Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Η ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ «ΙΝΑ ΠΑΝΤΕΣ ΕΝ ΩΣΙΝ»

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Η ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ «ΙΝΑ ΠΑΝΤΕΣ ΕΝ ΩΣΙΝ»


«Στὴν Ἀρχιερατικὴ προσευχὴ δὲν γίνεται λόγος γιὰ μιὰ ἐξωτερικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ γιὰ ἑνότητα στὸΣῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δόθηκε τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς».
Προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ γιὰ ἑνότητα
Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου (νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως» Ἐκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη 1985, σελ. 99-102
«Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου, ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» (Ἰω. ιζ´ 11)

Στὴν προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ, τμῆμα τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν μαθητῶν-Χριστιανῶν. Ὁ Χριστὸς παρακαλεῖ τὸν Πατέρα Του νὰ τηρῆ τοὺς μαθητὰς ἐν τῷ ὀνόματί Του «ἵνα ὦσιν ἓν». Τὸ χωρίον αὐτὸ χρησιμοποιεῖται συχνὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐπιδιώκουν τὴν ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν», ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὶς περισσότερες φορές, ἂν ὄχι πάντοτε, κακοποιεῖται καὶ διαστρεβλώνεται. Διότι ἐδῶ ὁ Κύριος δὲν παρακαλεῖ γιὰ τὴν μελλοντικὴ ἑνότητα τῶν «Ἐκκλησιῶν», ἀλλὰ γιὰ τὴν ἑνότητα «ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Χριστοῦ», ποὺ δίδεται στοὺς ἁγίους καὶ εἶναι παροῦσα πραγματικότητα μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὴ τὴν βαθειὰ σημασία τοῦ αἰτήματος τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως Χριστοῦ θὰ προσπαθήσουμε νὰ δοῦμε στὰ ἀμέσως ἑπόμενα.
Ἑρμηνεία τοῦ «ἵνα ὦσιν ἓν»
Γιὰ νὰ μπορέση κανεὶς νὰ ἑρμηνεύση καλὰ τὸ χωρίο αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ δῆ μέσα στὰ πλαίσια ὁλόκληρης τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, ποὺ εὑρίσκεται στὸ δέκατο ἕβδομο (ιζ´) κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου. Παρατηρεῖ κανεὶς ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἡ φράση «ἵνα ὦσιν ἓν» συνδέεται ἀμέσως μὲ τὸ «καθὼς ἡμεῖς», μὲ τὸ «ἐν ἡμῖν», μὲ τὴν δόξα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ σύνδεσι αὐτὴ μᾶς δίδει τὴν πραγματικὴ ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ ποὺ μελετᾶμε.
Συγκεκριμένα. Ἡ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀληθινή, ὅταν συνδέεται μὲ τὸ «καθὼς ἡμεῖς», ὅταν δηλαδὴ εἶναι Τριαδική. Ὁ Χριστὸς τὸ εἶπε ξεκάθαρα: «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σὺ πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί». Στὴν Ἁγία Τριάδα ὑπάρχει ἀλληλοπεριχώρηση τῶν ἀγαπωμένων Προσώπων. Ὁ Πατὴρ ζεῖ μέσα στὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ Υἱὸς μέσα στὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μέσα στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό. Ὑπάρχει στὴν Ἁγία Τριάδα ἑνότητα Προσώπων, ἀγάπη καὶ διαφύλαξι τῆς ἐλευθερίας κάθε Προσώπου.
Ἔτσι καὶ ἡ ἑνότητα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἐξωτερική, μία σύνδεσι ἐξωτερικὴ τῶν σωμάτων, ἀλλὰ ἐσωτερική. Ἡ ὑπόστασι τοῦ ἑνὸς ἀπὸ ἀγάπη νὰ εἰσέρχεται στὴν ὑπόστασι τοῦ ἄλλου. Ἀκόμη ἡ ἑνότητα εἶναι ἀληθινή, ὅταν ὑπάρχει ἐν Χριστῷ. «Καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν», εἶπε ὁ Κύριος. Ἡ κοινωνία μὲ τὸν Ἅγιο Τριαδικὸ Θεὸ ἐξασφαλίζει τὴν γνησιότητα τῆς ἀνθρωπίνης ἑνότητος. Ἐπίσης ἡ γνήσια ἑνότητα ὑπάρχει μὲ τὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ: «καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς ἵνα ὦσιν ἓν… θέλω ὅπου εἰμι ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμήν…».
       Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι ὅταν οἱ ἄνθρωποι βιώνουν τὴν δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν ἀνθρώπινη φύσι τοῦ Χριστοῦ, ὅταν εἶναι συνδεδεμένοι μὲ τὸν Χριστό, τότε εἶναι καὶ μεταξύ τους ἑνωμένοι.
 Ἑπομένως στὴν Ἀρχιερατικὴ προσευχὴ δὲν γίνεται λόγος γιὰ μία ἐξωτερικὴ ἑνότητα, ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα ἐξωτερικῶν προσπαθειῶν καὶ γνωρισμάτων καὶ ποὺ εἶναι προσδοκία τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ γιὰ ἑνότητα στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δόθηκε τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ εἶναι παροῦσα πραγματικότης.
Αὐτὴ τὴν ἑνότητα βίωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες
Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ φυσικὰ καὶ οἱ Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα, ἀφοῦ καθαρίσθηκαν ἀπὸ τὶς φθοροποιὲς ἐνέργειες τῶν παθῶν, ἀφοῦ ἀπέβαλαν μὲ τὴν Χάρι τοῦ Χριστοῦ τὴν σκότωση τοῦ νοῦ, ἔφθασαν στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ. Φθάσαντες δὲ στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ ἑνώθηκαν καὶ μεταξύ τους. Ἡ δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδας τοὺς περιέλαμψε, τοὺς ἠλλοίωσε, τοὺς μεταμόρφωσε, ὅποτε δὲν ἐνεργοῦσαν σὰν ἀτομικὲς ὑπάρξεις, ἀλλ’ ὡς ἐνεργήματα τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Ἔτσι ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν κοινὴ διδασκαλία, ἀφοῦ μὲ τὴν Χάρι τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἀπέκτησαν κοινὴ ζωή. Εἶναι φορεῖς τῆς Παραδόσεως. Καὶ ξέρουμε καλὰ ὅτι ἡ Παράδοσι δὲν εἶναι μία «ἱστορικὴ γνῶσι» καὶ «ἱστορικὴ μνήμη», ἀλλὰ ἡ ἀδιάλειπτη ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες δὲν παρέλαβαν κάπως ἐξωτερικὰ καὶ διανοητικὰ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς προγενεστέρους Πατέρας, οὔτε ἔμαθαν τὴν Ὀρθοδοξία ἀπὸ τὶς συγγραφὲς τῶν ἁγίων, ἀλλὰ ἔχουν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς προηγουμένους αὐτῶν, ἐπειδὴ συμμετέχουν στὴν ἄκτιστη δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν ἀνθρώπινη φύσι τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τονίσαμε.
Ἡ διδασκαλία τους δὲν εἶναι φιλοσοφικὸς στοχασμός, ἀλλὰ ἀποκάλυψι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων. Οἱ πρῶτοι, ὡς μὴ ἔχοντες θεωρία Θεοῦ, φιλοσοφοῦσαν, ἐνῶ οἱ δεύτεροι, ὡς ἔχοντες θεωρία Θεοῦ, θεολογοῦσαν· μιλοῦσαν αὐθεντικά, ὡς φορεῖς τῆς Παραδόσεως. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας διατυπώνεται σὲ κάθε χρονικὴ περίοδο ἀπὸ τοὺς ἁγίους, χωρὶς νὰ ἀλλοιώνεται καὶ χωρὶς νὰ διαφοροποιεῖται ἀπὸ ὅλη τὴν διδασκαλία τῶν προηγουμένων Πατέρων.Ὅταν ἔχουμε διαφοροποίησι, τότε ἔχουμε παρέκκλισι. Ἄρα αἵρεσι.
Ἕνωση τῶν «Ἐκκλησιῶν»
Τονίσαμε προηγουμένως ὅτι τὸ αἴτημα αὐτὸ τοῦ Κυρίου χρησιμοποιεῖται συχνὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐπιδιώκουν τὴν ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν». Κατ’ ἀρχὰς ὁ λόγος γιὰ τὴν ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν» εἶναι θεολογικὰ ἀδόκιμος, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ, δὲν ἔχει ποτὲ σχισθῆ. Μόνον οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀποσχισθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Γιὰ τὴν κίνησι ὅμως μὲ σκοπὸ τὴν ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν» αἰσθανόμαστε τὴν ἀνάγκη νὰ διατυπώσουμε δύο σημεῖα, ἐν σχέσει μὲ τὴν πραγματικὴ σημασία τοῦ χωρίου ποὺ μελετᾶμε.
Τὸ πρῶτο σημεῖο εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος γιὰ μία ἁπλῆ ἕνωσι τῶν «Ἐκκλησιῶν» σὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἕνωσι μερικῶν συνεργαζομένων θρησκευτικῶν σωματείων, ἀλλὰ γιὰ ἑνότητα πίστεως, γιὰ ἑνότητα ἐν Χριστῷ. Ὅσοι μὲ τὴν ἄσκησι καὶ τὴν μετάνοια βιώνουν τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἑνώνονται καὶ μεταξύ τους. Στὸ σημεῖο αὐτὸ βρίσκεται καὶ ἡ δυσκολία. Διότι ξέρουμε καλὰ ὅτι οἱ Παπικοὶ ταυτίζουν τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι μετέχουν τῶν κτιστῶν ἐνεργειῶν. Ἐνῶ διδασκαλία ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων, ἀπὸ τὴν πείρα τους, εἶναι ὅτι μετέχουμε τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.
Τὸ δεύτερο σημεῖο εἶναι ὅτι στὸν διάλογο γιὰ τὴν ἕνωσι πρέπει νὰ συμμετέχουν σύγχρονοι ἅγιοι Πατέρες, ποὺ θεωροῦν τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχουν προσωπικὲς ἐμπειρίες θεώσεως, ποὺ ἔχουν ἔτσι κοινωνία μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους Πατέρας καὶ ἑπομένως ἐκφράζουν ἀλάνθαστα τὴν συνείδησι τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτὴν τὴν ἕνωσι καὶ αὐτὸν τὸν διάλογο ἡ Ὀρθοδοξία ὄχι μόνον δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθῆ, ἀλλὰ τὴν ἔχει συνεχὲς αἴτημα προσευχῆς.

http://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/26
http://paterikos.blogspot.gr/2012/05/blog-post_27.html


Ἡ πολιορκία καὶ ἡ Ἄλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως


Ἡ πολιορκία καὶ ἡ Ἄλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως

Γεώργιος Φραντζής

Οι δυστυχείς Ρωμαίοι, αφού άκουσαν τα λόγια του αυτοκράτορα, έσφιξαν την καρδιά τους, αγκα­λιάστηκαν και έκλαιγαν όλοι μαζί. Κανένας δεν έφερνε πια στη μνήμη του τα αγαπημένα του παιδιά, τη γυναίκα και την περιουσία του, αλλά ήθε­λαν όλοι να πεθάνουν για τη σωτηρία της πατρίδας τους. Ύστερα γύρισαν στις θέσεις τους για να φυλάξουν τα τείχη της πόλης. Ο αυτοκράτορας πήγε αμέσως στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας, προσευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια και κοινώνη­σε των αχράντων μυστηρίων. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι εκείνη τη νύχτα. Έπειτα γύρισε στα ανάκτορα και ζήτησε συγγνώμη από όλους. Ποιος μπορεί να περιγράψει αυτήν τη στιγμή τους θρή­νους και τους οδυρμούς που ακούστηκαν τότε στο παλάτι; Κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος, ακόμα κι αν ήταν από ξύλο ή από πέτρα.

Ύστερα ανεβήκαμε στα άλογά μας, βγήκαμε από τα ανάκτορα και κάναμε επιθεώρηση στα τείχη για να ενθαρρύνουμε τους φρουρούς που κρατούσαν άγρυπνοι τις θέσεις τους. Εκείνη τη νύχτα όλοι βρίσκονταν στα τείχη και τους πύργους, ενώ είχαμε κλείσει προσεκτικά όλες τις πύλες ώστε να μην μπορεί να μπει ή να βγει κανένας. Όταν φτά­σαμε στην Καλιγαρία, την ώρα που λαλούσαν για πρώτη φορά τα κοκόρια, ξεπεζέψαμε και ανεβή­καμε στον πύργο. Από εκεί ακούγαμε φωνές και δυνατό θόρυβο έξω από την πόλη. Οι φύλακες μας είπαν ότι αυτό γινόταν όλη τη νύχτα επειδή οι εχθροί έσερναν τις πολεμικές μηχανές τους κο­ντά στην τάφρο, προετοιμαζόμενοι για την επίθε­ση. Επίσης τα μεγάλα εχθρικά πλοία άρχισαν να κινούνται, προσπαθώντας να φέρουν στην ακτή τις γέφυρες που είχαν κατασκευάσει.

Οι Τούρκοι άρχισαν με μεγάλη σφοδρότητα και ορμή την επί­θεση τη στιγμή που λαλούσαν τα κοκόρια για δεύτερη φορά, χωρίς να δώσουν κανένα σύνθημα, όπως είχαν χάνει και τις προηγούμενες φορές. Ο σουλτάνος διέταξε να επιτεθούν πρώτοι οι λιγότε­ρο έμπειροι, μερικοί ηλικιωμένοι και αρκετοί νέοι, ώστε να μας κουράσουν, και στη συνέχεια να ρι­χτούν εναντίον μας οι πιο έμπειροι και γενναίοι με μεγαλύτερη τόλμη και δύναμη. Έτσι λοιπόν ο πό­λεμος άναψε σαν καμίνι. Οι δικοί μας αντιστέκο­νταν με πείσμα, χτυπούσαν άγρια τους εχθρούς και τους γκρέμιζαν κάτω από τα τείχη, καταστρέ­φοντας συγχρόνως και πολλές από τις πολιορκη­τικές τους μηχανές. Οι νεκροί ήταν πολλοί και από τις δυο πλευρές, ιδίως όμως από το εχθρικό στρα­τόπεδο. Μόλις άρχισαν να σβήνουν τα άστρα του ουρανού καθώς προχωρούσε το φως της μέρας κι εμφανίστηκε στην ανατολή η ροδοδάχτυλη αυγή, όλο το πλήθος του εχθρού παρατάχθηκε σε μια σειρά που έφτανε από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της πόλης.

Ακούστηκαν τότε τα τύμπανα, οι σάλ­πιγγες και τα υπόλοιπα πολεμικά όργανα με φωνές και αλαλαγμούς, ενώ τα κανόνια άρχισαν να ρίχνουν όλα μαζί. Τότε όλοι οι Τούρκοι όρμησαν από ξηρά και από θάλασσα στα τείχη και άρχισαν τη συμπλοκή μαζί μας. Οι πιο θαρραλέοι έστησαν σκάλες, ανέβηκαν πάνω σ' αυτές και έριχναν αδιά­κοπα τα βέλη τους εναντίον των δικών μας. Η φρικτή και αμφίρροπη μάχη κράτησε δύο ώρες και φαινόταν ότι οι χριστιανοί θα έπαιρναν πάλι τη νίκη. Τα πλοία που μετέφεραν τις σκάλες και τις κινητές γέφυρες αποκρούστηκαν από τα παρα­θαλάσσια τείχη και αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω άπρακτα. Οι πολεμικές μηχανές, που έρι­χναν πέτρες από τα τείχη της πόλης, σκότωσαν πολλούς αγαρηνούς. Αλλά και εκείνοι που ήταν στην ξηρά έπαθαν τα ίδια και χειρότερα. Ήταν πολύ παράδοξο θέαμα να βλέπει κανείς τον ήλιο και τον ουρανό σκεπασμένους από ένα σύννεφο σκόνης και καπνού. Οι δικοί μας έκαιγαν τις ε­χθρικές πολεμικές μηχανές με το «υγρό πυρ», γκρέμιζαν τις σκάλες με όσους βρίσκονταν πάνω τους και σκότωναν αυτούς που επιχειρούσαν να ανεβούν στα τείχη με μεγάλες πέτρες, ακόντια, πυροβόλα και τόξα. Όπου έβλεπαν συγκεντρωμένους Τούρκους, τους χτυπούσαν με μεγάλα τηλεβόλα, σκοτώνοντας και πληγώνοντας πολλούς. Οι εχθροί απηύδησαν τόσο πολύ από τη σθεναρή α­ντίσταση που συναντούσαν ώστε θέλησαν να κά­νουν λίγο πίσω για να ξεκουραστούν, αλλά οι τσαούσηδες και οι ραβδούχοι της τουρκικής Αυ­λής τους χτυπούσαν με σιδερένια ραβδιά και βούνευρα για να μην υποχωρήσουν. Ποιος μπο­ρεί να περιγράψει τις κραυγές και τα βογκητά των τραυματιών και στα δύο στρατόπεδα; Ο θόρυβος και οι φωνές τους έφταναν μέχρι τον ουρανό. Με­ρικοί από τους δικούς μας, που έβλεπαν τους ε­χθρούς να υποφέρουν, τους φώναζαν: «Τι κάνετε συνεχώς επιθέσεις, αφού δεν μπορείτε να μας νι­κήσετε;» Εκείνοι τότε, προσπαθώντας να δείξουν τη γενναιότητα τους, ανέβαιναν πάλι στις σκάλες. Οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν στους ώμους των άλλων και οι επόμενοι τους μιμούνταν, για να μπορέσουν να φτάσουν στην κορυφή του τείχους.

Οι σκληρότερες μάχες έγιναν στις πύλες, όπου οι αντίπαλοι συγκρούονταν με τα σπαθιά στα χέρια και οι νεκροί ήταν αμέτρητοι. Όταν η παράταξη μας άρχισε να υποχωρεί, τότε πετάχτηκαν μπρο­στά ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, δύο γενναίοι άντρες που έτρε­ψαν τους αγαρηνούς σε φυγή, τους γκρέμισαν κά­τω από τα τείχη και τους σκόρπισαν. Συγχρόνως έτρεξαν σε βοήθεια κι άλλοι δικοί μας, ενώ ο αυ­τοκράτορας που βρέθηκε εκεί έφιππος τους ενε­θάρρυνε και τους παρακινούσε να πολεμάνε με σθένος, λέγοντας: «Συμπολεμιστές και αδέρφια μου, σας παρακαλώ στο όνομα του Θεού να κρα­τάτε τη θέση σας με γενναιότητα. Βλέπω ότι το πλήθος των εχθρών άρχισε να κουράζεται και να διασκορπίζεται. Δε μας χτυπούν πλέον με τάξη και σύστημα. Ελπίζω στο Θεό ότι η νίκη είναι δική μας. Να νιώθετε λοιπόν χαρά επειδή το στε­φάνι της νίκης θα είναι δικό μας τόσο στη γη όσο και στον ουρανό. Ο Θεός βρίσκεται στο πλευρό μας και προκαλεί δειλία στους άπιστους».

Τη στιγμή που μιλούσε ο αυτοκράτορας, ο Ιω­άννης Ιουστινιάνης πληγώθηκε από βέλος στο πάνω μέρος του δεξιού του ποδιού. Αυτός ο τόσο έμπειρος πολεμιστής, στον πόλεμο, βλέποντας το αίμα να τρέχει από το σώμα του, έγινε κίτρινος από φόβο. Έχασε αμέσως το θάρρος του, σταμά­τησε να αγωνίζεται και έτρεξε να βρει γιατρό σιω­πηλός, χωρίς να σκέφτεται την ανδρεία και την καρτερικότητα που είχε δείξει μέχρι τότε. Δεν εί­πε όμως τίποτα στους συντρόφους του ούτε άφησε κανέναν αντικαταστάτη, για να μην προκληθεί σύγχυση που θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Οι στρατιώτες του τον αναζήτησαν με το βλέμμα και, μαθαίνοντας ότι είχε φύγει, καταλήφθηκαν από ταραχή και φόβο. Ευτυχώς, ο αυτοκράτορας που βρέθηκε εκεί κατά τύχη, τους είδε ταραγμένους και φοβισμένους σαν τα κυνηγημένα πρόβατα και θέλησε να μάθει την αιτία. Όταν λοιπόν είδε το στρατηγό του Ιουστινιάνη να φεύγει, τον πλη­σίασε και του είπε: «Γιατί το έκανες αυτό, αδερφέ μου; Γύρνα πίσω στη θέση σου. Η πληγή είναι ασήμαντη και η παρουσία σου απαραίτητη. Η πό­λη στηρίζεται σε σένα για να σωθεί». Του είπε και άλλα πολλά, αλλά εκείνος δεν έδωσε απάντηση. Αντίθετα, έφυγε και πήγε στο Πέραν, όπου πέθα­νε ντροπιασμένος από λύπη για την περιφρόνηση των άλλων.

Οι Τούρκοι όμως είδαν την ταραχή των δικών μας και πήραν θάρρος. Ο Σογάν πασάς κέντρισε με κατάλληλα λόγια τη φιλοτιμία των γενιτσάρων και των άλλων στρατιωτών, ενώ ένας γιγαντόσωμος γενίτσαρος (που λεγόταν Χασάν και καταγόταν από το Λουπάδι της Κυζίκου) έβα­λε με το αριστερό χέρι την ασπίδα πάνω από το κεφάλι του, τράβηξε με το δεξί το σπαθί, ανέβηκε στο σημείο του τείχους όπου είχαν αρχίσει να υ­ποχωρούν οι δικοί μας και ρίχτηκε πάνω τους. Τον Χασάν ακολούθησαν περίπου άλλοι 30 Τούρ­κοι που θέλησαν να φανούν εξίσου γενναίοι. Όσοι από τους δικούς μας είχαν απομείνει εκεί έριξαν τεράστιες πέτρες και βέλη εναντίον τους, γκρεμί­ζοντας τους 18 κάτω από τα τείχη, αλλά ο Χασάν κατάφερε να ανεβεί και να τρέψει σε φυγή τους χριστιανούς. Μετά την επιτυχία του, πολλοί άλλοι Τούρκοι βρήκαν την ευκαιρία να τον ακολουθή­σουν και να σκαρφαλώσουν στα τείχη, αφού οι ελάχιστοι δικοί μας δεν κατάφεραν να τους εμπο­δίσουν. Πολέμησαν όμως με θάρρος και σκότωσαν πολλούς. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής ο Χα­σάν χτυπήθηκε από πέτρα και έπεσε κάτω. Μόλις τον είδαν οι δικοί μας πήραν θάρρος και τον λιθοβολούσαν από όλες τις πλευρές. Εκείνος σηκώ­θηκε στα γόνατα και συνέχισε να πολεμά, αλλά το δεξί του χέρι δέχτηκε αμέτρητα τραύματα από βέλη και έπεσε παράλυτο. Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν πολλοί Τούρκοι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν πίσω στο στρατόπεδο. Το πλήθος όμως εκείνων που είχαν ανεβεί στα τείχη διασκόρπισε τους δικούς μας, που εγκατέλειψαν το εξωτερικό και έτρεξαν μέσα στην πόλη με τόση βία ώστε ο ένας πατούσε τον άλλο. Καθώς συνέ­βαιναν αυτά, ακούστηκαν φωνές από μέσα, από έξω και από το μέρος του λιμανιού: «Έπεσε το φρούριο. Στους πύργους στήθηκαν σημαίες και λάβαρα». Οι φωνές αυτές έτρεψαν σε φυγή τους δικούς μας, ενώ έδωσαν καινούριο θάρρος στους εχθρούς που άρχισαν να ανεβαίνουν στα τείχη άφοβα και με αλαλαγμούς χαράς.

Όταν ο δυστυχισμένος αυτοκράτορας και δε­σπότης μου είδε αυτό το θέαμα, παρακαλούσε το Θεό με δάκρυα στα μάτια και παρακινούσε τους στρατιώτες να φανούν γενναίοι. Δυστυχώς, όμως, δεν υπήρχε πλέον καμιά ελπίδα βοήθειας ή συ­μπαράστασης. Τότε τσίγκλησε το άλογό του, έφτα­σε στο σημείο από όπου οι εχθροί έμπαιναν στην πόλη και ρίχτηκε πάνω τους όπως ο Σαμψών κατά των αλλοφύλων. Στην πρώτη του επίθεση τους γκρέμισε όλους κάτω από τα τείχη, πράγμα που φάνηκε σαν θαύμα σε όσους το είδαν. Μουγκρί­ζοντας σαν λιοντάρι και κρατώντας το σπαθί στο δεξί του χέρι, έσφαξε τόσους πολλούς Τούρκους ώστε το αίμα έτρεχε σαν ποτάμι από τα χέρια και τα πόδια του.

Ο Φραγκίσκος Τολέντο, τον οποίο αναφέραμε παραπάνω, φάνηκε ανώτερος ακόμα και από τον Αχιλλέα. Πολεμώντας στα δεξιά του αυτοκράτορα, κομμάτιαζε τους εχθρούς με δόντια και με νύχια. Το ίδιο έκανε και ο Θεόφιλος Πα­λαιολόγος. Βλέποντας τον αυτοκράτορα να αγω­νίζεται για να σώσει την πόλη που κινδύνευε, φώ­ναξε κλαίγοντας: «Καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω». Ύστερα όρμησε κραυγάζοντας πάνω στους εχθρούς και σκότωσε ή έτρεψε σε φυγή όσους βρέ­θηκαν μπροστά του. Ο Ιωάννης Δαλμάτης, που βρέθηκε κι αυτός στο ίδιο μέρος, πολεμούσε με ηρωισμό σαν γενναίος στρατιώτης που ήταν. Ό­σοι βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης θαύμασαν την τόλμη και την ανδρεία των εξαιρετικών εκείνων ανδρών. Οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν δύο και τρεις φορές, μέχρι που κατάφεραν να τρέψουν τους απίστους σε φυγή, να σκοτώσουν πολλούς και να γκρεμίσουν άλλους κάτω από τα τείχη. Οι στρατιώτες μας πολέμησαν με μεγάλη γενναιότητα και στο τέλος έπεσαν νεκροί, αφού προηγουμένως είχαν προξενήσει τεράστιες απώλειες στους ε­χθρούς. Πολλοί άλλοι σκοτώθηκαν επίσης κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου οι εχθροί είχαν στήσει τη μεγάλη ελέπολη και το φοβερό κανόνι, με τα οποία γκρέμισαν τα τείχη και κατάφεραν να πρωτομπούν στην πόλη. Τη στιγμή εκεί­νη εγώ δε βρισκόμουν κοντά στον αυτοκράτορα και δεσπότη μου, επειδή είχα πάει να επιθεωρήσω ένα άλλο σημείο της πόλης, σύμφωνα με τη διατα­γή του.

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόλα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγι­ναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύ­τες από την Κρήτη που πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρ­κους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους και να φύγουν. Δύο αδέρφια, οι Ιταλοί Παύλος και Τρωίλος, πολέμησαν με γεν­ναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα τους σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδερφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλά­χιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντι­νούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453, στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχει­ρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να πε­ριγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών; Το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατού­σαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικό­νες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιε­ρέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντιλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κει­μήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των αγίων και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν. Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου!

Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο της δόξας του Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρώνε και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τρά­πεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέ­λες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την άγια εκ­κλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλε­παν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρό­μους οδυρμοί, στις εκκλησίες αντρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φό­νοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέ­τρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δε γλίτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

Την τρίτη μέρα μετά την άλωση ο σουλτάνος έδωσε εντολή να γίνουν γιορτές και πανηγύρια για τη μεγάλη νίκη, και διέταξε να βγουν έξω ελεύθερα και άφοβα όσοι ήταν κρυμμένοι σε διά­φορα μέρη της Πόλης, μικροί και μεγάλοι. Διέταξε επίσης να γυρίσουν στα σπίτια τους όσοι είχαν φύγει εξαιτίας του πολέμου και να ζήσουν εκεί όπως πριν, σύμφωνα με το δίκαιο και τη θρησκεία τους. Ακόμα, έδωσε διαταγή να εκλέξουν πα­τριάρχη σύμφωνα με τα έθιμα τους. αφού ο προη­γούμενος πατριάρχης είχε πεθάνει. Οι αρχιερείς και οι ελάχιστοι άλλοι κληρικοί και λαϊκοί που έτυχε να βρίσκονται στην πόλη διάλεξαν για το αξίωμα αυτό το Γεώργιο Σχολάριο, που ήταν έ­νας πολύ καλλιεργημένος πολίτης, τον οποίο χει­ροτόνησαν πατριάρχη και τον ονόμασαν Γεννά­διο.

Οι χριστιανοί αυτοκράτορες συνήθιζαν να χαρίζουν στο νέο πατριάρχη μια χρυσή ράβδο στολισμένη με πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια, καθώς και ένα άλογο με πολυτελή βασιλική σέλα και κάλυμμα από άσπρο και χρυσό ύφασμα. Ο πατριάρχης έβγαινε από τα ανάκτορα μαζί με όλα τα μέλη της συγκλήτου και πήγαινε στο πα­τριαρχείο κάτω από τις επευφημίες του πλήθους.

Η χειροτονία του γινόταν από τους αρχιερείς, όπως όριζε η Εκκλησία και ο νόμος. Ο μελλοντικός πατριάρχης έπαιρνε τη ράβδο από τα χέρια του αυτοκράτορα με τον τρόπο που αναφέρουμε στη συνέχεια.

Ο αυτοκράτορας καθόταν στο θρόνο, οι συγκλητικοί στέκονταν γύρω του ασκεπείς και ο μέγας πρωτοπαπάς του παλατιού άρχιζε την τε­λετή με το «Ευλογητός ο Θεός». Ύστερα έλεγε μια σύντομη ευχή και ο μεγάλος δομέστικος έψελνε το «Όπου γαρ βασιλέως παρουσία». Ο λαμπαδάριος και η χορωδία συνέχιζαν με το «Νυν και αεί» και το «Ο βασιλεύς των ουρανών». Όταν τελείωνε και αυτό το τροπάριο, ο αυτοκράτορας σηκωνόταν κρατώντας τη ράβδο στο δεξί του χέρι. Ο υποψή­φιος πατριάρχης πλησίαζε με το μητροπολίτη Καισαρείας στα δεξιά του και το μητροπολίτη Ηράκλειας στα αριστερά, έκανε τρεις μετάνοιες μπροστά σε όλους και μετά πλησίαζε τον αυτοκρά­τορα για να προσκυνήσει, όπως ήταν η συνήθεια. Ο αυτοκράτορας ύψωνε λίγο τη ράβδο και έλεγε: «Η Αγία Τριάς, η την εμήν βασιλείαν δωρησαμένη, προχειρίζεταί σε εις πατριάρχην Νέας Ρώ­μης». Ο νέος πατριάρχης έπαιρνε την εκκλησια­στική εξουσία από τον αυτοκράτορα, τον οποίο ευχαριστούσε, και οι δύο χορωδίες έψελναν τρεις φορές το «Εις πολλά έτη, δέσποτα». Με τον τρόπο αυτό τελείωνε η τελετή. Ύστερα, κρατώντας κηροπήγια με λαμπάδες, ο πατριάρχης κατέβαινε από το διβάμβουλο στο προαύλιο του παλατιού και ανέβαινε στο άλογο το οποίο περίμενε στολισμέ­νο.

Θέλοντας λοιπόν και ο αχρείος σουλτάνος να κάνει, σαν βασιλιάς της Κωνσταντινούπολης, ό,τι έκαναν οι χριστιανοί αυτοκράτορες, προσκά­λεσε τον πατριάρχη να καθίσει, να φάει και να συζητήσει μαζί του. Μόλις εκείνος έφτασε στο παλάτι του, τον δέχτηκε με μεγάλη τιμή, συζήτησε μαζί του πολλή ώρα και του έδωσε αμέτρητες υ­ποσχέσεις. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, ο σουλτά­νος έβγαλε μια πολύτιμη ποιμαντορική ράβδο και τον παρακάλεσε να τη δεχτεί σαν δώρο. Ύστερα, θέλοντας και μη, ο πατριάρχης κατέβηκε μαζί του στην αυλή, όπου τον ανέβασε σε ένα άλογο που περίμενε έτοιμο και έδωσε εντολή στους άρχοντες της Αυλής του να τον συνοδέψουν με όλες τις τιμές. Πραγματικά οι αυλικοί, άλλοι μπροστά και άλλοι πίσω από τον πατριάρχη, τον συνόδε­ψαν μέχρι το σεπτό Αποστολείο, το οποίο είχε παραχωρήσει ο σουλτάνος για πατριαρχείο. Ο ά­θλιος όμως κράτησε τον περίλαμπρο ναό της Α­γίας Σοφίας, το υπέροχο κειμήλιο, τον επίγειο ου­ρανό και θαύμα της ανθρωπότητας, για να τον χρησιμοποιήσει σαν τόπο του δικού του προσκυνήματος. Όπως είπαμε προηγουμένως, ο θαυματουργός ναός των Βλαχερνών είχε πυρποληθεί. Ο πατριάρχης όμως έμεινε λίγο καιρό στο Αποστολείο επειδή σ' εκείνα τα μέρη είχαν απο­μείνει ελάχιστοι χριστιανοί και επιπλέον φοβόταν μήπως του συμβεί κανένα κακό μέσα στην ερημιά, αφού μια μέρα κάποιος αγαρηνός βρέθηκε σκοτω­μένος στο προαύλιο της εκκλησίας. Γι' αυτούς τους λόγους ζήτησε το μοναστήρι της Παμμακάρι­στου, το οποίο του δόθηκε για πατριαρχείο, δεδο­μένου ότι εκεί ζούσαν αρκετοί χριστιανοί. Έδωσε λοιπόν εντολή να μεταφερθούν οι μοναχές στο μοναστήρι του Αγίου Προφήτη και Προδρόμου Ιωάννη που βρισκόταν στα ανάκτορα του Τρού­λου, όπου είχε γίνει η Πενθέκτη Οικουμενική Σύ­νοδος στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού Β' του Ρινοτμήτου. Εκείνη την εποχή ο Τρούλος ήταν ένα λαμπρό παλάτι στο βόρειο μέρος της Παμμακαρίστου.

Ο ασεβέστατος και εξολοθρευτής των χριστιανών σουλτάνος, πονηρός και πανούργος σαν αλεπού, δεν τα έκανε όλα αυτά από ευλάβεια ή από καλοσύνη, αλλά για να ακούσουν οι χριστιανοί τις υποσχέσεις του και να έρθουν να κατοικήσουν στην Κωνσταντινούπολη η οποία είχε ερημωθεί από το μακρόχρονο πόλεμο και προπάντων μετά την κατάληψη της από τους Τούρκους. Πραγματι­κά, μερικοί χριστιανοί ξαναγύρισαν στην πόλη, ενώ μετά από λίγο έφερε και αρκετούς αποίκους (που ονομάζονται σεργούνηδες στα τουρκικά) από τον Καφά της Τραπεζούντας, τη Σινώπη και το Ασπρόκαστρο. Έδωσε επίσης στον πατριάρχη ο­ρισμένα γραπτά διατάγματα με τη σουλτανική σφραγίδα και την υπογραφή του, ούτως ώστε κανένας να μην τον ενοχλεί ή να του φέρνει αντιρρή­σεις. Με τα διατάγματα αυτά ο πατριάρχης θα έμενε για πάντα ανενόχλητος, αφορολόγητος και ασφαλισμένος από κάθε κίνδυνο, τόσο ο ίδιος όσο και οι διάδοχοί του, καθώς και οι υπόλοιποι ιερείς που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία του.

Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ» - Α.Α.ΛΙΒΑΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1993

Ἡ Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος Ὑπὸ Ἁγίου Νεκταρίου


          Ἡ Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος 

Ὑπὸ Ἁγίου Νεκταρίου


Ο Άρειος.
Ο Άρειος εγεννήθη εν Λιβύη περί τα μέσα της γ' μ.Χ. εκατονταετηρίδος, εσπούδασε δε εν Αλεξανδρεία και εγένετο οπαδός του Ωριγένους, του Μελετίου και του προϊσταμένου της Αντιοχειανής Σχολής Λουκιανού του πρεσβυτέρου. Η ευρεία αυτού παιδεία, η φιλοσοφική αυτού μόρφωσις, και η περί την επιστήμην των θείων Γραφών δεινότης, κατέστησαν αυτόν γνωστότατον, το δε εμβριθές αυτού σχήμα, οι οπωσούν αγέρωχοι τρόποι, το μεγαλοπρεπές ανάστημα, και η ευειδής αυτού όψις, ενέπνεον πάσι τον σεβασμόν και συμπάθειαν. Και κατ' αρχάς μεν καταλιπών τον Μελέτιον προεχειρίσθη διάκονος της Εκκλησίας Αλεξανδρείας υπό του Επισκόπου αυτής Πέτρου. Από της εποχής δ' αυτής παρουσιάζεται η του χαρακτήρος αυτού ισχύς και η εμμονή εις τας πεποιθήσεις του. Είτα δε, όταν ο Πέτρος Αλεξανδρείας απεκήρυξε τους συμμετόχους του Μελετίου, και δεν απεδέχετο το βάπτισμα αυτών, ο Άρειος εξανέστη το πρώτον, μεμφόμενος τα γενόμενα και διεμαρτύρετο κατά του μέτρου τούτου του Επισκόπου του. Και κατ' ακολουθίαν τούτου απεπέμφθη από της Αλεξανδρείας. Ότε δε μετά ταύτα τον Πέτρον αποβιώσαντα διεδέξατο ο πραΰς τους τρόπους Αχιλλάς, ο Άρειος αιτήσας συγγνώμην εγένετο δεκτός εν τη Εκκλησία και τω 212ω εχειροτονήθη Πρεσβύτερος.
Το περί τριαδικου Θεού δόγμα του Χριστιανισμού, όπερ από της αυτού εμφανίσεως εσκανδάλισεν Ιουδαίους και Έλληνας, από δε των μέσων του β' αιώνος παρουσίασε την αίρεσιν των Μοναρχιανών και προεκάλεσε πολλάς έριδας, παρέσυρε και το ακάθεκτον πνεύμα του Αρείου, το οποίον δυσφόρως έχον προς τον ανυπέρβλητον του δόγματος φραγμόν, και ζητούν την του πνεύματος φίλην ελευθερίαν την υπερπηδώσαν τα πάντα και τα πάντα υποτάσσουσαν τη ιδία εξουσία, διέσπασε του δόγματος τα δεσμά, ίνα εν τη ελευθερία αυτού εισδύση εις τα βασίλεια των μυστηρίων και ερευνήση αυτά και, εί δυνατόν, ψηλαφήση και υπαγάγη αυτά υπό την ιδίαν αντίληψιν.
Ο Άρειος μελετήσας καλώς τας θεωρίας της Αλεξανδρινής και της Αντιοχειανής Σχολής προσέλαβεν εξ αυτών τα προσφυή ταις αρχαίς αυτού και διεμόρφωσεν ιδίαν θεωρίαν, λαβών παρά μεν του Ωριγένους την υπόταξιν του λόγου, παρά δε του Λουκιανού την άρνησιν της Ομοουσιότητος. Προς διάδοσιν δε της διδασκαλίας αυτού και επικράτησιν συνέταξε διάφορα άσματα και ποιήματα και διεμοίρασεν αυτά εις τον λαόν. Και η διδασκαλία αυτού εύρε πολλούς οπαδούς παρά τε τω Κλήρω και τω λαώ, εξ ών οι μεν ησπάζοντο αυτήν ως ορθήν, οι δε εθεώρουν αυτήν ως ακίνδυνον.

Ο Αθανάσιος

Μεταξύ των περί τον Αλεξανδρείας Eπίσκοπον Κληρικών ηύξανε και εκραταιούτο νέος τις Διάκονος, μικρός μεν το δέμας και ευτελής το ανάστημα, αλλά περιλαμβάνων εντός σώματος μικρού και ασθενούς ψυxήν φλογεράν, αι λαμπηδόνες της οποίας εξήστραπτον από των ομμάτων αυτού. Ο εικοσιέτης ούτος νέος ο μέλλων να πληρώση την Χριστιανικήν Οικουμένην διά των αρετών αυτού των σπανίων ην ο Αθανάσιος. Νους βαθύς, λογική ισχυρά, επιστήμη ευρεία, ανθηρόν ύφος λόγου, και τέχνη ρητορική απαράμιλλος περιεκόσμουν αυτόν και κατέστησαν κρατερόν μαχητήν κατά την προκειμένην σπουδαίαν έριν.
Ο Αθανάσιος κεκτημένος οξύνειαν θαυμαστήν πρακτικώτατον πνεύμα, ευφράδειαν αξιόζηλον, και τόλμην ακάθεκτον, εκ πρώτης αρχής ενόησε περί τίνος επρόκειτο και ευθύς κατενόησε το βάραθρον, εις δεκινδύνευεν η Πίστις ημών να πέση. Ο Αθανάσιος βλέπων το ασταθές του χαρακτήρος του αντιπάλου του, το ευμετάβολον και παλίμβουλον, επείσθη ότι ο Άρειος είτε μη τολμών να εξηγήση σαφώς, είτε μη έχων την συνείδησιν του τελικού συμπεράσματος των συλλογισμών αυτού, έτεινεν όμως εις το ν' αρνηθή την θείαν του Σωτήρος φύσιν και καταβιβάση το κήρυγμά του εις την τάξιν ανθρωπίνου δόγματος, παραδίδων αυτό απογεγυμνωμένον της πανοπλίας της θείας αποκαλύψεως εις τας προσβολάς του φιλοσοφικού πνεύματος.
Διό ώρμησεν επί τον αγώνα μετά πολλής πεποιθήσεως και εξήλθεν απ' αυτού επί τέλους νικητής εν θριάμβω, αφιερώσας ολόκληρον την ζωήν αυτού και όλας αυτού τας πνευματικάς και σωματικάς δυνάμεις εις την άμυναν του ενσαρκωθέντος Λόγου μετά τοιούτου ατρομήτου θάρρους, ώστε δικαίως επεκλήθη κατόπιν «Μέγας, στύλος και υποστηρικτής της του Χριστού Εκκλησίας».

Ο Μέγας Κωνσταντίνος

Η Θεία Πρόνοια εν' τη μερίμνη αυτής υπέρ της του Χριστού Eκκλησίας είχεν εμπιστευθή τα σκήπτρα του αχανούς τότε Ρωμαϊκού Κράτους εις τον αληθώς Μέγαν και Ισαπόστολον Κωνσταντίνον όπως σώση από του σάλου το κλυδωνιζόμενον σκάφος της Εκκλησίας. Ούτος δυσφορών επί τω επαπειλουμένω τη Eκκλησία σχίσματι απέστειλεν εις Αλεξάνδρειαν πρώτον επιστολήν προς τε Αλέξανδρον τον Επίσκοπον και προς τον Άρειον παραινών αυτούς να καταθέσωσι τα όπλα της συζητήσεως και συνδιαλλαγέντες να επανορθώσωσι την ειρήνην της Εκκλησίας.
Αλλ' η φωνή της συνέσεως και της μετριοπαθείας του Βασιλέως επέπρωτο να μη εισακουσθή. Διότι ο κομιστής της ειρηνοποιού ταύτης επιστολής Επίσκοπος Κορδούβης άμα ελθών εις Αλεξάνδρειαν, συνετάχθη μετά του Επισκόπου Αλεξάνδρου και κατεδίκασε τον Άρειον. Ο δε Άρειος έγραψε προς τον Βασιλέα επιστολήν οπωσούν αυθάδη, παραπονούμενος ότι τω επεβλήθη υπό των ειρημένων αργία (Ευσεβ. βίον Κωνστ. 2, 64.-και Σωκρ. 1, 5.). Ο Κωνσταντίνος ως προς την ουσίαν του ζητήματος δεν είχε σχηματίσει ιδίαν γνώμην και πεποίθησιν κατ' αρχάς δε μάλιστα επεδείξατο αδιαφορίαν τινά σχεδόν θίγουσαν τα όρια της περιφρονήσεως, ως εξάγεται εκ της ειρημένης επιστολής αυτού.
Εκ τούτου δε ευλόγως δύναταί τις να συμπεράνη ότι ο Κωνσταντίνος διδούς μάλλον ευήκοον ούς εις τας περί των δοξασιών του Αρείου πληροφορίας του Παμφίλου Ευσεβίου, όστις ην πιστός αυτού φίλος και φίλα φρονών τω Αρείω, θεωρών την αίρεσιν του τελευταίου ασήμαντον, δεν εννόησεν εξ' αρχής τον κίνδυνον, ον διέτρεχεν η Πίστις εκ των επιβούλων δοξασιών του Αρείου. Της απάτης όμως αυτής ταχέως εξήλθεν ο Κωνσταντίνος ευθύς, αφού επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν εξ' Αλεξανδρείας ο όσιος Κορδούβης άπρακτος και συγχρόνως, αφού έμαθεν ότι εν' Αλεξανδρεία συνέβαινον ταραχαί, καθ' ας οι όχλoι ουδέ τας εικόνας αυτού εσεβάσθησαν. Οργισθείς λοιπόν επί τούτοις ιδίως κατά των περί τον Άρειον εξαπέστειλε νέους επιτρόπους εις Αλεξάνδρειαν κομίζοντας επιστολήν προς τους αιρετικούς αυτούς απειλητικωτάτην, δι' ης προσεκάλει τον Άρειον να προσέλθη και να εξηγήση ενώπιον αυτού όπερ επρέσβευε δόγμα.

Ο Άρειος παρέστη αληθώς προ του Βασιλέως, αλλ' εν τη συζητήση, ην επεχείρησε, τοσούτον περιέπλεξε το πνεύμα του Κωνσταντίνου το περί τας τοιαύτας λεπτολογίας ανεπιτήδειον, ώστε ενέβαλε τον ηγεμόνα εις πλείστας όσας αμφιβολίας. Και εν τούτοις εξηκολούθει η διχόνοια και η ταραχή των πνευμάτων, ουδέ εφαίνετο τρόπος θεραπείας, έως ο Βασιλεύς εν τη συνήθει αυτού μεγαλοφυία επενόησε το πρακτέον κατά την προκειμένην δυσχέρειαν και συνεκάλεσεν εν Νικαία της Βιθυνίας τους πανταχού Ιεράρχας της Χριστιανωσύνης εις Οικουμενικήν Σύνοδον, όπως εξετάσασα την του Αρείου διδασκαλίαν λύση οριστικώς την μεγάλην ταύτην διαφοράν και αποδώση τη Εκκλησία την ποθουμένην ειρήνην.

Η Α' εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδος.

Και αληθώς η ρύθμισις και εξασφάλισις του Χριστιανικού δόγματος ην ζήτημα ζωής και θανάτου διά τον τότε κόσμον, από δε της διαρρυθμίσεως ταύτης εξηρτάτο η γενική του κόσμου ηθική ανακαίνισις. Διό προσκληθέντες συνήλθον εν Νικαία 318 Πατέρες της Εκκλησίας περί τα μέσα Ιουνίου του 325 μ.Χ. και συνεκρότησαν την Α' εκκλησιαστικήν Οικουμενικήν Σύνοδον. Τούτων δε προΐσταντo Αλέξανδρος o Κωνσταντινουπόλεως, ο γηραιός Αλέξανδρος ο Αλεξανδρείας υπό του νεαρού αυτού Συμβούλου και Διακόνου δορυφορούμενος, του Μ. Αθανασίου.
Τον δε Πάπαν Ρώμης Σίλβεστρον και τον διάδοχον αυτού Ιούλιον αντεπροσώπευσαν οι παρ' αυτού αποσταλέντες πληρεξούσιοι, ο όσιος Κορδούβης Επίσκοπος της Ισπανίας και δύω πρεσβύτεροι, οι Βικέντιος και Βίτων. Παρ' αυτοίς δε παρέστησαν οι Παφνούτιος, Σπυρίδων, Νικόλαος, Ιάκωβος, Μάξιμος και άλλοι κεκοσμημένοι πάντες δι' αποστολικών χαρισμάτων. Ουχ ήτον προς τούτοις παρίστατο και πλήθος άλλο Κληρικών, Πρεσβυτέρων και Διακόνων. Κατά την πρώτην αυτών επίσημον συνεδρίαν την γενομένην την 5ην ή 6ην Ιουλίου ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος εξεφώνησε τον εναρκτήριον λόγον εν τη λατινική γλώσση μεθερμηνευόμενον αυτοστιγμεί εις την ελληνικήν, δι' ου έλεγεν ότι ο της ιεράς ταύτης θρησκείας νόμος εκ των κόλπων της Ανατολής προέκυψεν, αποκαλών τους λειτουργούς αυτής αρχηγούς της των εθνών σωτηρίας. Είτα δε κατά σειράν και εν τάξει εξετέθησαν υπό του Αρείου και των αυτού οπαδών αι γνώμαι και δοξασίαι, αλλά γενναίως και λογικώς επολεμήθησαν αύται υπό των Πατέρων της Εκκλησίας.

Σπουδαιότης της Α' Οικουμενικής Συνόδου

Ίνα κατανοηθή δε η σπουδαιότης αυτής της Συνόδου, πρέπει να εκτεθή ενταύθα διά βραχέων ο φιλοσοφικός οργασμός των πνευμάτων της εποχής εκείνης, όστις έτεινε να καθυποτάξη το δόγμα εις την γνώσιν, ήτις εζήτει τρόπον τινά να άψηται τη χειρί και, ει δυνατόν ψηλαφήση παν ό, τι ο Χριστιανισμός παρέδιδεν ως μυστήριον και ως δόγμα πίστεως.

Τον Χριστιανισμόν αναφανέντα σκάνδαλον μεν τοις Ιουδαίοις, μωρίαν δε τοις Έλλησιν, εζήτουν αμφότεροι, Ιουδαίοι τε και Έλληνες, διά των φιλοσοφικών χωνευτηρίων να αναδείξωσιν από θρησκείαν εξ' αποκαλύψεως, σύστημά τι φιλοσοφικόν μάλλον ικανοποιών τας απαιτήσεις της υπερηφάνου του ανθρώπου φιλοσοφίας, η επαναπαύον το θρησκευτικόν αίσθημα του ανθρώπου. Οι φιλόσoφοι περιφρoνήσαντες τας απαιτήσεις της καρδίας της τερπομένης εν τω μυστηρίω της θρησκείας εζήτουν να ικανοποιήσωσι τον νουν δι' απολύτου τρόπoυ, υποτάσσοντες αυτώ πάσαν αλήθειαν. Αλλ' ηγνόουν ότι υπάρχουσι και αλήθειαι, ανώτεραι, της νοητικής ημών αντιλήψεως, μη γινόμεναι καταληπταί υπό του πεπερασμένου νοός του ανθρώπου, ήτις λαμβάνει γνώσιν αυτών, πείθεται δε περί της πραγματικότητος αυτών, και μαρτυρεί περί της υπερφυσικής υπάρξεως αυτών.
Ηγνόουν ότι ο άνθρωπος δεν εγεννήθη, ίνα αποβή μόνον φιλόσοφος, αλλά και ον θρησκευτικόν. Καίτοι φιλοσοφούντες εδείκνυντο το αφιλοσόφως προς τον άνθρωπον έχοντες, διότι ο άνθρωπος δεν είναι, μόνον νους, αλλά και καρδία αι δυνάμεις των δύο τούτων κέντρων αμοιβαίως βοηθούμεναι αναδεικνύουσι τον άνθρωπον τέλειον και διδάσκουσιν αυτώ όσα ουδέποτε δια μέσου του νοός να διδαχθή ηδύνατο. Εάν ο νους ήνε ο διδάσκαλος του φυσικού κόσμου, η καρδία είναι διδάσκαλος του υπερφυσικού κόσμου, του οποίου ίσως καθ' ομοίωσιν εγένετο ο αισθητός κόσμος, ούτινος τότε μανθάνομεν τα καθ' έκαστα ακριβώς, όταν δια της καρδίας διδαχθώμεν τα του υπερφυσικού κόσμου, φιλόσοφος άνευ καρδίας, ήτοι άνευ θρησκευτικού αισθήματος, είναι αφιλοσόφητος διότι δεν είδε το καθ' όλου, αλλά το κατά μέρος. Ενόσω δε δεν αναχθή εις το καθ' όλου, ήτοι εις την καθ' όλου περί του κόσμου έννοιαν, εν η περιέχεται ό,τε αισθητός και ο υπέρ αίσθησιν κόσμος (διότι ο κατ' αίσθησιν κόσμος είναι το κατά μέρος), ουδέποτε θέλει φθάσει εις το καθ' όλου άνευ θρησκευτικού αισθήματος διδάσκοντος την εν τω υπερφυσικώ κόσμω ύπαρξιν του καθ' όλου. Υπό την μίαν ταύτην όψιν εξήτασεν ανέκαθεν τον χριστιανισμόν ό,τε Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία. Ο Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία συναντηθέντα εν Αιγύπτω εν κοινώ σταδίω και επωφεληθέντα άλληλα εμόρφωσαν διαφόρους θεωρίας και φιλοσοφικά συστήματα.

Η Αλεξάνδρεια εν μεταιχμίω τριών Ηπείρων, Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής κτισθείσα εν τω κέντρω ούτως ειπείν του αρχαίου κόσμου, υπήρξεν η εστία ζώσης των ιδεών επικοινωνίας και το γόνιμον έδαφος νέων συστημάτων. Η Πυθαγόρειος φιλοσοφία, η προ ικανών χρόνων εν ταις δε τοις των εκλιπόντων φιλοσοφικών συστημάτων εγγραφείσα, ανεφάνη μετά τας αρχάς της τελευταίας προ Χριστού εκατονταετηρίδος υπό την μορφήν της Νεοπυθαγορείου φιλοσοφίας. Οι εν' Αλεξανδρεία Ιουδαίοι φρονούντες ότι δια της μελέτης της Ελληνικής φιλοσοφίας ενεβάθυνον πλειότερον εις την μυστηριώδη του Μωυσέως σοφίαν, επεδόθησαν εις αυτήν, παρήγαγε δε η επίδοσις αύτη τοιαύτην τινά πνευματικήν κίνησιν, ην συνήθως Αλεξανδρινήν θεοσοφίαν καλούσι, και ης ο χαρακτήρ συνίστατο εις σύγκρασίν τινα Μωσαϊκής θεολογίας και Ελληνικής φιλοσοφίας, ιδία δε Πλατωνικών και Στωίκων ιδεών τούτο δείκνυται, προδήλως εν τω ωριμωτάτω της Αλεξανδρινής θεοσοφίας προϊόντι, τω του Φίλωνος συγγράμματι, εις ου την μόρφωσιν συνετέλεσεν εξ ίσου η τε Μωσαϊκή θεολογία και η Ελληνική φιλοσοφία.

Τα φιλοσοφικά συστήματα του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους, και το της Στοάς, ευρόντα εν Αλεξανδρεία διαπύρους θιασώτας, εμβριθώς ηρευνώντο το φιλοσοφικόν πνεύμα μη δυνάμενον να αναπαυθή εν τη αποδοχή της διδασκαλίας του Μονοθεϊσμού, του απολύτως υπερβατικώς προς τον κόσμον ευρισκομένου και εν ουδεμιά σχέσει προς τον κόσμον ερχομένου, μηδ' εν τη Πανθεϊστική θεωρία, καθ' ην το θείον απόλλυται εν τη φύσει, και τείνον μεσαίαν τινά να ανακαλύψη αρχήν συμβιβάζουσαν εκατέρωθεν την αλήθειαν, ευρίσκετο εν ζωηρώ φιλοσοφικώ οργασμώ. Εν τω χρόνω τούτω ενεφανίσθη ο χριστιανισμός επαγγελλόμενος την πλήρη των απαιτήσεων ικανοποίησιν. Οι οπαδοί των διαφόρων συστημάτων ευρόντες εν αυτώ τον σύνδεσμον των μονομερών αληθειών των εν τε τω Ιουδαϊσμώ και Εθνισμώ ευρισκομένων προσωκειώθησαν αυτόν. Επειδή όμως ο χριστιανισμός είναι σοφία εξ αποκαλύψεως, δεν αποβαίνει δε καταληπτή καθ' όλου τοις μέτρω φιλοσοφικώς μετρούσιν αυτήν, διά τούτο δεν εγίνετο ασπαστός καθ' όλου, αλλά κατά μέρος. Επειδή όμως το μέρος δεν ηδύνατο να ικανοποιήση τας απαιτήσεις του φιλοσοφικού νοός, ούτος εμόρφου ίδιον σύστημα, εν ω εφρόνει ότι ευρίσκετο η όλη αλήθεια. Το σύστημα τούτο υπό της Εκκλησίας αποδοκιμαζόμενον εκαλείτο αίρεσις τοιούτω τρόπω εμoρφώθησαν αι διάφοροι αιρέσεις, αίτινες ουδέν άλλο ήσαν η φιλοσοφικά συστήματα φέροντα αντί του φιλοσoφικoύ τρίβωνος την χριστιανικήν αλουργίδα. Ο χριστιανικός αυτών χαρακτήρ ην απλώς η εξωτερική αυτών χροιά ουσιαστικώς όμως ήσαν καθαρά προϊόντα της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας.

Η ανάπτυξις της διδασκαλίας του Αρείου ικανώς απέδειξε τον φιλοσοφικόν χαρακτήρα της διδασκαλίας των. Η χριστιανική άρα διδασκαλία, φανείσα εν εποχή πλήρει φιλοσοφικής ζωής και πνευματικού οργασμού και υφ' απάντων πολεμουμένη, εξ άπαντος τελείως θα διεστρέφετo και θα ηλλοιούτο, εάν μη ευθύς εξ αρχής θείαι και ιεραί συνεκροτούντο Σύνοδοι και τας ετεροδιδασκαλίας αποτελεσματικώς μη απέκλειον της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας, και Σύμβολα, και Δόγματα, και Κανόνας, και Διατάξεις μη συνέταττον προς φρούρησιν και διατήρησιν της καθαρότητος και αγιότητος αυτής.

Η διδασκαλία του Aρείου

Ο Άρειος δογματίσας, ως ανωτέρω ερρήθη, ότι ο υιός και λόγος του Θεού είναι μεν προ παντός χρόνου, αλλ' ουχί και υπάρχων, «ην ότε ουκ ην» και ότι δεν εγεννήθη εκ του πατρός, αλλά θελήματι του πατρός εκ του μηδενός εκτίσθη και επομένως ήτο κτίσμα εξ ουκ όντων ότι ο Θεός δεν ήτο πάντοτε πατήρ, ουδ' ο υιός υπήρχε πριν γεννηθή, δηλ. κτισθή, αλλ' ουδέ εκ της ουσίας του πατρός αλλά ξένος αυτού κατ' ουσίαν, και επομένως ουδέ Θεός αληθινός, αλλά μετοχή θεοποιηθείς, ανέπτυξε το φιλοσοφικόν του σύστημα, ήτοι την αίρεσίν του, δι' ου φρονεί ότι συμβιβάζει την Μοναρχίαν και Μονοθείαν προς την περί Τριαδικού Θεού του Χριστιανισμού διδασκαλίαν.
 
Κρίσεις επί της αιρέσεως του Aρείου

Ο κατά του Αρειανισμού αγών εν τη Εκκλησία εγένετο λίαν σφοδρός διότι η περί Θεού έννoια αυτού δεν είχεν απλώς Ιουδαϊκόν χαρακτήρα, αλλ' ήτο ανάμιξις Ιουδαϊκών και Εθνικών στοιχείων, και κατά τούτο ο Αρειανισμός απέβαινε λίαν επικίνδυνος. Αντί της υψηλοτέρας ενότητος, ήτις συνάπτει εν εαυτή το εν ταις προ Χριστού θρησκείαις περιεχόμενον αληθές, ο Αρειανισμός έθετο φαινομένην τινά ενότητα συνάπτουσαν το εν τω Ιουδαϊσμώ και Εθνισμώ ψευδές και αποκλείουσαν το εν αυταίς αληθές. Το μεν εν τω Ιουδαϊσμώ αληθές είναι η μεταξύ Θεού και κόσμου διαφoρά το δε εν τω Εθνισμώ αληθές είναι η εσωτερική ενότης μεταξύ θεότητος και ανθρωπότητος. Τας αληθείας ταύτας αμφοτέρας περιέχει η ορθόδοξος χριστιανική Πίστις.
Το εν τω Ιουδαϊσμώ ψευδές είναι ο χωρισμός μεταξύ θεού και κόσμου, το δε εν τω Εθνισμώ η ανάμιξις θεότητος και ανθρωπότητος. Ο Αρειανισμός αποκλείσας το εν αμφοτέροις αληθές απεδέξατο μόνον το εν αμφοτέροις ψευδές διότι αποδεχόμενος παρά του Εθνισμού την ανάμιξιν θεότητος και ανθρωπότητος αποδίδει εις την κτίσιν, εις ην κατατάσσει και τον Υιόν, ον θεωρεί ως κτίσμα, θείαν ιδιότητα και καθιστά δημιουργόν του κόσμου και αντικείμενον θείας προσκυνήσεως, παρά δε του Ιουδαϊσμού αποδεχόμενος τον χωρισμόν μεταξύ Θεού και κόσμου, ήτοι τον Διισμόν, θεωρεί την γέννησιν του κόσμου ως όλως τυχαίαν και ούτω η μεταξύ θεού και κόσμου σχέσις στηρίζεται επί αυθαιρέτου λόγου.

Διδασκαλία του Αθανασίου και των επισήμων Πατέρων της Εκκλησίας

Τοιαύτη ην η διδασκαλία του Αρείου, ην ώφειλoν να καταπολεμήσουν οι οπαδοί της Ορθοδόξου Πίστεως, και τοιούτος ο λόγος της συγκροτήσεως της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Οποία δε η διδασκαλία των Πατέρων και πόσον σοφώς συνδυάζει τας δύο αληθείας τας εν τε τω Ιουδαϊσμώ και τω Εθνισμώ ταύτην εκθέτομεν εν τοις εφεξής. Εις την ανάμιξιν των εκ του Ιουδαϊσμού και του Εθνισμού ειλημμένων στοιχείων του ψεύδους, ην παριστά ο Αρειανισμός, έπρεπε να αντιταχθή η γνησία περί Θεού χριστιανική έννοια, ήτις είναι η αληθής υψηλοτέρα ενότης των εν τω Ιουδαϊσμώ και τω Εθνισμώ περιεχομένων στοιχείων της αληθείας. Την γνησίαν ταύτην περί Θεού έννοιαν της Χριστιανικής θρησκείας ανέπτυξε κατά του Αρειανισμού πρώτος ο Αθανάσιος, έπειτα δε και άλλοι επίσημοι Πατέρες, ιδίως ο Ναζιανζηνός Γρηγόριος.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας υπερενίκησαν την πανθεϊστικήν και διϊστικήν αρχήν αναχθέντες εις εσωτερικάς εν τω Θεώ διακρίσεις. Ο Αθανάσιος ορμάται εκ της αρχής οτι ο Θεός, ως Θεός ζων, θέλει να αποκαλύπτη εαυτόν εν όλη τη δόξη αυτού. Ο δε άνθρωπος χρήζει του Θεού και είναι επιδεκτικός αυτού ο ανθρώπινος λόγος έχει πόθον προς τον αρχέτυπον λόγον, προς κοινωνίαν μετά του Θεού και προς γνώσιν της ουσίας αυτού, δυνάμεθα δε να έχωμεν άμεσον κοινωνίαν προς αυτόν, εάν ο Θεός θέλη να έχη κοινωνίαν προς ημάς. Εν τω Χριστώ και Αγίω Πνεύματι περιέχεται η πλήρης αποκάλυψις της αληθείας και η πλήρης αυτομετάδοσις του Θεού ίνα δε ο Χριστός ήνε πλήρης αποκαλύψεως της αληθείας, ανάγκη να ήνε ο εν τω Χριστώ ενανθρωπήσας Λόγος της αυτής ουσίας προς τον Θεόν επίσης τέλειος ως ο Πατήρ διότι άλλως δεν ήθελεν είναι αποκεκαλυμμένη η πλήρης αλήθεια, καθ' όσον ο αποκαλύπτων δεν ήθελε περιέχει όλην την αλήθειαν το δε Άγιον Πνεύμα δεν ήθελε προσάγει ημάς προς τον Θεόν, αν δεν ήτο Θεός, διότι ουχί μετά τινός κτίσματος ή περιωρισμένου όντος πρέπει να συναφθώμεν, αλλ' αμέσως μετ' αυτού του Θεού.

Ο Αθανάσιος και οι μετ' αυτόν επίσημοι Πατέρες της τετάρτης 100ρίδος αποδέχονται ότι ο Θεός πρέπει αναγκαίως να ήναι εν εαυτώ ζων, όπως δυνηθή να προέλθη εξ αυτού ο κόσμος. Όθεν κατ' αυτούς ψευδής είναι εκείνη η περί Θεού έννοια, καθ' ην ούτος είναι υπερβατικόν μόνον ον, διότι κατ' αυτούς ο Θεός είναι αΐδιος ζωή και κίνησις. Αλλ' ίνα ήναι ο Θεός αΐδιος ζωή και κίνησις, πρέπει να έχη εσωτερικάς διακρίσεις εν εαυτώ άνευ δε εσωτερικών διακρίσεων ο Θεός, κατά τον Άγιον Αθανάσιον δεν ήθελε δύνασθαι ουδ εξ εαυτού έχει ύπαρξιν. Kατ' αυτόν η θεία πηγή ουδέποτε είναι ξηρά, εις δε το φως αυτού ουδέποτε ελλείπει η λάμψις αυτού ο δε Θεός δεν είναι άγονος και άνευ παραγωγής εν εαυτώ, διότι άλλως έπρεπεν εξ ανάγκης να ήναι και ανενέργητος, και ουδέν ήθελε δυνηθή να δημιουργήση. Eπειδή δε ο Θεός εν εαυτώ είναι παραγωγική ζωή, είναι και δημιουργικός εκτός εαυτού, κατά πρώτον δε παράγει αϊδίως εαυτόν διότι ο Θεός είναι αΐδιος αιτιότης εαυτού, καθ' όσον είναι αίτιον και αιτιατόν συγχρόνως δε, καθ' όσον ο Θεός είναι εν εαυτώ η αΐδιος κίνησις και ζωή, δύναται να παραγάγη τον κόσμον. Ταύτην την εν τω Θεώ αιτιότητα εαυτού, ης ένεκα αυτός είναι αίτιον και αιτιατόν, εφαρμόζει ο Άγιος Αθανάσιος εις τας εν τω Θεώ υποστατικάς διακρίσεις. Το μεν εν τη Θεότητι αίτιον η Εκκλησία ονομάζει Πατέρα, το δε αιτιατόν εν αυτή η Εκκλησία ονομάζει Υιόν, αμφότερα δε είναι της αυτής Ουσίας.

Και κατά τον Ναζιανζηνόν Γρηγόριον ο Θεός δεν είναι απλή μονάς διότι αύτη εν τη μονότητι εαυτής ήθελεν είναι εναντία εαυτής, έπρεπεν εξ ανάγκης να εκπέση εαυτής, ίνα ήναι κίνησις και ζωή. Εν τω Θεώ δεν υπάρχει ακάθεκτός τις φυσική πλησμονή η δε Μονάς κινηθείσα εξ αρχής εις Δυάδα έστη εν Τριάδι. Ούτω διά της χριστιανικής περί θεού εννοίας των Πατέρων της τετάρτης 100ρίδος ήρθη η αφηρημένη και άνευ κινήσεως απλότης της θείας ουσίας. Κατά τον άγιον Αθανάσιον και τον Ιλάριον ο Θεός έχει την αυτοσυνείδησιν εαυτού, καθ' όσον αυτός ο Θεός ο γεννήσας, ή ως Πατήρ ως αίτιον, ορά εαυτόν εν τω αιτιατώ εν Εικόνι και χαίρει επί ταύτη τη Εικόνι. Όθεν αι διακρινόμεναι εν τω Θεώ υποστάσεις μετέχουσι και της θείας αυτογνωσίας κατά τον άγιον Αθανάσιον. Ένεκα της εν αυτώ διακρίσεως ο Θεός δεν συγχέεται προς τον κόσμον εν τη προς αυτόν κοινωνία και μεταδόσει, αλλά διατηρεί το ύψος και την υπερβατικότητα εαυτού διότι πάσα αυτομετάδοσις του Θεού προϋποτίθησι την αυτοσυντήρησιν εαυτού, διά των εσωτερικών δε εν τω Θεώ διακρίσεων ο Θεός εν τη αυτομεταδόσει συντηρεί εαυτόν και εν τη αυτοσυντηρήσει μεταδίδει εαυτόν δια της αγάπης εις τον κόσμον.

Αφού οι Πατέρες της Εκκλησίας ημών εις τον προς τους Αρειανούς αγώνα έδειξαν ότι η Μονάς ίνα νοηθή ως κίνησις και ζωή, δέον να θεωρηθή προβαίνουσα εις Δυάδα διότι άλλως ο Θεός δεν ηδύνατο να νοηθή, ως ο Θεός ζων, ευκόλως ηδύνατο να δειχθή ότι, επειδή διά της δυάδος δεν πρέπει να αρθή η ενότης του Θεού, η νόησις αιτεί και τρίτον τι, όπερ την δυάδα ανάγει εις την ενότητα. Τούτο εδείχθη εν τω αγώνι των Πατέρων της Έκκλησίας περί του Αγίου Πνεύματος, όπερ ο Αρειανός Μακεδόνιος εθεώρει ως κτίσμα ανώτερον μετά τον Υιόν.

Το Ιερόν Σύμβολον της Ορθοδόξου Πίστεως.

Επί είκοσι περίπου ημέρας  [Κατ' άλλους η Σύνοδος αύτη διήρκεσε 3 1/2 έτη, κατά δε τον Γελάσιον παρά Φωτίω 6 1/2 έτη αποτελουμένη εκ 256 Πατέρων.] ενασχοληθείσα η Α' εν Νικαία Ιερά Οικουμενική Σύνοδος εις τα σπουδαιότατα θρησκευτικά ζητήματα έλυσεν εντός του βραχυτάτου τούτου χρονικού διαστήματος πλην άλλων δευτερευόντων το δυσχερέστατον ζήτημα, όπερ προ μικρού είχε διαταράξη την Εκκλησίαν, καθιερώσασα την αρχήν του ομοουσίου του Πατρός και του Υιού, ην παρεδέξατο έκτοτε η Ορθόδοξος Πίστις διά του τοις πάσι γνωστού θείου και ιερού Συμβόλου, εν ω τον Υιόν του Θεού και Λόγον Θεόν αληθινόν ανεκήρυξεν ομοούσιον τω Πατρί, ήτοι της αυτής, και ουχί ομοίας, φύσεως και ουσίας τω Πατρί, επομένως την αυτήν δόξαν και εξουσίαν και κυριότητα και αιδιότητα και πάντα τα λοιπά θεοπρεπή της θείας φύσεως ιδιώματα έχει δε επιλέξει ούτω.

«Πιστεύομεν εις ένα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, πάντων ορατών και αοράτων Ποιητήν. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον γεννηθέντα εκ του Πατρός μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός, Θεόν εκ Θεού, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο τα εν τω Ουρανώ και τα εν τη Γη, τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα, και σταυρωθέντα και ενανθρωπήσαντα, παθόντα, και αναστάντα τη τρίτη ημέρα και ανελθόντα εις τους Ουρανούς, και καθεζόμενον εν δεξιά του Πατρός και πάλιν ερχόμενον κρίναι ζώντας και νεκρούς και εις το Πνεύμα το Άγιον. Τους δε λέγοντας ότι ην πότε, ότε ουκ ην, και πριν γεννηθήναι ουκ ην, και ότι εξ ουκ όντων εγένετο η εξ ετέρας υποστάσεως η ουσίας φάσκοντας είναι, ή τρεπτόν ή αλλοιωτόν τον Υιόν του Θεού, τούτους αναθεματίζει η Καθολική και Aποστολική Εκκλησία»

Τούτο το Σύμβολον ο μεν Ιεροσολύμων Θεόδωρος πίστεως ορθήν ομολογίαν ωνόμασεν. Ο δε Ρώμης Δάμασος τείχος υπεναντίον των όπλων του διαβόλου και απλώς παρά πάσης της Εκκλησίας καλείται η χαρακτηριστική σημαία των Ορθοδόξων, η διακρίνουσα αυτούς των ψευδαδέλφων και κακοδόξων. H λέξις Σύμβολον ελήφθη κατά μεταφοράν εκ των στρατιωτικών όρων διότι σύμβολον παρ' αυτοίς καλείται το μυστικόν σύνθημα το διακρίνον τους στρατιώτας των παρεμβολών των εχθρικών στρατευμάτων. Η Σύνοδος αύτη επελήφθη και του ζητήματος περί του διορισμού της ημέρας και του χρόνου της εορτής του Πάσχα, τον οποίον σήμερον κρατεί απαράλλακτον η Ανατολική Εκκλησία (Αποστλ. Κν. Ζ', και τον Α' της εν' Αντιοχεία και Συντγμ. Ράλλη και Ποτλή Τόμ. 2ος Σελ, 10), συνέταξε δε και 20 Ιερούς Κανόνας. Τα πρακτικά όμως της Ιεράς ταύτης Συνόδου δεν σώζονται ούτε Ελληνιστί ούτε Λατινιστί. Τα σήμερον σωζόμενα είναι εκείνα, άτινα συνέγραψεν ο Παμφίλου Ευσέβιος, Σωκράτης ο Σωζόμενος, ο Θεοδώρητος, ο Ιερώνυμος, και οι άλλοι, ιδίως δε όσα ο Γελάσιος ο Κυζικηνός ο ύστερον και Επίσκοπος Καισαρείας και Παλαιστίνης γενόμενος συνέγραψεν επί Ζήνωνος τω 476. Την του Γελασίου συγγραφήν ο μεν Νικήτας ο Χωνιάτης ονομάζει πρακτικά, ο δε Φώτιος Ιστορικόν μάλλον ή πρακτικόν της Συγγραφής του Γελασίου μνημονεύει και ο Ιωάννης ο Kυπαρισσιώτης (Δοσιθέου δωδεκάβιβλ. Σελ. 108).
Το αποτέλεσμα της A' Οικουμενικής Συνόδου.

Διά της οριστικής λοιπόν λύσεως του ακαvθωδεστάτου και σπουδαιοτάτoυ θρησκευτικού προβλήματος, του από πολλού ήδη διχοτομήσαντος την Εκκλησίαν εις δύω αντίπαλα στρατόπεδα και την Πολιτείαν εκ τούτου διαταράξαντος, η μεν Ορθοδοξία εδέξατο το Ιερόν Σύμβολον της εν Nικαία Α' αγίας Οικoυμενικής Συνόδου, οι δε αντιδοξούντες αvεθεματίσθησαν και ο αιρεσιάρχης Άρειος μετά των πεισματωδεστέρων ομοφρόνων αυτού εξωρίσθησαν εις Γαλατίαν της Μικράς, Ασίας. Οι δύω Ευσέβιοι επί μικρόν διστάσαντες να υπογράψωσι την ομολογίαν της Πίστεως ενέδωκαν τέλος εις τήν μεγάλην πλειονοψηφίαν, καθόσον μάλιστα ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος απέδειξεν οτι έχει αμετάθετον την απόφασιν να υποστηρίξη μέχρις εσχάτων τα υπό της Iεράς Συνόδου θεσπισθέντα και διά της βασιλικής αυτού χειρός επικυρωθέντα, εκδούς συγχρόνως και ίδιον κατά των αντιδοξούντων Βασιλ. διάταγμα, εν ω ρητώς ωνόμαζε τον Άρειον μαθητήν του Πορφυρίου, ενός των οπαδών της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, διέτασσε να καώσι τα συγγράμματα του Αρείου και επέβαλε ποινήν θανάτου κατά παντός, όστις έμελλε να φωραθή ότι κρύπτει τι τούτων των αιρετικών συγγραμμάτων. Ούτω δε απεδόθη δικαίως δόξα τω εν Yψίστοις θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.

Η εκ της Α' Οικουμενικής Συνόδου ωφέλεια

H πρώτη εν Nικαία Οικουμενική Σύνοδος αποκηρύξασα την διδακαλίαν του Αρείου έσωσε τον Χριστιανισμόν από προφανεστάτης διαστροφής. Eάν δε η Οικ. αύτη Σύνοδος δεν απεκήρυττε τον Άρειον ως κακόδοξον και αιρετικόν, η διδασκαλία αυτού, ως κατά το φαινόμενον ορθολογιστική, ήθελεν αποβή ταχέως διδασκαλία της Eκκλησίας, όπερ ολίγου δειν και μετά ταύτα εγένετο επί της βασιλείας του Αρειανού Ουάλεντος, εάν μη η Οικουμενική Α' Σύνοδος ίστατο ως προπύργιον διά των αποφάνσεών της κατά των Αρειανικών προσβολών και μη περιεχάραττε τον χώρον της αληθείας της εν Χριστώ Πίστεως. Εάν δε εις τον Σωτήρα Χριστόν οφείλωμεν την αληθή γνώσιν του Θεού, εις την Αγίαν Α' Οικουμενικήν Σύνοδον οφείλομεν την υποστήριξιν αυτής διότι, εάν αύτη μη συνεκροτείτο, τολμώ να είπω ότι η αληθής Ορθόδοξος Πίστις θά εξηφανίζετο, το δε έργον της Σωτηρίας θά έμενεν ημιτελές. H συγκρότησις λοιπόν της Α' Οικουμ. Συνόδου ήτο κατά νεύσιν της Θείας Βουλής, ίνα το έργον της Σωτηρίας διαφυλάξη τέλειον, και ως ασφαλής θεματοφύλαξ παραδώση αυτό ταις κατόπιν γενεαίς. Πάντως εκ θείου Πνεύματος εκινήθησαν οι θείοι Πατέρες οι αναλαβόντες τον αγώνα κατά του Αρείου, ο δε Μέγας Αυτοκράτωρ άγιος Κωνσταντίνος κατά θείαν έμπνευσιν προέβη εις την συγκρότησιν της Αγίας Οικουμ. Συνόδου το Πνεύμα το θείον ήτο το διδόν τοις Αγίοις Πατράσι στόμα και σοφίαν, η ουκ ηδυνήθησαν αντιστήναι, ουδ' αντειπείν πάντες οι αντικείμενοι αυτής. Αυτό εδίδαξεν αυτούς αποφθέγγεσθαι περί του Ενανθρωπήσαντος Θεού και σέβειν Θεόν εν Τριάδι την αληθή και σωτήριον φιλοσοφίαν.

Η προς την Α' εν Nικαία Οικουμενικήν Σύνοδον οφειλομένη ευγνωμοσύνη των Χριστιανών και ιδία των Ελλήνων.

Πρo της Ιεράς μνήμης της Iεράς ταύτης Οικουμ. Συνόδου οφείλομεν οι την Πίστιν αυτής ομολογούντες να αποκαλυπτώμεθα και μετά σεβασμού το όνομα αυτής να εορτάζωμεν ετησίως, όπως έργω εκδηλώμεν ό, τι λόγω παραδεχόμεθα να εκχέωμεν δε τας καρδίας ημών προς τον Θεόν εξ' αισθήματος ευγνωμοσύνης και να δοξάζωμεν τους Αγίους Πατέρας, τους αηττήτους προμάχους της ορθοδόξου Πίστεως ψάλλοντες εναρμονίως όσα αυτοί καλώς εδογμάτισαν και εμελώδησαν.

Και μεταξύ μεν των θεσπεσίων ανδρών, οίτινες διέλαμψαν κατά την μεγάλην εκείνην εποχήν της κρίσεως και της ακμής της θρησκείας, εν τη οφειλομέννη ευγνωμοσύνη ευγvωμοσύννη ημών πρέπει πάντως να κατέχη την εξαιρετικήν θέσιν ο πρώτος απάντων και καθηγούμενος Μέγας Αθανάσιος διότι ούτος θεσπίσας ότι «Πίστις καθολική αύτη εστίν ίνα ένα Θεόν εν Τριάδι και Τριάδα εν Mονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τας υποστάσεις, μήτε την ουσίαν μερίζοντες», απεσκυβάλισεν εις τους απίστους πάντα, όστις δεν απεδέχετο ολόκληρον την σειράν των αρρήτων τούτων αληθειών, διήνοιξεν ανυπέρβλητον χάσμα μεταξύ Αρείου και Εκκλησίας οχυρώσας την Χριστιανικήν ενότητα διά πανοπλίας, ήτις επήρκεσεν αυτή επί πεντεκαίδεκα όλους αιώνας, και διά της ασφαλείας, δι' ης περιέβαλε την Πίστιν, εμφυσήσας θάρρος και πειθώ ακαταγώνιστον εις άπαντας τους Κήρυκας του θείου Λόγου από των χρόνων αυτού μέχρι σήμερον. Αλλά και οι μετά του Αγίου Αθανασίου ευθαρσώς και γενναίως συναγωνισάμενοι 318 Θεοφόροι Πατέρες παρά πάντων μεν των Χριστιανών δέον να ώσι σεβαστοί, κατ' εξοχήν όμως παρά των Ελλήνων διότι ούτοι πλην του θρησκευτικου λόγου, δι' ον οφείλουσιν ευγνωμοσύνην προς αυτήν, έχουσι και λόγους πολιτικούς, λόγους εθνικούς, δι' ους οφείλουσι να τιμώσι και γεραίρωσι την μνήμην αυτής.

Και τω όντι εν τη Ιερά ταύτη Συνόδω ο διασπαρείς Ελληνισμός από του Μεγάλου Αλεξάνδρου του προπαρασκευάσαντος την οδόν του Χριστιανισμού υπό Αυτοκράτορα τον Μέγαν Κωνσταντίνον, Ρωμαίον μεν το γένος και την αρχήν, αλλ' Έλληνα την διάθεσιν διά την επίδρασιν της θρησκείας της Ελληνικώς αναπτυχθείσης, συναθροίζεται από των περάτων του Ρωμαικού κράτους εν Nικαία, ίνα κανονίση την πίστιν των Ρωμαίων υπηκόων αυτού, αυθεντικώς αποφανθή κατά της παλαιάς πλάνης, και ανακηρύξη την ορθήν διδασκαλίαν, ην ώφειλεν η Οικουμένη άπασα να ασπασθή, ως τον κανόνα και οδηγόν της αληθείας της κανονιζούσης τα ευγενέστερα του άνθρώπου αισθήματα. Εν ταύτη ο Ελληνισμός ενίκησεν ουχί μόνον την αίρεσιν, αλλά και την εθνικήν πλάνην της παλαιάς λατρείας και την Ρωμαϊκήν εξουσίαν εν ταύτη εξεδηλώθη η ισχύς του Ελληνικού στοιχείου αύτη δε υπήρξεν ο πρώτος σπινθήρ του αναλάμψαντος μετά ταύτα Eλληνισμού αύτη ήτο η πρώτη ζύμη η συγκεντρώσασα περί εαυτήν και ζυμώσασα όλον τον Ρωμαϊσμόν, ον εντός ολίγου ανέδειξεν Eλληνισμόν, και αύτη ην το χωνευτήριον το καθαρίσαντα στοιχεία του κράτους και αναχωνεύσαν το Βυζαντινόν Eλληνικόν βασίλειον.

H Eλληνική φιλοσοφία εν αυτή διέλαμψεν, ο δε Πλάτων και ο Αριστοτέλης ήσαν οι επίκουροι της αληθείας πρόμαχοι. Πάντως λοιπόν η θεία Πρόνοια παρουσίασεν αυτούς προ του Χριστιανισμού, όπως βοηθήσωσιν αυτόν εν τη πάλη κατά του ψεύδους. Εν τη Συνόδω ταύτη έστη το τρόπαιον του Eλληνισμού εν ταύτη ο Eλληνισμός, ως άλλη Αθηνά ανέθορεν εκ της κεφαλής του Ρωμαϊκού κράτους, όπως διευθύνη διά της σοφίας αυτής τας συνειδήσεις των ανθρώπων και συμβουλεύση τα άριστα. H Νίκαια, η Eλληνικωτάτη αύτη πόλις, ήτο ο θρίαμβος των Αθηνών κατά της Ρώμης, ήτο η πτώσις αυτής και η ανόρθωσις της Κωνσταντινουπόλεως, της νέας πρωτευούσης του Ελληνισμoύ εν ταύτη ανεφάνη η ισχύς αυτού, ανεδείχθη το κράτος αυτού και διέλαμψεν η περιφάνεια του πνεύματος αυτού. Ιδού εν αυτή τα πάντα Ελληνικά, τά Μέλη της Συνόδου, η Γλώσσα, αι συζητήσεις, τα Πρακτικά, τα Βουλεύματα και εν γένει πάντα τα χαρακτηρίζοντα Eλληνικήν Βουλήν. H Σύνοδος αύτη είναι τιμητικόν παράσημον, το οποίον ετίμησε, τιμά και θα τιμά το στήθος παντός Έλληνος εν αυτή εδείχθη ότι ο Ελληνισμός δεν θνήσκει, αλλ' ότι πίπτων εγείρεται ισχυρότερος, ότι έχει το μυστήριον να κατακτά πνευματικώς τους κατακτώντας τας χώρας του, και ότι προώρισται να ζη, όπως ζωογονή. Η Α' Οικουμενική αύτη Σύνοδος δέον να διδάξη τα έθνη και τους λαούς ότι οφείλουσι να σέβωνται και τιμώσι τον Ελληνισμόν διά τε τας μεγάλας εκδουλεύσεις, ας παρέσχε τη ανθρωπότητι εν γένει, και διά τα ιδιάζοντα πλεονεκτήματα αυτού, δι' ων δύναται να φαίνηται αείποτε ωφέλιμος τη ανθρωπότητι. Τοιαύτη η πρώτη Αγία Οικουμενική Σύνοδος, και τοιαύται αι αρεταί και αι υπηρεσίαι αυτής προς τε την ανθρωπότητα και ιδίως προς τον Ελληνισμόν διό πάντες μεν οφείλουσι να τιμώσιν αυτήν, ιδίως όμως ο Ελληνισμός διότι αύτη υπήρξε δι' αυτόν ναυς περισώσασα και αναδείξασα θρησκείαν και εθνικότητα.

(Επιλεγμένα αποσπάσματα για την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο,
από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου
«Αι οικουμενικαί σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας»,
εκδοθέν το πρώτον το 1892)

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Ἀνάληψις, ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ

Ἀνάληψις, ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ

τοῦ  Φωτίου Κόντογλου

 
Ο σημερινός άνθρωπος δεν έχει καμιά σχέση με το υπερφυσικό. Δεν πιστεύει πως υπάρχει τίποτα πέρα από τα φυσικά φαινόμενα, και πολύ περισσότερο δεν πιστεύει πως μπορεί να γίνει τίποτα έξω από τους φυσικούς νόμους. Όχι μοναχά ο άθρησκος άνθρωπος, μα κι αυτός που λέγει πως είναι Χριστιανός, κι αυτός δεν πιστεύει στα υπερφυσικά. Ο Χριστιανισμός έχει γίνει για πολλούς ένα σύστημα λογικό και ηθικό, ώστε να μην έρχεται σε αντίθεση με τη λογική τους. Ενώ η βάση της θρησκείας αυτής είναι το υπερφυσικό, οι σημερινοί Χριστιανοί κρατήσανε απ’ αυτή ό,τι δεν χρειάζεται την πίστη για να το παραδεχθούνε, κι ό,τι είναι αποκαλυπτικό το πετάνε ή το παρασιωπούνε.
Αλλά, αληθινός Χριστιανός δεν είναι κανένας αν δεν εξοικειωθεί με το θαυμαστό και το υπερφυσικό. 


«Δει υπέρ την επιστήμην δραμείν», όπως λέγει ο Πλωτίνος. Αλλά αυτό, για τους «λογικούς» ανθρώπους, είναι τρέλλα. Κατά την ελληνική φιλοσοφία θάτανε ανόητος ο άνθρωπος που θα περιφρονούσε τη λογική. Ο Δανός φιλόσοφος Κίρκεγκαρντ λέγει: «Το να πιστεύει κανένας εναντίον της λογικής είναι μαρτύριο». Η δίψα της γνώσης βασανίζει τον άνθρωπο. 

 
Για όποιον, με τη χάρη του Θεού, λυτρώθηκε απ’ αυτή τη δίψα, το να πιστεύει κάποια πράγματα που δεν τα παραδέχεται το λογικό του, όχι μοναχά δεν είναι μαρτύριο, αλλά λύτρωση από μια τυραννική δύναμη. Πιστεύει πως ο Θεός είναι αυτός η πηγή όλων των φυσικών νόμων, κι όχι σκλάβος τους. Ο αληθινός Χριστιανός γίνεται θεός κατά χάριν και παίρνει την ελευθερία των τέκνων του Θεού, και γι’ αυτό κι εκείνος με την πίστη ξεσκλαβώνεται από τους φυσικούς νόμους. Χριστιανός δεν μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που πιστεύει σ’ έναν θεό σκλαβωμένον από την ανάγκη, όπως πιστεύανε οι αρχαίοι. Αυτή είναι ψεύτικη πίστη σ’ έναν θεό ψεύτικο. Αν άκουγε ο Αριστοτέλης τα λόγια που είπε ο απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο, θα τον έλεγε ανόητο, αφού μιλούσε για κάποια πράγματα αδύνατα, υπερφυσικά: «Προαίρεσις μεν γαρ ουκ έστιν των αδυνάτων, και ει τις φαίη προαιρείσθαι, δοκοίη αν ηλίθιος είναι». Γι’ αυτό ο Παύλος έλεγε πως η πίστη των Χριστιανών ήτανε «μωρία» για τους Έλληνες, που πιστεύανε μονάχα στη λογική, στη γνώση. Και πως οι Χριστιανοί έχουνε οδηγό την πίστη, κι όχι το μυαλό: «δια πίστεως γαρ περιπατούμεν, ου δια είδους» (Β’ Κορ. Ε’6). Αυτά πρέπει να τάχη κανένας στο νου του, όποτε διαβάζει θρησκευτικά πράγματα. Και πολύ περισσότερο σαν διαβάζει για τα φοβερά μυστήρια της Ενανθρωπήσεως του Κυρίου, την Αναστάσεώς του και της Αναλήψεως.

Αληθινά, δακρύζουνε τα μάτια του Χριστιανού, σαν φέρνει στο νου του τα τελευταία λόγια που είπε ο Χριστός στους μαθητές του, και το πως ανέβηκε στον ουρανό και χάθηκε από τα μάτια τους. Απομείνανε με τη στερεή ελπίδα πως θα τον ξαναδούνε την ημέρα της Κρίσεως εν δόξη. Και μ’ αυτή την ελπίδα τον περιμένουνε μυριάδες ψυχές: «οι πιστοί εν αγάπη προσμένουσιν αυτόν».

Από τους τέσσερις Ευαγγελιστές, μονάχα οι τρεις γράφουνε για την Ανάληψη. Ο Ιωάννης, που συνηθίζει να γράφει μοναχά όσα δεν γράψανε οι άλλοι, δεν λέγει τίποτα για την Ανάληψη.

Ο Ματθαίος γράφει: «Οι δε ένδεκα μαθηταί επορεύθησαν εις την Γαλιλαίαν, εις το όρος ου ετάξατο αυτοίς ο Ιησούς. Και ιδόντες αυτόν, προσεκύνησαν αυτώ, οι δε εδίστασαν. Και προσελθών ο Ιησούς ελάλησεν αυτοίς λέγων, Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης. Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν. Και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας εως της συντελείας του αιώνος. Αμήν».

Ο Χριστός μετά την Ανάσταση φανερωνότανε κάθε μέρα στους μαθητές του. Σχεδόν εζούσε ολοένα μαζί τους, σαν να μην είχε σταυρωθεί. Τη μέρα που αναστήθηκε, φανερώθηκε πρώτα στη Μαγδαληνή, ύστερα στους δύο μαθητές του, στον Λουκά και τον Κλεόπα, που πηγαίνανε στους Εμμαούς, και πάλι, την ίδια μέρα προς το βράδυ, την ώρα που γυρίσανε πίσω στην Ιερουσαλήμ οι δυο μαθητές και λέγανε στους άλλους πως είδανε τον Χριστό, την ίδια ώρα φανερώθηκε πάλι ο Κύριος μεταξύ τους και τους ευλόγησε. Στις Πράξεις των Αποστόλων γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς πως επί σαράντα μέρες φανερωνότανε ο Κύριος στους αγαπημένους μαθητές του και τους μιλούσε για τη βασιλεία του Θεού. Και πως τους παράγγειλε να μη φύγουνε από τα Ιεροσόλυμα. Και τόσο είχανε συνηθίσει οι μακάριοι απόστολοι να τον βλέπουνε, που τον ρωτούσανε λέγοντάς του «Κύριε, μήπως τώρα θα αποκαταστήσεις το βασίλειο του Ισραήλ;». Κι εκείνος τους είπε: «Δεν είναι δική σας δουλειά να γνωρίζετε χρόνους ή καιρούς που ο Πατέρας μου έχει στη δική του εξουσία, αλλά θα λάβετε δύναμη σαν έλθει επάνω σας το Άγιον Πνεύμα. Και τότε θα γίνετε μάρτυρές μου στην Ιερουσαλήμ και σ’ όλη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια, και ως την άκρη της γης». Και σαν είπε αυτά τα λόγια, εκεί που τον βλέπανε, σηκώθηκε ψηλά από τη γη κι ένα σύννεφο τον πήρε και τον έκρυψε από τα μάτια τους. Κι εκεί που τον κοιτάζανε που ανέβαινε στον ουρανό, παρουσιασθήκανε μπροστά τους δυο άνδρες ντυμένοι με λευκά φορέματα, και τους είπανε: «Αυτός ο Ιησούς που αρπάχθηκε από κοντά σας στον ουρανό, θα έρθει πάλι έτσι που τον είδατε ν’ ανεβαίνει στον ουρανό». Τότε γυρίσανε πίσω στην Ιερουσαλήμ από το βουνό το λεγόμενο «του Ελαιώνος», που βρίσκεται κοντά στην Ιερουσαλήμ, σε όση απόσταση περπατάνε οι Ιουδαίοι το Σάββατο».

Ο Παύλος γράφει πως, αφού φανερώθηκε ο Χριστός στους ένδεκα αποστόλους τη μέρα της Αναστάσεως (λέγει «δώδεκα» αντί για ένδεκα. Ίσως να φανερώθηκε μετά την εκλογή του Ματθία), ύστερα φανερώθηκε μια μονάχα φορά σε πεντακόσιους αδελφούς (πιστούς). Μάλιστα γράφει πως οι περισσότεροι απ’ αυτούς ζούσανε τον καιρό που τα έγραφε, και πως κάποιοι απ’ αυτούς είχανε αποθάνει: «εξ ων οι πλείους μένουσιν έως άρτι τινές δε και εκοιμήθησαν». «Έπειτα, λέγει, φανερώθηκε στον Ιάκωβο κι ύστερα σ’ όλους τους αποστόλους. Και τελευταία απ’ όλους, σαν να ήμουνα το έκτρωμα (το κακογεννημένο παιδί του), φανερώθηκε και σε μένα». Ώστε, επί σαράντα μέρες φανερωνότανε ο Κύριος στους αγαπημένους του, και συχνά δυο και τρεις φορές την ίδια μέρα, για να μη χάσουνε την ελπίδα τους. Ο Λουκάς αρχίζει τις Πράξεις των Αποστόλων με τα λόγια τούτα: «Τον μεν πρώτον λόγον εποιησάμην περί πάντων, Θεόφιλε ων ήρξατο ο Ιησούς ποιείν τε και διδάσκειν, άχρι ης ημέρας εντειλάμενος τοις αποστόλοις δια Πνεύματος Αγίου ους εξελέξατο ανελήφθη». Αλλά και στο Ευαγγέλιό του γράφει πως ο Χριστός φανερώθηκε στους μαθητές του και είπε να ψηλαφήσουνε τα χέρια του και τα πόδια του για να μη νομίσουνε πως είναι φάντασμα, κι επειδή έβλεπε πως οι απόστολοι από τη χαρά τους τα είχανε χαμένα, ζήτησε κι έφαγε ένα κομμάτι ψάρι ψημένο και λίγη κερήθρα. Και πως σαν ησύχασε η καρδιά τους είπε: «Είδατε πως γινήκανε αυτά που σας έλεγα τότε που ήμουνα μαζί σας (πριν να σταυρωθώ), και πως πρέπει να γίνουνε όσα είναι γραμμένα για μένα στο νόμο του Μωυσέως και στους προφήτες και στους ψαλμούς;» Τότε άνοιξε το νου τους για να καταλάβουνε τα λόγια της Γραφής. Και τους είπε πως αυτά ήτανε γραμμένα κι αυτά έπρεπε να πάθει ο Χριστός, και να αναστηθεί από τους νεκρούς την τρίτη μέρα, και να κηρυχθεί στ’ όνομά του μετάνοια και άφεσις αμαρτιών σε όλα τα έθνη, αρχίζοντας από την Ιερουσαλήμ, και πως εσείς θα είσαστε μάρτυρες γι’ αυτά. «Και θα σας στείλει ο Πατέρας μου το Άγιον Πνεύμα που σας υποσχέθηκα. Μα εσείς καθίσετε στην Ιερουσαλήμ ως που να ντυθείτε δύναμη από πάνω».

«Τους έβγαλε λοιπόν (γράφει ο άγιος Λουκάς) έξω από τα Ιεροσόλυμα έως τη Βηθανία, και σήκωσε τα χέρια του και τους ευλόγησε. Κι εκεί που τους ευλογούσε, αρπάχθηκε από κοντά τους κι ανέβαινε στον ουρανό. Κι εκείνοι τον προσκυνήσανε και γυρίσανε στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη, και καθόντανε ολοένα στην εκκλησιά δοξολογώντας κι ευχαριστώντας τον Θεό». Είχαν χαρά μεγάλη, τόσο μεγάλη, που σκέπαζε τη λύπη τους για τον προσωρινό χωρισμό από τον πολυαγαπημένο τους τον Κύριο.

Ο Ευαγγελιστής Μάρκος γράφει κι εκείνος όσα γράφουνε κι οι άλλοι δυο ευαγγελιστές: « Ύστερον ανακειμένοις αυτοίς τοις έωδεκα εφανερώθη και ωνείδισε την απιστία αυτών και σκληροκαρδίαν, ότι τοις θεασαμένοις αυτόν εγηγερμένον ουκ επίστευσαν». Δεν πιστέψανε ούτε στη Μαγδαληνή ούτε στους δυο που πηγαίνανε στους Εμμαούς.

Κατόπι τους είπε να κηρύξουνε το Ευαγγέλιο σ’ όλη την οικουμένη: «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται». Και πως όσοι πιστέψουνε θα κάνουνε θαύματα, στ’ όνομά Του θα βγάλουνε δαιμόνια, θα μιλήσουνε με καινούριες γλώσσες, φίδια θα πιάνουνε και δε θα παθαίνουνε, κι αν πιούνε φαρμάκι δεν θα τους βλάψει, απάνω στους άρρωστους θα βάλουνε τα χέρια τους και θα γίνουνε καλά.

«Ο μεν ουν Κύριος, μετά το λαλήσαι αυτοίς, ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων. Αμήν»

Είδες, αγαπητέ αναγνώστη, τι λέγει ο Κύριος; «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται». Μην λες, λοιπόν, δεν μπορώ να πιστέψω. Ο Χριστός καταδικάζει ορθά- κοφτά την απιστία: «ο δε απιστήσας κατακριθήσεται». Ταπεινώσου, αγάπησε τον Χριστό, παρακάλεσέ τον, και θα σου δωρήσει την πίστη. Όπως η απιστία βγαίνει από την υπερηφάνεια, έτσι κι η πίστη έρχεται από την ταπείνωση.

«Ανελθών εις ουρανούς όθεν κατήλθες, μη εάσης ημάς ορφανούς, Κύριε. Ελθέτω σου το Πνεύμα, φέρον ειρήνην τω κόσμω. Δείξον τοις υιοίς των ανθρώπων έργα δυνάμεώς σου, Κύριε φιλάνθρωπε».
Από το βιβλίο
Ανέστη Χριστός
η δοκιμασία του Λογικού
Φώτη Κόντογλου
Εκδόσεις Αρμός

Βαρθολομαίος: Να….μετανοήσουμε και να ακολουθήσουμε το μονοπάτι του Οικουμενισμού!!!Τι λεει και παλι ο ανεκδιηγητος;

Βαρθολομαίος: Να….μετανοήσουμε και να ακολουθήσουμε το μονοπάτι του Οικουμενισμού!!!Τι λεει και παλι ο ανεκδιηγητος;

Τα διαπιστευτήρια του στους οικουμενιστές δίνει ο Βαρθολομαίος στη Γερμανία

– Σε πλήρη εφαρμογή το σχέδιο της με το «ζόρι» ενότητας! 

Του Μανώλη Κείου

Πριν από μέρικούς μήνες στην κοινότητα Ταιζέ με σημαία Λουθηρανικό-Ρ/καθολικό κείμενο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ζήτησε να….μετανοήσουμε και να ακολουθήσουμε το μονοπάτι του Οικουμενισμού.
Την επόμενη εβδομάδα, τελευταία του Μαϊου. ο κ. Βαρθολομαίος θα επισκεφθεί την Γερμανία, κατόπιν προσκλήσεως της Ευαγγελικής Εκκλησίας, όπου μάλιστα θα αναγορευθεί και επίτιμος διδάκτορας της ιστορικής Ευαγγελικής Θεολογικής Σxoλής του Tübingen.
Κι όλα αυτά στο πλαίσιο των εορτασμών των 500 χρόνων της θρησκευτικής μεταρρύθμισης. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος θα βρεθεί βάσει προγράμματος στη Βιτεμβέργη και το Τούμπινγκεν, ενώ θα πραγματοποιηθεί και διήμερο συμπόσιο ευαγγελικών και ορθοδόξων θεολόγων.
Κι όλα αυτά προς τι; Για την περίφημη “συμφιλίωση” που μας πλάσαρε από το Ταιζέ; Υπενθυμίζεται πως από την οικουμενιστική
κοινότητα του Ταιζέ ο κ. Βαρθολομαίος επέμεινε ιδιαίτερα στον όρο “συμφιλίωση” και τόνισε πως η συμφιλίωση γίνεται ένας παράγοντας ειρήνης, ένας μοχλός για να ξεπεράσουμε ιστορικές αντιπαλότητες, ένα μέσο εξουδετέρωσης των πολώσεων του παγκόσμιου κοινωνικού τοπίου και των συγκρούσεων. “Η συμφιλίωση είναι επομένως ένα παγκόσμιο ζήτημα για τις εκκλησίες μας και για τον κόσμο γενικότερα” επισήμανε και έκανε ειδική αναφορά σε κείμενο Λουθηρανών και Ρωμαιοκαθολικών λέγοντας: “Ας αναφέρουμε αυτό το ωραίο Λουθηρανικό-Καθολικό κείμενο «Από τη σύγκρουση προς την κοινωνία», το οποίο, αυτή τη στιγμή της μνήμης της 500ης επετείου της Μεταρρύθμισης, αποδίδει απόλυτα την πνευματική και οικουμενική πορεία που συνεπάγεται η αρχή της «συμφιλίωσης». «Η οικουμενική δέσμευση για την ενότητα της Εκκλησίας όχι μόνο ωφελεί την Εκκλησία, αλλά και τον κόσμο, έτσι ώστε ο κόσμος να μπορεί να πιστέψει. Όσο περισσότερο οι κοινωνίες μας γίνονται πλουραλιστικές όσον αφορά τις θρησκείες, τόσο μεγαλύτερο είναι το ιεραποστολικό καθήκον του οικουμενισμού. Εδώ και πάλι είναι απαραίτητο να ξανασκεφτούμε τα πράγματα και να μετανοήσουμε »(Παράγραφος 243)”
Αυτά έχει στο μυαλό του ο Ορθόδοξος Οικουμενικός Πατριάρχης για τις σχέσεις με τους Προτεστάντες, είτε πρόκειται για Ευαγγελιστές είτε για Λουθηρανούς κλπ κλπ

Ο ίδιος Ορθόδοξος Οικουμενικός Πατριάρχης που τηρεί σιγήν ιχθύος για την προ διετίας απαράδεκτη και αντικανονική ενέργεια του Μητροπολίτη Ελσίνκι Αμβρόσιου της φινλανδικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ο οποίος είχε καλέσει γυναίκα επίσκοπο, την Irja Askola των Λουθηρανών, στο βωμό κατά την κυριακάτικη Θεία Λειτουργία!
Με αφορμή αυτό το περιστατικό η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου που είχε συνέλθει λίγες μέρες αργότερα αποφάσισε να παρέμβει ζητώντας εξηγήσεις! …
Έλεγε τότε η ανακοίνωση του Φαναρίου: «Μεταξύ άλλων εθεωρήθη και αναφορά του Σεβ. Αρχιεπισκόπου Καρελίας και πάσης Φιλλανδίας κ. Λέοντος επί προσφάτου αντικανονικής ενεργείας του Μητροπολίτου Ελσιγκίου Αμβροσίου, και απεφασίσθη όπως ζητηθώσι παρά του τελευταίου πλείονες διευκρινήσεις περί αυτής προς λήψιν εν συνεχεία των προσηκουσών αποφάσεων.»

Ποτέ δεν μάθαμε τι έχει γίνει με αυτήν την υπόθεση…Αντιθέτως βλέπουμε τον Οικουμενικό Πατριάρχη να ενγκαλίζεται τους Προτεστάντες με κάθε ευκαιρία και την ίδια στιγμή να απειλούνται από το Φανάρι με αφορισμούς όσοι έχουν επιλέξει την “αγία ανυπακοή” ακριβώς σε αυτά τα αδιανόητα και προκλητικά φαινόμενα!

Αὐτή εἶναι ἡ αἰτία ποὺ ἡ πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων φτάνουν νὰ εἶναι ψυχικῶς ἄρρωστοι

                                    
                               Ὅσιος Ἀμφίλοχιος τοῦ Ποτσάεφ
                       
Ὁ ἄνθρωπος πού δέν πηγαίνει συχνά στην ἐκκλησία, που δέν ἐξομολογείται καί δέν κοινωνεί, δέ γίνεται μέτοχος τῆς θείας χάριτος. Αὐτή εἶναι ἡ αἰτία πού ἡ πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων φτάνουν νά εἶναι ψυχικά ἄρρωστοι».

Ο στάρετς Ιωσήφ θεράπευε διάφορες ασθένειες. Υποστήριζε πώς οι μισοί από τους ασθενείς θεραπεύονταν, ενώ οι άλλοι μισοί έφευγαν αθεράπευτοι.Ο Θεός δεν επέτρεπε να θεραπευτούν, επειδή η θεραπεία τους δε θα ήταν ωφέλιμη για τη σωτηρία τους, αλλά θα προκαλούσε τον πνευματικό τους θάνατο.

Πολλές φορές οι δαιμονισμένοι του προκαλούσαν πολλά προβλήματα. Οι οικείοι του τον προέτρεπαν να μη δέχεται στο σπίτι δαιμονισμένους, επειδή οι δαίμονες εκδικούνταν όλους εκείνους πού έμεναν εκεί. Ο γέροντας τούς απαντούσε: «Ή υπομονή είναι δύσκολο πράγμα, όμως δεν πρέπει να φοβόμαστε τούς δαίμονες!»

Ο κήπος του γέροντα ήταν ποτισμένος με τά δάκρυα των πονεμένων και άρρωστων ανθρώπων πού επιθυμούσαν να γίνουν καλά. Πολλές φορές έλεγε πώς τά παιδιά στις μέρες μας γίνονται ανυπάκουα, υπερήφανα και χωρίς ντροπή, ενώ αργότερα φτάνουν στο σημείο να δαιμονίζονται. Αυτούς τούς ανθρώπους τούς προέτρεπε να δείχνουν ταπείνωση και να ζητούν συγχώρεση από τούς γονείς τους.
Πρέπει να έχεις μεγάλη Αγάπη στην καρδιά για να μην αρνηθείς ποτέ να δεχτείς τον καθένα. Το εκλεκτό αυτό σκεύος τού Θεού είχε τέτοια Αγάπη. Πάντα έβρισκε χρόνο για τον καθένα.

Ο αδελφός Ιωάννης επισκέφτηκε πολλές φορές το γέροντα Ιωσήφ στο χωριό Ίαλόβιτσα και είδε εκεί πολλές θαυματουργικές θεραπείες. «Χωρίς τη χάρη τού Αγίου Πνεύματος πιστεύω πώς είναι αδύνατο να γίνουν τέτοιες θαυματουργίες πού έκανε ο μεγάλος ικέτης της Βολυνίας», έλεγε ο Ιωάννης. Το ίδιο μπορεί να πει και κάθε ηλικιωμένος κάτοικος του Ποτσάεφ. Όπως και χιλιάδες άνθρωποι απ’ όλη τη χώρα πού θεραπεύτηκαν από το γέροντα Ιωσήφ.

Κάποια φορά, μετά την πρωινή προσευχή, ο στάρετς Ιωσήφ κλείστηκε στο κελί του για αρκετή ώρα. Όταν βγήκε τούς χαιρέτησε όλους με τά λόγια του προφήτη Ησαΐα: «Μεθ’ ημών ο Θεός, γνώτε έθνη και ήττάσθε. Ότι μεθ' ημών ο Θεός!».

’Έπειτα άρχισε να μιλάει για τις αιτίες πού είχαν φέρει όλους αυτούς τούς ανθρώπους εκεί. Η κύρια αιτία, σύμφωνα με τά λόγια τού γέροντα, κρύβεται στο πνεύμα του αθεϊσμού, πού «φυτεύεται στον άνθρωπο στο σχολείο. Οι μαθητές παρακολουθούνται, δεν επιτρέπεται να μπουν στον ναό, επιχειρείται μια ιδεολογική επεξεργασία μέσω της όποιας εξευτελίζεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Ο άνθρωπος πού δεν πηγαίνει συχνά στην εκκλησία, πού δεν εξομολογείται και δεν κοινωνεί, δε γίνεται μέτοχος της θείας χάριτος. Αυτή είναι η αιτία πού η πλειοψηφία των ανθρώπων φτάνουν να είναι ψυχικά άρρωστοι». Ό γέροντας τούς συμβούλευε να θεραπευτούν από την αρρώστια αυτή τού αιώνα μας με την προσευχή.


Από το βιβλίο Όσιος Αμφιλόχιος του Ποτσάεβ

Μετάφραση π.Γεώργιος Κονισπολιάτης

Επιμέλεια Πετρ. Μπότσης, Αθήνα 2015