Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Η ΛΕΙΤΟΥΓΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΑΘΩΝ

Η ΛΕΙΤΟΥΓΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΑΘΩΝ

Η λειτουργία των
 ανθρώπινων παθών

2.2   Το διάγραμμα των παθών και οι συγγενείς προς αυτά καταστάσεις

Η άγνοια του Θεού, η εγκατάλειψη του αγαθού και η φιλαυτία. η οποία στην γλώσσα της ψυχολογίας είναι ένας δευτερογενής ναρκισσισμός που ξεπερνάει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και θέλει να καταβροχθίσει τα πάντα, είναι η αιτία που οδηγεί στα πάθη και η ρίζα που τρέφει το δένδρο αμαρτίας. Η δε αμαρτία είναι το νερό με το οποίο ποτίζεται η ρίζα των παθών. Όταν το πάθος γίνεται πράξη τότε αυτό καλείτε αμαρτία. Εν τούτοις τα πράγματα μπορεί να έχουν και αντίθετη φορά στην οποία η αμαρτία ως ροπή αρχικά προσβάλει το λογισμό· εάν τη δεχθεί παθητικά βυθίζεται στη φαντασία, κατόπιν γίνεται επιθυμία, μετά για να ικανοποιηθεί πράξη και τελικά πάθος.

Σχετικά ο Ευάγριος Ποντικός αναφέρει: «Πρότερον, η έννοια τα πάθη κινεί, ή τα πάθη την έννοια, προσεκτέον. Τισί μέν γάρ έδοξε το πρότερον, τισί δε το δεύτερον».[53] Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, «Πάθος είναι η παρά τη φύση κίνηση της ψυχής ή προς αγάπη παράλογη ή προς μίσος απερίσκεπτο εναντίον κάποιου ανθρώπου, ή για κάποιο από τα αισθητά πράγματα».[54]

Είναι γεγονός ότι υπάρχει μια πανανθρώπινη επιθυμία για υπαρξιακή πληρότητα και ευδαιμονία, η οποία όμως εκφράζεται ως ακόρεστη δίψα για απόλαυση που μένει ανικανοποίητη και μοιάζει να μη σβήνει ποτέ. Μία δεύτερη ανάγνωση στις ανθρώπινες εκδηλώσεις μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε σε αυτές την αναζήτηση της χαράς εντός των ορίων του αισθητού κόσμου, σε οτιδήποτε είναι ικανό να προκαλέσει ευφορία.[55] Τι είναι όμως αυτό που τελικά εκφυλίζει τις φυσιολογικές προθέσεις-κάνοντας τον άνθρωπο να ταυτίζει τη χαρά με την ηδονή-[56]και κατευθύνει στην ανάπτυξη των παθών, σε παρα φύσιν ροπές και σε εμπλοκή των πραγμάτων;

Οι πατέρες εντοπίζουν την αρχή αυτής της εκτροπής στην υπερηφάνεια, αυτή αποτελεί τη φυσική υγρασία που ευνοεί την βλάστηση της εμπαθούς ζωής. Στην κλίμακα του Ιωάννη η υπερηφάνεια χαρακτηρίζεται ως «ακέφαλος»[57] πλάνη, διότι δεν προέρχεται ούτε τροφοδοτείται από άλλο πάθος, τουναντίον είναι η γενεσιουργός αιτία των παθών. Νοείται ως δαιμονικό πνεύμα (δαίμων της υπερηφανείας)[58] το οποίο στρέφει τις ίδιες τις δυνάμεις του ανθρώπου εναντίον του καθιστώντας τον θύμα των ιδιοτήτων του.[59] Η υπερηφάνεια παρουσιάζεται στις ποικίλες αποχρώσεις της πνευματικής πτώσης που εντοπίζονται στην οργή, την κατάκριση, το θυμό, το φθόνο και ένα πλήθος ακόμη συμπτωμάτων βλαπτικών για την ψυχή με αποκορύφωμα την απώλεια της λογικής. Επίσης μπορεί να κρύβεται πίσω από ταπεινόσχημα αιτήματα.
Όλοι οι τύποι εμπαθούς συμπεριφοράς αποτελούν την παθολογική κατάληξη των ψυχικών κινήσεων. Στα παθολογικά αποτελέσματα τους όταν εντοπίζεται η παράμετρος της δαιμονικής επίδρασης στον άνθρωπο, αποκαλύπτεται πως τα αίτια της επίδρασης δεν είναι φυσιοκρατικά, αλλά ότι έχουν πνευματική προέλευση. Ο Γέρων Σωφρόνιος σε αντιδιαστολή με την κατά φύση χριστιανική ζωή την ονομάζει «δαιμονιώδη πνευματικότητα».[60]Στην πατερική γραμματεία τα πάθη δεν είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους αλλά εμπλέκονται αμοιβαίως και αλληλοτροφοδοτούνται. Επιπλέον ενεργοποιούνται από τους πειρασμούς που τα συνοδεύουν αφορώντας τόσο την ψυχή όσο και το σώμα.[61]Στη συνέχεια η παράθεση των παθών που ακολουθεί είναι εμπνευσμένη από τη σκέψη του Jean Claude Larchet.[62]

2.2α. Κενοδοξία

Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης τονίζει ότι υπάρχει ενεργή σχέση μεταξύ της υπερηφανείας και του πάθους της κενοδοξίας στο απώτατο όριο του οποίου εντοπίζεται η αφετηρία της πρώτης. Η πολύπτυχη μορφολογία των εμπαθών καταστάσεων απεικονίζεται εναργώς και στον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται η κενοδοξία με τη διαστροφή των έμφυτων και επίκτητων ιδιοτήτων του προσώπου. Καθώς η σκληρή ουσία της είναι η επίδειξη, η υποκρισία και η ιδιοτέλεια, μεριμνά για την εξωτερική εικόνα, τρέφεται από την έκφραση της θετικής γνώμης των άλλων, αποζητά συνεχώς την επιβεβαίωση, την κολακεία, αναζητεί τα μεγαλεία, διακατέχεται από πνεύμα υψηλοφροσύνης και όταν εισπράξει τα ποθούμενα δίνει βήμα στην υπερηφάνεια. Λανθάνει επίσης στην αυτομεμψία καθώς κάθε πράξη της προέρχεται από φαύλα κίνητρα, στερούμενη ριζικά το στοιχείο της αυθεντικότητας.

Πρόκειται για μεταμφιεσμένη έκφραση συναισθημάτων που πλήττει κυρίως όσους έχουν φυσικά χαρίσματα. Πληροί τόσο τις προϋποθέσεις του φανταστικού εγώ με μία σειρά ταυτίσεων, όσο και του ναρκισσιστικού συμπλέγματος[63] που ανιχνεύεται στο φόβο της απόρριψης, καθώς εμφορείται από τη διάθεση αυτοπροβολής και ουσιαστικά από το όραμα της επικράτησης. Υπάρχει ακόμα μία παράδοξη εκδήλωση της κενοδοξίας που ωθεί τον άνθρωπο να επιδίδεται με ζήλο στην άσκηση, να πολεμά κάποια πάθη, ή να τηρεί κάποιες αρετές, γι αυτό θεωρείται λεπτό πάθος που δύσκολα διακρίνεται. Εξαιτίας της προσκόλλησης του κενόδοξου στα πράγματα του κόσμου και τον έπαινο των συνανθρώπων ο Ιωάννης της Κλίμακος την αποκαλεί απόγονο της απιστίας,[64]που τοποθετεί το Θεό σε δεύτερη μοίρα.

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι τα υποτιθέμενα χαρίσματα είναι χωρίς αντίκρισμα και τελικά ο κενόδοξος αιχμαλωτίζεται στο δίχτυ που ο ίδιος απλώνει για τους άλλους. Έτσι «η κενοδοξία πολλές φορές αντί για τιμή προξένησε ατιμία».[65]Όταν η ψυχή δεν εισπράττει τα επιθυμητά αποτελέσματα τότε οι κύριες παθολογικές εκδηλώσεις της είναι λύπη, η οργή, η μνησικακία, με συνέπεια να αποσπάται ο άνθρωπος από την πραγματικότητα και να οδηγείται στην πορνεία και στα υπόλοιπα πάθη.