Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Ἡ μνήμη θανάτου: δῶρον Θεοῦ





Ἡ μνήμη θανάτου: δῶρον Θεοῦ

Οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς διδάσκουν ὅτι, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ἀφ' ἑνός μᾶς συγκρατεῖ ἀπό τὴν ἁμαρτία, ἀφ' ἑτέρου μᾶς παρακινεῖ νᾷ ἐργασθοῦμε τὶς ἀρετές. Λέγει σχετικὰ ὁ ἀββᾶς Ησαΐας: «Τρία πράγματα ἀποκτᾶ μὲ δυσκολία ὁ ἄνθρωπος, καὶ εἶναι αὐτὰ ποὺ συντηροῦν  λες τὶς ἀρετές: Τὸ πένθος, τά δάκρυα διὰ τῚς ἁμαρτίες του καὶ ἡ ἐνθύμηση τοῦ θανάτου του. Διότι ὅποιος καθημερινῶς συλλογίζεται τὸν θάνατον καὶ λέγει στὸν ἑαυτόν του "Μόνο τὴν σημερινὴ ἡμέρα ἔχω νᾷ ζήσω σ' αὐτὸν τὸν κόσμον", οὗτος ποτὲ δὲν θὰ ἁμαρτήσει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ἐλπίζει νᾷ ζήσει πολλὰ χρόνια, θὰ μπλεχτῆ σὲ πολλὲς ἁμαρτίες».
Ὁ μέγας Ἀντώνιος ἔλεγε στοῦς μαθητές του: «Γιὰ νᾷ μὴν πέφτουμε σὲ ἀμέλεια, εἶναι καλὸ νᾷ συλλογιζόμαστε διαρκῶς τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου Καθ' ἡμέραν ἀποθνῄσκω.
Ἂν ζοῦμε  τσι, δηλαδὴ σαν νᾷ πεθαίνουμε κάθε ἡμέρα, δὲν θὰ ἁμαρτήσουμε». Καὶ ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος: «Κάθε ἡμέρα, ὅταν ξυπνήσουμε, νᾷ σκεφτόμαστε ὅτι δὲν θὰ βραδιάσουμε. Καὶ ὅταν πρόκειται νᾷ κοιμηθοῦμε, νᾷ σκεφτόμαστε ὅτι δὲν θὰ ξυπνήσουμε, ἀφοῦ ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς μας εἶναι ἀπό τὴν φύσιν τῆς  γνωστη. Ἂν ἔτσι σκεφτόμαστε, οὔτε θὰ ἁμαρτήσουμε, οὔτε θὰ ἐπιθυμήσουμε τίποτε, οὔτε θὰ ὀργιστοῦμε μὲ κανέναν, οὔτε θὰ μαζέψουμε θησαυροὺς στὴν γῇ. Ἀντίθετα περιμένοντας καθημερινὰ τὸν θάνατον, θὰ ἐπιδιώξουμε τὴν ἀκτημοσύνη καὶ θα συγχωρούμε ὅλα σὲ ὅλους».

Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ὁδηγεῖ στὴν θερμὴ καὶ πραγματικὴ μετάνοια. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἀναφέρει τὰ ἐξῇς για τὸν σύγχρονο του μοναχὸ Ησύχιο: Ζούσε ἀμελέστατα χωρὶς τὸ παραμικρὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ψυχὴ του. Κάποτε λοιπὸν συνέβη νᾷ ἀσθενήσει πολὺ βαριὰ καὶ νᾷ φθάσει στο σημείο ὥστε ἐπὶ μία ὤρα ἀκριβῶς νᾷ φαίνεται ὅτι πέθανε. Συνῆλθε ὅμως πάλι, ὁπότε μας ἱκετεύει ὅλους νᾷ φύγουμε ἀμέσως. Καὶ ἀφοῦ ἔκτισε τὴν πόρτα του κελλιού του, ἔμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρὶς νᾷ μιλήσει καθόλου με κανέναν. Όλο αὐτὸ τὸ διάστημα δεν γευόταν τίποτε ἄλλο, ἐκτὸς ἀπὸ ψωμὶ καὶ νερό. Καθόταν μόνον ἐκστατικὸς μπροστὰ 'σ ἐκεῖνα ποὺ εἶδε στην έκσταση του. Τόσο πολὺ σκεπτικός, ὥστε ποτὲ πλέον δεν άλλαξε ἡ έκφραση του. Ήταν πάντοτε σαν ἀφῃρημένος, χύνοντας ἀθόρυβα καὶ συνεχῶς θερμὰ δάκρυα. Μόνον ὅταν πλησίασε ἡ ὤρα του θανάτου του, ἀποφράξαμε τὴν πόρτα καὶ ἐισήλθαμε μέσα. Καὶ ἀφοῦ πολὺ τὸν παρακαλέσαμε, τοῦτο μόνο μας εἶπε: «Συγχωρήστε με, ἀδελφοί. Αὐτὸς ποὺ γνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέσει πλέον ποτὲ νᾷ ἁμαρτήσει». Κῖ ἐμεῖς θαυμάζαμε βλέποντας τὸν ἄλλοτε ἀμελέστατο νᾷ ἔχει μεταμορφωθεὶ τόσο ἀπότομα με τὴν μακαριστὴ αὐτὴ ἀλλαγὴ καὶ μεταμόρφωση. Ἀφοῦ τὸν θάψαμε μὲ εὐλάβεια στ[ο κοιμητήριο ποὺ βρίσκεται κοντὰ στο κάστρο, ὕστερα ἀπὸ μερικὲς μέρες ἀναζητήσαμε τὸ άγιο του λείψανο, ἀλλὰ δεν τὸ βρήκαμε. Με τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ σημείο ὁ Κύριος πληροφόρησε πόσο ἐυάρεστα δέχθηκε τὴν ἐπιμελημένη καὶ ἀξιέπαινη μετάνοια του.


Ἡ μνήμη του θανάτου εἶναι ἔνα δώρο του Θεοῦ στον άνθρωπο. Ὅπως γράφει ὁ ἀββᾶς Ισαὰκ «ἡ πρώτη ἔννοια τὴν ὁποία τοποθετεὶ μέσα στην καρδιά του ἀνθρώπου ἡ θεία φιλανθρωπία καὶ ὁδηγεῖ τὴν ψυχὴ στην ζωὴ, εἶναι ἡ ἐνθύμηση του θανάτου. Στον λογισμὸ αὐτὸ ἀκολουθεῖ με φυσικὸ τρόπο ἡ καταφρόνηση του κόσμου, καὶ ἀπό τὸ σημείο αὐτὸ ἀρχίζει στον άνθρωπο κάθε ἀγαθὴ κίνηση πού τὸν ὁδηγεῖ στην ζωὴ... Τοῦτο τὸν λογισμὸ πολὺ τὸν μισεῖ ὁ σατανᾶς, καὶ προσπαθεῖ με όλες τις δυνάμεις του νᾷ τὸν ἐκριζώσει ἀπό τὸν άνθρωπο. Ἂν ήταν δυνατόν, θα του έδιδε ὅλα τὰ βασίλεια του κόσμου, μόνο καὶ μόνο για νᾷ ἐξαφανίσει ἀπό τὸν νοῦ του, με τοὺς περισπασμούς, αὐτὸν τὸν λογισμό... Διότι γνωρίζει ὁ δόλιος ὅτι, ἐὰν ὁ λογισμὸς αὐτὸς παραμείνει στον άνθρωπο, δεν στέκεται πια ὁ νοῦς του 'σ αὐτὸν τὸν ψεύτικο κόσμο, οὔτε μποροὺν νᾷ τὸν πλησιάσουν οἱ δαιμονικὲς πανουργίες».
Ἡ μελέτη τοῦ θανάτου καθαρίζει τὸν νοῦ ἀπό τὰ πάθη. Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας «ἐκεῖνος ποὺ ἐμπορεύεται σωστὰ τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του καὶ ἀφιερώνει όλο τὸν καιρό στην ἔννοια καί τῇ μνήμη του θανάτου, κλέβοντας σοφὰ με τὴν ἀπασχόληση αὐτὴ τὸν νοῦ του ἀπό τὰ πάθη, αὐτὸς καί τις συνεχεῖς δαιμονικὲς προσβολὲς εἶναι φυσικὸ νᾷ τις βλέπει με περισσότερη ὀξυδέρκεια ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νᾷ ζεῖ χωρὶς μνήμη θανάτου». Ἡ μελέτη αὐτὴ βοηθὰ καί στην ἐκρίζωση τῶν παθὼν. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γράφει ὅτι «ἡ ζωηρὴ μνήμη του θανάτου λιγοστεύει τὰ φαγητά. Καὶ ὅταν περικόπτονται με ταπεινοφροσύνη τὰ φαγητά, κόπτονται μαζὶ καί τὰ πάθη».

Κάποιος ἐπιπόλαια σκεπτόμενος θα ἔλεγε ὅτι αὐτὰ ταιριάζουν στους μοναχοὺς καὶ όχι στους λαϊκούς. Καὶ εἶναι βέβαια γεγονὸς ὅτι ἡ μελέτη του θανάτου εἶναι ἀπαραίτητη ἐργασία του μοναχοῦ ποὺ ἔχει νεκρωθεὶ για τὸν κόσμο. Ὅμως ἡ ὠφέλεια ἀπό τὴν ἐργασία αὐτὴ εἶναι πολὺ μεγάλη καὶ για τοὺς ἐν τῳ κόσμῳ Χριστιανούς.
Α. Ὁ θάνατος εἶναι ὁ καλύτερος δάσκαλος τῆς ἀκτημοσύνης. Ὁ χριστιανὸς ποὺ διδασκόμενος ἀπό τὸν θάνατο θα καταλάβει τὸ νόημα τῆς ζωῆς, οὔτε για χρήματα θα στεναχωρεθεί, οὔτε για κληρονομικὰ θα μαλώσει, οὔτε ὅταν με οποιονδήποτε τρόπο ἀδικηθεί θα λυπηθεὶ για τὸν ἑαυτό του. Γνωρίζει ὅτι τὰ ὑπάρχοντα του δεν εἶναι δικᾷ του, ἀφοῦ σύντομα θα τὰ ἀποχωριστεί. Του δόθηκαν για νᾷ τὰ διαχειριστεί με τὸν καλύτερο τρόπο, ὥστε νᾷ ἀγοράσει με τὰ φθαρτὰ χρήματα τὰ ἄφθαρτα ἀγαθά. Κατὰ τὸν άγιο Συμεών, ὅλα «τά πράγματα καί τὰ χρήσιμα ἀντικείμενα ποὺ υπάρχουν στον κόσμο εἶναι κοινὰ για ὅλους, ὅπως ἀκριβῶς τὸ φῲς καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀέρας ποὺ ἀναπνέουμε... Τὰ πάντα εἶναι σε ὅλους κοινὰ ὡς πρός τὴν χρήσῃ τῆς ἀπολαύσεως, αλλ’ ως προς την κυριότητα δεν ανήκουν σε κανέναν. Όμως η πλεονεξία, αφού εισήλθε σαν τύραννος στην ζωή, μοίρασε με διάφορους τρόπους στους υπηρέτες της αυτά που δόθηκαν από τον Δεσπότη κοινά σε όλους... και αποστέρησε τους άλλους ανθρώπους από την απόλαυση των αγαθών του Θεού. Βέβαια οι υπηρέτες και δούλοι αυτής της τυράννου (της πλεονεξίας), διαδοχικά με την σειρά του ο καθένας, δεν γίνονται κύριοι των υπαρχόντων και των χρημάτων, αλλά πονηροί δούλοι και φύλακες», διότι με τον θάνατο τους αφήνουν αναγκαστικά τους θησαυρούς τους σε άλλους. Όποιος λοιπόν απωθεί την ιδέα του θανάτου και προσκολλάται με όλη του την ψυχή στα φθαρτά, υπάρχει ο φόβος να ακούσει κάποια μέρα τον φοβερό λόγο: Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψνχήν σου απαιτούσιν από σού, α δε ητοίμασας τίνι εσται;

Β. Η μνήμη του θανάτου προξενεί στον πιστό Χριστιανό την υπομονή στην κάθε θλίψη που συναντά. Γνωρίζει ότι ουκ έχει ώδε μένουσαν πόλιν αλλά την μέλλουσαν επιζητεί, και γι' αυτό όχι μόνο δεν γογγύζει στις δοκιμασίες και αδικίες του προσωρινού αυτού κόσμου, αλλά και ευχαριστεί τον Θεό που με τα μέσα αυτά του εξασφαλίζει την αιωνία ζωή. Όποιος φιλοσοφεί σωστά το μυστήριο του θανάτου, αντιμετωπίζει σωστά και όλα τα περιστατικά της ζωής του. Λέγεται ότι ο τετραήμερος Λάζαρος μετά την ανάσταση του δεν γέλασε ποτέ, ενθυμούμενος τα όσα αντίκρισε στον Άδη. Μόνο μια φορά γέλασε όταν είδε κάποιον να κλέβει μια στάμνα, και είπε: Ό ένας πηλός κλέβει τον άλλο πηλό!

Γ. Τέλος, η μελέτη του θανάτου είναι η καλύτερη προετοιμασία για την αναχώρηση από την ζωή αυτή. Το Άγιο Πνεύμα μας διδάσκει: Πάντων το τέλος ήγγικε, σωφρονήσατε ουν και νήψατε εις τας προσευχάς. Η γνωστή φράση "Πρέπει να πεθάνεις πριν πεθάνεις, για να μην πεθάνεις όταν πεθάνεις" δεν είναι απλό λογοπαίγνιο. Εκφράζει μια βαθειά αλήθεια. Πριν από τον σωματικό μας θάνατο πρέπει να προηγηθεί η νέκρωση των παθών και η αποκόλληση από την ματαιότητα του κόσμου, αν θέλουμε να αποφύγουμε τον αιώνιο θάνατο.

πηγή:agiameteora.net