Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Η ΓΥΝΑΙΚΑ. ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ . ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.



Η ΓΥΝΑΙΚΑ. ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ . ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.


Τήν γυναίκα του Αδάμ, τις γυναίκες των δικαίων των προ του Νόμου, του Ένώχ, του Νώε, του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, των δώδεκα πατριάρχων, καί όλες τις άπ’ αιώνος διαλάμψασες στην σωφροσύνη καί τήν άγαθωσύνη, ή Παλαιά Διαθήκη πουθενά δεν τις γιορτάζει, ούτε καί ό αρχαίος κόσμος τής ειδωλολατρίας καί σατανολατρίας.

Μόνον ό πολυγύναιος Σολομών πλέκει πραγματικά το έγκώμιο τής καλής γυναίκας, τής άγωνιζομένης νυχθημερόν
νά εύχαριστήση τον άνδρα της, τόν ομόζυγο της.

Ή Εκκλησία όμως σήμερα, μέ τήν γιορτή τών Μυροφόρων, τιμά τήν γυναίκα τής κάθε ήλικίας καί διδάσκει πώς ή γυναίκα, όταν είναι κοντά στον Χριστό, γίνεται ισχυρότερη του άνδρα, ικανή γιά τά πάντα.
Δέν σκιάζεται καμμιά φοβέρα. Στό πρόσωπό της τερματίζεται ή γυναικεία φιλαυτία καί δειλία καί τά δίνει όλα γιά όλα για τούς άλλους. Οί τολμηρές γυναίκες, πού λέγονται μυροφόρες, εύθύς ώς είδαν τήν ταφή του Χριστού, δέν κοιμήθηκαν, δέν έφτιάχθηκαν, δέν μαγείρεψαν, δέν έβαλαν πλυντήρια, άλλά άρχισαν νά ετοιμάζουν άρώματα, άρχισαν νά κάνουν προθέρμανση, γιά νά τολμήσουν νά επισκεφτούν, προτού νά φεγγίση ό ήλιος, τόν τάφο του εσταυρωμένου, του καταδικασμένου, του παραγκωνισμένου, του ξένου. Κι όλα αύτά τά δυναμιτάκια δέν τα πήραν άπό ...κανένα συμπόσιο, άλλά άπό τόν σταυρό του Χριστού. Ξεκινούν μέσα στήν
μαύρη νύχτα νά εκτελέσουν τά καυσίματα τής καρδιάς τους. Καί διδάσκουν όλο τον κόσμο πώς ή γυναίκα μέσα στήν Εκκλησία είναι τό πιο πολύτιμο πράγμα. Αντιθέτως, ή γυναίκα έκτος Εκκλησίας είναι ένα πραγματικό παλιοκούρελο, πού τό βαστά ό καθένας στό χέρι του καί περιμένει νά περάση τό άπορριματοφόρο του Δήμου να τό
πετάξει μέσα σάν άχρηστο, σάν κάτι πού του είναι περιττό στήν ζωή του, σάν βρώμικο.


Αυτό τό μάθημα τής πραγματικής γυναίκας μάς δίνει σήμερα τό τόλμημα τών Μυροφόρων. Ή γυναίκα του Χριστού, όπου καί να πάη μυρίζει , ευωδιάζει και την χαρά καταγγέλλει. Πάντοτε ό άνθρωπος έψαχνε τήν όμορφη γυναίκα, λαχταρούσε να δή μια όμορφη γυναίκα, όχι όμως τήν
σημερινή γυναίκα πού είναι μόνον σάρκες καί κόκκαλα καί τίποτε παραπάνω.
Ή γυναίκα πού παραμένει έν τώ Χριστώ έχει τρία χαρακτηριστικά: Είναι σεμνή. Είναι ταπεινή. Είναι αυτάρκης. Ή σημερινή γυναίκα του κόσμου έχει τρία χαρακτηριστικά: Είναι άσεμνη. Είναι άπιστη. Θέλει λεφτά καί σέξ. Τά πάντα κάνει, γιά να έλκύση τό έτερο φύλο, τολμώ να πώ καί τό όμοιο, στις ηδονές του βίου. Δέν ζητάει σπίτι. Θέλει να ζήση έξω τής αυλής της...
Βρέθηκα στήν Βοστόνη από τά βάσανα τών πολλών μου
ασθενειών' όχι γιά να κηρύξω ή να προφητέψω. Συνάντησα μιά γυναίκα. Φορούσε ένα απλό παπούτσι, σάν κείνη την πολυθρύλητη συρτή παντόφλα, τήν ένδοξη, τών γιαγιάδων μας. Τό φόρεμά της απλό, λίγο πάνω από τόν αστράγαλο.
Άβαφτη, αμπογιάτιστη. Το μαλλάκι της, χτενισμένο άπ’ τά χέρια της, έφτιαχνε μια μικρή φουντίτσα πίσω στό κεφάλι της. Ρωτώ:
-Πόσα χρόνια έχεις σ αυτήν τήν ξένη χώρα;
-Τριάντα πέντε.
-Καί δέν άλλαξες ούτε κόμμωση, ούτε υπόδηση;
-'Όχι, Γέροντα. Όπως ήρθα από τήν Μυτιλήνη τό χωριό μου, έτσι παρέμεινα.
-Δέν σέ πήραν τά πυρά του πολιτισμού να σέ αλλοιώσουν;
Γεροντοκόρη είσαι;
-Όχι, Γέροντα. Ύπανδρος μέ παιδιά. Κόπιασε από το σπίτι μου τό βράδυ να πιάσετε ψωμί.
Σκλαβωμένος από τήν σεμνότητά της πήγα. Σε ανώγειο μέ υποδέχθηκε. Όλα θύμιζαν Ελλάδα, άλλά καί ορθόδοξη Εκκλησία. Σ' ένα δωμάτιο ήταν τό προσκυνητάρι μέ τις άγιες εικόνες, μέ τά βιβλία τής Εκκλησίας, μέ τό λιβάνι καί τό κερί καί τό καντήλι της πίστης καί του Γένους αναμμένο. Τής λέγω:
-Δέν περίμενα σ’ αύτήν την χώρα, πού γίνεται τό μάλε βράσε, να λικνίζεται μέσα στο σπίτι ό Χριστός.
Περπάταγα στήν Θεσσαλονίκη μέ μοναχό από τό πρωί μέχρι τό βράδυ. Εκεί δά στην Αριστοτέλους αργά το απόγευμα παρουσιάστηκε μπροστά μου μιά παραδοσιακή γυναίκα. Στάθηκα, σταυροσημειώθηκα
καί είπα: «Δόξα τω Θεό, σήμερα είδα γυναίκα». Μου λέγει ό μοναχός:
-         Καλά, όλη μέρα, Γέροντα, δέν έβλεπες γυναίκες;
-         Όχι, παιδί μου, κούσελα έβλεπα. Πόνο μου δημιουργούσαν στήν ψυχή μου. Πώς αυτή ή κόρη μπορεί να είναι
ή αυριανή μητέρα; Πώς ή γυναίκα αυτή μ’ αυτήν τήν ξεφτίλα στήν παρουσία καί στους τρόπους μπορεί μεθαύριο να γίνη οικοδέσποινα; Πώς αυτή ή ξεγαρισμένη πρωτοφούρνη θά μπορέση να κρατήση άναμμένο τό καντήλι τής πίστης καί τού Γένους; Ποιος θά την  δή να προσεύχεται γονατιστή;

Ποιος θά τήν άντικρύση με τό λιβανωτό στό χέρι; Ποιος θά τήν δή να νανουρίζη το παιδί της, όχι μέ μπουζούκια, άλλά μέ τραγούδια πού δεν διαφέρουν από χερουβικό ύμνο; Ποιος θά τήν δή να δυσκολεύεται να ταξιδέψη, για να μή σηκωθή τό φόρεμά της καί φανή ό άστράγαλός της; Ή ωραιότερη εικόνα πάνω στήν γή είναι ή μάννα πού βαστά τό παιδί στήν αγκαλιά της. Αυτήν τήν εικόνα μας τήν δίνει κάθε εκκλησιά πού
πηγαίνουμε να προσκυνήσουμε. Είναι ή Παναγία μέ τον Χριστό, πού είναι ή αληθινή, ή ζεστή αγκάλη, πού την ζητάμε όλοι. Άχ, ας μάς την έδινε καί ή γυναίκα πού νομίζει πώς βασιλεύει σήμερα στόν
κόσμο, άλλά δέν κατακυριεύει.
Καί ό άνδρας πού πηγαίνει κοντά της, αφού αμαρτήσει, αφού ικανοποιηθεί, αυτήν πού πρότερα έπνιγε στά φιλιά, ή
ψυχολογία του του λέγει: «Δός της μιά κλωτσιά να τής χύσης τά έντερά της».
Γυναίκα, ό Χριστός σε τίμησε. Γυναίκα, ή πίστη στον Χριστό σε ανέβασε. Γυναίκα,
μεγάλης τιμής αξιώθηκες από τήν Εκκλησία· γιορτή σου έφτιαξε σήμερα. Αγάπησε τον Άναστάντα Χριστό καί ζήσε
μέσα στήν Εκκλησία σάν μυροφόρα, σάν οικοδέσποινα, σάν μάννα, γιά να είσαι πάντοτε ή πολυτραγουδισμένη, ή σεβαστή, ή πανώρια μέσα σ’ αύτόν τόν παράδεισο πού ζούμε. Να παραμείνεις ή φιλόκαλη καί φιλόστοργη και σύντροφος του Άδάμ καί οίκίστρια του –παραδεισου.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΠΙΔΑ ΜΑΙΟΣ ΙΟΥΝΙΟΣ 2017