Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Μετατοπίσεις ἐννοιῶν, πολιτική ὀρθότητα καὶ ὁ Μετάνθρωπος. Ἐξαιρετικό!

Ἀναρτήθη: 7 Δεκεμβρίου 2016 10:57 AM PST

Πριν από χρόνια παρακολουθούσα μεγάλη διαδήλωση στη λεωφόρο Αλεξάνδρας των Αθηνών, με συμμετοχή ξένων οργανώσεων και μεγάλα πανό που απαιτούσαν: «έξω η ξενοφοβία και ο ρατσισμός!» και αναρωτήθηκα με οργή: πώς προέκυψε αυτό;

Γιατί οι δικοί μας νεολαίοι δυσφημούν την Ελλάδα ως ρατσιστική χώρα, τώρα μάλιστα που πολλοί ξένοι τουρίστες έχουν συρρεύσει να παρακολουθήσουν αγώνες αθλητικούς στην παραλιακή ακτή της Αθήνας και θα μεταφέρουν τις εντυπώσεις στην πατρίδα τους; Και από πότε διεπιστώθη ότι οι Έλληνες είναι «ρατσιστές», παρά το ότι οι πόλεις και τα σχολεία της φιλοξενούν τεράστιο αριθμό αλλοδαπών, οι οποίοι ενθαρρύνονται να εισέλθουν μαζικά, χωρίς χαρτιά, μέσα από αφύλακτα σύνορα;

Και πώς οι αρχές επιτρέπουν διαδηλώσεις τόσο βλαπτικές για την Ελλάδα στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό;
Διότι ναι μεν είχα ήδη τότε κάποιες φορές αναρωτηθεί, πώς συνέβη μέσα σε λίγα χρόνια να έχει γεμίσει ο τόπος ξένους πληθυσμούς και γιατί άραγε συμβαίνει αυτό και που οδηγεί, ούτε είχα ονειρευθεί, όμως, ότι οι απορίες μου αυτές πιθανότατα ήσαν αποκυήματα μιας ρατσιστικής προσωπικότητας. Ούτε ότι οι ανησυχίες και, έστω, οι φόβοι μου για την ξαφνική επέλαση παράνομων ξένων σήμαιναν ότι διακατέχομαι από φοβία, που είναι παθολογική κατάσταση.
Αισθάνθηκα έντονο το αίσθημα της αδικίας από τη δυσφήμηση εναντίον μου και εναντίον του Ελληνισμού γενικότερα, και αυτό παρά το ότι μου ήταν γνωστό, ότι ετικέτες του τύπου «ρατσισμός» και παρόμοια, χρησιμοποιούνται κατά κόρον στην Αμερική και στην Ευρώπη και ότι ήταν μόνο θέμα χρόνου να μεταφερθούν από τα εντόπια παπαγαλάκια στην Ελλάδα. Θα είχαν άραγε μέλλον στην Ελλάδα ή θα ναυαγούσαν πάνω στα βράχια της ελληνικής οξυδέρκειας;

Δυστυχώς, το μέλλον επρόκειτο να δείξει ότι οι διαδηλωτές μας δεν ήσαν μόνοι, με τις ξενόφερτες σκέψεις τους, αλλά μέρος ευρύτερου επιτελικού σχεδίου, με πρώτο το επίσημο κράτος να υπηρετεί πιστά την εφαρμογή του στην Ελλάδα. Έτσι δεν αποτελεί έκπληξη, ότι δέκα χρόνια μετά, ετοιμάστηκε και εδώ πλέον, «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο» προς ψήφιση στη Βουλή, νομοσχέδιο που ποινικοποιεί, όπως επεσήμανε ο Chomsky για την περίπτωση της Γαλλίας, ένα ευρύ φάσμα του δημόσιου διαλόγου. Ένα νομοσχέδιο, που και για άλλους παρατηρητές, αποτελεί προσπάθεια της πολιτικής εξουσίας να καταστείλει βίαια την σκέψη και την αντίδραση των πολιτών και να επιφέρει έτσι τη βίαιη μεταβολή της κοινωνίας. Ένα νομοσχέδιο παντελώς ασύμβατο με τις αρχές μιας ελεύθερης κοινωνίας.

Είναι ώριμες, άραγε, οι συνθήκες στην Ελλάδα για την επιβολή «αντιρατσιστικού» νόμου; Αν ληφθεί υπόψη ο συνολικός όγκος της προπαγάνδας από την εποχή του Σημίτη μέχρι σήμερα, δηλαδή η έκθεση του κοινού στα συνθήματα και στρεβλά νοήματα που έρχεται να κωδικοποιήσει ο αντιρατσιστικός νόμος, θα φανεί ότι η Ελλάδα δεν φοβάται τη σύγκριση με τις λοιπές χώρες του δυτικού κόσμου, μάλιστα ξεπερνάει τις περισσότερες, με μόνη ίσως εξαίρεση τις ΗΠΑ, όπου η προπαγάνδα έδρασε σωρευτικά σε πολύ μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Από τα πανεπιστήμια ως τα νηπιαγωγεία, από τα πανεπιστημιακά συγγράμματα ως τα σχολικά εγχειρίδια, από τα ΜΜΕ ως τους τοίχους των Εξαρχείων και τα ντουβάρια, από την Κρήτη ως το Διδυμότειχο, το ελληνικό κοινό, εκόν άκον, εξοικειώθηκε με την πρωτόγνωρη περί ρατσισμού ιδεολογία της Νέας Εποχής.

Όπως από την ιστορική πείρα ήταν αναμενόμενο, η εξοικείωση με την προπαγάνδα και η διασφάλιση της παθητικότητας απέναντι σ’αυτήν της κοινής γνώμης, δεν θα μπορούσε να αφεθεί στην τύχη, ήτοι στην διακριτική ευχέρεια του κάθε ατόμου-αποδέκτη, αλλά απαιτούσε και την συμπληρωματική δράση του εκφοβισμού των συνειδήσεων. Ο στόχος αυτός για να επιτευχθεί, προϋπέθετε την επίδειξη δύναμης με χιλιάδες νεολαιίστικες ιδέες, μαχητικές διαδηλώσεις και εκδηλώσεις σ’όλη την επικράτεια, με την δράση εκατοντάδων Μ.Κ.Ο. επιδοτούμενων από του υπουργείο εξωτερικών, με τη δράση «αντιεξουσιαστών» του νέου παρακράτους εναντίον «φασιστών», «ξενοφοβικών», «ομοφοβικών», «εθνικιστών», «σεξιστών» και «ελληνοκεντρικών» ατομικών ή συλλογικών υποκειμένων (π.χ. με το τρομοκρατικό σύνθημα: «τσακίστε τους φασίστες σε κάθε γειτονιά» ή «καταγγείλατε τους φασίστες στο τηλέφωνο τάδε»).

Τις εξόφθαλμες απειλές κατά της σωματικής ακεραιότητας του οιουδήποτε αντιφρονούντος, συνοδεύει παράλληλα, η απειλή της κοινωνικής, πολιτικής, ακαδημαϊκής και εργασιακής περιθωριοποίησης και καταστροφής του. Πού να στραφεί για την υπεράσπιση της νομιμότητας ο πολίτης; Από πού να προσμένει την στήριξη της ιστορικής του συνείδησης, των κοινωνικών ηθών και των πολιτικών θεσμών; Από τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου ως τον τελευταίο δικαστή, η αυτοάμυνα λογίζεται ως κακούργημα. Από το πανεπιστήμιο των κρατικοδίαιτων καθηγητών (και λυμεώνων των χιλίων ευρωπαϊκών προγραμμάτων για την ένταξη μεταναστών), ως τους θεατράρχες, τους καλλιτέχνες και τους ανθρώπους του γραπτού λόγου, αλλεπάλληλα έρχονται τα μηνύματα, ότι ο ελληνισμός δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ένα συνονθύλευμα τυχάρπαστων ανθρώπων, με ηθικά επιλήψιμο παρελθόν και παρόν, ναρκωμένων από υποβολιμαίες δοξασίες και ψευδή ιστορικά στερεότυπα.

Τόσα άτεγκτα κριτικά πνεύματα, όσα εμφανίσθηκαν από το πουθενά στην Ελλάδα της τελευταίας δεκαπενταετίας, δεν διέθετε ούτε η Γαλλία τις παραμονές της επανάστασης! Η ίδια η Ελλάδα, χωρίς υπερβολή, έγινε το μεγαλύτερο διεθνές κέντρο ανθελληνισμού! Ο ελληνικός αυτός ανθελληνισμός ήταν, που τροφοδότησε τέλος, από το 2010 και μετά, τα γερμανικά και ευρωπαϊκά ΜΜΕ, για να διεκπεραιώσουν μία άνευ προηγουμένου δολοφονία χαρακτήρος του Έλληνα, ως διεφθαρμένου συλλογικού υποκειμένου και ως εξ αυτού υπεύθυνου για την γενικότερη οικονομική κρίση! Ναι, στην Ελλάδα βρίσκονται οι καλοθελητές προμηθευτές πληροφοριών στους γερμανούς δημοσιογράφους για τα «φακελλάκια» και το πελατειακό σύστημα ( όχι βέβαια ότι αμφισβητώ τα πράγματα αυτά καθαυτά, αλλά αμφισβητώ την χρήση που έγινε αυτών, με αποδομητική και όχι εποικοδομητική πρόθεση), για το ψεύδος και την οκνηρία και τον παρασιτικό καταναλωτισμό. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ο στόχος του ανθελληνισμού τότε μόνον επιτυγχάνεται πλήρως όταν οι ίδιοι οι Έλληνες απαρνούνται τον εαυτό τους…

Διότι οι ζώντες σήμερα Έλληνες στο γένος, είναι οι τελευταίοι μάρτυρες του όλου αξιακού οικοδομήματος του διαχρονικού ελληνικού πολιτισμού. Επομένως, ένας επερχόμενος παγκόσμιος ολοκληρωτισμός θα επιδιώξει να καταστρέψει πρώτα την συνείδηση και κατόπιν αυτού το σώμα του Υπαρκτού Ελληνισμού της σήμερον (όπως οι αιχμάλωτοι της Ιεράς Εξέτασης αναγκάζονταν να απαρνηθούν πρώτα τις πεποιθήσεις τους πριν οδηγηθούν στην πυρά). Γι’αυτό δεν είναι ίσως τυχαίο ότι η οικονομική κρίση επεβλήθη στην Ελλάδα προηγηθείσης της κρίσεως ιδεολογίας του Ελληνισμού: έχοντας, δηλαδή, προηγουμένως θρυμματίσει την ασπίδα της αυτοσυνειδησίας, τώρα μπορούν ευκολότερα να πλήξουν, με την οικονομική-υλική κρίση, το γυμνό σώμα του Ελληνισμού· αυτή είναι η γενικότερη στρατηγική.

Επανάσταση της Ελίτ κατά των «διακρίσεων»

Με ποιο ακριβώς ιδεολογικό όπλο επιχειρείται σήμερα στην Ελλάδα το πλήγμα κατά του Υπαρκτού Ελληνισμού;
Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου της μεταπολεμικής εποχής γνωρίσαμε την προκρούστεια κλίνη του εθνικιστικού αντικομμουνισμού. Πριμοδοτήθηκε στην αμερικανική σφαίρα επιρροής ο εθνικισμός στον βαθμό που αυτός ενσωμάτωνε τον αντικομμουνισμό. Την εφαρμογή των προηγουμένων στην Ελλάδα είχε αναλάβει ένα δεξιόστροφο κράτος και ένα εξίσου δεξιόστροφο παρακράτος. Μετά τη διάλυση του ανατολικού μπλοκ, οι σειρήνες των ΗΠΑ με τον Κλίντον μπροστά, διακήρυξαν την είσοδό μας στην ευλογία της «παγκοσμιοποίησης» (όπως ευφημιστικά βαφτίστηκε η παγκόσμια αμερικανική κυριαρχία), η οποία μέσω μίας επιταχυμένης κίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων και εργατικού δυναμικού σε πλανητικό επίπεδο, θα επέφερε την άμβλυνση των εθνικών εγωισμών και ανταγωνισμών και θα προωθούσε, με την βοήθεια της παράλληλα αναπτυχθείσας τεχνολογίας επικοινωνιών, την συνάντηση δήθεν των ανθρώπων σ’ένα «πλανητικό χωριό». Τέλος με τις «εμμονές των παλαιών, δήθεν «κλειστών» κοινωνιών σε έθνη, κοινότητες, ιστορικές και φυλετικές καταγωγές, τέλος και με τις διακρίσεις φύλου, θρησκείας και σεξουαλικού προσανατολισμού.

Δηλαδή, τέλος όλων των διακρίσεων γενικώς;
Όχι βέβαια, εφόσον επρόκειτο να διατηρηθεί μία από τις παλιές διακρίσεις, αυτή μεταξύ πλουσίων και φτωχών ατόμων, κοινωνικών τάξεων και χωρών. Αυτή η λεπτομέρεια διέφυγε, εντούτοις, της προσοχής ενός μέρους της διεθνούς Αριστεράς, η οποία ανταποκρίθηκε, όπως φάνηκε, στην πρόσκληση να ανταλλάξει επιτέλους τις κατακόμβες στις οποίες διαβιούσε επί αντικομμουνισμού με τα ολόφωτα ψηλώματα του διαπιστευμένου καθοδηγητή του δημόσιου βίου. Τάχα δεν ήταν η παγκοσμιοποίηση κάτι σαν τον αριστερό διεθνισμό;
Και η κατάργηση των εθνών, επιτέλους σήμερα ορατή, ένας στόχος που με τις δικές της μεθόδους η Αριστερά επί έναν αιώνα επεδίωκε να πλησιάσει; Και δεν ισχύει το ίδιο για την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων και του ρατσισμού μέσω της προώθησης του «πολυπολιτισμού»;
Ή της θρησκείας, αυτού του όπιου για τον λαό; Και τι χάσαμε που ξεπεράστηκε η ταξική πάλη, αφού αντ’αυτής ανακαλύφθηκε η προαιώνια πάλη των δύο φύλων, ήτοι η μάχη της γυναίκας για ισότητα, ναι, όχι μόνο της γυναίκας, αλλά και των καταπιεσμένων «διαφορετικοτήτων» πάσης φύσεως; Ή αλλιώς, γιατί να εμμένει κανείς στην διάκριση μεταξύ φτωχών και πλουσίων γυναικών, αφού το στήσιμο της διάκρισης αρσενικού-θηλυκού καλύπτει στη Νέα Εποχή εξίσου καλά το πρόταγμα της απελευθέρωσης, όσο παλαιότερα η διάκριση αστού-προλετάριου;

Κι αν, τέλος, στη Δύση το λευκό προλεταριάτο απέκτησε αυτοκίνητο και ηλεκτρικό ψυγείο και πληρωμένες διακοπές κι έτσι ο Κομμουνισμός έχασε την εκλογική του βάση, δεν είναι τώρα παρήγορο ότι το δουλεμπόριο της παγκοσμιοποίησης, μας έφερε χωρίς καθυστέρηση στις χώρες μας ένα φρέσκο, νεανικό, και προπαντός, αληθινά ξυπόλητο προλεταριάτο που χρειάζεται προστασία, πολιτικά δικαιώματα, εκλογική εκπροσώπηση, έδαφος για την βιολογική του αναπαραγωγή, ναούς και τεμένη για να θρησκεύεται, σχολεία και περίθαλψη, με άλλα λόγια μερίδιο από τον πλούτο των ξετσίπωτων προνομιούχων συμπατριωτών μας; Να λοιπόν ο καινούργιος ταξικός μας εχθρός: οι αυτόχθονες συμπατριώτες μας, που θεωρούν το έδαφος τούτο δικό τους επειδή ήρθαν πρώτοι εδώ και δεν καταλαβαίνουν ότι η Γη είναι κτήμα όλων και ότι το Αιγαίο ανήκει …στα ψάρια του!

Αν θυμηθούμε ότι αυτές και άλλες (παρόμοιες) ιδέες της ιδίας κοπής επιδοτούνται από το κράτος (κατά προτεραιότητα), την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις μίζες του δουλεμπορίου και ότι οι διακεκριμένοι υπερασπιστές τους είναι τόσο πρωτοπορία της αστικής τάξης όσο του ελευθεριακού κινήματος, δεν μπορούμε παρά να μείνουμε ενεοί μπροστά στο θαύμα της ανάληψης της ροζ αριστεράς στον ουρανό της παγκοσμιοποίησης.

Δυστυχώς, δεν έχει ακόμα προταθεί ένας συνεκτικός όρος που να κατονομάζει με κάποια επάρκεια την ως άνω παγκοσμιοποιητική, ή νεοεποχίτικη ή νεοταξίτικη ιδεολογία χειραγώγησης του δυτικού κόσμου στην μετα-ψυχροπολεμική εποχή, εκτός …εκτός από τον κάπου δυσκοίλιο όρο ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΘΟΤΗΤΑ. Ο όρος αυτός αναφέρεται σε λόγους, ιδέες ή πολιτικές, οι οποίες αντιτίθενται σε διακρίσεις εναντίον μειονοτήτων προσδιοριζομένων από φύλο, φυλή, θρησκεία ή εθνότητα ή σεξουαλικό προσανατολισμό ή ανικανότητα κάθε είδους. Απαγορεύει και ποινικοποιεί προφορικές εκφράσεις ή συμπεριφορές που μπορούν να χαρακτηρισθούν προσβλητικές από τις ως άνω κατηγορίες ατόμων ή είναι ικανές να διεγείρουν εναντίον τους το δημόσιο αίσθημα (όρος κλειδί: «hate speech», ήτοι λόγος που μεταφέρει μίσος).

Το κίνημα της Πολιτικής Ορθότητας (Political Correctness) ξεκίνησε στην Αμερική της δεκαετίας του ’70, μέσα από τους κόλπους του φεμινισμού και συνοδοιπορούντων αριστερίστικων κινημάτων, ενώ ο όρος Π.Ο. εφευρέθηκε από συντηρητικούς κριτικούς κατά του κινήματος Π.Ο. Η Πολιτική Ορθότητα υπερασπίζεται τον πολυπολιτισμό, την θετική δράση («affirmative action»), δηλαδή την προτίμηση, μέσω ποσόστωσης, γυναικών ή μειονοτήτων στις θέσεις εργασίας και λειτουργήματα του ιδιωτικού ή δημόσιου τομέα, την ποινικοποίηση απόψεων αντιφρονούντων και την αλλαγή σχολικών βιβλίων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων, τα οποία θεωρείται ότι διαιωνίζουν την υπεροχή της λευκής φυλής (όπως π.χ. η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία και το σύνολο της λογοτεχνικής παράδοσης της Δύσης) ή την κυριαρχία του ανδρός επί της γυναικός, στα πλαίσια πατριαρχικών παραδόσεων, ατόπημα που ανιχνεύεται εξίσου στον Όμηρο, την Παλαιά Διαθήκη, ή τον Σαίξπηρ.

Χαρακτηριστικά, καταγγέλλεται από τον φεμινισμό η ως άνω λογοτεχνική παράδοση ως έργα «νεκρών λευκών αρσενικών» (dead white males) και προωθούνται καινοφανή εκπαιδευτικά προγράμματα, με έργα γυναικών ή έγχρωμων κατ’αποκλειστικότητα. Έτσι στις ΗΠΑ έχουν κατά πολύ μειωθεί οι πανεπιστημιακές έδρες κλασικών ελληνικών σπουδών, ενώ σε ορισμένες πολιτείες υπάρχουν σχολεία τα οποία διδάσκουν στο σύνολο του αναλυτικού προγράμματος έργα μαύρων συγγραφέων κατ’αποκλειστικότητα. (Ανήμπορη οργή προκάλεσε στους παντελώς στερούμενους χιούμορ θιασώτες της Π.Ο. η ξερή παρατήρηση του συγγραφέα Saul Bellow: «αν η Αφρική βγάλει έναν Ντοστογιέφσκι θα τον διαβάσουμε»).

Με ποικίλες δράσεις στοχοποιεί η Π.Ο. την λεγόμενη σεξιστική και ρατσιστική συμπεριφορά. Η πρώτη είναι ίδιον των ανδρών, ποτέ των γυναικών, η δεύτερη των λευκών, ποτέ των εγχρώμων. Εδώ και πολλά χρόνια είναι ως εξαυτού, εξαιρετικά επικίνδυνο να είσαι δάσκαλος στις ΗΠΑ, διότι η επαγγελματική ανάγκη να μιλάς πολύ, σε εκθέτει στον κίνδυνο να χρησιμοποιήσεις άθελά σου πολιτικά μη ορθούς όρους, πυροδοτώντας έτσι καταγγελίες υπερευαίσθητων φοιτητών, με αποτέλεσμα να χάσεις τη θέση σου και να καταστρέψεις την καριέρα σου. Τόσο στη διδασκαλία, όσο σε άλλα επαγγέλματα, ιδιαίτερα επικίνδυνες είναι οι κατηγορίες φοιτητριών ή συναδέλφων θηλυκού γένους για σεξουαλική παρενόχληση, εφόσον το μεταλλαγμένο από την Π.Ο. δικαστικό σύστημα επιτρέπει συχνά την καταδίκη τους ανδρός, χωρίς χρεία αποδεικτικών στοιχείων.

Οι συντηρητικοί ιστορικοί της γενεαλογίας της Π.Ο. ανάγουν την τελευταία στη σταλινική φάση της οκτωβριανής επανάστασης, όταν ήταν επικίνδυνο να εναχθείς για πολιτικά λανθασμένες απόψεις (ρεβιζιονιστικές, αντισοβιετικές, ιμπεριαλιστικές, κλπ.), αν δεν είχες διαβάσει το τελευταίο τεύχος της Πράβδα που περιείχε την τελευταία εκδοχή της μόνης ορθής κομματικής ντιρεκτίβας. Αναμφισβήτητα, θα μπορούσε κανείς να ανιχνεύσει παρόμοιες καταστάσεις στην επαναστατική Γαλλία με την τρομοκρατική αστυνόμευση της Επιτροπής Δημόσιας Σωτηρίας (Comittée du Salut Public) ή στις σχολαστικές, ορθολεκτικές ανακρίσεις της Ιεράς Εξέτασης, προς διαπίστωσιν κάποιας παρέκκλισης από την ορθή πίστη. Και εδώ, ο πολιτικά ιδιοφυής συγγραφέας George Orwell, στο «1984», έδωσε ήδη το 1949 το στίγμα αυτού που σήμερα θεωρείται άνθρωπος με «πολιτικά ορθή σκέψη», κατά Orwell «good thinker»: είναι ένας άνθρωπος εκπαιδευμένος διανοητικά από μικρή ηλικία να ακολουθεί, χωρίς να σκεφθεί καν, «ενστικτωδώς», την ορθόδοξη άποψη. Πολλές από τις πεποιθήσεις και συμπεριφορές που απαιτούνται από αυτόν ουδέποτε εκτίθενται σαφώς, και δεν θα μπορούσαν να εκτεθούν χωρίς να φανούν οι εγγενείς τους αντιφάσεις.

Ο good thinker - πολιτικά ορθώς σκεπτόμενος, έχει μάθει να σταματάει απότομα στο κατώφλι κάθε επικίνδυνης σκέψης («crime stop»). Έχει την παρά φύσιν ικανότητα να μην συλλαμβάνει αναλογίες και λογικά λάθη, να παρανοεί και τα απλούστερα επιχειρήματα, αν είναι αντίθετα στην ορθοδοξία και να βαριέται ή απωθείται από γραμμές σκέψεις που οδηγούν σε αιρετική κατεύθυνση.1

Όπως θα δούμε, η Π.Ο. δεν είναι λιγότερο σχολαστική στην επινόηση πολιτικής ορολογίας από την Ιερά Εξέταση ή το σταλινικό κόμμα· η μόνη διαφορά είναι ότι σήμερα με την τεχνολογία διάδοσης πληροφοριών, ολόκληρη η κοινωνία (και όχι όπως το μεσαίωνα κατ’αποκλειστικότητα η Ιερά Εξέταση), μεταμορφώνεται εθελουσίως σε όργανο επιβολής ολοκληρωτικού ελέγχου στη γλώσσα και τη σκέψη. Σήμερα η πολιτική προπαγάνδα έχει πολύ μεγαλύτερη πρόσβαση στη συνείδηση των μαζών και δεν είναι απορίας άξιον ότι παράλογες νομοθεσίες στις δυτικές χώρες εισάγονται στα κοινοβούλια από τους πολιτικούς, κατ’απαίτησιν της κοινής γνώμης. Στις ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδά, Αγγλία και Ευρωπαϊκή Ένωση, η υστερία είναι γενικευμένη, όπου το πολιτικά ορθό να παρουσιάζεται ως δημοκρατική αξίωση των πολιτών.

Παρά ταύτα, από την ανάλυση διαφαίνεται ότι οι μεγάλες αλλαγές στους θεσμούς γίνονται στην πραγματικότητα εκ των άνω· ότι σήμερα η de facto επαναστατική δύναμη είναι, όσο παράδοξο και να φαίνεται, η ελίτ. Παραδείγματος χάριν, αυτή τη στιγμή στη Γερμανία έχει γίνει αποδεκτό το συμβόλαιο συμβίωσης ομοφύλων, ισοδύναμο νομικά με γάμο, ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται πρωτοβουλία πολιτών για τη συλλογή υπογραφών, προκειμένου το κοινοβούλιο να αποδεχθεί και τον όρο γάμος αντί του ισχύοντος «συμφώνου συμβίωσης». Εν τω μεταξύ, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επικυρώσει τη δυνατότητα υιοθεσίας παιδιών από ομόφυλους που διαβιούν με συμβόλαιο συμβίωσης.

Αν λάβουμε υπόψη ότι το σύνολο των ομόφυλων που ζουν μαζί σαν ζευγάρι στην Γερμανία δεν υπερβαίνει ένα κλάσμα της μονάδας, είναι δηλαδή πολύ λιγότερο του 1% του συνολικού πληθυσμού, γεννάται το εξής ερώτημα:
Αφού μόνο μία ελάχιστη μειοψηφία ενδιαφέρονται για την αλλαγή του αρχαίου θεσμού του γάμου, και το αίτημα αυτό δεν αφορά κάποια ευρύτερη ανάγκη ή συμφέρον, πώς πείθεται η πολιτεία να νομοθετήσει υπέρ ελαχίστων περιθωριακών στοιχείων του πληθυσμού, καταστρατηγώντας θεσμούς που αφορούν όλους; Και να υπερθεματίσει μάλιστα προς την ίδια κατεύθυνση, αναγνωρίζοντας και δικαίωμα υιοθεσίας τέκνων από ομόφυλους; Πέραν αυτού, πώς νομοθετείται από το κόμμα των Πρασίνων στη Βάδη-Βυτεμβέργη η αλλαγή των σχολικών αναλυτικών προγραμμάτων, ώστε τα παιδιά να μαθαίνουν από μικρή ηλικία ότι υπάρχουν διαφορετικά, όμως εξίσου φυσιολογικά είδη οικογένειας και, ότι υπάρχουν διαφορετικοί, όμως εξίσου φυσιολογικοί σεξουαλικοί προσδιορισμοί; Πώς αλλάζει ένας ελάχιστος αριθμός ενδιαφερομένων πολιτών έναν κοινωνικό θεσμό – αρχαιότερο της ίδιας της Χριστιανικής θρησκείας – αν δεν διαθέτει … αν δεν υπάρχει κάποιο ισχυρότατο λόμπι να προωθεί άνωθεν το αίτημά του; Ένα λόμπι που ελέγχοντας τα ΜΜΕ είναι εις θέσιν να προωθήσει, ως δημοκρατικό αίτημα ισότητας, ανθρώπινο δικαίωμα κτλ., την προπαγάνδα υπέρ του γάμου ομοφύλων στην φιλελεύθερη και δημοκρατικά γαλουχημένη μάζα των πολιτών; Η οποία μάζα, στη συνέχεια, θα απαιτήσει από την πολιτική ηγεσία να πράξει αυτό που εκείνη ήδη είναι άνωθεν προετοιμασμένη να πράξει, δηλαδή να νομοθετήσει «δημοκρατικά» κατ’απαίτηση του λαού και του Ορθού Λόγου;

Σε όλες τις χώρες της Δύσης, μη εξαιρουμένης της Ελλάδας, γινόμαστε μάρτυρες του ίδιου θεάματος, πρωτοφανή ζητήματα, αιτήματα που ουδείς είχε θέσει ή διανοηθεί ποτέ, να εγείρονται από κάποια μικρή πρωτοπορία απ’ το πουθενά και σύντομα να προβιβάζονται σε κυρίαρχα θέματα στην ατζέντα του δημόσιου διαλόγου. Γιατί αυτά τα θέματα και όχι κάποια άλλα; Ποιος και γιατί τα προωθεί; Ουδείς γνωρίζει. Δεν αργούν δε να σημειωθούν κάποια κρούσματα στην κοινωνία, κάποιο περιστατικό «ρατσιστικής» ή σεξιστικής βίας, που φωτίζεται με άπλετο φως από τα ΜΜΕ και αυτό, διότι, ω του θαύματος! το περιστατικό αυτό αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας, την επικαιρότητα του διαλόγου που ήδη διεξάγεται και καθιστούν αναγκαία, πλέον, στην συνείδηση όλων τη νομοθετική ρύθμιση του προβλήματος.
Την εμβέλεια σύγχρονης προπαγάνδας στις μάζες δείχνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που δημοσιεύθηκε πέρυσι στην Frankfurter Allgemeine: η κυβέρνηση όρισε μία μέρα κατά την οποία σε συγκεκριμένο εσωτερικό χώρο θα γινόταν ανοιχτή συζήτηση, όπου όποιος ήθελε θα μπορούσε να προβάλλει τις αντιρρήσεις του στο νομοσχέδιο για το σύμφωνο συμβίωσης των ομόφυλων, προτού αυτό έλθει σε ψηφοφορία. Ουδείς ενδιαφερόμενος ενεφανίσθη! Το φαινόμενο προβλημάτισε τον συντάκτη του εν λόγω άρθρου, ο οποίος αναρωτήθηκε: άραγε συμφωνούν όλοι ή φοβούνται να εκδηλωθούν;

Η απάντηση, προφανώς, είναι ότι όσοι δεν συμφωνούν, πολλοί ή λίγοι, όντως φοβούνται να εκδηλωθούν. Έχει γίνει γνωστό, π.χ., ότι στην Καλιφόρνια και στο Maine, διαφωνούντες με τον γάμο ομόφυλων προπηλακίσθηκαν άγρια από αντιφρονούντες. Πάλι, στην Αυστρία, γνωστός για την κριτική του στον φεμινισμό καθηγητής πανεπιστημίου, εμποδίστηκε από έξαλλους αναρχικούς να μιλήσει. Ανάλογα περιστατικά που σχετίζονται με τα δικαιώματα ομοφύλων έχει να επιδείξει και η Ελλάδα.
Το σύστημα έχει το παρακράτος του για όσους δεν πείθονται από την προπαγάνδα και δεν φοβούνται την περιθωριοποίηση, αλλά θέλουν να συντηρήσουν τη σωματική τους ακεραιότητα.

Στους υπέρμαχους της ελληνικής οξυδέρκειας, που θεωρούν ότι η χονδροειδής προπαγάνδα αφορά τους κουτόφραγκους αλλά όχι εμάς, θα προτείναμε να αναλογισθούν τινί τρόπω επιβλήθηκε ο λαθρεποικισμός στην Ελλάδα. Υπήρξε ποτέ λαϊκό αίτημα να γίνει η Ελλάδα πολυεθνικό κράτος, να μοιρασθεί το εθνικό έδαφος σε άγνωστες φυλές της Γης; Προφανώς όχι, έως ότου ο Γιώργος Παπανδρέου μίλησε για «πολυπολιτισμό», έναν όρο τότε ελάχιστα καταληπτό στους περισσότερους, οι οποίοι ίσως σκέφτηκαν: αν ο «πολιτισμός» είναι καλός, ο «πολύς-πολιτισμός» θα είναι καλός εις την δευτέραν δύναμη!


Όταν ο Σημίτης το 2001 διακήρυξε: «Η Ελλάδα πρέπει να γίνει πολυπολιτισμικό κράτος και πρέπει να δουλέψουμε προς την κατεύθυνση αυτή!» ελάχιστοι είδαν εδώ δόλο, αφού μάλιστα τα παπαγαλάκια διαβεβαίωναν πανταχόθεν ότι και η Ευρώπη, το μεγάλο υπόδειγμα, ήταν πολυπολιτισμική… (Το τελευταίο είναι βέβαια σε μεγάλο βαθμό ψεύδος, εφόσον παρά τους αλλοδαπούς, η Ευρώπη αποτελείται από διακριτά έθνη κράτη, τα οποία από τα μέσα της δεκαετίας 2000-2010, μετά από πολλές αρνητικές εμπειρίες -μουσουλμανικές διεκδικήσεις στα σχολεία, δολοφονίες, σαμποτάζ -, έχασαν την πίστη τους στην προπαγάνδα του πολυπολιτισμού. Έτσι, σήμερα (2014), οι εκλογές για το κοινοβούλιο της Ευρώπης διεξάγονται με το μεταναστευτικό πρόβλημα σε κεντρική θέση της ατζέντας των υποψηφίων, πράγμα αδιανόητο για την Ελλάδα, η οποία εντούτοις έχει πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα.

Άπαξ άνωθεν δόθηκε η κατεύθυνση, ομόφωνα τα ελληνικά ΜΜΕ, θυμήθηκαν τα πάθη των ταλαίπωρων μεταναστών και την υποχρέωση της παραδοσιακής ελληνικής φιλοξενίας να περιμένει όσους παράνομα περνούν τα σύνορα μ’ένα … «χαμόγελο». Πουθενά δεν έγινε λόγος για τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στη χώρα υποδοχής, το μέλλον του έθνους, το νομικό πολιτισμό, την παιδεία, τη λειτουργία των υποδομών, την υγεία. Ελάχιστοι τόλμησαν2 π.χ., να συνδέσουν την εμφάνιση των νέων, αντεθνικών σχολικών εγχειριδίων με την ύπαρξη ενός νέου πολυεθνικού ακροατηρίου στις σχολικές τάξεις.

Η επανάσταση της ελίτ άλλαξε ριζικά την Ελλάδα, με τους Έλληνες απόντες. Οι Έλληνες ήταν απασχολημένοι με αλλότρια, Ολυμπιακούς Αγώνες, κατανάλωση με δανεικά λεφτά και lifestyle.

Αποδόμηση και Νέα Τάξη

Η Δάφνη Βαρβιτσιώτη στο έργο της «Νέα Εποχή» αναφέρεται σχετικά σε ψυχροπολεμικές μεθόδους εξουθένωσης της βούλησης και μαχητικότητας, έλεγχο του νου και συλλογική υποβολή. Επισημαίνει ότι οι ψυχοτεχνολόγοι αποσκοπούν στην παύση του λογιστικού μέρους της ψυχής, ώστε το θυμικό να παρασυρθεί από τους υποβολιμαίους «λόγους» της Νέας Εποχής και να υποδουλωθεί το επιθυμητικό του… Διαμορφώνουν τον εύπλαστο άνθρωπο, τον ενδοτικό, τον κατευνασμένο, ανασφαλή, ανερμάτιστο, σχετικοποιημένο, παθητικό, άβουλο, υπάκουο, μικρόψυχο, μισόκαλο, ιδιοτελή, εφησυχασμένο, εύπιστο μέχρι μωρίας… τον άνθρωπο που δεν είναι, δεν θέλει να είναι ούτε Έλληνας ούτε Ευρωπαίος ούτε άνθρωπος, αλλά «ελεύθερος» και «έτοιμος για όλα».

Ανεξαρτήτως του αν και κατά πόσον οι ψυχοτεχνολόγοι και η κοινωνική μηχανική (social engineering) έχουν πετύχει τους στόχους τους αναφορικά με τον Έλληνα, και σε ποιον βαθμό, βέβαιον είναι ότι στην Ελλάδα επικεντρώθηκε μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς τους. Η Ελλάδα έγινε πιλοτικό πείραμα.

Εάν τα άτομα έχουν άποψη δική τους, είναι δύσκολο να χειραγωγηθούν. Ένας Γερμανός πολιτικός έγραψε πρόσφατα: «Βεβαίως και επηρεάζουμε την Κοινή Γνώμη: διότι στην αντίθετη περίπτωση τι θα εγένετο;
Ο καθένας θα είχε τη δική του γνώμη.
Και που οδηγεί αυτό;
Στο χάος.
Πώς όμως μπορεί να κυβερνηθεί η Δημοκρατία με χάος;

Επομένως, για να υπάρξει η Δημοκρατία οφείλουμε να χειραγωγούμε τους ανθρώπους». Για να επιτευχθεί η χειραγώγηση (προς όφελος της Δημοκρατίας παρακαλώ!), αναγκαίο είναι να καταρρεύσουν οι παλαιές βεβαιότητες που προσφέρουν στους ανθρώπους το Ιερό, η εθνική ιστορία, ακόμα και οι ίδιες οι γλωσσικές έννοιες και νοήματα. Τότε μόνο θα πάψουν οι άνθρωποι να έχουν ισχυρές πεποιθήσεις σχετικά με οτιδήποτε. Αν παύσουν οι άνθρωποι να έχουν πεποιθήσεις, είναι ανίκανοι και να δράσουν. Ίσως εδώ εξηγείται το γιατί οι Έλληνες φαίνονται προς το παρόν ανίκανοι για πεισματική, αποτελεσματική αντίσταση σ’ αυτούς που τους έχουν καταδικάσει να είναι αποικία χρέους, εφόσον της έκρηξης του χρέους προηγήθηκε ένα συστηματικό, ανελέητο πριόνισμα των αξιών τους. Όσο η σχέση εξάρτησης της δράσης από την κατάσταση της διάνοιας και της βούλησης διαφεύγει της προσοχής, τόσο θα είναι αδύνατη η απάντηση στο ερώτημα γιατί οι Έλληνες δεν αντιδρούν στην υποδούλωσή τους.


Μετά από αυτές τις παρατηρήσεις γίνεται προφανής ο ρόλος της ΑΠΟΔΟΜΗΣΗΣ (deconstruction) στην μεθοδολογία και στρατηγική της αναδυόμενης Νέας Τάξης Πραγμάτων. Ο φιλόσοφος Derrida, στην πρωτοπορία των αποδομητών, κάποια στιγμή επεσήμανε τους πολιτικούς στόχους της αποδόμησης ως εξής: Να αποδομηθούν τα έθνη-κράτη με τις απαγορευτικές μεταναστευτικές πολιτικές και την ρητορική του εθνικισμού της εντοπιότητας, την μεταφυσική της πατρώας γης και της μητρικής γλώσσας, να αποδομηθεί η ταυτότητα που έχτισαν τα έθνη-κράτη προκειμένου να προστατεύσουν τον εαυτό τους από Εβραίους, Άραβες και μετανάστες. Ο Derrida πίστευε ότι η αποδόμηση εγγυάται απελευθέρωση από τον Ολοκληρωτισμό.

Το κίνημα της αποδόμησης αφορούσε αρχικά μια μέθοδο επεξεργασίας κειμένων (το μεθοδολογικό αξίωμα της αποδόμησης είναι: όλη η ζωή είναι ένα κείμενο), για να επεκταθεί στη συνέχεια σε όλα τα φαινόμενα του πολιτισμού. Παίρνουμε ένα κείμενο, αφαιρούμε όλο το νόημά του και στη συνέχεια εισάγουμε όποιο νόημα επιθυμούμε. Έτσι π.χ. όλο το έργο του Σαίξπηρ αποκαλύπτεται ως κήρυγμα υπέρ της καταπίεσης των γυναικών και όλη η Βίβλος δεν μιλάει παρά μόνο για φυλή και φύλο.

Ή στα καθ’ ημάς, οι οπλαρχηγοί του ’21 δεν διεπνέοντο καθόλου από ένα όραμα ελευθερίας, αλλά από εγωιστικό κίνητρο να αυξήσουν τη δύναμη και την περιουσία τους. Ή οι Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου, δεν θυσιάσθηκαν αλλά αυτοκτόνησαν. Ή το ελληνικό έθνος ουδέποτε υπήρξε, αλλά δημιουργήθηκε ως ψευδής ιδεολογία μετά το 1830. Ή στην παραλία της Σμύρνης παρατηρήθηκε το 1922 ένας συνωστισμός (αλήθεια είναι αυτό), αλλά πώς να γνωρίζουμε τα κίνητρά του; Ή στο νόμο Παπανδρέου-Ραγκούση για την ιθαγένεια, Έλληνας είναι όποιος γεννιέται στον γεωγραφικό χώρο Ελλάδα ανεξαρτήτως γένους, φυλής, θρησκείας, προέλευσης. (Προφανώς του νομοσχεδίου είχε προηγηθεί η διαδικασία αποδόμησης του νοήματος του όρου Έλλην, το άδειασμα της έννοιας από όλα τα επί μέρους νοήματα που την συγκροτούν, έτσι ώστε να έχει χώρο για έναν καινούργιο, μινιμαλιστικό προσδιορισμό που να περιλαμβάνει τους λαθρομετανάστες).

Με την πολιτική οξυδέρκεια που τον διακρίνει, ο George Orwell περιέγραψε στο έργο του «1984» την πολιτική λειτουργία της αποδόμησης στον αναδυόμενο ολοκληρωτισμό της Νέας Τάξης – και αυτό ήδη το 1949 – αρκετά πριν την «ουδέτερη» φιλοσοφική διατύπωση της θεωρίας: «Τα γεγονότα του παρελθόντος, υποστηρίζεται, δεν έχουν αντικειμενική ύπαρξη, αλλά επιβιώνουν μόνο σε γραπτές αφηγήσεις και ανθρώπινες μνήμες. Το παρελθόν είναι οτιδήποτε περιέχεται στα γραπτά και τις μνήμες. Και αφού το Κόμμα ελέγχει πλήρως τα αρχεία, και εξίσου τα μυαλά των μελών του, έπεται ότι το παρελθόν είναι οτιδήποτε το Κόμμα θέλει να είναι». («1984», New York 1961, Signet Classics, σελ. 176). Η κειμενική, ρευστή φύση της πραγματικότητας, επιτρέπει σ’αυτούς που έχουν την εξουσία να ερμηνεύουν τα κείμενα και να επιβάλλουν την ερμηνεία τους στις μάζες, δηλ. «το Κόμμα» στην αφήγηση του Orwell (κατά το πρότυπο του σταλινισμού) ή οι νεόκοποι πανεπιστημιακοί της Ελλάδας – οργανικοί διανοούμενοι της Νέας Τάξης – σε συνάρτηση με την κρατική εξουσία. Η εξουσία ορίζει το παρελθόν και την υφή της πραγματικότητας με τον δικό της επαναπροσδιορισμό των εννοιών. Προς αυτοίς, δημιουργεί νέα γλώσσα, το οργουελλικό «newspeak».

Η Σοφιστική στην Εξουσία

Η αποδόμηση σαν μέθοδος με πραγματικά αποτελέσματα συνδέεται με το ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟ, όρο που υποτίθεται ότι περιγράφει την εποχή μας και τα χαρακτηριστικά της. Αυτά είναι ο κατακερματισμός, η σχετικότητα, η απροσδιοριστία, η άρνηση όλων των κοσμοθεωριών. Αντικειμενική πραγματικότητα δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, διάφορες κοινωνικές ομάδες αλλάζουν τη γλώσσα και δημιουργούν τη δική τους πραγματικότητα, έως ότου η εξουσία τους καμφθεί από νέες κοινωνικές ομάδες με τις δικές τους εκδοχές πραγματικότητας. Ο φιλόσοφος του Μεταμοντέρνου Lyotard, γνωστός για το σύνθημα «Τέλος των μεγάλων αφηγήσεων!» αναλύει πως επανάσταση, έθνος, πρόοδος, ιδεολογίες που την εποχή του Μοντερνισμού έθεταν σε κίνηση τις συνειδήσεις, τώρα πλέον έχουν χάσει τη σαγήνη τους και έχουν φθάσει στο ναδίρ τους3.

Η εξέλιξη αυτή όπως περιγράφεται στον Lyotard, αποτελεί νομοτελειακή, αναπόφευκτη έκβαση της πορείας του δυτικού πολιτισμού, όπως ίσως θα την έβλεπε κάποιος έξω από τον ορυμαγδό των παροντικών συγκρούσεων για κυριαρχία, ας πούμε ένας ιστορικός του μέλλοντος. Εκείνο, όμως, που διαφεύγει της παρατηρήσεως έξωθεν, είναι ότι στο παρόν δρουν συγκεκριμένες δυνάμεις που επιδιώκουν την αποσύνθεση των αξιών, με σχέδιο και πολεμική τακτική, εξωκοινωνικές δυνάμεις που ενίοτε ηττώνται σε κάποιες μάχες από τις δυνάμεις της κοινωνίας και του έθνους (π.χ. στον πόλεμο των σχολικών εγχειριδίων ιστορίας στην Ελλάδα του 2007, το υπουργείο Παιδείας αναγκάσθηκε, λόγω της δυναμικής αντίδρασης των πολιτών, να αποσύρει από τα σχολεία το αποδομητικό βιβλίο ιστορίας έκτης δημοτικού της Ρεπούση. Παρόμοια τροπή είχε ο «πόλεμος των εγχειριδίων» και σε άλλες χώρες της Δύσεως). Το να θεωρεί κανείς εξ αποστάσεως ως «νομοτελειακές» εξελίξεις τα διακυβεύματα του παρόντος, ευνοεί μόνο την λιποταξία από την μάχη και την μοιρολατρία.

Ενδιαφέρουσα παρατήρηση που έχει γίνει από πολλούς ερευνητές αφορά στη σύνδεση της μεταμοντέρνας ανάλυσης με την αρχαία ελληνική σοφιστική. Και εδώ και εκεί δεν υπάρχει απόλυτη, μόνο υποκειμενική αλήθεια. Η πειθώ δεν προέρχεται από την αλήθεια, αλλά από μια απατηλή συλλογιστική (subtly false reasoning). Για τον λόγο αυτό είναι αναγκαία η σύγκρουση με τους σύγχρονους σοφιστές με το όπλο της Λογικής, όπως ήδη παλιά έκαναν ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης. Το πρόβλημα, εν τούτοις, σήμερα είναι η διασύνδεση μεταμοντέρνας σοφιστικής και πολιτικής εξουσίας, η οποία δίνει στους σοφιστές – άνωθεν – το μεγάλο πλεονέκτημα να ορίζουν αυτοί τους όρους της συζήτησης (he who controls the terms, controls the debate), συμπεριλαμβανομένων εκτός του ορισμού των εννοιών καθαυτών, του πού, ποιος, πώς, πότε και πού.

Στα Νικομάχεια Ηθικά του, ο Αριστοτέλης αναπτύσσει μια θεωρία περί αρετής, η οποία μπορεί να παραγάγει χρήσιμα συμπεράσματα για έναν τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονοι σοφιστές επιτυγχάνουν, ανεπαισθήτως, μετατοπίσεις εννοιών κατά το δοκούν. Η αρετή, εξηγεί ο μέγας διδάσκαλος, είναι μεσότης μεταξύ δύο άκρων με αρνητικό πρόσημο· όμως ομοιάζει περισσότερο με το ένα άκρο. Παράδειγμα η γενναιοδωρία, ως αρετή, τοποθετείται ανάμεσα στην ασωτία (ή σπατάλη) αφενός, στην τσιγκουνιά αφετέρου. Ομοιάζει, όμως, περισσότερο ο γενναιόδωρος με τον σπάταλο παρά με τον τσιγκούνη.
Η ανδρεία πάλι τοποθετείται ανάμεσα στον παράτολμο και τον δειλό. Ομοιάζει όμως περισσότερο ο ανδρείος με τον παράτολμο παρά με τον δειλό. Από την παρατήρηση αυτή προκύπτει, ότι αν κάποιος επιδιώκει να αμαυρώσει την αρετή ενός άλλου, για να γίνει ευκολότερα πιστευτός, θα μετατοπίσει την έννοια που εκφράζει την αρετή (γενναιοδωρία, γενναιότητα) προς την παρόμοια έννοια του ενός άκρου (ασωτία, αποκοτιά) οπόταν η διάκριση είναι δύσκολη, παρά προς την έννοια του άλλου άκρου (τσιγκουνιά, δειλία), όπου η διαφορά αρετής και κακίας είναι ευδιάκριτη για τον μέσο παρατηρητή. Ευκολότερα πιστεύεις ότι ο γενναίος είναι στην πραγματικότητα παράτολμος (ή θρασύς) παρά ότι είναι δειλός, πράγμα που αντίκειται ευθέως στην παρατήρηση. Ευκολότερα, για τον ίδιο λόγο, θα πιστέψεις ότι ο γενναιόδωρος είναι ενδεχομένως απλώς σπάταλος, παρά τσιγκούνης.

Οι σοφιστές της αποδόμησης ηρώων του έθνους ή των μεγάλων επιτευγμάτων ενός λαού, γνωρίζουν πώς να μετατοπίζουν τις έννοιες της αρετής προς την κακία με τον παράπανω τρόπο. Στόχος τους είναι να εξαλείψουν υποδειγματικούς χαρακτήρες και δράσεις του παρελθόντος που προσφέρονται για μίμηση από τους νεότερους. Στόχος τους είναι να αμαυρώσουν (πάντα με την «κριτική» ιστορική έρευνα), τις εμβληματικές προσωπικότητες και ιστορικές στιγμές ιδεαλιστικής ολοκλήρωσης, οι οποίες λειτουργούν υποδειγματικά για την ομοψυχία ανθρώπων γύρω από ένα κοινό όραμα, μία υψηλή στοχοθεσία.

Αυτό το ονομάζουν, πάλι με μία μετατόπιση εννοιών «εθνικισμό». Υλιστές, σκεπτικιστές και σχετικιστές όπως είναι, οι σύγχρονοι σοφιστές – αποδομητές, ενστικτωδώς επιδιώκουν την αναγωγή του Ανώτερου σε κατώτερα ένστικτα και ορμές (reductive method), της ζωντανής συλλογικότητας σε μάζα, της μάζας σε άτομα και των ατόμων σε ζώα.

Μια εξαίρεση σ’αυτή τη συμπεριφορά, φαινομενικά, υπάρχει όταν οι αποδομητές χρησιμοποιούν την αντίστροφη διαδικασία αναβάθμισης της κακίας σε αρετή, πράγμα εφικτό βάσει του μηχανισμού που περιγράψαμε (ο παράτολμος παριστάνεται ως γενναίος και ο άσωτος ως γενναιόδωρος). Αυτό γίνεται, προκειμένου να αναβαθμίσουν περιθωριακές συμπεριφορές και ομάδες, οι οποίες θα διεμβολίσουν τις ήδη αποδομημένες κυρίαρχες ομάδες και τον πολιτισμό τους. Πρόκειται για μία εργαλειακή, ή αλλιώς καθαρά τακτικιστική ανάδειξη της αρετής. Στην πραγματικότητα, δεν πιστεύουν στην αρετή, διότι αυτή είναι εκτός του ορίζοντά τους.

Τεχνητά, συλλογικά πολιτικά υποκείμενα νεοτέρας κοπής, π.χ. οι γυναίκες, όπως νοηματοδοτήθηκαν από τον φεμινισμό, ή οι ομόφυλοι, ή οι έγχρωμοι, ή οι μετανάστες, ακόμα το Ισλάμ στα δυτικά εδάφη, πιόνια των στρατηγικών σχεδιαστών της αποδόμησης, αποπειρώνται, με λάβαρο την Πολιτική Ορθότητα, να αλλάξουν τη γλώσσα που δημιούργησε η «καταπιεστική» κοινωνία και να επιβάλλουν τη δική τους γλώσσα και πραγματικότητα. Για να το επιτύχουν αυτό, αναγκαίο είναι να πάρουν στα χέρια τους το μονοπώλιο της ερμηνείας των λέξεων και των εννοιών, δηλαδή την πολιτική εξουσία εκείνη, που διασφαλίζει ότι η δική τους ερμηνεία θα προβάλλεται και ακούγεται και υποχρεώνει, ενώ παράλληλα, κάθε αντίθετη ερμηνεία θα αποβάλλεται, αποσιωπάται και λοιδορείται.

Το μονοπώλιο της Ορθής Σκέψης και Αληθινής Πίστης από την αρχαία εποχή της Περσίας του Ζωροάστρη, της Βαγδάτης του Κορανίου ή της Ανατολικής Ρώμης του Ορθόδοξου δόγματος, ή της Δυτικής Ρώμης του Πάπα, ή της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος, επεδίωκε να διασφαλίσει κάθε μονάρχης και ιερατείο διά του μονοπωλίου της ορθής ερμηνείας του δόγματος. Μόνον έτσι μπορούσε να αποκλεισθεί σε μεγάλο βαθμό το ενδεχόμενο να εμφανισθεί κάπου στο βασίλειο ένας τυχάρπαστος προφήτης, ο οποίος ισχυριζόμενος ότι είναι κάτοχος της αυθεντικής ερμηνείας των γραφών, θα ήταν σε θέση -αλίμονο- να αμφισβητήσει την κεντρική εξουσία και την ερμηνεία της. Η κίνηση της μόνης «ορθής ερμηνείας» είναι κυκλική: διασφαλίζεται πρώτα από την εξουσία και αυτή με τη σειρά της, στη συνέχεια, στηρίζει την εξουσία.


Δημοκρατία των μειονοτήτων

Άρα, τα «καταπιεσμένα» συλλογικά υποκείμενα νεοτέρας κοπής, οι κατασκευασμένες «μειονότητες», μπορούν να αποκτήσουν μονοπώλιο ορθής ερμηνείας των λέξεων, μόνον εάν πίσω τους έχουν τη δύναμη του κράτους. Όμως γιατί το κράτος να δώσει στις μειονότητες αυτές εξουσία, γιατί να θέσει στη διάθεσή τους τα ΜΜΕ, τα σχολεία, το δικαστικό σύστημα, την αστυνομία σκέψης και την αστυνομία άμεσης δράσης; Οι μειονότητες έχουν στόχο την αποδόμηση της γλώσσας και του συνόλου πολιτισμού των πολιτών, ενώ το σύγχρονο κράτος είναι «δημοκρατικό», δηλαδή η εξουσία του προκύπτει από εκλογές που εκφράζουν πλειοψηφικά τη βούληση των πολιτών. Πώς λοιπόν πείθεται ή πειθαναγκάζεται το «δημοκρατικό» κράτος να συμμαχήσει με μειονότητες; Προφανώς, υπάρχει κάποια άλλη δύναμη πίσω από το κράτος, αόρατη δύναμη, η οποία ενάντια στη βούληση των πολιτών, ποδηγετεί το κράτος. Το συμπέρασμα αυτό διατηρεί την ισχύ του ακόμα και όταν η κοινή γνώμη (δηλαδή η δημοκρατία), φαίνεται να αγκαλιάζει τα αιτήματα των «μειονοτήτων», αφού προηγούμενα διαπιστώσαμε, ότι το κράτος προθυμοποιείται να χρησιμοποιήσει την ισχύ του για να ποδηγετήσει την κοινή γνώμη, κατά του ιδίου της συμφέροντος υπέρ των «μειονοτήτων» τις οποίες ανέλαβε να αναδείξει.

Διαφορετικότητα και σεβασμός της διαφορετικότητας: και πάλι στο οπλοστάσιο της αποδόμησης σημαντική θέση έχει ο φιλόσοφος Derrida, με την φιλοσοφική του εμμονή στην έννοια της διαφοράς (la difference). Οι μειονότητες νέας κοπής, από τους «ανθρώπους με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό» ως τους μετανάστες, αξιώνουν να γίνονται σεβαστοί επειδή είναι «διαφορετικοί». Στα προγράμματα της Ε.Ε. στα σχολεία μας και στο δημόσιο χώρο, επιτακτικά προβάλλεται η αξίωση να γίνεται σεβαστή η διαφορετικότητα. Επί του προκειμένου, καλό είναι να βάλουμε αμέσως τα πράγματα στη θέση τους: η διαφορετικότητα καθαυτή δεν έχει τίποτε άξιο σεβασμού, πέραν της αρχικής καλής θελήσεως που οφείλουμε να έχουμε απέναντι σε κάθε άγνωστο άνθρωπο. Διαφορετικοί είναι και οι βιαστές, οι ληστές και οι δολοφόνοι. Δεν σεβόμεθα κάποιον επειδή είναι διαφορετικός, αλλά εάν και εφόσον είναι άξιος σεβασμού, παρά το ότι είναι διαφορετικός. Τελεία και παύλα.

Ένα ερώτημα γεννάται σε σχέση με την χρήση της αποδομητικής θεωρίας με εργαλείο τις νέες μειονότητες: δεν πρέπει να φοβούνται ότι το όπλο της αποδόμησης θα πυροβολήσει προς τα πίσω και θα αποδομήσει και τις ίδιες; Όχι, διότι οι νέοι εξουσιαστές έχουν τη δύναμη να ελέγχουν τη χρήση του αποδομητικού εργαλείου, διασφαλίζοντας ότι οι βαλλόμενες από αυτούς πλειοψηφικές ομάδες δεν θα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν την αποδόμηση εναντίον τους. Εδώ ο καθηγητής Frederic Jameson αλλά και ο φιλόσοφος Ricoeur, συμφωνούν ότι οι αποδομητές έχουν διπλά μέτρα και σταθμά, ή κατά το ευγενικότερον, χρησιμοποιούν ανάλογα με την περίσταση μία «θετική» και μία «αρνητική» ερμηνευτική4.

Η πρώτη εφαρμόζεται αποκλειστικά στους φίλους, δηλαδή τις μειονότητες νέας κοπής, η δεύτερη στους αντιπάλους, δηλαδή τις κυρίαρχες «παραδοσιακές» ομάδες, οι οποίες πρέπει να εξουδετερωθούν μαζί με την ιδεολογία τους. Ή αλλιώς, στους αποδομητές διακρίνεται αφενός η πρόθεση να ακούσουν τον Άλλο (να τείνουν ευήκοον ους) και αφετέρου, επιλεκτικά, να μην τον ακούσουν. Έτσι αποδομούν τις αντιλήψεις της πλειοψηφίας, ως μύθους και στερεότυπα, αλλά δέχονται χωρίς συζήτηση τους μύθους πάνω στους οποίους εδράζεται η ταυτότητα των μειοψηφικών ομάδων. Ενώ π.χ., οι ευρωπαϊκές λευκές φυλές ή έθνη δεν έχουν άλλη ταυτότητα από ανυπόστατες δοξασίες περί πνευματικής και ηθικής ανωτερότητας, (ενώ εδράζονται σ’ ένα πολιτισμό «δουλοκτητικό και πατριαρχικό», ήτοι τον ελληνικό), τα έθνη των μαύρων της Αφρικής έχουν, αντιθέτως, αναδείξει πραγματικά θαύματα αληθινής πνευματικότητας στον πολιτισμό τους και, last but not least, μια αξιοζήλευτη «μητριαρχική δομή».

Η Αποδόμηση με όλη την θετικιστική αμφισβήτηση του μύθου που την διακρίνει, δεν διστάζει, παρά ταύτα, να δημιουργήσει νέους μύθους, ως βάση ταυτότητας νεόκοπων κατασκευασμένων, υποστασιοποιημένων συλλογικοτήτων. Οι τελευταίες χρησιμοποιούνται για να διεμβολίσουν τις ήδη αποσταθεροποιημένες (από τη χρήση της αποδόμησης) κυρίαρχες ομάδες με τις παραδοσιακές εθνικές ή θρησκευτικές τους ταυτότητες. Η διαφορική μεθοδολογία αναδεικνύει συνεχώς νέες ταυτότητες (διαφορετικότητες) και οι οργανικοί διανοούμενοι της Νέας Τάξης (ή της αυτοκρατορίας κατά Hardt και Negri5), οπορτουνιστικά επανεισάγουν τον μύθο για να στηρίξουν τις κατασκευασμένες ταυτότητες. Από την εξάπλωση αυτού του είδους ανθρώπου (ψευδολόγου και υποκριτή), δεν προοιωνίζεται τίποτε καλό για την ανθρωπότητα εν γένει. Η Eurovision 2014 εξέπληξε πολλούς με την αναγόρευση σε νικητή ενός πλάσματος που ήταν άγνωστο είδος θηλυκού με … ανδρικά γένια!


Όπως είναι γνωστό, εκπεφρασμένος στόχος της αμερικανικής «κριτικής παιδαγωγικής», είναι για την κάθε υποκειμενικότητα η «ελεύθερη δόμηση κοινωνικής ταυτότητας» (περιλαμβάνεται υποχρεωτικά και σε οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το μάθημα της Ιστορίας στις χώρες – μέλη, όπως και στις κατευθυντήριες γραμμές για τα ελληνικά σχολικά βιβλία μετά το 1996), χωρίς τον έλεγχο «ρατσιστικών» και «σεξιστικών» πρακτικών. Στην υπηρεσία του άκρατου φιλελευθερισμού, η διαφορική μεθοδολογία κατασκεύασε και εδώ μια νέα «κοινωνική ταυτότητα», βασιζόμενη στο φύλο ως πρωτογενές υλικό τεχνολογικής μεταλλάξης, μια νέα «διαφορετικότητα». Και εδώ η πολιτικά ορθή στάση είναι η ανεκτικότητα, η αποδοχή και ο σεβασμός απέναντι σ’αυτή τη διαφορετικότητα. Η δυσανεξία τιμωρείται, ανάλογα με τη χώρα, από το νόμο.

Επειδή δεν γνωρίζουμε να έχουν τεθεί νομικά όρια στην ελεύθερη δόμηση ταυτοτήτων, συμπεραίνουμε, ότι στο σωματικό επίπεδο αυτή θα ακολουθεί την εξέλιξη της τεχνοεπιστήμης. Ήδη προ καιρού έχει τεθεί το ζήτημα «ΜΕΤΑΝΘΡΩΠΟΣ», φουτουριστικό υβρίδιο ανθρώπου-μηχανής ή γενετική μετάλλαξη. Νέες υποκειμενικότητες με ταυτότητα τέρατος θα απαιτήσουν την διά νόμου επιβαλλόμενη συναίνεσή μας! Και αυτές θα έχουν «ανθρώπινα δικαιώματα» στο εγγύς μέλλον, όπως σήμερα ήδη έχουν τα παιδιά του σωλήνα. Εάν και εφόσον δεν υπάρξει γενικότερη αφύπνιση και αντίσταση, οι άνθρωποι θα μεταλλαχθούν. Ειδικά η Ελλάδα, πιλοτικό πείραμα της Νέας Τάξης, θα είναι στη διεθνή πρωτοπορία των μεταλλάξεων6.

Η γάτα κάνει νιάου στο Βερολίνο και νιάου στην Αθήνα. Όπου και να την απαντήσεις, η γάτα είναι γάτα, δεν μιλάει γερμανικά ή ελληνικά, δεν είναι Γερμανός ή Έλληνας, χριστιανός ή μουσουλμάνος, κομμουνιστής ή φιλελεύθερος. Οι διακρίσεις αυτές και οι διακριτοί πολιτισμοί που τις συνοδεύουν σηματοδοτούν τον Άνθρωπο κατ’ αποκλειστικότητα. Στο πεδίο της ομοιομορφίας του είδους βρίσκεται το ζώο. Ο Άνθρωπος υπάρχει στον Αιγυπτιακό, τον Ελληνικό, τον Κινεζικό κλπ. πολιτισμό. Δεν υπάρχει ανθρώπινος πολιτισμός, υπάρχουν πολιτισμοί, διακριτοί ως γλώσσα, αισθητική αντίληψη, θρησκεία και εντοπιότητα. Ο αιγυπτιακός πολιτισμός γεννήθηκε σε μία γωνιά της βορειοανατολικής αφρικανικής ηπείρου, στην κοιλάδα του Νείλου. Ο κινεζικός στην Ασία, γύρω από δυο μεγάλους ποταμούς. Ο ελληνικός στην νοτιοανατολική χερσόνησο της Ευρώπης. Χωρίς τόπους γεωγραφικούς δεν υπάρχουν πολιτισμοί, και χωρίς πολιτισμούς δεν υπάρχει πολιτισμός. Ο «πολιτισμός» είναι μόνο μία αφαίρεση.

Η «παγκοσμιοποίηση» εξαλείφει τις ιδιαιτερότητες που συγκροτούν τους πολιτισμούς, τα έθνη, τις παραδόσεις, τις γλώσσες, τις θρησκείες, την εντοπιότητα. Άρα εξαλείφει την ειδοποιό διαφορά του Ανθρώπου από το ζώο, που χωρίς αυτή ο άνθρωπος γίνεται ζώο. Αυτό θα είναι και το πεδίο ύπαρξης του θρυλούμενου «μετανθρώπου» σαν πολιτισμικής οντότητας, ένας (μη-πολιτισμός) μιας αδιαφοροποίητης, ομογενοποιημένης παγκοσμιότητας, μια δυστοπία οργουελλική για την περιγραφή της οποίας ο όρος «ζώο» μάλλον αποτελεί ευφημισμό. Το ζώο προέρχεται από τη φύση, ενώ η μετάλλαξη είναι τερατογένεση της ανθρώπινης κακίας.

Ενώ ο άνδρας δεν είναι για την Π.Ο. στην φεμινιστική της εκδοχή, παρά ένας κατασκευασμένος κοινωνικός ρόλος με βάση τις αμφίβολες εκείνες αρετές που αποτελούν τον ανδρισμό, η γυναίκα που χιλιάδες χρόνια εκείνος υποδούλωσε δεν είναι καθόλου κατασκευή, παρά απροσδόκητα, ενύπαρκτη οντότητα7. Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους με «διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό», είναι και αυτοί ενύπαρκτα υποκείμενα, παιδιά αληθινά της φύσης, όπως οι ομόφυλοι πίθηκοι και τα ομόφυλα … δελφίνια! Παρά ταύτα, και αυτοί καταπιέζονται από τον εντελώς ανυπόστατο, κατασκευασμένο ανδρισμό. Αυτά όσον αφορά την επιστημονική και ηθική ακεραιότητα του αποδομητικού κινήματος: έχει δυο μέτρα και δυο σταθμά. Αφενός αρνείται την «ουσιοκρατία» αφετέρου δεν διστάζει να προσφύγει σ’αυτήν, όταν το επιτάσσει η σκοπιμότητα.

Ενδιαφέρουσα επ’ αυτού, θεωρώ ότι είναι η περίπτωση του Άγγλου ακαδημαϊκού πολίτη που όντας ένθερμος αποδομητής, αποπειράθηκε να γράψει μελέτη που θα αποδομούσε … το Ολοκαύτωμα! Του υπέδειξαν στο πανεπιστήμιο να σταματήσει, οπότε συνειδητοποίησε ότι η θεωρία της αποδόμησης δεν ενδείκνυται για την μελέτη … κάποιων περιοχών της ιστορικής επιστήμης8.


Αναδόμηση – Αποδόμηση Εννοιών … κατά το δοκούν


Στην Πολιτική Ορθότητα, ισχύει ό,τι είπαμε για την αποδόμηση: δρα επιλεκτικά, αποδομεί τους εχθρούς και αναδομεί, θα λέγαμε, τους φίλους τους «διαφορετικούς». Ένας τρόπος για να ορισθεί η μεθοδολογία της είναι οι μετατοπίσεις εννοιών. Ας δούμε μερικά παραδείγματα από τα αγγλοσαξονικά αποθέματα:
ο πατριώτης λέγεται υπερπατριώτης ή εθνικιστής (αποδομείται).
Η λέξη gang (συμμορία) αντικαθίσταται από τη λέξη youth group, δηλαδή, ομάδα νεολαίων (αναδομείται).
Η λέξη conservative (συντηρητικός) αποδίδεται right wing extremist (ακροδεξιός εξτρεμιστής) – αποδομείται.
Η λέξη torture (βασανιστήριο) αντικαθίσταται από έναν όρο εξίσου ηθελημένα ασαφή με τον ρεπούσιο «συνωστισμό», δηλαδή «enhanced interrogation» (ενισχυμένη ανάκριση!) – αναδομείται.
Η λέξη perverted (ανώμαλος) αποδίδεται ως sexually dysfunctional (σεξουαλικά δυσλειτουργικός) – αναδομείται.
Η λέξη ugly (άσχημος) αποδίδεται με το cosmetically different (κοσμητικά διαφορετικός).
Ο όρος Χριστουγεννιάτικο δέντρο, Christmas Tree, αποδίδεται με τον όρο holyday tree, δέντρο των εορτών (να μην προσβληθούν, δήθεν, οι μουσουλμάνοι πολίτες). Μερικές φορές, άθελά τους, οι διάνοιες της Π.Ο., φανατικοί σχολαστικιστές χωρίς χιούμορ, παράγουν χιουμοριστικά αριστουργήματα, όπως στην περίπτωση της λέξης dwarf, νάνος, που αποδίδεται με vertically challenged, δηλαδή άτομα που δέχθηκαν «κάθετη … πρόκληση!»
Ο όρος «πασχαλινά αυγά» αποδίδεται (προκειμένου να περιορισθούν οι θρησκευτικοί συνειρμοί) με το ανεκδιήγητο «spring spheres», ήτοι ανοιξιάτικες σφαίρες.
Διδακτική είναι η διαδρομή της λέξης lame (κουτσός), στο πολιτικά ορθό «disabled», που στη συνέχεια έγινε «physically challenged» (σωματική πρόκληση) και κατέληξε, μετά από τις προηγούμενες αναθεωρήσεις, στο «differently enabled» (με διαφορετικές ικανότητες), έναν όρο με παροιμιώδη ασάφεια. Και των παραδειγμάτων γλωσσικών δημιουργημάτων της Π.Ο. ουκ έστι τέλος.

Λέξεις οι οποίες με αρχικά ουδέτερο αντικειμενικό τρόπο, περιγράφουν μια πραγματική κατάσταση, θεωρούνται δυσφημισμός και αντικαθίστανται μ’έναν ευφημισμό, ο οποίος θολώνει απελπιστικά το νοηματικό τους περιεχόμενο, με άλλα λόγια, τη σχέση τους με αυτό που ορίζουν, του σημαίνοντος με το σημαινόμενο. Επειδή, όμως, η πραγματικότητα δεν αλλάζει όπως οι λέξεις, ο νεότευκτος ευφημισμός, μπορεί εν καιρώ να χρησιμοποιηθεί και αυτός με αρνητικό πρόσημο, όπως επιβάλλει η πραγματικότητα, οπότε απαιτείται η κατασκευή ενός νέου, ακόμα άφθαρτου ευφημισμού, που απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από την πραγματικότητα, δηλαδή το σημαινόμενο. Η πορεία αυτή αντιστρέφεται στην περίπτωση λέξεων τις οποίες η Π.Ο. θεωρεί ευφημισμούς και οι οποίες αντικαθίστανται με δυσφημισμούς. Όπως δε είδαμε στην περίπτωση της απόδοσης της λέξης «βασανιστήρια» με τον όρο «ενισχυμένη ανάκριση», η Π.Ο. δεν εξυπηρετεί μόνο ομάδες που παλεύουν για «ίσα δικαιώματα», αλλά και γκάγκστερς, ειδικές δυνάμεις και στρατιωτικές επεμβάσεις.

Για το τελευταίο παράδειγμα είναι ο όρος «preemptive strike» (χτύπημα αποτρεπτικό), προκειμένου να καλυφθεί το πραγματικό «unprovoked attack» (απρόκλητη επίθεση). Κλασικά παραδείγματα ψευδούς επαναπροσδιορισμού των εννοιών, έδωσε και εδώ ο αθάνατος Orwell, με τα περίφημα στο βιβλίο «1984»: War is Peace (ο Πόλεμος είναι Ειρήνη), Freedom is Slavery (η ελευθερία είναι σκλαβιά) και Ignorance is strength (η άγνοια είναι δύναμη).

Η πιο διακεκριμένη περίπτωση μετατόπισης εννοιών είναι αυτή που συνδέεται με την εισαγωγή του όρου «ρατσισμός» στην πολιτική συζήτηση εντός της δυτικής επικράτειας. Ρατσισμός και αντιρατσισμός αντικατέστησαν μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και την έλευση της παγκοσμιοποίησης το παλαιότερο δίπολο, κουμμουνισμός και αντικομμουνισμός. Κατεξοχήν ρατσιστές θεωρούνται όσοι αντιτίθενται στην μαζική μετανάστευση εγχρώμων στις χώρες της Δύσεως και στην μόνιμη εγκατάστασή τους σε αυτές, η οποία εντούτοις είναι αναγκαία προκειμένου να εγκαθιδρυθεί «πολυπολιτισμός» στα εθνικά κράτη.
Ιστορικά, η θεωρία του ρατσισμού επικαλείται βιολογικές και πολιτισμικές παραμέτρους για να αποδείξει την ανωτερότητα της λευκής φυλής απέναντι στις λοιπές φυλές. Παρά το γεγονός ότι το Γ’ Ράιχ υιοθέτησε τον ρατσισμό ως επίσημη ιδεολογία του κράτους, δεν δημιούργησε τον ρατσισμό, εφόσον αυτός προϋπήρχε ως θεωρία (Gobineau) και πρακτική (π.χ. στα πλαίσια της αποικιοκρατίας) ήδη από τον 19ο αιώνα. Πέραν αυτού συζητήσιμη είναι η ύπαρξη ρατσισμού και εκτός Δύσεως, π.χ. των Ιαπώνων κατά των λευκών ή των Σημιτών Εβραίων κατά λευκών και μαύρων ή των Σημιτών Αράβων δουλεμπόρων, πάλι κατά των μαύρων. (Ειρήσθω εν παρόδω, στους αρχαίους Έλληνες η διάκριση Ελλήνων-Βαρβάρων δεν εγένετο με φυλετικό κριτήριο, όπως διαφαίνεται από πολλές αναφορές, π.χ. όταν Έλληνες συγγραφείς θεωρούσαν τους μαύρους Αιθίοπες ως την «ομορφότερη φυλή ανθρώπων στον κόσμο».)

Μετανάστευση ή Εποικισμός;

Αναφορικά με το ζήτημα της αξιολόγησης, ως ρατσιστικής, της αντίθεσης του ντόπιου πληθυσμού με την εγκατάσταση - σε μεγάλη κλίμακα - στα εδάφη του εγχρώμων μεταναστών, χρήσιμο είναι να συμβουλευθούμε έναν μεγάλο φιλόσοφο του Διαφωτισμού, πρόδρομο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των Ηνωμένων Εθνών, τον Immanuel Kant. Στο έργο του «Αιώνια Ειρήνη» («Zum Ewigen Frieden») ο Kant προτείνει την θέσπιση ενός νόμου «παγκόσμιας φιλοξενίας», ο οποίος θα εγγυάται το δικαίωμα να επισκέπτεσαι χώρες χωρίς να κινδυνεύει η προσωπική σου ασφάλεια και τα υπάρχοντά σου.
Το δικαίωμα στην φιλοξενία διαχωρίζει ο Kant, εν τούτοις, ρητά από δικαίωμα εγκατάστασης στην ξένη χώρα, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά από προηγούμενη συμφωνία με τους ντόπιους ιδιοκτήτες της ξένης γης. Η αρχή αυτή ισχύει ανεξαρτήτως φυλετικού προσδιορισμού.
Για παράδειγμα, αν στην Ελλάδα έρχονταν πέντε εκατομμύρια ξανθοί βόρειοι Ευρωπαίοι να εγκατασταθούν με το έτσι θέλω, οι Έλληνες τι θα έκαναν; Θα τους καλωσόριζαν επειδή ανήκουν στην λευκή φυλή; Ή θα τους θεωρούσαν, δικαίως, κατακτητές, οι οποίοι πέραν κάθε έννοιας δικαίου οικειοποιούνται εδάφη που ανήκουν σε άλλους; Προφανώς το δεύτερο. Η δικαιοσύνη είναι τυφλή. Δεν διακρίνει τον δράστη, αλλά την πράξη. Δεν γνωρίζει φυλές, αλλά κατάκτηση και νόμιμη άμυνα.

Οι Έλληνες είναι κυρίαρχο έθνος όπως όλα τα έθνη στο Διεθνές Δίκαιο. Ως εξ αυτού, έχουν το δικαίωμα, να αρνηθούν σε οποιονδήποτε παραβιάζει το νόμο της φιλοξενίας, την εγκατάσταση στη χώρα. Ο εποικισμός της εθνικής επικράτειας θεωρείται έγκλημα κατά το Διεθνές Δίκαιο. Είναι συνώνυμος με την εθνοκτονία. Η απαγόρευση του εποικισμού δεν αποτελεί επουδενί ρατσιστική ενέργεια, είναι απλώς άσκηση νομίμων κυριαρχικών δικαιωμάτων του έθνους. Η φύλαξη των συνόρων δεν αποτελεί παραβίαση του Ανθρωπισμού· αντιθέτως, ο εποικισμός παραβιάζει τα ανθρώπινα και βεβαίως τα πολιτικά δικαιώματα της εθνικής κοινωνίας.

Το αργότερο σ’ αυτό το σημείο, ακούμε να προβάλλεται ένσταση των ανθρωπιστών: μα οι μετανάστες έρχονται από χώρες κατεστραμμένες, από τους πολέμους και την πείνα· πώς να μην τους βοηθήσουμε και να μην τους δεχθούμε; Στο συναισθηματικό επίπεδο, ισχυρό επιχείρημα, γι’αυτό και προβάλλεται χωρίς παύση. Παρά ταύτα, γεννάται ένα ερώτημα· αφού τα αίτια της μετανάστευσης πρέπει να αναζητηθούν στους πολέμους και την πείνα, γιατί άραγε πριν το 1990 δεν υπήρχε μαζική μετανάστευση προς τη χώρα μας; Δεν υπήρχαν πόλεμος και πείνα πριν το 1990; Βεβαίως και υπήρχαν. Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στην μονοπολική κυριαρχία των ΗΠΑ μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1989, στην ευφημιστικά επονομαζόμενη «παγκοσμιοποίηση».

Η παγκοσμιοποίηση, ως σφαιρική διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και ανθρώπινου δυναμικού ανά τον πλανήτη, δημιούργησε μετά το 1990 τους δουλεμπορικούς μηχανισμούς, που έκαναν εφικτή την μαζική μετανάστευση από τις χώρες του τρίτου κόσμου. Το δουλεμπόριο είναι γιγαντιαία βιομηχανία παραγωγής μαύρου χρήματος, όπως τα όπλα και τα ναρκωτικά. Οι μίζες του δουλεμπορίου εξαγοράζουν συνειδήσεις στις πολιτικές ελίτ της χώρας προορισμού των λαθρομεταναστών, οι οποίες δεν διστάζουν να παραδώσουν τη χώρα τους στον εποικισμό και τη διάλυση. Κι αυτά, με κροκοδείλια δάκρυα «ανθρωπισμού». Δισεκατομμύρια είναι οι πεινασμένοι του πλανήτη· να αυτοκτονήσει η χώρα μας λόγω αυτού; Να καταργήσει την επιταγή της αυτοσυντήρησης;

Σε τι έφταιξε η Ελλάδα, η οποία με αίμα μόλις απελευθερώθηκε από τη δουλεία σε μια στυγνή αυτοκρατορία, για το παγκόσμιο καθεστώς εξαθλίωσης; Ας μας δώσουν πρώτοι οι «ανθρωπιστές» ένα προς μίμηση παράδειγμα της θυσιαστικής τους προθυμίας. Δεν αρκεί να καταγγέλλουν τις συνθήκες κράτησης σε κέντρα υποδοχής. Ας παραιτηθούν από το ήμισυ των εισοδημάτων τους υπέρ της περίθαλψης των μεταναστών. Ας τους παραχωρήσουν το ήμισυ της κατοικίας τους. Αντ’αυτών, βλέπουμε μόνο την φιλάνθρωπη κυβέρνησή μας να κάνει «δώρα» στους δυστυχισμένους (επιδόματα, δωρεάν περίθαλψη, παιδεία, κτλ.). Όμως, τα λεφτά με τα οποία φαίνεται γενναιόδωρη δεν είναι δικά της για να τα διαθέτει για αγαθοεργίες και δεν μας ρώτησε!

Τόσο δημοκρατική είναι η μεταναστευτική της «πολιτική»...

Πολλοί ερευνητές έχουν εξηγήσει πως η μαζική μετανάστευση καταστρέφει το «κοινωνικό κεφάλαιο» (εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας), η οποία παύει να λειτουργεί όταν στην κοινότητα εισχωρούν πολλοί ξένοι, με συνεπακόλουθο την μελαγχολία, την απομόνωση και την αποφυγή συλλογικών δραστηριοτήτων των ατόμων - πολυετής έρευνα του καθηγητή Robert Putnam σε πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα των ΗΠΑ) ή την συνέχεια των πολιτισμικών παραδόσεων, την κοινωνική συνοχή ή την «ιδιοσυχνότητα» (ενδιαφέρουσα διατύπωση) ενός λαού. Δεν θα επιμείνουμε άλλο στα θέματα αυτά, για να μην απομακρυνθούμε από το αντικείμενό μας.
Σημαντικό είναι να φθάσουμε στην γενίκευση, ότι η υπεράσπιση του εαυτού μου και της ιδιοσυστασίας μου (σε σχέση τόσο με άτομα όσο κοινωνικά σύνολα ανθρώπων ή ζώων, είναι παντού και πάντα ενστικτώδης και αποτελεί δικαίωμα, δικαίωμα επιβίωσης, δικαίωμα στην ζωή. Ήδη, ο στωικός φιλόσοφος Χρύσιππος, είχε διατυπώσει πρώτος την αρχή της αυτοσυντήρησης ως εξής: «Την δε πρώτην ορμήν φασι το ζώον ίσχειν επι το τηρείν εαυτό… Πρώτον οικείον είναι παντί ζώω την αυτού σύστασιν και την ταύτης συνείδησιν»9. Χωρίς το ένστικτο αυτοσυντήρησης το άτομο δεν επιβιώνει ούτε μια ημέρα και μία κοινότητα (έθνος, φυλή, κράτος, εθνική μειονότητα, πολιτικό κόμμα, σύνδεσμος, σωματείο, θρησκευτική οργάνωση, κτλ.) ούτε λίγα χρόνια.
Η αυτοσυντήρηση ευθύνεται για την προνομιακή θέση την οποία κατέχει ο εαυτός μου για τον εαυτό μου έναντι των άλλων ανθρώπων ή της κοινότητας στην οποία ανήκω έναντι αλλότριων κοινοτήτων.

Είναι απολύτως φυσιολογικό να είμαι ιδιαιτέρως συνδεδεμένος με το οικείο και όχι με το αλλότριο, είτε πρόκειται για την γλώσσα, θρησκεία, πατρίδα, ποδοσφαιρική ομάδα ή την … φυλή.
Η φυσική οικείωση, παρά ταύτα, δεν συνεπάγεται αυτομάτως ούτε κόμπλεξ υπεροχής ούτε κατωτερότητας. Έτσι, δεν είναι «ρατσισμός» η προτίμηση από εμένα της δικής μου φυλής, όποια κι να είναι αυτή. Όλοι οι άνθρωποι προτιμούν και προστατεύουν το οικείο, το δικό τους, την ιδιοσυστασία τους, ήδη στο προλογικό επίπεδο. Είναι νόμος της φύσης, νόμος της Ζωής. Η αναγνώριση ότι και οι άλλοι υπόκεινται στον ίδιο νόμο έρχεται ως δεύτερο επίπεδο με την συμμετοχή της Λογικής, η οποία είναι και αυτή μέρος οργανικό της ανθρώπινης φύσης. Η Λογική διδάσκει ότι η προτίμηση για το δικό μου, επουδενί συνεπάγεται την υποτίμηση του πλησίον· αντιθέτως, ευνοεί την οικείωση με τον τελευταίο – αποτρέποντας τη σύγκρουση – ο οποίος έχει τελικά την ίδια φύση με μένα. Και αυτά διατυπώθηκαν με απόλυτη λογική συνέπεια από την αρχαία Στοά: «Η μεν γαρ προς εαυτόν οικείωσις φυσική εστιν και άλογος, η δε προς τους πλησίον φυσική μεν και αυτή, ου μέντοι άνευ λόγου».10 Είδαμε πώς η ηθελημένη παράκαμψη σημαντικών δεδομένων και λογικών διακρίσεων οδήγησε στο σαθρό συμπέρασμα, ότι η φυσική και νόμιμη υπεράσπιση της ιδιοσυστασίας μου δεν είναι άλλο από ρατσισμός. Και εδώ, κακόβουλη μετατόπιση εννοιών, με στόχο να απογυμνωθεί η νόμιμη άμυνα του λαού από τα ηθικά της ερείσματα και, να καμφθεί, με το ψυχολογικό όπλο, η θέλησή του να αμυνθεί και να επιβιώσει.

«Σύγκρουση Ταυτοτήτων»;

Ας αφήσουμε τώρα το επίπεδο της σκληρής πολιτικής δράσης και της προπαγάνδας των «αντιρατσιστικών» Μ.Κ.Ο., των παρακρατικών τραμπούκων και των κρατικών ψευδονομοθετημάτων, προκειμένου να εισέλθουμε σ’ένα πιο εκλεπτυσμένο επίπεδο υπεράσπισης του «πολυπολιτισμού» από οργανικούς διανοούμενους της παγκοσμιοποίησης, αυτό που πραγματεύεται τα ζητήματα που μας απασχόλησαν, υπό την έννοια «σύγκρουση ταυτοτήτων» (identity politics).

Σημείο εκκίνησης της διαπραγμάτευσης είναι η διαφορά της ταυτότητας των μεταναστευτικών εθνοτικών ομάδων αφενός και της κυρίαρχης πλειοψηφίας του κράτους υποδοχής αφετέρου. Οι ταυτότητες αυτές συγκρούονται, η συμβίωση δυσχεραίνεται και την πρωταρχική ευθύνη γι’ αυτό φέρει η κυρίαρχη πλειοψηφία, η οποία έχει την εξουσία και εμποδίζει την εγκατάσταση και διαβίωση των καινούργιων κατοίκων. Όσο μεγαλύτερη η διαφορά ταυτοτήτων, τόσο μεγαλύτερο το συγκρουσιακό δυναμικό.

Γιατί συγκρούονται οι ταυτότητες; Μα διότι οι διαφορετικότητες αυτές καθαυτές είναι εγγενώς συγκρουσιακές. Τι πρέπει να γίνει; Άμβλυνση της συγκρουσιακότητας διά της ανεκτικότητας απέναντι στην διαφορετικότητα καθαυτή. Ίση μεταχείριση των διαφορετικοτήτων από το νόμο ή αντισταθμιστικά, προνομιακή μεταχείριση των αδυνάτων. Όμως ούτε αυτά είναι αρκετά.

Οι ξένες εθνότητες δεν αρκούνται στην ανοχή, επιδιώκουν την αποδοχή τους εκ μέρους της κυρίαρχης ομάδας, θέλουν και να αναγνωρίζονται ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή συγκεκριμένες πολιτισμικές οντότητες, όχι απλώς ως ίσοι με την αφηρημένη έννοια. Το τελευταίο είναι πρόταση του εξέχοντος Καναδού φιλοσόφου του πολυπολιτισμού, Charles Taylor. (Η επιχειρηματολογία αυτή διαπνέεται από το πνεύμα του προηγούμενου σταδίου ευφορίας, σχετικά με τις προοπτικές του πολυπολιτισμού. Εντούτοις, από τα μέσα της περασμένης δεκαετίας, ιδιαίτερα λόγω της διαφαινόμενης απροθυμίας του φουνταμενταλιστικού Ισλάμ για αφομοίωση στα δυτικά πρότυπα, η αισιοδοξία των δυτικών διανοούμενων του πολυπολιτισμού, παρουσιάζει συμπτώματα κοπώσεως. Βεβαίως, αυτό ισχύει στην Ευρώπη, η Ελλάδα συνεχίζει απτόητη στην τροχιά της αισιοδοξίας).

Τι πρέπει να παρατηρήσουμε στην προηγούμενη επιχειρηματολογία; Μα το ότι δεν συγκρούονται οι διαφορετικότητες απλώς και μόνο ως τοιαύτες, αλλά επειδή οι μεν έχουν εγκατασταθεί στη χώρα των δε, χωρίς άδεια. Προέχει η σύγκρουση συμφερόντων, όχι ταυτοτήτων. Από τη μια μεριά το συμφέρον του νόμιμου ιδιοκτήτη (του πολίτη) της χώρας και από την άλλη του μη νόμιμου, επήλυδος. Συμφέρον και των δύο είναι το ίδιο· θέλουν τη χώρα για τη βιολογική και πολιτισμική τους αναπαραγωγή· θέλουν και οι δυο μέρισμα από το κοινωνικό προϊόν της χώρας. Μόνο που οι πρώτοι, οι οποίοι δημιούργησαν τον πλούτο, τις υπηρεσίες και τους πολιτικούς θεσμούς δικαιούνται μερίσματος, ενώ οι άλλοι δεν δικαιούνται.

Το καθεστώς «επιβαλλόμενου πολυπολιτισμού» έχει καταστρέψει την ισονομία και αυτό δεν είναι καλή προϋπόθεση ανοχής, αποδοχής και παραδοχής, ό,τι και να λέει ο Charles Taylor. Και εδώ, οι σοφιστές της παγκοσμιοποίησης, έχουν επιβάλει έντεχνα μια μετατόπιση εννοιών, όπου η προστασία της νόμιμης συλλογικής ιδιοκτησίας ερμηνεύεται ως δυσανεξία απέναντι στην διαφορετικότητα. Το τελευταίο βρίσκεται στη σφαίρα της ψυχοπαθολογίας, ενώ η αληθινή έννοια είναι ηθικής και πολιτικής τάξεως.

Τα αυτά, εν πολλοίς, ισχύουν και για την έννοια «ξενοφοβία». Φοβία σημαίνει παθολογική προδιάθεση να επιζητείς προστασία από ανύπαρκτους κινδύνους· επί του προκειμένου, θεωρείς ότι ο ξένος είναι επικίνδυνος, ενώ δεν είναι. Βεβαίως κανένας ξένος δεν είναι επικίνδυνος, εκτός κι αν αντί να σέβεται τους κανόνες της φιλοξενίας, επιδιώξει να σφετερισθεί την ιδιοκτησία μου. Στην περίπτωση αυτή, ο φόβος εκ μέρους μου αναφέρεται σε πραγματικό κίνδυνο, δηλαδή δεν είναι φοβία. Αν πεισθώ ότι πάσχω από φοβικό σύνδρομο δεν θα αντιδράσω στους πραγματικούς κινδύνους, με αποτέλεσμα να υποκύψω σε αυτούς. Αυτό ακριβώς επιδιώκει η μετατόπιση της έννοιας του φόβου στην έννοια φοβία.

Εκτός της «ξενοφοβίας» η νεοταξίτικη Παγκοσμιοποίηση έχει εισαγάγει στο ρεπερτόριο της και μία σειρά από περαιτέρω «φοβίες», όπως την «ομοφοβία» και την «ισλαμοφοβία» (η τελευταία δεν έχει ακόμα βρει είσοδο στην Ελλάδα). Παντού η στρατηγική μετατόπισης εννοιών, αποσκοπεί στο να κάμψει τις αντιστάσεις όλων μας απέναντι σε άδικες, ανήθικες και αντιαισθητικές καταστάσεις, οι οποίες επιταχύνουν την επαίσχυντη μετάλλαξή μας σε νέο ανθρωπολογικό τύπο, τον «Μετάνθρωπο», ένα επί του παρόντος απροσδιόριστο είδος, με μηδενική υποκειμενικότητα.

Στον κόσμο αυτό του Orwell εντάσσεται και το περίφημο «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο», το οποίο από το 2011 επωάζεται από την ελληνική κυβέρνηση. Αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη πρόταση της Νέας Τάξης, να δημιουργηθεί αστυνομία της σκέψης και της γλώσσας στην Ελλάδα, ακριβώς όπως προέβλεψε ο Orwell. Στην πρώτη του μορφή, του 2011, ονομάσθηκε «νόμος περί εχθροπάθειας», ένας όρος αμερικανικής προέλευσης, που προφανώς αποδίδει τους πολιτικά ορθούς όρους «hate speech» και «hate crime». Στόχος του είναι να πατάξει την καλλιέργεια όσο και εξωτερίκευση αισθημάτων μίσους, αντιπάθειας και αντιπαλότητας.

Όποιος προκαλεί ή διεγείρει σε βιαιοπραγίες ή εχθροπάθεια, ορίζει το νομοσχέδιο, κατά ομάδας ή προσώπου, που προσδιορίζονται από τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, τον γενετήσιο προσανατολισμό … τιμωρείται. Επίσης, τιμωρείται όποιος εγκωμιάζει ή αρνείται ή εκμηδενίζει τη σημασία εγκλημάτων γενοκτονίας κατά της ανθρωπότητας, όπως αυτής των Εβραίων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακολουθεί κατάλογος των ποινών, φυλακίσεως και προστίμων, για άτομα και ΜΜΕ που προβάλλουν τοιαύτες απόψεις (έως 100.000 ευρώ τα χρηματικά πρόστιμα για κανάλια).

Μερικοί, ίσως, αναρωτηθούν για ποιο λόγο ποινικοποιείται απροσδόκητα η αμφισβήτηση ιστορικών γεγονότων, προεξέχοντος του Ολοκαυτώματος στο παρόν νομοσχέδιο. Μα δεν αντιλαμβάνονται ότι ένα αντιρατσιστικό νομοθέτημα, άξιο του ονόματός του δεν θα μπορούσε ποτέ ν’αφήσει απ’έξω τη χειρότερη γνωστή περίπτωση ρατσισμού, δηλαδή τον αντισημιτισμό; Το νομοσχέδιο είχε αρχικά κάποια προβλήματα, επειδή, όπως παρατήρησε βουλευτής της ΔΗΜΑΡ, ο όρος «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από και να ενισχύσει επικινδύνως τον Ποντιακό «εθνικισμό», που επιμένει στο θέμα της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Πάντως, στη νέα του μορφή, το νομοσχέδιο πέρασε επιτυχώς από επιτροπή της Βουλής και είναι έτοιμο για κατάθεση στην Ολομέλεια και ψηφοφορία.

Πότε θα κατατεθεί λοιπόν; Πάντως πρέπει να κατατεθεί για να ολοκληρωθεί η μετάλλαξη ενός λαού.

Υποσημειώσεις

1 George Orwell, «1984», New York 1961, Signet Classics, σελ. 176.
2. Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Νέα Εποχή, εκδ. Σταμούλη, Αθήνα 2004.
3. Jean-François Lyotard, La Condition Postmoderne, Edition De Minuit, 1979.
4. William Boelhower/Alfred Hornung (επιμ.), Multiculturalism and the American Self, Heidelberg, 2000, Universitaetsverlag C. Winter, σελ. 5.
5. Michael Hardt-Antonio Negri, Empire, Harvard University Press, 2000.
6. Στο γνωστό της Μανιφέστο του Κυβερνο-οργανισμού (A Cyborg Manifesto, Routledge, New York 1989), η Donna Harraway, κάνει μια θετική ανάγνωση της προοπτικής που ανοίγεται για τον φεμινισμό από την έλευση του υβριδίου ανθρώπου-μηχανής: Εδώ ξεπερνιέται η ιδέα της φύσης και μ’αυτήν της «φυσικής» κυριαρχίας του άνδρα πάνω στην γυναίκα. «Ο κυβερνοοργανισμός είναι η οντολογία μας», επιχαίρει η Harraway, «μας δίνει την πολιτική μας (…) Ο μύθος μου του κυβερνοοργανισμού», εξηγεί περαιτέρω η Harraway, «αναφέρεται στην υπέρβαση ορίων, ισχυρές συντήξεις και επικίνδυνες δυνατότητες, τις οποίες οι προοδευτικοί άνθρωποι θα μπορούσαν να διερευνήσουν στα πλαίσια μιας αναγκαίας πολιτικής εργασίας». Ο φεμινισμός που παρήγαγε την Conchita έχει αναμφίβολα προγραμματίσει περαιτέρω εκπλήξεις μετανθρώπινης απελευθέρωσης για το φιλοπρόοδο κοινό της Δύσεως. Δυστυχώς κι άλλοι στοχαστές άνοιξαν δρόμους για τον Μετάνθρωπο, σχετικοποιώντας επικίνδυνα την ιδέα του Ανθρώπου: «Ο Άνθρωπος είναι μόνο μία πρόσφατη ανακάλυψη», είπε ο πολύς Foucault, «μια φιγούρα ηλικίας ούτε δυο αιώνων, μια νέα ρυτίδα μέσα στη γνώση μας· θα εξαφανισθεί πάλι μόλις αυτή η γνώση θα έχει ανακαλύψει μία νέα μορφή». (Michel Foucaul, The Order of Things: An Archaelogy of the Human Sciences, ΧΧΙΙΙ, New York, Random House 1970 – Οι αναφορές στο βιβλίο Terminal Identity – The Virtual Subject in Postmodern Science Fiction του Scott Bukatman, Duke University Press, Durham and London 1993, κεφ. 5).
7. Αναφερόμενος στην ενσωμάτωση της «Ιστορίας των Γυναικών» στα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Αγγλικού Αναλυτικού Προγράμματος της Ιστορίας (History Curriculum 1990-1), ο καθηγητής Γιώργος Κόκκινος επισημαίνει ότι εδώ «η έννοια του κοινωνικού φύλου δεν προσεγγίζεται ως απλό εννοιολογικό και αναλυτικό εργαλείο της ιστορικής έρευνας, αλλά ως ενύπαρκτη συλλογική και ιστορική ταυτότητα, ως οργανωτική αρχή της κοινωνικής δόμησης» - αναφορά στην μελέτη της Hilary Bourdillon, On the Record. The Importance of Gender in Teaching History. Routledge, London-New York, 1994, σσ. 62-75. (Από το βιβλίο του Γ. Κόκκινου, Από την Ιστορία στις Ιστορίες. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998, σελ. 407).
8. Richard Evans, In Defence of History, New York 2000, σελ. 210. 
9. Διογένης Λαέρτιος, VII 85.
10. S.G. Pembroke, “Problems in Stoicism”, London 1971, σελ. 128.

Ο Κων/νος Π. Ρωμανός είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στο Παν/μιο Αιγαίου