Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

ἈΝΟΙΧΤΗ ἘΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ἈΘΗΝΑΓΟΡΑ*

 

ἈΝΟΙΧΤΗ ἘΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ἈΘΗΝΑΓΟΡΑ*

ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ





Ἡ ἐπιθυμία τῆς Παναγιότητάς σας καί τῶν δικῶν σας ἀνθρώπων νᾷ υποταχθεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία στὸν Πάπα καὶ ὁ ἐκ μέρους σας ἀνεξήγητος ζῆλος, γέμισε τὴν καρδιά μας μὲ ἀνομολόγητην θλίψῃν καὶ ἀπογοήτευσιν. Τὰ ἀυτιά μας ἀκόμα σφυρίζουν ἀπό τὸ φρικτὸν αὐτὸ ἄκουσμα.

 Τὸ Ὀρθόδοξον ποίμνιον διχάστηκε. Ἄλλοι σὰς ἀκολούθησαν στὸν ὀλισθηρὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στην ἀπώλεια, ἐνῶ ἄλλοι παρέμειναν ἐδραιωμένοι καὶ ἀσάλευτοι στην Ορθόδοξον πίστιν τῶν πατέρων τούς, ἀποτροπιασμένοι καὶ μόνον στὴν σκέψιν ὅτι Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀγκάλιασε τὸν Πάπα καὶ μολύνθηκε ἀπὸ αὐτὸ τὸ βδέλυγμα τῆς ἀσεβείας.

 
Ἐκεῖνοι πού σὰς ἀκολούθησαν ἦσαν ἐκ τῶν προτέρων προδικασμένοι νᾷ σὰς ἀκολουθήσουν, καθὼς σκέφτονταν μόνο τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ήταν ματαιόδοξοι, ἄπιστοι καὶ ξενόδουλοι κόλακες καὶ κολακευόμενοι. Ἔσπευσαν, λοιπόν, νᾷ συνταχθούν με τὸν «κόσμο», με τὸν ἀμαρτωλό κόσμο τῆς ἐπίγειας άνεσης, με τῇ χωρὶς ταλαιπωρίες καὶ ἀγῶνα ζωὴ,  «εἰς τὴν ὧδε μένουσαν πόλιν» με αὐτοὺς ποὺ δεν ἐπιζητοῦν τῇ μελλοντικὴ ζωὴ, καθὼς τῇ θεωροῦν ἀνύπαρκτη καὶ μὴ πιστευτὴ.

 
Οἱ ἄλλοι, ὅμως, πιστοὶ παρέμειναν ἀσάλευτοι στην Ορθόδοξη πίστη, στῇ χώρα τῆς φτώχειας, τῶν στερήσεων, τῶν πειρασμῶν, τῶν διωγμῶν, ἐπειδὴ ήταν βέβαιοι ὅτι μέσα σὲ αὐτὰ βρίσκεται Κύριος, Αὐτὸς ποὺ εἶπε ὅτι Ἐκκλησία Του θα εἶναι συνδεδεμένη με τὸ μαρτύριο, τήν περιφρόνηση, τῇ φτώχεια, τόν ἐμπαιγμό, τά ὁποία θα εἶναι ἀμοιβὴ στῇς σθεναρὴς ὁμολογίας τούς σε αὐτὸν τὸν κόσμο. Στα ἀυτιά τοὺς ἠχοῦν ἡμέρα καὶ νύχτα οἱ παρήγοροι λόγοι του Χριστοῦ: «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» (Ἀφοῦ έδιωξαν ἐμένα, καὶ ἐσάς θα διώξουν). διωγμός, κακοπάθηση καὶ θάνατος εἶναι εὐλογημένος κλῆρος τῶν γνήσιων μαθητῶν του Χριστοῦ. Τὸ πανάγιο στόμα Του εἶπε ἀκόμα: « βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ οἱ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτὴν». Πὼς εἶναι δυνατὸ νᾷ υπάρχουν βιαστές στην παράταξη τῶν ἀμάχων, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νᾷ συνθηκολογήσουν με τὸ ψεῦδος, για νᾷ ζήσουν στην ἡσυχία καί στην ἀπόλαυση τῶν ἐγκόσμιων ἀγαθῶν;

 
Καὶ ἐσείς, οἱ ποιμένες του λαοῦ, τι εἴδους ποιμένες ἐίστε; Τὰ πρόβατα τὰ ὁποία σὰς ἐμπιστεύθηκε Χριστός, τά παραδίνετε στους λύκους. Ἔχετε ἐπικοινωνία με τοὺς ἄρχοντες αὐτοῦ του παρερχόμενου κόσμου, γιατὶ ζηλέψατε τῇ δόξα τοὺς καὶ όχι τῇ δόξα του Θεοῦ. Ὑποτάξατε τὴν πίστη στους ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους τῶν κοσμικῶν ἐπιθυμιῶν, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦνται ἀπό τὸν σατανᾶ. Παραδοθήκατε καὶ παραδώσατε τὰ πρόβατα στον ἄρχοντα του κόσμου αὐτοῦ, σε αὐτὸν ποὺ κατέχει τὴν ὕλη, τόν χρυσό, τις ἐφευρέσεις καί τις μηχανές, οἱ οποίες καταπλήττουν τὰ πλήθη ὡς θαύματα του ἀντίχριστου. Παραδοθήκατε καὶ παραδώσατε τὰ πρόβατα στην ψευδώνυμη γνώσῃ, στην «κενὴν ἀπάτην», σε αὐτὴν ποὺ διδάσκεται στις χώρες τῆς ἀθεΐας καί τῆς ἀπόγνωσης, ὅπου δεν ὑπάρχει οὔτε ὀσμὴ τῆς ἀιώνιας ζωῆς καί τῆς ἀληθινῆς γνώσης, τῆς γνώσης του Θεοῦ.

 
Καὶ αὐτὰ, γιατὶ δεν ἐίστε οἱ καλοὶ ποιμένες, αὐτοὶ ποὺ θυσιάζουν τῇ ζωὴ τοὺς για τὰ πρόβατα καὶ πού τὰ ὁδηγοῦν στα ἐυωδιαστά λιβάδια τῆς ἀθάνατης ζωῆς. Ἐσείς ἐίστε οἱ μισθωτοὶ ποιμένες καί, σύμφωνα με τὸ πανάγιο στόμα του Κυρίου, « μισθωτὸς ποιμὴν οὐκ ἔστι ποιμὴν» ( μισθωτὸς ποιμένας δεν εἶναι ποιμένας) (Ἰών. ι, 12). Ἐίστε μισθωτοὶ τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ του κόσμου, ἐξαιτίας τῆς δόξας καί του πλούτου για τὰ ὁποία ἐργάζεστε.

 
Καὶ ἀπό τῇ στιγμὴ ποὺ ἐίστε οἱ δοῦλοι τέτοιων κυρίων, ἐίστε οπλισμένοι με τὰ ὅπλα τῆς βίας, με τὰ ὁποία ἀπειλεῖτε τὰ πιστὰ πρόβατα του Χριστοῦ, για νᾷ τὰ ἀναγκάσετε νᾷ σὰς ἀκολουθήσουν.

 
Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ μακάρια πρόβατα ἀποδέχονται τὸ μαρτύριο ὡς λύτρωση καὶ ὡς ἀψευδὲς σημείο ὅτι θα πάρουν τὸ ἀμάραντο στεφάνι ἀπό τὸν κριτὴ του ἀγῶνα, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.   

 
Ναί! Ἐίμαστε ἕτοιμοι νᾷ μαρτυρήσουμε με χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση για τὴν Ορθόδοξη πίστη, τήν ὁποία κρατούμε ὡς τὸν μέγιστο θησαυρό. Μακαρίζουμε τοὺς ἑαυτούς μας, διότι θα διωχθούμε καὶ θα πεθάνουμε για τὴν πίστη καί τὴν ἀλήθεια.

 Ἀκονίσατε τὸ μαχαίρι τῆς ντροπής. Στείλατε τὰ ὄργανα τῆς βίας, τά ὁποία σὰς ἀκολουθοῦν καί με τὰ ὁποία εἶναι πάντα πάνοπλη ἀποστασία. Νᾷ τὰ ἀποστείλετε ἐναντίον μας. Ἤδη στο Άγιο Ὄρος ἐμφανίστηκε τὸ ματωμένο καὶ ἀποτρόπαιο ξίφος τῆς βίας, για νᾷ σπείρει τὸν τρόμο στις άγιες καρδιές τῶν γερόντων, τῶν ἀσκητῶν καί τῶν ἐρημιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν σε δοκιμασίες, σε στέρηση, σε τέλεια ἀπάρνηση τῆς σάρκας τούς, για νᾷ ἐυχαριστήσουν τὸν Κύριο. Τὸ φρικτὸ πρόσωπο τῆς βίας ἐμφανίζεται ὅπως τὸ κεφάλι τῆς μυθικῆς Μέδουσας στον ἀγιασμένο κήπο τῆς Παναγίας. Καὶ πίσῳ ἀπὸ αὐτὸ τὸ βδέλυγμα τῆς βίας βρίσκεστε ἐσείς, οἱ «ποιμένες οἱ μισθωτοὶ», οἱ τρεῖς φορὲς δοῦλοι τῶν ἀρχόντων του σκοτεινοῦ κόσμου του χρήματος, τῆς ἀθεΐας, του ἐκφυλισμοῦ καί τῆς κάθε ἀκολασίας.

 
Σπαράξατε τοὺς ἀθῴους, τούς ἁγἰους ὁμολογητές, ἀφοῦ γίνατε λύκοι ἐσεῖς οἱ ἴδιοι οἱ ποιμένες.

 
Σπαράξατε τὴν Ὀρθοδοξία μέσα στὸ Κολοσσαῖο στὸ ὁποῖον παρίστανται οἱ Καίσαρες τῆς σημερινῆς κακούργου ἀθεΐας. Εἶναι καιρὸς ὅμως νᾷ ἀποβάλετε τὸ δέρμα του προβάτου, καθὼς αὐτὸ δεν ἀπατᾷ πλέον κανέναν.

«
ποιεῖτε, ποιήσατε ταχίον!».

Ο.Τ.», Ἀπρίλιος 1965.

«
ἈΝΤΙΠΑΠΙΚΑ»
ἘΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ»
ἈΘΗΝΑ 1993

Ἀπόδοσις στὰ Νέα Ἑλληνικά Τερζὴ Όλγα
Πτ. φιλοσοφικῆς σχολῆς (Α.Π.Θ.)