Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Λόγος στην Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Άγιος Διάδοχος Φωτικής)

Λόγος στην Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού (Άγιος Διάδοχος Φωτικής)

 O Αναληφθείς Χριστός, το σωτήριο χελιδόνι που μας οδηγεί στην Αιώνια Άνοιξη. (Άγ.Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Α’. Ελάτε τώρα οι ιερείς των Ιουδαίων, γιατί είναι ώρα για νικητήριους λόγους. Έλα εδώ εσύ που συγκεντρώνεις τα πλήθη και είσαι και κήρυκας του Χριστού και λέγε και ζωγράφιζε έντονα με την αλήθεια σου πώς οι πρώτοι έδωσαν το αργύριο της κακοβουλίας τους (Ματθ. κη’ 12) στους στρατιώτες, νομίζοντας πως με το ψέμα θα καλύψουν την μη ορατή αλήθεια. Λέγε ακόμη και το πώς τώρα οι λειτουργοί του Χριστού παραδεχόμαστε τον Κύριο, που αναστήθηκε την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς και ανέβηκε στους ουρανούς, και τον αποκαλούμε αδιάκοπα με καύχηση Σωτήρα. Αυτόν, που Τον δέχτηκαν οι ουρανοί, καθώς παρουσιάστηκε σ’ αυτούς με θείο θαύμα, και που η γη, που βαστάζεται από τη θέλησή Του, δεν μπορούσε να Τον βαστάξει. Αυτόν που Τον παρέλαβε φωτεινή νεφέλη εκπληρώνοντας φανερά το περιεχόμενο της προφητείας, και οι Άγγελοι τον συνόδευσαν με ύμνους μέχρι τους πατρικούς θρόνους, κράζοντας ακατάπαυστα: «Ο Κύριος των δυνάμεων, Αυτός είναι ο ένδοξος Βασιλιάς» (Ψαλμ. κγ’ 10). Αυτόν, που ο Ψαλμωδός προβλέποντας την άνοδό Του από τη γη στον ουρανό, φωτιζόμενος από το Άγιο Πνεύμα, έψαλλε: «Ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς, ανέβηκε ο Κύριος με ήχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6). Γιατί αυτός ο θεόπνευστος προέβλεπε και την ωδή των αγίων Ευαγγελίων (Λουκ. β’ 14). Β’. Αυτοί όμως που καυχώνται πως έχουν πρόγονο τον πιστότατο Αβραάμ -οι Ιουδαίοι- (Ιω. η’ 33) δεν παραδέχονται ότι ο Σωτήρας όλων μας αναστήθηκε από τους νεκρούς, νομίζοντας οι ταλαίπωροι ότι με ψεύτικη φήμη μολύνουν καθημερινά την ωραιότητα της τόσο μεγάλης αλήθειας («διότι ο λόγος αυτός έχει διαδοθεί μέχρι σήμερα μεταξύ των Ιουδαίων» – Ματθ. κη’ 15). Αυτήν την αλήθεια οι μεν δαίμονες την αναγνώρισαν, οι Ιουδαίοι όμως, που ομολόγησαν ότι υποδέχτηκαν τις εντολές του Θεού, δεν έχουν την πρόθεση να την τιμήσουν ούτε με λόγια, ενώ ο Προφήτης λέει αυτά: «Κύριε, Εσύ που είσαι ο Κύριός μας, πόσο θαυμαστό είναι το όνομά Σου σε όλη τη γη. Γιατί η μεγαλοπρέπειά Σου έχει ανυψωθεί πιο επάνω από τους ουρανούς» (Ψαλμ. η’ 2). Και πάλι λέει: «Υψώσου, Θεέ, επάνω από τους ουρανούς, κι η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη» (Ψαλμ. νστ’ 5). Αυτά βέβαια δεν θα μπορέσουν με κανέναν τρόπο να τα διαστρέψουν οι σοφιστές της αλήθειας, μ’ όποιον τρόπο κι αν φιλοσοφήσουν το ψέμα του πατέρα τους -διαβόλου- (Ιω. η’ 44). Γιατί ο Κύριος, που ανέβηκε και υψώθηκε επάνω από τους ουρανούς, ανέβηκε στους ουρανούς οπωσδήποτε, αφού πρώτα κατέβηκε στη γη. Γι’ αυτό σε άλλο σημείο ανήγγειλε από πριν ο Προφήτης λέγοντας: «Κύριε, γείρε τους ουρανούς και κατέβα. Άγγιξε τα βουνά και θα βγάλουν καπνό, άναψε την αστραπή και θα τους σκορπίσεις» (Ψαλμ. ρμγ’ 5). Και αυτό το έλεγε, προλέγοντας την καλή είδηση, σ’ αυτούς που ακόμη κάθονταν κάτω από τη σκιά του θανάτου, για τη συντριβή των δυνάμεων του άδη, η οποία, όπως μας διαβεβαιώνουν πολλές μαρτυρίες, πραγματοποιήθηκε από την ταφή και την Ανάσταση του Κυρίου. Γι’ αυτό ακριβώς και σε άλλο πάλι κεφάλαιο έχουμε τον ψαλμωδό να λέει: «Αφού ανέβηκε υψηλά, πήρε τους αιχμαλώτους σε αιχμαλωσία, έδωσε δώρα στους ανθρώπους» (Ψαλμ, ξζ’ 19). Διότι, ο μονογενής Υιός του Θεού, αφού με την Ανάστασή Του πήρε την ανθρωπότητα από την αιχμαλωσία της στον θάνατο και ανέβηκε επάνω στους ουρανούς, ετοίμασε -ως δώρα- όπλα, γι’ αυτούς που θέλουν δικαιοσύνη (γιατί είναι βασιλιάς της δόξας), ασφαλίζοντας με λογικούς θώρακες αυτούς που στρατολογούνται καθημερινά από Αυτόν με τη σφραγίδα της δικαιοσύνης. Διότι Αυτός έπρεπε να συνθέσει, από το στόμα των νηπίων και όσων μικρών θηλάζουν δοξολογία (Ψαλμ, η’ 3), για να αποδοκιμάσει τελείως εκείνους που από υπερηφάνεια νομίζουν ότι είναι τέλειοι. Διότι πραγματικά η ταπείνωση είναι σφραγίδα ευσεβείας. Γι’ αυτό και όσοι δεν πείθονται από την προφητεία που λέει πως διά της Αναστάσεως του Χριστού θα κατασκηνώσουν στο φως των ζώντων, θα μαζέψουν τους καρπούς της ανοησίας τους.
Γ’. Εμείς, όμως, αδελφοί, ας μιλήσουμε καλά και πάλι τα λόγια του Ψαλμωδού, για να δούμε με τα πνευματικά μάτια τον Κύριο, που ανέβηκε στους ουρανούς επάνω σε νεφέλη. Ο λόγος με προτρέπει να αποσιωπήσω προσωρινά τη μαρτυρία των Αποστόλων, για να μη θεωρηθεί από τους άφρονες ότι υποστηρίζω τον εαυτό μου, ενώ κάθε λόγος των Αποστόλων επιβεβαιώνεται από την προφητική αλήθεια (Β’ Πέτρ. α’ 19), γιατί αναγνωρίζεται ότι οι λόγοι τους είναι γεννήματα των προφητικών λόγων. Πράγματι, όσα υπαινίχθηκαν οι Προφήτες από πρόγνωση για την ενανθρώπηση του Κυρίου, αυτά τα κήρυξαν οι Απόστολοι από επίγνωση με την έμπνευση του Ιδίου Αγίου Πνεύματος. Διότι λέει «καθώς πλησιάζουν τα έτη θα αναγνωρισθείς, καθώς φτάνει ο καιρός θα αναδειχθείς» (Αββ. γ’ 2). Ας πούμε, λοιπόν, πάλι: «Κύριε, Εσύ που είσαι ο Κύριός μας, πόσο θαυμαστό είναι το ονομά Σου σε όλη τη γη. Γιατί η μεγαλοπρέπειά Σου έχει ανυψωθεί πιο επάνω από τους ουρανούς» (Ψαλμ. η’ 2), για να γνωρίσουμε με σαφήνεια ότι η ενανθρώπηση του Κυρίου και η επάνοδός Του από τη γη στον ουρανό, της οποίας σήμερα γιορτάζουμε τη μνήμη, γέμισε τον κόσμο με τη γνώση του Θεού. Γιατί, όσον καιρό ο Χριστός ήταν επάνω στη γη, οι πολλοί είχαν μικρή ιδέα για το μεγαλείο της δόξας Του. Επειδή όμως ανέβηκε φανερά στους ουρανούς, και εκπλήρωσε όπως έπρεπε όλη τη βούληση του Πατέρα, όλη η κτίση γέμισε θαύμα και γνώση, βλέποντας τον Κύριο των όλων να ανεβαίνει, δηλαδή να αναλαμβάνεται. Γιατί σύμφωνα με την προφητεία σηκώθηκε, δηλαδή υψώθηκε πιο επάνω από όλους τους ουρανούς ως άνθρωπος, και ανέβηκε ως Θεός. Γιατί λέει, «Ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς, ανέβηκε ο Κύριος με ήχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6).
Δ’. Ο Προφήτης ασφαλώς δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα λόγια, εάν δεν είχε προβλέψει την κάθοδό Του, χωρίς να πλανηθεί, με τα μάτια της προγνώσεως. Διότι, πώς θα ήταν επόμενο να πει, «Θεέ, υψώσου επάνω από τους ουρανούς, και η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη» (Ψαλμ. νστ’ 5), ή επίσης «ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς» (Ψαλμ. μστ’ 6), εάν ο θεολόγος -Δαβίδ- δεν είχε θεωρήσει με την πρόγνωση του Πνεύματος και την κατάβαση και την ανάβασή Του; Γι’  αυτό, όπως είπα πριν, αλλού λέει ότι υψώθηκε και αλλού ότι ανέβηκε, για να πιστέψουμε ότι ο Ίδιος είναι Θεός και άνθρωπος σε μια υπόσταση. Για μεν τη θεότητα λέει ότι ανέβηκε, για το σώμα όμως λέει πως υψώθηκε, δηλαδή αναλήφθηκε. Λοιπόν, από όλα αυτά πρέπει να εννοήσουμε ότι ο Ίδιος που κατέβηκε είναι και που ανέβηκε επάνω από όλους τους ουρανούς, για να γεμίσει τα πάντα με την αγαθοσύνη Του και για να υψώσει τελείως τους Αποστόλους Του αφού πρώτα τους ελευθερώσει από τα πάθη της αμαρτίας με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Γιατί τι λέει; «Θεέ, υψώσου επάνω από τους ουρανούς, και η δόξα Σου ας καλύψει όλη τη γη, για να λυτρωθούν οι αγαπητοί Σου» (Ψαλμ. νστ 6, νθ’ 7). Διότι αγαπητοί του Κυρίου στ’ αλήθεια είναι κατά πρώτο λόγο εκείνοι που συμμερίστηκαν καθ’ όλα το Πάθος Του και έγιναν αυτόπτες και κήρυκες της μεγαλειότητάς Του.
Ε’. Ώστε, λοιπόν, οι Προφήτες κήρυτταν ένα και τον Ίδιο Κύριο, αλλά δεν συνέχεαν σε μια φύση το σχήμα της σαρκώσεώς Του, όπως τώρα μερικοί -μονοφυσίτες- εισηγούνται. Αυτοί χρησιμοποιούσαν βέβαια τους όρους που αναφέρονται στη θεότητά Του όπως αρμόζει σε Θεό, ενώ ίσους όρους αναφέρονται στο σώμα όπως αρμόζει σε ανθρώπους, για να διδάξουν με σαφήνεια ότι ο Κύριος που ανέβηκε, δηλαδή που υψώθηκε επάνω από τους ουρανούς, ό,τι είναι από τον Πατέρα υπάρχει, ό,τι δε έγινε από την Παρθένο, μένει άνθρωπος, ένας στο πρόσωπο και ένας στην υπόσταση. Γιατί ο ασώματος Υιός του Θεού αφού μορφοποίησε τον εαυτό Του όταν προσέλαβε σάρκα, ανέβηκε γι’ αυτό φανερά, εκεί από όπου κατέβηκε αφανώς και σαρκώθηκε. Γι’ αυτό αναλήφθηκε με δόξα και Τον πίστεψαν εξ αιτίας της δυνάμεώς Του και Τον προσμένουν πάλι με φόβο να πάρει στην κάθοδό Του ως προφητική υπηρέτρια τη νεφέλη (Λουκ. κα’ 27). Γιατί και τότε, προείπαν οι Προφήτες, ότι θα Τον υπηρετήσει νεφέλη, για να φανεί πάλι να βαστάξει τον Κύριο που έχει σώμα μια υλική και ελαφρή ουσία. Διότι βέβαια, όπως είπα, ο Κύριος βαστάζει τα σύμπαντα με τη βούλησή Του ως Θεός, από τη νεφέλη όμως θα βασταχθεί επίσης ως άνθρωπος, ώστε ο Κύριος που αγαπά τις ψυχές μας να μη αρνηθεί ούτε και τότε τους νόμους της φύσεως την οποία προσέλαβε.
ΣΤ’. Γι’ αυτό ακριβώς και ο θεσπέσιος Παύλος (Α’ Θεσ. δ’ 17) μας δίδαξε επιπλέον ότι και οι άγιοι θα αρπαχθούν μέσα σε νεφέλες, όταν θα έρχεται ο Κύριος που περιμένουμε επάνω σε νεφέλη. Διότι, ό,τι αρμόζει στον Θεό που σαρκώθηκε εξ αιτίας του σώματός Του, αυτό θα συμβεί και σ’ εκείνους που εξ αιτίας της πλούσιας Χάρης Του θα θεωθούν, αφού ο Θεός φιλοτιμήθηκε να κάνει θεούς τους ανθρώπους. Λοιπόν, κανένας, αδελφοί, να μη υποθέτει ότι η πυκνότητα της φύσεως του ανθρώπου, την οποία προσέλαβε κατ’ ουσία ο άγιος Λόγος του Θεού, όπως αναγνωρίζεται, έχει αλλοιωθεί από τη λάμψη της θείας και ένδοξης ουσίας Του, σύμφωνα με την αλήθεια για τις δύο φύσεις που υπάρχουν σ’ Αυτόν αχώριστα. Διότι ο ένδοξος Υιός του Θεού δεν σαρκώθηκε για να πλανήσει το πλάσμα Του, αλλά για να αφανίσει τελείως με την κοινωνία μαζί του την έξη που μέσα στον άνθρωπο έσπειρε το φίδι (δηλαδή ο διάβολος). Ώστε η σάρκωση του Λόγου άλλαξε την έξη και όχι τη φύση, ώστε να ξεντυθούμε τη μνήμη του κακού και να ντυθούμε την αγάπη του Θεού, όχι με το να αλλάξουμε σε κάτι που δεν ήμασταν, αλλά να ανανεωθούμε με δόξα σε κάτι που ήμασταν, με την αλλαγή.
Σ’ Αυτόν, λοιπόν, ανήκει η δοξολογία και το κράτος, σ’ Αυτόν που κατέβηκε από τους ουρανούς χωρίς να φαίνεται και ανέβηκε φανερά στους ουρανούς, σ’ Αυτόν που υπάρχει πριν από όλους τους αιώνες και τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.
(P.G. 65,1141-1148)

(Απόσπασμα από το βιβλίο “Από την Ανάσταση του Χριστού στην Πεντηκοστή”, Μετάφραση: Γεώργιος Β. Μαυρομάτης, Εκδόσεις “Αρμός”)
Advertisements

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Σύντομος Βίος Ἁγίου Ἀποστόλου καί Ἅγίου Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου (8 ΜΑΙΟΥ)

Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής























 

 

 

 

Σύντομος Βίος Ἁγίου Ἀποστόλου καί Ἅγίου Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου

Ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης1 ὁ θεολόγος, ἦταν ἕνας ἀπό τούς μαθητές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, συγγραφέας τοῦ τετάρτου εὐαγγελίου, καθώς και τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως καί τριῶν ἐπιστολῶν. Ὀνομάστηκε θεολόγος ἐξ αἰτίας τῶν ὑψηλῶν θεολογικῶν νοημάτων τοῦ εὐαγγελίου πού συνέγραψε καί συγκεκριμένα τῆς σημαντικῆς χριστολογίας πού ἀνέπτυξε. Ὁ Ἰωάννης ὑπῆρξε ἀπό τούς πλέον ἀγαπημένους μαθητές τοῦ Κυρίου. Εἶναι ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης, ὄχι μόνο γιατί ἀναφέρεται συνεχῶς στήν ἀγάπη, ἀλλά κυρίως γιατί τήν βίωνε καί τήν ἐξέφραζε. Ἀγαποῦσε πολύ τόν Διδάσκαλό του καί τόν ἀκολούθησε καί στίς πιό δύσκολες ὧρες τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του.
Ὁ Ἰωάννης, γιός τοῦ Ζεβεδαίου καί τῆς Σαλώμης, ἐξαδέλφης τῆς Κυρίας Θεοτόκου, καταγόταν ἀπό ἕνα φτωχό χωριό τῆς Γαλιλαίας πού ὀνομαζόταν Βηθσαϊδά. Ὁ Ἰωάννης, ἀπό μικρός ὑπῆρξε πιστός μαθητής τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Τήν ἡμέρα πού ὁ Βαπτιστής εἶδε τόν Ἰησοῦ μαρτύρησε γι’ Αὐτόν λέγοντας: «Ἴδε ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. 1,35-40). Ἀμέσως οἱ δύο μαθητές του ὁ Ἰωάννης καί ὁ Ἀνδρέας ἀκολούθησαν τόν Κύριο μέ ἀφοσίωση καί ἀγάπη.2
Ὁ Ἰωάννης ἦταν ὁ μικρότερος στήν ἡλικία μαθητής τοῦ Κυρίου, σχεδόν ἔφηβος. Ὁ ὑπέροχος χαρακτήρας του, ἡ ἀγνότητα, ἡ ὑπακοή του, ἡ πίστη καί ἡ ἀφοσίωσή του στόν Κύριο, εἶχαν ὡς συνέπεια νά εἶναι λίαν ἀγαπητός ἀπό τόν Ἰησοῦ καί τούς ἄλλους ἀποστόλους. Ἐξ αἰτίας τοῦ σπάνιου αὐθορμητισμοῦ του ἐπονομάστηκε ἀπό τόν Κύριο Βοαναργές.3
Ὁ Ἰωάννης εὐτύχησε νά δεῖ τό θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου στό ὄρος Θαβώρ. Ἐπίσης ἡ μεγάλη οἰκειότητα καί ἀγάπη πού τοῦ εἶχε ὁ Κύριος φαίνεται ἀπό τό περιστατικό τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ὅπου ὁ Πέτρος ἀπευθύνθηκε σέ αὐτόν νά μεσολαβήσει, ὥστε νά μάθουν ποιός θά τόν προδώσει. Ὁ Ἰωάννης εἶχε τό θάρρος νά πέσει στό στῆθος τοῦ Διδασκάλου του καί μέ ἀγωνία νά τόν ρωτήσει, ποιός εἶναι ὁ προδότης.
Ὕστερα ἀπό τή σύλληψη τοῦ Ἰησοῦ ὁ Ἰωάννης τόν ἀκολούθησε καί μπῆκε στήν αὐλή τοῦ ἀρχιερέα Καϊάφα καί κατά τή Σταύρωση τοῦ Κυρίου αὐτός μαζί μέ λίγες εὐσεβεῖς γυναῖκες παραβρέθηκαν κάτω ἀπό τό Σταυρό, ἐνῶ ὅλοι Τόν εἶχαν ἐγκαταλείψει. Γι' αὐτό καί ὁ Κύριος ἀναθέτει στόν ἀγαπημένο του μαθητή τήν φροντίδα τῆς Μητέρας Του, λέγοντάς της: «Γύναι, ἰδού ὁ υἱός σου», καί στόν Ἰωάννη «Ἰδού ἡ μήτηρ σου» (Ἰω. 20,4). Ἀπό τήν ὥρα ἐκείνη, πῆρε στό σπίτι του τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου. Καί ὅταν ἀνεστήθη ὁ Κύριος, ὁ Ἰωάννης μαζί μέ τόν Πέτρο πῆγαν πρῶτοι στόν τάφο.
Ὁ Ἰωάννης ἦταν ἐπίσης παρών στήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου καί κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μαζί μέ τούς ἄλλους μαθητές, δέχτηκε τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέχρι τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ἔμεινε στά Ἱεροσόλυμα, ὑπηρετώντας την σ’ ὅλες της τίς ἀνάγκες.
Ὕστερα ἀπό τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Ἰωάννης ἄρχισε νά κηρύττει μαζί μέ τόν Πέτρο τό Εὐαγγέλιο στή Σαμάρεια (Πράξ. 8,14). Στίς Πράξεις ἐπίσης βλέπουμε πώς ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης μαζί συνελήφθησαν καί ὁδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου διακηρύσσοντας τήν πίστη τους (Πράξεις 4, 1-23). Τόσος ἦταν ὁ ζῆλος καί ἡ φροντίδα του γιά τήν πρώτη Ἐκκλησία, ὥστε ὁ Παῦλος τόν ὀνόμασε τιμητικά μαζί μέ τούς Πέτρο καί Ἰάκωβο τόν ἀδελφόθεο «στύλους τῆς Ἐκκλησίας» (Γαλ. 2, 9).
Ὕστερα ἀπό τήν καταστροφή τῆς Ἱερουσαλήμ τό 70 μ.Χ. ἀπό τόν Τίτο, ἔπεσε ὁ κλῆρος στόν Ἰωάννη νά ἔλθει στήν Μικρά Ἀσία, πού ἦταν ἀφημένη στήν εἰδωλολατρική πλάνη. Ἐκεῖ προλέγει ὁ Ἰωάννης στόν μαθητή του Πρόχορο τήν τρικυμία καί τό ναυάγιο πού πρόκειται νά ὑποστοῦν γιά σαράντα ἡμέρες. Ἀπό αὐτήν τήν τρικυμία ἡ θάλασσα ἔβγαλε τόν Πρόχορο στήν Σελεύκεια. Ἀπό ἐκεῖ πῆγε σ’ ἕνα τόπο τῆς Ἀσίας πού λέγεται Μαρμαρεώτης, ὅπου συνάντησε τόν δάσκαλο του Ἰωάννη πού τόν εἶχε βγάλει ἐκεῖ ἡ θάλασσα. Κατόπιν πῆγαν καί οἱ δύο στήν Ἔφεσο, ὅπου συνάντησαν μία γυναίκα μέ τό ὄνομα Ρωμάνα, ἡ ὁποῖα πῆρε τόν μέγα Ἰωάννη καί τόν μαθητή του Πρόχορο καί τούς ἀνάγκασε νά δουλεύουν σ’ ἕνα δικό της λουτρό, σάν νά τούς εἶχε ἐξαγορασμένους δούλους. Μέσα σ’ ἐκεῖνο τό λουτρό κατοικοῦσε καί ἕνας ἄγριος δαίμονας, πού συνήθιζε τρεῖς φορές κάθε χρόνο νά πνίγη ἕνα νέο ἤ μία νέα. Αὐτό συνέβαινε, διότι, ὅταν θεμελιωνόταν ἐκεῖνο τό λουτρό, ἔπεισε ὁ διάβολος ἐκείνους πού ἔκτιζαν νά χώσουν μέσα στά θεμέλια ἕνα νέο καί μία νέα, μέ σκοπό τάχα νά ἀντιλαλεῖ καί νά βγάζει μεγάλο ἦχο τό λουτρό. Ἀπ’ αὐτό λοιπόν ἀφοῦ πῆρε ἀφορμή ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος, ἔπνιγε ἐκεῖ συχνά τούς ἀνθρώπους. Κάποια μέρα πού ἔμπαινε στό λουτρό γιά νά λουσθεῖ ὁ Δόμνος, παιδί τοῦ Διοσκορίδου τοῦ συζύγου τῆς Ρωμάνας, πνίγηκε ἀπό τόν Δαίμονα. Θρηνοῦσε λοιπόν ἡ Ρωμάνα ἀπαρηγόρητα γιά τόν θάνατο τοῦ Δόμνου, ἐνῶ ὁ πατέρας του ὁ Διοσκουρίδης, ὅταν ἔμαθε τήν ξαφνική εἴδηση τοῦ θανάτου του, πέθανε ἀπό ὑπερβολική λύπη. Παρακαλοῦσε λοιπόν ἡ Ρωμάνα τήν ψευτοθεά Ἄρτεμη γιά νά ἀναστήσει τόν Δόμνο. Ὁ Ἰωάννης λοιπόν ρώτησε τόν Πρόχορο γιά ποιά αἰτία θρηνεῖ ἡ Ρωμάνα. Ἐκείνη ὅταν τούς εἶδε νά συνομιλοῦν ἔπιασε καί ἄρχισε νά τόν συκοφαντεῖ, ὅτι εἶναι μάγος καί τέλος νά τόν φοβερίζει ὅτι πρόκειται νά τόν θανατώσει, ἐάν δέν μεταχειριστεῖ κάθε μέσο γιά νά ἀναστήσει τόν Δόμνο. Ἀφοῦ λοιπόν ἀναγκάσθηκε ἔτσι ὁ Ἀπόστολος ἔκανε προσευχή καί ἀμέσως ἀνεστήθη ὁ Δόμνος. Αὐτό τό θαῦμα, ὅταν εἶδε ἡ Ρωμάνα ἀφοῦ ἐξομολογήθηκε εἰλικρινά τίς ἁμαρτίες της καί ἀφοῦ ζήτησε συγχώρηση γιά τίς κακοπάθειες πού προξένησε στόν Ἀπόστολο καί τόν μαθητή του, ἐπέστρεψε στόν Χριστό καί βαπτίσθηκε.
Ὕστερα ἀπό τόν Δόμνο ὁ Ἰωάννης ἀνέστησε τόν πατέρα του τόν Διοσκουρίδη, τούς βάπτισε καί ἔδιωξε τόν πονηρό Δαίμονα πού κατοικοῦσε μέσα στό λουτρό.
Ἐπειδή οἱ Ἐφέσιοι τελοῦσαν μεγάλη γιορτή στήν ψευτοθεά Ἄρτεμη, γι’ αὐτό ὁ Ἀπόστολος πῆγε κατά τόν καιρό τῆς γιορτῆς καί ἀνέβηκε ἐπάνω σ’ ἐκεῖνο τό μέρος, ὅπου στεκόταν τό εἴδωλο τῆς Ἀρτέμιδος. Οἱ ὄχλοι ὅμως βλέποντάς τον θύμωσαν πολύ καί ἄρχισαν νά τόν λιθοβολοῦν. Ὅμως οἱ πέτρες χτύπησαν τό εἴδωλο μέχρι πού τό συνέτριψαν. Ἐκεῖνοι ὅμως δέν θέλησαν νά ἔλθουν σέ συναίσθηση, ἀλλά βλέποντας τόν Ἀπόστολο νά τούς μιλάει γιά πίστη, πάλι τόν λιθοβολοῦσαν. Οἱ πέτρες ὅμως παράδοξα ἐπέστρεφαν καί χτυποῦσαν τούς ἴδιους καί τούς πλήγωναν. Τότε ὁ θεῖος Ἀπόστολος ἔκανε προσευχή στόν Θεό καί ἀμέσως ἔγινε σεισμός μεγάλος καί χάθηκαν ἀπ’ αὐτόν διακόσιοι ἄνθρωποι. Βλέποντας αὐτό οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι μόλις καί μετά βίας ἀπαλλάχτηκαν ἀπό τήν μέθη καί τόν σκοτισμό τῆς πλάνης καί παρακαλοῦσαν θερμά τόν Ἀπόστολο νά ἐλεηθοῦν καί οἱ ἴδιοι καί νά ἀναστηθοῦν ὅσοι πέθαναν. Πάλι λοιπόν, ἀφοῦ προσευχήθηκε ὁ Ἀπόστολος, ἀμέσως ὅλοι ἀναστήθηκαν καί ἔπεσαν ὅλοι στά πόδια τοῦ Ἀποστόλου καί, ἀφοῦ πίστεψαν στόν Χριστό, βαπτίστηκαν.
Ἔπειτα πῆγε ὁ Ἀπόστολος σ’ ἕνα τόπο πού ὀνομαζόταν Τύχη καί ἐκεῖ θεράπευσε ἕνα παράλυτο πού ἦταν κατάκοιτος δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια. Ἐπειδή λοιπόν ἔκανε ὁ Ἀπόστολος καί ἄλλα πολλά θαύματα καί ἡ φήμη του ἔτρεχε παντοῦ, βλέποντας αὐτά ὁ δαίμονας, πού ἔμενε καί κατοικοῦσε στόν ναό τῆς Ἀρτέμιδος, καί γνωρίζοντας ὅτι καί ὁ ἴδιος θά διωχτεῖ ἀπό τόν Ἰωάννη, μεταμορφώθηκε σέ στρατιώτη, κρατώντας στά χέρια χαρτιά καί κλαίγοντας, ὅτι δῆθεν ἔφυγαν ἀπό τά χέρια του δύο μάγοι ἄριστοι καί ἐξαιρετικοί, πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τήν ἐξουσία νά τούς φυλάει. Ἔδειχνε στούς ἀνθρώπους ἐκεῖ καί ἕνα δέμα μέ φλουριά καί ὑποσχόταν νά τό δώσει σ’ αὐτούς, ἐάν βροῦν τούς μάγους καί τούς θανατώσουν.
Ἀκούγοντας λοιπόν αὐτά πολλοί κινήθηκαν ἐναντίον τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Διοσκουρίδου φοβερίζοντας, ὅτι θά τό κατακαύσουν μαζί μ’ αὐτόν, ἄν δέν παραδώσει στά χέρια τους τούς μάγους. Ὁ εὐλαβής ὅμως καί εὐγνώμων Διοσκουρίδης προτιμοῦσε καλύτερα νά καεῖ, παρά νά παραδώσει τούς Ἀποστόλους, πού τοῦ φανῆκαν εὐεργέτες του. Ὁ Ἰωάννης, προγνωρίζοντας μέ τήν προορατική χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅτι ἄν παραδοθεῖ σ’ αὐτούς πρόκειται πάλι νά κάνει θαύματα καί ἀπ’ αὐτό νά ἐπιστρέψει πολλούς στόν ὀρθό δρόμο παρέδωσε τόν ἑαυτό του ὁ ἴδιος μαζί μέ τόν Πρόχορο στούς ἀπίστους.
Ἀφοῦ λοιπόν σύρθηκαν ἀπό τούς ἀπίστους οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου, ὅταν πῆγαν στόν ναό τῆς Ἀρτέμιδος, προσευχήθηκαν στόν Θεό νά γκρεμιστεῖ ὁ ναός, ἀλλά κανένας ἄνθρωπος νά μή πάθει κακό. Πράγμα τό ὁποῖο καί ἔγινε. Τότε ὁ μέγας Ἀπόστολος διατάζει τόν Δαίμονα νά μή κατοικεῖ πιά σ’ αὐτόν τόν τόπο. Ἀμέσως λοιπόν ἔφυγε ὁ δαίμονας ἀπό τήν πόλη τῆς Ἐφέσου. Οἱ Ἕλληνες βλέποντας αὐτά φοβήθηκαν καί πίστεψαν πολλοί καί βαπτίστηκαν.

Ὁ Ἰωάννης ἐξορία στήν Πάτμο

Ἐπειδή λοιπόν ἔκανε καί ἄλλα πολλά θαύματα ὁ Ἰωάννης, καί γύρισε πολύ πλῆθος Ἑλλήνων στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί ἔπειτα, ἐπειδή ἡ φήμη τους ἔφθασε στ’ αὐτιά τοῦ τότε αὐτοκράτορα Δομιτιανοῦ πού βασίλευε κατά τό 82 μ.Χ., ὁ Δομιτιανός ἔστειλε καί ἔφερε μπροστά του τόν μέγα Ἰωάννη μαζί μέ τόν Πρόχορο.
Ἀφοῦ λοιπόν τούς ἔκανε ἐρωτήσεις καί εἶδε τήν σταθερότητα πού ἔδειξαν γιά τήν πίστη τους, τούς ὑπέβαλε σέ βασανιστήρια. Τούς ἔβαλε νά πιοῦν δηλητήριο καί ἀφοῦ δέν ἔπαθαν τίποτε τούς ἔριξε σ’ ἕνα πιθάρι μεγάλο μέ βραστό λάδι. Ἀφοῦ καί ἀπό ἐκεῖ βγῆκαν χωρίς νά πάθουν τό παραμικρό, μέ διαταγή τοῦ Δομιτιανοῦ ἐξορίζονται στήν νῆσο Πάτμο. Ὁ Κύριος ὅμως εἶχε προλάβει καί φανέρωσε μέ ὅραμα στόν Ἰωάννη ὅτι πρόκειται νά πάθει πολλούς πειρασμούς καί ὅτι θά ἐξοριστεῖ σ’ ἕνα νησί πού ἔχει μάλιστα πολύ μεγάλη ἀνάγκη τῆς δικῆς του παρουσίας.
Πλέοντας λοιπόν στήν θάλασσα ὁ Ἀπόστολος μαζί μέ τούς σωματοφύλακες τοῦ αὐτοκράτορα, ἀνέστησε ἕνα στρατιώτη πού πέθανε στόν δρόμο, ἠρέμησε τή θάλασσα ἀπό τήν τρικυμία καί θεράπευσε ἕναν ἀπό τούς σωματοφύλακες πού ἔπασχε ἀπό δυσεντερία. Βλέποντας λοιπόν αὐτά οἱ σωματοφύλακες πίστεψαν ὅλοι στόν Χριστό καί βαπτίστηκαν.
Ἀφοῦ ἔφτασε ὁ Ἰωάννης στήν Πάτμο τό 95 μ.Χ., ἐλευθέρωσε τόν Ἀπολλωνίδη, τό παιδί τοῦ Μύρωνος ἀπό τό μαντικό πνεῦμα πού κατοικοῦσε σ’ αὐτόν καί τό ἐξόρισε μακριά ἀπ’ τό νησί. Ἀπ’ τό θαῦμα αὐτό πίστεψαν στόν Χριστό καί βαπτίσθηκαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πού βρίσκονταν στό σπίτι τοῦ Μύρωνος. Τό ἴδιο καί ὁ Ἀπολλωνίδης πού ἐλευθερώθηκε καί ἡ κόρη τοῦ Χρυσίππη μέ τούς ἀνθρώπους της. Ὕστερα βαπτίσθηκε καί ὁ ἴδιος ὁ ἄρχοντας τῆς χώρας τῆς Πάτμου.

Ὁ Ἰωάννης ἐναντίον τοῦ Κύνωπα τοῦ μάγου

Βρισκόταν στήν Πάτμο κάποιος μάγος πού ὀνομαζόταν Κύνωψ, πού κατοικοῦσε σ’ ἔρημο τόπο ἀρκετά χρόνια μαζί μέ τά ἀκάθαρτα δαιμόνια. Αὐτόν τόν μάγο ὅλοι ὅσοι κατοικοῦσαν στό νησί τόν θεωροῦσαν σάν θεό, γιά τίς φαντασίες καί ἐνέργειες τῶν δαιμόνων πού γίνονταν ἀπ’ αὐτόν. Οἱ ἱερεῖς τοῦ ψεύτικου θεοῦ Ἀπόλλωνα καθώς εἶδαν τόν Ἰωάννη πού δίδασκε μέ πολλή παρρησία τήν πίστη στόν Χριστό, ἔτρεξαν στόν Κύνωπα καί τόν παρακάλεσαν γονατιστοί νά κινηθεῖ κατά τοῦ Ἰωάννου, ἐπειδή αὐτός ἐρήμωσε σχεδόν τόν ναό τοῦ Ἀπόλλωνα καί τούς ἀπομάκρυνε ὅλους ἀπό τήν λατρεία τῶν θεῶν.
Ὁ Κύνωψ λοιπόν ὅταν ἄκουσε αὐτά ὑπερηφανεύθηκε καί ἔκρινε ἀνάξιο τῆς ὑπολήψεως του τό νά πάει μόνος στή χώρα, γι’ αὐτό ὑποσχέθηκε στούς ἱερεῖς ὅτι θά στείλει ἕναν πονηρό δαίμονα στό σπίτι τοῦ Μύρωνος, γιά νά πάρει τήν ψυχή τοῦ Ἰωάννου πού ἔμενε ἐκεῖ καί νά τήν παραδώσει σέ αἰώνια καταδίκη.
Ἔστειλε λοιπόν ὁ Κύνωψ ἕνα ἄρχοντα τῶν πονηρῶν δαιμόνων πρός τόν Ἰωάννη, ὅπως ὑποσχέθηκε. Ὁ δαίμονας, ἀφοῦ πῆγε στό σπίτι τοῦ Μύρωνος, στάθηκε στό μέρος ἐκεῖνο ὅπου ἦταν ὁ Ἰωάννης. Τότε ὁ Ἰωάννης, ἀφοῦ ἔμαθε τό λόγο γιά τόν ὁποῖο ἦρθε τό δαιμόνιο, τό διέταξε ἄλλη φορά νά μήν ἐνοχλήσεις ἄνθρωπο, οὔτε νά γυρίσει στόν τόπο του, ἀλλά νά φύγει ἔξω ἀπ’ αὐτό τό νησί καί νά περιπλανᾶται ἐδῶ καί ἐκεῖ. Βλέποντας ὁ Κύνωψ ὅτι δέν ἐπέστρεψε σ’ αὐτόν τό πρῶτο δαιμόνιο ἔστειλε καί δεύτερο. Ἀλλά ἐπειδή καί αὐτό ἔπαθε τά ἴδια, ἔστειλε ἀκόμη καί ἄλλα δύο δαιμόνια, γιά νά μπεῖ τό ἕνα στό σπίτι ὅπου ἔμενε ὁ Ἰωάννης καί τό ἄλλο νά σταθεῖ ἔξω καί νά δεῖ αὐτά πού γίνονται καί νά γυρίσει νά τά φανερώσει στόν Κύνωπα. Ἐπειδή λοιπόν ἐκεῖνο τό δαιμόνιο, πού στεκόταν ἔξω, γύρισε καί φανέρωσε στόν Κύνωπα αὐτά πού ἔγιναν, ὀργίστηκε λοιπόν ὁ Κύνωψ καί πῆρε μαζί του ὅλα τά πλήθη τῶν δαιμόνων καί πῆγε στήν Χώρα. Πρόφτασε τόν Ἰωάννη ὁ Κύνωψ, τήν ὥρα πού δίδασκε τόν λαό, καί κυριεύτηκε ἀπό πολύ θυμό καί εἶπε στόν λαό πώς, ἄν εἶναι δίκαιος ὁ Ἰωάννης, ἄν μπορέσει νά κάνει ἐκεῖνο πού θά πῶ σ’ αὐτόν, τότε καί ἐγώ πιστεύω σ’ ὅλα ὅσα λέγει.
Τότε λέει ὁ Κύνωψ στόν Ἰωάννη: Δεῖξε πράγματι, ἄν εἶναι ἀληθινά τά λόγια σου, καί ἀφοῦ ἀνεβάσεις ἀπό τό βάθος τῆς θαλάσσης τόν πατέρα τοῦ νέου πού κρατοῦσε ἀπό τό χέρι, ὁ ὁποῖος πνίγηκε, φέρε τον μπροστά σ’ ὅλους μας ζωντανό καί ὑγιῆ. Ὅμως, ὁ Ἰωάννης ἀπάντησε πώς δέν μέ ἔστειλε ὁ Χριστός γιά νά ἀνασταίνω νεκρούς, ἀλλά γιά νά διδάσκω πλανεμένους ἀνθρώπους. Τότε ὁ Κύνωψ παρουσίασε ἕνα δαίμονα μέ τή μορφή τοῦ πατέρα τοῦ νέου. Στή συνέχεια, ἔκανε τό ἴδιο καί μέ ἕνα νέο πού εἶχε πνιγεῖ καί ὅλοι θαύμασαν καί προσκύνησαν τόν Κύνωπα καί ἤθελαν νά θανατώσουν τόν Ἰωάννη, ὅταν ὁ ἀπόστολος ἀπάντησε στόν Κύνωπα πώς τά θαύματά του γρήγορα θά διαλυθοῦν. Ὁ ὄχλος ὅρμησε τότε καί ἄρχισε νά χτυπᾶ ἄγρια τόν Ἰωάννη καί λίγο ἔλειψε νά τόν ἀφήσει νεκρό. Ἐπειδή νόμισε ὁ Κύνωψ ὅτι πέθανε ὁ Ἰωάννης εἶπε πρός τόν λαό. «Ἀφῆστε τον ἄταφο γιά νά τόν φάνε τά ὄρνια». Ὕστερα ἀπ’ αὐτά, ὅταν ἄκουσε ὁ Κύνωψ ὅτι ὁ Ἰωάννης ζεῖ καί διδάσκει τόν λαό σ’ ἕνα τόπο πού ὀνομάζεται Λίθου Βολή, κάλεσε τόν δαίμονα ἐκεῖνο πού χρησιμοποίησε γιά τίς νεκρομαντεῖες. Ἀφοῦ πῆγε λοιπόν στόν Ἰωάννη τοῦ εἶπε νά πάει στόν γιαλό μαζί του κι ἐκεῖ θά δεῖ τήν δύναμή του. Ἀφοῦ λοιπόν κτύπησε τά χέρια του κι ἔκανε κρότο, ἔγινε ἄφαντος ἀπό τά μάτια τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἰωάννης ἀμέσως προσευχήθηκε στόν Θεό νά μήν φανεῖ πλέον ζωντανός ὁ Κύνωψ, πράγμα τό ὁποῖο ἔγινε. Ἐπειδή λοιπόν ὁ λαός στάθηκε τρία μερόνυχτα περιμένοντας νά βγεῖ ὁ Κύνωψ ἀπ’ τήν θάλασσα, ἀπό τήν νηστεία ἐξαντλήθηκαν καί τρία παιδιά πέθαναν. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τούς λυπήθηκε ὁ Ἰωάννης καί τά μέν παιδιά πού πέθαναν τά ἀνέστησε, τούς δέ ἀνθρώπους τούς ἔπεισε ὅλους νά πιστέψουν στόν Χριστό καί νά βαπτιστοῦν, ἀφοῦ ὁ ἄθλιος Κύνωψ καταποντίσθηκε πλέον στήν θάλασσα.

Ἡ συγγραφή τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως

Τό 94 ἤ 95 μ.χ ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἐξορίστηκε ἀπό τόν Ρωμαῖο Αὐτοκράτορα Δομητιανό ἀπό τήν Ἔφεσο στή Πάτμο. Ἐκεῖ σέ μία σπηλιά πού ὀνομάζεται «Ἱερόν σπήλαιον τῆς Ἀποκαλύψεως» ὁ Ἰωάννης συνομίλησε μέ τόν Θεό καί ἐκεῖνος τοῦ ἀποκάλυψε τό προφητικό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως πού ὁ Ἰωάννης κατέγραψε μέ τή βοήθεια τοῦ μαθητῆ του Πρόχορου. Στή σπηλιά σχίστηκε ὁ βράχος σέ τρεῖς μικρότερες σχισμές πού συμβολίζουν τήν Ἁγία Τριάδα ἀπό τίς ὁποῖες σχισμές ἀκούγονταν ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὑπαγόρευε στόν Ἰωάννη τό κείμενο τῆς Ἀποκάλυψης.

Ἡ συγγραφή τοῦ Εὐαγγελίου

Ὅταν βασίλευε ὁ αὐτοκράτορας Τραϊανός, κατά τό ἔτος 98, κλήθηκε ὁ Ἰωάννης νά ἀναχωρήσει ἀπό τήν Πάτμο καί νά πάει στήν Ἔφεσο. Οἱ Χριστιανοί ὅμως τῆς Πάτμου θρηνοῦσαν γιά τόν ἀποχωρισμό του. Ἐπειδή ὅμως δέν μποροῦσαν νά τόν ἐμποδίσουν, ζήτησαν ν᾿ ἀφήσει σ’ αὐτούς ἀντί γιά τόν ἑαυτό του τούς λόγους του καί νά γράψει σέ βιβλίο τό Μυστήριο ὅλης τῆς Οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Ἰωάννης λοιπόν νήστεψε τρεῖς μέρες ἔχοντας καί τούς ἄλλους Χριστιανούς νά νηστεύουν καί νά τόν βοηθοῦν μέ τήν προσευχή. Ἀνέβηκε ἔπειτα στό βουνό, πού ἦταν ἐκεῖ, μέ τόν μαθητή του Πρόχορο καί ἀνέβασε ὅλη του τή σκέψη στόν Θεό. Καί ἀμέσως ἀκούστηκαν βροντές καί ἀστραπές φοβερές καί νά σαλεύεται ὅλο τό βουνό, ὥστε ὁ μαθητής του Πρόχορος νά πέφτει ἀπό τόν φόβο του μέ τό πρόσωπο στήν γῆ καί νά γίνει σάν νεκρός. Ὁ Ἰωάννης ὅμως δέν φοβήθηκε, ἀλλά στάθηκε ὄρθιος, ἐπειδή ἡ τέλεια ἀγάπη πού εἶχε στόν Θεό ἔδιωχνε τόν φόβο ἀπ’ τήν καρδιά του ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε: «Ἡ τέλεια ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον» (Α΄ Ἰωάν. 4,18). Ἄκουσε λοιπόν μία βροντερή φωνή πού ἔλεγε: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί Θεός ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. 1,1). Ἀφοῦ τελείωσε λοιπόν ὅλο τό θεῖο Εὐαγγέλιο καί τό ἔγραψε μέ τό χέρι τοῦ Πρόχορου, τό παρέδωσε στούς Χριστιανούς πού τό ζήτησαν. Ἀπό κεῖ διαδόθηκε σ’ ὅλα τά πέρατα τοῦ κόσμου.

Ἐπάνοδος στήν Ἔφεσο καί μετάσταση

Ἀφοῦ ἐπανῆλθε πάλι στήν Ἔφεσο ὁ Ἰωάννης, πέρασε ἐκεῖ τήν ὑπόλοιπη ζωή του μέχρι ἑκατόν πέντε ἐτῶν πού μετέστη. Ἔκανε πάρα πολλά θαύματα καί ἐπέστρεψε ἀμέτρητα πλήθη ἀπίστων ἀπό διάφορα ἔθνη στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ἀναφέρει, ὅτι στήν Ἔφεσο οἱ Χριστιανοί γιά νά φέρουν στίς συναθροίσεις τους τό γέροντα πιά Ἰωάννη, τόν κράταγαν στά χέρια τους. Κι ἐπειδή δέν μποροῦσε πιά νά τούς διδάσκει μέ πολλά λόγια, ἐπαναλάμβανε τή φράση: «Τεκνία μου ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» καί συμπλήρωνε: «Αὐτή εἶναι ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου μας καί ὅταν κάνετε τοῦτο, εἶναι ἀρκετό». Κάποια μέρα, ἀφοῦ ἔφτασε σ’ ἕνα τόπο, παρήγγειλε στούς μαθητές του νά καθίσουν ἐκεῖ, καί αὐτός ἀφοῦ προχώρησε μπροστά σέ μικρή ἀπόσταση, προσευχήθηκε. Ἦταν πρωί. Ἔπειτα, ἀφοῦ ἐπέστρεψε, πρόσταξε τούς μαθητές του νά σκάψουν τή γῆ σέ σχῆμα σταυροῦ, τόσο μόνον, ὅσο ἦταν τό μέτρο τοῦ σώματός του. Ἀφοῦ ξάπλωσε λοιπόν μέσα σ’ ἐκεῖνον τόν σκαμμένο τόπο, ἀποχαιρέτησε τούς μαθητές του καί εἶπε: «Σύρετε τό χῶμα τῆς γῆς πού εἶναι μητέρα μου καί μέ αὐτό σκεπᾶστε με». Ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τόν ἀσπάστηκαν καί τόν ἀποχαιρέτησαν, σκέπασαν τό σῶμα του μέχρι τά γόνατα. Ἔπειτα πάλι, ἀφοῦ τόν ἀσπάστηκαν τόν σκέπασαν μέχρι τόν λαιμό. Καί πάλι ἀφοῦ γιά τρίτη φορά τόν ἀσπάστηκαν, ἔβαλαν πάνω στό ἱερό του πρόσωπο ἕνα μαντήλι. Καί ἔτσι κλαίγοντας πικρά σκέπασαν ὅλο τό σῶμα του. Τότε ἀνέτειλε καί ὁ ἥλιος.
Ἀφοῦ ἔκλαψαν οἱ μαθητές, γιατί ἔμειναν ὀρφανοί ἀπό τόν δάσκαλό τους, γύρισαν στήν πόλη διηγούμενοι τά σχετικά μέ τόν Ἀπόστολο. Οἱ ἄλλοι ἀδελφοί, ὅταν τά ἄκουσαν αὐτά, πῆγαν στόν τάφο καί ἀφοῦ ἔσκαψαν, δέν βρῆκαν τίποτε. Τότε λοιπόν ἐπέστρεψαν κλαίγοντας θερμά γιά τή στέρηση τέτοιου ποιμένος.
Ἀπό τό γεγονός αὐτό δημιουργήθηκε ἡ ἄποψη ὅτι τελικά δέν πέθανε, ἀλλά ὅτι ἀναλήφθηκε, ὅπως ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐνώχ. Ἡ Ἐκκλησία μας, λοιπόν, δέχεται ὅτι στόν ἀγαπημένο μαθητή τοῦ Κυρίου συνέβη ὅ,τι καί μέ τήν Παναγία μητέρα Του. Δηλαδή, ὁ Ἰωάννης ναί μέν πέθανε καί ἐτάφη, ἀλλά μετά τρεῖς ἡμέρες ἀναστήθηκε καί μετέστη στήν αἰώνια ζωή, γιά τήν ὁποία ὁ ἴδιος λέει σχετικά: «Ὁ ἔχων τόν υἱόν ἔχει τήν ζωήν, ὁ μή ἔχων τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ τήν ζωήν οὐκ ἔχει» (Α' ἐπιστολή Ἰωάννου, ε' 12). Ἐκεῖνος, δηλαδή, πού εἶναι ἑνωμένος μέσω τῆς πίστης μέ τό Χριστό καί τόν ἔχει δικό του, ἔχει τήν ἀληθινή καί αἰώνια ζωή. Ἐκεῖνος, ὅμως, πού δέν ἔχει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, νά ἔχει ὑπ’ ὄψιν του πώς δέν ἔχει καί τήν ἀληθινή καί αἰώνια ζωή.
Ὁ Ἰωάννης μᾶς διδάσκει ὅμως καί σήμερα μέ τό παράδειγμά του καί μέ τά πέντε θεόπνευστα βιβλία του. Ὁ Ἰωάννης ἐπειδή ἀποκάλεσε τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ «Λόγο», πρῶτος αὐτός ὀνομάστηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία μας «Θεολόγος». Στήν ἁγιογραφία εἰκονίζεται μέ ἕναν ἀετό κοντά στό κεφάλι του. Ἡ μνήμη τοῦ Ἀποστόλου Ἰωάννου ἑορτάζεται στίς 26 Σεπτεμβρίου. Ἡ ἑορτή τῆς 8ης Μαΐου, συνδέεται μέ τήν ἀνάδυση θαυματουργικῆς κόνεως (σκόνης) ἀπό τόν τάφο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, μέσω τῆς θαυματουργικῆς ἐπενέργειας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού οἱ ντόπιοι τήν ἀποκαλοῦσαν «ἐπίγειο μάνα»

Ἡ Θεολογία τοῦ Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου.

Τό Εὐαγγέλιο καί οἱ ἐπιστολές τοῦ Ἰωάννη ἀπαρτίζουν τή βασική ἀρχή πού διέπει τή χριστολογία τοῦ Ἰωάννη, πώς ὁ Χριστός μόνος φανερώνει τό Θεό καί ἐξηγεῖ τά περί Θεοῦ (Ἰω. 1, 18). Ἀπώτερος σκοπός τῶν "σημείων" Του, εἶναι νά πιστέψει ὁ κόσμος ὅτι εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ (Ἰω. 20, 31). Ὁ Χριστός μπορεῖ καί ἀποκαλύπτει τό Θεό, διότι εἶναι ὁ Λόγος του.
Ἡ ἔννοια τοῦ Λόγου ἐδῶ λαμβάνει μία νέα διάσταση διαφορετική ἀπό αὐτήν πού εἶχε χρησιμοποιήσει ὁ Φίλων ὁ Ἰουδαῖος ἤ ὁ Πλάτωνας καί ὁ Ἀριστοτέλης. Ἡ θεολογία τῆς ἔννοιας τοῦ Λόγου ἔχει ἕνα νέο σαφές θεολογικό περιεχόμενο. Ὁ Λόγος εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ δημιουργός τοῦ σύμπαντος, τό φῶς καί ἡ ζωή τῆς ἀνθρωπότητας, ὁ ὁποῖος ἐνανθρώπησε γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου.
Ὁ Ἰωάννης μέ τό ὁμολογιακό κείμενο «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί Θεός ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. 1,1), ἀναφέρει πώς ὁ Λόγος εἶναι προαιώνιος καί θεῖος, ὅτι εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ ζωή καί τό φῶς καί εἶναι σαφῶς Θεός. Ὁ Λόγος αὐτός ἐνσαρκώθηκε, καί ἡ ἐνσάρκωση αὐτή συνιστᾶ πλήρωση τοῦ ἀποκαλυπτικοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ, ὅπως δόθηκε στό Μωϋσῆ. Τό Θεό κανείς δέν εἶδε ποτέ, ἀναφέρει ὁ Ἰωάννης. Εἶναι ἀκατάληπτος καί ἀόρατος, ἀλλά γίνεται γνωστός μέ τή θεία ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου. Ὁ Λόγος ὡς μονογενής υἱός, πού εἶναι Θεός καί ὑπάρχει στούς κόλπους τοῦ Πατρός, εἶναι ὁ μόνος ἱκανός νά Τόν φανερώνει καί νά Τόν ἐξηγεῖ. Ὁ ἐναθρωπήσας Λόγος εἶναι ὁ ἴδιος πού ἐνήργησε ποικιλοτρόπως κατά τήν Παλαιά Διαθήκη γιά τό σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας. Ὁ Λόγος αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας, τόν ὁποῖον εἶδαν καί ἄκουσαν οἱ μαθητές Του. Εἶναι αὐτός πού θά ἔρθει μέ δόξα γιά νά δώσει τέλος στήν ἀνθρώπινη τραγωδία (Ἀποκ. 19, 11-16).
Στή θεολογία τοῦ Ἰωάννη τό εὐαγγέλιο ταυτίζεται μέ τόν Ἰησοῦ καί ἡ ὑποστατικότητα αὐτοῦ τονίζεται μέ τήν ἔννοια τοῦ "ἐγώ εἰμι". Ἡ φράση εἶναι σαφῶς βιβλική καθότι ὁ Θεός διαβεβαίωσε τόν Μωυσῆ στή βάτο ὅτι "ἐγώ εἰμι ὁ ὤν" (Ἔξοδος 3, 14). Ἐπίσης δηλώνει καί στόν ἰσραηλιτικό λαό πώς "Ἐγώ εἰμι ὁ θεός, καί οὔκ ἔστιν ἄλλος" (Ἠσαΐας 45,22). Ἐδῶ λοιπόν ὁ Θεός ὁμιλεῖ μέ ὑποστατικό τρόπο. Καί ὁ Θεός πού ὁμιλεῖ δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν ἄσαρκο Λόγο, πού φανερώνει καί τόν Πατέρα. Ὁ Ἰωάννης μᾶς ἀναφέρει μέ σαφήνεια περισσότερες ἀπό δέκα ὁμολογίες τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει ἐπίσης τό «ἐγώ εἰμι» (Ἰω. 4, 25-26. 6, 35. 8, 12. 8, 24. 8, 28. 10, 7-9 κ.α.). Ἀπό τίς δηλώσεις αὐτές εἶναι φανερό ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Θεός Λόγος, ὁ ὁποῖος, «Ὁ ἤν ἄπ ἀρχῆς, ὁ ἀκηκόαμεν, ὁ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς· καί ἡ ζωή ἐφανερώθη, καί ἑωράκαμεν καί μαρτυροῦμεν καί ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τήν ζωήν τήν αἰώνιον, ἤτις ἤν πρός τόν πατέρα καί ἐφανερώθη ἡμῖν" (Α΄ Ἰωάννου 1, 1-2).

1. Ἡ λέξη Ἰωάννης εἶναι ἑβραϊκή λέξη καί σημαίνει «ἡ χάρις καί ἡ εὔνοια τοῦ Θεοῦ».
2. Ματθαῖος 4, 21-22. Μάρκος 1, 19-20. Λουκᾶς 5, 1-11
3. Υἱός βροντῆς

Προφητεία Ἁγίου Ἀνατολίου τῆς Ὄπτινα: «Θὰ ἀρχίσει ἀνεπαισθήτως νὰ διαστρέφει τὶς διδασκαλίες καὶ τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας..»

392ee-10246642_792833884129875_6678621124170767153_n

Προφητεία Ἁγίου Ἀνατολίου τῆς Ὄπτινα: «Θὰ ἀρχίσει ἀνεπαισθήτως νὰ διαστρέφει τὶς διδασκαλίες καὶ τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας..»

«…Ἀπὸ αὐτὸ θὰ ἐξαπλωθοῦν παντοῦ αἱρέσεις καὶ θὰ πλανήσουν πολλοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους θὰ ἐνεργεῖ μὲ πονηρία, μὲ σκοπὸ νὰ ἑλκύση ἐντὸς τῆς αἱρέσεως ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἀκόμη καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.

Δὲν θὰ ἀρχίσει κατ᾽ εὐθείαν νὰ ἀπορρίπτη τὰ δόγματα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὴν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀρετὴ τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ θὰ ἀρχίση ἀνεπαισθήτως νὰ διαστρέφη τὶς διδασκαλίες καὶ τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ πραγματικὸ νόημά τους, ὅπως μᾶς παρεδόθησαν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὀλίγοι θὰ ἀντιληφθοῦν αὐτὲς τὶς πανουργίες τοῦἐχθροῦ, ἐκεῖνοι μόνον οἱ πλέον πεπειραμένοι εἰς τὴν πνευματικὴν ζωήν. Οἱ αἱρετικοὶ θὰ πάρουν τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ θὰ τοποθετήσουν ἰδικούς των ὑπηρέτας παντοῦ, οἱ δὲ πιστοὶ θὰ καταφρονῶνται.

Ὁ Κύριος εἶπεν: «ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτοὺς»’ καὶ ἔτσι ἀπὸ τοὺς καρπο´θυς των, ὅπως ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τῶν αἱρετικῶν ἀγωνίσου νὰ διακρίνης αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς ἀληθινοὺς ποιμένας. Αὐτοὶ εἶναι πνευματικοὶ ληστές, λεηλατοῦντες τὸ πνευματικὸν ποίμνιον καὶ θὰ εἰσχωροῦν εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων (τὴν Ἐκκλησίαν) ἀναβαίνοντες ἀλλαχόθεν (καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν πύλην), ὅπως ἀκριβῶς προεῖπεν ὁ Κύριος. Θὰ εἰσχωροῦν παρανόμως, μεταχειριζόμενοι βίαν καὶ καταπατοῦντες τοὺς θείους θεσμούς. Ὁ Κύριος τοὺς ἀποκαλεῖ κλέπτας (Ἰω. ι’, 1). Πράγματι, τὸ πρῶτο ἔργο ποὺ θὰ κάνουν θὰ εἶναι ὁ διωγμὸς τῶν ἀληθινῶν ποιμένων, ἡ φυλάκισις καὶ ἡ ἐξορία τους, διότι χωρὶς αὐτὸ θὰ εἶναι ἀδύνατον σ’ αὐτοὺς νὰ λεηλατήσουν τὰ πρόβατα.

Γι᾽ αὐτὸ παιδί μου, ὅταν ἴδης τὴν παραβίασιν τῆς πατερικῆς παραδόσεως καὶ τῆς Θείας Τάξεως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, τῆς Τάξεως ποὺ ἐγκαθιδρύθη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, γνώριζε ὅτι οἱ αἱρετικοὶ ἔχουν ἤδη ἐμφανισθεῖ, ἂν καὶ πρὸς τὸ παρὸν μπορεῖ νὰ ἀποκρύπτουν τὴν ἀσέβειά τους.Ἀκόμη θὰ διαστρέφουν τὴν Ἁγίαν Πίστιν (Ὀρθοδοξίαν) ἀνεπαισθήτως μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιτύχουν, καλύτερα νὰ παραπλανήσουν καὶ δελεάσουν τοὺς ἀπείρους στὰ δίκτυά τους. Ὁ διωγμὸς δὲν θὰ στρέφεται μόνον ἐναντίον τῶν ποιμένων, ἀλλὰ ἐναντίον ὅλων τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Θεοῦ, διότι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ κυβερνῶνται ἀπὸ τὴν αἵρεσιν δὲν θὰ ἀνέχονται τὴν εὐσέβειαν. Νὰ ἀναγνωρίζης αὐτοὺς τοὺς λύκους μὲἔνδυμα προβάτων, ἀπὸ τὶς ὑπερήφανες διαθέσεις τους καὶ τὴν ἀγάπη τους γιὰ τὴν ἐξουσία. Θὰ εἶναι συκοφάντες, προδότες, ἐνσπείροντες πανταχοῦ ἔχθραν καὶ κακίαν. Οἱ ἀληθινοὶ ὑπηρέται τοῦ Θεοῦ εἶναι ταπεινοί, ἀγαποῦν τὸν πλησίον καὶ εἶναι ὑπήκοοι εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.

Οἱ Μονάζοντες θὰ καταπιέζονται μεγάλως ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ὁ μοναχικὸς βίος θὰ περιφρονεῖται. Τὰ Μοναστήρια θὰ λιγοστεύσουν, ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν θὰ μειωθεῖ καὶ αὐτοὶ ποὺ θὰ μένουν θὰ ὑποφέρουν ποικίλους ἐκβιασμούς. Αὐτοὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ μοναχικοῦ βίου τέλος πάντων ἔχοντες ἐμφάνισιν μόνον εὐσεβείας, θὰ προσπαθοῦν νὰ ἑλκύουν τοὺς μοναχοὺς μὲ τὸ μέρος τῶν, ὑποσχόμενοι σ’ αὐτοὺς προστασία καὶ γήινα ἀγαθά, κακοποιοῦντες τοὺς ἀντιτιθεμένους σ’ αὐτοὺς μὲ διώξεις. Αὐτὲς οἱ κακοποιήσεις θὰ προξενοῦν μεγάλη ἀπόγνωση στοὺς ὀλιγοψύχους, ἀλλὰ ἐσὺ παιδί μου νὰ χαίρεσαι, διότι ἔχεις ζήσει μέχρι τοῦτον τὸν καιρόν, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου (Ματθ. ι´ 32), πιστοὶ τότε, ποὺ δὲν ἔχουν δείξει τίποτα ἄλλες ἀρετές, θὰ λάβουν στεφάνους μόνον καὶ μόνον ἐπειδὴ ἐστάθησαν στερεοὶ εἰς τὴν πίστιν. 

Νὰ φοβῆσαι τὸν Κύριον, παιδί μου. Νὰ φοβῆσαι μήπως ἀπολέσης τὸν στέφανον ποὺ ἑτοιμάσθηκε γιὰ σένα. Νὰ φοβῆσαι μὴν ἀποβληθῆς παρὰ τοῦ Κυρίου εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον καὶ τὴν αἰώνιον κόλασιν. Στέκε ἀνδρείως εἰς τὴν πίστιν καὶ ἐὰν εἶναι ἀναγκαῖον ὑπόμενε διωγμοὺς καὶ ἄλλες θλίψεις, διότι ὁ Κύριος θὰ εἶναι μαζί σου καὶ οἱ ἅγιοι Μάρτυρες καὶ Ὁμολογηταὶ θὰ βλέπουν μὲ χαρὰ τοὺς ἀγῶνας σου.

Ὅμως ἀλλοίμονον στοὺς μοναχοὺς σ᾽ αὐτὲς τὶς ἡμέρες ποὺ θὰ εἶναι δεμένοι μὲ ὑπάρχοντα καὶ πλούτη, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς ἀγάπης, τῆς «εἰρήνης» θὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑποταχθοῦν εἰς τοὺς αἱρετικούς. Αὐτοὶ θὰ ἀποκοιμίζουν τὴν συνείδησή τους μὲ τὸ νὰ λένε «ἐμεῖς συντηροῦμε καὶ σώζομε τὸ μοναστήρι, καὶ ὁ Κύριος θὰ μᾶς συγχωρήση». Οἱ ταλαίπωροι καὶ τυφλοὶ δὲν ἀντιλαμβάνονονται ὅτι διὰ μέσου τῆς αἱρέσεως οἱ δαίμονες θὰ εἰσέρχονται στὸ μοναστήρι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι πλέον τότε ἕνα ἅγιο μοναστήρι, ἀλλὰ γυμνοὶ τοῖχοι ἀπὸ ὅπου ἡ χάρις θὰ ἀποχωρεῖ.

Ὁ Θεὸς ὁπωσδήποτε εἶναι ἰσχυρότερος ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ποτὲ δὲν θὰ ἐγκαταλείψη τοὺς ὑπηρέτας του. Ἀληθινοὶ Χριστιανοὶ θὰ εὑρίσκονται ἕως τέλους τοῦ αἰῶνος τούτου, μόνον ποὺ θὰ προτιμοῦν νὰ ζοῦν σὲ ἀπομακρυσμένους καὶ ἐρημικοὺς τόπους. Νὰ μὴν φοβῆσαι τὶς θλίψεις, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ φοβῆσαι τὴν ὀλέθριον αἵρεσιν, διότι αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς γυμνώνη ἀπὸ τὴν θεία χάρη καὶ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Χριστόν. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ θεωροῦμε τοὺς αἱρετικοὺς σὰν Χριστοκαπήλους καὶ εἰδωλολάτρας. Καὶ ἔτσι παιδί μου ἐνδυναμοῦ μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Βιάσου νὰ ὁμολογήσεις ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ νὰ ὑπομένεις θλίψεις σὰν καλὸς στρατιώτης τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ (Β Τιμ. β´ 1-3), ὁ ὁποῖος εἶπε «γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς» (Ἀποκ. β´ 10). Εἰς Αὐτὸν σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι ἂς εἶναι Δόξα, Τιμὴ καὶ Κράτος εἰς αἰῶνα αἰώνων. Ἀμήν.

πηγή: christianvivliografia

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΙΣ

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΙΣ

Τοῦ  Μοναχοῦ Μακαρίου Κουτλουμουσιανοῦ

 Κυριακή, 8/21 Μαΐου 2017

     Επειδή πολύς ο λόγος στις ημέρες μας περί φωτισμένων γερόντων και όχι μόνο, οι οποίοι  “φωτισμένοι” γέροντες διδάσκουν κάποιες αντιπατερικές και ανορθόδοξες διδασκαλίες του μυαλού τους  εις βάρος των Ορθόδοξων ψυχών, οφείλουμε συν Θεώ να κάνουμε ορισμένες διευκρινήσεις.

Σύμφωνα με την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων μας φωτισμένος δεν είναι αυτός που γνωρίζει πολλά γράμματα ούτε βέβαια αυτός που έχει πολλές γνώσεις Πατερικών κειμένων και διδαγμάτων, αλλά είναι αυτός που σε στιγμή που δεν περίμενε έχοντας για ανάξιο και αμαρτωλό τον εαυτό του  φανερώθηκε και εγκαταστάθηκε η βαπτισματική του Χάρη-Φως στην ψυχή και στο σώμα του.

Τρία χαρίσματα λέγουν οι Θεοφόροι Πατέρες μας, δίνει αμέσως η Θεία Χάρη όταν φανερωθεί και κατοικήσει μόνιμα στον άνθρωπο.

Του δίνει το χάρισμα της αδιαλείπτου ευχής, της διακρίσεως και της διοράσεως, το χάρισμα της διοράσεως βαθμηδόν γίνεται στον άνθρωπο προόραση και προφητεία.

Δια της  αδιαλείπτου ευχής έχοντας νύχτα και μέρα την συνεχή μνήμη Θεού ο Χριστιανός γίνεται ζωντανός Ναός του Αγίου Πνεύματος.
Δια της διακρίσεως μπορεί και ξεχωρίζει αλάνθαστα την Ενέργεια της Χάρης απο την ενέργεια των δαιμόνων, διότι έχοντας εμπειρικά και μόνιμα την Χάρη Του Αγίου Πνεύματος στην ψυχή και στο σώμα του αντιλαμβάνεται και αποδιώχνει κάθε ξένη και ενάντια ενέργεια.
Τουτέστιν μπορεί να μας συμβουλέψει απλανώς και να μας γλιτώσει απο πειρασμούς.
 
Και τέλος δια της διοράσεως μπορεί και βλέπει την ψυχή του άλλου, αισθάνεται την σκέψη και την θέληση του αδελφού ανεξαρτήτως γεωγραφικής αποστάσεως, πιάνοντας και λογισμούς.

Πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε ένα Φωτισμένο γέροντα χωρίς να πλανηθούμε και έτσι να δεχτούμε αντί για τσομπάνο λύκο;
 
Ο Φωτισμένος είναι ένας απλός άνθρωπος ο οποίος κρύβει τον εαυτό του φοβούμενος μη χάσει τον θησαυρό που του χάρισε ο Χριστός, δεν έχει κάποιο φωτοστέφανο στο κεφάλι του για να μπορούμε να τον ξεχωρίσουμε, ούτε βαδίζει πάνω στις θάλασσες, ούτε μετακινεί βουνά, ούτε ανασταίνει νεκρούς και βεβαίως αν τον ρωτήσουμε είσαι φωτισμένος, έχεις την αδιάλειπτο προσευχή, φυσικά δεν θα μας απαντήσει διότι τρέμει τον λόγο των Θεοφόρων Πατέρων που λέγει, "αν θελεις να χάσεις κάτι πες το και το έχασες".

Υπάρχουν ομως τρία χαρακτηριστικά σημεία που μπορούμε συν Θεώ να τους αναγνωρίσουμε.
 
Το πρώτο είναι οτι δεν αμφισβητούν τούς λόγους των Φωτισμένων πού προηγήθηκαν απο αυτούς εως των ελαχίστων λεπτομερειών.
Το δεύτερο είναι οτι, όσο και να συζητάμε μαζί τους δεν κατακρίνουν, δεν κατηγορούν τους αδελφούς και τους αδελφούς εχθρούς για τα πράγματα και την δόξα του κοσμού τούτου, αλλά αντιθέτως συγχωρούν και δικαιολογούν εκτός αν πρόκειται για θέματα Πίστεως οπου δεν υφίσταται κατάκριση.
 
Και τέλος το τρίτο ειναι ο λόγος τους.
 
Έχοντας δια της αδιαλείπου ευχής μια συνεχή πληροφορία του Θεού στην καρδιά τους, όταν μας μιλούν, τα λόγια τους συνοδευόμενα από την Χάρη Του Χριστού δεν μπαίνουν στο μυαλό μας,
αλλά στην καρδιά μας.\
Πείθουν την καρδιά μας να πιστέψει και χωρίς να θέλει.

Εμείς βέβαια δεν είμαστε Άγιοι, αμαρτωλοί ειμαστε, οι Άγιοι ειναι απο την άλλη μεριά, αν ομως  συν Θεώ κάνουμε με λόγο και με έργο αυτά που μας λέγουν οι Άγιοι που προηγήθηκαν απο εμάς θα λάβουμε και εμείς πλουσίως και αμέτρως αυτό που έλαβαν και Εκείνοι.


Χριστός Ανέστη

Μοναχός Μακάριος Κουτλουμουσιανος

Κακοὶ Λογισμοί∙ Ἡ Ἀρρώστια τῆς Ἐποχῆς μας

       Κακοὶ Λογισμοί∙ Ἡ Ἀρρώστια τῆς Ἐποχῆς μας

Ο όσιος Πιτυρούν (29/11) παρατηρεί: «Να ηξεύρετε, τέκνα μου ακόμα ότι διά κάθε πάθος του ανθρώπου υπάρχουν και τα ανάλογα δαιμόνια, τα οποία επιτηρούν και παρακολουθούν τα πάθη αυτά. Ήτοι, δαιμόνιο στην υπερηφάνεια, δαιμόνιο στην φιλαργυρία, δαιμόνιο στην φιληδονία και γαστριμαργία, ομοίως και σε άλλα πάθη. Τα οποία δαιμόνια όποιος θέλει να τα αποδιώξη από αυτόν, είναι ανάγκη να ξερριζώνη τα πάθη από την καρδιά του, στην οποία αυξάνουν από τους πονηρούς λογισμούς».

● Κάποτε πήγε κάποιος μοναχός να ζητήση τη βοήθεια του αγίου Πέτρου Αλεξανδρείας για τον λογισμό της βλασφημίας. Του απαντά ο όσιος: «Πήγαινε, τέκνο μου, και φρόντισε για τα υπόλοιπα αμαρτήματά σου την ευθύνη και την ενοχή για το λογισμό αυτό άφησέ την σε εμένα. Μη λησμονής -συνέχισε ο Επίσκοπος Πέτρος- ότι εκείνος που πιστεύει ολοψύχως στον Θεό και τον προσκυνεί είναι τελείως ανεύθυνος από το λογισμό αυτό. Ο λογισμός αυτός είναι καθ’ ολοκληρία διαβολική επήρεια και πονηρή εφεύρεση του Σατανά, θέλοντας δι’ αυτού του τρόπου να μας εμποδίση από την εναντίον του πάλη και να μας αποσπάση από τη διαρκή σκέψη και επικοινωνία με τον Θεό.

● Το ίδιο συνέβη και με τον όσιο Παμβώ. Όταν παρεκάλει τον Θεό να τον απαλλάξη από την ενόχληση αυτή, άκουσε από τον ουρανό μία φωνή, που του έλεγε· «Παμβώ, Παμβώ, μη στεναχωριέσαι διά ξένη αμαρτία, αλλά μόνο να φροντίζης για τις πράξεις σου· τις βλασφημίες, που εμπνέει ο πονηρός, άφησέ τες επάνω του». Εμείς φταίμε μόνο όταν καλλιεργούμε το λογισμό και κάνουμε, όπως λέγει ο όσιος Παΐσιος, το μυαλό μας αεροδρόμιο.

● Στον Ευεργετινό διαβάζουμε: «Σχετικά μάλιστα και στην Αγία Γραφή έχει γραφή: «Χείμαρροι ανομίας εξετάραξάν με» (Ψαλμ. ιζ 5) και «ο Θεός ημών καταφυγή και δύναμις, βοηθός εν θλίψεσι ταις ευρούσαις ημάς σφόδρα, δια τούτο ου φοβηθησόμεθα εν τω ταράσσεσθαι την γην» (Ψαλμ. με 2-3), δηλ. «ο Θεός είναι για εμάς καταφύγιο και πηγή δυνάμεως· είναι βοηθός μας στις φοβερές αυτές θλίψεις, που μας βρήκαν, δι’ αυτό δεν πρέπει να φοβηθούμε, όταν δούμε να ταράσσεται η γη».

Όταν λοιπόν ενοχλήση την διάνοιά σου πονηρός λογισμός, να βοήσης με δάκρυα και με όλη την δύναμη της ψυχής σου προς τον Θεό λέγοντας: «Κύριε, ευσπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό και διώξε από κοντά μου τον πονηρό καταργώντας την κατ’ εμού δύναμή του». Ο Θεός είναι καρδιογνώστης και ως εκ τούτου γνωρίζει ποιές εκ των βαθυτέρων σκέψεών μας προέρχονται από την ιδική μας θεληματική κακοήθη γνώμη (οπότε είμεθα και υπεύθυνοι), και ποιές εμβάλλονται μέσα στην ψυχή μας, παρά την θέλησή μας, από την κακία των δαιμόνων (οπότε είμεθα και ανεύθυνοι, εφ’ όσον δεν συγκατατεθούμε σ’ αυτούς).

Γνώριζε δε και τούτο· ότι εφ’ όσον αγωνίζεσαι και υπομένεις να δουλεύης στον Κύριο, τόσο και η διάνοιά σου θα αποβαίνη καθαρωτέρα, όπως επίσης και οι διαλογισμοί σου. Αυτό στηρίζεται σ’ αυτό που είπε ο Κύριος. «Κάθε κλήμα της αμπέλου μου που δεν καρποφορεί το αποκόπτω κάθε δε κλήμα, που καρποφορεί το καθαρίζω, δια να αποδώση ακόμη περισσότερους καρπούς» (Ιωάν. ιε 1-2).

Μόνον να θέλης ειλικρινά την σωτηρία της ψυχής σου, αυτό είναι αρκετό, διότι ο Κύριος, ως ισχυρός συνεργός, βοηθεί όσους εναγωνίως επιζητούν την σωτηρία της ψυχής τους».

(“Ορθόδοξος Τύπος”)

Πηγή: orthodoxia.online

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

kyriaki tou tyflou

                                                            ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Πράξ. κστ΄ 1,12-20)

Ἔν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, Ἀγρίππας ὁ βασιελύς πρὸς τὸν Παῦλον ἔφη· Ἐπιτρέπεταί σοι ὑπὲρ σεαυτοῦ λέγειν. Τότε ὁ Παῦλος ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἀπελογεῖτο· Ἐν οἷς καὶ πορευόμενος εἰς τὴν Δαμασκὸν μετ’ ἐξουσίας καὶ ἐπιτροπῆς τῆς παρὰ τῶν ἀρχιερέων, ἡμέρας μέσης κατὰ τὴν ὁδὸν εἶδον, βασιλεῦ, οὐρανόθεν ὑπὲρ τὴν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου περιλάμψαν με φῶς καὶ τοὺς σὺν ἐμοὶ πορευομένους· πάντων δὲ καταπεσόντων ἡμῶν εἰς τὴν γῆν ἤκουσα φωνὴν λαλοῦσαν πρός με καὶ λέγουσαν τῇ Ἑβραΐδι διαλέκτῳ, Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν. Ἐγὼ δὲ εἶπον· Τίς εἶ, Κύριε; Ὁ δὲ εἶπεν· Ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις. Ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου· εἰς τοῦτο γὰρ ὤφθην σοι, προχειρίσασθαί σε ὑπηρέτην καὶ μάρτυρα ὧν τε εἶδες ὧν τε ὀφθήσομαί σοι, ἐξαιρούμενός σε ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐθνῶν, εἰς οὓς ἐγώ σε ἀποστέλλω ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς αὐτῶν, τοῦ ἐπιστρέψαι ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ σατανᾶ ἐπὶ τὸν Θεόν, τοῦ λαβεῖν αὐτοὺς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ κλῆρον ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πίστει τῇ εἰς ἐμέ. Ὅθεν, βασιλεῦ Ἀγρίππα, οὐκ ἐγενόμην ἀπειθὴς τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ, ἀλλὰ τοῖς ἐν Δαμασκῷ πρῶτον καὶ Ἱεροσολύμοις, εἰς πᾶσάν τε τὴν χώραν τῆς Ἰουδαίας καὶ τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγέλλω μετανοεῖν καὶ ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεόν, ἄξια τῆς μετανοίας ἔργα πράσσοντας.


Μετάφραση

Ἔκεῖνες τίς ἡμέρες, ὁ βασιλιᾶς Ἀγρίππας εἶπε στόν Παῦλο: «Σού ἐπιτρέπεται νά ἀπολογηθεῖς». Τότε ὁ Παῦλος σήκωσε τό χέρι του καί ἄρχισε τήν ἀπολογία του: «Πηγαίνοντας γι΄ αὐτόν τό σκοπό στή Δαμασκό μέ ἐξουσιοδότηση καί ἄδεια ἀπό τούς ἀρχιερεῖς, εἶδα στό δρόμο, βασιλιά μου, μέρα μεσημέρι, ἕνα φῶς ἀπό τόν οὐρανό, πιό λαμπρό κι ἀπό τόν ἥλιο, νά μέ περιβάλλει μέ τή λάμψη του κι ἐμένα κι αὐτούς πού πήγαιναν μαζί μου. Ὅλοι μας πέσαμε στή γῆ, κι ἐγώ ἄκουσα μία φωνή ποῦ μοῦ ἔλεγε στήν ἑβραϊκή γλώσσα: «Σαούλ, Σαούλ, γιατί μέ καταδιώκεις; Εἶναι ὀδυνηρό νά κλοτσᾶς στά καρφιά». Ἐγώ ρώτησα: «ποιός εἶσαι, Κύριε;» Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: «ἐγώ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, πού ἐσύ τόν καταδιώκεις. Σήκω ὅμως καί στάσου στά πόδια σου. Γι΄ αὐτό σοῦ φανερώθηκα: γιά νά σέ πάρω στήν ὑπηρεσία μου καί νά σέ καταστήσω μάρτυρα γι΄ αὐτά πού θά σοῦ δείξω ἀκόμη. Θά σέ προστατεύω ἀπό τό λαό σου καί ἀπό τούς ἐθνικούς, στούς ὁποίους ἐγώ σέ στέλνω, γιά ν΄ ἀνοίξεις τά μάτια τους, ὥστε νά ἐπιστρέψουν ἀπό τό σκοτάδι στό φῶς κι ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ σατανᾶ στό Θεό. Γιατί, ἄν πιστέψουν σ΄ ἐμένα θά λάβουν τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τους καί μία θέση ἀνάμεσα σ΄ ἐκεῖνους πού ἀνήκουν στό Θεό». Ὕστερα ἀπ΄ αὐτά, βασιλιά Ἀγρίππα, δέν ἀρνήθηκα νά ὑπακούσω στήν οὐράνια ὀπτασία, ἀλλά ἄρχισα νά κηρύττω, πρῶτα σ΄ αὐτούς πού ἦταν στή Δαμασκό καί στά Ἱεροσόλυμα κι ὕστερα σ΄ ὅλη τη χώρα τῆς Ἰουδαίας καί στούς ἐθνικούς, νά μετανοήσουν καί νά ἐπιστρέψουν στό Θεό καί μετά νά δείχνουν τή μετάνοιά τους πράττοντας ἀνάλογα ἔργα».

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ (Ἰωάν., θ΄ 1-38)

Τῷ καιρῷ ἐκεῖνῳ, παράγων ὁ Ἰησοῦς, εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Ὁὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. Ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. Ὃταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Ὁἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Ὁὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; Ἂλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. Ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. Ἒλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. Εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; Λέγει· Ὁὐκ οἶδα. Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. Ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. Ἒλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Ὁὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. Ἂλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; Καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. Λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. Ὁὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Ὁὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; Πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; Ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Ὁἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. Διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. Ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; Πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; Ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. Ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. Ὁἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ' ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. Ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου· Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. Ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; Καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. Ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Μετάφρασις

Καθώς πήγαινε στό δρόμο του ὁ Ἰησοῦς, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο πού εἶχε γεννηθεῖ τυφλός. Τον ρώτησαν, λοιπόν, οἱ μαθητές του: «Διδάσκαλε, ποιός ἁμάρτησε καί γεννήθηκε αὐτός τυφλός, ὁ ἴδιος ἤ οἱ γονεῖς του;» Ὁ Ἰησοῦς ἀπάντησε: «Ὁὔτε αὐτός ἁμάρτησε οὔτε οἱ γονεῖς του, ἀλλά γεννήθηκε τυφλός γιά νά φανερωθεῖ ἡ δύναμη τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ πάνω σ΄ αὐτόν. Ὅσο διαρκεῖ ἡ μέρα, πρέπει νά ἐκτελῶ τά ἔργα ἐκείνου πού μ΄ ἔστειλε. Ἔρχεται ἡ νύχτα, ὅποτε κανένας δέν μπορεῖ νά ἐργάζεται. Ὅσο εἶμαι σ΄ αὐτόν τόν κόσμο, εἶμαι τό φῶς γιά τόν κόσμο». Ὅταν τά εἶπε αὐτά ὁ Ἰησοῦς, ἔφτυσε κάτω, ἐφτίαξε πηλό ἀπό τό φτύμα, ἄλειψε μέ τόν πηλό τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου, καί τοῦ εἶπε: «Πήγαινε νά νιφτεῖς στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ» - πού σημαίνει «ἀπεσταλμένος ἀπό τό Θεό». Ξεκίνησε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, πῆγε καί νίφτηκε καί, ὅταν γύρισε πίσω ἔβλεπε. Τότε οἱ γείτονες κι ὅσοι τόν ἔβλεπαν προηγουμένως ὅτι ἦταν τυφλός, ἔλεγαν: «Αὐτός δέν εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού καθόταν ἐδῶ καί ζητιάνευε;» Μερικοί ἔλεγαν: «Αὐτός εἶναι», ἐνῶ ἄλλοι ἔλεγαν: «Ὄχι, εἶναι κάποιος πού τοῦ μοιάζει». Ὁ ἴδιος ὅμως ἔλεγε «Ἐγώ εἶμαι». Τότε τόν ρωτοῦσαν: «Πῶς, λοιπόν, ἄνοιξαν τά μάτια σου;» Ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Ἕνας ἄνθρωπος πού τόν λένε Ἰησοῦ ἔκανε πηλό, μοῦ ἄλειψε τά μάτια καί μοῦ εἶπε: πήγαινε στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ καί νίψου· πῆγα λοιπόν ἐκεῖ, νίφτηκα καί βρῆκα τό φῶς μου». Τόν ρώτησαν: «Ποῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος;» «Δέν ξέρω», τούς ἀπάντησε. Τόν ἔφεραν τότε στούς Φαρισαίους, τόν ἄνθρωπο πού ἦταν ἄλλοτε τυφλός. Ἡ μέρα πού ἐφτίαξε ὁ Ἰησοῦς τόν πηλό καί τοῦ ἄνοιξε τά μάτια ἦταν Σάββατο. Ἄρχισαν λοιπόν οἱ Φαρισαῖοι νά τό ρωτοῦν πάλι πώς ἀπέκτησε τό φῶς του. Αὐτός τούς ἀπάντησε: «Ἔβαλε πάνω στά μάτια μου πηλό, νίφτηκα καί βλέπω». Μερικοί ἀπό τους Φαρισαίους ἔλεγαν: «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά εἶναι σταλμένος ἀπό τό Θεό, γιατί δεν τηρεῖ τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου». Ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν: «Πῶς μπορεῖ ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος νά κάνει τέτοια σημεῖα;» Καί ὑπῆρχε διχογνωμία ἀνάμεσά τους. Ρωτοῦν λοιπόν πάλι τόν τυφλό: «Ἐσύ τί λές γι΄ αὐτόν; πῶς ἐξηγεῖς ὅτι σοῦ ἄνοιξε τά μάτια;» Κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε: «Εἶναι προφήτης». Ὁἱ Ἰουδαῖοι ὅμως δέν ἐννοοῦσαν νά πιστέψουν πώς αὐτός ἦταν τυφλός κι ἀπέκτησε τό φῶς του, ὥσπου κάλεσαν τούς γονεῖς τοῦ ἀνθρώπου καί τούς ρώτησαν: «Αὐτός εἶναι ὁ γιός σας πού λέτε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Πῶς, λοιπόν, τώρα βλέπει;» Ὁἱ γονεῖς του τότε ἀποκρίθηκαν: «Ξέρουμε πώς αὐτός εἶναι ὁ γιός μας κι ὅτι γεννήθηκε τυφλός· πῶς ὅμως τώρα βλέπει, δέν τό ξέρουμε, ἤ ποιός τοῦ ἄνοιξε τά μάτια, ἐμεῖς δέν τό ξέρουμε. Ρωτῆστε τόν ἴδιο· ἐνήλικος εἶναι, αὐτός μπορεῖ νά μιλήσει γιά τόν ἑαυτό του». Αὐτά εἶπαν οἱ γονεῖς του, ἀπό φόβο πρός τούς Ἰουδαίους. Γιατί, οἱ Ἰουδαῖοι ἄρχοντες εἶχαν κιόλας συμφωνήσει νά ἀφορίζεται ἀπό τή συναγωγή ὅποιος παραδεχτεῖ πώς ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. Γι΄ αὐτό εἶπαν οἱ γονεῖς του, «ἐνήλικος εἶναι, ρωτῆστε τόν ἴδιο». Κάλεσαν, λοιπόν, γιά δεύτερη φορᾶ τόν ἄνθρωπο πού ἦταν πρίν τυφλός καί τοῦ εἶπαν: «Πές τήν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἐμεῖς ξέρουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶναι ἁμαρτωλός». Ἐκεῖνος τότε τούς ἀπάντησε: «Ἄν εἶναι ἁμαρτωλός, δέν τό ξέρω· ἕνα ξέρω: πώς, ἐγώ ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα βλέπω». Τόν ρώτησαν τότε: «Τί σοῦ ἔκανε; Πῶς σοῦ ἄνοιξε τά μάτια;» «Σᾶς τό εἶπα κιόλας», τούς ἀποκρίθηκε, «ἀλλά δέν πειστήκατε· γιατί θέλετε νά τό ξανακούσετε; Μήπως θέλετε κι ἐσεῖς νά γίνετε μαθητές του;» Τόν περιγέλασαν τότε καί τοῦ εἶπαν: «Ἐσύ εἶσαι μαθητής ἐκείνου· ἐμεῖς εἴμαστε μαθητές τοῦ Μωυσῆ· ἐμεῖς ξέρουμε πώς ὁ Θεός μίλησε στό Μωυσῆ, ἐνῶ γι΄ αὐτόν δέν ξέρουμε τήν προέλευσή του». Τότε ἀπάντησε ὁ ἄνθρωπος καί τούς εἶπε: «Ἐδῶ εἶναι τό παράξενο, πῶς ἐσεῖς δέν ξέρετε ἀπό ποῶ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, κι ὅμως αὐτός μοῦ ἄνοιξε τά μάτια. Ξέρουμε πώς ὁ Θεός τούς ἁμαρτωλούς δέν τούς ἀκούει, ἀλλά ἄν κάποιος τόν σέβεται καί κάνει τό θέλημά του, αὐτόν τόν ἀκούει. Ἀπό τότε πού ἔγινε ὁ κόσμος δέν ἀκούστηκε ν΄ ἀνοίξει κανείς τά μάτια γεννημένου τυφλοῦ. Ἄν αὐτός δέν ἦταν ἀπό τό Θεό δέν θά μποροῦσε νά κάνει τίποτα». «Ἐσύ εἶσαι βουτηγμένος στήν ἁμαρτία ἀπό τότε πού γεννήθηκες», τοῦ ἀποκρίθηκαν, «καί κάνεις τό δάσκαλο σ΄ ἐμᾶς;» Καί τόν πέταξαν ἔξω. «Ὁ Ἰησοῦς ἔμαθε ὅτι τόν πέταξαν ἔξω καί, ὅταν τόν βρῆκε, τοῦ εἶπε: «Ἐσύ πιστεύεις στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ;» Ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε: «Καί ποιός εἶναι αὐτός, κύριε γιά νά πιστέψω σ΄ αὐτόν;» «Μά τόν ἔχεις κιόλας δεῖ», τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς. «Αὐτός πού μιλάει τώρα μαζί σου, αὐτός εἶναι». Τότε ἐκεῖνος εἶπε: «Πιστεύω Κύριε», καί τόν προσκύνησε.


Ὄχι μόνο μὲ ψωμί: ἡ ἄσκησις στὴν ἐποχή τῆς καταναλώσεως


Ὄχι μόνο μὲ ψωμί: ἡ ἄσκησις στὴν ἐποχή τῆς καταναλώσεως

Σταύρου Φωτίου

Η αρμονική κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό και, κατ᾽ επέκταση, με τον εαυτό του, τον συνάνθρωπό του και τη φύση, είναι η πρόταση ζωής που φανερώνει στους ανθρώπους ο Χριστός. Κάθε άνθρωπος καλείται να υποδεχθεί την αγάπη του Θεού, να κατανοήσει τον έσωθέν του κόσμο, να εκλάβει τον συνάνθρωπο ως αδελφό, να θεωρήσει τη φύση ως μέγα οίκο μέσα στον οποίο φιλοξενείται η ζωή. Για την επίτευξη της υπαρξιακής αυτής στοχοθεσίας απαιτείται προσπάθεια, πράγμα που στη θεολογική ορολογία ονομάζεται άσκηση.
Τα ιερά και τίμια της ζωής, τα βαθιά υπαρξιακά βιώματα, δεν επιτυγχάνονται αυτόματα αλλά προϋποθέτουν αγώνα πολλύ. Κατά συνέπεια η άσκηση βρίσκεται στους αντίποδες της μαγικής νοοτροπίας, χαρακτηριστικού γνωρίσματος του ανώριμου πνευματικά ανθρώπου. Ο αρχάριος της ζωής αναζητά έναν εύκολο τρόπο με τον οποίο θα λύσει διά μιας όλα του τα προβλήματα -οικογενειακά, οικονομικά, κοινωνικά. Στη μαγική θεώρηση της ζωής η προπαρασκευή και η προεργασία, ο μόχθος και ο κόπος, παραγνωρίζονται. Ο άνθρωπος επιζητεί να έχει το μέγιστο αποτέλεσμα καταβάλλοντας το ελάχιστο τίμημα. Η Εκκλησία, προβάλλοντας την άσκηση, καλεί τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη μαγική νοοτροπία, κάθε φαντασιακή παντοδυναμία ή παθητική μοιρολατρία.
Η συνάντηση με τον Θεό και οι αυθεντικές ανθρώπινες σχέσεις απαιτούν διαρκή καλλιέργεια, βασική δε προϋπόθεσή τους είναι η νίκη επί της φιλαυτίας, δηλαδή της φιλοδοξίας, της φιληδονίας και της φιλοχρηματίας. Kάθε αυτοδικαίωση και φαρισαϊσμός, η αρχή της ήσσονος προσπάθειας και η δικαιολογία «για όλα φταίνε οι άλλοι», απορρίπτονται. Αθλούμενοι οι άνθρωποι, ενηλικιώνονται πνευματικά, που σημαίνει αναλαμβάνουν την ευθύνη τους για ό,τι συμβαίνει μέσα τους και ανάμεσά τους: ευθύνη όχι μόνο για αυτά που πράττουν αλλά και ευθύνη για αυτά που αποφεύγουν να πράξουν.
Στους καιρούς της κοσμικής επίδειξης και του «όλα επιτρέπονται» η άσκηση συγκρούεται με την καταναλωτική λογική, για την οποία τα πάντα είναι αναλώσιμα. Έτσι, η άσκηση θυμίζει ότι π.χ. στον γάμο και τη φιλία, στην εργασία και την αγωγή, οι άνθρωποι είναι πρόσωπα μοναδικά και ανεπανάληπτα, και συνεπώς μη αντικαταστατά. Οι όντως διαπροσωπικές σχέσεις είναι σχέσεις χάριτος και δωρεάς, υπερβαίνουν την ανταλλακτική αγοραπωλησία. Η άσκηση θα βοηθήσει τον άνθρωπο να τιθασσεύσει τον εγωκεντρισμό του για να φανερωθεί το εσύ και να αναδειχθεί το εμείς.
Τρεις δε είναι οι κύριες μορφές της: η προσευχή, η νηστεία και η αγρυπνία. Με την προσευχή ο άνθρωπος θα αφουγκραστεί τη φωνή του Θεού και θα ιεραρχήσει σωστά τις ανάγκες του. Τότε θα αναδυθεί σε υπεύθυνο πρόσωπο, που δεν προσδιορίζεται από κανένα βιολογικό ή κοινωνικό προκαθορισμό, αλλά ελεύθερα καλείται να κατευθύνει την ιστορία προς τη φιλοθεΐα και τη φιλανθρωπία και όχι προς το Άουσβιτς και τη Χιροσίμα. Με τη νηστεία θα διακρίνει τις πραγματικές από τις πλασματικές ανάγκες, το αναγκαίο από το περιττό. Έτσι θα μειώσει τις ανάγκες του στο ελάχιστο για να προσφέρει στον συνάνθρωπο το μέγιστο. Θα μάθει ότι ο συνάνθρωπος έχει ανάγκες, για τη θεραπεία των οποίων οφείλει να μεριμνά. Τότε θα μοιράζεται ό,τι έχει και ό,τι είναι: χρήματα και χρόνο, γνώσεις και πράγματα, στοργή και τρυφερότητα. Θα ανακαλύψει ότι όπως χωρίς βιολογική τροφή ο άνθρωπος πεθαίνει, παρόμοια πεθαίνει και χωρίς τροφή υπαρξιακή.
Μέγιστη δε υπαρξιακή τροφή του ανθρώπου είναι η κοινωνία του με τον Θεό, στην οποία θα βιώσει την ελευθερία και την αγάπη, τη δικαιοσύνη και την αδελφοσύνη. Με την αγρυπνία ο άνθρωπος θα αφυπνισθεί από την υπαρξιακή ύπνωση, θα θυμηθεί τον υπαρξιακό του προορισμό. Θα πιστοποιήσει εμπειρικά ότι μόνο η γενναιοδωρία και η καλοσύνη δεν χάνονται στο διάβα του χρόνου, μόνο η αυτοπροσφορά και η αυτοθυσία διασώζουν το πέρασμα του ανθρώπου στη γη. Θα αγωνισθεί για να εκλείψει ο θάνατος από ασιτία και ο θάνατος από νόημα ζωής, για να λαμπροφορήσει η ζωή και να καρπίσουν τα όνειρα. Με την άσκηση η Eκκλησία θυμίζει στον άνθρωπο τον έσχατο σκοπό της ζωής: τη θεογνωσία, που επιφέρει την αυτογνωσία, την κοινωνικότητα και τη φυσική θεωρία.

Τὸ Εὐαγγελικὸν Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς (᾿Ιωάν. θ´ 1-38) «Ἠ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ»

Τῶ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ ᾿Ιησοῦς, εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ῾Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; ᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. ᾿Εμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. ῞Οταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ῞Υπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ᾿Απῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ῎Αλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ᾿Εκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι.
῎Ελεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; ᾿Απεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ῎Ανθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. Εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; Λέγει· Οὐκ οἶδα. ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. ῏Ην δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. ῎Ελεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ῎Αλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; Καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. Λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ῾Ο δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. Οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; Πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; ᾿Απεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. Διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. ᾿Εφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. ᾿Απεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; Πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· Τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; ᾿Ελοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ῾Ημεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. ᾿Απεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ᾿Εν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. Οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ᾿ ἐάν τις θεοσεβὴς ͺᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. ᾿Εκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. ᾿Απεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ᾿Εν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; Καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. ῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ; ᾿Απεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. ῾Ο δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Απόδοση στη νεοελληνική
 
Εκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς πήγαινε στὸν δρόμο του ὁ ᾿Ιησοῦς, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε γεννηθεῖ τυφλός. Τὸν ρώτησαν, λοιπόν, οἱ μαθητές του· Διδάσκαλε, ποιὸς ἁμάρτησε καὶ γεννήθηκε αὐτὸς τυφλός, ὁ ἴδιος ἢ οἱ γονεῖς του; ῾Ο ᾿Ιησοῦς ἀπάντησε· Οὔτε αὐτὸς ἁμάρτησε οὔτε οἱ γονεῖς του, ἀλλὰ γεννήθηκε τυφλὸς γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ δύναμη τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ πάνω σ’ αὐτόν. ῞Οσο διαρκεῖ ἡ μέρα, πρέπει νὰ ἐκτελῶ τὰ ἔργα ἐκείνου ποὺ μ’ ἔστειλε. ῎Ερχεται ἡ νύχτα, ὁπότε κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἐργάζεται. ῞Οσο εἶμαι σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, εἶμαι τὸ φῶς γιὰ τὸν κόσμο. ῞Οταν τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔφτυσε κάτω, ἔφτιαξε πηλὸ ἀπὸ τὸ φτύμα, ἄλειψε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, καὶ τοῦ εἶπε· Πήγαινε νὰ νιφτεῖς στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ ποὺ σημαίνει ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό. Ξεκίνησε, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, πῆγε καὶ νίφτηκε καί, ὅταν γύρισε πίσω, ἔβλεπε. Τότε οἱ γείτονες κι ὅσοι τὸν ἔβλεπαν προηγουμένως ὅτι ἦταν τυφλός, ἔλεγαν· Αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ καθόταν ἐδῶ καὶ ζητιάνευε; Μερικοὶ ἔλεγαν· Αὐτὸς εἶναι, ἐνῶ ἄλλοι ἔλεγαν· Εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ μοιάζει. ῾Ο ἴδιος ὅμως ἔλεγε·᾿Εγὼ εἶμαι. Τότε τὸν ρωτοῦσαν· Πῶς, λοιπόν, ἄνοιξαν τὰ μάτια σου; ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε· ῞Ενας ἄνθρωπος ποὺ τὸν λένε ᾿Ιησοῦ ἔκανε πηλό, μοῦ ἄλειψε τὰ μάτια καὶ μοῦ εἶπε· πήγαινε στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψου· πῆγα λοιπὸν ἐκεῖ, νίφτηκα καὶ βρῆκα τὸ φῶς μου. Τὸν ρώτησαν, λοιπόν· Ποῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος; Δὲν ξέρω, τοὺς ἀπάντησε. Τὸν ἔφεραν τότε στοὺς Φαρισαίους, τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν ἄλλοτε τυφλός. ῾Η μέρα ποὺ ἔφτιαξε ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν πηλὸ καὶ τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια ἦταν Σάββατο. ῎Αρχισαν λοιπὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι νὰ τὸν ἐρωτοῦν πάλι πῶς ἀπέκτησε τὸ φῶς του. Αὐτὸς τοὺς ἀπάντησε· ῎Εβαλε πάνω στὰ μάτια μου πηλό, νίφτηκα καὶ βλέπω. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους ἔλεγαν· Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό, γιατὶ δὲν τηρεῖ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου. ῎Αλλοι ὅμως ἔλεγαν· Πῶς μπορεῖ ἕνας ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος νὰ κάνει τέτοια σημεῖα; Καὶ ὑπῆρχε διχογνωμία ἀνάμεσά τους. Ρωτοῦν λοιπὸν πάλι τὸν τυφλό· ᾿Εσὺ τί λὲς γι’ αὐτόν; πῶς ἐξηγεῖς ὅτι σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια; Κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε· Εἶναι προφήτης. Οἱ ᾿Ιουδαῖοι ὅμως δὲν ἐννοοῦσαν νὰ πιστέψουν πὼς αὐτὸς ἦταν τυφλὸς κι ἀπέκτησε τὸ φῶς του, ὥσπου κάλεσαν τοὺς γονεῖς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοὺς ρώτησαν· Αὐτὸς εἶναι ὁ γιός σας ποὺ λέτε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Πῶς, λοιπόν, τώρα βλέπει; Οἱ γονεῖς του τότε ἀποκρίθηκαν· Ξέρουμε πὼς αὐτὸς εἶναι ὁ γιός μας κι ὅτι γεννήθηκε τυφλός· πῶς ὅμως τώρα βλέπει, δὲν τὸ ξέρουμε, ἢ ποιὸς τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια, ἐμεῖς δὲν τὸ ξέρουμε. Ἐρωτῆστε τὸν ἴδιο· ἐνήλικος εἶναι, αὐτὸς μπορεῖ νὰ μιλήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του. Αὐτὰ εἶπαν οἱ γονεῖς του, ἀπὸ φόβο πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους. Γιατί, οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἄρχοντες εἶχαν κιόλας συμφωνήσει νὰ ἀφορίζεται ἀπὸ τὴ συναγωγὴ ὅποιος παραδεχτεῖ πὼς ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. Γι’ αὐτὸ εἶπαν οἱ γονεῖς του, ἐνήλικος εἶναι, ρωτῆστε τὸν ἴδιο. Κάλεσαν, λοιπόν, γιὰ δεύτερη φορὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν πρὶν τυφλὸς καὶ τοῦ εἶπαν· Πὲς τὴν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἐμεῖς ξέρουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλός. ᾿Εκεῖνος τότε τοὺς ἀπάντησε· ῍Αν εἶναι ἁμαρτωλός, δὲν τὸ ξέρω· ἕνα ξέρω· πώς, ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα βλέπω. Τὸν ρώτησαν πάλι· Τί σοῦ ἔκανε; Πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια; Σᾶς τὸ εἶπα κιόλας, τοὺς ἀποκρίθηκε, ἀλλὰ δὲν πειστήκατε· γιατί θέλετε νὰ τὸ ξανακούσετε; Μήπως θέλετε κι ἐσεῖς νὰ γίνετε μαθητές του; Τὸν περιγέλασαν τότε καὶ τοῦ εἶπαν·᾿Εσὺ εἶσαι μαθητὴς ἐκείνου· ἐμεῖς εἴμαστε μαθητὲς τοῦ Μωυσῆ· ἐμεῖς ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς μίλησε στὸν Μωυσῆ, ἐνῶ γι’ αὐτὸν δὲν ξέρουμε τὴν προέλευσή του. Τότε ἀπάντησε ὁ ἄνθρωπος καὶ τοὺς εἶπε· ᾿Εδῶ εἶναι τὸ παράξενο, πὼς ἐσεῖς δὲν ξέρετε ἀπὸ ποῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, κι ὅμως αὐτὸς μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς δὲν τοὺς ἀκούει, ἀλλὰ ἂν κάποιος τὸν σέβεται καὶ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸν τὸν ἀκούει. ᾿Απὸ τότε ποὺ ἔγινε ὁ κόσμος, δὲν ἀκούστηκε ν’ ἀνοίξει κανεὶς τὰ μάτια ἑνὸς γεννημένου τυφλοῦ. ῍Αν αὐτὸς δὲν ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τίποτα.᾿Εσὺ εἶσαι βουτηγμένος στὴν ἁμαρτία ἀπὸ τότε ποὺ γεννήθηκες, τοῦ ἀποκρίθηκαν, καὶ κάνεις τὸν δάσκαλο σ’ ἐμᾶς; Καὶ τὸν πέταξαν ἔξω. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ἔμαθε ὅτι τὸν πέταξαν ἔξω καί, ὅταν τὸν βρῆκε, τοῦ εἶπε·᾿Εσὺ πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ; ᾿Εκεῖνος ἀποκρίθηκε· Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτός, κύριε, γιὰ νὰ πιστέψω σ’ αὐτόν; Μὰ τὸν ἔχεις κιόλας δεῖ, τοῦ εἶπε ὁ ᾿Ιησοῦς. Αὐτὸς ποὺ μιλάει τώρα μαζί σου, αὐτὸς εἶναι. Τότε ἐκεῖνος εἶπε· Πιστεύω Κύριε, καὶ τὸν προσκύνησε.