Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Μᾶς «κάλυψε» ὀ Θωμᾶς!

Μᾶς «κάλυψε» ὀ Θωμᾶς!

«Για μία και μοναδική φορά, η πίστη ήταν κακή και η απιστία ήταν καλή!»


Ρεαλιστική η εποχή μας δεν ανέχεται φαντασίες και παραμύθια, έχει καταργήσει τα ταμπού, δέχεται μόνο γεγονότα και δεδομένα. Έτσι θέλει. Καθετί που ξεφεύγει από τους νόμους της φύσεως αποτελεί σκάνδαλο και καθετί που δεν εξηγείται με τους νόμους της λογικής συνιστά μωρία. Και το πιό παράδοξο πρόβλημα και η πιό ανεξήγητη ιστορία από όλα όσα συνέβησαν μέσα σ’ αυτό τον κόσμο και πάνω σ’ αυτή τη γη είναι χωρίς άλλο η ανάσταση του Χριστού. Πώς κάποιος που έζησε ως άνθρωπος και πέθανε ως θνητός, πώς ξαναπήρε τη ζωή, ξαναβρήκε το σώμα του, σηκώθηκε από τον τάφο και ζει; Πώς από τότε μέχρι τώρα και για πάντα απολαμβάνει, όχι μόνο με την ψυχή του αλλά και με το σώμα του άφθαρτο, μια ζωή που βέβαια δεν είναι η γνωστή μας ανθρώπινη ζωή, είναι όμως ζωή και μάλιστα ανώτερη και ωραιότερη;


     Τούτο το ερώτημα δίκαια, πράγματι, μπορεί να τυραννά κάθε εποχή τον κάθε άνθρωπο, όταν για πρώτη φορά το αντιμετωπίζει σαν ένα πρωτάκουστο νέο, σαν ένα πρωτόφαντο θαύμα, που αξιώνει ότι αποτελεί ευαγγέλιο, που παρουσιάζεται να δείχνει Θεό. Διότι ποιά άλλη αγγελία είναι πιό ευχάριστη από το ότι οι νεκροί μπορούν να αναστηθούν με τα σώματά τους; Και ποιά άλλη απόδειξη φανερώνει πιό καλά τη θεότητα από το ότι κάποιος μπορεί να αναστηθεί από τους νεκρούς; Αν ήταν δυνατόν να συγκεντρώναμε όλους τους απροκατάληπτους ανθρώπους της γης και των αιώνων, τους απλοϊκούς αλλά και τους σοφούς, τους ανίδεους αλλά και τους ιστορικούς, όλους μαζί σ’ έναν τόπο μπροστά στον αναστημένο Χριστό, και τους δίναμε τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απορίες τους, θα βλέπαμε πως όλοι, ανεξαιρέτως όλοι, θα σήκωναν το χέρι με ανυπομονησία και λαχτάρα να ρωτήσουν: Πώς έγινε αυτό; Κι ακόμη, θα ζητούσαν όχι μόνο να ρωτήσουν αλλά και να πλησιάσουν, να δουν από κοντά και να αγγίξουν Αυτόν που αναστήθηκε, για να πιστέψουν.


     Δεν είναι αφύσικο αυτό ούτε ασέβεια είναι. Κι ο Κύριός μας, ο οποίος γνωρίζει πως λειτουργεί ο άνθρωπος, καταλαβαίνει την ανάγκη μας και φρόντισε να μας την ικανοποιήσει. Ήθελε, εξάλλου, να ασφαλίσει το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεώς του από κάθε προσβολή και επίθεση μέσα στην ιστορία, ώστε να μένει πραγματικό και βέβαιο για τους τίμιους ερευνητές της αλήθειας. Γι’ αυτό έκανε τη συγκέντρωση που υποθέτουμε, μάζεψε μπροστά του τους απίστους και επιφυλακτικούς, τους ανύποπτους και φοβισμένους και δέχθηκε τις αντιρρήσεις τους. Ξέρετε ποιός σήκωσε πρώτος το χέρι να ρωτήσει; Ποιός με περισσότερη αυθάδεια και με μεγαλύτερη επιμονή ζήτησε να πεισθεί; Ο Θωμάς, «εις εκ των δώδεκα, ο λεγόμενος Δίδυμος» (Ιω 20,24), που έμεινε γνωστός ως ο άπιστος Θωμάς. Σαν να τον ακούμε, καθώς μας τα διηγείται ο ευαγγελιστής Ιωάννης, να υψώνει τη φωνή του ανάμεσα στους άλλους, που του μαρτυρούν την εμφάνιση του αναστημένου Χριστού, και να δηλώνει απερίφραστα· «Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω» (Ιω 20,25).


      Θαυμάζει κανείς, την απαίτηση του Θωμά. Δεν του αρκεί που ακούει με τα αυτιά του τόσους μάρτυρες να τον βεβαιώνουν ότι αναστήθηκε ο Διδάσκαλος. Δεν ικανοποιείται να δει με τα μάτια του τον Εσταυρωμένο ζωντανό. Θέλει να αγγίξει και με τα χέρια του το σώμα του Αναστημένου· ακόμη περισσότερο, να ψηλαφήσει με τα δάχτυλά του τις πληγές του Ιησού και περισσότερο ακόμη, να πιάσει με την παλάμη του ολόκληρη την τραυματισμένη του πλευρά! Ακοή, όραση, αφή, οι αισθήσεις του όλες απαιτούν να λάβουν πείρα του γεγονότος, και μάλιστα με τον πιό ολοκληρωμένο τρόπο. Υπάρχει άραγε, ύστερα από αυτή τη διατύπωση του Θωμά, κάποια άλλη μεγαλύτερη απαίτηση; Όλα όσα θα ήθελαν να πουν και όσα είπαν μέσα στους αιώνες οι άνθρωποι για να ανακρίνουν την Ανάσταση, πρόλαβε και τα είπε πρώτος ο μαθητής. Μας «κάλυψε» όλους ο Θωμάς. Δεν χρειάζεται πια να σηκώσει κανένας άλλος το χέρι. Χρειάζεται μόνο να ακούσουμε την απάντηση και να δούμε αν ο Θωμάς επιτέλους πείσθηκε.


      Ο Κύριος δεν μπορούσε βέβαια να μένει διαρκώς στη συχνότητά μας και να εμφανίζει συνεχώς τον εαυτό του στους ανθρώπους· η Ανάσταση θα καταντούσε ένα φτηνό θέαμα και το αποτέλεσμα θα ήταν ένας πρόχειρος εντυπωσιασμός. Έχοντας κοντά του τους έντεκα μαθητές του ήταν σαν να είχε συγχρόνως όλους τους ανθρώπους όλων των αιώνων. Τους άφησε να εκφράσουν τις αντιρρήσεις τους. Τους προκάλεσε να ζητήσουν αποδείξεις. Δεν τους επιτίμησε για απιστία ούτε απαξίωσε να τους απαντήσει. Φρόντισε να μη μείνει κανένα κενό, όπου θα μπορούσε να εισδύσει η αμφισβήτηση. Πρόσεξε να καλυφθεί κάθε περιθώριο, όπου θα εμφιλοχωρούσε η άρνηση. Εκείνη τη στιγμή προηγούνταν η ιστορία, πάνω στην οποία θεμελιώθηκε η πίστη. Για μία και μοναδική φορά, τότε, η πίστη ήταν κακή και η απιστία ήταν καλή, όπως επισημαίνουν οι πατέρες και όπως ψάλλει η Εκκλησία μας στον Εσπερινό του Σαββάτου της Διακαι­νησίμου:


      «Ω καλή απιστία του Θωμά! των πιστών τας καρδίας εις επίγνωσιν ήξε».


     Η απάντηση του Κυρίου στον Θωμά ήταν εξίσου θαυμαστή όσο θαυμαστή υπήρξε η απαίτηση του μαθητή. Στράφηκε πρόσωπο προς πρόσωπο στον Θωμά και του είπε· «Φέρε τον δάχτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός» (Ιω 20,27). Δέχθηκε να ψηλαφηθεί, ανέχθηκε να παλαμισθεί, για να γίνει ο μαθητής πιστός. Ριγούμε σήμερα οι χριστιανοί, όταν αναλογιζόμαστε αυτή τη σκηνή. Εκείνο το «φέρε και ίδε» κι εκείνο το «φέρε και βάλε» του Ιησού ηχεί μέσα μας μυσταγωγικά σαν ένα άλλο «Λάβετε, φάγετε», «Πίετε εξ αυτού» (Μθ 26,26.27). Ο Ιησούς προσφέρει τον εαυτό του σε μία κοινωνία του πάθους και της Αναστάσεώς του. Αγγίζοντας ο μαθητής με το δάχτυλο τις πληγές του Χριστού, πιάνει το θάνατο του και ακουμπώντας το χέρι στις ουλές του κρατά την Ανάστασή του.


     Από τα προστακτικά λόγια του Κυρίου και από το ρήμα «φέρε» φαίνεται ότι ο Θωμάς δεν ήθελε πια να ψηλαφήσει τον Κύριο, και ο Κύριος τον πιέζει· θέλει να πιστώσει την Ανάστασή του και μ’ αυτόν τον χειροπιαστό τρόπο. Η φοβερή ψηλάφηση, όπως εικονίζουν και οι αγιογράφοι της Εκκλησίας μας στους τοίχους των ναών, πρέπει τελικά να έγινε. Αλλά ο Κύριος επέτρεψε από τότε να γίνεται κάτι ακόμη μεγαλύτερο κι από εκείνη την ψηλάφηση, μας έδωσε κάτι ακόμη περισσότερο από εκείνο το αίτημα, που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να το φαντασθούμε ούτε θα τολμούσαμε ποτέ να το ζητήσουμε. Μας πρόσφερε τον εαυτό του όχι απλώς να τον αγγίζουμε, αλλά να τον τρώμε, να τον πίνουμε, να τον αφομοιώνουμε μέσα μας με τη χάρη του μυστηρίου και να βιώνουμε πάνω στον ίδιο τον εαυτό μας την Ανάσταση με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος. Έτσι, ικανοποίησε πλήρως όλες τις αισθήσεις μας, αφού μπορούμε και να γευόμαστε τώρα τον αναστημένο Χριστό.

     Ύστερα από τέτοιες μαρτυρίες μπορούν να υπάρχουν ακόμη άπιστοι; Ο λόγος του Κυρίου «και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός» (Ιω 20,27) υπαινίσσεται ότι ήταν δυνατόν ο Θωμάς, και ύστερα από όλα αυτά, να μη θελήσει να πιστέψει. Η ιστορία φανερώνει ότι αυτό συμβαίνει πολύ συχνά. Εντούτοις, δεν μπορεί πια κανείς να κατηγορήσει το γεγονός. Όποιος αμφιβάλλει ας αναζητήσει την αιτία στον εαυτό του. Η Ανάσταση υπάρχει και λάμπει αναμφισβήτητη. Όσοι δεν πιστεύουν, δεν έχουν επιχειρήματα και χάνονται στο σκοτάδι. Καταφεύγουν αυτοί σε μύθους και πλάθουν θεωρίες και υποθέσεις ανιστόρητες. Η εποχή μας νομίζει ότι είναι ρεαλιστική. Ή μάλλον είναι ρεαλιστική στα πάθη και στις κακίες της· σ’ αυτά είναι ωμή μέχρι αγριότητας, σκληρή μέχρι απανθρωπιάς. Αλλιώς, αρέσκεται στα παραμύθια, στις φαντασίες, στα ξωτικά. Την ελκύει περισσότερο ο κόσμος του μη πραγματικού, τη φοβίζει το αληθινό, και προπαντός όταν αυτό δείχνει το πρόσωπο του Θεού ή το δικό της.


     Γι’ αυτό η Ανάσταση, το πιό βεβαιωμένο πράγμα στον κόσμο, που φανερώνει ποιός είναι ο αληθινός Θεός και ποιός ο άθλιος άνθρωπος, δύσκολα γίνεται δεκτή. Προκαλεί τη λογική μας, προκαλεί τη ρεαλιστική εποχή μας αλλά και μας προσκαλεί. Όσοι τολμούμε μπορούμε σίγουρα να την ψηλαφήσουμε και να τη ζήσουμε μέσα στην Εκκλησία, η οποία συνεχίζει τη ζωή του αναστημένου Χριστού.

(+Στέργιου Ν. Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Παν/μίου, «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος», εκδ. Χριστιανική Ελπίς, Θεσ/νίκη 2007)

Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Mία ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν Ἂγιον Νικόδημον τὸν Ἀγιορείτην σὲ ὂσους ὐποστηρίζουν τὴν μεταγλώττισιν τῶν Λειτουργικῶν κειμένων

Mία ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν Ἂγιον Νικόδημον τὸν Ἀγιορείτην σὲ ὂσους ὐποστηρίζουν τὴν μεταγλώττισιν τῶν Λειτουργικῶν κειμένων


Φυλαχθείτε αδελφοί μου, από τον λογισμό τούτο· «εσύ είσαι αγράμματος και αμαθής και δεν καταλαβαίνεις εκείνα που λέγονται στην εκκλησία, και λοιπόν γιατί να πας;».

Σας απαντά ένας αββάς στο «Γεροντικό» ότι αν και σεις δεν καταλαβαίνετε εκείνα που λέγονται στην εκκλησία, ο διάβολος τα καταλαβαίνει, και για τούτο τρομάζει και φοβάται και φεύγει από σας· αφήνω δε, ότι και εσείς, αν και δεν τα καταλαβαίνετε όλα όσα λέγονται στην εκκλησία, όμως πολλά από αυτά τα ξέρετε και με εκείνα ωφελείσθε. Προσθέτω δε και τούτο, ότι αν εσείς συχνά πηγαίνετε στην εκκλησία και ακούτε τα θεία λόγια, η συνέχεια εκείνη με το καιρό σας κάνει να καταλαβαίνετε εκείνα που πριν δεν καταλαβαίνατε, όπως λέει ο Χρυσόστομος, διότι ο Θεός βλέποντας τη προθυμία σας ανοίγει το νου σας και τον φωτίζει στο να τα καταλαβαίνει.
(Πηγή: «Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν» Ἀγίου Νικοδήμου τοῦ Ἀγιορείτου)
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=2212

Ἑλληνορθοδοξία, τό μόνιμον πρόβλημα τῶν Δυτικῶν

Ἑλληνορθοδοξία, τό μόνιμον πρόβλημα τῶν Δυτικῶν

Ὁ Ἑλληνισμός ἡττᾶται μόνον μέ Ἐφιάλτας

Τοῦ πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


ΜΕΓΑΛΟ σάλο προκάλεσε πρίν ἀπό κάποια χρόνια ἡ γνωστή δήλωση τοῦ κ. Χένρυ Κίσιγκερ, πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν ΗΠΑ, γιά τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ νά τιθασευθῆ ὁ Ἑλληνισμός.


Σημασία ὅμως ἔχει ὅτι μέ τήν δήλωσή του ὁ κ. Κ. διετύπωσε μέ ἄλλο τρόπο κάτι, πού εἶχε συλλάβει ὁ συμπατριώτης του Γιάκομπ Φιλίπ Φαλλμεράγερ (1790-1861) στά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος…

Ὁ τελευταῖος ἀπό τον Ἰούλιο τοῦ 1840 ὥς τον Μάϊο τοῦ 1842 ταξίδευσε σέ πολλά μέρη τῆς “καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολῆς”, μεταξύ τῶν ὁποίων συμπεριέλαβε καί το Ἅγιον Ὄρος.

Στη σειρά “FRAGMENTE AUS DEM ORIENT” (1845) ἐκθέτει τίς ἐντυπώσεις του καί πολλές σημαντικές θέσεις, πού ἄμεσα μᾶς ἐνδιαφέρουν. Μιλώντας γιά τό ἍγιονὌρος, ἀναφέρεται στή νοερά προσευχή, τον “λατινέλληνα” Βαρλαάμ τόν Καλαβρό, τήν ἡσυχαστική κίνηση τοῦ 14ου αἰῶνος, τήν Ἀθωνιάδα Σχολή καί τόν Εὐγένιο Βούλγαρη, γιά τόν ὁποῖο ἐκφράζεται μέ θαυμασμό (βλ.Ἀθανασίου Ε. Καραθανάση,ὉJ.PH. FALLMERAYER (1790-1861) καί οἱ ἀναμνήσεις του ἀπό το Ἅγιον Ὄρος καί την Θεσσαλονίκη, στήν: Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπ. Θεσσαλονίκης, τόμ. 11, 2006, σελ. 7-28. Σπουδαία μελέτη).

Ὁ γερμανός καθηγητής ἀναφέρεται καί στή σχέση τοῦ Ἑλληνισμοῦ με τήν Ὀρθοδοξία καί γράφει τά ἑξῆς, ὅπως παραθέτει τά λόγια του ὁ ἐκλεκτός συνάδελφος κ. Καραθανάσης: «Ἀπ᾽ ἔξω -ἄς τό θυμοῦνται αὐτό στην Εὐρώπη, ὅλες οἱ ἐπιθέσεις κατά τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, πού εἶναι ταυτόσημο μέ τό ἀνατολικό ὀρθόδοξο δόγμα, εἶναι μάταιη προσπάθεια. Ὁ κίνδυνος μπορεῖ νά εἶναι μ ό ν ο  ἐ σ ω τ ε ρ ι κ ό ς…. (ἡ ἀραίωση δική μου).

Ὅλοι οἱ καθ᾽ οἱονδήποτε τρόπο ἐπιβουλευόμενοι τήν ἀκεραιότητα, ὕπαρξη καί ἱστορική συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, γνωρίζουν καλά τήν ἀδιαίρετη, ἀλλά καί ἀσύγχυτη ἕνωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέ τήν Ὀρθοδοξία, καί τό ἀδιάλυπο αὐτῆς τῆς ἑνώσεως. Καί τοῦτο, διότι ὁ Ἑλληνισμός, ὡς ἡ ὑπεροχότερη στήν ἱστορία συλλογική λυτρωτική ἀναζήτηση, καταξιώθηκε -κατά κάποιο τρόπο- ὡς ἀνθρώπινη φύση σέ μία θεανθρώπινη ἕνωση, τό θεῖο στοιχεῖο τῆς ὁποίας εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὁ Χριστός, δηλαδή, ὡς ἔνσαρκη Παναλήθεια. Γνωρίζουν ἀκόμη ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ζωτική δύναμη τοῦ Ἑλληνισμοῦ στούς αἰῶνες, ὅπως ἔχει ἀποδείξει ἡ Ἱστορία, καί ὅτι εἶναι ἀδύνατο «ἀπ᾽ ἔξω» νά πληγεῖ ὁ Ἑλληνισμός. Αὐτό μπορεῖ νά γίνη ΜΟΝΟ «ἀπό μέσα». Ἀλλ᾽ αὐτό σημαίνει προδοσία, γιά την ὁποία χρειάζεται ἡ «πέμπτη φάλαγξ», ὅπως μᾶς διδάσκει -πάλι- ἡ Ἱστορία. Χωρίς Ἐφιάλτες δέν ἡττᾶται ὁ Ἑλληνισμός…

Αὐτό λοιπόν γνωρίζουν πολύ καλά οἱ ἐχθροί τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί γι᾽ αὐτό, ὅταν θελήσουν νά τόν πλήξουν, ὑπολογίζουν στούς πολυώνυμος Ἐφιάλτες μας. Κυρίως σέ ἐκείνους, πού διαθέτουν ἀξίωμα, οἰκονομική εὐρωστία καί δύναμη (πολιτική λ.χ.). Διότι ὅλοι αὐτοί, ὅπως τό ξαναζοῦμε στίς ἡμέρες μας, ταυτιζόμενοι δουλοπρεπῶς μέ τούς ὁποιουσδήποτε «Μήδους», τούς «ἀφήνουν νά διαβοῦνε». Καί αὐτό, διότι ἐνεργοῦν ὡς θύματα τῶν ἀνόμων φιλοδοξιῶν τους.

Οἱ «Ἐφιάλτες» εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπειλή γιά τό Ἔθνος μας, στή σχέση του μάλιστα μέ τή ζωτική του δύναμη, πού εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων μας. Καί αὐτό συμβαίνει, ὅταν με τούς τρόπους καί τά μέσα, πού διαθέτουν διαφθείρουν τούς Ἕλληνες, καθιστώντας μας ὄχι φορεῖς, ἀλλά ἀχθοφόρους τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ ὀνόματος. Ἀπό τήν ἵδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους (1830), ὡς «προτεκτοράτου» τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων, ὑπό μόνιμη κατοχή, οἱ Ξένοι ἐξουσίαζουν καί κατευθύνουν τήν Χώρα μας μέ ὄργανα τούς «Ἐφιάλτες» αὐτοῦ τοῦ τόπου.

Αὐτό ὑπό μία μόνο προϋπόθεση μπορεῖ νά ἀποφευχθεῖ: Ὅταν ΟΛΟΙ ἐνεργοῦμε -καί ἰδιαίτερα οἱ (πολιτικοί) Ἡγέτες μας- ὡς Ἕλληνες πρός τά ἔξω καί ὄχι ὡς Ξένοι στήν Ἑλλάδα. Αὐτή εἶναι ἡ αἰτία τῆς σημερινῆς κακοδαιμονίας μας.
πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 16/3/2012

Τὸ ποτήρι τῶν θλίψεων

Τὸ ποτήρι τῶν θλίψεων

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ

Μια χάρη ζήτησαν από τον Χριστό δύο αγαπημένοι μαθητές Του, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, λίγο πριν το Πάθος Του.

-Διδάσκαλε, του είπαν, θέλουμε αυτό που θα σου ζητήσουμε να μας το κάνεις.
-Τί θέλετε να κάνω για σας; ρώτησε Εκείνος.
-Όταν θα εγκαταστήσεις την ένδοξη βασιλεία Σου, του αποκρίθηκαν, βάλε μας να καθίσουμε ο ένας στα δεξιά Σου και ο άλλος στα αριστερά Σου.
-Δεν ξέρετε τί ζητάτε, τους είπε τότε ο Ιησούς. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι των παθημάτων που θα πιω εγώ και να βαπτιστείτε με το βάπτισμα με το οποίο θα βαπτιστώ εγώ;
-Μπορούμε, του λένε.

Και ο Ιησούς τους απάντησε:

-Το ποτήρι που θα πιω εγώ θα το πιείτε, και με το βάπτισμα των παθημάτων μου θα βαπτιστείτε. το να καθίσετε όμως στα δεξιά μου και στα αριστερά μου δεν μπορώ να σας το δώσω εγώ, αλλά θα δοθεί σ' αυτούς για τους οποίους έχει ετοιμαστεί.

(Βλ. Μάρκ. 10: 35-40)


Πρόλογος

Ο ΠΟΝΟΣ, σωματικός ή ψυχικός, από τις δοκιμασίες και τα βάσανα τούτης της ζωής είναι το αναπόφευκτο πικρό ποτήρι του ανθρώπου. Ο πόνος είναι η ίδια η ζωή του. Θάνατοι, αρρώστιες, κατατρεγμοί, διαμάχες, φτώχεια, αποτυχίες, μοναξιά, φοβίες, αγωνίες, πειρασμοί... Πολύς και ποικίλος πόνος, που ορθώνει αμείλικτα ερωτήματα στις ψυχές και προσδίδει απύθμενη τραγικότητα στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Δεν τον δημιούργησε ο Θεός τον πόνο, αλλά μπήκε στη ζωή των ανθρώπων μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων, εξαιτίας της αμαρτίας. Ο νέος Αδάμ όμως, ο Θεάνθρωπος Ιησούς, σήκωσε στους ώμους Του μαζί με την αμαρτία και τον πανανθρώπινο πόνο. Έτσι μεταμόρφωσε τον εξουθενωτικό χαρακτήρα του πόνου σε σωτήριο φάρμακο και ανέδειξε τις θλίψεις ως κατ' εξο­χήν οδό θεραπείας, εξαγιασμού και τελειώσεως του ανθρώπου.

Από τότε ο Χριστός παραμένει η μοναδική αδιάψευστη ελπίδα των πονεμένων. Τα λόγια Του αντηχούν παρήγορα μέσα στους αιώνες: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11:28). «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε. αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιω. 16:33).

Δίχως τον Χριστό τα ανθρώπινα δεινά είναι φορτίο βαρύ και ασήκωτο. Με τον Χριστό ο πόνος μετατρέπεται σε γλυκασμό, η οδύνη σε παράκληση, η αγωνία σε ελπίδα, το άγχος σε υπομονή, ο Γολγοθάς σε Ανάσταση.

Οι άγιοι της Εκκλησίας, βλέποντας κάθε δοκιμασία ως επίσκεψη Θεού και αφορμή πνευματικού κέρδους, χαίρονταν στα παθήματά τους, ενώ αντίθετα ανησυχούσαν στις μακρές περιόδους αναψυχής.

Την ορθόδοξη διδασκαλία για τις θλίψεις παρουσιάζει με γλαφυρό τρόπο στις επόμενες σελίδες ο άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ (1807-1867), επίσκοπος Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας. Υπήρξε σύγχρονος και ισάξιος των μεγάλων στάρετς της Ρωσίας, οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ, οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου και αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης.

Ο άγιος Ιγνάτιος, μαζί με το λαμπρό παράδειγμα της οσιακής του βιοτής, άφησε στον λαό του Θεού ως κληρονομιά πολύτιμη και τα εμπνευσμένα του συγγράμματα. Σε αυτά η ευαγγελική αλήθεια και η αγιοπατερική διδαχή παρουσιάζονται με τρόπο οικείο στον σύγχρονο άνθρωπο.

Το κείμενο που ακολουθεί περιέχεται στον δεύτερο τόμο της ελληνικής μεταφράσεως των Έργων του, «Ασκητικές εμπειρίες Β'», που επιμελείται και εκδίδει η Μονή μας. Το προσφέρουμε με την ολόθερμη ευχή να αγγίξει παραμυθητικά την ψυχή κάθε πονεμένου αναγνώστη και να του προσθέσει υπομονή, μεγαλοψυχία, ελπίδα και πίστη στον «δι' ημάς παθόντα και αναστάντα» Κύριο.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Το ποτήρι των θλίψεων

ΘΡΟΝΟΥΣ και δόξα ζήτησαν από τον Κύριο δυο αγαπημένοι Του μαθητές. Κι Εκείνος τους πρόσφερε το ποτήρι Του (βλ. Μάρκ. 10:35-40).

Το ποτήρι του Χριστού είναι το μαρτύριο, τα παθήματα.

Το ποτήρι του Χριστού σ' εκείνους που το πίνουν χαρίζει εδώ στη γη την πρόγευση της ευλογημένης βασιλείας του Χριστού και ετοιμάζει στον ουρανό θρόνους αιώνιας δόξας.

Άφωνοι στεκόμαστε όλοι μπροστά στο ποτήρι του Χριστού. Κανείς δεν μπορεί να παραπονεθεί γι' αυτό το ποτήρι, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί αυτό το ποτήρι. Γιατί Εκείνος που μας πρόσταξε να το γευθούμε, το ήπιε πρώτος απ' όλους.

Ω δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού! Θανάτωσες στον παράδεισο τους προπάτορές μας, εξαπατώντας τους με το δόλωμα της αισθησιακής ηδονής και με το δόλωμα της λογικής (βλ. Γεν. 2:9, 16-17. 3:1-7). Ο Χριστός, ο Λυτρωτής των καταδικασμένων ανθρώπων, έφερε στη γη, στους πεσμένους και εξορίστους, το δικό Του ποτήρι, το ποτήρι της σωτηρίας. Η πίκρα του ποτηριού Του εξαφανίζει από την καρδιά τη θανάσιμη και αμαρτωλή ηδονή. Η ταπείνωση, που ξεχειλίζει από το ποτήρι Του, θανατώνει το υπερήφανο σαρκικό φρόνημα. Όποιος πίνει τούτο το ποτήρι με πίστη και υπομονή, αποκτά πάλι την αιώνια ζωή, που τη στερηθήκαμε εξαιτίας της γεύσης του απαγορευμένου καρπού.

Θα πιω το ποτήρι του Χριστού, «θα πιω το ποτήρι της σωτηρίας» (Ψαλμ. 115:4).

Το ποτήρι του Χριστού το δέχεται ο χριστιανός, όταν τις θλίψεις της επίγειας ζωής τις υπομένει με το πνεύμα της ευαγγελικής ταπεινοφροσύνης.

Ο άγιος απόστολος Πέτρος όρμησε με γυμνό μαχαίρι να υπερασπίσει τον Θεάνθρωπο, που ήταν περικυκλωμένος από τους ανόμους. Μα ο πραότατος Κύριος Ιησούς είπε στον Πέτρο: «Βάλε το μαχαίρι στη θήκη. Θέλεις να μην πιω το ποτήρι που όρισε ο Πατέρας για μένα;» (Ιω. 18:11).

Λέγε κι εσύ το ίδιο, για να παρηγορήσεις και να δυναμώσεις την ψυχή σου, όταν οι συμφορές σε περικυκλώνουν: «Να μην πιω το ποτήρι που όρισε ο Πατέρας για μένα;».

Πικρό είναι το ποτήρι. Μια μόνο ματιά αν του ρίξει ο άνθρωπος, χάνει τη λογική του. Εσύ, όμως, στη θέση της λογικής βάλε την πίστη και πιες με γενναιότητα το πικρό ποτήρι. Σου το προσφέρει ο Πατέρας σου, ο πανάγαθος και πάνσοφος Πατέρας σου.

Δεν σου το ετοίμασαν ούτε οι Φαρισαίοι ούτε ο Καϊάφας ούτε ο Ιούδας! Δεν σου το δίνουν ούτε ο Πιλάτος ούτε οι στρατιώτες του! «Να μην πιω το ποτήρι που όρισε ο Πατέρας για μένα;».

Οι Φαρισαίοι ραδιουργούν, ο Ιούδας προδίδει, ο Πιλάτος προστάζει τον άνομο φόνο, οι στρατιώτες εκτελούν το πρόσταγμά του. Όλοι, με τις πονηρές τους πράξεις, ετοίμασαν τη βέβαιη καταστροφή τους. Μην ετοιμάζεις κι εσύ την εξίσου βέβαιη καταστροφή σου με τη μνησικακία, με την επιθυμία ή την πρόθεση εκδικήσεως και με την αγανάκτηση εναντίον των εχθρών σου.

Ο ουράνιος Πατέρας είναι παντοδύναμος και παντεπόπτης. Βλέπει τις θλίψεις σου. Αν, λοιπόν, ήταν απαραίτητη και ωφέλιμη για σένα η αποφυγή του ποτηριού Του, οπωσδήποτε θα σου το έπαιρνε.

Όπως μαρτυρούν η Αγία Γραφή και η Εκκλησιαστική Ιστορία, ο Κύριος πολλές φορές έχει επιτρέψει να δοκιμαστούν με θλίψεις αγαπημένα Του πρόσωπα, αλλά και πολλές φορές έχει απομακρύνει τις θλίψεις από τους φίλους Του, σύμφωνα με τις ανεξιχνίαστες βουλές Του.

Όταν εμφανίζεται μπροστά σου το ποτήρι, μην κοιτάς τους ανθρώπους που σου το δίνουν. Σήκωσε τα μάτια σου στον ουρανό και λέγε: «Να μην πιω το ποτήρι που όρισε ο Πατέρας για μένα;».

«Θα πιω το ποτήρι της σωτηρίας» (Ψαλμ. 115:4). Δεν μπορώ να αρνηθώ το ποτήρι, το εχέγγυο των ουράνιων και αιώνιων αγαθών. Ο απόστολος του Χριστού με διδάσκει την υπομονή: «Για να μπούμε στη βασιλεία του Θεού, πρέπει να περάσουμε από πολλές θλίψεις» (Πράξ.14:22). Πώς είναι δυνατό ν' αρνηθώ το ποτήρι αυτό, το μέσο με το οποίο θα φτάσω στην ουράνια βασιλεία και θα την οικειωθώ ολοκληρωτικά; Ναι, θα δεχθώ το ποτήρι, θα δεχθώ το δώρο του Θεού!

Το ποτήρι του Χριστού είναι, στ' αλήθεια, δώρο του Θεού. «Σ' εσάς», έγραφε ο μέγας Παύλος στους χριστιανούς των Φιλίππων, «δόθηκε το χάρισμα όχι μόνο να πιστεύετε στον Χριστό, αλλά και να υποφέρετε γι' Αυτόν» (Φιλιπ. 1:29).

Το ποτήρι φαινομενικά το παίρνεις από χέρια ανθρώπινα. Τί σημασία έχει για σένα αν σου, το δίνουν δίκαια ή άδικα; Εσύ οφείλεις να φερθείς σωστά, όπως ταιριάζει σ' έναν ακόλουθο του Ιησού: Με ευγνωμοσύνη προς τον Θεό και με ζωντανή πίστη να δεχθείς το ποτήρι. και αφού το δεχθείς, με ανδρεία να το πιεις όλο, ως την τελευταία του σταγόνα.

Όταν παίρνεις το ποτήρι από τα χέρια των ανθρώπων, να σκέφτεσαι ότι προέρχεται απ' Αυτόν, που είναι όχι απλώς Αθώος αλλά και Πανάγιος. Και καθώς θα το σκέφτεσαι, να επαναλαμβάνεις για σένα και για τους άλλους ταλαίπωρους αμαρτωλούς τα λόγια του μακάριου και συνετού εκείνου ληστού, που σταυρώθηκε στα δεξιά του σταυρωμένου Θεανθρώπου: «Εμείς δίκαια τιμωρούμαστε γι' αυτά που κάναμε... Θυμήσου με. Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία Σου» (Λουκ. 23:41-42).

Μετά γύρισε στους ανθρώπους, που σου δίνουν το ποτήρι, και πες τους: "Ευλογημένοι να είστε εσείς, τα όργανα της δικαιοσύνης και του ελέους του Θεού. Ευλογημένοι να είστε από τώρα και στην αιωνιότητα". Αν, ωστόσο, δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν και να δεχθούν τα λόγια σου, μη ρίξεις τα πολύτιμα μαργαριτάρια της ταπεινώσεως στα πόδια εκείνων που δεν μπορούν να τα εκτιμήσουν. Πες καλύτερα τα λόγια αυτά με τον νου και την καρδιά σου.

Μόνο έτσι θα εκπληρώσεις την εντολή του Ευαγγελίου που λέει: «Να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να δίνετε ευχές σ' εκείνους που σας δίνουν κατάρες» (Ματθ. 5:44).

Να προσεύχεσαι στον Κύριο γι' αυτούς που σε λύπησαν ή σε πρόσβαλαν. Να Τον παρακαλάς να τους ανταποδώσει πρόσκαιρα και αιώνια αγαθά σ' αυτό που σου έκαναν, και να τους το λογαριάσει σαν αρετή την ημέρα της Κρίσεως.

Ακόμα κι αν η καρδιά σου δεν θέλει να φερθείς μ' αυτόν τον τρόπο και αντιδρά, εσύ ανάγκασέ την. Τον ουρανό μπορούν να τον κληρονομήσουν μόνο όσοι ασκούν βία στον εαυτό τους για την εκπλήρωση των ευαγγελικών εντολών (βλ. Ματθ. 11:12).

Αν δεν θέλεις να φερθείς έτσι, τότε δεν θέλεις να είσαι ακόλουθος και μαθητής του Κυρίου Ιησού Χριστού. Με προσοχή κοίταξε βαθιά μέσα σου και αναρωτήσου: Μήπως βρήκες άλλο δάσκαλο; Μήπως υπο­τάχθηκες σ' αυτόν; Δάσκαλος του μίσους είναι ο διάβολος.

Φρικτό έγκλημα είναι η αδικία ή η καταπίεση του πλησίον. Ακόμα πιο φρικτό έγκλημα είναι ο φόνος. Αν, όμως, μισείς τον καταπιεστή σου, τον συκοφάντη σου, τον προδότη σου, τον φονιά σου, αν δεν ξεχνάς το κακό που σου έκαναν, ή και τους εκδικείσαι, διαπράττεις αμαρτία βαριά σχεδόν όσο και η δική τους. Άδικα παριστάνεις στον εαυτό σου και στους άλλους τον δίκαιο. «Όποιος μισεί τον αδελφό του είναι ανθρωποκτόνος», διακήρυξε ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού (Α' Ιω. 3:15).

Η ζωντανή πίστη στον Χριστό μας μαθαίνει να δεχόμαστε το ποτήρι του Χριστού. Και το ποτήρι του Χριστού, όταν το γευόμαστε, ξεχύνει στις καρδιές μας την ελπίδα στον Χριστό. Η ελπίδα στον Χριστό, πάλι, χαρίζει στις καρδιές δύναμη και παρηγοριά.

Το παράπονο για το ποτήρι που έχει προοριστεί από τον Θεό, η αγανάκτηση, η ανυπομονησία, η μικροψυχία και προπαντός η απελπισία είναι αμαρτίες μπροστά στον Κύριο, είναι τα κακόμορφα παιδιά της εγκληματικής απιστίας.

Είναι αμαρτία να βαρυγγωμούμε εναντίον των αδελφών μας, όταν αυτοί γίνονται όργανα των δοκιμασιών μας. Πολύ μεγαλύτερη αμαρτία είναι να βαρυγγωμούμε εναντίον του Θεού, όταν το ποτήρι των θλίψεων κατεβαίνει σ' εμάς κατευθείαν από τον ουρανό.

Όποιος πίνει το ποτήρι με ευγνωμοσύνη προς τον Θεό και με ευχές προς τους αδελφούς που του το προσφέρουν, αυτός έφτασε στην αγία ανάπαυση, στη χάρη της ειρήνης του Χριστού, και από τώρα κιόλας απολαμβάνει τον πνευματικό παράδεισο του Θεού.

Τα πρόσκαιρα βάσανα αυτά καθεαυτά είναι ασήμαντα. Εμείς τα θεωρούμε σημαντικά, επειδή είμαστε κολλημένοι στη γη και στα φθαρτά, επειδή είμαστε ψυχροί απέναντι στον Χριστό και την αιωνιότητα.

Όσες θλίψεις κι αν δοκιμάζουμε στην παρούσα ζωή, αυτές δεν μπορούν να συγκριθούν με τα αγαθά που μας περιμένουν στην αιωνιότητα, αλλά ούτε και με την παρηγοριά που από εδώ κιόλας μας χαρίζει το Άγιο Πνεύμα.

«Αυτά που τώρα υποφέρουμε», λέει ο απόστολος, «δεν ισοσταθμίζουν τη δόξα που μας επιφυλάσσει ο Θεός στο μέλλον» (Ρωμ. 8:18).

Οι ψυχές που δοκιμάζουν διάφορες θλίψεις, είτε φανερές, από τις ενέργειες μοχθηρών ανθρώπων, είτε αφανείς, από την επανάσταση αισχρών λογισμών μέσα στον νου, ή υποφέρουν από σωματικές ασθένειες, αν υπομείνουν ως το τέλος, θα αξιωθούν να στεφανωθούν όπως οι μάρτυρες και ν' αποκτήσουν όση κι εκείνοι παρρησία ενώπιον του Θεού.

Υπομένεις την πικρή και αηδιαστική γεύση των φαρμάκων. Υπομένεις τον τόσο οδυνηρό ακρωτηριασμό και καυτηριασμό κάποιου μέλους σου. Υπομένεις το μακροχρόνιο βάσανο της πείνας και την επίσης μακροχρόνια απομόνωση στο δωμάτιό σου, λόγω σοβαρής αρρώστιας. Υπομένεις τα πάντα, για να αποκατασταθεί η κλονισμένη υγεία του σώματός σου, το οποίο, και καλά να γίνει, οπωσδήποτε θα ξαναρρωστήσει, οπωσδήποτε θα πεθάνει και θα λιώσει. Υπόμενε, λοιπόν, και την πίκρα του ποτηριού του Χριστού, που θα φέρει τη θεραπεία και την αιώνια μακαριότητα στην αθάνατη ψυχή σου.

Το ποτήρι σου φαίνεται ανυπόφορο, θανατηφόρο; Τότε, αν και ονομάζεσαι χριστιανός, δεν ανήκεις στον Χριστό. Για τους αληθινούς μαθητές του Χριστού το ποτήρι Του είναι ποτήρι χαράς. Γι' αυτό ακριβώς και οι άγιοι απόστολοι, μετά τον ξυλοδαρμό τους μπροστά στο συνέδριο των πρεσβυτέρων των Ιουδαίων, «έφυγαν χαρούμενοι, επειδή ο Θεός τους αξίωσε να κακοποιηθούν για χάρη του Χριστού» (Πράξ. 5:41).

Πικρές ειδήσεις άκουσε ο δίκαιος Ιώβ. Η μια μετά την άλλη ερχόταν κι έπεφτε βαριά πάνω στην ακλόνητη καρδιά του. Απ' όλες πιο βαριά ήταν η τελευταία: Όλοι του οι γιοί κι όλες του οι κόρες έχασαν ξαφνικά τη ζωή τους με θάνατο βίαιο και τραγικό (βλ. Ιώβ 1:13-19). Από τη μεγάλη του θλίψη ο δίκαιος Ιώβ ξέσκισε τα ρούχα του κι έριξε στάχτη στο κεφάλι του. Ύστερα, όμως, δείχνοντας τη ζωντανή του πίστη, έπεσε καταγής, προσκύνησε τον Κύριο και είπε: «Εγώ γυμνός βγήκα από την κοιλιά της μάνας μου, γυμνός και θα φύγω από τον κόσμο τούτο. Ο Κύριος τα έδωσε όλα, ο Κύριος και τα πήρε πίσω. Όπως φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι κι έγινε. Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Κυρίου σ' όλους τους αιώνες!» (Ιώβ 1:21).

Με απλότητα καρδιάς να εμπιστεύεσαι Εκείνον που και τις τρίχες του κεφαλιού σου τις έχει μετρημένες (βλ. Ματθ. 10:30). Αυτός γνωρίζει πόσο πρέπει να πιεις από το θεραπευτικό ποτήρι που σου προσφέρει, για να γίνεις καλά.

Ο Θεός ποτέ δεν αφήνει τους πιστούς δούλους Του να δοκιμαστούν πάνω από τις δυνάμεις τους. «Ο Θεός, που κρατάει τις υποσχέσεις Του», γράφει ο άγιος απόστολος Παύλος, «δεν θα επιτρέψει σε κανέναν πειρασμό να ξεπεράσει τις δυνάμεις σας. αλλά, όταν έρθει ο πειρασμός, θα δώσει μαζί και τη διέξοδο, ώστε να μπορέσετε να τον αντέξετε» (Α' Κορ. 10:13).

Οι άνθρωποι γνωρίζουν πόσο βάρος μπορεί να σηκώσει ένα ζώο. Πολύ περισσότερο η άπειρη Σοφία του Θεού γνωρίζει πόσο βαριές δοκιμασίες μπορεί να σηκώσει μια ψυχή.

Ο κεραμοποιός γνωρίζει και την ένταση της φωτιάς και τον χρόνο που πρέπει να μείνουν σ' αυτήν τα πήλινα σκεύη, για να ψηθούν σωστά. γιατί, αν παραψηθούν, σπάζουν, κι αν πάλι μισοψηθούν, είναι ακατάλληλα για χρήση. Πολύ περισσότερο ο Θεός γνωρίζει πόσον καιρό πρέπει να βαστήξει η φωτιά της δοκιμασίας και πόσο δυνατή πρέπει να είναι αυτή η φωτιά, ώστε τα λογικά Του σκεύη, οι χριστιανοί, να γίνουν ικανοί για την είσοδο στη βασιλεία των ουρανών.

Κοίτα συχνά τον Ιησού: Μπροστά στους σταυρωτές Του στεκόταν άφωνος, «σαν το αρνί μπροστά σ' αυτόν που το κουρεύει». Παραδόθηκε στον θάνατο «σαν το αθώο πρόβατο που οδηγείται στη σφαγή» (Ησ. 53:7. Πράξ. 8:32). Μην πάρεις απ' Αυτόν τα μάτια σου, και τις θλίψεις σου θα τις διαλύσει μια ουράνια, πνευματική γλυκύτητα. Με τις πληγές του Ιησού θα θεραπευ­θούν οι πληγές της καρδιάς σου.

«Φτάνει, έως εδώ!», είπε ο Κύριος σ' εκείνους που θέλησαν να Τον υπερασπίσουν στον κήπο της Γεθσημανή. Κι ύστερα άγγιξε το κομμένο αυτί του δούλου, που είχε έρθει για να Τον συλλάβει, και τον θεράπευ­σε (βλ. Λουκ. 22:51).

«Μήπως νομίζεις», αποκρίθηκε ο Κύριος σ' εκείνον που με το μαχαίρι προσπάθησε να πάρει μακριά Του το ποτήρι, «ότι δεν μπορώ να παρακαλέσω τον Πατέρα μου, κι Αυτός να μου στείλει για συμπαράσταση πάνω από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων;» (Ματθ. 26:53).

Στον καιρό των συμφορών μη ζητάς βοήθεια από ανθρώπους. Μη χάνεις πολύτιμο χρόνο, μη σπαταλάς τις ψυχικές σου δυνάμεις γυρεύοντας αυτή την ανίσχυρη βοήθεια. Από τον Θεό να περιμένεις βοήθεια. Με δική Του εντολή, όταν πρέπει, θα έρθουν οι άνθρωποι να σε βοηθήσουν.

Σώπαινε ο Κύριος μπροστά στον Πιλάτο και τον Ηρώδη. Δεν είπε ούτε λέξη για να δικαιωθεί. Την αγία και σοφή σιωπή Του να μιμείσαι, όταν βλέπεις πως οι εχθροί σου επιδιώκουν να σε καταδικάσουν οπωσδήποτε, για να κρύψουν με τη δική σου καταδίκη τη δική τους κακή προαίρεση.

Όπως κι αν εμφανιστεί μπροστά σου το ποτήρι, είτε σαν τα σύννεφα, που μαζεύονται σιγά-σιγά και προειδοποιούν για την καταιγίδα, είτε αιφνίδια, σαν δυνατός ανεμοστρόβιλος, εσύ πες στον Θεό: «Ας γίνει το θέλημά Σου»! (Λουκ. 11:2).

Είσαι μαθητής του Ιησού, ακόλουθος του Ιησού, υπηρέτης του Ιησού. Εκείνος είπε: «Όποιος θέλει να με υπηρετεί, ας ακολουθεί τον δικό μου δρόμο, κι όπου είμαι εγώ, εκεί θα είναι κι ο δικός μου υπηρέτης» (Ιω. 12:26). Ο Ιησούς πέρασε την επίγεια ζωή Του με μαρτύρια. Ήταν κατατρεγμένος από τη γέννησή Του ως τον τάφο. Η κακία Του ετοίμαζε πικρό θάνατο από τότε που ήταν στα σπάργανα. Μα κι όταν πραγματοποίησε τον σκοπό της, δεν ικανοποιήθηκε. Προσπάθησε να εξαφανίσει από προσώπου γης ακόμα και τη μνήμη Του.

Στ' αχνάρια του Κυρίου βαδίζοντας όλοι οι εκλεκτοί Του, διάβηκαν από τον δρόμο των πρόσκαιρων βασάνων στη μακάρια αιωνιότητα. Μαζί με τις σαρκικές απολαύσεις δεν είναι δυνατό να υπάρχει και πνευματική κατάσταση. Να γιατί ο Κύριος δεν παύει να προσφέρει το ποτήρι Του στους αγαπημένους Του: Επειδή μ' αυτό τους κάνει νεκρούς για τον κόσμο και ικανούς για τη ζωή του Πνεύματος. «Έτσι δείχνει ο Θεός την πρόνοιά Του για έναν άνθρωπο, με το να του στέλνει διαρκώς θλίψεις», λέει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος.

Όταν προσεύχεσαι, ζήτα από τον Θεό να απομακρύνει από σένα κάθε συμφορά, κάθε πειρασμό. Δεν πρέπει να ρίχνεσαι με αυτοπεποίθηση και απερίσκεπτη τόλμη στη δίνη των θλίψεων. Σ' αυτή την αυτοπεποίθηση κρύβεται η υπερηφάνεια. Όταν, όμως, οι θλίψεις έρχονται από μόνες τους, μην τις φοβάσαι. Μη νομίζεις πως ήρθαν τυχαία, από τη συνδρομή των περιστάσεων. Όχι. Από την ανεξιχνίαστη πρόνοια του Θεού παραχωρήθηκαν. Γεμάτος πίστη, γεμάτος ανδρεία και μεγαλοψυχία, ταξίδευε άφοβα μέσα στο σκοτάδι και τ' άγρια κύματα προς το ήσυχο λιμάνι της αιωνιότητας. Ο ίδιος ό Ιησούς σε καθοδηγεί αόρατα.

Μάθε να λες με βαθιά ευλάβεια την προσευχή που έκανε ο Κύριος στον Πατέρα Του εκεί, στον κήπο της Γεθσημανή, τις τόσο δύσκολες ώρες πριν από τα παθήματα και τον σταυρικό θάνατό Του. Μ' αυτή την προσευχή να αντιμετωπίζεις και να νικάς κάθε θλίψη. «Πατέρα μου», είπε ο Κύριος, «αν είναι δυνατόν, ας μην πιω αυτό το ποτήρι. όμως ας μη γίνει το δικό μου θέλημα αλλά το δικό Σου» (Ματθ. 26:39).

Να προσεύχεσαι στον Θεό να διώχνει μακριά σου τις συμφορές, αλλά συνάμα να απαρνείσαι το θέλημά σου ως θέλημα αμαρτωλό, θέλημα τυφλό. Τον εαυτό σου, την ψυχή και το σώμα σου, τις περιστάσεις, τις παρούσες και τις μελλοντικές, τους ανθρώπους που έχεις στην καρδιά σου, όλους να τους εμπιστεύεσαι και όλα να τ' αφήνεις στο πανάγιο και πάνσοφο θέλημα του Θεού.

«Μένετε άγρυπνοι και προσεύχεστε, για να μη σας νικήσει ο πειρασμός. το πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα όμως είναι αδύναμη» (Μάρκ. 14:38). Όταν μας κυκλώνουν οι θλίψεις, πρέπει να πυκνώνουμε τις προσευχές, για να ελκύουμε πιο ισχυρά τη χάρη του Θεού. Γιατί μόνο με τη βοήθεια της χάριτος μπορούμε να ξεπεράσουμε όλες τις πρόσκαιρες επίγειες συμφορές.

Όταν πάρεις το ουράνιο δώρο της υπομονής, να προσέχεις άγρυπνα τον εαυτό σου, για να διατηρήσεις τη χάρη του Θεού. Διαφορετικά, η αμαρτία θα γλιστρήσει στην ψυχή ή στο σώμα σου και θα διώξει μακριά σου τη χάρη. Τότε η θλίψη, που παραχωρήθηκε από τον Κύριο για τη σωτηρία σου και την τελείωσή σου, θα πέσει πάνω σου βαριά και θα σε συντρίψει με τη λύπη, την ακηδία και την απελπισία, επειδή στο δώρο του Θεού δεν έδειξες την ευλάβεια που του πρέπει.

Οι άγιοι μάρτυρες έψαλλαν ύμνους χαράς, ενώ βρίσκονταν μέσα σε αναμμένα καμίνια, ενώ πατούσαν πάνω σε καρφιά, ενώ ήταν δεμένοι σε τροχούς με κοφτερά σπαθιά, ενώ έβραζαν μέσα σε καζάνια με κοχλαστό νερό ή λάδι. Και η δική σου καρδιά, όταν με την προσευχή ελκύσει την παρηγορητική χάρη και με την πνευματική εγρήγορση τη φυλάξει μέσα της, τότε και στις δυστυχίες και στις πικρές συμφορές θα ψάλλει ύμνους χαράς, ύμνους δοξολογίας και ευχαριστίας στον Θεό.

Ο νους που καθαρίστηκε με το ποτήρι του Χριστού, γίνεται θεατής πνευματικών οραμάτων. Αρχίζει να βλέπει την αόρατη στον σαρκικό νου πρόνοια του Θεού, που αγκαλιάζει τα πάντα, να βλέπει τον νόμο της φθοράς σ' όλα τα φθαρτά, να βλέπει την ασύλληπτη αλλά τόσο κοντινή σε όλους αιωνιότητα, να βλέπει τον Θεό στα μεγάλα Του έργα, στη δημιουργία και την αναγέννηση του κόσμου. Η επίγεια ζωή του φαίνεται σαν ένα σύντομο ταξίδι, τα γεγονότα της του φαίνονται σαν όνειρα και τα αγαθά της του φαίνονται σαν πρόσκαιρες οφθαλμαπάτες, σαν φευγαλέες αλλά ολέθριες πλάνες του νου και της καρδιάς.

Και για την αιωνιότητα; Τί καρπό δίνουν οι πρόσκαιρες αυτές θλίψεις; Όταν ο άγιος απόστολος Ιωάννης αξιώθηκε να δει ανοιχτό τον ουρανό, κάποιος από τους κατοίκους του, δείχνοντας ένα αμέτρητο πλήθος ολόλαμπρων λευκοφορεμένων πιστών, που γιόρταζαν μπροστά στον θρόνο του Θεού τη σωτηρία τους, τον ρώτησε: «Ποιοι είναι αυτοί που φορούν λευκές στολές κι από πού ήρθαν;». Κι ο Θεολόγος Ιωάννης του απάντησε: «Κύριέ μου, εσύ ξέρεις». Τότε ο ουρανοπολίτης του είπε: «Αυτοί είναι εκείνοι που πέρασαν τον μεγάλο διωγμό, που έπλυναν τη στολή τους και τη λεύκαναν με το αίμα του Αρνίου. Γι' αυτό στέκονται μπροστά στον θρόνο του Θεού και Τον λατρεύουν μέρα και νύχτα στον ναό Του, κι Αυτός που κάθεται στον θρόνο θα είναι πάντα μαζί τους. Δεν θα πεινάσουν πια, ούτε θα διψάσουν ποτέ. δεν θα υποφέρουν από τον ήλιο ούτε από άλλον καύσωνα. Το Αρνίο, που είναι στη μέση του θρόνου, σαν καλός βοσκός θα τους κατευθύνει και θα τους οδηγήσει στις νεροπηγές της ζωής. Ο Θεός θα εξαφανίσει κάθε δάκρυ από τα μάτια τους» (Αποκ. 7:13-17).

Η αιώνια αποξένωση από τον Θεό, το αιώνιο μαρτύριο στον άδη, η αιώνια κοινωνία με τους δαίμονες και τους δαιμονοποιημένους ανθρώπους, η αιώνια φωτιά, η αιώνια παγωνιά, το αιώνιο σκοτάδι της γέεννας -να τί είναι πραγματικά θλίψη, θλίψη μεγάλη, φρικτή, αφόρητη!

Στη μεγάλη αιώνια θλίψη οδηγούν οι επίγειες απο­λαύσεις.

Απ' αυτή τη θλίψη προφυλάσσει και σώζει το ποτήρι του Χριστού όποιον το πίνει ευγνωμονώντας και δοξολογώντας τον Θεό. Με το πικρό ποτήρι των πρόσκαιρων θλίψεων ο Πανάγαθος προσφέρει στον άνθρωπο το απέραντο και αιώνιο έλεός Του. Αμήν.

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
"ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ ΤΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ"
Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ

Ὀ Σταυρός ὀ δικός μας καὶ ὀ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ

Ὀ Σταυρός ὀ δικός μας καὶ ὀ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

Ο Κύριος είπε στους μαθητές Του: Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι.

Τι σημαίνει τον σταυρόν αυτού; Γιατί αυτός ο σταυρός αυτού, δηλ. ο ωρισμένος για κάθε άνθρωπο, τίθεται παράλληλα με τον σταυρό του Χριστού;
Ο σταυρός μας: λύπες και παθήματα της επίγειας ζωής, που για κάθε άνθρωπο είναι δικά του.

Ο σταυρός μας: η νηστεία, η αγρυπνία και οι άλλες ευσεβείς ασκήσεις με τις οποίες ταπεινώνεται η σάρκα και υποτάσσεται, στο πνεύμα. Αυτές οι ασκήσεις πρέπει για τον καθένα να είναι ανάλογες με τις δυνάμεις του και γι' αυτό για τον καθένα είναι δικές του.

Ο σταυρός μας: οι αμαρτωλές μας κλίσεις ή τα πάθη μας, που για κάθε άνθρωπο είναι δικά του. Με μερικά από αυτά γεννιόμαστε, με άλλα μολυνόμεθα στον δρόμο της ζωής.
Σταυρός του Χριστού είναι η διδασκαλία του Χρίστου.
Μάταιος και ανώφελος είναι ο σταυρός μας, έστω και αν είναι βαρύς, αν δεν μεταβληθή σε Σταυρό του Χριστού με το να ακολουθούμε τον Χριστό.

Ο Σταυρός του, για τον μαθητή του Χριστού, είναι Σταυρός του Χριστού. Γι' αυτό ο μαθητής του Χριστού είναι απολύτως πεπεισμένος ότι ο Χριστός άγρυπνα τον παρακολουθεί, ότι ο Χριστός του στέλνει τις θλίψεις σαν απαραίτητη και αναπόφευκτη προϋπόθεσι της χριστιανικής ιδιότητος, ότι καμμιά θλίψις δεν θα τον πλησιάζη, αν δεν σταλή από τον Χριστό, ότι με τις θλίψεις ο Χριστιανός γίνεται του Χριστού, συμμέτοχος του κλήρου Του στη γη και —χάρις σ' αυτό— στον ουρανό!

Ο σταυρός του, για τον μαθητή του Χριστού, γίνεται σταυρός του Χριστού. Γι' αυτό ο αληθινός μαθητής του Χριστού θεωρεί ως μοναδικό σκοπό της ζωής του την εκπλήρωσι των εντολών του Χριστού. Αυτές οι αγιώτατες εντολές γι' αυτόν είναι σταυρός, στον οποίον αυτός συνεχώς ανασταυρώνει τον παλαιόν άνθρωπο συν τοις παθήμασιν αυτού και ταις επιθυμίαις.

Γίνεται λοιπόν φανερό γιατί, για να πάρωμε τον σταυρό μας, χρειάζεται προκαταβολικά να απαρνηθούμε τον εαυτό μας ακόμη και μέχρι σημείου να χάσωμε την «ψυχή» μας.
Τόσο πολύ και τόσο γερά εζυμώθη η αμαρτία με την πεσούσα φύσι μας, ώστε ο Λόγος του Θεού δεν παύει να την ονομάζη «ψυχή» του πεπτωκότος ανθρώπου.

Για να πάρωμε στους ώμους τον σταυρό, πρέπει πρώτα να απαρνηθούμε το σώμα, ως προς τις κακές του επιθυμίες, και να του χορηγούμε μόνον τα απαραίτητα για τη συντήρησι. Πρέπει να δούμε την δικαιοσύνη μας μέσω της απάνθρωπης αδικίας ενώπιον του Θεού· το λογικό μας μέσω του τελείου παραλογισμού· και τέλος, αφού με όλη τη δύναμι της πίστεώς μας αφιερωθούμε στον Θεό και στην αδιάκοπη μελέτη και εφαρμογή του Ευαγγελίου, να απαρνηθούμε το θέλημα μας.

Αυτός που απαρνήθηκε τον εαυτό του κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι ικανός να λάβη τον σταυρό του. Με υποταγή στον Θεό, επικαλούμενος τη βοήθεια του Θεού να του ενισχύση τις ασθενείς δυνάμεις, κοιτάζει άφοβα και χωρίς να σαστίζη την θλίψι που πλησιάζει, ετοιμάζεται μεγαλόψυχα και ανδρεία να την υπομείνη, ελπίζει ότι δι' αυτής θα γίνη κοινωνός των παθημάτων του Χριστού, θα φθάση να ακολουθή μυστικά τον Χριστό, όχι μόνο με τον νου και την καρδιά, αλλά και με τα έργα και με όλη του τη ζωή.

Ο σταυρός είναι βαρύς, όσο εξακολουθεί να είναι «ο σταυρός μας». Όταν μεταβληθή σε «σταυρό του Χριστού» γίνεται ασυνήθιστα ελαφρός: Ο ζυγός μου χρηστός εστι και το φορτίον μου ελαφρόν, είπε ο Κύριος.

Ο μαθητής του Χριστού παίρνει στους ώμους του τον σταυρό, όταν ομολογή ότι του άξιζαν οι θλίψεις που του έστειλε η θεία Πρόνοια.

Ο μαθητής του Χριστού τότε και μόνον τότε βαστάζει τον σταυρό του όπως πρέπει, όταν παραδέχεται, ότι αυτές ακριβώς οι θλίψεις που του έστειλε ο Θεός και όχι άλλες, είναι απαραίτητες για την κατά Χριστόν μόρφωσί του και την σωτηρία του.

Το να βαστάζη κανείς τον σταυρό του με υπομονή, αυτό σημαίνει ότι βλέπει σωστά και έχει επίγνωσι της αμαρτίας του. Στην επίγνωσι αυτή δεν υπάρχει κανένα στοιχείο αυταπάτης. Εκείνος που παραδέχεται ότι είναι αμαρτωλός, και ταυτόχρονα γογγύζει και φωνάζει για τον σταυρό του, δείχνει ότι με την επιπόλαιη επίγνωσι της αμαρτίας του απλώς κολακεύει τον εαυτό του και αυταπατάται.

Το να βαστάζη κανείς τον σταυρό του με υπομονή, αυτό είναι η αληθινή μετάνοια.
Ενώ είσαι καρφωμένος στον σταυρό, εξομολογήσου στον Κύριο επί τα κρίματα της δικαιοσύνης αυτού, πρόλαβε την κρίσι του Θεού, κατηγόρησε τον εαυτό σου, και θα λάβης άφεσι των αμαρτιών σου.

Ενώ είσαι καρφωμένος στον σταυρό, ομολόγησε τον Χριστό, και θα σου ανοιχθούν οι πύλες του παραδείσου.

Από τον σταυρό σου δοξολόγησε τον Κύριο, διώχνοντας μακρυά σου κάθε σκέψι γογγυσμού και πικρίας, θεωρώντας τα σαν έγκλημα και βλασφημία.

Από τον σταυρό σου ευχαρίστησε τον Κύριο για το ανεκτίμητο δώρο, για τον σταυρό σου, για την μεγάλη ευλογία σου, για την ευλογία να γίνης μιμητής του πάθους του Χριστού.
Από τον σταυρό θεολόγησε: Ο σταυρός είναι το αληθινό και μοναδικό σχολείο. Το φυλακτήριο και ο θρόνος της αληθινής θεολογίας. Χωρίς σταυρό δεν υπάρχει ζώσα γνώσις του Χριστού.

Μη ζητάς την χριστιανική τελειότητα στις ανθρώπινες αρετές! Δεν βρίσκεται σ' αυτές! Είναι κρυμμένη στον σταυρό του Χριστού!

Ο «σταυρός σου» μεταβάλλεται σε «σταυρό του Χριστού», όταν ο μαθητής του Χριστού τον βαστάζη με πραγματική επίγνωσι της αμαρτωλότητός του που της πρέπει τιμωρία. Όταν τον βαστάζη με ευγνωμοσύνη προς τον Χριστό, με δοξολογία του Χριστού. Η δοξολογία και ευχαριστία δίνουν στον πάσχοντα πνευματική παρηγοριά. Η ευχαριστία και η δοξολογία γίνονται η υπεράφθονη πηγή της απρόσιτης και ακή¬ρατης χαράς, που υπερπλημμυρίζει την καρδιά, ξεχύνεται στην ψυχή, ξεχύνεται ακόμη και στο σώμα.
Ο Σταυρός του Χριστού και μόνον κατά το σχήμα του είναι για τα σαρκικά μάτια στάδιο σκληρό. Για τον μαθητή όμως και οπαδό του Χριστού είναι το αγώνισμα που δίνει τη μεγαλύτερη δυνατή πνευματική ηδονή. Τόσο είναι μεγάλη αυτή η ευχαρίστησις, ώστε η θλίψις καταπίνεται εντελώς από την ευχαρίστησι, και ο οπαδός του Χριστού στις πιο σκληρές δοκιμασίες δοκιμάζει μόνον ευχαρίστησι.

Η νεαρά άγια Μαύρα έλεγε στον νεαρό σύζυγο της Τιμόθεο, που υπέμενε τα φρικώδη βασανιστήρια και την προσκαλούσε να λάβη μέρος στο μαρτύριο: «Φοβούμαι, αδελφέ μου, μη δειλιάσω, όταν θα ιδώ τα φρικτά βασανιστήρια και τον ηγεμόνα να θυμώνη· μήπως λόγω της ηλικίας μου δεν αντέξω και δεν υπομείνω». Της απάντησε ο μάρτυς:
«Έλπισε στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, και τα βασανιστήρια θα γίνουν για σένα λάδι, που θα αλείφη το σώμα σου, και δροσερό αεράκι, που θα ανακουφίση όλους τους πόνους σου».

Ο Σταυρός είναι η δύναμις και η δόξα όλων των απ’ αιώνος αγίων.
Ο Σταυρός είναι ο ιατρός των παθών, ο όλεθρος των δαιμόνων.
Θανατηφόρος είναι ο σταυρός για κείνους, που δεν μετέβαλαν τον «σταυρό τους» σε «σταυρό του Χριστού», που όταν έχουν σταυρό γογγύζουν κατά της θείας Προνοίας, την βλασφημούν, απελπίζονται και απογοητεύονται. Οι αμετανόητοι αμαρτωλοί που δεν θέλουν να συναισθανθούν την αξία του σταυρού τους, πεθαίνουν τον αιώνιο θάνατο και στερούνται, εξ αιτίας της ανυπομονησίας τους, την αληθινή ζωή, την ζωή με τον Θεό. Γι' αυτούς η αποκαθήλωσίς τους γίνεται μόνον για να κατεβούν με την ψυχή τους στον αιώνιο τάφο, στην φυλακή του άδου.

Ο Σταυρός του Χριστού, τον μαθητή του Χριστού που σταυρώνεται επάνω του, τον ανυψώνει από τη γη. Ο μαθητής του Χριστού, ο σταυρωμένος στον δικό του σταυρό, φρονεί τα υψηλά, με τον νου και την καρδιά του κατοικεί στον ουρανό και αξιώνεται να θεωρή τα μυστήρια του Πνεύματος εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.
Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν —είπεν ο Κύριος— απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι. Αμήν.

Αγιορείτικη Μαρτυρία

Κατάκρισις

Κατάκρισις

Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Ροστώφ

Ἐρεύνησε καί καλλιέργησε τόν ἑαυτό σου, καί μήν ἀσχολεῖσαι μέ τά ξένα ἁμαρτήματα. Δέν θά δώσεις λόγο στόν Θεό γι΄ αὐτά, ἀλλά γιά τά δικά σου. Σοῦ ζήτησε κανείς νά παρατηρῇς καί νά καταγράφῃς τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων; Ἀντίθετα, ἔχεις ὑποχρέωσι νά παρακολουθῇς τή δική σου πνευματική πορεία: Εὐαρεστεῖς τόν Κύριο; Ἐκτελεῖς τίς ἐντολές Του; Ἀκολουθεῖς τά ἴχνη Του; Μιμεῖσαι τή ζωή τῶν ἁγίων; Εἶναι κάθε πράξις, κάθε λόγος, κάθε σκέψις σου ἀρεστά στόν Θεό;



Ποιός, ἀλήθεια, εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπο τήν ἁμαρτία; Ποιός θά βρεθεῖ ἀνένοχος; Μήπως ἐσύ; Προφήτης τοῦ Θεοῦ ἦταν ὁ βασιλιάς Δαβίδ, κι ὅμως ἐβόησε: «Ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου» ( Ψαλμ. 50. 7). Ὁ ἕνας εἶναι ἔνοχος σέ τοῦτο, ὁ ἄλλος σ΄ ἐκεῖνο. Ὁ ἕνας στό μεγάλο, ὁ ἄλλος στό μικρότερο. Ὅλοι ἁμαρτωλοί, ὅλοι ἔνοχοι, ὅλοι ἄνομοι, ὅλοι ἀναπολόγητοι. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὅλοι ἐλπίζουμε στή φιλανθρωπία Του. Διότι «οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιον τοῦ Κυρίου πᾶς ζῶν» (Ψαλμ. 142. 2).



Γι΄ αὐτό μήν κατακρίνῃς αὐτούς πού σφάλλουν. Μή σφετερίζεσαι τό ἔργο τοῦ Θεοῦ. Μή γίνεσαι ἀντίπαλος τοῦ Κυρίου, ἁρπάζοντας τό ἀξίωμα πού κράτησε γιά τόν ἑαυτό Του. Καί μέ τά ἴδια σου τά μάτια ἄν δῇς κάποιον νά ἁμαρτάνῃ, μήν τόν καταδικάσῃς, μήν τόν κακολογήσῃς, μήν τόν διασύρῃς, μήν τόν ἐξουθενώσῃς. Καταδίκασε τόν διάβολο πού τόν ἐξαπάτησε καί τόν ἔριξε στήν ἁμαρτία. Ἄν ὅμως καταδικάσῃς τόν ἀδελφό σου, θά ἐπιβεβαιώσεις τόν μεγάλο καί ἄλογο ἐγωϊσμό σου. Καί πρόσεξε, γιατί θά πέσεις κι ἐσύ στό ἴδιο ἁμάρτημα. Κατά κανόνα, ὅποιος κρίνει τόν ἄλλον γιά κάτι, πέφτει κατόπιν στό ἴδιο. Κάλυψε λοιπόν σπλαχνικά μέ τή σιωπή τό σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Κι ἄν μπορῇς διόρθωσέ τον μέ ἀγάπη καί ταπείνωσι. Ἄν δέν μπορῇς, μεῖνε στή σιωπή σου καί καταδίκασε τόν ἑαυτό σου γιά τά δικά σου ἁμαρτήματα. Σοῦ ἀρκοῦν αὐτά.



«Τί βλέπεις τό κάρφος τό ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τήν δέ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκόν οὐ κατανοεῖς; (Ματθ. 7. 3). Τά μάτια σου πέφτουν πάντα στά ξένα ἁμαρτήματα καί ὄχι στά δικά σου. Εἶσαι τυφλός ὅπως ὁ Φαρισαῖος, πού ἔλεγε: «Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἤ καί ὡς οὗτος ὁ τελώνης» (Λουκ. 18. 11). Νά ὅμως πού δικαιώθηκε ὁ κατηγορούμενος καί καταδικάσθηκε ὁ κατήγορος.



Σοῦ θυμίζω ἕνα περιστατικό ἀπό τό Γεροντικό, καί κράτησέ το στή μνήμη σου:

Πῆγε κάποτε ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Θηβαῖος σέ κάποιο μοναστήρι. Ἐκεῖ εἶδε ἕναν ἀδελφό νά σφάλλῃ καί τόν κατέκρινε. Μόλις ὅμως ἔφυγε καί βγῆκε στήν ἔρημο, παρουσιάσθηκε ἕνας ἄγγελος Κυρίου, στάθηκε μπροστά στήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του καί δέν τόν ἄφηνε νά μπῇ. Ἐκεῖνος τότε τόν παρακαλοῦσε νά τοῦ ἐξηγήσῃ τήν αἰτία. Καί ὁ ἄγγελος τοῦ ἀπεκρίθηκε: «Ὁ Θεός μέ ἔστειλε νά σέ ἐρωτήσω: Ποῦ προστάζεις νά βάλω τόν ἀδελφό πού ἔκρινες;» Ἀμέσως ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ κατάλαβε τό νόημα τῶν λόγων τοῦ ἀγγέλου καί τοῦ ἔβαλε μετάνοια λέγοντας: «Ἁμάρτησα, συγχώρησέ με». Ὁ ἄγγελος τότε τοῦ εἶπε: «Σήκω, σέ συγχώρησε ὁ Θεός. Καί φυλάξου ἀπό δῶ καί πέρα, νά μήν κρίνῃς κανένα πρίν τόν κρίνῃ ὁ Θεός».

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!




Οἰ εὐσεβοφανεῖς

Οἰ εὐσεβοφανεῖς
Πηγή: ''ΑΚΤΙΝΕΣ''
Η θρησκεία αποκρίνεται στον πιο βαθύ καημό του ανθρώπου: τον καημό της αθανασίας. Είναι η σχεδία που τον φέρνει, μέσα απ’ το φόβο και περνώντας τον απ’ το τρομερό ρίγος του χάους, στο ακρωτήρι της πίστης και της ελπίδας. Τον λυτρώνει από τον παραλογισμό, του αποκαλύπτει τις εσχατιές της αλήθειας - το σκοπό της επίγειας παρουσίας του και την μετά θάνατο πραγματικότητα- και υπερπληρώνει την ψυχή του με τον ευλογημένο ζήλο της αγιότητας. Η θρησκεία είναι το έργο της φανέρωσης του Θεού στον άνθρωπο και η συμπόρευσή τους μέσα στην εποχή της ελευθερίας και της ευθύνης που είναι ο βίος αυτός. Φανερό πως μιλώντας για θρησκεία, έχουμε ουσιαστικά στο νου μας τον Χριστιανισμό, τη θρησκεία που δεν τεχνουργήθηκε απ’ το μεταφυσικό δέος του ανθρώπου αλλ’ αποκαλύφθηκε απ’ τον ίδιο το Θεό και αδιάκοπα αποκαλύπτεται στους πιστούς δια της Εκκλησίας. Ενώ, λοιπόν, η θρησκεία -η χριστιανική θρησκεία- είναι τα άγια των αγίων της ζωής, υποφέρει επί αιώνες αλλά υποφέρει έντονα και στην εποχή μας από μια μεγάλη κατηγορία ανθρώπων που ενώ φαίνονται ευσεβείς κι
αφοσιωμένοι σ’ αυτήν, ουσιαστικά δεν είναι. Δεν πρόκειται, όπως εύκολα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, για υποκριτές. Η υποκρισία έχει μέσα της το στοιχείο του εκούσιου, της θέλησης του ανθρώπου που την επαγγέλλεται. Ο υποκριτής γνωρίζει πως είναι υποκριτής και η συνείδησή του καταφάσκει, συμφωνεί σ’ αυτή την αγυρτεία. Εκείνος χρησιμοποιεί τη θρησκεία για σκοπούς δικούς του, κοινωνικής προβολής, οικονομικών ωφελημάτων και λοιπά. Αντίθετα, ο ευσεβοφανής δεν γνωρίζει σωστά την
κατάστασή του. Νομίζει, ή καλύτερα, πιστεύει πως είναι ευσεβής.

Δεν περνά απ’ τη συνείδησή του η σκιά κανενός δισταγμού, καμιάς αμφιβολίας. Πιστεύει πως εκφράζει στο ακέραιο το πνεύμα της θρησκείας κι ακόμη κάτι περισσότερο: πως έχει ταχθεί άνωθεν να την υπερασπίζει και να διώχνει έξω απ’ το ναό τους διάφορους κολυβιστές και μεταπράτες κάθε εποχής. Ο ευσεβοφανής ζει επιφανειακά, ζει ελαττωματικά τον Χριστιανισμό κι επειδή το βίωμά του δεν πάει σε βάθος, δεν έχει ουσία
πνευματική, εύκολα τον ωθεί στο θρησκευτικό φανατισμό που είναι ο πιο σκληρός, ο πιο ολέθριος κι ο πιο βλάσφημος του Θεού αλλά και του ανθρώπου φανατισμός. Δεv μπορώ να φανταστώ άνθρωπο αληθινά ευσεβή που να είναι και φανατικός.  Σταθερός στις αρχές και στις πεποιθήσεις του ναι, αλλά φανατικός όχι.
Γιατί ο φανατισμός είναι βιασμός της ελευθερίας και του φανατικού αλλά και των άλλων στους οποίους κατευθύνεται, είναι σκοτισμός της συνείδησης που δεν τρέφεται και δεν φρονηματίζεται παρά μονάχα με την ελευθερία. Ο φανατισμός έχει από τη φύση του ένα στοιχείο έντονης κι επίμονης επιθετικότητας, έχει όλο το δηλητήριο της μισαλλοδοξίας. Αλλά ο
αληθινά ευσεβής δεν είναι ούτε επιθετικός ούτε μισαλλόδοξος, γιατί ζει και τρέφεται πνευματικά, και φωτίζεται συνειδησιακά από το δόγμα των δογμάτων που είναι η Αγάπη, δηλαδή η ουσία του Θεού, αφού «ο Θεός αγάπη εστί». Ο ευσεβοφανής είναι αυστηρός τηρητής των δογμάτων αλλά γι’ αυτόν τα δόγματα είναι ξερά, σχηματοποιημένα, αφού δεν τα ζωοποιεί η χάρη της παρουσίας του Θεού που είναι η Αγάπη. Τα δόγματα είναι γι’ αυτόν τύποι
κι όχι ουσία, λόγια και όχι πάθος, κούφιες διακηρύξεις κι όχι αγωνιώδη βιώματα της ψυχής. Εν ονόματι των δογμάτων είναι έτοιμος να καταδιώξει, να συκοφαντήσει, να εξουθενώσει τους άλλους και λησμονεί πως ο Θεός έχει φύγει από μέσα του αφού έχει πάψει να νιώθει αγάπη και συμπόνια. Αυτοί, οι ευσεβοφανείς με την αλλοπρόσαλλη και χριστιανικά βλάσφημη συμπεριφορά τους, όλο κι απομακρύνουν τους ανθρώπους από τη θρησκεία,
όλο και περισσότερο παγώνουν το ζήλο και την πίστη των πολλών, όλο και πιο συχνά διασύρουν τ’ όνομα του Θεού που είναι τ’ όνομα της αγάπης.

Πιστεύουν πως ενώπιον του Θεού είναι εντάξει, έχουν τη βεβαιότητα και τη σιχαμερή προπέτεια της «αρετής» τους, είναι σίγουροι πως θα φύγουν απ’ τον κόσμο αυτό δικαιωμένοι και πως θα κερδίσουν χωρίς αμφιβολία την επουράνια βασιλεία… Έτσι, θεωρούν τον εαυτό τους υποχρεωμένο ν’ «αγωνίζεται», να ελέγχει, να κατακεραυνώνει τους αμαρτωλούς, να τους απειλεί με την κόλαση και με τον ηθικό αφανισμό. Λησμονούν πως ο
αληθινά ευσεβής «διστάζει» αδιάκοπα κι αδιάκοπα ελέγχει τα έργα και τη στάση του για να δει αν αληθινά βρίσκονται μέσα στο χώρο της αγάπης, του Θεού. «Ο δοκών εστάναι, βλεπέτω μη πέση». Οι
ευσεβοφανείς όμως έχουν ένα «ύφος» και μια σιγουριά κυριολεκτικά απάνθρωπα. Συνοφρυωμένοι και σπουδαιοφανείς, φέρνουν σ’ εκείνους που τους συναπαντούν αηδία, όχι μονάχα γι’ αυτούς, αλλά και για τις τίμιες και ιερές θέσεις που υποστηρίζουν. Διασύρουν τον Χριστιανισμό και παραμορφώνουν με τη βιαιότητα και τη σκληρότητά τους την πίστη.

Εφευρίσκουν κι επιθέτουν στους ώμους των ανθρώπων βάρη δυσβάστακτα με μια κακή ηδονή και μια μοχθηρία που όταν τα προσέξει κανείς, δύσκολα θα τα ξεχάσει. Και λησμονούν πως η έσχατη Κρίση θα γίνει με βάση την Αγάπη, και μάλιστα, την Αγάπη προς τους άλλους, μέσα στους οποίους, κατοικεί και περιμένει ο ίδιος ο Θεός. Σιγά-σιγά έχουν τόσο πολύ ξεφύγει, που έχασαν και την αίσθηση και το μέτρο του ανθρώπου. Ξέχασαν πως έχει αυτό το έξοχο πλάσμα του Θεού καρδιά και πως η αθάνατη κι
αγωνιώσα ψυχή του κατοικεί μέσα σ’ ένα κορμί ευαίσθητο κι αδύναμο.

Αυτοί, σαν τους Φαρισαίους, επιθέτουν βάρη πάνω στα βάρη και στο τέλος, εκείνοι που τους προσέχουν κι έχουν απατηθεί απ’ την ευσεβοφάνειά τους, βλέπουν μ’ απελπισία πως ο Χριστιανισμός είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί από τους ανθρώπους της εποχής μας και φεύγουν μακρυά, απογοητευμένοι. Ο
Χριστιανισμός, μέσα από το Ευαγγέλιο κι από τους πρώτους αιώνες της ζωής του, είναι απλός, καταδεχτικός, σεμνός κι «αγαπητικός». Σήμερα κοντεύει να γίνει γριφώδης πνευματική πραγματικότητα, έτσι που τον έχει εξαντλητικά «επεξεργαστεί» κι αναλύσει ο εγωισμός της ανθρώπινης διάνοιας. Οι ευσεβοφανείς με την πολιτεία τους, απογυμνώνουν τηv θρησκείαv απ’ το μυστήριο που την ζωοποιεί και τη μεταμορφώνουν,
παραχαράζοντάς τη, σε κοινωνική σκοπιμότητα. Μπαίνουν στις εκκλησίες και δεν τρέμει τίποτα μέσα τους μη τυχόν και είναι ανάξιοι. Έχουν τη σιγουριά και την αυταρέσκεια των μανιακών που δεν σέβονται ουσιαστικά τίποτα και δεν στέκονται μπροστά στον άλλο, τον οποιοδήποτε άνθρωπο, με σεβασμό και κατανόηση. Ποιός όμως να δείξει κατανόηση; Αυτοί; Μα αυτοί
έχουν κάνει την ευσέβεια υπόθεση του εγωισμού τους κι ελέγχουν και καταδιώκουν τους άλλους γιατί δεν ξέρουν τί είναι αυτή η γλυκειά, η ανθρώπινη κίνηση της ψυχής που λέγεται επιείκεια. Αν μπορούσαν να το κάνουν χωρίς να φανούν, αν μπορούσαν λ.χ. να εξολοθρεύσουν με θάνατο τους αντιπάλους τους, θα το έκαναν χωρίς ενδοιασμό και «εις το όνομα του Θεού». Ο Θεός είναι αγάπη αλλά η δική τους καρδιά έχει σκουληκιάσει από την εμπάθεια και το μίσος. Ευτυχώς που υπάρχουν τα Συναξάρια των αγίων. Εκεί βλέπουμε πως οι αληθινά ευσεβείς, οι αληθινά άγιοι ήταν σεμνοί, καλόβολοι, επιεικείς κι αφανάτιστοι. Ήταν απροκατάληπτοι και γαλήνιοι. Έμοιαζαν με τα λούλουδα που φυτρώνουν στο φράχτη του περιβολιού: ευωδίαζαν από αρετή και
ντρέπονταν. Αυτοί οι άγιοι που βγήκαν από τη διάσταση της ανθρωπιάς, από αμαρτίες και σφάλματα ξεπλυμένα με δάκρυα και ταπεινοσύνη, μας  ξαναδίνουν την αληθινή, την καθαρή γεύση της θρησκείας, και θεσπίζουν ακατάπαυστα το κριτήριο το μοναδικό: της αγάπης. Κάτω απ’ το δικό τους υπόδειγμα, η αγυρτεία των ευσεβοφανών της εποχής μας είναι ολοφάνερη. Η έκπτω¬σή τους και από το χώρο του ανθρώπου και από το χώρο της χάριτος του Θεού, δεδηλωμένη. Τρομοκρατούν ή ξιπάζουν
μονάχα τους αφελείς κι εμπορεύονται αδίστακτα τ’ όνομα της χριστιανικής θρησκείας για να ικανοποιήσουν τον εγωισμό και τα πλέγματά τους. Δεν ξέρουν τί θα πει καρδιά, τί θα πει συμπάθεια, τί σεμνότητα. Νομίζουν πως η τιμή του Θεού κρέμεται στ’ αδίσταχτα χέρια τους γιατί ουσιαστικά δεν πιστεύουν πως το Άγιο Πνεύμα αγρυπνεί και κατευθύνει την Εκκλησία του Θεού.

Σκοτώνουν αδιάκοπα ψυχές και συντείνουν, μέσα σ’ ετούτη τη
δύσκολη για το πνεύμα, την υλόφρονη, τη βλάσφημη εποχή, ο κόσμος ν’ αποχριστιανίζεται και ο Χριστιανισμός να γίνεται ένα παρελθόν που όλο κι απομακρύνεται από τους ανθρώπους. Θεέ
μου, σου εξομολογούμαι εγώ, ένας πολύ αμαρτωλός, πως οι ευσεβοφανείς που επαγγέλλονται τους δικούς Σου, φέρνουν στη ψυχή μου ναυτία και αηδία!

(Κ. Ε. Τσιρόπουλου, «Η μαρτυρία του ανθρώπου»)

www.pemptousia.gr