Ο Μοναχισμός

-«Τι είναι επί τέλους ο Μοναχισμός;».

Δεν μας παραξενεύει αυτή η επαναλαμβανόμενη ερώτησι από τους αγνοούντας την μυστηριώδη ζωή των Μοναχών, εφόσον πολλάκις και σε αυτούς τους ίδιους τους Μοναχούς μένει ασύλληπτη στο υπέρ φύσιν ύψος και έκτασί της και τις περισσότερες φορές μόνον δια της πίστεως κατανοείται. Συνεχώς μας υποβάλλεται πλήθος παρομοίων ερωτήσεων όχι μόνον έξω στον κόσμο, αλλά και μέσα στα Μοναστικά μας ιδρύματα, αν ο Μοναχισμός έχει νόημα και αξιόλογη σκοπιμότητα στην ανθρώπινη ζωή η είναι παραποίησι και διαστροφή της αληθείας και δημιούργημα του θρησκευτικού φανατισμού και της φαντασίας.
Δεν θα μας απασχολήση εδώ το έτυμον των λέξεων Μοναχός και Μοναχισμός μήτε ο φιλοσοφικός ορισμός των, αλλά θα αναφερθούμε κατ’ ευθείαν στην έννοια αυτού του βιώματος, που κατ’ εξοχήν σήμερα -μέσα στον εν εξελίξει κυκεώνα της συγχύσεως και του αποπροσανατολισμού- απασχολεί τον σύγχρονον άνθρωπο. Η εδώ σύντομη περιγραφή μας δεν επεκτείνεται σε ευρείες αναλύσεις και ορισμούς, διότι τώρα δεν είναι αυτός ο σκοπός μας, δεν θ’ αποφύγωμε όμως την κατά το δυνατόν σύντομη αναφορά μας στον ανθρώπινο προορισμό με βάσι την θείαν Αποκάλυψι κατά την Αγία Γραφή, το οποίο μας είναι εντελώς απαραίτητο για το αναζητούμενο συμπέρασμα.

Ο Μοναχισμός, κατέχων το ένα από τα δύο σκέλη του πανανθρώπινου βίου, έχει την αρχή του στην επιφάνεια της θείας αποκαλύψεως. Έκτοτε παραμένει με αμετάπτωτη καρτερία στον σκληρόν αγώνα του, όπως εν συνεχεία θα αναλύσωμε, ο οποίος -καθώς πιστεύεται- είναι ο στόχος του κατά την θείαν αποκάλυψι ανθρωπίνου προορισμού. Με βάσι λοιπόν την θείαν αποκάλυψι, παραδεχόμεθα -κατά την χριστιανικήν αλλά και την ιουδαϊκήν ανθρωπολογία- τον άνθρωπον ως θείον δημιούργημα πλασθέν «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» αυτού του ιδίου του Δημιουργού του. Με αυτή τη βάσι ερμηνευόμενος ο άνθρωπος δικαιούται των θείων επαγγελιών, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επανάκτησι της «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» αξίας, την οποία διά της πτώσεως απώλεσε.

Η έννοια της «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» του Θεού θέσεως του ανθρώπου είναι η θέωσί του και αυτόν τον σκοπόν είχε η κένωσι του Θεού Λόγου, όπως αναφέρεται και στην υμνολογία της Εκκλησίας μας˙ «εψεύσθη πάλαι Αδάμ, και Θεός επιθυμήσας ου γέγονεν άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα θεόν τον Αδάμ απεργάσηται» (Δοξαστικόν των Αίνων Ευαγγελισμού). Ότι αυτή η θέσις είναι ο κύριος σκοπός της ανθρωπίνης προσωπικότητος επιβεβαιώνεται από όλους τους Πατέρας της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως από τους αποστολικούς χρόνους έως σήμερα, οι οποίοι πραγματεύονται τούτο και το τοποθετούν ως το ύψιστον δώρον του Θεού προς τον άνθρωπον και ως τον έσχατον προορισμόν. Προερχόμενος, όθεν, ο άνθρωπος εκ του Θεού, Αυτόν εικονίζει η ύπαρξίς του και ζη ένεκα της αγαθής θελήσεως και προνοίας του Ποιητού του. Επομένως, διά να εκπλήρωση τον προορισμό του, δεν δύναται μόνος άφ’ εαυτού, εάν δεν ενισχυθή και δεν οδηγηθή από Εκείνον. Φυσικώ τω λόγω, μακράν του Θεού ευρισκόμενος ο άνθρωπος στερεί την ζωή του παντός νοήματος. Μόνον διά της συνδρομής της θείας χάριτος, ποικιλοτρόπως συμπληρώνων και θεραπεύων την διά της πτώσεως έλλειψί του, δύναται να επανακτήση την προσωπικότητα του. Ιδού διατί ο Ιησούς μας λέγει ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ίω. 15, 5).

Στον όρο «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» υπάρχει κατά τους Πατέρας μας μία λεπτή διάκρισι, που δεν βρίσκει τελικά διαφοράν. Το βάρος όμως του νοήματος είναι ότι κάθε άνθρωπος φέρει το «κατ’ εικόνα», ενώ το «καθ’ ομοίωσιν» είναι δυνατότης.
Αυτό μένει στην ελευθερία του ατόμου, αν προτιμήση την προς τον Θεόν εξ ολοκλήρου στροφήν, οπότε η θεία χάρις τον ανάγει στη θέωσί του, και αυτό είναι το τέρμα του προορισμού του. Άρα η αληθής ζωή του ανθρώπου πηγάζει από την μέθεξι της ζωής του Θεού, που επιτυγχάνεται διά της μετ’ Αυτού κοινωνίας. «Εγώ ζω και υμείς ζήσεσθε» (Ίω. 14,19) λέγει ο Ιησούς μας. Και «όσοι έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ίω. 1, 12). Αυτό αναφέρει και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εις ένα λόγο του αντιρρητικό προς Ακίνδυνον «αλλά και αυτό (το Πνεύμα) εν εαυτώ έχει την ζωήν και οι μετέχοντες αυτού ζώσι θεοπρεπώς, ζωήν θείαν και ουράνιον κεκτημένοι. Ζωή δε πάντως θεία και παντός αγαθού μετουσία τοις ηξιωμένοις η της θείας φύσεως λαμπρότης».

Κατ’ ανάγκην εκάμαμε αυτήν την παρένθεσι περί του ανθρωπίνου προορισμού, για να αποδείξωμε σαφέστερα ότι ο Μοναχός και η μοναστική ζωή περιστρέφεται κυρίως γύρω από αυτόν τον στόχο, καθώς εν συνεχεία θα αναπτύξωμε λεπτομερέστερα.

Εις το Γεροντικόν ευρίσκομεν διαφόρους ορισμούς περί του τι είναι ο Μοναχός. Ο αββάς Υπερέχιος αναφέρει ότι «ζωή Μονάχου κατά μίμησιν αγγέλου εστί». Κατά τον αββά Μωϋσή «αυτή εστίν η τελεία εργασία του Μοναχού, το προσέχειν τω Θεώ απερισπάστως». Άλλος Γέρων είπε, «η ζωή του Μοναχού αυτή εστίν στόμα αληθινόν, σώμα άγιον, καρδία καθαρά». Κατά τον αββά Ισαάκ τον Σύρο «Μοναχός έστιν ο έξωθεν του κόσμου καθήμενος και αεί δεόμενος του Θεού τυχείν των μελλόντων αγαθών. Πλούτος Μοναχού έστιν η παράκλησις η γινομένη εκ του πένθους. Πενθικός έστιν ο εν πείνη και δίψη διάγων πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού». Ο αυτός επίσης αββάς λέγει, «Καύχημα της Χριστού Εκκλησίας η μοναχική πολιτεία εστί». Με τους ελαχίστους αυτούς ορισμούς των Πατέρων περί του μοναστικού ιδεώδους φανερώνεται αλάνθαστα ότι το κέντρον της επιδιώξεως και το σύνολον της προσπάθειας δεν είναι άλλο παρά η επιστροφή στην «δυνατότητα» του «καθ’ όμοίωσιν», πραγματοποιούμενης ούτω της θεώσεως.

Με αφετηρία την μετάνοια ο Μοναχός ξεκινά για την επίτευξι της τελειότητος και της θεώσεως μέσα στους κόλπους και κατά την πίστι της Εκκλησίας, της οποίας είναι μέλος αναπόσπαστον. Με πρώτη βάσι την αποταγή και την ξενιτεία τοποθετεί τα πρώτα του θεμέλια. Ο Μοναχός είναι προϊόν της μετανοίας και δεν ερμηνεύει την μετάνοια με τα στενά πλαίσια της διακοπής των πονηρών πράξεων μόνον, αλλά την εννοεί ως την παντελή νέκρωσι του κακού μέχρι και αυτής της απλής σκέψεως, φιλονεικών -ούτως ειπείν- να απαλείψη από την φαντασία και αυτήν την ψιλή μνήμη. Μετά την μετάνοια η δευτέρα επίδοσί του είναι η κατάκτησι των αρετών μέχρι του σημείου να τις θεωρή σαν την πλέον φυσικήν ενέργεια, έχων ως πρότυπον τον πανάρετον βίον του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Το επόμενο και έσχατο βήμα του είναι η διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος αρπαγή του νοός του στην θείαν έλλαψι και θεωρία.

Οι τρεις αυτές καταστάσεις, όπως συντόμως τις αναφέραμε, είναι οι φυσικοί όροι και νόμοι, διά των οποίων η ανθρώπινη φύσι δύναται -χάριτι του σωτήρος ημών
Χριστού- να ανασυρθή από τον χώρο της φθοράς και του θανάτου, όπου την κατεδίκασε η προπατορική πτώσις. Δι’ αυτών των νόμων δύναται ο άνθρωπος να επανέλθη στην υπεραξία της θεώσεώς του, που ήτο και είναι ο σκοπός της δημιουργίας του υπό του Θεού, και το επανέφερε πάλι, μετά την πτώσιν, η παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ουσία λοιπόν του Μοναχισμού είναι η συνετή αντιμετώπισι αυτού του στόχου, της μετά βεβαιότητος επιτυχίας του απολύτου αυτού προορισμού.

Με άλλες λέξεις, ο Μοναχός εκκινεί από την «παρά φύσιν» αμαρτωλή ζωή, προχωρεί στην «κατά φύσιν» διά της μετανοίας ενάρετη ζωή και επιμόνως προσπαθεί να φθάση στην «υπέρ φύσιν» κατάστασιν του αγιασμού. Σ’ αυτές τις τρεις καταστάσεις κινείται ο Μοναχός, εδώ στηρίζονται τα κίνητρα του ισοβίου αγώνος του και αυτές θα αναλύσωμε τώρα.
Ο θείος φόβος, γέννημα της εισαγωγικής πίστεως, είναι η πρώτη βαθμίς στην είσοδο της μετανοίας, από την οποία και ξεκινά ο Μοναχός. Αυτό το ξεκίνημα, που πρακτικά είναι ο αποχωρισμός από τα εγκόσμια, λέγεται αποταγή και η εκτός των δικών του, προσώπων η πραγμάτων, παραμονή λέγεται ξενιτεία. Η αιτία, που επιβάλλει αυτήν την απομάκρυνσιν εκ του κόσμου, είναι η διαπίστωσις ότι παρόντων των αιτίων, που ο κόσμος περιέχει σε μεγάλη ποικιλία, ο άνθρωπος παρασύρεται στην παραβίασι των θείων εντολών. Η κατ’ επανάληψιν ήττα του ανθρώπου στους ποικίλους πειρασμούς εξασθενεί ακόμη περισσότερο τον από της πτώσεως ήδη ασθενή του χαρακτήρα, ασθένεια που κληρονομικά μεταδίδεται στη φύσι κατά το «εγκειμένη η διάνοια επί τα πονηρά εκ νεότητος» (Γέν. 8, 21). Όπως στους ασθενείς επιβάλλεται η αποχή από τα βλάπτοντα και η ηρεμία, έτσι και στους θέλοντας να απαλλαγούν από τις ιδιότητες και ενέργειες του παλαιού ανθρώπου, που είναι «πάθη και επιθυμίες», επιβάλλεται η απομάκρυνσι από τα αίτια. Αυτό άλλωστε δεν απαίτησε και ο Θεός και από τον Αβραάμ, όταν τον κάλεσε στην επίγνωσί Του και τον προώρισε για τις μέλλουσες επαγγελίες; «Και είπε Κύριος τω Άβραμ˙ έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου του πατρός σου εις την γην, ην αν σοι δείξω» (Γέν. 12, 1).

Η αποταγή και ξενιτεία, σαν τα πρώτα βήματα, είναι ταυτοχρόνως και πρακτική ομολογία του ειλικρινώς μετανοούντος, γιατί αποδεικνύει έμπρακτα την αποχώρησί του από την προηγουμένην εμπαθή ζωή του, και την επιβάλλει αυτή η θεία φωνή εις όσους προσκαλεί στην επιστράτευσι της ενάρετου και κατά Θεόν διαγωγής. «Εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αφορίσθητε και ακαθάρτου μη άπτεσθε, καγώ εισδέξομαι υμάς και έσομαι υμίν εις Πατέρα και υμείς έσεσθέ μοι εις υιούς και θυγατέρας, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Β’ Κρ. 6, 17-18). Μακράν των αιτίων της αμαρτίας παραμένων ο Μοναχός παύει να προσθέτη πλέον άλλες αμαρτίες και μεριμνά για την εξάλειψι των παλαιών, προς το οποίο τον παρακινούν η επίγνωσί και η εκ της μετανοίας συντριβή. Η περιεκτική φιλοπονία, σαν αντίρροπο της εφαμάρτου φιληδονίας, του γίνεται πλέον συνείδησι και όλα του τα έργα και οι σκέψεις συνδέονται με την κακοπάθεια.
Απαραίτητη προϋπόθεσι είναι η απόστασι από την παρά φύσιν ζωήν, όπου ανήκει όλος ο παλαιός άνθρωπος, τον οποίο σπεύδει πάση σπουδή ν’ απαρνηθή, και έτσι να ανέβη στην νέα και καινή ζωή, που ο Κύριος μας χαρακτηρίζει στις θείες του εντολές. Φιλόπονος, ακτήμων, πράος, σιωπηλός, ταπεινός, υπήκοος και παρθένος. Ειδικά τα δύο τελευταία χαρακτηρίζουν το κεφάλαιον της μοναστικής ιδιότητος. Πιστός στις υποθήκες του πνευματικού του οδηγού, φιλονεικεί ακούραστα «ίνα μηδέν αυτώ λείψη» εκ των αγίων αρετών. Διότι πιστεύει ότι μόνον μετά από αυτές θα δυνηθή να ακούση της μακάριας του Σωτήρος ημών φωνής, «ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ! επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω˙ είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου» (Μθ. 25, 21), που είναι και το προσδοκώμενον τέρμα του αγιασμού.

Κακώς, άρα, υπό των αγνοούντων συκοφαντείται ο Μοναχός ότι φυγοπονεί η πλανάται. Κανένα τέτοιο σημείο δεν φαίνεται σε όλη του την διαγωγή, άπ’ αρχής και μέχρι τέλους όλων του των επιδιώξεων. Αν και διαιρείται σε διάφορα είδη και στάδια η μοναστική ζωή, εν τούτοις κανέν’ από αυτά δεν χαρακτηρίζεται από ατομισμό η φυγοπονία. Οι σωματικοί κόποι είναι το απαραίτητο και αδιάλειπτον έργο του, είτε διά τον πορισμόν των βιοτικών του αναγκών είτε διά την αντίστασι στον πνευματικό του αγώνα κατά της πολυειδούς κακίας άφ’ ενός και υπέρ της έξεως των αρετών άφ’ ετέρου. Το ψαλμικόν «ίδε την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου και άφες πάσας τας αμαρτίας μου» είναι το ελατήριο όλων των κινήσεων του.

«Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Παρμ. 1, 7) και «τω φόβω Κυρίου εκκλίνει τις από κακού» (Παρμ. 3, 7). Υποκείμενος ο άνθρωπος εις τον νόμον της φθοράς και του θανάτου, που είναι τα προϊόντα της πτώσεως, ερεθίζεται συνεχώς υπό της πολυμόρφου αμαρτίας. Η αμαρτία έχει ριζωθή «εν τοις μέλεσιν αυτού» (Ρωμ. 7, 5) και ως «κέντρον του θανάτου» (Α’ Κρ. 15, 56) αυτή σέρνει βιαίως τον άνθρωπο στην δουλεία. Σ’ αυτή την ανατομία, του πως η παρά φύσιν έξις του κακού εκβιάζει τον άνθρωπο να πράττη «ο ού θέλει κακόν» (Πρβλ. Ρμ. 7, 19) και να σκληρύνεται εις ο προτίθεται καλόν, ανεκάλυψαν οι Πατέρες την φιλαυτίαν ως την κυρία ρίζαν αυτής της διαστροφής.

Αν και στην ποιότητα της ο γίγας αυτός της παραμορφώσεως λέγεται φιλαυτία, στην ενέργειά της ονομάζεται φιληδονία, όρος υπό τον οποίον υποδηλούνται όλα τα πάθη και οι επιθυμίες. Αυτής της διακρίσεως γενόμενος κάτοχος κάθε Μοναχός, στρατεύεται ευμέθοδα στην μυστικήν αυτή στρατεία, όπου τα όπλα δεν είναι πλέον «σαρκικά, αλλά δυνατά τω Θεώ προς καθαίρεσιν οχυρωμάτων» (Β’ Κρ. 10, 4) και πάσης της απάτης και πλάνης του έχθρού. Αν και στον κατάλογο των πρωταιτίων κακών μαζί με την φιλαυτία αναφέρεται και ο εγωισμός και η πλεονεξία, κεντρικώτερη θέσι στην προς τον άνθρωπο πάλη κατέχει σχεδόν πάντοτε η φιλαυτία, διότι υποστηρίζεται και από παράγοντας φυσικούς, τους περί αυτοσυντηρήσεως νόμους της ζωής.

Και τους τρεις αυτούς γίγαντας των παθών, όπως ονομάζονται στην πατερικήν ορολογία, αντιμετώπισε και κατενίκησεν ο Κύριος εις την έρημο μετά το βάπτισμα του και μας παρέδωσε τα μυστικά αυτής της πάλης. Διά της συνεργίας της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και της καλής προθέσεως του ανθρώπου προχωρών ο Μοναχός εις την μίμησιν του Κυρίου μας Ιησού, αρχίζει την μάχη κατά των περιεκτικών αυτών κακών ξεκινώντας από την φιλαυτία. Και ιδού το γιατί˙ κάθε τι που είναι και λέγεται πάθος και επιθυμία δεν είναι έλλογες ανάγκες της φυσικής χρείας, αλλά άλογες ορμές ορέξεων του εμπαθούς μέρους της παρά φύσιν ζωής και ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η εκ τούτων ηδονή. Άρα η ηδονή, σαν μητέρα της κατ’ επιθυμίαν ζωής, είναι σκοπός της εμπαθούς και εφάμαρτης ζωής. Έτσι, λοιπόν, λέγεται φιληδονία η κατ’ ενέργειαν φιλαυτία και κατ’ αυτής αντιστρατευόμενοι «οι του Χριστού» ησπάσθησαν την φιλοπονίαν. Το παράδειγμα του προσωπικού βίου του Κυρίου μας και ιδίως στην έρημο, όπου συνήψε την σκληρή μάχη μετά του Πειράζοντος, αυτό ήταν η φιλοπονία. Ο Κύριος ενήστευε, αγρυπνούσε, προσηύχετο, ακτημονούσε, επαρθένευε˙ αυτά είναι και τα κυριώτερα δείγματα της περιεκτικής φιλοπονίας. Επάνω εις αυτές τις βάσεις εν συνεχεία οι Πατέρες μας πρόσθεσαν και τις λοιπές λεπτομέρειες του πρακτικού μέρους της ασκητικής αγωγής και ωργάνωσαν το δικό των ιδεώδες, που είναι και λέγεται Μοναχισμός. Πολεμούντες ευμέθοδα διά της πρακτικής φιλοπονίας προς κάθε κίνησιν εμπαθή, κατενίκων χάριτι Χριστού την επιθυμίαν και τα πάθη, που είναι η παρά φύσιν ζωή.

Εις την φυσικήν πλέον κατάστασιν φθάσας ο Μοναχός, αρχίζει κατά φύσιν τις ενέργειές της η ένδοθεν μένουσα χάρις του Αγίου Πνεύματος προς ανακαινισμόν και ανάστασιν του νεκρωθέντος διά της αμαρτίας παλαιού ανθρώπου. Ο θείος φόβος, σαν η πρώτη αρχή, αυξάνει και προκαλεί τον θείο ζήλο. Ο ζήλος ερεθίζει προς ακριβεστέραν φιλοπονία και ιδίως ενσυνείδητη τήρησι των θείων εντολών συνάμα δε εγείρει και την αίσθησι της ενοχής, αφού κατά καιρούς προκαλεί την γεύσι της θείας αγάπης. Μετά από αυτά ξυπνά το πένθος και τα δάκρυα, χάριτι και μόνον του Θεού, και αυτά αρχίζουν την μάλαξι της σκληρότητος της καρδίας και οδηγούν στην ελέει Θεού κάθαρσί της.

Στην καλήν αυτή πορεία, αν συμπαρίσταται πεπειραμένος οδηγός και δεν κλέψη η αμέλεια και ο εγωισμός την μετριόφρονα φιλοπονία, αρχίζει η θεία χάρις να δείχνη την παρουσία της αισθητότερα στον νου, διδάσκουσα την ταπείνωσι και την προσευχή. Η υποταγή, η εκκοπή του ιδίου θελήματος και, γενικά, η ακρίβεια της συνειδήσεως στην σύγκρισι των εμπαθών και μη νοημάτων ιδίως επί ευλογοφανών προφάσεων, και τούτο γίνεται εύκολο διά της αληθούς υπακοής, παρατείνει την ενέργεια της χάριτος, ιδίως στον νου, και αυξάνει η πνευματική γνώσις, ώστε να αποτρέπεται η εύκολη απάτη της πλάνης του εχθρού, είτε στα πράγματα είτε στα νοήματα. Εδώ χρειάζεται πολλή επαγρύπνησι στην διαβολικότητα της οιήσεως, διότι είναι πολύ λεπτή και δυσδιάκριτη.
Άλλος κίνδυνος εκ δεξιών είναι η δήθεν πρακτική εκδήλωσι της αγάπης, ώστε να καταλύεται η ακρίβεια του τυπικού, γιατί εδώ απαιτείται η λεπτότης της διακρίσεως. Στους καλούς υποτακτικούς δεν χρειάζονται αυτές οι λεπτομέρειες. Όλην αυτή την καλή κατάστασι προκαλεί η χάρις του Θεού, άνευ της οποίας δεν δύναται ο άνθρωπος να πράξη τίποτε.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει στις ομιλίες του το εξής˙ «του Θεού δε μη ενεργούντος εν ημίν, αμαρτία παν το παρ’ ημών γινόμενον». Παρ’ όλον όμως ότι τα πάντα διά της χάριτος του Χριστού έπιτυγχάνομε, τίποτε πάλι δεν παρέχει η χάρις άνευ της συμπράξεως της ανθρωπίνης θελήσεως. Να, λοιπόν, γιατί βλάπτουν και ζημιώνουν τον άνθρωπο τα δύο μεγάλα κακά, ο εγωισμός και η αμέλεια. Η μέν αμέλεια κατακρίνεται υπό του Θεού και ο αιχμαλωτισθείς ύπ’ αυτής -τρόπον τινά- εγκαταλιμπάνεται, επειδή, ενώ γνωρίζει εκ της πείρας ότι απαιτείται η συνέργειά του μετά της χάριτος του Θεού προς δικήν του ανάστασι και προκοπή, παραιτείται της συμπράξεως και προδίδει την ευλογία της θείας χάριτος, η οποία από μόνη της του χάρισε τόσα καλά. Η δε υπερηφάνεια προκαλεί την μετ’ οργής και αποστροφής έκπτωσι και εγκατάλειψι παρά της χάριτος, διότι δεν ανέχεται τον σφετερισμό των δικών της δωρεών, να κλέπτονται και να ιδιοποιούνται από τον άνθρωπο τα ουράνια δώρα, που αυτή πλούσια χαρίζει.

Η καλή αυτή κατάστασι, μη διακοπτόμενη εις όλους τους δικούς της ορίζοντας, είναι και λέγεται φωτιστική και ετοιμάζει τον κάτοχον αυτής διά το τρίτο και τελευταίο στάδιο του αγιασμού και της κατά Θεόν τελειότητος. Ο Μοναχός περιορίζει άφ’ ενός την ροπή της αγάπης του προς ο,τιδήποτε της συμπάσης κτίσεως, από την άλλη στρέφεται έξ ολοκλήρου προς τον Θεό και με ένθερμο ζήλο επιδίδεται πρακτικά στην τήρησι των θείων του εντολών. Έτσι, αιχμαλωτίζων παν νόημα και πρόθεσι και ενέργεια στην υπακοή του Χριστού (Πρβλ. Β’ Κρ. 10, 5), νεκρούται παντελώς τω κόσμω, δεν ζη πλέον μήτε διά τον εαυτό του μήτε δι’ άλλον τινά, αλλά μόνον διά τον υπέρ αυτού αποθανόντα και αναστάντα Χριστόν (Πρβλ. Β’ Κρ. 5, 15). Λέγει ο Κύριος μας Ιησούς «ότι εγώ ζώ και υμείς ζήσεσθε» (Ίω. 14, 19), όπου τω όντι ο ζων Μοναχός, ως υιός της αναστάσεως, τα άνω ποθεί, τα άνω φρονεί (Κολ. 3, 1-2), ένθα και ο Χριστός.

Ο Κύριος σκοπός του Μοναχού και όλος ο αγών της σκληράς ασκητικής του ζωής αποβλέπει στην εν Χριστώ θέωσί του, λαμβάνων προσωπικήν πείρα της εν Πνεύματι Αγίω μεθέξεως της θεοποιού χάριτος του Χριστού. Η θεωθείσα, διά της προσλήψεως υπό του Θείου Λόγου, ανθρώπινη φύσι απέδειξε, κατά την θεία Μεταμόρφωσι, την δυνατότητα να περιχωρήση το φως της προσδοκώμενης θεώσεως και, άρα, η βασιλεία του Θεού είναι ήδη άπ’ εντεύθεν γνωστή και κατορθωτή. Το φως της θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος δεν είναι άλλο από το φως της βασιλείας Του, που εφανερώθη δι’ αυτού και συνεχίζει να μεταδίδεται στους ανθρώπους διά του Αγίου Πνεύματος. Αυτό, λοιπόν, βλέπουν και «οι καθαροί τη καρδία» Μοναχοί, αφού σταδιακά πέρασαν την κλίμακα της μετανοίας και χάριτι Θεού δέχθηκαν σαν πεφωτισμένοι τας θείας ελλάμψεις των ενεργειών της χάριτος.

Όσο και αν φαίνεται τολμηρή η περιγραφή των υψηλών αυτών νοημάτων και της υπέρ φύσιν αυτής καταστάσεως ιδίως στην χλιαρή και άτονη γενεά μας, δεν παύει να είναι ο κύριος στόχος και η πανανθρώπινη νοσταλγία και έφεσις, όπου τερματίζεται κάθε αναζήτησι και απορία της κοσμικής αβεβαιότητος. Στην καυτηριασμένη συνείδησι του πεπλανημένου και παραπαίοντος σημερινού ανθρώπου, που τον συνέχει και τον συνθλίβει η απόγνωσι, δεν είναι υπερβολική και άσκοπη η συστηματική αποκάλυψι του ορθού τούτου προσανατολισμού έναντι των τόσων άλλων πλανών που μαστίζουν ιδίως την νεότητα. Επαναλαμβάνομε συνοπτικά τον τρόπο, με τον οποίο δύναται ο κάθε άνθρωπος, αν θέλη, να φθάση στον προορισμό του.

Η αφετηρία είναι η ορθή πίστι και η μετάνοια. Τα συνεργούντα είναι η χάρις του Θεού μέσω της Εκκλησίας διά των αγίων μυστηρίων, η καλή πρόθεσις και η συνεργασία του ανθρώπου διά της υπακοής στις θείες εντολές. Επίσης, απαιτείται συνεχής μάχη και πάλη προς τα αίτια της αμαρτίας και κατά του Σατανά, ο οποίος εκβιάζει την εμπαθή διάθεσι του μετανοούντος όσο έξ αιτίας των παλαιών συνηθειών δεν έχει πιωθή εντός του η θεία χάρις, καθώς επίσης μάχη και κατά των παθών, που σκιάζουν ακόμη και την προαίρεσι. Η επιμονή στην καλήν απόφασι της τηρήσεως των θείων εντολών και η υπομονή στις αντιθέσεις, που λέγονται πειρασμοί, προκαλούν την αύξησι της χάριτος, η οποία εκμηδενίζει συν τω χρόνω τον παλαιόν άνθρωπο, πάθη και επιθυμίες, και οικοδομεί τον καινόν διά των αρετών. Διά των αρετών τελειοποιείται ο χαρακτήρας και, γενικά, η εν Χριστώ ζωή. Σ’ αυτό το σημείον αρχίζει η υπέρ φύσιν κατάστασις του αγιασμού, όπου τις αρετές διαδέχονται τα χαρίσματα και η πλήρης «εν Θεώ αίσθησις». Διά του φωτισμού της θείας χάριτος ο άνθρωπος δέχεται αποκαλύψεις και κοινωνεί αρρήτως μετά των ακτίστων θείων ενεργειών γευόμενος αναλόγως της υπέρ νουν θεώσεώς του, που είναι το πλήρωμα της πατρικής του Θεού επαγγελίας. «Εγώ είπα, θεοί έστε και υιοί Υψίστου πάντες» και «όσοι έλαβον αυτόν, εδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ίω. 1, 12).

Έως εδώ αναφέραμε συντόμως το πρακτικό μέρος της κατά Χριστόν ζωής, καθώς και τα αποτελέσματά του, για ν’ αποδείξωμεν εν συνεχεία ότι αυτό είναι κατ’ ούσίαν το μοναχικόν ιδεώδες και ανάλογη η προσωπική επιδίωξι του Μοναχού. Ουδέποτε όμως ο Μοναχός είναι ατομιστής η ακοινώνητος, όπως η σκοπίμως παρερμηνεύεται κάποτε.

Ο επιδιωκόμενος στόχος της τελειώσεως του Μοναχού, στην υπερφυσική θέσι της κατά Θεόν τελειότητος, είναι η αγάπη, την οποία πάντοτε καλλιεργεί μέσα στα πλαίσια της μοναστικής του ζωής. Πώς είναι δυνατόν σε ένα μοναστικό πρόγραμμα, του οποίου βάσις είναι η αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον, να απουσιάζη η κοινωνικότης και η αλληλεγγύη; Ο Μοναχός είναι πιστόν μέλος της Εκκλησίας και πολύ ενωρίς επεστρατεύθη ιδίως κατά τας αρχάς της εξαπλώσεώς της. Αλλά και πολύ μεταγενέστερα και έως της σήμερον συναντάται η φιλοξενία και αγάπη στα μοναστικά ιδρύματα.

Εκδηλώνοντες οι Μοναχοί την αγάπη των δεν αρκέσθησαν σε ωρισμένους τύπους φιλανθρωπίας, όπως θα νόμιζε κανείς, αλλά επεκτείνοντο εις πάσαν μορφήν ανάγκης του πλησίον, είτε ως άτομου είτε ως έπί το πλείστον κοινωνίας. Στα ωργανωμένα μοναστικά ιδρύματα υπήρχον πάντοτε νοσοκομεία, γηροκομεία, χωρίς να λείπουν και τα εκπαιδευτήρια για τα γράμματα και τις τέχνες, ιδίως όταν απουσίαζε η κοινωνική πρόνοια εκ μέρους των κρατικών αρχών. Παραλείπω να αναφέρω λεπτομέρειες διά τις κατά καιρούς εξαίρετες δυσκολίες η θεομηνίες, οπότε κορυφαίοι Πατέρες πλησίαζαν την κοινωνία και ανελάμβαναν έργα φιλανθρωπίας, υπηρετούντες προσωπικώς στις διανομές τροφών, η στα νοσοκομεία και θεραπευτήρια.

Τι να πρωτοαναφέρωμε, έπειτα διά την υπόλοιπη διακονία και προσφορά στην όλη εκκλησιαστική μας παράδοσι και λεπτομέρεια; Το σύνολο, σχεδόν, της εκκλησιαστικής μεγαλοπρέπειας ανήκει στην πρόνοια και τον μόχθο των Μοναχών – Πατέρων. Αυτοί, είτε σαν απλοί φορείς της μετανοίας, καθώς και ξεκίνησαν, είτε ως μέλη του ανωτέρω κλήρου, όπου επεστρατεύθησαν, εφαρμόζοντες το πλήρωμα της αγάπης -μετά από την προς τον Θεό- και προς τον πλησίον, εκόσμησαν και επλούτησαν την Εκκλησίαν. Πολλοί είναι επίσης οι Μοναχοί, οι οποίοι χάριτι Χριστού ήσαν και είναι χαρισματούχοι, όπως είναι και το χάρισμα της προφητείας. Αυτοί, ως ιστάμενοι μεταξύ γης και ουρανού, συμφιλιώνουν τους ανθρώπους μετά του Θεού, πότε μεσιτεύοντες προς την θεία Δικαιοσύνη υπέρ παντός του κόσμου η ενός εκάστου ιδιαιτέρως και πότε γνωρίζοντες στον κόσμο το θείον θέλημα, που είναι και η σπουδαιοτέρα αποστολή και το αναγκαιότερο καθήκον. Πού έγιναν τα υπερφυσικά γεγονότα των θαυματουργιών, αι ποικίλαι ιάσεις και αι λύσεις των αναριθμήτων δυστυχιών κατά τις βιαιότητες των στοιχείων της φύσεως εξ αιτίας των αμαρτιών του κόσμου; Πού αλλού έξω από τα μοναστικά περιβάλλοντα απεκαλύφθη το θείον θέλημα και εφανερώθησαν αί θείαι βουλαί; Σε ποίους κινδύνους εκ των πολυωνύμων αιρέσεων δεν συμπαρεστάθησαν και δεν προμάχησαν υπέρ της Εκκλησίας οι Μοναχοί; Τίνες κράτησαν απαραχάρακτα την Ιερά μας παράδοσι και μετά ζήλου και αυτοθυσίας υπεραμύνθησαν υπέρ της αληθείας της ορθής μας πίστεως; «Επιλείψει ημάς ο χρόνος διηγουμένους» (πρβλ. Έβρ. 11, 32) περί των πολλών τούτων περιπτώσεων και της λοιπής λεπτομέρειας, αν λεπτολογήσωμε την μεγάλην εκκλησιαστική μας πολυτέλεια. Αλλά το θέμα μας δεν είναι αυτό.

Εκείνο, που μάλλον επείγει να θίξωμεν είναι όχι τόσον η πλευρά της γνώσεως στην θείαν αποκάλυψι γενικά, όσον ο τρόπος της πρακτικής επιτυχίας στον ανθρώπινο βίο και προορισμό. Το βαθύτερο νόημα αυτού του σκοπού, στην πρακτική του πλευρά, είναι το πως θα ιδή κανείς με κάθε λεπτομέρεια τον νόμο της διαστροφής στην διεφθαρμένη πεπτωκυΐα φύσι και πως, μετά από αυτόν τον φαύλο κύκλο, προκύπτει ο δεύτερος, τα βάθη του Σατανά. Δηλαδή η ακούραστη και πονηρότατη διαβολικότητα του εχθρού, που ακατάβλητα επιβουλεύεται τον άνθρωπο, ιδίως σήμερα, που έπεισε τους ανθρώπους και αρνούνται την υπαρξί του, πράγμα το οποίο είναι δι’ αυτόν ο μεγαλύτερος θρίαμβος. Πέρα λοιπόν της ασθενείας, στην οποίαν υπεβλήθη η φύσις υποταγείσα στον θάνατο και την φθορά, προσετέθη και η τυραννία του διαβόλου, που ως θεός του αιώνος τούτου καταδυναστεύει το εν τη παρούση ζωή γένος των ανθρώπων. Περί τούτου σαφέστερον παντός άλλου μας πληροφορεί ο Παύλος λέγων, «ού γάρ τα νοήματα αυτού αγνοούμεν» (Β’ Κρ. 2, 11). Αλλού πάλιν, αναφερόμενος στην δεινότητα της πάλης του στον προκείμενον ημίν αγώνα, σημειώνει «ηθέλησα άπαξ και δις ελθείν προς υμάς και ενέκοψεν ημάς ο σατανάς» (Α’ Θσ. 2, 18). Και ο Απόστολος Πέτρος γράφει «νήψατε, γρηγορήσατε˙ ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α’ Πτ. 5, 8).

Αυτής της αδυσώπητης και ανύστακτης πάλης τα μυστικά και τα συστήματα και όλον τον γνόφο των πονηρών και δολίων και καταχθόνιων και αοράτων αυτών πνευμάτων, τους δόλους, τις παγίδες και τα πανουργεύματα, προς άμυναν των οποίων ο Παύλος μας συνιστά την χρήσι πανοπλίας (Έφ. 6, 11) και μεθόδου, οι Μοναχοί ανεδείχθησαν αείποτε οι επιδέξιοι χειρισταί και νικηταί και θριαμβευταί και παρέδωσαν στην Εκκλησία όλη τη σχετική λεπτομέρεια των μυστικών αυτού του πολυπλεύρου αγώνος. Η ευγενής προσφορά των Μοναχών συνεχίζεται στον πρακτικό τομέα και στους υπολοίπους τομείς της νοητής πάλης.
Δεν πολεμούν μόνον οι πονηροί δαίμονες εναντίον της προόδου των Χριστιανών, αλλά και ποικίλα άλλα αίτια και παράγοντες, είτε εκ των φυσικών νόμων έχοντες τας αφορμάς είτε εκ των παρά φύσιν έξεων -πάθη και επιθυμίες του παλαιού ανθρώπου-, καταπιέζουν. Η μεθοδική αντίστασι στον αόρατον αυτόν πόλεμο και η ανάλογη κατάρτισι, που απαραιτήτως χρειάζεται πας τις στρατευόμενος στην επουράνιο Βασιλεία του Χριστού, είναι λάφυρο και όφελος από την μοναστική πείρα και αγωνιστικότητα και ζωή. Στην μοναχική ζωή οφείλεται η γνώσι της λεπτομέρειας του πνευματικού νόμου, που είναι το αλάνθαστο κριτήριο των θείων βουλών και κριμάτων, και με βάσιν αυτή τη γνώσι η στρατευόμενη Εκκλησία μας -συν τη θεία χάριτι- ρυθμίζει τη ζωή των τέκνων της. Ιδού λοιπόν και η λύσι του μυστηρίου, γιατί τα πλήθη των Χριστιανών να καταφεύγουν πάντοτε στας ερήμους και τα μοναστικά καταγώγια παρά τον απαιτούμενο σχετικό κόπο και τις υπερβολικές θυσίες.

Στις σύντομες αυτές σημειώσεις μας, σχεδόν, τίποτε δεν αναφέρομε εν συγκρίσει με το μέγεθος και την σπουδαιότητα του έργου και της προσφοράς των Μοναχών. Απλά και μόνον εθίξαμε σε ελάχιστα σημεία το θέμα χάριν των σημερινών ανευθύνων, που αδυνατούν να αξιολογήσουν σημαντικές πραγματικότητες, αλλά και τους δυναμένους να κατανοήσουν παρακωλύουν «ου πάντες -γαρ- χωρούσι τον λόγον τούτον, άλλ’ οις δέδοται» (Μθ. 19, 11).
Αυτοί, οι ανεύθυνοι και αδαείς, όταν ερωτώνται τίνες γίνονται Μοναχοί, απαντούν συνήθως ερμηνεύοντες στενά τα περί «κλίσεως», όσοι δηλαδή αισθάνονται κάποια «κλίσι». Αυτό πιστεύεται γενικώς, ιδίως αν λάβωμεν ύπ’ όψι το ρήμα του Κυρίου μας «ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη η δεδομένον αυτώ εκ του πατρός μου» (Ίω. 6, 65).

Και τώρα ο λόγος είναι σε ποίους δίδεται αυτό εκ του Πατρός. Ο Θεός, είναι γνωστόν ότι, ουδέποτε προτιμά περισσότερο των άλλων κάποιον και ουδένα αποβάλλει, καθώς πολλάκις δίνεται το δικαίωμα να νομισθή με την στενήν έννοια του όρου «κλίσις». Και η λέξι «κλίσις» είναι ανθρωποπρεπής έκφρασις διαφορετικού περιεχομένου. Στις θεοπρεπείς τέλειες ιδιότητες υπάρχει και η γνώσις, κατά την οποίαν ο Θεός γινώσκει τα πάντα και προ της γενέσεως των καθώς και μετά και έως του τελικού σκοπού, προς τον οποίο το κάθε τι είναι ύπ’ Αυτού προωρισμένο. Εις όσους λοιπόν από τα λογικά όντα -βλέπει ο Θεός ότι- περισσεύει η καλή πρόθεσις και προτιμούν την προς Αυτόν στροφήν και υπακοήν, σ’ αυτούς δίδει την χάρι Του και τους ενισχύει να φέρουν εις πέρας τον καλόν αυτόν σκοπόν. Δι’ αυτούς λέγεται ότι έχουν την κλίσιν, εκ διαμέτρου αντιθέτως προς αυτούς οι οποίοι δεν προτιμούν αυτήν την εκλογή. Η διαφορά είναι ακριβώς ότι δεν γίνεται καμμία ιδιαίτερη κλίσις από τον Θεό, διότι αυτό θα ήταν μία αδικία άλλους να προβάλλη και άλλους να αγνοή, πράγμα που δεν ταιριάζει στην θεία τελειότητα. Εκ τούτου συμπεραίνεται ότι η υψηλότερη εκλογή εξαρτάται από την πρόθεσι του ανθρώπου και όχι από κανένα ιδιαίτερο προορισμό.
Πιστεύεται, επίσης, ότι και μόνη η λογική κρίσις και απόφασι του ανθρώπου να προτιμήση το ανώτερο μπορεί να προκαλέση την θεία συμπαράστασι, διότι το κατ’ ευδοκίαν πρώτον θέλημα του Θεού είναι «πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τμ. 2, 4). Και απόδειξις τούτου το ότι διά της πίστεως και των θείων μυστηρίων πάντες οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως φύλου και καταγωγής, ενδύονται έξ ίσου τον Χριστόν και πάσαν την θείαν χάριν και δύναμιν. Πού βρίσκεται λοιπόν το περισσόν στους δήθεν κεκλημένους; Περισσόν ναί, άλλ’ εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας, γιατί ακριβώς διά τούτο επεδήμησεν η Ζωή ημών, ο θείος Λόγος, «ίνα ζωήν έχωμεν και περισσόν έχωμεν» (Πρβλ. Ίω. 10, 10) άπαντες και όχι μόνον τινές. Μετά, ευρίσκομε τον Ιησού μας να μας υποδεικνύη τρόπους ενισχύσεως εις πάσας τας απορίας και περισσότερο στην πνευματικώτερη ζωή. «Τούτο γάρ έστι θέλημα του Θεού, ο αγιασμός υμών» (Α’ Θσ. 4,3), λέγει ο Παύλος. Και ο Πέτρος πάλι «κατά τον καλέσαντα υμάς άγιον και αυτοί άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε, διότι γέγραπται˙ άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμι» (Α’ Πτ. 1, 15). Επίσης είναι γραμμένο «ειρήνην διώκετε μετά πάντων και τον αγιασμόν, ου χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον» (Έβρ. 12, 14).

Η εντολή του Κυρίου μας να ζητούμε πρώτον την βασιλείαν των ουρανών (Μθ. 6, 33) και έπειτα ο,τιδήποτε άλλο μας απασχολεί, φανερώνει ότι επείγεται πρώτον η φροντίδα διά τον αγιασμόν. Διότι εδώ ως βασιλεία των ουρανών δεν νοείται η ιστορική κατάπαυσις των δικαίων κατά την παλιγγενεσία, αλλά η χάρις του Αγίου Πνεύματος, η οποία μας οδηγεί στον αγιασμό που καθώς μαρτυρείται αλλού «τουτό έστι το θείον θέλημα». Όταν συναντούμε διάφορες δυσκολίες στην πορεία μας προς αυτήν την επιτυχία, ο Ιησούς μας παρακινή να κρούωμε, να αιτούμε, να ζητούμε (Μθ. 7, 7) και πάντως θα εισακουσθούμε. Επιλέγει δε ότι τα φαινόμενα ημίν αδύνατα ανθρωπίνως παρά τω Θεώ είναι δυνατά (Λκ. 18, 27), αρκεί να προηγήται η δι’ αυτά πρόθεσις. Δεν θα αναφερθώ στην επιμονή του Κυρίου μας να μην εκκακήσωμεν ευχόμενοι (Λκ. 18, 1) και ζητούντες και θα εισακουσθούμε πάντως, διότι είναι τόσο γνωστά εις όλους τους πιστούς.
Το συμπέρασμα τώρα ποιον είναι εις όσα σημειώσαμε, ειμή ότι δεν υπάρχει κλίσις ειδική προς τους φιλόθεους, αλλά μόνον αγαθή προαίρεσις εκ μέρους των. Αυτήν και βραβεύει προθύμως η θεία χάρις, επαινούσα πάντοτε την αγαθήν μερίδα, ήτις ποτέ δεν θα αφαιρεθή από όσους θα την προτιμήσουν (Πρβλ. Λκ. 10, 42).
  
Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Λόγοι Παρακλήσεως, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής του Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1998