Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Η άλωση της Πόλης κατά τον Γεννάδιο Σχολάριο


Εάλω η Πόλις

Η άλωση της Πόλης κατά τον Γεννάδιο Σχολάριο

1. Ο διπλός κίνδυνος· Τούρκοι και Φράγκοι

Η παρουσίαση των θέσεων του πατριάρχου Γενναδίου Σχολαρίου για την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους το 1453 έχει μέγιστο ιστορικό, εθνικό και πνευματικό ενδιαφέρον, για πολλούς και σημαντικούς λόγους. Εν πρώτοις διότι η ζωή του συνεκτυλίσσεται μαζί με τις τελευταίες δραματικές δεκαετίες της βασιλεύουσας και τις πρώτες της άδοξης δουλείας και υποταγής της στον βάρβαρο και αλλόθρησκο κα­τακτητή. Και το σημαντικότερο, διότι δεν είναι απλός θεατής των δρω­μένων, ένας από τους πολλούς που απλώς υφίστανται παθητικά τις τροπές των καιρών και των χρόνων, αλλά ένας από τους ολίγους που ενεργητικά έλαβαν μέρος και συνδιαμόρφωσαν τις ιστορικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες πορεύθηκε η Ρωμιοσύνη κατά τα κρίσιμα έτη πριν από την άλωση και μετά από αυτήν. Κατηύθυνε ο ίδιος και προσδιό­ρισε σε μεγάλο βαθμό τις τύχες του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.
Η αποφασιστική μάλιστα αυτή συμμετοχή του στην χάραξη της ιστορικής πορείας του Γένους, με την οποία ακύρωσε τα καταστροφικά σχέδια άλλων ισχυρών δυνάμεων, προκάλεσε, όπως συμβαίνει συνήθως, την ισχυρή τους αντίδραση, η οποία, εν όσω ζούσε ακόμη, εκδηλώθηκε ως προσπάθεια δυσφημήσεως και απομονώσεως, μετά δε τον θάνατό του ως προσπάθεια κακοποιήσεως και συγχύσεως των ιστορικών πληρο­φοριών, που έφθασε μέχρι και την νόθευση των συγγραμμάτων του, ώστε να πληγεί η υστεροφημία του και να παύσει να αποτελεί αξιόπι­στο μάρτυρα και εκφραστή της ιστορικής συνειδήσεως της Ρωμιοσύνης.
Ο πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος μαζί με ολίγους άλλους εκκλησιαστικούς ηγέτας του 15ου αιώνος με προφητική δύναμη και ενόραση, διείδαν, ότι κίνδυνος για την αυτοκρατορία δεν ήσαν μόνον από την Ανατολή οι Τούρκοι, αλλά και από την Δύση οι Φράγκοι υπό τον πά­πα, και ότι εν μέσω των δύο αυτών κινδύνων έπρεπε το Γένος να πορευ­θεί με πολλή προσοχή. Ο κίνδυνος των Τούρκων ήταν καθημερινή αγωνία, ante portas, προ των θυρών, αλλά και ο κίνδυνος από την Δύση δεν ήταν υποθετικός, αλλά βιωθείσα και βιουμένη πραγματικότης. Όσοι συνιστούσαν επαγρύπνηση και απέναντι των Δυτικών δεν εκινούντο από θρησκευτική μισαλλοδοξία, αλλά από εκτίμηση των ιστορι­κών δεδομένων του παρελθόντος και από την θλιβερή εμπειρία του παρόντος. Η αποδυνάμωση και η εξασθένηση της αυτοκρατορίας, ώστε να αποτελεί εύκολη λεία για τους Τούρκους, σύμφωνα με κοινή εκτίμηση των ιστορικών, οφείλεται στις περίφημες σταυροφορίες, τις οποίες υπό την έμπνευση και καθοδήγηση των παπών διεξήγαγαν οι ηγεμόνες της Δύσεως. Υπό το πρόσχημα θρησκευτικών στόχων οργανώ­θηκαν κατακτητικές εκστρατείες, οι οποίες από το σώμα της Ρωμιοσύ­νης δημιούργησαν φραγκικά κρατίδια στον νησιωτικό και ηπειρωτικό χώρο και τεράστια οικονομικά και εμπορικά οφέλη, με αποκορύφωμα την πρώτη άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204. Απαλλάχθηκε βέβαια η βασιλεύουσα από την σκληρή ξενική κατοχή των Λατινο-φράγκων μετά από εξήντα έτη (1261), κολοβωμένη όμως τώρα και κουτσουρεμένη, χωρίς επαρκή ενδοχώρα, αφού εξακο­λούθησαν οι Φράγκοι να κατέχουν τις άλλες περιοχές- έμοιαζε ως κεφα­λή χωρίς σώμα. Επί πλέον διαπιστώθηκαν τώρα και οι προθέσεις των αδελφών Χριστιανών της Δύσεως. Τα μέτρα των νέων λατινικών αρχών δεν περιορίσθηκαν στην οργάνωση της διοικήσεως μόνο, αλλά και στην πολιτιστική και θρησκευτική αφομοίωση των Ορθοδόξων, σε πλήρη δηλαδή εκλατινισμό, ο οποίος μάλιστα επιβαλλόταν διά της βίας. Ακόμη και σήμερα πολλοί Έλληνες «καθολικοί», των Κυκλάδων κυρίως, είναι καρποί αυτής της φραγκικής κατακτήσεως.
Έχουν γραφή πολλά για τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα που κυριάρχησαν στην Ανατολή κατά τον 15ο αιώνα, πριν από την άλωση, και για τα πρόσωπα που ετέθησαν επί κεφαλής των αντιπάλων παρατάξε­ων. Βασικώς διαμορφώθηκαν δύο ομάδες· η ομάδα με ηγέτη τον Βησ­σαρίωνα, ο οποίος τελικώς ενσωματώθηκε πλήρως στον Παπισμό και έγινε καρδινάλιος, πρότεινε την συμμαχία με την Δύση προς απόκρου­ση του τουρκικού κινδύνου· επηρέασε αποφασιστικά τον αυτοκράτο­ρα Ιωάννη Η' Παλαιολόγο, που αγωνιούσε για την τύχη της αυτοκρα­τορίας, και τον παρέσυρε στην ταπεινωτική υπογραφή του ενωτικού όρου της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), δεκατέσσερα μόλις χρό­νια πριν από την άλωση. Η άλλη ομάδα, με ηγέτη τον Άγιο Μάρκο Εφέσου τον Ευγενικό, αγωνιζόταν να αποτρέψει την ένωση με τον Παπισμό και επηρέαζε το μεγαλύτερο μέρος του κλήρου και του λαού· ήθελε το Έθνος να διασώσει προ παντός την πολιτιστική του οντότη­τα και αυτοσυνειδησία, γιατί εγνώριζε την αναμφισβήτητη ιστορική αλήθεια, ότι τα έθνη χάνονται, όχι όταν χάσουν την κρατική τους οντό­τητα, αλλά όταν χάσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα, την ψυχή τους. Εφ' όσον η οποιαδήποτε βοήθεια της Δύσεως στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις προϋπέθετε τον εκλατινισμό των Ορθοδόξων, έπρε­πε το Έθνος να στηριχθεί στις δικές του δυνάμεις. Και μολονότι προ­έβλεπαν ως αναπότρεπτη την υποταγή στους αλλοθρήσκους, πίστευαν ότι θα εδημιουργούντο οι συνθήκες της αναβιώσεως, της παλιγγενεσίας.
Υπό το πρόσχημα της βοηθείας οι Δυτικοί ουσιαστικώς θα κατακτούσαν και πάλι την Κωνσταντινούπολη. Κατάκτηση και η μία κατάκτηση και η άλλη· στην υπό τους Τούρκους όμως κατάκτηση θα παρέμενε το πλεονέκτημα της εθνικής αξιοπρεπείας, το ότι δηλαδή το Έθνος δεν επρόδιδε οικειοθελώς τις παραδόσεις του, δεν θυσίαζε την Ορθοδοξία, η οποία αποτελούσε το ουσιαστικώτερο στοιχείο της εθνικής του ταυτό­τητος. Και επί πλέον η μεγάλη πολιτιστική υπεροχή έναντι των Τούρ­κων και το παντελώς ανόμοιο του θρησκεύματος αποτελούσαν δυσμε­νείς παράγοντες για τον πλήρη εξισλαμισμό, ενώ αντίθετα με τους ομοπίστους Φράγκους ο εκλατινισμός ήταν ευκολώτερος. Αυτό εξέφρασε με απλό αλλά απόλυτα πειστικό τρόπο, μετά από τρεις αιώνες, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, αγωνιζόμενος να διασώσει την πολιτιστική αυτο­συνειδησία και το αίσθημα υπεροχής των υποδούλων έναντι των αλλοθρήσκων κατακτητών: «Ύστερα το εσήκωσεν ο Θεός το βασίλειον από τους Χριστιανούς και ήφερε τον Τούρκο μέσα από την Ανατολήν και του το έδωκε διά εδικόν μας καλόν... Και τι; Άξιος ήτον ο Τούρκος να έχη βασίλειον; Αλλά ο Θεός του το έδωκε διά το καλόν μας. Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, όπου ήτον τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και του το εχάρισε; Διατί ήξευρεν ο Θεός πως τα άλλα ρηγάτα μάς βλάπτουν εις την πίστιν, και ο Τούρκος δεν μάς βλάπτει, άσπρα δώσ' του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και διά να μην κολασθούμεν το έδωκε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλλον να μάς φυλάη»[1].
Κατά τις εκτιμήσεις άλλωστε αυτής της ομάδος, οι οποίες κρίνονται ιστορικώς ως ορθές, ακόμη και αν θυσιαζόταν η Ορθοδοξία και απο­φάσιζε η ηγεσία ότι ήταν προτιμώτερος ο εκλατινισμός από τον εξι­σλαμισμό, και τότε ακόμη θα επρόκειτο περί ανωφελούς θυσίας· οι Δυ­τικοί δεν ημπορούσαν να αντιπαραταχθούν προς τους Τούρκους απο­τελεσματικά και να τους νικήσουν, λόγω των μεταξύ τους διαφορών και διενέξεων. Αυτό φάνηκε και στη μάχη της Νικοπόλεως του 1396 και στη μάχη της Βάρνας το 1444, επτά μόλις χρόνια πριν από την άλω­ση. Στην πρώτη ήττα της Νικοπόλεως αναφερόμενος ο Ιωσήφ Βρυέννιος προβαίνει σε θλιβερές διαπιστώσεις για το αξιόμαχο των Δυτικών, το οποίο ευρίσκει πολύ κατώτερο από τις δυνατότητες της εξασθενη­μένης και κατακερματισμένης ανατολικής αυτοκρατορίας: «Ημείς, γράφει, τόσα έτη πολιορκούμενοι στέργομεν έτι· υμείς δε μετά πάσης υμών της παρατάξεως και μεθ' όσης των όπλων παρασκευής άπαξ τοις Αγαρηνοίς επιόντες κατά κράτος ηττήθητε»[2]. Η θέση αυτή επιβεβαι­ώνει την αναντίρρητη επίσης ιστορική αλήθεια και εκτίμηση ότι το Βυζάντιο, εκτός από την άλλη πολύτιμη και πολύπλευρη προσφορά του, στάθηκε για περισσότερα από χίλια χρόνια ο προμαχώνας, το κά­στρο, πάνω στο οποίο αναχαιτίζονταν όλες οι από Ανατολής επιθέσεις των ασιατικών λαών. Αν αυτός ο προμαχώνας απουσίαζε, και τους βαρβάρους του Βορρά διαδέχονταν στην Δύση οι βάρβαροι της Ανα­τολής, η εικόνα του δυτικού κόσμου, η εικόνα της ανθρωπότητος θα ήταν σήμερα τελείως διαφορετική.
Στην ομάδα λοιπόν του Αγίου Μάρκου Ευγενικού ανήκει ο Γεν­νάδιος Σχολάριος, όχι ως ένας απλός οπαδός ή σημαντικό μέλος. Είναι η ενσάρκωση του ιδίου του Ευγενικού, η απαράλλακτη εικόνα του· γι' αυτό και τον επέλεξε επισήμως λίγο πριν αποθάνει ως συνεχιστή των αγώνων του. Πίστευε μάλιστα, και δικαιώθηκε, ότι ο Γεννάδιος θα διεξήγαγε επιτυχέστερα τον αγώνα, λόγω των πολλών και αναμ­φισβητήτων προσόντων του, της μεγάλης πολιτικής και διοικητικής εμπειρίας, και της δυνατότητος να επηρεάζει τον αυτοκράτορα, ως ανώτατος κρατικός αξιωματούχος και σύμβουλος.
Υπήρξεν ευτυχώς κατ' αυτήν την κρίσιμη περίοδο τριάδα σπουδαί­ων προσώπων, που συνδέονται κατά σειρά μεταξύ τους με σχέση μαθητού και δασκάλου· ο Ιωσήφ Βρυέννιος, ο Μάρκος Ευγενικός και ο Γεννάδιος Σχολάριος. Και οι τρεις συνεχίζουν την έναντι της Δύσεως στάση του Μεγάλου Φωτίου και του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, την διδασκαλία του οποίου ερμήνευσαν και ανέπτυξαν. Αποτελούν τους τρεις νέους διδασκάλους και υπερμάχους της Ορθοδοξίας στους έσχατους της αυτοκρατορίας καιρούς. Ο «διδάσκαλος Ιωσήφ», όπως τον αποκαλούσαν, κατενόησε τον κίνδυνο από τον Παπισμό και με πολλή δύναμη τον εξέφρασε· ο Άγιος Μάρκος, μόνος και αβοήθητος, αντιπαρατάχθηκε κατά την διάρκεια της συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας προς την «επηρμένην οφρύν των Δυτικών», κατά την έκφραση του Μ. Βασιλείου, ο οποίος πολύ ενωρίς διεπίστωσε τις αυταρχικές και αντισυνοδικές διαθέσεις στο πρόσωπο του πάπα Δαμάσου. Και ο Γεννάδιος Σχολάριος με τους σθεναρούς και επίμονους αγώνες του κατέστησε στην πράξη ανεφάρμοστο τον ενωτικό όρο της συνόδου, επηρεάζοντας τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο και εκφράζον­τας την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας.
Η «ένωση» επεβλήθη εκ των άνω και είχε κίνητρα πολιτικά, τελείως ξένα προς τον πνευματικό στόχο της αληθινής ειρήνης και της αληθινής ενώσεως. Γι' αυτό και ανετράπη εκ των κάτω και είναι πλέον, όπως παρατηρεί ο Κ. Heussi, ένα άπλό χαρτί[3]. Οι Ορθόδοξοι, λόγω της κατεπείγουσας και αγωνιώδους ανάγκης να λάβουν βοήθεια, σύρθηκαν σε μία σύνοδο ασυνήθους διαδικασίας και διαρκείας, υποχώρησαν σε όλες τις απαιτήσεις των Παπικών, και προσέφεραν στον Παπισμό ανε­κτίμητη βοήθεια και αναγνώριση, χωρίς να λάβουν τα συμφωνηθέντα ανταλλάγματα. Ενίσχυσαν εν πρώτοις με την συμμετοχή τους το κύρος του πάπα Ευγενίου του Δ', τον οποίο η μεταρρυθμιστική σύνοδος της Βασιλείας είχε καθαιρέσει, και συνετέλεσαν έτσι στη διάλυση αυτής της συνόδου, αλλά και στη διάλυση των ελπίδων για εκδημοκρατισμό της απολυταρχικής μοναρχίας του πάπα. Νομιμοποίησαν κατόπιν με απόφαση «οικουμενικής» συνόδου τις επιδιώξεις των παπών, περί πρωτείου και κυριαρχίας επί της καθόλου Εκκλησίας. Κυρίως όμως πρόσφεραν στον Παπισμό την βάση, πάνω στην οποία στηρίχθηκαν οι σύνοδοι του Τριδέντου (1545-1563) και η Α' Βατικανή (1870) για την δογματοποίηση του πρωτείου και του αλαθήτου του πάπα. Αυτό που επί αιώνες επεδίωκε να επιτύχει ο Παπισμός με συστηματική νόθευ­ση κειμένων, το προσέφεραν οι Ορθόδοξοι στην ψευδοσύνοδο της Φλωρεντίας.
Αυτήν λοιπόν την μεγάλη προσφορά προς τον Παπισμό αγωνίσθηκαν και επέτυχαν να ακυρώσουν ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και ο Γεννά­διος Σχολάριος. Είναι γνωστή η φράση του πάπα Ευγενίου Δ', όταν πληροφορήθηκε ότι ο Εφέσου δεν υπέγραψε την ένωση· «λοιπόν εποιήσαμεν ουδέν». Την ευθύνη στη συνέχεια για την μη εφαρμογή του όρου ανέλαβε ο Γεννάδιος Σχολάριος, αντιπαραταχθείς επί έτη με την παπική θεολογία. Μετά τον Μέγα Φώτιο, τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τον Άγιο Μάρκο Εφέσου δεν υπάρχει στην Ανατολή άλλος θεολόγος που να αποδυνάμωσε την παπική θεολογία και να εζημίωσε τον Παπισμό τόσο όσο ο Σχολάριος. Γι' αυτό και επλήρωσε πολύ ακριβά αυτήν την προσφορά προς την Ορθοδοξία· έγινε στόχος σχεδιασμένης και αποτελε­σματικής κακοποίησης και συκοφάντησης εκ μέρους της παπικής και φιλοπαπικής ιστοριογραφίας και γραμματείας, ώστε να ακυρωθούν στο διηνεκές οι εναντίον του Παπισμού αγώνες του. Θα αφήσουμε τα όσα μυθώδη και ανιστόρητα σχεδιάσθηκαν και γράφτηκαν για τον δήθεν αρχικό λατινισμό και φιλενωτισμό του και την δήθεν σύγκρουση και αντίθεσή του με τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, που δυστυχώς περνούν και μέχρι σήμερα στη δική μας θεολογική και ιστορική γραμμα­τεία, ακόμη και στα σχολικά εγχειρίδια, και θα περιορισθούμε στην κακοποίηση της ιστορικής αλήθειας, σχετικά με τα όσα έπραξε ή παρέ­λειψε να πράξει κατά την περίοδο προ της αλώσεως, αλλά και κατά την άλωση.

2. Προκατειλημμένη η ιστορική έρευνα

Οι ιστορικοί της αλώσεως σχεδόν στο σύνολό τους δεν μας δίνουν πληροφορίες για τον Γεννάδιο Σχολάριο. Μοναδική εξαίρεση ο λατινόφρων Δούκας, ο οποίος επί αρκετά έτη λείπει από την Κωνσταντινού­πολη· παρακολουθεί από μακρυά την αγωνία της και εν ασφαλεία, ως γραμματεύς ή πολιτικός σύμβουλος του Γενουάτη Giovanni Adurno, της οικογενείας των Γατελούζων, οι οποίοι είχαν υπό την κατοχή τους την Λέσβο και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Εκφράζει λοιπόν τις θέσεις του φραγκολατινικού περιβάλλοντος, οι οποίες ήσαν εναντίον των αγώνων του Σχολαρίου για την αποτροπή της ενώσεως. Δεν γνωρί­ζει εκ του σύνεγγυς τις απόψεις αλλά και τις ενέργειες του Σχολαρί­ου για την σωτηρία της Πόλεως και τον κατηγορεί για παθητική αντί­σταση έναντι των Τούρκων και για επηρεασμό του «χυδαίου και αγο­ραίου» όχλου, όπως λέγει, ώστε να μην αγωνισθεί εναντίον των Τούρ­κων αλλά να περιμένει μόνον από τον Θεό και την Θεοτόκο την σω­τηρία τους. Αυτό όμως από πουθενά δεν προκύπτει, ούτε από το γρα­πτό κείμενο που εθυροκόλλησε ο Γεννάδιος στην πόρτα του κελλιού του, στο οποίο αναφέρεται ο Δούκας· αντίθετα ήταν από τους λίγους που συνεβούλευε και έπραττε το παν, όπως θα δούμε, για να σωθεί η Πόλη και να αποφευχθούν η αιχμαλωσία και η καταστροφή.
Αυτή λοιπόν η μοναδική και όχι αξιόπιστη πληροφορία του λατινόφρονος Δούκα έγινε σημαία στα χέρια δυτικών ιστοριογράφων, ευτυχώς όχι όλων, και υιοθετήθηκε από μαρξιστές ιστορικούς, όπως ο Γιάννης Κορδάτος, με στόχο να δυσφημισθούν οι φανατικοί καλόγεροι και η Εκκλησία, και να τους επιρριφθεί η ευθύνη για την άλωση. Δυστυχώς υιοθετήθηκε και από απρόσεκτους νεώτερους Έλληνες ερευνητές, οι οποίοι δεν βασάνισαν τις πηγές και τις πληροφορίες, ούτε έψαξαν να βρουν και να διασταυρώσουν άλλες, με συνέπεια αυτή η εικόνα του προδότη και τουρκόφιλου Γενναδίου Σχολαρίου, όπως τόλμησε να τον αποκαλέσει ο κατά τα άλλα αείμνηστος καθηγητής Κωνσταντίνος Μπόνης, ο οποίος μάλιστα εκπλήσσεται και απορεί πώς δεν ενεκλήθη εισέτι ο Γεννάδιος επί δοσιλογισμώ, αυτή λοιπόν η εικόνα σχεδόν κυ­ριαρχεί στην νεώτερη ελληνική βιβλιογραφία, και εκ του γεγονότος ότι η μελέτη αυτή του Μπόνη, ειδικού γραμματολόγου, πανεπιστημιακού δασκάλου και ακαδημαϊκού, δημοσιευμένη και στην γνωστή «Θρη­σκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια» αποτελεί το πρώτο χρηστικό και έγκυρο βοήθημα για οποιονδήποτε θελήσει να αντλήσει πληρο­φορίες για τον Γεννάδιο Σχολάριο[4]. Ακόμη και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στο ιστορικό του μυθιστόρημα «Γεννήθηκα στο 1402» αποδέχθηκε τις αφελείς αυτές μυθοπλασίες και γράφει ότι ο Γεννά­διος κατά την άλωση σωπαίνει ή ησυχάζει σε κάποιο μοναστήρι ή τον προστατεύει κάποιος Τούρκος έξω από τα τείχη της Πόλεως και ότι ο ρόλος του κατά την άλωση ήταν σκοτεινός[5].
Ευτυχώς δεν παρασύρθηκε το σύνολο της νεώτερης ελληνικής ιστοριογραφίας από τις προκατειλημμένες και ομολογιακές θέσεις των δυτικών ιστοριογράφων. Έτσι τις ιστορικά αθεμελίωτες και ιδεολογικά ή ομολογιακά κατευθυνόμενες θέσεις ανήρεσε με ιδιαίτερη ιστορική πραγματεία ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος που είναι καταχωρισμέ­νη στην πολύτομη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους[6]. Ο επιφανής επί­σης βυζαντινολόγος γραμματολόγος αείμνηστος καθηγητής Νικόλαος Τωμαδάκης σε ειδική μελέτη του για τις πολιτικές αντιλήψεις του Γενναδίου[7] αναφέρεται σε δύο άρθρα-μελέτες που γράφτηκαν το 1954, με αφορμή τη συμπλήρωση 500 ετών από την άλωση της Πόλης. Λέγει ότι δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς με τον Γιάννη Κορδάτο γιατί διαστρέ­φει την ιστορία, ώστε να συμφωνεί με την ιδεολογική γραμμή του. Επαινεί το άρθρο του Θεοδοσίου Νικολάου που δημοσιεύθηκε στην «Κιβωτό»[8] των Κόντογλου και Μουστάκη γιατί αποπνέει το άρωμα της οφειλομένης ευλάβειας προς μία προσωπικότητα, όπως αυτή του Γενναδίου, και επικρίνει την μνημονευθείσα μελέτη του Κ. Μπόνη για την οποία λέγει ότι αδικεί τον Γεννάδιον αποτελεί την πρώτη προσπά­θεια από ορθοδόξου πλευράς να καταβιβασθεί από τον θρόνο της φή­μης και της δόξης, εκτιμών ότι αυτό είναι ακατόρθωτο, γιατί ο Γεννάδι­ος είναι «μέγα και ανεκτίμητον εθνικόν κεφάλαιον μη τόσον ευκόλως αναλώσιμον».
Αξίζει πάντως κανείς να παρατηρήσει ότι στο θέμα αυτό, για την στάση, τις ενέργειες ή τις παραλείψεις του Γενναδίου Σχολαρίου κα­τά την άλωση, γίνεται επίκληση μιας μαρτυρίας ιστορικού, που ήταν μάλιστα απών και εσχημάτισε γνώμη από ακούσματα ή παρακούσματα ή ομολογιακά πλάσματα τρίτων, και αγνοούνται μαρτυρίες του ιδίου του Γενναδίου που ευρίσκονται σε αφθονία στα ιστορικά του έργα ή είναι κατεσπαρμένες στο σύνολο των συγγραμμάτων του. Έχομε την γνώμη ότι το θαυμάσιο έργο του Ν. Τωμαδάκη «Περί αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως (1453). Συναγωγή κειμένων μετά προλόγου και βιογραφικών μελετημάτων περί των τεσσάρων ιστοριογράφων, Δούκα-Κριτοβούλου-Σφραντζή-Χαλκοκονδύλη»[9], πρέπει να συμπληρω­θεί με την δημοσίευση και των σχετικών ιστορικών κειμένων του Γεν­ναδίου Σχολαρίου. Και μόνον δύο του κείμενα, ο «Θρήνος επί τη αλώ­σει της Πόλεως», ως και η «Εγκύκλιος επί τη αλώσει της Πόλεως και τη παραιτήσει εκ της πατριαρχείας», αρκετά εκτενή και πλούσια σε πληροφορίες, προερχόμενες μάλιστα από ανώτατο κρατικό και εκκλησιαστικό αξιωματούχο που έζησε και προσδιόρισε τις ιστορικές εξελίξεις, δίνουν διαφορετική εικόνα από την κατασκευασμένη και προκατειλημμένη των δυτικών γραμματολόγων και ιστορικών και δικαιολογούν την υψηλή θέση που πάντοτε είχε ο μεγάλος αυτός φιλόσο­φος, θεολόγος και ηγέτης των ύστατων χρόνων του Βυζαντίου στην διαχρονική συνείδηση του Γένους. Η απουσία αυτών των κειμένων από την εκτίμηση των γεγονότων της αλώσεως, τα οποία και αυτός ο Τωμαδάκης αγνοεί, γράφων ότι «είναι δυστύχημα ότι ο Γεώργιος Σχο­λάριος δεν έγραψε ο ίδιος διά του καλάμου του ιστορίαν»[10], οφείλεται μάλλον στην έλλειψη παλαιών εκδόσεων, και στην ανεπαρκή χρήση και εκμετάλλευση της οκτάτομης έκδοσης των Απάντων του (1928-1936)[11], από την νεώτερη ιστορική και θεολογική έρευνα.
Εμείς είχαμε την σπουδαία ευκαιρία και ευλογία στα μέσα της δε­καετίας του 1970 να ασχοληθούμε με τον Γεννάδιο Σχολάριο και όλη την ορθόδοξη γραμματεία πάνω στην οποία στηρίζεται η θεολογική του σκέψη από τον Μέγα Φώτιο μέχρι τον δάσκαλό του Άγιο Μάρκο Εφέσου Ευγενικό. Η ενασχόλησή μας αυτή κατέληξε στην σύνταξη μεγάλης μονογραφίας με τίτλο «Γεννάδιος Β' Σχολάριος. Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία»[12], στην οποία τον παρουσιάσαμε ως τον τε­λευταίο μεγάλο διδάσκαλο και συγγραφέα της ελληνικής ανατολικής αυτοκρατορίας και τον πρώτο μεγάλο προφήτη, παιδαγωγό και εθνάρχη του νεωτέρου Ελληνισμού και αποκαλύψαμε τις σκόπιμες συγχύσεις της δυτικής και της ιδικής μας ιστοριογραφίας, ιδιαίτερα ως προς τον δήθεν φιλολατινισμό του και την δήθεν σύγκρουσή του με τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, ως και για τον δήθεν σκοτεινό και ύποπτο ρόλο του κατά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Η ενασχόληση μας αυτή προ της ενάρξεως του επισήμου θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών μάς εφοδίασε με τη γνώση των κριτηρίων, βάσει των οποίων εκινούντο οι Άγιοι Πατέρες στην αντιμετώ­πιση του Παπισμού, ώστε, όταν ορισθήκαμε μέλος της Μικτής Επιτροπής του Διαλόγου, για να εκπροσωπήσουμε την Εκκλησία της Ελλάδος, κινηθήκαμε πάνω στην μακραίωνα αυτή παράδοση «επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσι». Η Ρώμη όμως προφανώς ενοχλημένη από την συνέ­χιση αυτής της Ορθοδόξου γραμμής και παραδόσεως των μεγάλων μορφών της Ορθοδοξίας και συσκευάζουσα πάλι μετά των ημετέρων νέα Φερράρα-Φλωρεντία, αξίωσε την αποπομπή μας από τον διάλογο και στη συνέχεια μέσω των ενταύθα φίλων και υπηρετών της την δυσ­φήμησή μας ως ακραίων και φονταμενταλιστών, ωσάν να μην είναι ο Παπισμός ο μεγαλύτερος επί αιώνες και αποτελεσματικότερος κο­σμικός οργανισμός καταπιέσεως και ασκήσεως βίας και εξουσίας στη ζωή ασθενών και αδυνάτων, προσώπων και λαών.

3. Η δράση του Σχολαρίου πριν και κατά την άλωση. Πολύτιμες πληροφορίες

Ας δούμε όμως τώρα σύντομα πώς παρουσιάζει ο Γεννάδιος τα της δράσεώς του την περίοδο της αλώσεως. Σημειώνουμε ότι έκτος από τον Άγιο Μάρκο Ευγενικό, που άντεξε στους εξευτελισμούς και στις πιέσεις και δεν υπέγραψε τον ενωτικό όρο, τρία ακόμη πρόσωπα έφυ­γαν κρυφά λίγο πριν από την υπογραφή για να μη δεχθούν πιέσεις· ο αδελφός του αυτοκράτορος δεσπότης Δημήτριος Παλαιολόγος, ο γνω­στός φιλόσοφος του Μυστρά Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός και ο Γεν­νάδιος Σχολάριος. Θα περίμενε κανείς ότι μετά την επιστροφή της αντιπροσωπείας στην Κωνσταντινούπολη ο Γεννάδιος θα έπιπτε στη δυσμένεια του βασιλέως και θα έχανε τα υψηλά διοικητικά αξιώματα που κατείχε, ως καθολικός σεκρετάριος του βασιλέως, γενικός γραμ­ματεύς δηλαδή των ανακτορικών υπηρεσιών, και καθολικός κριτής των Ρωμαίων, γενικός δικαστής, δηλαδή, κάτι σαν πρόεδρος του Αρεί­ου Πάγου ή του Συμβουλίου Επικρατείας. Συνέβη όμως το αντίθετο· εκράτησε ακόμη και την θέση του ως επισήμου ομιλητού κάθε Παρα­σκευή σε αίθουσα των ανακτόρων, επί θεολογικών και ηθικών θεμά­των, με την παρουσία του βασιλέως και της συγκλήτου.
Η ευμενής αυτή στάση του βασιλέως και η διατήρηση του Γεννα­δίου στις υψηλές του θέσεις, ακόμη και όταν μετά τον θάνατο του Αγί­ου Μάρκου Ευγενικού (1444) ανέλαβε επισήμως ως διάδοχός του τον αγώνα για την μη εφαρμογή του ενωτικού όρου και την αποτροπή της ενώσεως, δείχνει ότι ο βασιλεύς εσωτερικώς ουδέποτε δέχθηκε τα όσα ταπεινωτικά έγιναν στην Φλωρεντία, απλώς ως υπεύθυνος πολιτικά για την τύχη του απειλουμένου από τους Τούρκους έθνους βρέθηκε στριμωγμένος και σε αδιέξοδο. Η εσωτερική του αυτή αντίδραση ενι­σχύθηκε μετά την διαπίστωση της γενικής κατακραυγής εναντίον της ενώσεως, όταν επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη.
Προκύπτει μάλιστα από τις πηγές, ακόμη και από τα λατινίζοντα «Πρακτικά» της συν­όδου, ότι μπροστά στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις των Λατίνων ο βασιλεύς ήταν ανυποχώρητος και είχε αποφασίσει να αναχωρήσει διασώζοντας την υπερηφάνεια της αυτοκρατορίας, αντί να υποταγεί δουλικά στον πάπα. Για κάποια από τις πολλές περιπτώσεις δια­πραγματεύσεων και αδιεξόδων γράφουν τα «Πρακτικά»: «Απεκρίθη ο βασιλεύς· ημείς άλλο ουδέν γράφομεν ουδέ λέγομεν, ει μη ότι, εάν δέχησθε όσον εδώκαμεν, ενωθησόμεθα· ει δε μη, απελευσόμεθα»[13]. Και όταν ο πάπας τον επίεζε να εκβιάσει, να υποχρεώσει τους συνοδικούς να υπογράψουν, ο βασιλεύς έδωσε την εξής ενδιαφέρουσα απάντηση, που δείχνει και την διαφορά του απολυταρχικού παπικού πρωτείου απέναντι στην συνοδική ελευθερία των Ορθοδόξων: «Εγώ γαρ ουκ ειμί αυθέντης της συνόδου, άλλ' ουδέ τυραννικώς βούλομαι ποιήσαι την σύνοδόν μου ειπείν τι. Λοιπόν ου δύναμαι βοηθήσαι εις τα ρήματα, α ώρισεν η αγιότης σου»[14]. Ό,τι όμως δεν έκανε ο αυτοκράτωρ, το έ­καναν οι περί τον λατινίσαντα Βησσαρίωνα αρχιερείς, oι οποίοι εξεβίασαν τον αυτοκράτορα λέγοντας ότι θα διασπάσουν την ενότητα των Ορθοδόξων, θα προκαλέσουν σχίσμα και θα ενωθούν με τον πά­πα: «Εάν η βασιλεία σου ου θέλει ενωθήναι, ημείς ενούμεθα· ταύτα ακούσας ο βασιλεύς, εδειλίασε την στάσιν ημών και δη ήρξατο την ορμήν της ενώσεως και ώρισεν εις την αύριον συναχθήναι»[15].
Όταν απέθανεν ο βασιλεύς Ιωάννης Η' (1448) και ανέλαβεν ο αδελ­φός του, ο τελευταίος αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, ο ήρωας της αλώσεως, ο Γεννάδιος διετήρησε επί ένα περίπου έτος τις θέσεις του και συνεργαζόταν αρμονικά με τον νέο αυτοκράτορα, ο οποίος συνέχιζε την τακτική του αδελφού του Ιωάννου στο εκκλη­σιαστικό πρόβλημα, την μη εφαρμογή δηλαδή της ενώσεως. Αυτήν όμως την περίοδο και συγκεκριμένα το 1450, ικανοποιώντας νεανική του επιθυμία ο Γεννάδιος, αποφασίζει να εγκαταλείψει τα κοσμικά αξιώματα και τις πολιτικές ενασχολήσεις και να γίνει μοναχός σε ηλι­κία πενήντα ετών, θέλοντας ειλικρινά να ησυχάσει και να επιδοθεί στην πνευματική άσκηση και τελείωση. Προσέρχεται στον μοναχισμό σε περίοδο γενικής εύνοιας και αποδοχής, πλην των λατινοφρόνων, οι οποίοι, όπως γράφει, μέμφονται την καλή μας παρρησία, ουσιαστι­κώς όμως μέμφονται τους προγόνους μας, ότι επί τόσα χρόνια εκείνοι έκαναν λάθος, ενώ τώρα αυτοί είναι ανώτεροι από εκείνους: «Ο βασι­λεύς ευμενής ημίν· η σύγκλητος εύνους· η πόλις ημίν εάλωκεν άπασα, πλην των μεμφομένων την καλήν ημών παρρησίαν, μάλλον δε τους προγόνους αιτιωμένων, ότι τοσούτοις έτεσιν ελήρονν τε και ημάρτανον, ως αυτοί αμείνους όντες εκείνων»[16].
Δυστυχώς μετά την παραίτηση του Γενναδίου από την αυλή και την εγκαταβίωσή του σε μοναστήρι, ο νέος αυτοκράτωρ εν όψει και του διαρκώς εγγίζοντος την βασιλεύουσα κινδύνου άλλαξε τακτική στο εκκλησιαστικοπολιτικό πρόβλημα και θέλησε να προχωρήσει σε νέες διαπραγματεύσεις με τον πάπα, πιστεύοντας ότι ο πάπας θα δεχό­ταν να επανεξετάσουν τα συμφωνηθέντα στη Φλωρεντία με σύνοδο που θα γινόταν στην Κωνσταντινούπολη. Η κυνική απάντηση του πά­πα ήταν ότι πρέπει να αναγνωρίσει άνευ όρων τις αποφάσεις της Φλω­ρεντίας, αν θέλει να βοηθηθεί από την Δύση. Η απάντηση αυτή, που χαρακτηρίσθηκε προσφυώς από τον Σπ. Λάμπρο[17] ως «τελεσίγραφον της Δύσεως προς το Βυζάντιον», προκλητικά ερμήνευε και την δεινή θέση των Ελλήνων, λέγοντας ότι τους τιμωρεί ο Θεός, γιατί εμμένουν στο σχίσμα και δεν ενώνονται με τον πάπα.
Ο μοναχός πλέον Γεννάδιος μπροστά στις ιταμές παπικές απαιτήσεις, και για να προλάβει νέα αποστασία στην πίστη, αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα. Απευθύνεται με επιστολές στον βασιλέα, στον μέγα δούκα Λουκά Νοταρά και προς τον λαό, για να τους εξηγήσει ότι η Πόλη μπορεί να σωθεί, χωρίς την προδοσία της πίστεως, οπότε θα πρό­κειται για διπλή σωτηρία, από τους Τούρκους και από τους Λατίνους. Απαιτείται τόνωση του φρονήματος του λαού και όχι μοιρολατρική εγκαρτέρηση και ηττοπάθεια· εάν χρειασθεί, πρέπει να είναι έτοιμοι και την ζωή τους ακόμη να θυσιάσουν. Όσες φορές η Πόλη εναπέθεται τις ελπίδες στο Θεό και όχι σε δυσσεβείς συμμαχίες ανθρώπων έσώζετο. Ο Θεός θα βοηθήσει, εάν και οι πολίτες συνεργήσουν στην άμυνα της Πόλεως, αν προσφέρουν χρήματα, αν αδειάσουν τα βαλάντιά τους, αν προσφέρουν προσωπική εργασία στην ενίσχυση των τειχών. Προδότης δεν είναι εκείνος που αποκρούει την αμφίβολη και με επαχθή ανταλλάγμα­τα βοήθεια των ξένων, αλλά αυτός που δεν πράττει ό,τι μπορεί για να σώσει την πατρίδα. Κανένα έθνος δεν θέλησε ποτέ να προδώσει την θρησκεία του, για να ευημερεί· αντίθετα πολλά έθνη εγκατέλειψαν τις παλαιές θρησκευτικές δοξασίες, μέσα σε διωγμούς και βασανιστήρια, για να ασπασθούν την αληθινή θρησκεία. Όχι μόνον δεν αποθαρρύνει τον λαό και δεν συνιστά μοιρολατρική αντιμετώπιση του κινδύνου, αλλά γράφει προς τον Λουκά Νοταρά, ότι οι ηγέτες πρέπει να ξυπνήσουν την Πόλη που φαίνεται ότι κοιμάται, ότι δεν καταλαβαίνει τον κίνδυνο, τον οποίο μπορούν να αποφύγουν με θυσίες υλικές, ακόμη και της ζωης τους· οι περισσότεροι όμως νομίζουν ότι θα σωθούν χωρίς θυσίες, γιατί πιστεύουν στην σκιά και στο παραμύθι της παπικής βοήθειας, αφού προηγηθεί η προδοσία της πίστεως. Και μόνον αυτό το χωρίο, ανάμεσα σε πολλά άλλα, συντρίβει τα μυθεύματα περί μοιρολατρικής αντιμετωπίσεως του κινδύνου και αποθαρρύνσεως του λαού: «Εξυπνίσαι την πόλιν άπασαν δεινώς υπνώτουσαν και το δεινόν επιόν ουκ αισθανομένην, ου την απαλλαγήν και σώμασι και χρήμασι και πάσι τρόποις εξωνησάμενοι αν, ως οι απανταχού σωφρονούντες, τοις μεν εντρυφώσιν ως απόνως σφίσι σωθησομένοις, σκιαίς δέ τισι και μύθοις υπερορίοις την σωτηρίαν πιστεύουσιν, ων το μάλιστα προύργου η με­τά την προδοσίαν της αληθείας εκ των παπικών χρημάτων ελπίς εστιν»[18].
Οι προτροπές αυτές του Σχολαρίου και οι προτεινόμενες λύσεις, για την διάδοση των οποίων ομιλούσε διαρκώς από το πρωί μέχρι το μεσημέρι, είχαν μεγάλη απήχηση στο λαό, στην εκκλησιαστική και σε μέρος της πολιτικής ηγεσίας. Όλη η Πόλη ήταν έτοιμη να αποθάνει, αν η ηγεσία στεκόταν στο ύψος της και κρατούσε ενωμένο το λαό. Για την επίδραση πάντως που είχαν οι θέσεις του Σχολαρίου επί της πολιτι­κής ηγεσίας και για να φανεί ο πατριωτισμός της μερίδος που ακολου­θούσε τον Σχολάριο, αρκεί να λεχθεί ότι ο στενότατα προς αυτόν συνδεό­μενος και κατά πάντα ομόφρων Λουκάς Νοταράς διέθεσε το σύνολο σχεδόν της μεγάλης περιουσίας του για την άμυνα της Πόλεως και διακρίθηκε για την ευψυχία και γενναιότητά του κατά τις τραγικές στιγμές της αλώσεως· εσφάγη δε αγρίως από τον κατακτητή μαζί με τα παιδιά του, την επομένη της αλώσεως. Αν όλοι οι πολιτικοί ηγέτες, οι λόγιοι, οι πλούσιοι άρχοντες ανελάμβα­ναν τις ευθύνες τους, τις τύχες της πόλεως στα χέρια τους, και δεν την εγκατέλειπαν αβοήθητη, φυγάδες οι περισσότεροι στις αυλές της Δύσε­ως με τις περιουσίες τους και τις ανέσεις τους, απ’ όπου δήθεν φρόντιζαν να στείλουν βοήθεια, η Πόλη θα είχε σωθή. Αυτοί είναι υπεύθυνοι για την αποθάρρυνση του λαού, και όχι αυτοί που έμειναν κοντά στο λαό και στην Πόλη, αγωνίσθηκαν και συμμερίσθηκαν ηρωικά τις τελευταίες στιγμές της. Πώς να κρατήσει το θάρρος του ο λαός και να πιστεύσει στην σωτηρία της Πόλεως, όταν έβλεπε τους δυνατούς και μορφωμένους να φεύγουν στη Δύση και στις αυλές των Φράγκων ηγεμόνων, όπως ο ιστορικός Δούκας, που ασκεί εκ του ασφαλούς την κακόβουλη κριτική του για τον Γεννάδιο. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο ίδιος ο Γεννάδιος γράφοντας προς τον Βησσαρίωνα, που δικαιολογούσε την φυγή του στην παπική αυλή λέγοντας ότι φροντίζει να συγκεντρώσει χρήματα για να βοηθήσει την Πόλη. Του γράφει ότι η προσωπική του παρουσία στην Κωνσταντινούπολη θα ήταν πολύ πιο χρήσιμη από τα χρήματα που υποσχέθηκε να στείλει από την Δύση· με τα προσόντα του και το κύρος του θα καθοδηγούσε τον λαό και θα επηρέαζε τους άρχοντες· η άξια ηγετικής προσωπικότητας δεν ισοσταθμίζεται με χρήματα: «ανδρός γαρ αρετήν ουκ έστιν όσον τις αν ευ φρονών τιμήσαιτο χρήμα­τος»[19]. Ευτυχώς βρέθηκε ο Σχολάριος, ο οποίος, ενώ θα μπορούσε εύκο­λα να ακολουθήσει τον δρόμο της ανέσεως εκλατινιζόμενος ή λατινί­ζων, προτίμησε να επωμισθεί το βάρος της συντηρήσεως της Ορθοδοξίας μέσα σε σκληρές και αντίξοες συνθήκες.
Δικαιολογημένα γι' αυτό ο Κ. Παπαρρηγόπουλος κρίνει με αυστη­ρότητα τους φυγάδες λογίους, γιατί δεν μπορούσε το έθνος να τους αναπληρώσει εύκολα. Επαινετή είναι επίσης και η ευαισθησία του Τωμαδάκη, ο οποίος με δύο δημόσιες διαλέξεις τάχθηκε υπέρ αυτών που παρέμειναν για να συμπαρασταθούν το έθνος, των αληθών αυτών μαρτύρων, με κορυφαίο τον Σχολάριο, ενώ ο Τ. Γριτσόπουλος λέγει ότι μόνος σχεδόν ο Σχολάριος έφερε το βάρος και την ευθύνη της δια­τηρήσεως και τονώσεως των λειψάνων του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, ενώ οι περισσότεροι των άλλων λογίων άφηναν στο σκότος και στην αμάθεια την πατρίδα τους και πήγαιναν στην Δύση, όπου κατά το πλείστον εξελατινίζοντο[20].
Οι συμβουλές και οι προτροπές του Γενναδίου για αφύπνιση του λαού και προσφορά των πάντων, ακόμη και της ζωης των, για την σω­τηρία της πατρίδος και την ταυτόχρονη σωτηρία από τον εκλατινισμό δυστυχώς δεν εισακούσθηκαν. Μετά την άφιξη του παπικού λεγάτου, του αποστατήσαντος δηλαδή από την Ορθοδοξία Ισιδώρου Ρωσίας και τώρα καρδιναλίου, και τις μυστικές διαβουλεύσεις των παρασκη­νίων, όπου κυριαρχούσαν οι λατινόφρονες, άρχισε να μεταβάλλεται η κατάσταση. Παρουσιάσθηκε στον λαό, που ζούσε μέσα στον φόβο και στην αγωνία, ότι ο μόνος τρόπος για την σωτηρία της Πόλεως ήταν η βοήθεια εκ μέρους του πάπα, και ότι το θέμα της πίστεως δεν θα συνεζητείτο τώρα αλλά αργότερα. Κατορθώθηκε έτσι η αλλαγή των φρο­νημάτων του λαού που τον έστρεψαν εναντίον του Γενναδίου, μέχρι σημείου να απειλείται ακόμη και η ζωή του, γιατί αντιδρούσε στην σωτηρία της Πόλεως. Διέκοψε γι' αυτό τις δημόσιες εμφανίσεις, ανήρτησε την 1η Νοεμβρίου του 1452 στην πόρτα του κελλιού του ελεγκτι­κό λίβελλο εν είδει διαμαρτυρίας και απολογίας και στις 27 Νοεμβρί­ου το έστειλε σε τριάντα αντίγραφα στα ανάκτορα, στην αγορά και στα μιοναστήρια της Πόλεως. Είναι φοβερό κείμενο ορθοδόξου παρ­ρησίας και ομολογίας, αντάξιο μεγάλων πατερικών μορφών, που το διέστρεψε ο λατινόφρων Δούκας για να τον διαβάλει. Προκύπτει από το κείμενο ότι όχι μόνο δεν επηρέαζε τον λαό τους τελευταίους μήνες προ της αλώσεως, αλλά εκινδύνευε ο ίδιος από τον λαό.
Γράφει στο κείμενο: «Ω πτωχοί πολίται, όλα εχάσατε· και νυν παραιτείσθε και την ευσέβειαν; Αισχρώς και ασυνειδήτως, αντί του να καταφύγητε εις τον Θεόν εν τη περιστάσει, καθώς υμίν ο Θεός δι' εμού του αναξίου Γενναδίου συνεβούλευσεν, χωρίζεσθε του Θεού; Εγώ αθώος· έχω τον Θεόν μάρτυρα και τους αγίους, και υμάς πάντας, ότι ουδέ τίποτε ημέλησα. Και νυν μαρτύρομαι τον Θεόν, κακήν ένωσιν ποιείτε· απόλλυσθε. Βλασφημείτε κατ' εμού και απειλείτε; Αλλά καν φονεύσητέ με, ως απειλείτε, εγώ και εις θάνατον έτοιμος. Τι μοι όφελος του ζην, ίνα ίδω την καθ' υμών εγκατάλειψιν; Κύριε, μη αφής τους ανθρώπους τού­τους το πτώμα τούτο πεσείν μη δικαιωθήτω η ορθόδοξος πίστις, και εν τη ανατολή και εν τη δύσει, και εν ταις νήσοις, εκ της ημετέρας απωλείας· διότι ημείς αθετήσαντες αυτήν και σε απολούμεθα· δικαίωσον μάλλον αυτήν, χωρίς του απολέσθαι ημάς· δος αυτοίς ακοάς, ίνα ακούσωσιν· επειδή εστιν ο λαλήσας και λαλών το σόν θέλημα. Ειδέ μη, Κύ­ριε, άρπασόν με από της παρούσης ζωής συντόμως, πριν ίδω τρυγώντας τους καρπούς της τοσαύτης αναισχυντίας. Ουκ αρνήσομαί σε, φίλη ορθοδοξία· ου ψεύσομαί σε πατροπαράδοτον σέβας, έως αν το εμόν πνεύμα εν τώδε μένη τω σώματι. Μηδέν με πειράζετε πλέον, άνθρω­ποι· ότι εγώ τοιαύτης ενώσεως ου κοινωνήσω ποτέ· ούτε γαρ μετά των Λατίνων ενωθήσεσθε ούτως, και του Θεού χωρισθήσεσθε και της αυτού επισκέψεως, και αδοξίαν αΐδιον υποστήσεσθε»[21].
Η μοναδική αυτή προφητική φωνή δυστυχώς και πάλι δεν εισα­κούσθηκε· στις 12 Δεκεμβρίου του 1452, στον ναό της Αγίας Σοφίας επικυρώθηκε η ένωση με το συλλείτουργο Ορθοδόξων και Παπικών, στο οποίο μνημονεύθηκαν ο πάπας Νικόλαος και ο εξόριστος στην Ρώμη λατινόφρων πατριάρχης Γρηγόριος. Έτσι δεκατρία έτη μετά την υπογραφή του ενωτικού όρου της Φλωρεντίας εφαρμοζόταν στην πράξη η ένωση σε λατρευτική εκδήλωση των Ορθοδόξων. Πικραμέ­νος από την εξέλιξη αυτή γράφει ο Γεννάδιος επιστολή στον Δημή­τριο Παλαιολόγο στις 25 Δεκεμβρίου του 1452, όπου εκθέτει τα γενό­μενα, και τον Ιανουάριο του 1453 θρηνεί σε σωζόμενο έργο του «επί τη δι' εγκατάλειψιν του Θεού ματαία και αλόγω και ασυνειδήτω και­νοτομία της πίστεως». Έκτοτε σιωπά παντελώς όπως προκύπτει από τα κείμενα αυτά. Παρέμεινε στο κελλί του «μηδένα ορώντες μηδενί συγγινόμενοι πλην ολίγων, ους ίσμεν καθαρώς φρονούντας και τηρούντας τα πρότερα»[22]. Προσευχόταν μόνον για τη σωτηρία του Γέ­νους, χωρίς καθόλου να αναμιγνύεται. Είναι γι' αυτό κακόβουλη η άποψη του Δούκα, που την υιοθέτησαν άκριτα και μερικοί μεταγενέ­στεροι, ότι δήθεν μέχρι και την παραμονή της αλώσεως ο Σχολάριος εφανάτιζε τα πλήθη και με το να παρουσιάζει αναπότρεπτη την άλω­ση αποθάρρυνε τον λαό.
Πρόκειται για έντεχνη μετάθεση και επίρριψη ευθυνών στους ώμους ανευθύνων. Έπρεπε μετά την ανανέωση της ενώσεως και το ενωτικό συλλείτουργο στην Αγία Σοφία να αποστείλει ο πάπας βοήθεια επαρκή για την αντιμετώπιση του κινδύνου. Τα γεγονότα όμως εδικαίωσαν δυστυχώς τον Σχολάριο, ο οποίος ήταν πεπεισμένος, όπως και οι δι­δάσκαλοί του Ιωσήφ Βρυέννιος και Μάρκος Ευγενικός, ότι η ελπιζόμενη βοήθεια ήταν σκιά και όνειρο, διότι ο πάπας και να ήθελε δεν μπορούσε να βοηθήσει· αυτό που έμενε στους Ορθοδόξους από την ένωση ήταν η προδοσία της πίστεως και η ταπεινωτική αποδοχή δο­γμάτων και αιρέσεων, τα οποία επί αιώνες κατεδίκαζαν οι Άγιοι Πα­τέρες. Γράφει προσφυώς για την ελπιζόμενη βοήθεια ο Παπαρρηγόπουλος: «Άκουσμα ελεεινόν· πάσα η άμεσος αμοιβή ην έλαβε το ελληνικόν έθνος διά την θυσίαν εκείνην των πατροπαράδοτων δογμάτων περιωρίσθη εις την επικουρίαν τριακοσίων ανδρών και δύο γαλερών[23].
Κατά την νύκτα της αλώσεως ο Γεννάδιος, όπως διηγείται με συγ­κίνηση στον επιτάφιο που εξεφώνησε στη Μονή Βατοπαιδίου στον ανεψιό του Θεόδωρο Σοφιανό, περίμενε με αγωνία την έκβαση του αγώνος. Ο ανεψιός του μαχόταν με γενναιότητα εναντίον αυτών που από τη θάλασσα του Κερατίου επιχειρούσαν να ανέλθουν στο τείχος. Όταν όμως από το μέρος της ξηράς βρέθηκε σε κάποιο μέρος αφρούρητο το τείχος, ώρμησαν οι Τούρκοι σκυλεύοντες τα πάντα. Ο Γεννάδιος ομιλεί για προδοτική φυγή αυτών που ανέλαβαν να φρουρούν το τμήμα εκείνο του τείχους. Και οι ξένοι στους οποίους ανετέθη η φύλαξη του πιο ευπαθούς τμήματος των τειχών, αλλά και οι δικοί μας, τράπηκαν αδικαιολόγητα σε φυγή[24]. Καταδεικνύεται έτσι και πάλι το μυθώδες και σκόπιμο του διηγήματος, ότι ανθενωτικοί καλόγηροι άνοιξαν κρυφά κάποια θύρα για να εισέλθουν οι Τούρκοι. Πληγωμένος στα χέρια και στο πρόσωπο ο ανεψιός του Σχολαρίου βρήκε τον θείο του και την επομένη της αλώσεως στην προσπάθειά τους να διαφύγουν συνελήφθη­σαν αιχμάλωτοι και οδηγήθηκαν στην Αδριανούπολη για να υπηρε­τήσουν εκεί ως δούλοι Τούρκο αξιωματούχο. Εκεί τον ενετόπισε ο πορθητής, μετά από ολίγους μήνες, και του ανέθεσε την ευθύνη της ανασυστάσεως και αναδιοργανώσεως της Εκκλησίας και του Γένους, καθιστώντας τον πρώτο μετά την άλωση πατριάρχη και εθνάρχη.

Επίλογος

Η υπερχιλιετής ένδοξη χριστιανική αυτοκρατορία, την οποία εθεμελίωσε ο Μ. Κωνσταντίνος, εξέπνευσε μαζί με την τελευταία πνοή ενός άλλου Κωνσταντίνου, του Παλαιολόγου, που την υπερασπίσθηκε γεν­ναία σε παντελώς άνισο αγώνα. Ήταν συγκλονιστική η προκληθείσα στον τότε γνωστό κόσμο εντύπωση και απερίγραπτη η οδύνη των Ελλη­νορθοδόξων, όχι μόνο γιατί θα εδούλευαν σε σκληρό κατακτητή, αλλά και διότι θα εστερούντο την ξακουσμένη και μοναδική πολιτεία τους· πλήθος από θρήνους, λαϊκούς και λογίους, διαζωγραφούν αυτήν την οδύνη. Η Ορθοδοξία διέτρεξε θανάσιμο κίνδυνο. Θα επεβίωνε άρα­γε αυτή η πίστη που αποτελούσε την ψυχή, το πνεύμα του Βυζαντίου, έστω και αν ο κρατικός φορεύς έπαυσε πλέον να υπάρχει;
Είναι συγκλονιστικό και θαυμαστό να διαπιστώνει κανείς ότι την επί αιώνες συγκεντρωμένη δύναμη και εμπειρία αυτού του πολιτισμού έκλεινε μέσα του ο Σχολάριος. Η ψυχή ενός ολοκλήρου πολιτισμού είχε εγκαταβιώσει σε ένα ηγέτη. Έπρεπε να συντηρήσει και να θρέ­ψει την ασθενήσασα φύση της, να μην αφήσει την συνείδηση του Γένους να ταφεί κάτω από την συμφορά και την δουλεία. Όταν παραλύσει από τα εξωτερικά κτυπήματα το σώμα, είναι δύσκολο να παραμείνει όρθια και ανεπηρέαστη η ψυχή. Την υψηλή αυτή και υπεύθυνη απο­στολή στη νέα κρίσιμη για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία περίο­δο της δουλείας έφερε με επιτυχία σε πέρας ο Σχολάριος. Θα χρεια­ζόταν μία άλλη διάλεξη για να παρουσιασθεί το έργο του ως πατριάρχη και εθνάρχη. Συνοπτικά αποδίδει με εικόνα την συμβολή του ο Θεό­δωρος Αγαλλιανός· ήταν, λέγει, η μεγάλη προφητική φυσιογνωμία, άλλος Μωυσής, που ανέλαβε να οδηγήσει το Γένος στην έξοδο από την πικρή δουλεία στον νέο Φαραώ[25]. Ο ίδιος ο Γεννάδιος έβλεπε και έκρινε οτι το Γένος παρήκμασε, γιατί οι ηγέτες του δεν θέλησαν στο τέλος να τηρήσουν τους νόμους της «θείας κυβερνητικής», ότι πριν από την πτώση των τειχών της βασιλεύουσας, είχε πέσει η εμπιστοσύ­νη, η πίστη στον Θεό, με συνέπεια την θεία εγκατάλειψη· «Προ της καθαιρέσεως των τειχών την άγρυπνόν σου φνλακήν απωλέσαμεν, η και αντί πάσης ασφαλείας τοιαύτης ημίν ην τον έμπροσθεν χρόνον»[26]. Τα τείχη της πίστεως, της ευσεβείας έπρεπε τώρα με υπομονή και τα­πείνωση να ενισχυθούν. Ο κεκρυμμένος ανδριάντας της πίστεως έπρε­πε να αναστηλωθεί. Με προφητική όντως ενόραση ο μέγας πατριάρ­χης διείδε ότι οι κληρικοί και οι μοναχοί επωμίζονταν το βάρος της συντηρήσεως και αναζωογονήσεως του Γένους, όπως πράγματι και συνέβη: «Όθεν, ει μέλλει ποτέ το δείλαιον ημών γένος, τον ήλιον ευτυχέστερον οράν αυτοίς επιλάμποντα, εξ ημών αύθις των ιερωμένων και μοναχών ανατείλαι δει την της πνευματικής υγείας αρχήν, ερρωμένως και μετά σπουδής την τοιαύτην αναλαβομένων προαίρεσιν, και πολ­λή ελπίς εστιν επί τη θεία φιλανθρωπία το γένος ημών άπαν παντοίως αναρρωσθήσεσθαι»[27].
Η παλλιγγενεσία του 1821 αποτελεί εκπλήρωση αυτής της προφη­τείας. Το Γένος θεραπεύθηκε, βρήκε την υγειά του. Η ιστορική άλω­ση δεν κατέληξε σε αληθινή άλωση. Φοβούμαι ότι αυτήν την αληθινή άλωση, ζούμε τώρα επί πολλές δεκαετίες. Τα συμπτώματα είναι προφα­νή και ευδιάκριτα. Ξεπουλήσαμε και ξεπουλάμε τα πάντα αντί πινα­κίου φακής, για τα λαμπυρίζοντα ευρωαργύρια· βλασφημούμε και προσβάλλουμε τα ιερά και τα όσια, στη λογοτεχνία, στην τέχνη, στον κινηματογράφο· νομιμοποιούμε τις ηθικές παρεκτροπές και προβάλ­λουμε τους αναίσχυντους και τους πόρνους ως πνευματικά πρότυπα. Οι πολιτικοί μας καυχώνται, γιατί τον οικουμενικό Ελληνισμό του Μ. Αλεξάνδρου και του Μ. Κωνσταντίνου τον κατήντησαν φτωχή επαρ­χία της Ευρώπης, φραγκικό κρατίδιο και ρηγάτο, χωρίς και πάλι βοή­θεια ουσιαστική απέναντι στους Τούρκους. Πολλοί από τους εκκλησια­στικούς ηγέτες αποδέχονται πως η Ορθοδοξία δεν είναι πλέον η Μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, αλλά εκκλησίες, και μά­λιστα αδελφές και ισότιμες, είναι τα σχίσματα και οι αιρέσεις. Ποιος επαναλαμβάνει σήμερα, εκτός του πιστού λαού, τον όρκο-ομολογία των μεγάλων ανδρών εκείνης της εποχής, του Ιωσήφ Βρυεννίου, του Μάρκου Εύγενικού και του Γενναδίου Σχολαρίου «ουκ αρνησόμεθά σε φίλη Ορθοδοξία, ου ψενσόμεθά σε πατροπαράδοτον σέβας», αλλά αν χρειασθεί θα πεθάνουμε χίλιες φορές για σένα; Ας ελπίσουμε ότι το Γένος αντί των ασεβών νόμων και της ασε­βούς παιδείας θα επανέλθει στους νόμους της «θείας κυβερνητικής», για να αποφύγουμε την θεία εγκατάλειψη, για να μη υποστούμε αυτή τη φορά εκουσίως την αληθινή, την οριστική άλωση.
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση
Πηγή: Θεόδρομία - Έτος Η' -Τεύχος 2 - Απρίλιος Ιούνιος 2006

[1] Ιωαννου Μενουνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία), εκδ. Τήνος Αθήνα 1979, Διδαχή Ε’ 105-106, σελ. 269-270.
[2] Ιωσήφ μοναχού του Βρυεννιου, Τα ευρεθέντα, εκδ. Ευγενίου Βουλγάρεως, Λει­ψία 1768, τόμ. Α', σελ. 447.
[3] K. Heussi, Kompendium der Kirchengeschicte, Tübingen 1909, σελ 280.
[4] Κ. Μπονη, «Γεννάδιος ο Β' Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», ΘΗΕ 4, 274-289.
[5] Π. Κανελλοπούλου, Γεννήθηκα στο 1402, ΆΟήνα 1957, σελ. 559, 648ε.
[6] Κ. Παπαρρηγοπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Ε', σελ. 351ε.
[7] Ν. Τωμαδακη, «Γεώργιος ο Σχολάριος και αι πολιτικαί του αντιλήψεις», Εκκλη­σία 31 (1954) 257-261,292-295.
[8] Θεοδ. Νικολαου, «Γεννάδιος Σχολάριος ο σοφώτατος», Κιβωτός 2 (1953) 214-216.
[9] Αθήναι 1953.
[10] Αυτόθι, σελ. 17.
[11] Σχολαριου Γεωργιου-Γενναδιου, Άπαντα τα ευρισκόμενα, έκδ. L. Petit-X.Siderides-M. Jugie, Oeuvre Complètes de Georges Scholarios, τόμοι I-VIII, Paris 1928-1936.
[12] Θ. Ζηςη, Γεννάδιος Β' Σχολάριος. Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία, Θεσσαλο­νίκη 1988 (Ανάλεκτα Βλατάδων 30).
[13] Concilium Florentinum, Series B Vol. Vi, I, έκδ. J. Gill, σελ. 407 και 420.
[14] Αυτόθι 421.
[15] Αυτόθι 425.
[16] Γεννάδιου Σχολαριου, Άπαντα IV, 472.
[17] Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τόμ. Β', σ. ι'.
[18] Άπαντα IV, 499.
[19] Άπαντα ΙΙΙ, 112.
[20] Κ. Παπαρρηγοπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Ε', μέρος β', Αθήναι 1925, σελ. 27. Ν. Τωμαδακη, «Ετούρκευσεν ο Γεώργιος Αμιρούτζης;»,Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948) 100. Τ. Γριτςοπουλου, Πατριαρχι­κή Μεγάλη του Γένους Σχολή, τόμ. Α', Αθήναι 1966, σελ. 37, 43-44, 57ε.
[21] Άπαντα III, 165-166.
[22] Άπαντα ΙΙΙ, 178.
[23] Ένθ. ανωτ., σελ. 276.
[24] Άπαντα Ι, 279-280 και IV, 216.
[25] Βλ. Χρ. Πατρινελη, Ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ταυτιζόμενος προς τον Θεοφά­νη Μηδείας και οι ανέκδοτοι λόγοι του. Μία νέα ιστορική πηγή περί του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά τους πρώτους μετά την άλωσιν χρόνους, Αθήναι 1966, σελ. 98.
[26] Άπαντα IV, 221.
[27] Άπαντα Ι, 182.