἀδιαφοροῦμεν, καί πράττομεν μέν τά πάντα διά νά ἔχωμεν ἐδῶ λαμπράς οἰκίας, ἀδιαφορῶμεν ὅμως καί δέν φροντίζομεν νά ἀποκτήσωμεν εἰς τούς οὐρανούς ἔστω καί μικρόν κατάλυμα.
Εἰπέ μου λοιπόν, πού θά ἤθελες νά ἔχῃς οἰκίαν ἐδῶ; ἆρά γε εἰς τήν ἐρημίαν ἤ εἰς μίαν ἀπό τάς μικράς πόλεις; Ἐγώ τουλάχιστον δέν τό νομίζω, ἀλλά θά ἤθελες νά ἔχῃς εἰς τάς βασιλικωτάτας καί μεγάλας πόλεις, ὅπου ὑπάρχει περισσότερον ἐμπόριον καί μεγαλυτέρα πολυτέλεια. Ἀλλ̉ ἐγώ σέ ὁδηγῶ εἰς μίαν τέτοιαν πόλιν, τῆς ὁποίας τεχνίτης καί δημιουργός εἶναι ὁ Θεός. Ἐκεῖ σέ παρακαλῶ νά κτίζῃς καί νά οἰκοδομῇς μέ ὀλιγώτερα χρήματα καί ὀλιγώτερον κόπον. Ἐκείνην τήν οἰκίαν τήν οἰκοδομοῦν τά χέρια τῶν πτωχῶν καί αὐτό πρό πάντων εἶναι οἰκοδομή· διότι αὐτά πού γίνονται τώρα εἶναι δείγματα τῆς πιό φοβερᾶς παραφροσύνης. Καθ̉ ὅσον ἐάν κάποιος σέ ὡδήγει εἰς τήν περσικήν γῆν διά νά ἰδῇς τά ἐκεῖ καί νά ἐπανέλθῃς καί εἰς τήν συνέχειαν σέ διέτασσε νά κτίσῃς οἰκίαν, ἆρά γε δέν θά ἀπέδιδες εἰς αὐτόν τήν πιό χειροτέραν ἀνοησίαν, μέ τό νά σέ διατάσσῃ νά κάμνῃς ἀσκόπους δαπάνας; Πῶς λοιπόν κάμνῃς τό ἴδιο πρᾶγμα εἰς τήν γῆν, τήν ὀποίαν μετά ἀπό ὀλίγον θά ἐγκαταλείψῃς;
Ἀλλά, λέγει, θά τήν ἀφήσω εἰς τά παιδιά μου. Ὅμως καί ἐκεῖνα μετά ἀπό ὀλίγον ἀπό σένα θά τήν ἐγκαταλείψουν, πολλές φορές δέ καί πρίν ἀπό σένα, καί ὁμοίως καί οἱ μετά ἀπό ἐκείνους. Καί αὐτό τό πρᾶγμα γίνεται εἰς σέ αἰτία ἀπογοητεύσεως, ὅταν δέν ἰδῇς τούς κληρονόμους σου νά κατέχουν αὐτά. Ἐκεῖ ὅμως τίποτε παρόμοιον δέν εἶναι δυνατόν νά φοβηθῇς, ἀλλά μένει σταθερά αὐτό πού ἀπέκτησες καί εἰς ἐσένα καί εἰς τά παιδιά σου καί εἰς τά ἐγγόνια σου, ἄν ἐπιδείξουν τήν ἰδίαν ἀρετήν. Τήν οἰκοδόμησιν ἐκείνης τῆς οἰκίας τήν κάμνει ὁ Χριστός· ἐάν οἰκοδομῇς ἐκείνην δέν εἶναι ἀνάγκη νά ὁρίζῃς ἐπιστάτας, οὔτε νά φροντίζῃς, οὔτε νά μεριμνᾷς· διότι ὅταν ὁ Θεός ἀναλάβῃ τό ἔργον τί χρειάζεται ἡ φροντίς; Ἐκεῖνος τά συγκεντρώνει ὅλα καί κτίζει τήν οἰκίαν. Καί δέν εἶναι αὐτό μόνον τό ἀξιοθαύμαστον, ἀλλ̉ ὅτι αὐτός ἔτσι οἰκοδομεῖ αὐτήν, ὅπως ἀρέσει εἰς ἐσένα, ἀλλά καί περισσότερον ἀπό αὐτό πού σοῦ ἀρέσει καί ἀπό αὐτό πού θέλεις· διότι εἶναι τεχνίτης ἄριστος καί φροντίζει πάρα πολύ διά τά συμφέροντά σου. Καί ἄν εἶσαι πτωχός καί θελήσῃς νά οἰκοδομήσῃς αὐτήν τήν οἰκίαν κανείς δέν θά σέ φθονήσῃ οὔτε καί θά σέ κακολογήσῃ· διότι κανείς δέν τήν βλέπει αὐτήν ἀπό ἐκείνους πού φθονοῦν, ἀλλ̉ οἱ ἄγγελοι πού γνωρίζουν νά χαίρωνται μέ τά ἰδικά σου ἀγαθά. Κανείς δέν θά ἠμπορέσῃ νά ἐξουσιάσῃ αὐτήν, διότι κανείς δέν κατοικεῖ πλησίον της ἀπό αὐτούς πού πάσχουν ἀπό παρόμοια νοσήματα. Γείτονας ἐκεῖ ἔχεις τούς ἁγίους, τούς περί τόν Παῦλον καί Πέτρον, ὅλους τούς προφήτας, τούς μάρτυρας, τό πλῆθος τῶν ἄγγελων καί τῶν ἀρχαγγέλων.
Διά τοῦτο λοιπόν ὅλα αὐτά τά ὑπάρχοντά μας ἄς τά προσφέρωμεν εἰς τούς πτωχούς , διά νά ἐπιτύχωμεν ἐκείνας τάς σκηνάς, τά ὁποίας μακάρι νά ἐπιτύχωμεν ὅλοι ἡμεῖς μέ τήν χάριν καί φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου καί μετά τοῦ ὁποίου ἀνήκει εἰς τόν Πατέρα δόξα συγχρόνως καί εἰς τό ἅγιον Πνεῦμα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.