Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Ἅγιος Νεκτάριος: «Ἀδελφοί μου! Ἡ εὐτυχία βρίσκεται μέσα στὸν ἴδιο σας τὸν ἑαυτό, καὶ μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸ κατάλαβε αὐτό»

 
  
Ἅγιος Νεκτάριος: «Ἀδελφοί μου! Ἡ εὐτυχία βρίσκεται μέσα στὸν ἴδιο σας τὸν ἑαυτό, καὶ μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸ κατάλαβε αὐτό»

Τίποτα δὲν εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν καθαρὴ καρδιά, γιατὶ μία τέτοια καρδιὰ γίνεται θρόνος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τί εἶναι ἐνδοξότερο ἀπὸ τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ; Ἀσφαλῶς τίποτα.
 
Λέγει ὁ Θεὸς γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν καθαρὴ καρδιά: «Θὰ κατοικήσω ἀνάμεσά τους καὶ θὰ πορεύομαι μαζί τους. Θὰ εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοὶ θὰ εἶναι λαός μου». (Β΄ Κορ. 6, 16).
 
Ποιοὶ λοιπὸν εἶναι εὐτυχέστεροι ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; Καὶ ἀπὸ ποιὸ ἀγαθὸ μπορεῖ νὰ μείνουν στερημένοι; Δὲν βρίσκονται ὅλα τ᾿ ἀγαθὰ καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὶς μακάριες ψυχές τους; Τί περισσότερο χρειάζονται; Τίποτα, στ᾿ ἀλήθεια, τίποτα! Γιατὶ ἔχουν στὴν καρδιά τους τὸ μεγαλύτερο ἀγαθό: τὸν ἴδιο τὸν Θεόν!
 
Πόσο πλανιοῦνται οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀναζητοῦν τὴν εὐτυχία μακριὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, στὶς ξένες χῶρες καὶ στὰ ταξίδια, στὸν πλοῦτο καὶ στὴ δόξα, στὶς μεγάλες περιουσίες καὶ στὶς ἀπολαύσεις, στὶς ἡδονὲς καὶ σ᾿ ὅλες τὶς χλιδὲς καὶ ματαιότητες, ποὺ κατάληξή τους ἔχουν τὴν πίκρα! Ἡ ἀνέγερση τοῦ πύργου τῆς εὐτυχίας ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μας, μοιάζει μὲ οἰκοδόμηση κτιρίου σὲ ἔδαφος ποὺ σαλεύεται ἀπὸ συνεχεῖς σεισμούς. Σύντομα ἕνα τέτοιο οἰκοδόμημα θὰ σωριαστεῖ στὴ γῆ…
 
Ἀδελφοί μου! Ἡ εὐτυχία βρίσκεται μέσα στὸν ἴδιο σας τὸν ἑαυτό, καὶ μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸ κατάλαβε αὐτό. Ἐξετάστε τὴν καρδιά σας καὶ δεῖτε τὴν πνευματική της κατάσταση. Μήπως ἔχασε τὴν παρρησία της πρὸς τὸ Θεό; Μήπως ἡ συνείδηση διαμαρτύρεται γιὰ παράβαση τῶν ἐντολῶν Του; Μήπως σᾶς κατηγορεῖ γιὰ ἀδικίες, γιὰ ψέματα, γιὰ παραμέληση τῶν καθηκόντων πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον; Ἐρευνῆστε μήπως κακίες καὶ πάθη γέμισαν τὴν καρδιά σας, μήπως γλίστρησε αὐτὴ σὲ δρόμους στραβοὺς καὶ δύσβατους…
 
Δυστυχῶς, ἐκεῖνος ποὺ παραμέλησε τὴν καρδιά του, στερήθηκε ὅλα τ᾿ ἀγαθὰ κι ἔπεσε σὲ πλῆθος κακῶν. Ἔδιωξε τὴ χαρὰ καὶ γέμισε μὲ πίκρα, θλίψη καὶ στενοχώρια. Ἔδιωξε τὴν εἰρήνη καὶ ἀπόκτησε ἄγχος, ταραχὴ καὶ τρόμο. Ἔδιωξε τὴν ἀγάπη καὶ δέχτηκε τὸ μίσος. Ἔδιωξε, τέλος, ὅλα τὰ χαρίσματα καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ δέχτηκε μὲ τὸ βάπτισμα, καὶ οἰκειώθηκε ὅλες τὶς κακίες ἐκεῖνες, ποὺ κάνουν τὸν ἄνθρωπο ἐλεεινὸ καὶ τρισάθλιο.
 
Ἀδελφοί μου! Ὁ Πολυέλεος Θεὸς θέλει τὴν εὐτυχία ὅλων μας καὶ σ᾿ αὐτὴ καὶ στὴν ἄλλη ζωή. Γι᾿ αὐτὸ ἵδρυσε τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ μᾶς καθαρίζει αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ μᾶς ἁγιάζει, νὰ μᾶς συμφιλιώνει μαζί Του, νὰ μᾶς χαρίζει τὶς εὐλογίες τοῦ οὐρανοῦ. 
 
Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκαλιά της, γιὰ νὰ μᾶς ὑποδεχθεῖ. Ἂς τρέξουμε γρήγορα ὅσοι ἔχουμε βαριὰ τὴ συνείδηση. Ἂς τρέξουμε καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕτοιμη νὰ σηκώσει τὸ βαρὺ φορτίο μας, νὰ μᾶς χαρίσει τὴν παρρησία πρὸς τὸ Θεό, νὰ γεμίσει τὴν καρδιά μας μὲ εὐτυχία καὶ μακαριότητα…
 
https://paraklisi.blogspot.gr/2017/04/blog-post_666.html?m=1

" Aἱ πέντε πληγές τοῦ Χριστοῦ "

img200

                               " Aἱ πέντε πληγές τοῦ Χριστοῦ "

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος)


Μοῦ γράφεις ὅτι ἄκουσες ἀπό ἡλικιωμένες γυναῖκες κάποιο παραμύθι γιά τίς πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ, καί ρωτᾶς ποῦ βρέθηκε αὐτό τό παραμύθι;

Διαβάστε τήν Καινή Διαθήκη! Μήν ντροπιάζεστε μπροστά στόν οὐρανό καί τή γῆ μέ τή ἄγνοια τῆς πίστης σας! Ἀφῆστε στήν ἄκρη ὅλες τίς ἄλλες σπουδές καί ἀναγνώσματα μέχρι νά μάθετε πρῶτα αὐτό πού εἶναι τό πιό σημαντικό καί πιό σωτήριο. Πρῶτα ἔρχεται ἡ ἐπιστήμη περί πίστεως καί κατόπιν οἱ ὑπόλοιπες σπουδές.

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι λόγια ἀλλά φοβερή πραγματικότητα. Γί αὐτό εἶναι καλύτερα νά τίς γνωρίζουμε καί ἀπό τά λόγια. Δύο πληγές στά χέρια, δύο πληγές στά πόδια καί μία στά πλευρά. Ὅλες ἀπό μαῦρο σίδερο καί ἀκόμα περισσότερο ἀπό τήν κατάμαυρη ἀνθρώπινη ἁμαρτία. Τρυπημένα τά χέρια πού εὐλόγησαν. Τρυπημένα τά πόδια πού περπάτησαν καί ὁδήγησαν στή μόνη ὀρθή ὁδό. Τρυπημένο στό στῆθος, ἀπό τό ὁποῖο ξεχυνόταν πύρινη οὐράνια ἀγάπη στά παγωμένα ἀνθρώπινα στήθη.


Ἐπέτρεψε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, νά Τοῦ τρυπήσουν τά χέρια ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν πολλῶν χεριῶν –δάση χεριῶν– τά ὁποία φόνευσαν, ἔκλεψαν, ἔκαψαν, ἅρπαξαν, παγίδευσαν, βιαιοπράγησαν. Καί νά τοῦ τρυπήσουν τά πόδια γιά τίς ἁμαρτίες πολλῶν ποδιῶν –δάση ποδιῶν– πού περπάτησαν στό κακό, σύλησαν τήν ἀθωότητα, καταπάτησαν τό δίκαιο, μόλυναν τά ἱερά καί πάτησαν τήν καλοσύνη. Καί τοῦ τρύπησαν τό στῆθος ἐξαιτίας πολλῶν πετρωμένων καρδιῶν –νταμάρια καρδιῶν– στίς ὁποῖες γεννήθηκε κάθε μοχθηρία καί κάθε ἀσέβεια καί οἱ ἱερόσυλοι λογισμοί καί οἱ κτηνώδεις ἐπιθυμίες καί στίς ὁποῖες μέσα ἀπό ὅλους τοὺς αἰῶνες σφυρηλατήθηκαν κολασμένα σχέδια ἀδελφοῦ ἐναντίον ἀδελφοῦ, γείτονα ἐναντίον γείτονα, ἀνθρώπου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.

Τά χέρια τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκαν γιά νά θεραπευθοῦν τοῦ καθενός τά χέρια ἀπό τά ἁμαρτωλά ἔργα. Τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκαν γιά νά ἐπιστρέψουν καθενός τά πόδια ἀπό τούς ἁμαρτωλούς δρόμους. Τό στῆθος τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκε γιά νά πλυθεῖ κάθε καρδιά ἀπό τίς ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες καί σκέψεις.

Ὅταν ὁ ἀπαίσιος Κρόμβελ, δικτάτορας τῆς Ἀγγλίας, ἄρχισε νά ἁρπάζει τήν περιουσία τῶν μονῶν καί ἔκλεινε τά μοναστήρια, ἔγινε σέ ὁλόκληρη τήν ἀγγλική χώρα μία θορυβώδης λιτανεία ἀπό μερικές χιλιάδες ἀνθρώπινες ψυχές σέ ἔνδειξη τῆς λαϊκῆς ἀποδοκιμασίας. Μπροστά πήγαιναν σημαιοφόροι μέ τήν ἐπιγραφή στίς σημαῖες: «Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ» καί ἔψελναν ὕμνους ἐκκλησιαστικούς καί τελοῦσαν λειτουργίες πρός τόν Θεό στούς ἀγρούς. Φοβήθηκε ὁ ἀπαίσιος δικτάτορας πολύ καί περισσότερο φοβήθηκε ἐκεῖνες τίς

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ ἄς σοῦ μάθουν, νά φροντίζεις τίς πέντε αἰσθήσεις σου γιά τόν ζῶντα Θεό.

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ εἶναι πέντε πηγές πεντακάθαρου αἵματος, μέ τό ὁποῖο πλύθηκε τό ἀνθρώπινο γένος καί ἁγιάσθηκε ἡ γῆ. Ἀπ’ αὐτές τίς πέντε πληγές χύθηκε ὅλο τό αἷμα τοῦ Δικαίου, ὅλο μέχρι τήν τελευταία σταγόνα. Ὁ Θαυματουργός Κύριος, πού ἤξερε νά πολλαπλασιάσει τούς ἄρτους καί μέ πέντε ἄρτους νά χορτάσει πέντε χιλιάδες πεινασμένους, πολλαπλασιάζει ἐκεῖνο τό πεντακάθαρο αἷμα Του καί μ’ αὐτό τρέφει καί ἑνώνει σέ χιλιάδες ναούς πολλά ἑκατομμύρια πιστῶν. Αὐτό εἶναι ἡ Θεία Κοινωνία.

Τή Μ. Παρασκευή πλησίασε ψυχικά μαζί μέ τήν Παναγία Θεομήτορα κάτω ἀπό τό Σταυρό γιά νά σέ πλύνει ἐκεῖνο τό ζωοποιό αἷμα ἀπό τίς πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ. Γιά νά μπορεῖς μέ τήν καθαρισμένη καί ἀναζωογονημένη ψυχή νά φωνάξεις τήν Κυριακή μαζί μέ τίς Μυροφόρες: Χριστός Ἀνέστη!

Ἀπό τό βιβλίο:Δρόμος δίχως Θεό δέν ἀντέχεται, Ἐκδ. Ἐν πλῷ

Γιά τήν καύση τῶν νεκρῶν (Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Γιά τήν καύση τῶν νεκρῶν (Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Στον δημοσιογράφο Ι.Τ. που ερωτά
Με ρωτάτε, για ποιο λόγο η Ορθόδοξη Εκκλη­σία αντίκειται στην καύση των νεκρών. Πρώτ’ απ’ ό­λα, επειδή το θεωρεί βίαιο. Οι Σέρβοι, ακόμη και σή­μερα ανατριχιάζουν με το κακούργημα του Σινάν-πασά, ο οποίος έκαψε το νεκρό σώμα του Αγίου Σάββα στο Βράτσαρ*.
Μήπως καίνε οι άνθρωποι τα νεκρά ά­λογα, τους σκύλους, τις γάτες και τις μαϊμούδες; Εγώ δεν άκουσα κάτι τέτοιο. Άκουσα και είδα να τα θά­βουν. Γιατί λοιπόν να ασκείται βία στα νεκρά σώματα των ανθρώπων που είναι οι κύριοι όλων των ζώων πά­νω στη γη; Δεν θα ήταν, από κάθε άποψη πολύ πιο εύ­λογο, ένας αποτεφρωτήρας για τα ψόφια ζώα, ιδίως στις μεγάλες πόλεις, απ’ ό,τι για τους ανθρώπους;
Δεύτερον, επειδή αυτή η παγανιστική και βαρβα­ρική συνήθεια εξαλείφθηκε από την Ευρώπη χάρη στον χριστιανικό πολιτισμό εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Όποιος θέλει να την επαναφέρει δεν επιθυμεί τίποτε άλλο, ούτε πολιτισμένο, ούτε μοντέρνο, ούτε και καινούριο, παρά κάτι αρχαίο που έχει από παλιά εκπνεύσει.
Στην Αγγλία, την οποία δύσκολα μπορεί κανείς να ονομάσει απολίτιστη, είναι πολύ λαομίσητη τούτη η μορφή του νεοπαγανισμού. Να σας διηγηθώ μια πε­ρίπτωση:
στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έ­χασε τα λογικά του ένας διάσημος Γιουγκοσλάβος. Ε­ρωτηθείς πριν πεθάνει, δήλωσε ότι μοναδική του επι­θυμία είναι να καεί το σώμα του.
Τη συγκεκριμένη μέ­ρα, η μικρή μας γιουγκοσλαβική κοινότητα, βρέθηκε συναγμένη στο αποτεφρωτήριο του Golders Green. Ό­ταν το νεκρό σώμα εισήλθε στην πυρακτωμένη κάμινο αρχίσαμε να τρέμουμε από τη φρίκη. Ύστερα μας φώναξαν στην αντίθετη πλευρά της καμίνου, να περι­μένουμε «ένα τέταρτο» για να δούμε τον συμπατριώτη μας υπό μορφή στάχτης. Περιμέναμε πάνω από ώρα και απορούσαμε για το ότι η φλόγα παιδεύεται τόσο με τον νεκρό μας και ρωτήσαμε τον θερμαστή. Απολογήθηκε με το ότι η κάμινος ήταν παγωμένη: «δεν θερμαίνεται είπε κάθε μέρα, αφού σπάνια κάποιος παραδίδεται οικειοθελώς στην πυρά». Ακούγοντας αυτά διαλυθήκαμε, μη μπορώντας να περιμένουμε στην ά­κρη τον συμπατριώτη μας. Και πρέπει να γνωρίζετε ό­τι στο Λονδίνο πεθαίνουν καθημερινά πάνω από χί­λιες ανθρώπινες υπάρξεις.
Εγώ στην Αμερική, είδα τους τάφους των μεγάλων Προέδρων, Ουίλσον, Ρού­σβελτ, Λίνκολν και άλλων πολλών σημαντικών προ­σώπων. Κανείς από αυτούς δεν έχει αποτεφρωθεί. Πλέον αυτού, θα με ξένιζε το ότι ανάμεσα στους απο­γόνους του Αγίου Σάββα θα μπορούσαν να βρεθούν και ομοϊδεάτες του Σινάν-πασά!….
Όμως, για ποιο λόγο από τα ήδη λυμένα ζητήμα­τα να δημιουργούμε πάλι ζήτημα; Αν θέλουμε να φορτωθούμε με ανώφελες έγνοιες, τότε θα μπορούσε κάποια μέρα να μας ταλανίσει και το ερώτημα: μήπως να σκοτώνουμε τους υπέργηρους άνδρες και τις γυναί­κες όπως το πράττουν κάποιες πρωτόγονες φυλές; Και να κάνουμε και συλλόγους που θα προπαγανδίζουν αυτή την «ιδέα»!
Τέλος, με ποια λογική πολεμούμε τα κοιμητήρια, ιδιαίτερα σε τούτη τη χώρα όπου το κοιμητήριο λει­τουργεί σαν εθνική περηφάνεια, σαν πηγή έμπνευσης, και αν το θέλετε, σαν το βιβλίο του κράτους;
Ειρήνη υμίν και υγεία από Θεού.
____________________
* Ο Σινάν-πασάς του Βελιγραδίου, θέλοντας να εκδικηθεί τους Σέρβους που είχαν εξεγερθεί, έκαψε το έτος 1595 το ολόσω­μα σκήνωμα του Αγίου Σάββα, Α’ αρχιεπισκόπου των Σέρβων, στο λόφο του Βράτσαρ που βρίσκεται στο κέντρο της πόλεως του Βελιγραδίου.
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επισκόπου Αχρίδος 1956, ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ”)

Μόνος κερδισμένος ὁ Πάπας ἀπό τοὺς θεολογικούς διαλόγους

Μόνος κερδισμένος ο Πάπας από τους θεολογικούς διαλόγους

Μόνος κερδισμένος ὁ Πάπας ἀπό τοὺς θεολογικούς διαλόγους

 Του π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Ομοτίμου Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών.
 
Η σημερινή Ρωμαϊκή Κατήχησις γράφει: «Ο Πάπας… είναι η αιώνια και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας…  Έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην Εκκλησία…».
Οι σημερινοί Διάλογοι με τον Παπισμό συνεχίζουν τους άκαρπους και δυσμενείς για την Ορθοδοξία ενωτικούς Διαλόγους των Βυζαντινών προγόνων μας από τον 11ο μέχρι τον 15ο αιώνα.
Η τραγωδία της διαιρέσεως του χριστιανικού κόσμου και η οδυνηρή παράτασή της, ως και οι καταθλιπτικές πολιτικές εξελίξεις στο χώρο της Ανατολής, λειτούργησαν ως προϋποθέσεις μιας σειράς προσπαθειών για την αποκατάσταση της ενότητας. Η Δύση δεν είχε, άλλωστε, αντίρρηση στην ενωτική κίνηση των Ανατολικών, αφού η ένωση ήταν πάντα ευπρόσδεκτη στους Πάπες για την επέκταση της κοσμοκρατορίας τους και στην Ανατολή. Η πρωτοβουλία για τις ενωτικές αυτές προσπάθειες αναλαμβανόταν σχεδόν πάντοτε από την Ορθόδοξη Ανατολή υπό την πίεση της πορείας των πραγμάτων και γι’ αυτό η Ανατολή ήταν μόνιμα σε μειονεκτική θέση. Η συγκριτική θεώρηση των ενωτικών προσπαθειών του Βυζαντίου και των συγχρόνων διαλόγων οδηγεί στις ακόλουθες διαπιστώσεις:
α) Πολιτικοί οι στόχοι των διαλόγων και ενδοκοσμικά τα κίνητρα: Οι διάλογοι και τότε και σήμερα είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία από την γένεσή τους. Στους ουνιτίζοντες, παλαιούς και νέους, η αγάπη προς την πίστη, ως δυνατότητα σωτηρίας, είναι υποτονική, αν όχι ενίοτε και δυσδιάκριτη. Κινητήρια δύναμη σ’ αυτούς είναι η πολιτική στοχοθεσία της διασώσεως του κράτους και των συνδεομένων με αυτό υλικών συμφερόντων. Αυτό όμως είναι ευδιάκριτο και στις σημερινές σχέσεις. Η διάσωση τοπικών εκκλησιαστικών συμφερόντων και οι συνδεδεμένες με αυτά εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες η και οι επιβαλλόμενες από τη Νέα παγκόσμια Τάξη κατευθύνουν τα πράγματα. Τα σχέδια της «Νέας Τάξης» επιβάλλουν και την πορεία των Διαλόγων (διαχριστιανικών και διαθρησκειακών) προς την πραγμάτωση της «πανθρησκείας». Έτσι καθίσταται και η Ορθόδοξη Εκκλησία, στις τοπικές εκφάνσεις της, συνυπεύθυνη για την εξάπλωση και εδραίωση της Παγκοσμιοποίησης, που είναι πρώτα και κύρια ιδεολογική και πολιτική, και μετά οικονομική, ως επίτευξη του πλανητικού ανθρώπου και της πλανητικής κοινωνίας, του οράματος του New Age.
Οι Διάλογοι, συνεπώς, και τότε και σήμερα, διακονούν πολιτικές σκοπιμότητες και όχι την εν Χριστώ Παναλήθεια. Η ένωση γίνεται μέσο και όχι σκοπός. Το πρόβλημα όμως, και τότε και σήμερα, είναι διφυές: α) Η αφελής στήριξη της ελπίδας στον παπισμό και β) η για τον λόγο αυτό όχι μόνο σύμπραξη, αλλά και ταύτιση με την παπική πλάνη, όπως αποδεικνύει η χρησιμοποιούμενη για την Παλαιά Ρώμη εκκλησιαστική γλώσσα εκ μέρους της Ορθοδοξίας, που συνιστά, όπως επανειλημμένα έχει υποστηριχθεί, απόρριψη de facto της πατερικής εκκλησιολογίας. Η έντεχνα προβαλλόμενη πίστη και θεολογία απλώς συγκαλύπτουν τις αληθινές προθέσεις. Η ακολουθήσασα όμως την φλωρεντιανή σύνοδο δουλεία απέδειξε,ότι η διάσωση της ορθής πίστεως, ως αποστολικής και πατερικής Ορθοδοξίας, διασώζει και την συνέχεια της Εκκλησίας, ανεξαρτήτως των πολιτικών εξελίξεων.
Από το 1920 οι διαχριστιανικές σχέσεις εντάσσονται στο πλαίσιο της διεθνούς πολιτικής («Κοινωνία των Εθνών», «Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών») με την παραχθείσα από το πολυσυζητημένο Διάγγελμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου νέα τακτική. Η πολιτική και διπλωματική εμπλοκή των σημερινών διαλόγων μας με τη Νέα Εποχή και τα πλανητικά σχέδιά της είναι εμφανής. Πόσο δε μάλλον, που το κράτος του Βατικανού συμπορεύεται με την παγκόσμια Υπερδύναμη και γι’ αυτό ο Πάπας χαρακτηρίζεται απροκάλυπτα από τον Δυτικό Τύπο «πλανητάρχης Νο 2». Η Ορθοδοξία σύρεται από την αρχή του 20ου αιώνα στην στήριξη των στόχων της διεθνούς (παγκόσμιας) πολιτικής μέσω των διαλόγων και της «Οικουμενικής Κινήσεως».
Οι «βυζαντινοί» αυτοκράτορες προσέφεραν κατά κανόνα την υποταγή στον Πάπα. Αυτό γίνεται και σήμερα. Τι άλλο είναι η αναγνώριση της εκκλησιαστικότητας του Παπισμού και της Ουνίας στο Balamand (1993) και η συνέχεια του διαλόγου της Ορθοδοξίας με την Λατινική «Εκκλησία»;
β) Οι Διάλογοι υπηρετούν τα συμφέροντα του Παπισμού: Οι Πάπες χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν τους διαλόγους για την ισχυροποίηση του κύρους και της εξουσίας τους, με την σύμπραξη της ορθόδοξης εκκλησιαστικής Ηγεσίας. Επαναλαμβάνεται και σήμερα το μέγα σφάλμα των «βυζαντινών» προγόνων μας, η απόρριψη δηλαδή της προσκλήσεως της αντιπαπικής συνόδου της Βασιλείας (1431-38), που ανταποκρινόταν στην ορθόδοξη στήριξη του συνοδικού θεσμού. Οι αρνούμενοι τον παπικό θεσμό στην Δύση ήσαν πιστοί, ως προς αυτό, στο φρόνημα της Εκκλησίας του Χριστού, ενσαρκούμενο και εκφραζόμενο από τους αγίους Πατέρες. Αλλά και σήμερα ουνιτίζοντες Ορθόδοξοι στηρίζουν τον Παπισμό, ανεχόμενοι να χαρακτηρίζει ο Πάπας (ο προηγούμενος Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ ) «ελλειμματική» την Εκκλησία μας, διότι δεν δέχεται το παπικό πρωτείο και το συναφές φυσικά με αυτό αλάθητο. Στηρίζοντας δε τον Παπισμό, αθετούν τους Αγίους και την περί Παπισμού ομολογία τους. Σώζουμε τον Παπισμό ως κοσμικό κράτος και χάνουμε την Ορθοδοξία!
γ) Οι πιστοί στην πατερική παράδοση πάντα δικαιώνονται: Σ’ αντίθεση με τους αυτοκράτορες και τους αποτελούντες την ουνιτίζουσα αυλή τους, η μερίδα των πατερικών Ορθοδόξων είχε πάντα συνείδηση της ριζικής διαφοροποιήσεως και πτώσεως του Δυτικού Χριστιανισμού, όταν μάλιστα από τον ΙΓ  αἰώνα άρχισαν ουσιαστικότερες συζητήσεις. Γι’ αυτό και αγωνίζονταν για την διάσωση και στήριξη της δογματικο-κανονικής τάξεως της Εκκλησίας. Αυτός είναι ο λόγος, που ζητούσαν βάση των συζητήσεων να είναι οι επτά οικουμενικές σύνοδοι, ως αρραγές θεμέλιο της ενότητος.
Είναι εξ άλλου γεγονός ότι οι Ανατολικοί, σ’ αντίθεση με τις σημερινές πρακτικές, δεν συμμετείχαν στους διαλόγους θεωρώντας την αλήθεια της πίστεως ως ζητούμενο, αλλ’ ως απόλυτα και αστασίαστα δεδομένο. Το φρόνημα των Αγίων Πατέρων, η κοινή πατερική παράδοση της πρώτης χιλιετίας, ήταν για τους πατερικούς η αμετακίνητη βάση. Αποφευγόταν κάθε τι, που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την μοναδικότητα («Μία») της Εκκλησίας. Το διατυμπανιζόμενο σήμερα «διάλογος επί ίσοις όροις» θέτει απ’ αρχής εν αμφιβόλω την αλήθεια της πατερικής παραδόσεως και καταξιώνει ως εκκλησιαστικότητα αποδεδειγμένες αιρέσεις. Η συμπεριφορά των πατερικά Ορθοδόξων φαίνεται καθαρότερα στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Ο διάλογος των πατερικά Ορθοδόξων δεν ήταν κάποιος θεολογικός συμψηφισμός, αλλά απέβλεπε στην συνάντηση των δύο πλευρών στην εν Χριστώ αλήθεια. Είναι σαφής στο σημείο αυτό η θέση του αγίου Μάρκου Ευγενικού: «ουκ εγχωρεί συγκατάβασις εις τα περί της πίστεως». Ο θεολογικός διάλογος έχει χαρακτήρα ιεραποστολής. Είναι κλήση στην Αλήθεια. Μία ενότητα εν τη ποικιλία, όσον αφορά στην Πίστη, ήταν αδιανόητη, ενώ σήμερα προβάλλεται ως η μόνη δυνατότητα ενότητας, λόγω της παπικής αδιαλλαξίας. Οι ουνιτίζοντες Ορθόδοξοι έχουν την ψευδαίσθηση ότι οι όποιοι συμβιβασμοί θα οδηγήσουν σε αληθή και αρραγή ενότητα.
δ) Το «παπικό πρωτείο», κύρια και μόνιμη έκφραση της παπικής αλλοτριώσεως: Αυτή ήταν η συνείδηση των «βυζαντινών» Ορθοδόξων, που προσέκρουαν μόνιμα στην παπική εμμονή στο πρωτείο Jurisdictionis και την έντονη προβολή του. Είναι δε γεγονός, ότι τα περί Πάπα δόγματα (πρωτείο, αλάθητο, Vicarius Christi κ.λπ.) ήταν και είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην επιτυχή έκβαση ενός διαλόγου με την Λατινική «Εκκλησία». Το πρωτείο, εξ άλλου, κατά την παπική εκδοχή του, είναι η πηγή όλων των άλλων καινοτομιών της. Η ανύψωση δε του Πάπα υπέρ τις Συνόδους μένει μέχρι σήμερα αμετακίνητη. Αρκεί να μελετήσει κάποιος τα αναφερόμενα στον Πάπα στην ισχύουσα σήμερα επίσημη Ρωμαϊκή Κατήχηση.
Η μεγαλύτερη δε αυταπάτη είναι η επιδίωξη επανερμηνείας του πρωτείου, το οποίο, όπως και αν χαρακτηρισθεί, παραμένει πρωτείο, αντιεκκλησιαστικό και πατερικά απαράδεκτο, ως φορτισμένο με την πολιτική-κοσμική σημασία του. Η πρόταση, Παπικών και Οικουμενιστών, να γίνει δεκτό το παπικό πρωτείο ως «πρωτείον διακονίας», αποδεικνύεται απατηλό πυροτέχνημα. Διότι η μεγαλύτερη έκφραση ειλικρινείας, διακονίας και φιλαληθείας θα ήταν η επίσημη άρνηση εκ μέρους του Παπισμού όλων των παπικών καινοτομιών, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκονται τα ειδικά περί Πάπα δόγματα.
Την αδιαλλαξία του Παπισμού δείχνει η σημερινή Ρωμαϊκή Κατήχηση: «Ο Πάπας, επίσκοπος Ρώμης και διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, είναι η αιώνια και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας, που συνδέει τόσο τους επισκόπους μεταξύ τους όσο και το πλήθος των πιστών… Πραγματικά ο επίσκοπος Ρώμης με το αξίωμά του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ως ποιμένας όλης της Εκκλησίας, έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε ελεύθερα να ασκεί». Και στην συνέχεια: «Ο σύλλογος η το σώμα των Επισκόπων δεν έχει εξουσία, αν δεν βρίσκεται σε κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης, ως αρχηγό του. Ο σύλλογος των επισκόπων ασκεί την εξουσία πάνω σε όλη την Εκκλησία με επίσημο τρόπο στην Οικουμενική Σύνοδο». Προστίθεται όμως το αναιρετικό της Οικουμενικής Συνόδου: «Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος, αν δεν επικυρωθεί, η τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από τον διάδοχο του Πέτρου». Είναι γεγονός. Η Λατινική Εκκλησία, χάριν της υποταγής της Ορθοδοξίας, θα ήταν πρόθυμη να υποχωρήσει σε θεολογικά ζητήματα, όπως λ.χ. το Filioque, ποτέ όμως στα περί πάπα δόγματα (πρωτείο και αλάθητο). Και όμως κατά τους ουνιτίζοντες Ορθοδόξους ο Παπισμός είναι η Εκκλησία!
Υπάρχει όμως και το δαιμονικότερο: είναι η προσπάθεια των ουνιτιζόντων Ορθοδόξων να στηρίζουν την απάτη της παπικής πλευράς, με την αναγνώριση εκ μέρους των του Παπισμού, όπως είναι σήμερα, ως αυθεντικής εκκλησίας. Αυτό σημαίνει, ότι ο διάλογος με την Λατινική «Εκκλησία» στηρίζεται και σήμερα σε σαθρή βάση και γι’ αυτό οι όποιες αποφάσεις των τοπικών Ορθοδόξων Ιεραρχιών ελέγχονται για την ορθοδοξία τους, αφού αντιμάχονται το φρόνημα των Αγίων.
ε) Οι μη πατερικοί ενωτικοί λειτουργούν ως «πέμπτη φάλαγξ» στο σώμα της Ορθοδοξίας: Την αχαρακτήριστη αφέλεια των αυτοκρατόρων και γενικότερα των ηγετών του Γένους, που, μυωπάζοντες μπροστά στην πραγματικότητα, στήριζαν τις ελπίδες τους στο Πάπα, ενίσχυαν και εν πολλοίς καθοδηγούσαν πρόσωπα τυχοδιωκτικά, κατά κανόνα, οι λεγόμενοι φιλενωτικοί, προτάσσοντες το ίδιον όφελος των δικαίων της Εκκλησίας. Κοντά στον Ιωάννη Ε  Παλαιολόγο ήταν η (παπική) μητέρα του Άννα της Σαβοΐας και κύριος σύμβουλός του ο λατινόφρων Δημήτριος Κυδώνης. Τον Ανδρόνικο Γ  συμβούλευε και στήριζε ο ουνίτης Βαρλαάμ ο Καλαβρός. Και αυτοί δεν είναι οι μόνοι, αλλ’ οι επισημότεροι.Τέτοια πρόσωπα διαμόρφωναν την πολιτική του Κράτους και τις επιλογές της εκκλησιαστικής ηγεσίας, καθορίζοντας την πορεία του Γένους στις κρισιμότερες ιστορικές στιγμές του. Ο Βαρλαάμ είναι εκείνος, που προειδοποίησε «τον διάλογο της αγάπης» για την άμβλυνση των διαφορών και των αντιστάσεων των Ορθοδόξων, συνιστώντας στον Πάπα την διατήρηση φιλικών σχέσεων με την Ανατολή μέχρι την αποκατάσταση της ενότητας στην πίστη. Εξ άλλου, ο Νικαίας Βησσαρίων και ο Ρωσίας Ισίδωρος, πεπεισμένοι ενωτικοί και φιλοπαπικοί, ενίσχυαν την άποψη του αυτοκράτορα, ότι ήσαν άσκοπες οι ατελεύτητες θεολογικές συζητήσεις, χάριν της επισπεύσεως της συμφωνίας. Η ίδια αδικαιολόγητη σπουδή διακρίνει και τις σημερινές ενωτικές προσπάθειες.
Το ερώτημα όμως είναι, γιατί πολεμούνται σήμερα, με τόση σφοδρότητα και πάθος, οι συνεχιστές της στάσεως του Αγίου Μάρκου, ο οποίος μάλιστα δεν έζησε την δογματοποίηση και του παπικού Αλαθήτου (1870), που καθιστά τα εμπόδια των δικών μας ενωτικών προσπαθειών ανυπέρβλητα.
Χαρακτηριστική περίπτωση διαχρονικού θεολογικού δωσιλόγου είναι ο «πατριάρχης» Ιωάννης Βέκκος, πρωταγωνιστική μορφή της ενωτικής συνόδου του 1274. Ο Βέκκος ενσαρκώνει ιστορικά τον ασπόνδυλο καιροσκόπο όλων των ενωτικών διαλόγων, που έχει επιφανείς συνεχιστές και στην εποχή μας. Φαινομενικά ορθόδοξος στην αρχή και μάλιστα αμύντωρ της παραδόσεως, ταπεινός συνοδοιπόρος αργότερα και διαστροφέας της. Ο Βέκκος προσφέρει σημαντική βοήθεια και σε μια άλλη ψυχογραφική κατεύθυνση. Επειδή καιροσκοπικός ενωτισμός συγκαλύπτει άχρι καιρού το αληθινό φρόνημα, είναι ανάγκη να μη παρασυρόμεθα στην κατάταξη των Θεολόγων μας από κάποια κείμενα της πρώιμης παραγωγής τους, έστω και αν είναι ορθόδοξα και πατερικά. Κατά τον ρήτορα Δημοσθένη, άλλωστε, «προς το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται»! Είναι επόμενο, συνεπώς, οι εξοχότεροι ενωτικοί να τιμώνται από τον Πάπα. Οι δεχόμενοι τιμητικές διακρίσεις σήμερα συνεχίζουν το παράδειγμα του Βησσαρίωνος και του Ισιδώρου, των καρδιναλίων. Μόνιμο παραμένει, συνεπώς, το πρόβλημα της διασπάσεως της ενότητος των Ορθοδόξων.
στ) Ο Παπισμός αποδεικνύεται πάντα ανυποχώρητος και αμετανόητος: Και αυτό λόγω της κοσμικής-κρατικής υποστάσεώς του. Ο Παπισμός, ως κράτος, δεν ήταν, ούτε είναι δυνατόν να λειτουργήσει ως Εκκλησία και μάλιστα υπέρ της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού, όπως φαντάζονται οι αφελείς (;) εκ των Οικουμενιστών.
ζ) Το ψευδοεπιχείρημα: Ο σημερινός Διάλογος με την Παπική «Εκκλησία» στηρίζεται σε ένα ψευδοεπιχείρημα, που αναπαράγεται συνεχώς από την ενωτική παράταξη. Και αυτό είναι, ότι δήθεν ο Παπισμός δεν έχει καταδικασθεί συνοδικά, δηλ. από Οικουμενική Σύνοδο. Με βάση δε αυτή την παραπλανητική διακήρυξη προχώρησαν, χωρίς φυσικά καμμία πανορθόδοξη απόφαση, στην αναγνώριση de facto της εκκλησιαστικότητας του Παπισμού και της συμπεριφοράς απέναντι σ’ αυτόν και τον Πάπα, ως εκκλησιαστικών μεγεθών και «τον έτερον πνεύμονα» του εκκλησιαστικού σώματος, έστω και αν είναι «φυματικός», μη υγιής δηλαδή εις την πίστη και πράξη του. Όλες οι αναφορές στον Πάπα, τόσο στον θεολογικό διάλογο, όσο και στις σχέσεις με αυτόν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που επηρεάζει και τις άλλες ελληνόφωνες Εκκλησίες, ο Πάπας εκλαμβάνεται ως ορθόδοξος επίσκοπος, μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, κανονικό και υπεροχικό, ως να ευρισκόμεθα στην προ του σχίσματος εποχή, στην περίοδο των αρχαίων Οικουμενικών Συνόδων.
Μελετώντας όμως την εκκλησιαστική ιστορία και λαμβάνοντας υπόψη τη μακρά διαδικασία των μετά το σχίσμα ενωτικών προσπαθειών, καταλήγουμε στο κριτικό ερώτημα: Μπορούμε σήμερα να δεχθούμε την συνέχεια της αρχαίας Πενταρχίας, με «πρώτον τη τάξει» τον επίσκοπο της Πρεσβυτέρας Ρώμης; Ασφαλώς όχι. Η Παλαιά Ρώμη μετά το σχίσμα είναι το Πατριαρχείο, που αποσχίσθηκε και, συνεπώς, εξέπεσε του θεσμού της Πενταρχίας. Κάθε εφαρμογή, συνεπώς, των αφορώντων στην Πενταρχία των Πατριαρχικών Θρόνων στις σημερινές σχέσεις είναι όχι μόνον εσφαλμένη, αλλά και προβάλλει την πλήρως αθεολόγητη, αντιεκκλησιαστική και αυθαίρετη μεθόδευση του θεολογικού διαλόγου.
Σ’ όλη τη διάρκεια της δουλείας διακεκριμένοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς της ρωμαίικης Ανατολής θεωρούσαν αναγκαίο να απαντήσουν στο ερώτημα «τι εστι Πάπας», για να συμπεράνουν τον αιρετικό χαρακτήρα της Παλαιάς Ρώμης και του Παπισμού, κάτι που έχει αποτυπωθεί και στα σχετικά δογματικοσυμβολικά συνοδικά κείμενα αυτής της περιόδου.
Συγκεκριμένα όμως οι υπό μεγάλων θεολόγων μας χαρακτηριζόμενες ως οικουμενικές σύνοδοι, του 879 επί Μεγάλου Φωτίου και οι ησυχαστικές σύνοδοι του 14ου αι. με κορύφωση εκείνη του 1351 (Η  καί Θ  ἀντίστοιχα) έχουν καταδικάσει παπικές πλάνες/αιρέσεις. Είναι δε σημαντικό, ότι της ονομαστικής καταδίκης ενός πατριαρχικού θρόνου είναι πολύ βαρύτερη η καταδίκη (de facto) των κακοδοξιών, τις οποίες ο θρόνος αυτός «γυμνή τη κεφαλή» αποδέχεται και εξακολουθεί να κηρύττει.
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, όπως και σε άλλα φυσικά, απογοήτευσε το ορθόδοξο πλήρωμα η πρόσφατη «Σύνοδος της Κρήτης» (Ιούνιος 2016). «Δεν υπάρχει ούτε ένας Άγιος της Εκκλησίας μας που να μη καταδικάζει τον παπισμό. Δεν υπάρχει ούτε ένας πατέρας και σύγχρονος αγιασμένος Γέροντας … που να μη καταδικάζει τις παπικές πλάνες. Είναι ομόφωνη, ομόθυμη και διαχρονική η απόρριψη και η καταδίκη των δoξασιών του παπισμού. Όλες αυτές οι Συνοδικές αποφάσεις της Εκκλησίας μας και των Αγίων Πατέρων μας διαχρονικά παραβίασε και κατεπάτησε βάναυσα η «Σύνοδος» της Κρήτης. (Βλ. Η Σύνοδος της Κρήτης: Αγία και Μεγάλη Σύνοδος; Έκδοση Συνάξεως Ορθοδόξων Ρωμηών «Φώτης Κόντογλου», Σεπτέμβριος 2016, σ. 33).
Γι’ αυτό όλοι οι, με τη Χάρη του Τριαδικού Θεού μας, βαδίζοντες στα ίχνη των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων μας όλων των αιώνων, επιμένουμε στην αρχή, που έθεσε η «’Απαντησις της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τω 1895 προς τον Πάπα Λέοντα ΙΓ : «Η φυσικωτέρα οδός προς την ένωσίν εστιν η επάνοδος της Δυτικής Εκκλησίας εις το αρχαίον δογματικόν και διοικητικόν καθεστώς». Κάθε ενωτική προσπάθεια, που δεν κινείται στα όρια της αιωνιότητος, αλλ’ αποβλέπει σε «πρόσκαιρον αμαρτίας απόλαυσιν» (Εβρ. 11,25), είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, όπως οι ενωτικές προσπάθειες των «βυζαντινών» αυτοκρατόρων.

Ορθόδοξος Τύπος,31/03/2017

Διδαχὴ τὴν Κυριακὴν τοῦ Ἀντίπασχα διὰ τὸν Χριστιανισμόν

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ -Διδαχή την Κυριακή του Αντίπασχα για τον Χριστιανισμό

Διδαχὴ τὴν Κυριακὴν τοῦ Ἀντίπασχα διὰ τὸν Χριστιανισμόν 

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ

«Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιω. 20, 29)
«ΜΑΚΑΡΙΟΙ είναι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει». Αυτά τα λόγια είπε ο Κύριος στον πιστό μαθητή Του, που αρνήθηκε να πιστέψει στην ανάστασή Του, όταν οι αδελφοί του, οι απόστολοι, του τη γνωστοποίησαν. Αυτά τα Λόγια είπε ο Κύριος στον μαθητή Του, που είχε δηλώσει ότι δεν θα πίστευε στην ανάστασή Του, ώσπου να βεβαιωνόταν με τις αισθήσεις του γι’ αυτό το τόσο θαυμαστό και τόσο σημαντικό για ολόκληρη την ανθρωπότητα γεγονός. «Είδαμε τον Κύριο με τα μάτια μας!» (Ιω. 20, 25), έλεγαν με χαρά στον άγιο Θωμά οι άλλοι απόστολοι, στους οποίους εμφανίστηκε ο Κύριος την ημέρα της αναστάσεώς Του, όταν βράδιασε. Οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι σ’ ένα σπίτι με κλειδωμένες τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους, που μόλις είχαν διαπράξει τη θεοκτονία κι έπαιρναν ήδη μέτρα εναντίον της προαναγγελμένης αναστάσεως του Ιησού (Βλ. Ιω. 20, 19). Ο Κύριος είχε μπει στο σπίτι χωρίς ν’ ανοίξει τις πόρτες.
Ο Θωμάς, λοιπόν, αποκρίθηκε στους αδελφούς του με αμηχανία: «Αν δεν δω στα χέρια Του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά Του, δεν θα πιστέψω» (Ιω. 20, 25). Με τα λόγια αυτά δεν εκφράστηκε απιστία, που είναι εναντίωση στον Θεό. Με τα λόγια αυτά εκφράστηκε μια άφατη χαρά. Με τα λόγια αυτά εκφράστηκε η απορία μιας ψυχής μπροστά στο μεγαλείο ενός γεγονότος που υπερβαίνει την ανθρώπινη νόηση, ενός γεγονότος που άλλαξε την κατάσταση της ανθρωπότητας.
Ο πανάγαθος Κύριος δεν άργησε να δώσει στον μαθητή Του την επιβεβαίωση που τόσο ποθούσε. Μία εβδομάδα μετά την πρώτη εμφάνισή Του στους αποστόλους, εμφανίστηκε πάλι σ’ αυτούς εκεί που ήταν συγκεντρωμένοι. Μαζί τους βρισκόταν τώρα κι ο Θωμάς. Ξαφνικά, λοιπόν, μολονότι οι πόρτες ήταν κι αυτή τη φορά κλειδωμένες, είδαν τον Κύριο να παρουσιάζεται και να στέκεται ανάμεσά τους. «Ειρήνη σ’ εσάς» (Ιω. 20, 26), τους είπε. Έπειτα γυρίζει στον Θωμά και του λέει: «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου. Φέρε και το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου. Μην αμφιβάλλεις· πίστεψε!» (Ιω. 20, 27). Έτσι ο Κύριος έδειξε ότι, ως «πανταχού παρών», βρισκόταν εκεί, ανάμεσα στους μαθητές Του, και τότε που ο Θωμάς, θεωρώντας Τον απόντα, είχε αμφισβητήσει την ανάστασή Του. Ο Θωμάς ήθελε να βεβαιωθεί για την ανάσταση του Χριστού. Αλλά τώρα, παίρνοντας μιαν ασύγκριτα ανώτερη διαβεβαίωση, δεν χρειάζεται την επιβεβαίωση της αναστάσεως. «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου!» (Ιω. 20, 28), αναφωνεί. Σαν να έλεγε: “Αφού βεβαιώθηκα για τη θεότητά Σου, δεν ζητώ να διαπιστώσω την ανάστασή Σου. Σ’ Εσένα, τον παντοδύναμο Θεό, είναι όλα δυνατά, ακόμα κι εκείνα που υπερβαίνουν την ανθρώπινη αντίληψη”.
Απαντώντας στην ομολογία του αποστόλου, ο Κύριος μακάρισε εκείνους που πιστεύουν χωρίς να Τον έχουν δει. Μακάρισε κι εμάς ο Κύριος μαζί μ’ όλους όσοι δεν Τον είδαν με τα σωματικά τους μάτια. Μακάρισε κι εμάς, που βρισκόμαστε τόσο μακριά Του χρονικά και τοπικά. Μας μακάρισε τότε που στεκόταν ανάμεσα στους άγιους αποστόλους Του με την ανθρώπινη φύση που την είχε προσλάβει, την είχε προσφέρει θυσία για την ανθρωπότητα και, τελικά, την είχε δοξάσει, ανασταίνοντάς την. Δεν ξέχασε ο Κύριος κι εμάς, όσους βρισκόμαστε εδώ, στον Ιερό ναό Του, αναπολώντας το γεγονός, από το οποίο μας χωρίζουν δεκαοκτώ αιώνες. Μακάριοι κι εμείς, που δεν Τον είδαμε, αλλά πιστεύουμε σ’ Αυτόν. Μακάριοι όσοι από μας πιστεύουν σ’ Αυτόν.
Η ουσία βρίσκεται στην πίστη. Αυτή φέρνει τον άνθρωπο κοντά στον Θεό και τον κάνει παιδί του Θεού. Αυτή θα παρουσιάσει τον άνθρωπο στον Θεό. Αυτή, την τελευταία ημέρα της ζωής του πρόσκαιρου τούτου κόσμου και κατά την απαρχή της αιώνιας ημέρας, θα βάλει τον άνθρωπο στα δεξιά του θρόνου του Θεού, για ν’ ατενίζει αιώνια τον Θεό, για να ευφραίνεται αιώνια με τον Θεό, για να βασιλεύει αιώνια μαζί με τον Θεό.
«Μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει». Μ’ αυτά τα λόγια ο Κύριος συνένωσε τους πιστούς όλης της γης και όλων των εποχών με τους αποστόλους. Το ίδιο είχε κάνει, όταν προσευχήθηκε στον Πατέρα Του, λίγο πριν οδηγηθεί στα παθήματα και τον θάνατο για τη σωτηρία μας. «Δεν προσεύχομαι μόνο γι’ αυτούς (δηλαδή τους αποστόλους)», είχε πει τότε, «αλλά και για εκείνους που με το κήρυγμα αυτών θα πιστεύουν σ’ εμένα» (Ιω. 17,20). Έτσι κι εδώ, λοιπόν, κάνει μετόχους του μακαρισμού των αποστόλων όλους τους πιστούς, όλα τα μέλη της Εκκλησίας. «Μακάρια είναι τα μάτια σας», είχε πει στους μαθητές Του σε μιαν άλλη περίσταση, «γιατί βλέπουν, και τ’ αυτιά σας γιατί ακούνε! Σας βεβαιώνω ότι πολλοί προφήτες και δίκαιοι» της Παλαιάς Διαθήκης «επιθύμησαν να δουν και ν’ ακούσουν αυτά που βλέπετε και ακούτε εσείς, αλλά δεν τα είδαν και δεν τα άκουσαν» (Ματθ. 13, 16-17).
Οι μακάριοι αυτόπτες και υπηρέτες του Λόγου μας παρέδωσαν με ακρίβεια ό,τι είδαν και άκουσαν (Βλ. Λουκ. 1,3, Α’ Ιω. 1, 1-3), όταν, όπως λέει ένας απ’ αυτούς, «ο Λόγος έγινε άνθρωπος, κι έστησε τη σκηνή Του ανάμεσά μας, και είδαμε τη θεϊκή Του δόξα, τη δόξα που ο μονογενής (Υιός) έχει από τον Πατέρα, και ήρθε γεμάτος θεία χάρη και αλήθεια για μας» (Ιω. 1, 14). Η σαφής αφήγηση των αποστόλων μας κάνει νοερούς θεατές των γεγονότων, των οποίων εκείνοι υπήρξαν αυτόπτες.

Μέσω των Μυστηρίων της Εκκλησίας βρισκόμαστε σε διαρκή κοινωνία με τον Κύριο. Η ζωντανή πίστη κάνει τον Θεό, που είναι αόρατος με τα μάτια του σώματος, ορατό με το μάτι της ψυχής, τον νου (Πρβλ. Εβρ. 11, 27). Μυστικά μας αποκαλύπτει τον Κύριο η ζωή η σύμφωνη με τις εντολές Του. Όταν οι “μαθητές” του Κυρίου, δηλαδή οι ιδέες που έχει προσλάβει ο νους από το Ευαγγέλιο, συγκεντρωθούν στο “υπερώο”, δηλαδή στην καρδιά και κλειδώσουν τις πόρτες της για να μην εισχωρήσουν εκεί οι “Ιουδαίοι”, δηλαδή οι λογισμοί που εναντιώνονται στον Κύριο και την πανάγια διδασκαλία Του, τότε Εκείνος εμφανίζεται πνευματικά εκεί, στον εσωτερικό άνθρωπο.
Εφόσον εξομοιωνόμαστε με τους αγίους αποστόλους, τολμούμε να ισχυριστούμε πως είμαστε πιο μακάριοι από τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης. Εκείνοι πίστευαν σε Λυτρωτή που θα ερχόταν εμείς πιστεύουμε στον Λυτρωτή που ήρθε και πραγματοποίησε τη λύτρωση. Σ’ εκείνους είχε δοθεί η υπόσχεση των δωρεών της χάριτος· σ’ εμάς έχουν δοθεί άφθονες οι ίδιες οι δωρεές, από τις οποίες ωφελούμαστε ανάλογα με την προαίρεσή μας. Ο Δωρητής είναι απείρως πλούσιος και απείρως ελεήμων. Αν αισθανόμαστε έλλειψη των δωρεών Του, υπαίτιοι γι’ αυτό είμαστε εμείς, μόνο εμείς. Δεν τις αισθανόμαστε, επειδή έχουμε αδύναμη πίστη, ή μάλλον -θα το πω απροκάλυπτα— επειδή δεν έχουμε πίστη.

Γιατί δεν έχουμε πίστη; Επειδή δεν καταβάλαμε, δεν θελήσαμε να καταβάλουμε κανέναν κόπο για να διδαχθούμε τον Χριστιανισμό, ώστε ν’ αποκτήσουμε την πίστη από την ακρόαση του κηρύγματος (Βλ. Ρωμ. 10, 17) και την πίστη από την εκτέλεση των έργων της αρετής (Βλ. Ιω. 2, 18). Η πίστη από την ακρόαση του κηρύγματος παρέχει τη θεωρητική γνώση του Χριστιανισμού, ενώ η πίστη από τα έργα παρέχει την πρακτική γνώση του Χριστιανισμού. Ο χριστιανός που επιθυμεί με ειλικρίνεια να γνωρίσει βαθύτερα τον Θεό, οδηγείται απ’ αυτές τις δύο γνώσεις, οδηγείται από τον ίδιο τον Θεό, στη μυστική και ουσιαστική γνώση, την πνευματική. Η πνευματική γνώση είναι πάντα συνυφασμένη με τη ζωή της πίστεως. «Εκείνος που κατέχει τις εντολές μου και τις εκτελεί», είπε ο Κύριος, «αυτός με αγαπά· κι αυτός που με αγαπά, θ’ αγαπηθεί από τον Πατέρα μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του φανερώσω τον εαυτό μου» (Ιω. 14, 21).
Τον Χριστιανισμό μπορούμε να τον παρομοιάσουμε μ’ ένα θαυμάσιο και μεγάλο λιμάνι, στο οποίο μπορούν ελεύθερα να πιάσουν πλοία όλων των τύπων και όλων των μεγεθών. Σ’ αυτό το λιμάνι βρίσκουν καταφύγιο και μια ταπεινή ψαρόβαρκα κι ένα τεράστιο φορτηγό πλοίο γεμάτο εμπορεύματα κι ένα γιγάντιο θωρηκτό οπλισμένο με πολυάριθμα μέσα καταστροφής και μια πολυτελής βασιλική θαλαμηγός προορισμένη για ταξίδια αναψυχής. Ο Χριστιανισμός δέχεται τον άνθρωπο σε οποιαδήποτε ηλικία και σε οποιαδήποτε κατάσταση, με οποιαδήποτε μόρφωση και με οποιεσδήποτε ικανότητες· τον δέχεται και τον σώζει. «Αν ομολογήσεις με το στόμα σου πως ο Ιησούς είναι ο Κύριος και πιστέψεις με την καρδιά σου…, θα βρεις τη σωτηρία. Πραγματικά, όποιος πιστεύει με την καρδιά του, οδηγείται στη δικαίωση, και όποιος ομολογεί με το στόμα, οδηγείται στη σωτηρία» (Ρωμ. 10, 9-10). Όποιος δεχθεί τον Χριστιανισμό και ενταχθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία —γιατί μόνο σ’ αυτήν διαφυλάσσεται ο αληθινός Χριστιανισμός—, θα σωθεί.
Σε κάθε εξαγορά εκείνο που έχει σημασία είναι το τίμημά της. Το τίμημα, με το οποίο όλοι οι άνθρωποι λυτρώνονται από την αμαρτία, είναι ο Χριστός. Αυτό το τίμημα καταβάλλεται χωρίς διακρίσεις και χωρίς μεροληψίες για όλους όσοι θέλουν να λυτρωθούν, για όλους όσοι πιστεύουν στην αξία της λυτρώσεως και την ομολογούν. Η ομολογία της αξίας της λυτρώσεως είναι συγχρόνως απόρριψη κάθε δικής μας αξίας. Το τίμημα της λυτρώσεως καταβάλλεται με την προϋπόθεση της αυταπαρνήσεως.
Ένας απλοϊκός άνθρωπος, που δεν έχει καμιά κοσμική παιδεία, σώζεται διά του Χριστιανισμού όπως ένας μορφωμένος και σοφός. Ο Χριστιανισμός, ως δωρεά του υπερτέλειου Θεού, τους ικανοποιεί όλους πλήρως. Ο απλοϊκός και απαίδευτος άνθρωπος που θα πιστέψει με ειλικρίνεια, αναπληρώνει με τον τρόπο αυτόν την απαιδευσία του, ενώ ο σοφός που θα έρθει στον Χριστιανισμό χωρίς έπαρση και νομικιστικό πνεύμα, θα βρει σ’ αυτόν απύθμενο βάθος και άφθαρτο ύψος σοφίας.
Στον Χριστιανισμό υπάρχουν η αληθινή θεολογία και η γνήσια ψυχολογία. Μόνο ο χριστιανός μπορεί ν’ αποκτήσει την ορθή γνώση για τον άνθρωπο, για τα αγαθά και τα πονηρά πνεύματα, για τον αόρατο στα σωματικά μάτια κόσμο. Με τον φωτισμό που παρέχει ο Χριστιανισμός, ο άνθρωπος κατανοεί τη θέση του Θεού για την κοσμική σοφία: «Ό,τι ο κόσμος αυτός θεωρεί σοφία, είναι μωρία στα μάτια του Θεού… Ξέρει ο Κύριος πως οι σκέψεις των σοφών τίποτα δεν αξίζουν» (Α’ Κορ. 3, 19-20). Αυτές οι σκέψεις, που αναφέρονται μόνο στα πρόσκαιρα και μάταια, οδηγούν στην κενοδοξία και την υπερηφάνεια, στην αυταπάτη και την πλάνη, στην απορρόφηση από τις εγκόσμιες μέριμνες, στην αμαρτωλή ζωή, στη λήθη και την άρνηση του Θεού και της αιωνιότητας. Όταν ο νους του ανθρώπου που δεν έχει καταυγαστεί από το φως του Χριστού, αποτολμά ν’ ασχοληθεί με την εξέταση πνευματικών θεμάτων, τότε πλανιέται σαν σε απέραντη και σκοτεινή έρημο. Έτσι, αποκομίζει, αντί για αληθινές γνώσεις, τις οποίες δεν έχει καμιά δυνατότητα ν’ αποκτήσει, ιδεολογήματα και φαντασιοκοπήματα. Αυτά τα ντύνει μ’ έναν πολύπλοκο και δυσνόητο λόγο, με τον οποίο ξεγελά και τον εαυτό του και τους άλλους, αναγνωρίζοντας σοφία εκεί όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, πρέπει ν’ αναγνωρίσει κανείς παράνοια.

Περίεργη είναι η τυφλότητα και ακατανόητη η σκληρότητα των συγχρόνων του Χριστού, οι οποίοι, μολονότι άκουγαν την πανάγια διδασκαλία Του και έβλεπαν τα εκπληκτικά θαύματά Του, δεν πίστευαν σ’ Αυτόν. Επτά αιώνες πριν, ανεβασμένος, θαρρείς, στην κορυφή ενός μακρινού βουνού και κατάπληκτος από τη θέα της ανθρώπινης αναισθησίας, ο προφήτης Ησαΐας κραύγαζε στο πολυάριθμο πλήθος των ζωντανών νεκρών: «Θ’ ακούσετε με τ’ αυτιά, μα δεν θα καταλάβετε· θα δείτε με τα μάτια, μα δεν θ’ αντιληφθείτε» (Ησ.6, 9).

Το ίδιο περίεργη είναι και η σημερινή απιστία πολλών ανθρώπων στον Χριστιανισμό, που λάμπει με τις ακτίνες της ολοκάθαρης αλήθειας του. Αλλά η Γραφή αιτιολογεί την απιστία τους: «Γιατί έγινε αναίσθητη η καρδιά αυτού του λαού» (Ησ. 6, 10), έγινε σκληρή από τη σαρκική ζωή, έγινε τυφλή και κουφή, έγινε νεκρή για καθετί το πνευματικό, το αιώνιο, το θείο.

Η ορθή σπουδή του Χριστιανισμού δείχνει με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα την αλήθεια του. Η ορθή σπουδή του Χριστιανισμού εδραιώνει στην ψυχή την πεποίθηση για την ύπαρξη όλων των αοράτων που κηρύσσονται απ’ αυτόν, πεποίθηση πολύ ισχυρότερη από τη γνώση της υπάρξεως των ορατών, που παρέχεται από τις αισθήσεις. Η αξιοπιστία και η δύναμη αυτής της πεποιθήσεως αποδεικνύονται από το ότι εκατομμύρια άνθρωποι άφησαν τα ορατά για ν’ αποκτήσουν τα αόρατα, περιφρονώντας τα βασανιστήρια, με τα οποία η άλογη κακότητα προσπαθούσε να τους κερδίσει, και επισφραγίζοντας την πίστη τους με το αίμα του μαρτυρίου.
Ακόμα και μια επιφανειακή ματιά στην εμφάνιση, τη στερέωση και την εξάπλωση του Χριστιανισμού μας προκαλεί έκπληξη, αλλά και μας πείθει ότι αυτός δεν προέρχεται από ανθρώπους· προέρχεται από τον Θεό. Ο Κύριος, προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, ευδόκησε να φανερωθεί στη γη όχι ένδοξος, λαμπρός και μεγαλειώδης, αλλά άδοξος, ασήμαντος και ταπεινός. Ως άνθρωπος προερχόταν από βασιλική γενιά (βλ. Ματθ. 1, 1-17. Αποκ. 22, 16). Αλλά η γενιά αυτή είχε από καιρό ξεπέσει. Χάνοντας τον βασιλικό θρόνο και την ηγεμονική αξία, είχε μετοικήσει από τα μεγαλόπρεπα ανάκτορα σε φτωχικές καλύβες και είχε εξομοιωθεί με τους απλούς ανθρώπους του λαού, που κέρδιζαν το ψωμί τους με τον κόπο των χεριών τους. Μην έχοντας πάρει τίποτε από την ανθρώπινη δόξα και δύναμη, ο Θεάνθρωπος δεν πήρε τίποτε και από την ανθρώπινη σοφία. Δεν είχε σπουδάσει (Βλ. Ιω. 7, 15). Όταν άρχισε να κηρύσσει, σε ηλικία τριάντα χρονών, διάλεξε δώδεκα μαθητές από την τάξη στην οποία ανήκε και ο Ίδιος (Βλ. Μαρκ. 3, 13-19). Οι μαθητές, με τα κριτήρια της πεσμένης φύσεως, ήταν επίσης «αγράμματοι και απλοϊκοί» (Πράξ. 4, 13). Τέτοια, λοιπόν, ήταν τα πρόσωπα που θα γίνονταν οι θεμελιωτές του Χριστιανισμού.

Τι παραγγέλλει και τι προαναγγέλλει αυτός ο άσημος Διδάσκαλος σ’ αυτούς τους άσημους μαθητές Του; Τους παραγγέλνει να Τον αναγνωρίσουν ως τον ενανθρωπήσαντα Θεό, να το κηρύξουν αυτό σ’ όλον τον κόσμο και να οδηγήσουν όλη την ανθρωπότητα στην υπηρεσία και την προσκύνησή Του, καταλύοντας τις άλλες θρησκείες. Τους παραγγέλλει ν’ απαρνηθούν τις επίγειες απολαύσεις, ν’ απαρνηθούν τον ίδιο τους τον εαυτό για την πίστη σ’ Αυτόν και την ένωση μ’ Αυτόν. Προαναγγέλλει ότι ο Ίδιος θα καταδικαστεί στον ατιμωτικό σταυρικό θάνατο των κακούργων και τότε θα τους ελκύσει όλους κοντά Του. Τους προειδοποιεί ότι θα μισηθούν, θα καταδιωχθούν, θα θανατωθούν, αλλά και ότι με τη διδαχή τους θα σαγηνεύσουν την ανθρωπότητα. Σταλμένοι «σαν πρόβατα ανάμεσα στους λύκους» (Ματθ. 10, 16), αυτοί, τα πρόβατα, θα καταβάλουν τους λύκους, τους ισχυρούς και τους σοφούς της γης.

Σύμφωνα με τη λογική του κόσμου, ο Χριστιανισμός δεν μπορούσε να επιβιώσει. Η πρόθεση του Θεμελιωτή του ήταν ένα ουτοπικό όνειρο της φαντασίας και της φιλοδοξίας Του. Τα μέσα για την πραγματοποίησή του ήταν ασήμαντα, παράδοξα, αστεία. Το όλο εγχείρημα φαινόταν εξαρχής παράλογο, επιπόλαιο, καταδικασμένο σε αποτυχία. Τρία μόνο χρόνια δίδαξε ο Διδάσκαλος τους μαθητές Του. Δεν φρόντισε ούτε λίγα γράμματα να τους μάθει, ώστε να διαβάζουν τουλάχιστον τη Γραφή, ούτε τη συντήρησή τους να εξασφαλίσει. Απεναντίας, μάλιστα, τους έδωσε την εντολή της ακτημοσύνης (Βλ. Ματθ. 10, 9-10) και τους υποσχέθηκε πως η θεία πρόνοια θα τους έδινε όλα όσα χρειάζονταν για την πρόσκαιρη επίγεια ζωή (Βλ. Ματθ. 6, 25-34).

Ανεξήγητη, λοιπόν, από την ανθρώπινη λογική είναι η ίδια η ίδρυση του Χριστιανισμού. Εξίσου ανεξήγητα, όμως, είναι και τα γεγονότα που ακολούθησαν την ίδρυσή του τόσο στα Ιεροσόλυμα όσο, στη συνέχεια, και σ’ ολόκληρη την οικουμένη.
Ο Θεάνθρωπος καρφώθηκε στον Σταυρό. Η καταδίκη σε σταυρικό θάνατο ήταν εκείνη την εποχή ό,τι είναι σήμερα η καταδίκη σε απαγχονισμό. Στο ικρίωμα ανεβάζουν τους ποινικούς εγκληματίες που θέλουν να τους ατιμάσουν ακόμα και με τον τρόπο της εκτελέσεώς τους. Καρφωμένος, λοιπόν, στον Σταυρό, γυμνός και εξευτελισμένος, ο Θεάνθρωπος άρχισε ήδη να κατακτά την ανθρωπότητα, όπως το είχε προαναγγείλει: «Όταν εγώ θα υψωθώ από τη γη, όλους τους ανθρώπους θα τους τραβήξω κοντά μου» (Ιω. 12, 32). Στον Σταυρό ήταν ακόμα, και ο σταυρωμένος σαν κι Αυτόν ληστής Τον ομολόγησε Κύριο (Βλ. Λουκ. 23, 42). Στον Σταυρό ήταν ακόμα, και ο Ρωμαίος εκατόνταρχος, που Τον φρουρούσε, Τον ομολόγησε Υιό του Θεού (Βλ. Μάρκ. 15, 39).
Δέκα μέρες μετά την ανάληψη του Κυρίου στον ουρανό, ήρθε το Άγιο Πνεύμα στους αποστόλους και τους φώτισε (Βλ. Πράξ. 2, 1 κ.ε.), δίνοντάς τους σοφία και ικανότητες θαυμαστές: Εκείνοι που δεν μιλούσαν σωστά ούτε στη δική τους γλώσσα, όντας αγράμματοι, άρχισαν τώρα να μιλούν άπταιστα σε διάφορες γλώσσες, άρχισαν να ερμηνεύουν ορθά τις Γραφές που ποτέ δεν τις είχαν διαβάσει, άρχισαν να επιτελούν εξαίσια θαύματα. Τα μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου, που το αποτελούσαν ιερείς, γραμματείς, πρεσβύτεροι και άλλοι επιφανείς Ιουδαίοι, άνθρωποι μορφωμένοι και σεβαστοί, επειδή θορυβήθηκαν απ’ όλα αυτά, κάλεσαν τους απλοϊκούς, όπως τους θεωρούσαν, αποστόλους και τους ανέκριναν, για να πάρουν απαντήσεις αποστομωτικές και ν’ ακούσουν κήρυγμα πρωτάκουστο. Μη βρίσκοντας λόγια ν’ αντιπαραθέσουν στην αλήθεια, κατέφυγαν σε απειλές (Βλ. Πράξ. 4, 17, 21) και ξυλοδαρμούς (Βλ. Πράξ. 5, 40), σε φυλακίσεις (Βλ. Πράξ. 12, 1-3) και λιθοβολισμούς (Βλ. Πράξ. 7, 54-60), δείχνοντας έτσι την αδυναμία τους και τη δύναμη των αντιπάλων τους.

Μετά το Συνέδριο και ο βασιλιάς Ηρώδης άρχισε να κατατρέχει τους αποστόλους, αποκεφαλίζοντας μάλιστα έναν απ’ αυτούς (Βλ. Πράξ. 12, 1-3). Ο διωγμός που ξέσπασε στα Ιεροσόλυμα, ανάγκασε πολλούς μαθητές του Χριστού να φύγουν (Βλ. Πράξ. 11, 19). Διασκορπίστηκαν στην οικουμένη κι έριξαν παντού τους σπόρους του Χριστιανισμού, τους οποίους πότισαν με το ίδιο τους το αίμα.
Μέσα σε είκοσι χρόνια ο Χριστιανισμός είχε αγκαλιάσει όλον τον γνωστό τότε κόσμο. Μέσα σε πενήντα χρόνια οι χριστιανοί είχαν αυξηθεί τόσο, που, στον καιρό του αυτοκράτορα Τραϊανού (98-117), βρέθηκε στην Ανατολή ένα στρατιωτικό σώμα του οποίου και οι έντεκα χιλιάδες άνδρες ήταν χριστιανοί. Ο αυτοκράτορας πρόσταξε πρώτα να εξοριστούν στην Αρμενία και μετά να θανατωθούν. Δέκα χιλιάδες σταυρώθηκαν σ’ έναν ερημικό τόπο, κοντά στο βουνό Αραράτ. Οι υπόλοιποι χίλιοι εκτελέστηκαν με διάφορους άλλους τρόπους. Ο Ρωμύλος, χριστιανός αξιωματούχος του παλατιού, που διαμαρτυρήθηκε για την απάνθρωπη αλλά και άκριτη αυτή εξολόθρευση ολόκληρου στρατεύματος, αφού, με εντολή του Τραϊανού, ξυλοκοπήθηκε άγρια, αποκεφαλίστηκε.
Τον Τραϊανό μιμήθηκαν κι άλλοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, κυρίαρχοι τότε της οικουμένης, οι οποίοι έτρεφαν άσβεστο μίσος εναντίον των χριστιανών. Ούτε οι Κέλτες και οι Μαρκομάνοι, ούτε ο Αττίλας και ο Γκιζέριχος εξόντωσαν τόσα πλήθη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όσα οι διώκτες των χριστιανών αυτοκράτορες.

Τρεις αιώνες κράτησε ο αιματηρός αγώνας ανάμεσα στους λύκους και τα πρόβατα. Οι λύκοι χρησιμοποιούσαν το σπαθί, τη φωτιά, τα θηρία, τις σκοτεινές φυλακές, όλα τα μέσα βασανιστηρίων και φόνων. Τα πρόβατα αγωνίζονταν με τη δύναμη της πίστεως, τη δύναμη του Πνεύματος, τη δύναμη του Θεού, υπομένοντας ως το τέλος τις πιο φρικτές κακοποιήσεις και πεθαίνοντας γενναία για τον Κύριο. Με νίκη τους έληξε αυτός ο παράδοξος πόλεμος των τριών αιώνων.

Στην αρχή του τέταρτου αιώνα η χριστιανική πίστη είχε κυριαρχήσει στον κόσμο. Μπροστά στη διδαχή των αγράμματων ψαράδων υποκλίθηκαν τόσο οι ισχυροί όσο και οι σοφοί της γης, όπως και όλοι οι λαοί της. Ο σταυρός, όργανο ως τότε ατιμωτικής τιμωρίας και φρικτού θανάτου, έγινε σημείο μέγιστης τιμής: Στολίζει τα κεφάλια και τα στήθη βασιλέων και αρχιερέων, υψώνεται στους ναούς του αληθινού Θεού, αποτελεί το σημάδι κάθε αληθινού χριστιανού, το σημάδι της πίστεως, της ελπίδας, της αγάπης του. Ποιος δεν βλέπει το θείο θέλημα, τη θεία δύναμη και τη θεία ενέργεια, που υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική και τις ανθρώπινες δυνατότητες, πίσω από την εμφάνιση και την εξάπλωση του Χριστιανισμού; Πραγματοποιήθηκε κάτι το υπερφυσικό, πραγματοποιήθηκε ένα έργο θεϊκό.

Αυτά τα συμπεράσματα βγάζουμε με μια γρήγορη ματιά στην ιστορία του Χριστιανισμού. Η λεπτομερής σπουδή του διαμορφώνει μέσα μας πιο σαφή πεποίθηση για τη θεϊκή του προέλευση. Αυτή η πεποίθηση, πάντως, ολοκληρώνεται και εδραιώνεται στην ψυχή μας, όταν ζούμε σύμφωνα με τις ευαγγελικές εντολές, καθώς βεβαιώνει και ο προφήτης: «Από τις εντολές Σου κατάλαβα…» (Ψαλμ. 118, 104). Η πεποίθηση που γεννιέται και ενεργεί άμεσα στην ψυχή από την τήρηση των εντολών, είναι ισχυρότερη από κάθε εξωτερικό πειστήριο. Οι ευαγγελικές εντολές ειρηνεύουν, ζωογονούν, ενισχύουν την ψυχή. Όποιος αισθάνθηκε την ενέργειά τους, απέκτησε ζωντανή πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό, πίστη που εκδηλώνεται μπροστά Του με την ξεκάθαρη και αποφασιστική ομολογία: «Εσύ κατέχεις τα λόγια που οδηγούν στην αιώνια ζωή. Κι εμείς έχουμε πιστέψει κι έχουμε καταλάβει πως Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του αληθινού Θεού» (Ιω. 6, 68-69).

«Φέρε το δάχτυλό σου εδώ», λέει ο Σωτήρας στον μαθητή με την ασταθή πίστη, στον μαθητή που στεκόταν άφωνος από την αμηχανία μπροστά στο μεγαλείο των έργων του Θεού. «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ… Φέρε και το χέρι σου… Μην αμφιβάλλεις- πίστεψε!» (Ιω. 20, 27). «Ψηλαφήστε με και δείτε» (Λουκ. 24, 39). Ψηλαφήστε με, εφαρμόζοντας τις εντολές μου. Ψηλαφήστε με, ζώντας σύμφωνα με το θέλημά μου. Ψηλαφήστε με έτσι, και θα δείτε εμένα, τον Αόρατο· θα με δείτε με την πνευματική σας αίσθηση. Όποιος με ψηλαφήσει μ’ αυτόν τον τρόπο, θα βεβαιωθεί για τη θεότητά μου και γεμάτος ενθουσιασμό θα αναφωνήσει μαζί με τον αγαπημένο μου απόστολο: «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου!» (Ιω. 20, 28). Αμήν.

(Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Α'” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Ἡ Προσωπογραφία τοῦ Διακριτικοῦ Πνευματικοῦ Ὁδηγοῦ

Ἡ Προσωπογραφία τοῦ Διακριτικοῦ Πνευματικοῦ Ὁδηγοῦ

- Εἰρήνη καὶ ἱλαρότητα διαχέεται γύρω του.
- Εἶναι φωτεινός, ταπεινός, στοργικός.
- Δὲν σὲ μαλώνει, δὲν σοῦ κόβει τὰ φτερά∙ βλέπει τὰ καλά σου στοιχεῖα καὶ σὲ ἐνθαρρύνει.
- Σὲ πονάει στοργικά, ὅπως ὁ Χριστός.
- Δὲν διακρρίνεις μέσα του πλέγματα ἀνωτερότητος ποὺ ἀπωθοῦν.
- Δὲν σὲ καταπιέζει.
- Δὲν ἐπεμβαίνει. Στὴν προσωπικήν σου ζωήν.
- Δὲν ἔχει τὴν νοσηρὴ ἰδέα ὅτι εἶναι ἀλάθητος.
- Σὲ ἀφήνει ἐντελῶς ἐλεύθερα.
- Δίνει τὰ πνευματικὰ φἀρμακα ποὺ ταιριάζουν στὴν περίπτωσίν σου.
- Σοῦ μιλάει ἀνάλογα μὲ τὴν δεκτικότητά σου.
- Προσπαθεῖ νὰ βρεἶ τὸ δικό σου «κλειδί», διὰ νὰ ἀνοίξει τὴν καρδίαν σου εἰς τὸ Θεικὸν Φῶς.
- Ἔχει μέσα του τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.

Τέλος καὶ τῷ Θεῷ Δόξα.

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Ἡ Μετάνοια τοῦ κυρ-Ἀλέκου τὴν ἐσχάτη ὥρα


                Ἡ Μετάνοια τοῦ κυρ-Ἀλέκου τὴν ἐσχάτη ὥρα

Ανδρόγυνο ο κυρ-Αλέκος και η κυρά-Καίτη, παντρεμένοι το 1920 περίπου. Κατοχή-εμφύλιος-φτώχεια κάργα και των γονέων. Η κυρά-Καίτη ευλαβέστατη, προσευχή, εξομολόγηση, θεία κοινωνία κλπ. Ο κυρ-Αλέκος φανατικός άθεος, κομμουνιστής αλλά πολύ δίκαιος, ελεήμων, φιλάνθρωπος. Ήξερε από φτώχεια, στέρηση, κατατρεγμό. Συμπονούσε και βοήθαγε όσους μπόραγε. Φθάσανε και οι δυο, τ’ αντρόγυνο γύρω στα 1995. Ο κυρ-Αλέκος βαριά αρρώστια, κατάκοιτος, ετοιμοθάνατος. Η κυρά-Καίτη λαμπάδα δίπλα του, διακονούσε, έκλαιγε, προσευχότανε. Παιδιά και εγγόνια είχανε στη ζωή τους, τις μέριμνές τους, σπουργιτάκια περνάγανε αστραπή από τους γέρους και φεύγανε.
Η κυρά-Καίτη παρακάλαγε τον άνδρα της:
-         «να φέρουμε άνδρα μου τον παπά της ενορίας να εξομολογηθείς, να κοινωνήσεις μη φύγεις σαν άψυχο ζώο για την άλλη ζωή και κολασθείς».
Τίποτε ο μπάρμπας, την σιχτήραγε και την απειλούσε:
-        «Μη φέρεις παππά στο σπίτι μας γιατί θα σας αμολήσω από το μπαλκόνι, εσένα, τον παπά και τα λιβανιστήρια σας».
Μια νύχτα ανοιξιάτικη ψιθύριζε κατατρομαγμένος ο μπάρμπας την κυρά του. -  - Τρέχα Καίτη, φοβάμαι.
-        Τι θέλεις άντρα μου τ’ αποκρίθηκε αλαφιασμένη εκείνη.
-        Να Μωρή, της απάντησε αυτός πανικόβλητος. Δεν βλέπεις αυτόν τον αγριεμένο αράπη, τον δίμετρο που με κοιτάει άγρια και γελάει; Ποιος είναι; Πως μπήκε στο σπίτι μας; Τι θέλει;
Η γυναίκα δεν είδε κανέναν άλλο, σταυροκοπήθηκε φωτίστηκε, κατάλαβε:
-        «Άντρα μου στο ορκίζομαι όπου θες δεν βλέπω κανένα άλλο. Είμαι σίγουρη ότι είναι ο διάβολος και ήλθε ο κακούργος να σ’ αρπάξει να σε κολάσει».
Αστραπιαία ο κυρ-Αλέκος συνήλθε, κατάλαβε και της είπε:
-        Σε πιστεύω -άμανες υπάρχει ο διάβολος- υπάρχει και ο Χριστός και παράδεισος και κόλαση. Πήγαινε γρήγορα μόλις ξημερώσει και φέρε τον παπά, όποιον βρεις στην ενορία, να με ξομολογήσει και να με κοινωνήσει.
‘’Κατουρήθηκε’’ από φόβο και χαρά η Γριά. Μόλις ξημέρωσε πήγε στην ενορία, βρήκε κάποιον παπά Δημήτρη, το και το παπά μου και έλα γρήγορα. Έτσι και γίνανε όλα. Μόλις ξομολογήθηκε και κοινώνησε ο μπάρμπα Αλέκος γαλήνεψε, έλαμψε το προσωπάκι του και πέθανε συγχωρεμένος με Θεό και ανθρώπους.
Πόσο μας αγαπά ο Χριστός μας, πόσο ζητά ένα ψίχουλο καλή πρόθεση, καλό λογισμό να μας σώσει!

Από το ''Η ζωή διδάσκει τον Χριστό'', Αθήνα 2017.

Ἡ Ἀνάστασις δίνει νέα διάστασιν στήν ζωή μας ὅλη


        Ἡ Ἀνάστασις δίνει νέα διάστασιν στήν ζωή μας ὅλη

Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου

Ἡ Ἀνάσταση δέν ἐξαντλεῖται σέ ἐκείνη τήν ὑπέροχη νύχτα, ἀλλά μακραίνει, βαθαίνει καί μπορεῖ νά βιώνεται καθημερινά, ἐμπειρικά καί στό βάθος τῆς καρδιᾶς. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ γιά τόν πιστό καί εὐσυνείδητο χριστιανό εἶναι βίωμα συνεχές ἀπαράμιλλο καί ἀνέκφραστο. Ὁ Χριστός ἀνασταίνεται ἐντός μας. Μᾶς φωτίζει, μᾶς ἐμπνέει, μᾶς κάνει διαφανεῖς, χριστοφόρους καί θεοφόρους. Ἡ θέα τοῦ φωτός δέν τυφλώνει, ἀλλά παραμυθεῖ καί προβληματίζει αἰσιόδοξα.

Ἡ Ζωοδόχος Πηγή !

  
                                                   Ἡ Ζωοδόχος Πηγή !
  
“Σήμερον, ἀγαπητοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας εορτάζει την εορτή της Zωοδόχου Πηγής. H εορτή αυτή ανήκει στις λεγόμενες κινητές εορτές του εκκλησιαστικού έτους. Kινητές λέγονται οι εορτές του Tριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, που έχουν ως κέντρο την ημέρα του Πάσχα. Tο Tριώδιο (10 εβδομάδες, δηλαδή 70 ημέρες) προηγείται της Kυριακής του Πάσχα, το δε Πεντηκοστάριο (7 εβδομάδες, δηλαδή 50 ημέρες) ακολουθεί. Oι εορτές αυτές ονομάζονται κινητές, γιατί δεν έχουν σταθερά ημερομηνία, εν αντιθέσει με τις άλλες εορτές του εκκλησιαστικού έτους που έχουν σταθερά ημερομηνία και λέγονται ακίνητες. Tών κινητών εορτών η ημερομηνία κάθε χρόνο αλλάζει. Eξαρτάται από την ημερομηνία του Πάσχα. Όταν το Πάσχα είναι πρώιμο, έρχονται και αυτές ενωρίτερα· όταν το Πάσχα είναι όψιμο, αυτές έρχονται αργότερα.

H εορτή της Zωοδόχου Πηγής εορτάζεται την Παρασκευή της Διακαινησίμου, δηλαδή την εβδομάδα που ακολουθεί αμέσως μετά το Πάσχα. Mετά την Aνάστασι είναι η πρώτη εορτή του Πεντηκοσταρίου. Eορτάζεται την ωραία εποχή της ανοίξεως μέσα στο κλίμα της πασχαλινής χαράς και αγαλλιάσεως.

H Zωοδόχος Πηγή είναι μία εορτή πρός τιμήν της Παναγίας. δεν έχει σχέσι με τη ζωή της υπεραγίας Θεοτόκου, όπως οι άλλες γνωστές θεομητορικές εορτές, λόγου χάριν τα Eισόδια, ο Eυαγγελισμός ή η Kοίμησις της Θεοτόκου. H εορτή αυτή έχει σχέσι με τις θαυμαστές επεμβάσεις της Παναγίας πρός σωτηρίαν δυστυχών και ταλαιπώρων ανθρώπων που την επικαλέσθηκαν με πίστι. H Zωοδόχος Πηγή μας υπενθυμίζει τα θαύματα, που έκανε η Παναγία σε ένα ωρισμένο ναό της στον τόπο εκείνο που προκαλεί τη συγκίνησι κάθε Έλληνος.

Στην ομιλία αυτή θα πούμε λίγα λόγια γύρω από το ιστορικό της εορτής.Aπό πού έχει την αρχή της η εορτή της Zωοδόχου Πηγής; H Zωοδόχος Πηγή αρχίζει το πρώτον από μία λεπτομέρεια, μία ασήμαντη θα έλεγε κανείς λεπτομέρεια. Όλα τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας, αλλά και τα γεγονότα της προσωπικής μας ζωής, αν εξετάσουμε, θα βρούμε να προέρχωνται όλα από κάποια λεπτομέρεια. Ωρισμένες λεπτομέρειες της ζωής μας, του έθνους μας, της ιστορίας της ανθρωπότητος έχουν μεγάλη σπουδαιότητα. Ποιά είναι η λεπτομέρεια, από όπου αρχίζει η εορτή της Zωοδόχου Πηγής;

Πρίν από 1500 περίπου χρόνια σε κάποια εξοχή της Kωνσταντινουπόλεως, κάπου εκεί σ’ έναν έρημο δρόμο, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος φώναζε «βοήθεια!». Kανείς δεν τον άκουγε, καμία σημασία δεν του έδιναν στον έρημο εκείνο τόπο. Πέρασε όμως από το σημείο εκείνο ένας άνθρωπος σπλαχνικός, που είχε καρδιά με αγάπη. Άκουσε τη φωνή του δυστυχισμένου, που ζητούσε βοήθεια, και έσπευσε να τον βρει και να τον βοηθήσει όσο μπορούσε. Tον βρήκε σε ελεεινή κατάστασι.Ήταν τυφλός και έμενε εκεί. Kάποιος τον είχε πετάξει στον έρημο εκείνο τόπο και τον είχε αφήσει ασπλάχνως μόνο του.

O τυφλός είχε μέρες νηστικός, πεινασμένος και διψασμένος. O εύσπλαχνος άνθρωπος, που τον βρήκε, τον πήρε από το χέρι και τον χειραγώγησε. O τυφλός του λέει·

―Έχω μέρες να πιώ νερό· σε παρακαλώ, νεράκι θέλω.Eκείνος έψαξε. Mπήκε σ’ ένα δάσος. Προχώρησε γιά να βρει πηγή. Δεν βρήκε. Tότε ακούει μια φωνή, μιά μυστηριώδη φωνή

·―Δεν χρειάζεται ν’ αγωνιάς. Tο νερό είναι κοντά. Προχώρει και θα το βρεις.Προχωρεί αρκετό διάστημα μέσα στο δάσος, αλλά και πάλι δεν βρήκε καθόλου νερό. Aκούει ξανά τη φωνή

·―Mην απογοητεύεσαι. Προχώρει και θα βρείς. Προχώρησε λίγο ακόμα μέσα στο δάσος. Kαι τότε εκεί βρίσκει ένα γάργαρο δροσερό νερό. Έδωσε στο διψασμένο να πιει. O τυφλός ήπιε και ευφράνθηκε.Tότε άκουσε πάλι τη φωνή·

―Πλύνε του, λέει, τα μάτια που είναι τυφλά, και τότε θα μάθεις αμέσως, ποιά είμαι εγώ, που κατοικώ εδώ από πολλά χρόνια.Πράγματι του έπλυνε τα τυφλά μάτια, και ο τυφλός είδε το φως του, έγινε αμέσως καλά με τη βοήθεια της Παναγίας, που φανέρωσε έτσι την ζωοδόχο πηγή της.

Aς μην πιστεύουν οι άπιστοι, δικαίωμά τους. Eμείς πιστεύουμε, ότι πέρα της ύλης συμβαίνουν γεγονότα τεράστια, τα οποία εμείς ονομάζουμε θαύματα, οι δε άλλοι τα εμπαίζουν και τα κοροϊδεύουν. Aλλ’ εμείς πιστεύουμε στά θαύματα τα οποία έκανε ο Θεός και η Παναγία.

Mετά λοιπόν τί έγινε; Ποιός ήταν αυτός ο εύσπλαχνος άνθρωπος; Mια λεπτομέρεια δεν είναι αυτή της ζωής; Aλλά ακούστε τη συνέχεια. Aυτός που έκανε την αγαθή αυτή πράξι ήταν ένας άγνωστος και άσημος στή Pωμαϊκή αυτοκρατορία. Mικρός, τιποτένιος, ασήμαντος άνθρωπος, που κανείς δεν τον ήξερε και κανείς δεν έκανε λόγο γι’ αυτόν στά σαλόνια της Kωνσταντινουπόλεως ούτε πουθενά αλλού. Ήταν ένας ταπεινός άνθρωπος μακέλλης στο επάγγελμα, δηλαδή κρεοπώλης. Ήταν ο Λέων. Ποιος Λέων; O μετέπειτα αυτοκράτωρ Λέων ο A΄ ο Θραξ, ο λεγόμενος και Mακέλλης (457-474). Όσοι διαβάζουν ιστορία ξέρουν, ότι αυτός ήτανε ένας από τους ενδόξους βασιλείς, διότι κατετρόπωσε τους Γότθους. Ήταν αγαθός και πράος.

Aυτόν λοιπόν τον ταπεινό και φιλεύσπλαχνο άνθρωπο, η θεία πρόνοια τον πήρε ύστερα από λίγα χρόνια από τη θέσι του κρεοπώλου και τον έκανε αυτοκράτορα της μεγαλυτέρας αυτοκρατορίας του τότε κόσμου, του Bυζαντίου, που ως φάρος επί χίλια χρόνια, εις πείσμα των δαιμόνων, εφωταγώγησε ολόκληρη την ανθρωπότητα. O Λέων, όταν έγινε αυτοκράτωρ, δεν λησμόνησε το περιστατικό αυτό. Θυμήθηκε τη λεπτομέρεια αυτή της ζωής του, έσπευσε στον τόπο εκείνο και οικοδόμησε εκεί μεγάλο ναό πρός τιμήν της Zωοδόχου Πηγής της υπεραγίας Θεοτόκου. Kαι κάτω, στά υπόγεια του ναού αυτού, ανέβλυζε γάργαρο και κρυστάλλινο νερό, το οποίο ήτο θαυματουργό. στον τόπο αυτό, που λέγεται Mπαλουκλί, συνέρρεαν χιλιάδες άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας.

Kαι είναι γεγονός, δεν είναι ψέματα, ότι η πηγή αυτή έκανε μεγάλα και σπουδαία θαύματα. Aγιασμένο νερό βγαίνει από τη γη και θαυματουργεί. Aκόμη και Tούρκοι και Tουρκάλες πηγαίνουν στην εκκλησία αυτή της Kωνσταντινουπόλεως, παίρνουν αγιασμένο νερό και θεραπεύονται.

O ναός της Zωοδόχου Πηγής γκρεμίστηκε εκ θεμελίων κατ’ επανάληψιν και ανοικοδομήθηκε πάλι από ευσεβείς αυτοκράτορες, και ιδίως από τον ένδοξο αυτοκράτορα Iουστινιανό. O ναός αυτός έχει ιστορία, είναι ιστορικός. Yπάρχει ακόμη και σήμερα. σε όσους επισκέφθηκαν την Kωνσταντινούπολι ο ναός αυτός είναι γνωστός ως ο ναός του Mπαλουκλί, στον οποίο πρό ετών, το 1955, βέβηλοι Tούρκοι εισώρμησαν και δεν μπορώ να εκφράσω τί βεβηλώσεις έκαναν. Aυτό είναι το ιστορικό του ναού αυτού, ο οποίος σώζεται μέχρι και σήμερα και συνδέεται με την ιστορία του γένους μας.

Aδελφοί μου! Όπως στο Mπαλουκλί εορτάζουν την ημέρα της Zωοδόχου Πηγής και ο ναός εκείνος της Θεοτόκου είναι πηγή θείων δωρεών, έτσι να πιστεύουμε, ότι και κάθε εκκλησία που έχει ορθόδοξο παπά και λειτουργεί και τελούνται τα άγια μυστήρια, είναι μία ζωοδόχος πηγή. Στήν Eκκλησία τρέχει το νερό το αθάνατο της διδασκαλίας του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Tο νερό αυτό ξεδιψά. Σβήνει τη μεταφυσική δίψα του ανθρώπου.Στήν Eκκλησία επίσης τρέχει το νερό το αθάνατο της θείας χάριτος, που πηγάζει από την υπερτάτη θυσία του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Tο νερό αυτό θεραπεύει. Δίνει την υγεία στις ανάπηρες και τραυματισμένες ψυχές, διά πρεσβειών της Παναγίας. Aμήν.”

† Ἐπίσκοπος Aὐγουστῖνος

Πηγή:diakonima.gr

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Περί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ

Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: Περί της Αναστάσεως του Χριστού
Περί τς ναστάσεως το Χριστο
Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν
Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου.

Καί πῶς εἶναι ἤ πῶς γίνεται μέσα μας ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτήν ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Ἐπίσης ποιό εἶναι τό μυστήριο αὐτῆς τῆς ἀναστάσεως. Λέχθηκε μετά τό Πάσχα, τή Δευτέρα τῆς δευτέρας ἑβδομάδος τοῦ Πάσχα.

1. Ἀδελφοί καί πατέρες, ἤδη τό Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα, πού προκαλεῖ κάθε εὐφροσύνη καί εὐτυχία, καθώς ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται τήν ἴδια ἐποχή τοῦ χρόνου πάντοτε, ἤ καλύτερα γίνεται κάθε ἡμέρα καί συνεχῶς μέσα σ᾿ αὐτούς πού γνωρίζουν τό μυστήριό της, ἀφοῦ γέμισε τίς καρδιές μας ἀπό κάθε χαρά καί ἀνεκλάλητη ἀγαλλίαση (Λουκ. 1, 14), ἀφοῦ ἔλυσε μαζί καί τόν κόπο ἀπό τήν πάνσεπτη νηστεία ἤ, γιά νά πῶ καλύτερα, ἀφοῦ τελειοποίησε καί συγχρόνως παρηγόρησε τίς ψυχές μας, γι᾿ αὐτό καί μᾶς προσκάλεσε ὅλους μαζί τούς πιστούς, ὅπως βλέπετε, σέ ἀνάπαυση καί εὐχαριστία, πέρασε. Ἄς εὐχαριστήσουμε λοιπόν τόν Κύριο, πού μᾶς διαπέρασε ἀπό τό πέλαγος (Σοφ. Σολ. 10, 18) τῆς νηστείας καί μᾶς ὁδήγησε μέ εὐθυμία στόν λιμένα τῆς ἀναστάσεώς Του. Ἄς τόν εὐχαριστήσουμε καί ὅσοι περάσαμε τό δρόμο τῆς νηστείας μέ θερμή πρόθεση καί ἀγῶνες ἀρετῆς, καί ὅσοι ἀσθένησαν στό μεταξύ ἀπό ἀδιαφορία καί ἀσθένεια ψυχῆς, ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶναι πού δίνει μέ τό παραπάνω τά στεφάνια καί τούς ἄξιους μισθούς τῶν ἔργων τους σ᾿ ἐκείνους πού ἀγωνίζονται, καί πάλι αὐτός εἶναι πού ἀπονέμει τή συγγνώμη στούς ἀσθενέστερους ὡς ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος. Διότι βλέπει πολύ περισσότερο τίς διαθέσεις τῶν ψυχῶν μας καί τίς προαιρέσεις, παρά τούς κόπους τοῦ σώματος, μέ τούς ὁποίους γυμνάζομε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀρετή, ἤ ἐπαυξάνοντας τήν ἄσκηση λόγω τῆς προθυμίας τῆς ψυχῆς ἤ ἐλαττώνοντας αὐτήν ἀπό τά σπουδαῖα ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, καί σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας ἀνταποδίδει τά βραβεῖα καί τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος στόν καθένα, κάμνοντας κάποιον ἀπό τούς ἀγωνιζόμενους περίφημο καί ἔνδοξο ἤ ἀφήνοντάς τον ταπεινό καί ἔχοντα ἀκόμη ἀνάγκη ἀπό κοπιαστικότερη κάθαρση.

2. Ἀλλά ἄς δοῦμε, ἐάν νομίζετε, καί ἄς ἐξετάσομε καλῶς, ποιό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, τό ὁποῖο γίνεται μυστικῶς πάντοτε σέ ἐμᾶς πού θέλομε, καί πῶς μέσα μας ὁ Χριστός θάπτεται σάν σέ μνῆμα, καί πῶς ἀφοῦ ἑνωθεῖ μέ τίς ψυχές, πάλι ἀνασταίνεται, συνανασταίνοντας μαζί του καί ἐμᾶς. Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τοῦ λόγου.

3. Ὁ Χριστός καί Θεός μας, ἀφοῦ ὑψώθηκε στό σταυρό καί κάρφωσε (Κολ. 2, 14) σ᾿ αὐτόν τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου (Ἰω. 1, 25) καί γεύτηκε τό θάνατο (Ἐβρ. 2, 9), κατῆλθε στά κατώτατα μέρη τοῦ ἅδη (Ἐφ. 4, 9, Ψαλ. 85, 13). Ὅπως λοιπόν ὅταν ἀνῆλθε πάλι ἀπό τόν ἅδη εἰσῆλθε στό ἄχραντό Του σῶμα, ἀπό τό ὁποῖο ὅταν κατῆλθε ἐκεῖ δέν χωρίσθηκε καθόλου, καί ἀμέσως ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς καί μετά ἀπ᾿ αὐτό ἀνῆλθε στούς οὐρανούς μέ δόξα πολλή καί δύναμη (Ματθ. 24, 30, Λουκ. 21, 27), ἔτσι καί τώρα, ὅταν ἐξερχόμαστε ἐμεῖς ἀπό τόν κόσμο καί εἰσερχόμαστε μέ τήν ἐξομοίωση (Ρωμ. 6, 5, Β´ Κορ. 1, 5, Φιλ. 3, 10) τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου στό μνῆμα τῆς μετάνοιας καί ταπεινώσεως, αὐτός ὁ ἴδιος, κατερχόμενος ἀπό τούς οὐρανούς, εἰσέρχεται σάν σέ τάφο μέσα στό σῶμα μας καί, ἑνούμενος μέ τίς δικές μας ψυχές, τίς ἀνασταίνει, ἀφοῦ αὐτές ἦταν ὁμολογουμένως νεκρές, καί τότε δίνει τή δυνατότητα, σ᾿ αὐτόν πού ἀναστήθηκε ἔτσι μαζί μέ τόν Χριστό, νά βλέπει τή δόξα τῆς μυστικῆς του ἀναστάσεως.

4. Ἀνάσταση λοιπόν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δική μας ἀνάσταση, πού βρισκόμαστε κάτω πεσμένοι. Διότι ἐκεῖνος, ἀφοῦ ποτέ δέν ἔπεσε στήν ἁμαρτία (Ἰω. 8, 46, Ἐβρ. 4, 15. 7, 26), ὅπως ἔχει γραφεῖ, οὔτε ἀλλοιώθηκε καθόλου ἡ δόξα του, πῶς θ᾿ ἀναστηθεῖ ποτέ ἤ θά δοξασθεῖ, αὐτός πού εἶναι πάντοτε ὑπερδοξασμένος καί πού διαμένει ἐπίσης πάνω ἀπό κάθε ἀρχή καί ἐξουσία (Ἐφ. 1, 21); Ἀνάσταση καί δόξα τοῦ Χριστοῦ εἶναι, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, ἡ δική μας δόξα, πού γίνεται μέσα μας μέ τήν ἀνάστασή Του, καί δείχνεται καί ὁρᾶται ἀπό ἐμᾶς. Διότι ἀπό τή στιγμή πού ἔκανε δικά του τά δικά μας, ὅσα κάμνει μέσα μας αὐτός, αὐτά ἀναγράφονται σ᾿ αὐτόν. Ἀνάσταση λοιπόν τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἕνωση τῆς ζωῆς. Διότι, ὅπως τό νεκρό σῶμα οὔτε λέγεται ὅτι ζεῖ οὔτε μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν δεχθεῖ μέσα του τή ζωντανή ψυχή καί ἑνωθεῖ μέ αὐτήν χωρίς νά συγχέεται, ἔτσι οὔτε ἡ ψυχή μόνη της καί καθ᾿ ἑαυτήν μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν ἑνωθεῖ μυστικῶς καί ἀσυγχύτως μέ τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πραγματικά αἰώνια ζωή (Α´ Ἰω. 5, 20). Διότι πρίν ἀπό αὐτή τήν ἕνωση ὡς πρός τή γνώση καί ὅραση καί αἴσθηση εἶναι νεκρή, ἄν καί νοερά ὑπάρχει καί εἶναι ὡς πρός τή φύση ἀθάνατη. Διότι δέν ὑπάρχει γνώση χωρίς ὅραση, οὔτε ὅραση δίχως αἴσθηση.

Αὐτό πού λέγω σημαίνει τό ἑξῆς.Ἡ ὅραση καί μέσω τῆς ὁράσεως ἡ γνώση καί ἡ αἴσθηση (αὐτό τό ἀναφέρω γιά τά πνευματικά, διότι στά σωματικά καί χωρίς ὅραση ὑπάρχει αἴσθηση). Τί θέλω νά πῶ; Ὁ τυφλός ὅταν χτυπᾶ τό πόδι του σέ λίθο αἰσθάνεται, ἐνῶ ὁ νεκρός ὄχι. Στά πνευματικά ὅμως, ἐάν δέν φθάσει ὁ νοῦς σέ θεωρία τῶν ὅσων ὑπάρχουν πάνω ἀπό τήν ἔννοια, δέν αἰσθάνεται τή μυστική ἐνέργεια. Αὐτός λοιπόν πού λέγει, ὅτι αἰσθάνεται στά πνευματικά πρίν φθάσει σέ θεωρία αὐτῶν πού εἶναι ἐπάνω ἀπό τό νοῦ καί τό λόγο καί τήν ἔννοια, μοιάζει μέ τόν τυφλό στά μάτια, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται βέβαια τά ὅσα ἀγαθά ἤ κακά παθαίνει, ἀγνοεῖ ὅμως τά ὅσα γίνονται στά πόδια ἤ στά χέρια του καθώς καί τά αἴτια ζωῆς ἤ θανάτου του. Διότι τά ὅσα κακά ἤ ἀγαθά τοῦ συμβαίνουν δέν τά ἀντιλαμβάνεται καθόλου, ἐπειδή εἶναι στερημένος ἀπό τήν ὀπτική δύναμη καί αἴσθηση, γι᾿ αὐτό, ὅταν πολλές φορές σηκώνει τήν ράβδο του ν᾿ ἀμυνθεῖ ἀπό τόν ἐχθρό, ἀντί ἐκεῖνον μερικές φορές χτυπᾶ μᾶλλον τόν φίλο του, ἐνῶ ὁ ἐχθρός στέκεται μπροστά στά μάτια του καί τόν περιγελᾶ.

5. Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους πιστεύουν στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅμως πολύ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού καί τήν βλέπουν καθαρά, καί αὐτοί βέβαια πού δέν τήν εἶδαν οὔτε νά προσκυνήσουν μποροῦν τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς ἅγιο καί Κύριο. Διότι λέγει, «κανένας δέν μπορεῖ νά πεῖ Κύριο τόν Ἰησοῦ, παρά μόνο μέ τό Πνεῦμα τό ἅγιο»» (Α´ Κορ. 12, 3).καί ἀλλοῦ.«Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν πρέπει νά τόν προσκυνοῦν πνευματικά καί ἀληθινά»» (Ἰω. 4, 24). Καί ἀκόμη τό ἱερώτατο λόγιο, πού τό προφέρομε κάθε ἡμέρα, δέ λέγει, ̒Ἀνάσταση Χριστοῦ πιστεύσαντες᾽, ἀλλά τί λέγει; «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι, ἄς προσκυνήσομε ἅγιο Κύριον Ἰησοῦν, πού εἶναι ὁ μόνος ἀναμάρτητος»». Πῶς λοιπόν μᾶς προτρέπει τώρα τό Πνεῦμα τό ἅγιο νά λέμε (σάν νά εἴδαμε αὐτήν πού δέν εἴδαμε) «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι»», ἐνῶ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός μιά φορά πρίν ἀπό χίλια (Ὁ Συμεών ὁ Νεός Θεολόγος ἔζησε τέλη 10ου καί ἀρχές 11ου αἰῶνος, δηλ. χίλια χρόνια περίπου μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου) ἔτη καί οὔτε τότε τόν εἶδε κανένας νά ἀνασταίνεται; Ἄραγε μήπως ἡ θεία Γραφή θέλει νά ψευδόμαστε; Μακριά μιά τέτοια σκέψη.ἀντίθετα συνιστᾶ μᾶλλον νά λέμε τήν ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή μέσα στό καθένα ἀπό μᾶς τούς πιστούς γίνεται ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό ὄχι μία φορά, ἀλλά κάθε ὥρα, ὅπως θά ἔλεγε κανείς, ὁ ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστός ἀνασταίνεται μέσα μας, λαμπροφορώντας καί ἀπαστράπτοντας τίς ἀστραπές τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς θεότητος. Διότι ἡ φωτοφόρα παρουσία τοῦ Πνεύματος μᾶς ὑποδεικνύει τήν ἀνάσταση τοῦ Δεσπότη, πού ἔγινε τό πρωί (Ἰω. 21, 4), ἤ καλύτερα μᾶς ἐπιτρέπει νά βλέπομε τόν ἴδιο ἐκεῖνον τόν ἀναστάντα. Γι᾿ αὐτό καί λέμε.«Θεός εἶναι ὁ Κύριος καί φανερώθηκε σέ μᾶς»» (Ψαλμ. 117, 27), καί ὑποδηλώνοντας τή Δευτέρα παρουσία του λέμε συμπληρωματικά τά ἑξῆς. «εὐλογημένος εἶναι αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου»» (Ψαλμ. 117, 26). Σέ ὅποιους λοιπόν φανερωθεῖ ὁ ἀναστημένος Χριστός, ὁπωσδήποτε φανερώνεται πνευματικῶς στά πνευματικά τους μάτια. Διότι, ὅταν ἔλθει μέσα μας διά τοῦ Πνεύματος, μᾶς ἀνασταίνει ἀπό τούς νεκρούς καί μᾶς ζωοποιεῖ καί μᾶς ἐπιτρέπει νά τόν βλέπομε μέσα μας αὐτόν τόν ἴδιο ὅλον ζωντανό, αὐτόν τόν ἀθάνατο καί ἄφθαρτο, καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά καί μᾶς δίνει τή χάρη νά γνωρίζομε εὐκρινῶς ὅτι συνανασταίνει (Ἐφ. 2, 6) καί συνδοξάζει (Ρωμ. 8, 17) καί ἐμᾶς μαζί του, ὅπως μαρτυρεῖ ὅλη ἡ θεία Γραφή.

6. Αὐτά λοιπόν εἶναι τά μυστήρια τῶν Χριστιανῶν, αὐτή εἶναι ἡ κρυμμένη μέσα τους δύναμη τῆς πίστεώς μας, τήν ὁποία οἱ ἄπιστοι ἤ δύσπιστοι, ἤ καλύτερα νά πῶ ἡμίπιστοι, δέν βλέπουν, οὔτε βέβαια μποροῦν καθόλου νά τή δοῦν. Καί ἄπιστοι, δύσπιστοι καί ἡμίπιστοι εἶναι αὐτοί πού δέν φανερώνουν τήν πίστη μέ τά ἔργα (Ἰάκ. 2, 18). Διότι χωρίς ἔργα πιστεύουν καί οἱ δαίμονες (Ἰάκ. 2, 19) καί ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι Θεός ὁ Δεσπότης Χριστός. «Σέ γνωρίζομε»» (Μάρκ. 1, 24, Λουκ. 4, 34), λένε, «ἐσένα τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ»» (Ματθ. 8, 29).καί ἀλλοῦ.«αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου»» (Πραξ. 16, 17). Ἀλλ᾿ ὅμως οὔτε τούς δαίμονες οὔτε τούς ἀνθρώπους αὐτούς θά τούς ὠφελήσει ἡ τέτοια πίστη. Διότι δέν ὑπάρχει κανένα ὄφελος ἀπό τέτοια πίστη, ἐπειδή εἶναι νεκρή κατά τόν θεῖο ἀπόστολο. Διότι λέγει, «ἡ πίστη χωρίς τά ἔργα εἶναι νεκρή»» (Ἰάκ. 2, 26), ὅπως καί τά ἔργα χωρίς τήν πίστη. Πῶς εἶναι νεκρή; Ἐπειδή δέν ἔχει μέσα της τόν Θεό πού τή ζωογονεῖ (Α´ Τιμ. 6, 13), ἐπειδή δέν ἀπέκτησε μέσα της ἐκεῖνον πού εἶπε.«αὐτός πού μέ ἀγαπᾶ θά τηρήσει τίς ἐντολές μου»» (Ἰω. 14, 21.23), «καί ἐγώ καί ὁ Πατέρας μου θά ἔλθομε καί θά κατοικήσομε μέσα του»» (Ἰω. 14, 23), γιά νά ἐξαναστήσει μέ τήν παρουσία του ἀπό τούς νεκρούς αὐτόν πού τήν κατέχει καί νά τόν ζωοποιήσει καί νά τοῦ ἐπιτρέψει νά δεῖ μέσα του καί αὐτόν πού ἀναστήθηκε καί αὐτόν πού ἀνέστησε.

Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν εἶναι νεκρή ἡ τέτοια πίστη, ἤ καλύτερα νεκροί εἶναι αὐτοί πού τήν κατέχουν χωρίς ἔργα. Διότι ἡ πίστη στόν Θεό πάντα ζεῖ καί ἐπειδή εἶναι ζῶσα ζωοποιεῖ αὐτούς πού προσέρχονται ἀπό ἀγαθή πρόθεση καί τήν ἀποδέχονται, ἡ ὁποία καί ἔφερε πολλούς ἀπό τό θάνατο στή ζωή καί πρίν ἀπό τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν καί τούς ὑπέδειξε τόν Χριστό καί Θεό. Καί θά ἦταν δυνατό, ἐάν ἔμεναν πιστοί στίς ἐντολές του καί τίς φύλαγαν μέχρι θανάτου (Φιλ. 2, 8), νά διαφυλαχθοῦν καί αὐτοί ἀπ᾿ αὐτές, ὅπως δηλαδή ἔγιναν ἀπό μόνη τήν πίστη. Ἐπειδή ὅμως μεταστράφηκαν, ὅπως τό στραβό τόξο (Ψαλμ. 77, 57), καί ἀκολούθησαν τίς προηγούμενες πράξεις τους, εὔλογα ἀμέσως βρέθηκαν νά ἔχουν ναυαγήσει ὡς πρός τήν πίστη (Α´ Τιμ. 1, 19) καί δυστυχῶς στέρησαν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τόν ἀληθινό πλοῦτο, πού εἶναι ὁ Χριστός ὁ Θεός.
Γιά νά μή πάθομε λοιπόν καί ἐμεῖς αὐτό τό πρᾶγμα, ζητῶ νά τηρήσομε μέ ὅση δύναμη ἔχομε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, γιά ν᾿ ἀπολαύσομε καί τά παρόντα καί τά μέλλοντα ἀγαθά, ἐννοῶ δηλαδή αὐτήν τήν ἴδια τή θέα τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχομε ὅλοι μας μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Γένοιτο.