Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

ΠΡΟΣ ΜΙΑ «ΝΕΑ» ΘΕΟΛΟΓΙΑ


2. Ἕνα καίριο ἐρώτημα: Ταυτίζεται ἡ πρὸς πάντας ἀγάπη μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα, τὴν ἐν τὴ Ἐκκλησία κοινωνία;

Γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε στὶς ἀπόψεις τοῦ Ἀρχιεπ. κ. Ἀναστασίου, μὲ βάση μία τέτοια «ἐλαστικὴ» Ἐκκλησιολογία ποὺ ὁ συγγραφεὺς προβάλλει, οἱ Χριστιανοὶ μποροῦν νὰ ἑνωθοῦν μὲ κάθε ἄνθρωπο ἀνεξαρτήτως θρησκεύματος καὶ μάλιστα μέσω τῆς Θ. Εὐχαριστίας: «Μετέχοντας στὴ λατρεία —ἰδιαίτερα στὴ Θ. Κοινωνία— ὁ πιστὸς διαστέλλεται ἐν εὐχαριστία, ὑπερβαίνει τὰ ἀτομικά του ὅρια˙ μεταλαμβάνοντας τοῦ "Σώματος τοῦ Χριστοῦ" συσσωματοῦται ἐν Αὐτῶ καὶ γίνεται "παγκόσμιος", ἑνώνεται μὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὁ Χριστὸς ἔχει περιλάβει στὴν ἄνευ ὁρίων ἀγάπη Του. "Τείνει νὰ φέρει ἐντός του ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα (Ο. Clement)"» (σ. 47). Αὐτὴ ἡ, τρόπον τινά, διάχυση τῆς Ἐκκλησίας ἔξω ἀπὸ τὰ ὅριά της, ἡ δυνατότητα νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ὅλους ἀκόμα καὶ μὲ τοὺς ἐχθρούς του Χριστοῦ, ἀκυρώνει τὸ μυστήριο τῆς ἑνότητος τῶν πάντων ἐν τῷ Χριστῷ, τὴ σπουδὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, Μαρτύρων καὶ Διδασκάλων γιὰ τὴν ἐνσωμάτωση τῶν πάντων ἐν τὴ Ἐκκλησία, ἐν τῷ Χριστῷ.

Ἐπειδὴ ἐπὶ πολλὰ χρόνια καλλιεργεῖται μία ἀγαπολογία καὶ διαρκῶς γίνεται λόγος γιὰ ἑνότητα τῶν πάντων καὶ γιὰ οἰκουμενικότητα, δημιουργεῖται σύγχυση μεταξὺ ἀγάπης πρὸς πάντας καὶ ἀγάπης ὡς ἑνότητος τῶν πιστευόντων ἐν τὴ Ἐκκλησία. Ὡς σημαία αὐτῆς τῆς συγκεχυμένης διδασκαλίας χρησιμοποιεῖται ἡ φράση ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ, «Ἴνα ὦσιν ἐν» (Ἰωάν. 17,12.21.23). Πράγματι ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἀρχιερατική Του προσευχὴ παρακαλεῖ τὸν Πατέρα Του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους νὰ εἶναι ἕνα. Γιὰ ποιοὺς ὅμως; «οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκας μοὶ» (Ἰωάν. 17, 10) «καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμὲ» (Ἰωάν. 17,21).

Μόνο οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτὸν «διὰ τοῦ λόγου» τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν διαδόχων τους Ἁγίων Πατέρων, μόνον οἱ ὀρθοδόξως πιστεύοντες δύνανται νὰ εἶναι ἕνα, καθὼς ἡ Ἁγία Τριὰς εἶναι ὁ εἰς Θεός, καὶ ἐν ταυτῶ νὰ εἶναι ἑνωμένοι μὲ τὸν Θεό. Ἡ προσευχὴ ἀπὸ τὸν Κύριο γίνεται γιὰ ὅλους, γιὰ νὰ πιστεύσουν σ' Αὐτὸν καὶ νὰ κοινωνήσουν μ' Αὐτόν. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας γίνεται γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ προσευχὴ κάθε πιστοῦ γίνεται γιὰ ὅλους. Ἡ ἀγάπη πάλι ἁπλώνεται πρὸς ὅλους, ἀκόμα καὶ πρὸς τοὺς ἐχθρούς.

Ἀξίζει ἐδῶ νὰ παραθέσουμε ὅσα γράφει ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος περὶ τῆς ἐλεήμονος καρδίας: «Ἠρωτήθη πάλιν... Καὶ τί ἔστι καρδία ἐλεήμων; καὶ εἶπε: καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης της κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ τῶν ὀρνέων, καὶ τῶν ζώων, καὶ τῶν δαιμόνων καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος. Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν, καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ρέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ δάκρυα. Ἐκ τῆς πολλῆς καὶ σφόδρας ἐλεημοσύνης τῆς συνεχούσης τὴν καρδίαν, καὶ ἐκ τῆς πολλῆς καρτερίας σμικρύνεται ἡ καρδία αὐτοῦ, καὶ οὐ δύναται βαστάξαι ἢ ἀκοῦσαι ἢ ἰδεῖν βλάβην τινά, ἢ λύπην μικρᾶν ἐν τὴ κτίσει γινομένην καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν ἀλόγων, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν της ἀληθείας καὶ ὑπὲρ τῶν βλαπτόντων αὐτὸν ἐν πάση ὥρα εὐχὴν μετὰ δακρύων προσφέρει, τοῦ φυλαχθῆναι αὐτοὺς καὶ ἰλασθῆναι αὐτοῖς ὁμοίως καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως τῶν ἑρπετῶν ἐκ τῆς πολλῆς αὐτοῦ ἐλεημοσύνης τῆς κινούμενης ἐν τὴ καρδία αὐτοῦ ἀμέτρως καθ' ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ»53.

Μετάφραση: «Ἐρωτήθηκε πάλι: Τί θὰ πεῖ καρδία ἐλεήμων; καὶ εἶπε: Θὰ πεῖ, καῦσις καρδίας γιὰ ὅλη τὴν κτίση. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τὰ πουλιά, γιὰ τὰ ζῶα, τοὺς δαίμονες καὶ γιὰ κάθε κτίσμα. Κι ἀπὸ τὴ θύμησή τους κι ἀπὸ τὴ θέα τοὺς τρέχουν τὰ μάτια τοῦ (τοῦ ἐλεήμονος) δάκρυα. Κι ἀπὸ τὴν πολλὴ καὶ σφοδρὴ ἐλεημοσύνη ποὺ συνέχει τὴν καρδιά του κι ἀπὸ τὴν πολλὴ καρτερία, μικραίνει ἡ καρδία του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντέξει ἢ νὰ ἀκούσει ἢ νὰ ἰδεῖ νὰ συμβαίνει κάποια βλάβη ἢ μικρὴ λύπη στὴν κτίση. Καὶ γι' αὐτὸ καὶ γιὰ τὰ ἄλογα ζῶα καὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς της ἀληθείας καὶ γι' αὐτοὺς ποὺ τὸν βλάπτουν, κάθε στιγμὴ προσφέρει στὸν Θεὸ προσευχὴ γιὰ νὰ φυλαχθοῦν καὶ γιὰ νὰ ἐλεηθοῦν. Κι ἀπὸ τὴν πολλὴ ἐλεημοσύνη ποὺ κινεῖται ἄμετρα στὴν καρδιά του, καθ' ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ, κάμει τὸ ἴδιο, ἀκόμα καὶ γιὰ τὴ φύση τῶν ἑρπετῶν».

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει ὅρια. Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ γράφει ὅτι «οἱ ἐν τὴ γεέννη κολαζόμενοι, τὴ μάστιγι τῆς ἀγάπης μαστίζονται» καὶ ὅτι «ἄτοπόν ἐστι λογίζεσθαι τινά, ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐν τὴ γεένη στεροῦνται τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ»51
Καὶ στὴν κόλαση λοιπὸν ἁπλώνεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ οἱ κολαζόμενοι ὑποφέρουν ἐπειδὴ «εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ ἑπταισαν», δηλ. ἐπειδὴ καθ' ὅλη τὴ ζωή τους μὲ τὴν ἀποστασία τους δὲν ἀνταποκρίθηκαν σ' αὐτὴν τὴν ἄμετρη ἀγάπη, δὲν κοινώνησαν μὲ τὸν Θεό.

Μ' ὅλα αὐτά, νομίζουμε, ἔγινε σαφὲς ὅτι ἡ πρὸς τοὺς ἐχθρούς της πίστεως, τοὺς ἀλλόθρησκους ἢ τοὺς ἄθεους ἀγάπη δὲν συνεπάγεται καὶ τὴν ὀργανικὴ ἑνότητα μαζί τους. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει θὰ ἔπρεπε νὰ ἑνωθεῖ ἡ κόλαση μὲ τὸν Παράδεισο! Καὶ οἱ ἅγιοι ποὺ λυποῦνται τοὺς δαίμονες θὰ ἔπρεπε —ἄπαγε τῆς βλασφημίας!— νὰ εἶναι ἑνωμένοι μαζί τους!

Σ' αὐτὴν τὴ σύγχυση μεταξὺ ἀγάπης τῶν ὀρθοδόξων πρὸς πάντας καὶ ἀληθοῦς ἐν Χριστῷ κοινωνίας ποὺ πραγματώνεται ἐν τὴ Ἐκκλησία, βασίζεται ἡ ἐλαστικὴ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἀρχιεπ. κ. Ἀναστασίου καὶ σ' αὐτὴν ἐπίσης στηρίζεται καὶ τὸ ὅραμα τῆς «παγκόσμιας κοινωνίας Ἀγάπης» ποὺ προβάλλεται διαρκῶς στὸ βιβλίο του. Ἔτσι, γράφει, «μὲ ἀφετηρία τὶς χριστιανικὲς ἀρχές, τὸ οὐσιαστικὸ πρόβλημα εἶναι, πὼς ἀπὸ τὴν ἁπλὴ κοινότητα θὰ ὁδηγηθοῦμε σὲ κοινωνία ἀγάπης μὲ τοὺς συνανθρώπους μας, μὲ τὸ σύμπαν, μὲ τὴν ὑπέρτατη πραγματικότητα.. Ἡ σπονδυλικὴ στήλη τῶν σκέψεων ποὺ ἀκολουθοῦν εἶναι: Πρὸς μία κοινωνία ἀγάπης, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὀ ρ γ α ν ι κ ῆ ς κοινωνίας προσώπων ἐν ἀγάπη, καὶ ὄχι τῆς ἁπλῆς συνυπάρξεως ἀτόμων» (σ. 31).

Ἔγινε ὅμως σαφὲς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ὀργανικὴ κοινωνία προσώπων ἐν ἀγάπη ἐκτός της Ἐκκλησίας. Extra Ecclesiam nulla salus (Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καμμία σωτηρία). Ἡ σωτηρία δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ἁπλῶς ὡς ἠθικὴ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ὡς ὀντολογικὴ ἀποκατάσταση τοῦ ἐν Χριστῷ. Κι αὐτὸ γίνεται μὲ τὸν ὀργανικό του σύνδεσμο μὲ τὴν Ἐκκλησία. Δὲν ἀρκοῦν οἱ «χριστιανικὲς ἀρχές», ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ συγγραφεὺς γιὰ «νὰ ὁδηγηθοῦμε σὲ κοινωνία ἀγάπης μὲ τοὺς συνανθρώπους μας», χρειάζεται ἡ κοινωνία μὲ τὸν Χριστό, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μὲ τὸν ὁποῖον ἐνούμεθα διὰ τοῦ Βαπτίσματος, λαμβάνοντες τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸ ἅγιο Χρίσμα ποὺ ἀκολουθεῖ.
Μία ἀπαραίτητη παρέκβαση.
Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος - Μοναχὴ Γαβριηλία, «Διεθνής της Ἀγάπης» - « Ἀσκητική της Ἀγάπης»

Παρομοίου εἴδους προσπάθεια «κοινωνίας Ἀγάπης» παρουσιάστηκε πρὶν 30 χρόνια ἀπὸ τὸν τότε πρώην Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Ἱερώνυμο, ὁ ὁποῖος δημιούργησε τὴ «Διεθνῆ της Ἀγάπης» καὶ τὸ σύστημα «Ἀγαπισμὸς»55. Σύμφωνα μὲ τὸν ἐμπνευστή του, «ὁ Ἀγαπισμός... παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς σύστημα βασίζεται στὴν Ἀγάπη, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ καὶ ἄλλες θρησκεῖες τὴν παραδέχονται, δὲν εἶναι καθαρὰ χριστιανικὸ σύστημα. Μπορεῖ ὅπως εἴπαμε, ἂν συμφωνεῖ μὲ τὸ σύστημα αὐτό, ἀκόμα κι ἕνας ἄθεος νὰ συνεργασθῆ γιὰ τὴν ἐπικράτησή του. Ὁ Ἀγαπισμὸς εἶναι ἀνοικτὸς γιὰ κάθε ἄνθρωπο, χωρὶς καμμιὰ διάκρισι θρησκείας φυλῆς... κ.λ.π. Ὅσο γιὰ τὶς θρησκευτικὲς ἢ φιλοσοφικὲς ἢ ἄλλες πεποιθήσεις, ποὺ ἔχει ὁ καθένας, αὐτὲς γιὰ τὸν Ἀγαπισμὸ ἔχουν σημασία ἀναλόγως μὲ τὶς ἐκδηλώσεις, ποὺ ἐμπνέουν στὸν καθέναν. Κατὰ τὰ ἄλλα, αὐτὲς εἶναι ἀτομικὴ ὑπόθεσις τοῦ καθενός...»56.
Ἀφήνουμε ἀσχολίαστες αὐτὲς τὶς ἄθρησκες, οἰκουμενιστικὲς ἀπόψεις γιὰ μία «πανανθρώπινη Ἀγάπη» ποὺ ἐπαγγέλεται ὁ συγγραφεὺς τοῦ «Ἀγαπισμοῦ». Οὕτως ἢ ἄλλως καμμιὰ σχέση δὲν ἔχουν μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι πανταχοῦ... ἀπῶν στὸ βιβλίο καὶ τὸ σύστημα τοῦ Ἀγαπισμοῦ. Τὸ μόνο ποὺ ἐπισημαίνουμε εἶναι ὅτι ὅσοι διαπνέονται ἀπὸ τὸ πνεῦμα ἑνὸς τέτοιου «Ἀγαπισμοῦ», ἀπὸ μία οὐμανιστικὴ «ἀγάπη ἄνευ ὅρων καὶ ὁρίων» (Ἀθηναγόρας) ὠθοῦνται διαρκῶς σὲ διακηρύξεις γιὰ μία πανανθρώπινη ἑνότητα, εἰρήνη καὶ ἀγάπη χωρὶς αὐτὴ ἡ ἑνότητα νὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ οἰκοδόμησε ὁ Χριστός, δηλ. ἡ Ἐκκλησία Του, τὸ «εἰς ἐν Χριστῷ» (Γαλ. 3,28 ).

Μία ἄλλη τέτοια «ἀγάπη» προσπαθεῖ νὰ περάσει τὸ πολυδιαφημισμένο βιβλίο «Ἀσκητική της Ἀγάπης» τῆς μοναχῆς Γαβριηλίας μὲ 16 ἐκδόσεις, τὸ ὁποῖο κάνει λόγο γιὰ τὴν πολιτεία τῆς Γερόντισσας Γαβριηλίας. Αὐτὴ ἡ Γερόντισσα ἀπὸ τὰ νεανικά της χρόνια συναναστρέφεται διαρκῶς ἀλλόθρησκους καὶ ἀλλοδόξους. Ζεῖ σὲ σχολεῖα Κουάκερων, σὲ ἄσραμ (δηλ. μοναστήρια) Ἰνδουιστῶν, συζητάει μὲ Ἀγγλικανούς, μὲ μεθοδιστές, μὲ προτεστάντες, παπικοὺς κ.λ.π. Προσφέρει παντοῦ τὴ βοήθειά της καὶ πιστεύει ὅτι σ' ὅλους ὑπάρχει «σπινθήρας τοῦ Χριστοῦ».

Μερικὲς χαρακτηριστικὲς σκέψεις τῆς παραθέτουμε γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸ ὅτι ἡ ἀγάπη της καὶ ἡ κοινωνία της μὲ τοὺς ἄλλους δὲν εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποία διδάσκει ὁ Κύριος, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες. Λέει ἡ ἴδια: «Μοῦ ἔλεγαν πολλὲς φορές: Γιατί θεωρεῖς τοὺς Ἰνδοὺς σὰν δικούς σου; ἢ τοὺς μουσουλμάνους ἢ τοὺς Ἑβραίους; Μὰ γιατί ἐγὼ βλέπω τὸν ἴδιο Χριστὸ μέσα τους, ποὺ ἴσως συνειδητὰ δὲν τὸν γνώρισαν ἀκόμα. Καὶ ἔβλεπα πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς μὲ τὶς πράξεις τους νὰ κάνουν αὐτὸ ποὺ τοὺς ὁδηγοῦσε νὰ κάνουν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ...»57.

Ἐπίσης γράφοντας στὸν Ἰνδουιστὴ Ἄμτε, λέει: «Διαβάζοντας χθὲς τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων στὸ κεφάλαιο 4:34 ἔψαξα μέσα στὴν καρδιά μου νὰ βρῶ ἕναν τέτοιο Χριστιανό. Ἐσὺ καὶ ὁ Yehuda [σημ. ἄλλος φίλος της Ἑβραῖος] ἤρθατε στὸ νοῦ μου! Καὶ νὰ σκεφτεῖς ὅτι κανένας ἀπὸ τοὺς δύο σας δὲν εἶναι Χριστιανὸς κατ' ὄνομα!» (Ἒνθ' ἀνωτ. σ. 72).
Τέτοιου εἴδους ἀγάπες ποὺ βλέπουν τὸν ἴδιο Χριστὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς ἀλλόθρησκους, ποὺ βλέπουν τὴν ἀγάπη χωρὶς τὸν Χριστό, ποὺ βλέπουν τέλος κοινωνία Ἀγάπης ἐκτεινόμενη ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει ὡς Ὀρθόδοξοι, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀγορασμένοι μὲ τὸ τίμιο Αἷμα Του, νὰ ἀποστρεφόμεθα, διότι ἀκυρώνουν τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας, τὸ Μυστήριο τὸ ἀποκεκρυμμένο ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ τῶν γενεῶν καὶ ἀποκαλυφθὲν ἐπ' ἐσχάτων ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἐν τὴ Ἐκκλησία Του. (Ἐφεσ. 3,9-10 καὶ Κόλ. 1-28).


53. Τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἠμῶν Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Τὰ εὑρεθέντα Ἀσκητικά, ἔκδοσις Ρηγόπουλου 1977, σ. 306.
54. Ἔνθα ἀνωτ.. σ. 326.
55. Περὶ τῆς ἠθικοφιλοσοφικῆς θεωρίας τοῦ Ἀγαπισμοῦ, βλ. π. Β Νικολαΐδη θέματα Χριστιανικῆς Ἠθικῆς Τεύχ. Α'. σελ. 114 -116.
56. Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου, Ἀγαπισμὸς - τὸ καινούργιο σύστημα ζωῆς, σελ. 149
57. Γαβριηλίας Μοναχῆς, Ἀσκητική της Ἀγάπης, 9η ἔκδοση, σ. 325 Βλ. ἐκτενῆ κριτικὴ τοῦ βιβλίου ὑπὸ Ἱεροδιακόνου Βασιλείου Σπηλιοπούλου : Κρίσεις καὶ σχόλια στὸ περιεχόμενο τοῦ βιβλίου «Ἡ Ἀσκητικὴ τὴ Ἀγάπης (στὴν Ἰστοσελίδα http://www.orthros.org/Greek/Bibliokrisia/GerGavr.htm).

ΠΗΓΗ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟ/ Πρωτ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑ Ή ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ