Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Μετάνοια καὶ Ἐξομολόγησις

             Μετάνοια καὶ Ἐξομολόγησις

Τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας εἶναι ἀναμφισβήτητα τὸ βάπτισμά μας. Τὴν ἡμέρα ποὺ βαπτισθήκαμε ἀρνηθήκαμε τὸ διάβολο, τὰ ἔργα του, τὴ λατρεία του, τὸ σκοτάδι του καὶ ἑνωθήκαμε μὲ τὸν Χριστό· μπολιαστήκαμε στὸ Πανάγιο Σῶμα Του, τὴν ἐκκλησία. Μὲ ἄλλα λόγια γίναμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ- Πατέρα, μέλη τῆς δικῆς Του οἰκογένειας. Καὶ ξεκινήσαμε μία πνευματικὴ πορεία, ποὺ σκοπὸ ἔχει τὴν τελείωσή μας, τὴν θέωσή μας. Ἡ πνευματικὴ ὅμως αὐτὴ πορεία, πολλὲς φορὲς διακόπτεται ἀπὸ τὴν ἀμέλειά μας καὶ τὴν ἁμαρτία. Ξεχνᾶμε τὶς δωρεὲς καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, λησμονοῦμε τὶς ὑποσχέσεις ποὺ δώσαμε στὸ ἅγιο βάπτισμα καὶ ξαναγυρνᾶμε στὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως ὁ φιλάνθρωπος Θεός, γνωρίζοντας τὴν ἀδυναμία μας, μᾶς προσφέρει τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιστρέψουμε πάλι κοντά Του, νὰ διορθώσουμε τὴν πορεία μας, νὰ γιατρέψουμε τὶς πληγές μας. Καὶ αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως.

Ἡ ἁμαρτία καὶ οἱ καρποί της


Ἁμαρτία δὲν εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνον ἡ παράβαση κάποιων νόμων, ἢ ἡ παράλειψη κάποιου καθήκοντος. Στὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου ὁ Χριστὸς μᾶς δείχνει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι κάτι πολὺ βαθύτερο. Εἶναι μιὰ ἀνταρσία, μιὰ ἐπανάσταση, καὶ κατὰ συνέπεια, μιὰ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ-Πατέρα καὶ τὴν ἐκκλησία Του.

Οἱ καρποὶ αὐτῆς τῆς ἀπομάκρυνσης εἶναι ἐξαιρετικὰ πικροί. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ σημαίνει θάνατο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἁμαρτία, σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶναι κάθε ἐνέργεια αὐτοκαταστροφῆς. «Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος».

Ἡ μετάνοια

Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα δεύτερο βάπτισμα, ἢ ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος. Δὲν εἶναι μιὰ τυπικὴ ἐξομολόγηση ποὺ κάνει κανεὶς πρὶν τὶς μεγάλες γιορτές, ἡ κάτω ἀπὸ σκληρὲς ψυχολογικὲς συνθῆκες. Ὅπως τὸ λέει ἡ λέξη, μετάνοια (μετανοῶ) σημαίνει τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀλλαγὴ ζωῆς, τὴν ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἀλλαγὴ τῆς νοοτροπίας. Ἐὰν δὲν θελήσουμε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ἀλλάξουμε ζωή, τότε ἡ μετάνοιά μας δὲν εἶναι ἀληθινή.

Ἡ ἐξομολόγηση

Ἂν ἡ μετάνοια εἶναι τὸ πρῶτο μέρος τοῦ μυστηρίου, τὸ δεύτερο μέρος εἶναι ἡ ἐξομολόγηση, δηλαδή, ἡ ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἐξομολόγηση, μὲ ἁπλὰ λόγια, εἶναι τὸ ἄδειασμα τοῦ δηλητηρίου. Ὅταν πιεῖ κανεὶς δηλητήριο δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύση. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐξομολόγηση. Ἐκεῖ βγάζουμε τὸ δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Ξεγυμνώνουμε τὴν ψυχή μας, ἀποκαλύπτουμε τὶς πληγές μας, ὁμολογοῦμε τὴν ἀρρώστια μας, προσκομίζουμε τὸν προσωπικό μας πόνο.

Προετοιμασία

Σὲ πολλὰ θέματα τῆς πίστης μας, παρόλο ποὺ λεγόμαστε Χριστιανοί, ἔχουμε μεγάλη ἄγνοια. Εἰδικὰ ὅμως στὸ θέμα τῆς μετάνοιας καὶ ἐξομολόγησης, ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ἐπιπολαιότητα, βρίσκονται στὸν μεγαλύτερο βαθμό. Οἱ περισσότεροι προσερχόμαστε στὸ ἐξομολογητήριο ἐντελῶς ἀνέτοιμοι. Ζητᾶμε ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς «ρωτήσει» αὐτός, σὰ νά ῾ναι ἡ ἐξομολόγηση ἀνακριτικὸ γραφεῖο. Ἢ προσερχόμαστε στὴν ἐξομολόγηση γιὰ νὰ ποῦμε πόσο «καλοὶ» ἄνθρωποι εἴμαστε καὶ πόσες καλοσύνες ἔχουμε κάνει. Ἡ στάση αὐτὴ δείχνει πὼς δὲν ἔχουμε ἐπιχειρηθεῖ μιὰ μικρή, ἔστω, προετοιμασία καὶ γνήσια αὐτοκριτική. Ἂν θέλουμε νά ῾μαστε εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό μας, δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔχουμε κάνει μὲ κάποιο τρόπο. Μιὰ προσεκτικὴ καὶ εἰλικρινὴς ἐξέταση τῆς καρδιᾶς μας, θὰ μᾶς δείξει πὼς μέσα μας φωλιάζουν πλήθη παθῶν καὶ ἁμαρτιῶν.

Γιατὶ, βέβαια, ἡ πραγματικὴ ἁμαρτωλότητα δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐξωτερικὴ συμπεριφορά, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση καὶ ἐμπάθεια.

Αὐτοέλεγχος

Εἶναι, λοιπόν, ἀπαραίτητο πρὶν προσέλθουμε στὸν πνευματικό, νὰ καθίσουμε σ᾿ ἕνα ἥσυχο μέρος, νὰ προσευχηθοῦμε θερμὰ στὸν Θεὸ νὰ μᾶς δώσει ἀληθινὴ μετάνοια, νὰ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τῶν καρδιῶν μας καὶ νὰ κάνουμε μιὰ ὅσο τὸ δυνατὸν τίμια βυθοσκόπηση. Στὴν προσπάθειά μας αὐτὴ θὰ μᾶς βοηθήσουν πολὺ μερικὰ κείμενα τῆς ἐκκλησίας μας, ὅπως ἡ ἀνάγνωση τῶν Δέκα Ἐντολῶν, τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Μεταλήψεως. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἕνας καθρέπτης, μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο.

Τὴν ἐξαγόρευσή μας μποροῦμε νὰ τὴν ὑποδιαιρέσουμε σὲ τρεῖς βασικοὺς τομεῖς:

α) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν Θεό

Ἔλλειψη ζωντανῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό.

Κλονισμὸς πίστεως καὶ ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ καὶ στὴν πρόνοιά Του, στὶς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες.

Ζητήματα πίστεως, ἀδυναμίας, ἀμφιβολίας, ὀλιγοπιστίας.

Ἀδιαφορία γιὰ τὴν προσευχή, νηστεία, θεία λατρεία, ἐκκλησιασμό, συχνὴ θεία μετάληψη.

Ἀδιαφορία γιὰ τὴν μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ πνευματικῶν βιβλίων.

Γογγυσμὸς κατὰ τοῦ Θεοῦ, βλασφημία, ἢ λογισμοὶ βλασφημίας.

Ὅρκος, ἐπιορκία, ψευδορκία, ταξίματα.

Μαγεία, μαντεία, αἰσχρολογία κ.λπ., πίστη στὶς προλήψεις, στὴν τύχη, στὰ ὄνειρα.

β) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν πλησίον

Ἔλλειψη ἀγάπης γιὰ τὸν πλησίον, ἀδιαφορία γι᾿ αὐτόν, ὑποτίμηση, περιφρόνηση.

Μῖσος, φθόνος, χαιρεκακία, ἔχθρα, μνησικακία, ἐκδικητικότητα, ἀνταπόδοση κακοῦ, σκληρότητα, ἀσυγχωρησία, πικρία, ζήλεια.

Ἐριστικότητα, φιλονικία, κατάρες, ὕβρεις, εἰρωνεία, ἐμπαιγμός, κοροϊδία, χειροδικία, φόνος.

Κατάκριση, καταλαλιά, ἱεροκατηγορία, συκοφαντία, ραδιουργία, καχυποψία.

Ψεῦδος, ἀνειλικρίνεια, ἀνεντιμότητα.

Κλοπή, κατάχρηση, καταστροφὴ ξένης περιουσίας, κακομεταχείριση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.

Ἀγνωμοσύνη, ἀχαριστία, ἀναίδεια, θρασύτητα, ἔλλειψη σεβασμοῦ σὲ γονεῖς, προϊσταμένους, ἱερεῖς κ.λπ.

Σκανδαλισμὸς ἄλλων μὲ τὴ ζωή μας, τὴ συμπεριφορά μας, τὴν προκλητικὴ ἐμφάνιση.

Παράλειψη καλοῦ καὶ ἐλεημοσύνης.

Στὴν οἰκογένεια:

Ἔλλειψη ἀγάπης, πνεύματος θυσίας, ὑποχωρητικότητας καὶ ἀλληλοκατανόησης.

Ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος, καλοσύνης καὶ χρόνου γιὰ τὸν σύζυγο καὶ τὰ παιδιά.

Ἐριστικόχητα, πεῖσμα, ὑπονόμευση συζύγου.

Ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ χριστιανικὴ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν.

Παράλογες καὶ ἐγωιστικὲς ἀπαιτήσεις ἀπὸ σύζυγο καὶ παιδιά.

Ἄκαιρες, πιεστικὲς καὶ ἀδικαιολόγητες ἐπεμβάσεις στὴ ζωὴ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν παιδιῶν, ἢ στὶς οἰκογένειές τους.

Ὑπονόμευση τῶν προσπαθειῶν τους καὶ τοῦ δεσμοῦ τους.

Μοιχεία.

Στὸ ἐπάγγελμα:

Ἀπάτη, νοθεία στὴν ἐργασία ἢ στὸ ἐμπόρευμα.

Αἰσχροκέρδεια, κατάχρηση, παρανομία, τοκογλυφία, ἀπόκρυψη ἐμπορευμάτων, κλοπή.

Ἀνεντιμότητα στὶς συναλλαγές, δολιότητα ἐπαγγέλματος.

Κακομεταχείριση, ἐκμετάλλευση, ἀδικία σὲ βάρος τῶν ὑπαλλήλων, ἐργατῶν, ὑφισταμένων.

Προσωποληψία.

γ) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν ἑαυτό μας.

Ἀδιαφορία γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ κατάρτισή μας.

Ἀνευθυνότητα, ραθυμία, ἀκηδία, ἀμέλεια.


Διασκεδάσεις, χαρτοπαιξία, γαστριμαργία, λαιμαργία, μέθη, ναρκωτικά.

Φιλαργυρία, ἀπληστία, πλεονεξία, πλοῦτος, καταναλωτικὴ μανία, πολυτέλεια, ἐπιδίωξη βολέματος, ἀτομισμός.

Ὑποκρισία.

Αἰσχρολογία, ἀργολογία, φλυαρία.

Θυμός, ὀργή.

Ὑπερηφάνεια, οἴηση, ἐγωισμός, ὑπεροψία, ματαιοδοξία, κενοδοξία, φιλαρχία, φιλοπρωτεία, μεγαλομανία, μεγαλοστομία, φιλαρέσκεια, ἐπιδίωξη ἐπαίνων, πεῖσμα, ἰσχυρογνωμοσύνη, δαιμονικὴ αὐτοπεποίθηση, ἰδιοτροπία.

Ἁμαρτίες καὶ πειρασμοὶ τῆς σάρκας.

Ἔλλειψη σεβασμοῦ στὸ σῶμα, ποὺ εἶναι ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀνάγνωση ἀνήθικων περιοδικῶν, βιβλίων κ.λπ. ἡ θέαση ἀνήθικων κινηματογραφικῶν, θεατρικῶν, τηλεοπτικῶν ἔργων.

Ἀνήθικες σκέψεις, λογισμοί, φαντασίες.

Πορνεία, μοιχεία, αὐνανισμὸς κ.λπ. σαρκικὰ ἁμαρτήματα.

Ἔκτρωση.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ εἰλικρίνεια, ἂς γράψουμε σ᾿ ἕνα χαρτί, ὅ,τι συλλέξαμε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔρευνα καὶ ὕστερα ἂς προστρέξουμε στὸν πνευματικό.

Ἐμπόδια-δικαιολογίες-ἐνστάσεις

Ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς δὲν εἶναι χωρὶς ἐμπόδια. Ἐνῶ κατὰ βάθος μπορεῖ νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἐπιστροφή μας, δὲν κάνουμε τὸ σωτήριο βῆμα. Ἀναβάλλουμε τὴν ἐξομολόγηση, προσπαθώντας μὲ διάφορες δικαιολογίες νὰ καθησυχάσουμε τὴ συνείδησή μας. Εἶναι συνηθισμένες οἱ δικαιολογίες: «Γιατί νὰ ἐξομολογηθῶ; Δὲν σκότωσα, δὲν ἔκλεψα...» ἢ «ἐγὼ τὰ λέω στὴν εἰκόνα...» κ.λπ. Ἄλλοι, πάλι, διστάζουμε ἀπὸ ντροπή, ἢ ἀπόγνωση. Ἄλλοι ζητοῦμε ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς διαβάσει εὐχέλαιο ἢ μόνον τὴν συγχωρητικὴ εὐχή. Ὅμως μάταια προσπαθοῦμε νὰ καθησυχάσουμε τὴ συνείδησή μας. Δικαιολογίες μποροῦμε νὰ βροῦμε ἄπειρες. Ἡ καρδιά μας ὅμως μόνον μὲ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια μπορεῖ νὰ ἀναπαυτεῖ.

Μπροστὰ στὸν πνευματικὸ

Ὅταν εἴμαστε ἕτοιμοι γιὰ τὸ μεγάλο βῆμα, ἂς προστρέξουμε στὸν πνευματικό, ποὺ θὰ τὸν νιώσουμε σὰν πατέρα καὶ ἂς τοῦ ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας. Γιὰ νά ῾ναι εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ἐξομολόγησή μας, πρέπει νὰ γίνει μὲ ταπείνωση, μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ εἰλικρίνεια, μὲ ἀκρίβεια, χωρὶς ὑπερβολές. Ἂς ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι κατὰ τὴν ἱερὴ ὥρα τῆς ἐξομολόγησης:

α. Δὲν μεταφέρουμε εὐθύνες σὲ ἄλλους, δὲν ἀναφέρουμε ἄλλους, οὔτε ἐξομολογούμαστε τὰ ἁμαρτήματα ἄλλων. Ἀναλαμβάνουμε ὅλη τὴν εὐθύνη καὶ ἀποφεύγουμε τὶς δικαιολογίες καὶ τὰ μισόλογα.

β. Δὲν ἀρχίζουμε ἱστορίες ὁλόκληρες καὶ ἐκτεταμένες περιγραφές. Εἴμαστε σύντομοι καὶ συγκεκριμένοι.

γ. Δὲν ἐξομολογούμαστε γενικὰ καὶ ἀόριστα (π.χ. «Εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλός», ἢ «ὅλες τὶς ἁμαρτίες τὶς ἔχω κάνει»). Ἀναφέρουμε συγκεκριμένα σὲ τί βρεθήκαμε ἀνάξιοί της ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

δ. Δὲν ἀναφέρουμε τὰ καλά μας ἔργα καὶ τὶς (ἀνύπαρκτες) «ἀρετές» μας.

ε. Δὲν ἀναφέρουμε ἁμαρτίες ποὺ ἔχουμε ἐξομολογηθεῖ (ἐκτὸς ἂν τὶς ἐπαναλάβαμε).

γ. Δὲν ἀποκρύπτουμε τίποτα, γιατὶ ἔτσι ἐμπαίζουμε τὸ μυστήριο.

Μετὰ τὴν ἐξομολόγηση

Ὁ πνευματικός μας πατέρας, ἀφοῦ μᾶς ἀκούσει, θὰ μᾶς συμβουλεύσει καὶ θὰ μᾶς κατατοπίσει πῶς θὰ ἀγωνιστοῦμε καὶ πῶς θὰ διορθώσουμε τὴν πορεία μας. Πιθανὸν νὰ μᾶς δώσει κάποιο ἐπιτίμιο. Αὐτὸ δὲν ἔχει χαρακτήρα τιμωρίας ἢ ἐξιλέωσης. Τὸ ἐπιτίμιο εἶναι πνευματικὸ φάρμακο καὶ πνευματικὸ ἀγώνισμα ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσει ἀποτελεσματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τὸ δεχόμαστε μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ νὰ τὸ τηροῦμε μὲ ἐπιμέλεια καὶ ἀκρίβεια.

Στὸ τέλος ὁ πνευματικός μας θὰ μᾶς διαβάσει τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ καὶ ἔτσι θὰ ἀποκατασταθοῦμε πάλι στὸ πατρικὸ σπίτι, στὴν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ-Πατέρα. Καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας ἑτοιμάζει καὶ μᾶς παραθέτει οὐράνια τράπεζα. Μᾶς κάνει κοινωνοὺς τοῦ σώματος καὶ αἵματός Του. Μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς μας.

Μετάνοια: ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος

Πολλοὶ ρωτοῦν: «Κάθε πότε πρέπει νὰ ἐξομολογούμαστε»; Θὰ ἀπαντήσουμε πολὺ ἁπλά: Ὅποτε ἔχουμε κάτι. Οὔτε ἀραιὰ καὶ σπάνια, ἀλλὰ οὔτε καὶ μὲ τὸ παραμικρό. Ἂν π.χ. πέσουμε καὶ χτυπήσουμε καὶ τὸ τραῦμα εἶναι μικρό, δὲν χρειάζεται νὰ ἐνοχλήσουμε τὸν γιατρό. Ἂν τὸ τραῦμα εἶναι μεγάλο, τότε ἀσφαλῶς θὰ τὸν ἐπισκεφθοῦμε.

Ἀφοῦ, λοιπόν, τὰ καθημερινὰ ἁμαρτήματα δὲν μποροῦμε εὔκολα νὰ τὰ ἀποφύγουμε, θὰ προσπαθήσουμε νὰ ζοῦμε σὲ συνεχῆ μετάνοια καὶ τακτικὴ ἐξομολόγηση. Χρονικὲς συνταγὲς δὲν ὑπάρχουν. Ὁ καθένας ἔχει τὴν ἰδιαιτερότητά του, τὶς δικές του ἀνάγκες καὶ μποροῦμε μὲ τὸν πνευματικό μας πατέρα νὰ βροῦμε τὴν χρυσὴ τομή.

Τέλος ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος, μιὰ διαρκὴς κατάσταση, ποὺ δὲν σταματάει ποτέ. Δὲν ὑπάρχει τέλος στὴ μετάνοια, γιατί τοῦτο θὰ σήμαινε τέλεια ὁμοίωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ἔζησαν οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας. Ἔτσι ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὴν ζήσουμε καὶ ἐμεῖς. Αὐτὴ ἂς εἶναι καὶ ἡ προσευχή μας: «Κύριε, δώρησαί μοι μετάνοιαν ὁλόκληρον καὶ καρδίαν ἐπίπονον εἰς ἀναζήτησίν σου».

Ἱερὰ Μονὴ Σαγματᾶ
2008

Ἡ Νηστεία νὰ γίνεται χωρὶς ὑποκρισία. Κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα.

Ἡ Νηστεία νὰ γίνεται χωρὶς ὑποκρισία. Κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα. 
 
( Μέγας Βασίλειος )

Ἡ νηστεία νὰ γίνεται χωρὶς ὑποκρισία. Κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα.

«Ἄλειψε τὸ κεφάλι σου καὶ πλῦνε τὸ πρόσωπό σου» (Ματθ. 6, 17). Σὲ μυστήρια σὲ καλεῖ ὁ λόγος. Αὐτὸς ποὺ ἀλείφθηκε ἐμυρώθηκε· αὐτὸς ποὺ ἐνίφθηκε ἐκαθαρίσθηκε. Νὰ ἐννοεῖς τὴ νομοθεσία στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο. Νὰ καθαρίσεις τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα. Νὰ χρίσεις τὸ κεφάλι σου μὲ χρῖσμα ἅγιο, γιὰ νὰ γίνεις μέτοχος τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἔτσι νὰ προσέλθεις στὴ νηστεία. Νὰ μὴν ἀλλοιώσεις τὸ πρόσωπό σου ὅπως ἀκριβῶς oι ὑποκριτές. Τὸ πρόσωπο ἀμαυρώνεται, ὅταν ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση ἐπισκιάζεται μὲ τὸ ἐπίπλαστο ἐξωτερικὸ σχῆμα, καλυπτόμενη μὲ τὸ ψεῦδος σὰν μὲ παραπέτασμα. Ὑποκριτὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ ὑποδύεται ξένο πρόσωπο στὸ θέατρο· ἐνῷ εἶναι δοῦλος, πολλὲς φορὲς ὑποδύεται τὸ πρόσωπο τοῦ κυρίου, καὶ ἐνῷ εἶναι πολίτης, τὸ πρόσωπο τοῦ βασιλέως. Ἔτσι καὶ στὸν βίο αὐτό, σὰν στὴ σκηνὴ τῆς δικῆς τους ζωῆς, οἱ πολλοὶ παίζουν θέατρο, ἄλλα μὲν φέροντας στὴν καρδιά, ἄλλα δὲ δεικνύοντας φανερὰ στοὺς ἀνθρώπους. Νὰ μὴν ἀλλοιώνεις λοιπὸν τὸ πρόσωπό σου. Ὅποιος εἶσαι, τέτοιος νὰ φαίνεσαι· νὰ μὴν ὑποκρίνεσαι τὸν σκυθρωπό, ἐπιδιώκοντας τὴν δόξα ἀπὸ τοῦ νὰ φαίνεσαι ἐγκρατής. Διότι οὔτε εὐεργεσία ποὺ διατυμπανίζεται εἶναι ὄφελος, καὶ κανένα κέρδος δὲν προέρχεται ἀπὸ νηστεία ποὺ δημοσιεύεται. Διότι ἐκεῖνα ποὺ γίνονται ἐπιδεικτικὰ δὲν προεκτείνουν τὸν καρπὸ στὴ μέλλουσα ζωή, ἀλλὰ τὸν περιορίζουν στὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Τρέξε λοιπὸν μὲ χαρὰ στὴ δωρεὰ τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία εἶναι ἀρχαῖο δῶρο· δὲν παλαιώνει καὶ δὲν γηράσκει, ἀλλὰ πάντοτε ἀνανεούμενο, ἀνθίζει πάντοτε γιὰ νὰ φέρει ὥριμους καρπούς.

Μέγας Βασίλειος

Περί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ γάμου καὶ τῆς τεκνογονίας


Περί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ γάμου καὶ τῆς τεκνογονίας


Πρωτ. Δημήτριου Θεοφίλου, M.D, PhD Student ΕΚΠΑ

Αν ανατρέξει κάποιος στην ακολουθία του γάμου, θα διαπιστώσει πως ο σημαντικότερος λόγος που δύο άνθρωποι νυμφεύονται δεν είναι άλλος από την κατά Χάρη θέωσή τους.

 Ο γάμος αποτελεί ασκητικό μονοπάτι διαρκούς αυταπάρνησης του εγώ και θυσιών για το εσύ. Το ζήτημα της τεκνοποιίας δεν είναι το βασικό, αλλά το αποτέλεσμα της συζυγικής αγάπης, αλληλοπεριχώρησης και αλτρουιστικής αυταπάρνησης, που καλούνται να επιδεικνύουν οι δύο σύζυγοι.
Ο γάμος δεν είναι χώρος αυτο-δικαιωτισμού και απαιτητικών «θέλω», αλλά προσφοράς και θυσίας. Δυστυχώς, η υποτίμηση και η διαστρέβλωση του νοήματός του δεν προέρχεται μόνο από τον «κόσμο» αλλά και από την ίδια τη γήινη συστημική Εκκλησία.

Τη σημερινή εποχή κανείς δεν είναι διατεθειμένος, ούτε προετοιμασμένος από την πατρική του οικογένεια, για θυσίες και προσφορά. Έτσι αρχίζουν οι ανταγωνισμοί και οι διεκδικήσεις, ξεκινούν λίστες δικαιωμάτων και απαιτήσεων, που συχνά-πυκνά οδηγούν με μαθηματικό τρόπο σε ναυάγια. Η Εκκλησία ευλογεί, μεν, τον γάμο, αλλά τον αντιμετωπίζει μονοδιάστατα, θεωρώντας τον σαφώς κατώτερο από την άγαμη επιλογή ζωής και, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια κατ’ οικονομία παραχώρηση, για να μην πορνεύουν οι άνθρωποι. Αυτή είναι μια ξεκάθαρα σωματική αντιμετώπιση του γάμου, όπου με βιολογικές προϋποθέσεις ιεραρχείται αξιακά η σχέση του ανθρώπου με την Εκκλησία και, πέρα απ’ αυτό, δημιουργείται μια ταξική πυραμιδοειδής Εκκλησία με όρους σωματικών σχέσεων.

Ο γάμος θαρρώ πως είναι ίσως το πιο παρεξηγημένο μυστήριο της Εκκλησίας, γι’ αυτό και δεν μπορεί να διασωθεί από επαγγελματικές ακατανόητες ερμηνευτικά ιερολογήσεις, ούτε από παγανιστικά ξόρκια, που έχουν αφεθεί να υπάρχουν και να δρουν ανεξέλεγκτα, προερχόμενα από το ειδωλολατρικό παρελθόν.
Η τεκνογονία ποτέ δεν υπήρξε αυτοσκοπός του γάμου, κατά την ίδια έννοια ούτε η πολυτεκνία, γι’ αυτό και οι ευχές της ακολουθίας του επικεντρώνουν στο νόημα της καλλιτεκνίας και της ευτεκνίας. Παρόλο που και σήμερα υπάρχουν πολλοί που επικεντρώνουν, με στρεβλό τρόπο, σε λάθος στόχο.

Η πελώρια αποτυχία του θρησκευτικού γάμου δεν απασχολεί κανέναν, αφού όλοι ασχολούνται με τα σύμφωνα συμβίωσης, με τον πολιτικό γάμο, την ελεύθερη συμβίωση και διάφορες υπεκφυγές, για να μην κοιταχθεί κατάματα μια τραγική πραγματικότητα. Ακόμα στην ελληνική κοινωνία ο θρησκευτικός γάμος ποσοστιαία κυριαρχεί, αυτό όμως δεν συγκινεί κανέναν ώστε να σκύψει επάνω από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει και να φροντίσει για την πνευματική και ποιοτική αναβάθμισή του. Τα διαζύγια στατιστικά σε ετήσια βάση έχουν αρχίσει να ξεπερνούν τους γάμους, που είναι πλέον λιγοστοί, ιδίως στις επαρχιακές μητροπόλεις.

Συχνά αρκετοί επίσκοποι, με την άνεση που υπογράφουν απρόσωπα τις άδειες γάμου, υπογράφουν εξίσου απρόσωπα και τα διαζευκτήρια, εκτός κάποιων λιγοστών φωτεινών εξαιρέσεων, που δυστυχώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αρκετοί ιερείς το ίδιο απρόσωπα παντρεύουν ζευγάρια με μια χυδαία προχειρότητα και έναν στυγνό επαγγελματισμό, ακόμα και σε επίπεδο ιερολογίας του μυστηρίου, σε ένα πλαίσιο ανυπαρξίας πνευματικών προϋποθέσεων και σχεσιακών δομών.

Ο γάμος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια αναπαραγωγική διαδικασία, τίποτε από όλα αυτά δεν αναφέρεται στα Ευαγγέλια, ο μηχανισμός παραγωγής σεξουαλικών ενοχών στήθηκε μετά.

Ο Αυγουστίνος προτού ασπαστεί τον Χριστιανισμό ζούσε έκλυτο βίο, και όμως έγινε ο πρώτος μεγάλος «θεολόγος» που διατύπωσε την άποψη ότι το σεξ αποτελεί «θεϊκή κατάρα» ακόμα και μεταξύ συζύγων! Αυτή η θέση, η οποία αποτελεί μεταχρονολογημένο μανιχαϊκό παραλήρημα, επικράτησε τόσο την ανατολική όσο και τη δυτική χριστιανική ζωή και έγινε αφορμή να στοιχειώσουν οι σχέσεις εκατομμυρίων βαπτισμένων Χριστιανών με τις Εκκλησίες τους. Δημιουργήθηκε πληθώρα ποινικών καταλόγων γενετήσιων σωματικών παρεκτροπών, όπου κλήθηκε κάθε ιερωμένος υψηλόβαθμος ή χαμηλόβαθμος να επιβάλλει στους ανθρώπους ποικίλες ποινές και επιτίμια, με αποτέλεσμα να προκύψει πλήθος ψυχικών αναπηριών και πνευματικών καταστροφών. Ο π. Thomas Hopko (γαμπρός από κόρη του μακαριστού π. Α. Schmemann) ομολογεί πως το πρόβλημα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας αποτελεί καίριο ζήτημα που επηρεάζει αποφασιστικά τη σύγχρονη θεώρηση όλων των μεγάλων θεολογικών θεμάτων.

Η ερωτική λειτουργία είναι μια από τις βασικότερες λειτουργίες του ανθρώπου, είναι μια από τις μεγάλες δωρεές που έχει χαρίσει ο Θεός στον άνθρωπο, αλλά χρειάζεται διάκριση και προσοχή, ώστε να μη μαραθεί, διαστραφεί ή στοιχειώσει και καταστραφεί. Το ότι η εξομολογητική μέχρι τώρα είχε επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στη σεξουαλικότητα του γάμου και στις όποιες παρεκτροπές της πρέπει να μας ανησυχεί, αφού ο ίδιος ο Χριστός αναφώνησε το περίφημο «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω».


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΠΑΤΟΡΕΣ (α)


Θεῖον καὶ ἀνθρώπινον θέλημα

π. Δημητρίου Μπόκου

Οἱ ἅ­γιοι Θε­ο­πά­το­ρες Ἰ­ω­α­κεὶμ καὶ Ἄν­να (9 Σε­πτ.) ἀ­νή­κουν στὰ ἅ­για ἀν­δρό­γυ­να τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Ἱ­στο­ρί­ας. Μὲ τὴ θε­ο­σέ­βεια ποὺ τοὺς δι­έ­κρι­νε ἀ­ξι­ώ­θη­καν νὰ γί­νουν οἱ κα­τὰ σάρ­κα προ­πά­το­ρες (οἱ παπ­ποῦ­δες δη­λα­δὴ) τοῦ Χρι­στοῦ. Κι ὅ­μως οἱ εὐ­λα­βεῖς αὐ­τοὶ ἄν­θρω­ποι εἶ­χαν γε­ρά­σει χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­κτή­σουν τέ­κνα. Ἡ βα­θειά τους ἐ­πι­θυ­μί­α ἔ­με­νε ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη. 

Ὁ Θε­ὸς ἤ­θε­λε ὅ­λα τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ ἀ­φο­ροῦ­σαν τὴν ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Υἱ­οῦ του νὰ γί­νουν μὲ τρό­πο θαυ­μα­στό. Ὅ­ταν λοι­πὸν εἶ­χε ἐ­κλεί­ψει κά­θε φυ­σι­κὴ δυ­να­τό­τη­τα γιὰ ἀ­πό­κτη­ση παι­διοῦ, ἀ­φοῦ ἡ Ἄν­να ἦ­ταν σχε­δὸν ἑ­ξήν­τα χρο­νῶν, ὁ Θε­ὸς ἀ­να­τρέ­πει τοὺς φυ­σι­κοὺς νό­μους καὶ τοὺς χα­ρί­ζει αὐ­τὸ ποὺ δι­α­κα­ῶς ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν: τὴ θυ­γα­τέ­ρα ποὺ θὰ γι­νό­ταν «ἡ πάν­των χα­ρά», ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ.

Τί ἔ­κα­ναν μέ­χρι τό­τε οἱ Θε­ο­πά­το­ρες; Εἶ­χαν ἀ­να­θέ­σει «τὴν πᾶ­σαν ἐλ­πί­δα» τους στὸν Θε­ό. Ἡ σχέ­ση τους μα­ζί του ἦ­ταν σχέ­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νης καὶ ἀ­γά­πης. Ὁ με­γά­λος τους πό­θος εἶ­χε γί­νει συ­νε­χής, ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή. Μιὰπρο­σευ­χὴ ὅ­μως ποὺ δι­α­κρι­νό­ταν γιὰ τὴν ἤ­ρε­μη ἀ­πο­δο­χὴ τοῦ θε­λή­μα­τος τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­πεγ­κλω­βι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἐ­γω­κεν­τρι­κὴ μο­νο­μέ­ρεια τοῦ δι­κοῦ τους θε­λή­μα­τος. Εἶ­χαν κα­τα­λά­βει ὅ­τι πά­νω καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λαν αὐ­τοί, ἀ­ξί­α ἔ­χει ὁ Θε­ὸς καὶ τὸ θέ­λη­μά του.Ἀ­γα­ποῦ­σαν πρῶ­τα τὸν Θε­ὸ καὶ με­τὰ τὰ δῶ­ρα του. Ζη­τοῦ­σαν μὲν ὡς ἄν­θρω­ποι αὐ­τὸ ποὺ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν. Ἄ­φη­ναν ὅ­μως στὸν Θε­ὸ τὸ πε­ρι­θώ­ριο νὰ ἐ­νερ­γή­σει ὅ­πως αὐ­τὸς ἤ­θε­λε. «Οὐχ ὡς ἐ­γὼ θέ­λω, ἀλ­λ’ ὡς σύ». Δὲν ἐ­πέ­με­ναν πά­σῃ θυ­σί­ᾳ νὰ γί­νει τὸ δι­κό τους.

Λέ­γει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός: «Ἦ­σαν ὁ Ἰ­ω­α­κεὶμ καὶ ἡ Ἄν­να ἄν­θρω­ποι εὐ­λα­βεῖς, σώ­φρο­νες, ἐ­νά­ρε­τοι, τα­πει­νοί, …ἀλ­λὰ παι­διὰ δὲν ἔ­κα­μνον. Γνω­ρί­ζον­τας πὼς ὁ πα­νά­γα­θος Θε­ὸς δί­δει ὅ­λα τὰ ἀ­γα­θά, τὸν πα­ρε­κά­λουν νὰ τοὺς δώ­σει ἕ­να τέ­κνον, ἀρ­σε­νι­κὸν ἢ θη­λυ­κόν, καὶ νὰ τὸ ἀ­φι­ε­ρώ­σουν εἰς τὸν Να­όν… Βλέ­πον­τας ὁ πα­νά­γα­θος Θε­ὸς τὴν κα­λήν τους γνώ­μην, τοὺς εὐ­λό­γη­σε καὶ ἐ­γέν­νη­σαν τὴν Δέ­σποι­ναν τὴν Θε­ο­τό­κον καὶ τὴν ἔ­βγα­λαν Μα­ρί­αν… Σεῖς, ἀ­δελ­φοί μου, ὁ­πού δὲν κά­μνε­τε παι­διά, νὰ ἔ­χε­τε τὴν ἐλ­πί­δα σας εἰς τὸν Θε­όν, ὡ­σὰν ὁ Ἰ­ω­α­κεὶμ καὶ ἡ Ἄν­να, ὄ­χι νὰ κά­μνε­τε γο­η­τεί­ας καὶ μα­γι­κὰ καὶ ἄλ­λα δι­α­βο­λι­κά… Κα­θὼς ὁ Ἰ­ω­α­κεὶμ καὶ ἡ Ἄν­να ἐ­ζη­τοῦ­σαν παι­δί­ον ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸν καὶ ὄ­χι ἀ­πὸ ἄν­θρω­πον, ἔ­τσι καὶ ἡ εὐ­γε­νί­α σας ὅ,τι θέ­λε­τε νὰ ζη­τή­σε­τε, ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸν νὰ ζη­τή­σε­τε καὶ ὄ­χι ἀ­πὸ ἄν­θρω­πον…».

Οἱ ἅ­γιοι Θε­ο­πά­το­ρες γνω­ρί­ζουν ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε δι­κό τους. Ὅ­λα εἶ­ναι τοῦ Θε­οῦ καὶ τοὺς τὰ δί­νει γιὰ ὅ­σο χρό­νο θέ­λει ἐ­κεῖ­νος νὰ τὰ ἔ­χουν. Γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν με­τέρ­χον­ται ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μέ­σο νὰ τ’ ἀ­πο­κτή­σουν, ἐ­πι­τρε­πτὸ ἢ ἀ­νε­πί­τρε­πτο, «γο­η­τεῖ­ες καὶ μα­γι­κὰ καὶ ἄλ­λα δι­α­βο­λι­κά». Ἀρ­κοῦν­ται σὲ ὅ­σα καὶ ὅ­ταν καὶ γιὰ ὅ­σο τοὺς δώ­σει ὁ Θε­ός. Γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν τὰ οἰ­κει­ο­ποι­οῦν­ται, ἀλ­λὰ τὰ ἀν­τι­προ­σφέ­ρουν ὅ­λα πρό­θυ­μα στὸν Θε­ό, σὲ μιὰ κί­νη­ση εὐ­χα­ρι­στί­ας, «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν», μὲ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τὴν χω­ρὶς δι­σταγ­μὸ ἀ­φι­έ­ρω­ση τοῦ παι­διοῦ τους, ποὺ μὲ τό­ση λα­χτά­ρα πε­ρί­με­ναν μιὰζω­ή. Ὁ Θε­ὸς τοὺς τὸ ἔ­δω­σε, τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι καὶ τώ­ρα. Καὶ τὸ παι­δί τους ἀ­κό­μα δὲν τὸ θε­ω­ροῦν ἀ­πό­λυ­το κτῆ­μα τους.

Πό­ση ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸν ση­με­ρι­νὸ ἄν­θρω­πο, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ νό­η­μα τῆς ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ ἄ­με­ση καὶ μὲ κά­θε τρό­πο, θε­μι­τὸ ἢ ἀ­θέ­μι­το, ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῆς κά­θε τουἐ­πι­θυ­μί­ας! Γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ ὁ Θε­ὸς δὲν εἶ­ναι τίποτε περισσότερο από ἁπλὸ ὄρ­γα­νο γιὰ τὴν ἐ­πι­τυ­χί­α τῶν σκο­πῶν του. Καί,κατὰ τὴν ἐν­τε­λῶς βρε­φι­κὴ νο­ο­τρο­πί­α τοῦ καλομαθημένου ἀνθρώπου, εἶναι κα­λὸς ὁ Θεὸςὅ­ταν ἐκ­πλη­ρώ­νει τὰ αἰ­τή­μα­τά του, ἄ­δι­κος ὅμως, κα­κὸς καὶ ἄ­χρη­στος, ὅ­ταν συμ­βαί­νει τὸ ἀντίθετ­ο.

Ἡ τό­σο νη­φά­λια στά­ση τῶν ἁ­γί­ων Θε­ο­πα­τό­ρων ἔ­χει νὰ μᾶς πεῖ ἄ­ρα­γε τί­πο­τε;

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 386, Σεπτέμβριος 2015)

(Συνεχίζεται)

Ἀ ν τ ι ύ λ η

Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

Τηλ. 26820-25861/23075/6980.898.504

ΠΕΡΙ ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ

 

ΠΕΡΙ ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ

 
Η ακολουθία των εγκαινίων του Ιερού Ναού είναι σαφώς μία από τις πλέον λαμπρές, πολύπλοκες και μακροσκελείς ακολουθίες που απαντώνται στη λειτουργική ζωή της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Και αυτό έχει να κάνει με το γεγονός της καθιερώσεως και καθαγιάσεως του Ιερού χώρου μέσα στον οποίον θα τελείται εφ’ εξής η λατρεία, αφού ο ίδιος αυτός χώρος προσφέρεται στον Θεό για το λόγο αυτό. Ρίχνοντας μια ματιά πίσω στο χρόνο και πάντα όσον αφορά τη τελετή των εγκαινίων, θα παρατηρούσαμε πως ο εγκαινιασμός των νέων Ιερών Ναών δεν είναι και δεν ήταν προνόμιο ή επινόηση μόνο των Χριστιανών. Στον ειδωλολατρικό κόσμο αλλά και στις Ιουδαϊκές θρησκευτικές παραφυάδες πάντα η καθιέρωση των νέων χώρων ή ναών που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για λατρευτικούς σκοπούς, ήταν κάτι το αυτονόητο και επιβεβλημένο. Και αυτό δεν δημιουργεί καμία έκπληξη διότι η τελετή των εγκαινίων ήταν και παραμένει μια γιορτή την οποία όλοι προσμένουν προκειμένου να έλθουν σε άμεση επαφή με το νέο χώρο, αλλά πολύ περισσότερο με τους αδερφούς τους.
Βεβαίως σε αυτό το σημείο διαφοροποιείται η δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας αφού γι’ αυτήν δε νοείται η ύπαρξη χώρου λατρείας δηλ. Ιερού Ναού αν πρώτα δεν υπάρξει σύσταση κοινότητας, ποιμνίου το οποίον θα καθοδηγείται πνευματικά από τους Ιερείς οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με αυτό το καθήκον.
Ιστορικές διηγήσεις και επιβεβαιωμένα στοιχεία μας αποδεικνύουν τη λαμπρότητα με την οποία τελούνταν τα εγκαίνια των Ιερών Ναών στην Ιερουσαλήμ, τη Ρώμη, τη Κωνσταντινούπολη μέσα από τελετές και Ιερές ακολουθίες οι οποίες είχαν διάρκεια πολλών ημερών –ακόμα και εβδομάδων- και συμμετείχαν χιλιάδες κόσμου. Σε όλες αυτές προεξήρχαν οι κατά τόπον Επίσκοποι και όχι μόνο.
Τους πρώτους πάντως χρόνους από ενδείξεις και μαρτυρίες που έχουμε φαίνεται πως η κυρίως τελετή των εγκαινίων είχε να κάνει με την επί της Αγίας Τραπέζης του νέου Ιερού Ναού πρώτη τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Πολύ γρήγορα όμως η τελετή γίνεται πολυπλοκώτερη και μεγαλύτερη, λαμβάνοντας βαπτισματικά στοιχεία, προσθέτοντας τη λιτανευτική τελετή των περιφορών γύρω από το νέο Ιερό Ναό, προσδιορίζοντας έτσι την καθαγιαστική κατάληψη του νέου Ιερού χώρου. Η πανηγυρική είσοδος στο Ναό συνοδεύεται από το πλύσιμο της Αγίας Τραπέζης και τη Χρίση δι’ Αγίου Μύρου αυτής αλλά και του Ιερού Ναού.
Οι Πατέρες της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας έχουν ασχοληθεί ιδιαιτέρως με το λειτουργικό μα και τυπικό μέρος της τελετής των εγκαινίων.

Η ακολουθία των εγκαινίων τόσο για τον Άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης όσο και για τον Νικόλαο Καβάσιλα είναι ιδιαιτέρως σημαντική τόσο από τελετουργικής άποψης αλλά και όσον αφορά το θέμα της Λατρείας.
Ως γεγονός είναι μείζονος δογματικής και λατρευτικής σημασίας για τη Χριστιανική κοινότητα ( ενορία ) αφού μόνον έτσι είναι δυνατή η κοινή προσευχή και κοινωνία, μέσα σ’ έναν χώρο καθαγιασμένο και αποκλειστικά αφιερωμένο στη Τριαδική Θεότητα. Όμως ας μην λησμονούμε πως όλο αυτό το υλικό οικοδόμημα προέρχεται από την προσπάθεια όλων, στεγάζοντας εν τέλει την κοινή πνευματική πορεία, μέσα από την αδιάλειπτη προσευχή και τον συνεχή αγώνα προς τη Θέωση.
Ας δούμε όμως παρακάτω ποιο πραγματικά είναι το νόημα της ύπαρξης ενός Ιερού Ναού μέσα στη Χριστιανική κοινότητα.


Ὁ ναὸς κέντρο καὶ σύμβολο τῆς κοινότητας.
«ἐν ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τὸν θεόν…».
Ψαλμός ΞΖ΄(67),Στχ.27

Ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ἀπὸ τοὺς πρώτους κιόλας χρόνους τῆς ὕπαρξής της συναθροίζεται καὶ συμπροσεύχεται ἐντὸς τῶν Ἱερῶν ναῶν ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τῶν τοπικῶν ποιμένων. Αὐτὴ ἡ πράξη δὲν ἀποτελεῖ μόνο κανονικὴ κατὰ τὴν τάξη καὶ τὸ τυπικὸ τῆς Ἐκκλησίας διαδικασία ἀλλὰ καὶ συνάδει ἀπόλυτα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐθιμοτυπία καὶ Ἱερὴ παράδοση. Κάθε ἱεροπραξία ποὺ λαμβάνει χώρα μὲ καθ’ ὅλα νομότυπο τρόπο γίνεται ἀποδεκτὴ ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν πιστὸ λαὸ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. «Ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» τελοῦνται οἱ μυστηριακὲς πράξεις καθὼς καὶ οἱ ὑπόλοιπες Ἱερὲς ἀκολουθίες οἱ ὁποῖες ἔχουν ὡς μοναδικὸ στόχο τὸν καθαγιασμὸ τοῦ πληρώματος τὸ ὁποῖο ἐν ἀναμονῇ τελεῖ γιὰ τὸ τελικὸ στάδιο τῆς Θείας λατρείας,τὴν κορύφωση τὴ Θεία Εὐχαριστία.
Ἡ ἕνωση τῆς προσφορᾶς τῶν πιστῶν καὶ τὸ κοινὸ ποτήριο στὸ ὁποῖο ὅλοι ἔχουν συμμετοχὴ εἶναι τὰ κύρια χαρακτηριστικά της κοινότητας. Τὸ Θεανθρώπινο ζωογόνο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δρᾶ καταλυτικὰ ὡς ἰατρεῖο ψυχῶν καὶ σωμάτων τὰ ὁποία νοσοῦν ἐντὸς τῶν σύγχρονων κοινωνιῶν ποὺ χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄκρατου καταναλωτισμοῦ καὶ τῆς ἀποξένωσης. Ἡ σταδιακὴ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ ἀρχέγονο κύτταρο τῆς ἐνοριακῆς σύναξης δρᾶ μόνο ἀρνητικὰ στὴ ζωὴ τῆς τοπικῆς κοινωνίας.Ἡ ἐνορία -μὲ ἐπίκεντρο πάντοτε τὸν Ἱερὸ ναὸ στὸν ὁποῖο καὶ τελεῖ ἀδιαλείπτως τὶς Ἱερὲς ἀκολουθίες- διατηρεῖ μὲ τρόπο πραγματικὰ θαυμαστὸ τὰ μέλη τῆς ενωμένα γύρω ἀπὸ τὸν ἴδιο καὶ μοναδικὸ Θεό,τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτὴ τὴν ἐπιτυχῆ ἐπικοινωνία τῶν μελῶν καὶ τὴν ἕνωσή τους μὲ τὸ Θεῖο ἐγγυᾶται ἡ κοινὴ Θεία λατρεία.
Ρίχνοντας μία πιὸ διαπεραστικὴ ματιὰ γύρω μας δὲν εἶναι καθόλου δύσκολο νὰ ἀντιληφθοῦμε πὼς ἡ κοινωνικὴ διαστρωμάτωση δημιουργεῖ ἀναπόφευκτα ὁμάδες-κάστες- οἱ ὁποῖες διακρίνονται μεταξὺ τοὺς βάση οἰκονομικῶν,μορφωτικῶν,θρησκευτικῶν καὶ φυλετικῶν ἢ καὶ ἀκόμα πολιτικῶν κριτιρίων. Ὅλες αὐτὲς οἱ κοινωνικὲς ὁμάδες ὅσο κι ἂν ἀκούγεται δύσκολο νὰ συμβεῖ ἐνώνονται καὶ ταυτίζονται μέσα στὴν ἐνορία. Τὸ παράδειγμα τοῦ ναοῦ τῆς ἐπαρχίας καὶ τῆς ὑπαίθρου ὅπου στέκει στὸ μέσο της κοινότητας ἑνώνοντας στὸ κάλεσμα τοῦ ἴδιου του Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸ ποίμνιο εἶναι σὲ ὅλους μας γνωστό. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μέσω τῶν ποιμένων μὴ κάνοντας διακρίσεις καὶ διαχωρισμοὺς τοὺς καλεῖ ὅλους σ’ἕναν μοναδικὸ γάμο. Ὁ γάμος αὐτὸς ἐπισημοποιεῖται ἐντὸς τοῦ χώρου τοῦ ναοῦ κατὰ τὴ κοινὴ λατρευτικὴ πορεία μὲ τὸν πλησίον. Ὁ Χριστιανὸς λαμβάνει τὴν εὐλογία νὰ μοιράζεται τὰ πάντα μὲ τοὺς ὑπολοίπους.Μοιράζεται τὴν ἴδια τὴ ζωή,σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ καὶ τὰ λαμβάνει ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν διπλανό του πίνοντας ἀπὸ τὸ ἴδιο ποτήριο! Πρόκειται γιὰ ἕνα μυστηριακὸ «πανηγύρι» τὸ ὁποῖο σὲ καμία περίπτωση δὲ πρέπει νὰ λαμβάνει χαρακτήρα κοσμικό.
Πρέπει νὰ κατανοήσουμε ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερα τὰ νοήματα αὐτῆς της ἀπὸ κοινοῦ συνεύρεσης. Ὅλα ἀρχίζουν ἀπὸ αὐτὸ τὸ κομβικὸ σημεῖο στὴ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ. Τὸ ἐνοριακὸ πνεῦμα πρέπει νὰ διέπει κάθε τοπικὴ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα καθὼς μόνο αὐτὸ εἶναι ἱκανὸ νὰ διεγείρει λειτουργίες οἱ ὁποῖες ἀπὸ τὴ φύση τοὺς ἀτονοῦν. Ἡ μητέρα Ἐκκλησία στέκεται ἀρωγὸς σὲ αὐτὸ ὀργανώνοντας ἐνορίες καὶ Μονὲς μὲ βάση τὶς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου καὶ τῶν τοπικῶν μὴ ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων.
Ἡ ὕπαρξη ζωντανῶν ἐνοριακῶν κυττάρων ἀποτελεῖ ἕνα ἰδεατὸ πρότυπο γιὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε ὅλοι συνυπεύθυνοι καὶ ὀφείλουμε νὰ ἐργαζόμαστε ἀδιάκοπα. Τὰ πρόσωπα σὲ αὐτὸν τὸν ἀγώνα δὲ παίζουν κανέναν ἀπολύτως ρόλο ἀφοῦ κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲ παραμένει τὸ ἴδιο. Ὅλοι ἐργάζονται γιὰ τὸ ἴδιο καὶ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ὑπὸ τίς ὁδηγίες τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

AKΟΛΟΥΘΙΑ ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ

Εγκαίνια είναι η τελετή με την οποία καθιερώνεται και καθαγιάζεται ένας ναός και από απλό κτίσμα μεταβάλλεται σε οίκο λατρείας και προσευχής και η τράπεζά του από ένα μαρμάρινο κατασκεύασμα σε ιερό θυσιαστήριο, Αγία Τράπεζα και συμβολικά το θρόνο του Θεού. Άλλωστε η ίδια η λέξη ΕΓΚΑΙΝΕΙΑ (η ορθή παλαιά γραφή με ει στο τέλος) φανερώνει πως ένα πράγμα από παλαιό γίνεται καινούριο και από μη ιερό, άγιο. Η καινούρια αυτή διάσταση όσον αφορά το ναό είναι ολοκάθαρη σ’ όλες τις ευχές και τα τροπάρια της ακολουθίας. Χωρίς εγκαίνια δεν είναι δυνατή η τέλεση κανενός μυστηρίου παρά μόνο με τη χρήση του Αντιμηνσίου (αντί +mensa (λατ.) = τραπέζι), λινού δηλ. υφάσματος που απεικονίζει στις μέρες μας την άκρα ταπείνωση δηλ. τον ΄΄Επιτάφιο΄΄ (εξέλιξη ιστορικά του αέρα, λειτουργικού δηλ. υφάσματος με το οποίο οι ιερείς καλύπτουν σήμερα τα Τίμια Δώρα), που μπορεί να αντικαταστήσει την αγία Τράπεζα μέχρι να γίνουν κανονικά τα εγκαίνια, αφού σ' αυτό υπάρχουν τμήματα λειψάνων αγίων.

Όσον αφορά την ιστορία των εγκαινίων είναι σημαντικό πως από την Παλαιά ακόμη Διαθήκη γίνεται λόγος γι’ αυτά. Η σκηνή του μαρτυρίου που ήταν αφιερωμένη στη λατρεία του Θεού, είχε ΄΄δικαιώματα λατρείας΄΄ όπως μας λέει ο Απ. Παύλος, (Εβρ. δ 1), αγιάσθηκε από τον Μωϋσή κατά προτροπή του Θεού με μυσταγωγικές πράξεις ΄΄ και λήψη το έλαιον της χρίσεως, και χρίσεις την σκηνή και πάντα τα εν αυτή, και έσται αγία...΄΄ (Έξοδ. 40, 9-11). Το ίδιο έγινε και με το ναό του Σολομώντος. Οι Εβραίοι μάλιστα είχαν και έχουν ακόμη ειδική γιορτή των Εγκαινίων, όπως λέγεται, στην οποία γιορτάζουν και θυμούνται τα εγκαίνια και την κάθαρση του ναού του Σολομώντος, την οποία έκαμε ο Ιούδας ο Μακκαβαίος το 165 π. Χ. μετά τη βεβήλωσή του από τον Αντίοχο τον Δ’ τον Επιφανή. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι πως η εκκλησία από τη στιγμή που έπαψε να καταφεύγει στις κατακόμβες και να προσφέρει την αναίμακτη θυσία επάνω στους τάφους των μαρτύρων, άρχισε να καθιερώνει ναούς και μάλιστα με μεγαλοπρεπείς τελετές, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Ευσέβιος. Ήταν πανηγύρι τα εγκαίνια τότε, όπως ακριβώς και σήμερα. Πνευματικό πανηγύρι που στηρίζεται στην πίστη του λαού, αλλά και τη ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας.
Τα εγκαίνια είναι οπωσδήποτε συνδεδεμένα με τη σημασία που δίνει η Εκκλησία στο Ναό ως λειτουργικό χώρο και οίκο προσευχής του λαού αφ΄ ενός και αφ΄ ετέρου με τη σημασία που δίνει στον άνθρωπο ως λειτουργικό ον και προσωπικότητα με σκοπό τον αγιασμό και τη θέωση. Γι’ αυτό και στο πανηγύρι των Εγκαινίων καλούμαστε όλοι να συμμετάσχουμε πνευματικά και με πίστη. ΄΄Εν πίστει τα εγκαίνια, επιτελούμεν φαιδρώς…΄΄.
Η ιερότητα του πανηγυριού αυτού στηρίζεται στην πίστη μας πως ο Ναός είναι έργο του Χριστού και του Παναγίου Πνεύματος· έργο όλης της Παναγίας Τριάδος πιστεύουμε, όπως λέει το τροπάριο , πως ΄΄ τούτον τον οίκον ο Πατήρ ωκοδόμησε· τούτον τον οίκον ο Υιός εστερέωσε· τούτον τον οίκον το Πνεύμα το Άγιον ανεκαίνισε, το φωτίζων, και στηρίζων, και αγιάζων τας ψυχάς ημών΄΄ (απόστιχο του Εσπερινού) των εγκαινίων. Ο Ναός είναι ασφαλώς ο οίκος του Θεού, αλλά και το δικό μας σπίτι. Είναι και πρέπει να είναι το κέντρο της ζωής μας κι όχι κάτι το δευτερεύον. Είναι η σκηνή η αληθινή, το λιμάνι των χειμαζομένων, το ιατρείο των παθών, η καταφυγή των ασθενών, το των δαιμόνων φυγαδευτήριο (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος) εκεί όπου ο λαός δοξάζει τον Θεό ΄΄ εν ψαλμοίς και ύμνοις και μυστικαίς λειτουργίαις΄΄ οι οποίες αναφέρονται και φθάνουν στο νοερό θυσιαστήριο και σε μας κομίζουν την αγαθότητα και τη χάρη του Θεού ενώνοντας έτσι τα κάτω με τα άνω, τα ουράνια με τα επίγεια. Ο Ναός λοιπόν δεν είναι πλέον χώρος απλός, σαν ένα καθημερινό οικοδόμημα , αλλά χώρος ουράνιος που παραστέκονται τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ στις θύρες του οδηγώντας τον καθέναν μας από τη γη στον ουρανό. Συνεπώς και η είσοδός μας στον νέο Ναό αλλά και σε κάθε Ναό πρέπει οπωσδήποτε να αντιστοιχεί και στην ανάλογη συμπεριφορά μας μιας και εισερχόμαστε στον οίκο του Θεού.

Πως γίνονται τα εγκαίνια του Ιερού Ναού ;

Η καθιέρωση του Ναού γίνεται από τον Αρχιερέα, που σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες και τη Δογματική της Εκκλησίας μας είναι τύπος και τόπος του Χριστού, με την εξής σειρά και τάξη όπως θα δούμε παρακάτω, ενώ για την όλη τελετή χρησιμοποιούνται αρκετά υλικά στοιχεία, όπως κερί καθαρό, μαστίχη, σμύρνα, θυμίαμα, λείψανα μαρτύρων, άγιο μύρο, μαρμαροσάπουνα, ροδόσταμο, κρασί, κατασάρκιο της αγίας Τραπέζης, Αντιμήνσια κ.α.

Η λιτανεία των Ιερών λειψάνων

Το απόγευμα της προηγούμενης ημέρας, ο Αρχιερεύς μεταφέρει στον Ι. Ναό που πρόκειται να εγκαινιασθεί τα ιερά λείψανα, τα οποία εναποθέτει σ’ ένα άγιο Δισκάριο, πάνω στην Αγία Τράπεζα. Το πρωί αφού τελειώσει ο όρθρος, με την ψαλμωδία σχετικών τροπαρίων γίνεται τριπλή περιφορά γύρω από το Ναό. Ο Αρχιερεύς ντυμένος με λευκή στολή, σύμβολο της καθαρότητας και της αγνότητας, με ιερό δέος φέρει στο κεφάλι του τον ειδικό δίσκο με τα άγια λείψανα σκεπασμένα με το ίδιο κάλυμμα που σκεπάζονται τα Τίμια δώρα.

Οι ιερείς κρατούν το Ευαγγέλιο, το σταυρό και εικόνες, οι δε λαϊκοί προπορεύονται με τις λαμπάδες. Σε κάθε στάση (γίνονται τρεις) διαβάζονται ορισμένα αναγνώσματα από την Καινή Διαθήκη και στη συνέχεια μπροστά στην είσοδο του Ναού, όπου ήδη έχει τοποθετηθεί ειδικό αναλόγιο γίνεται μία από τις κατανυκτικότερες τελετές της εκκλησίας μας.

Η είσοδος δηλαδή πάλι στο Ναό γίνεται με ιδιόμορφο τρόπο. Οι θύρες είναι κλειστές και όλοι βρίσκονται έξω από το Ναό. Ο Αρχιερεύς προστάζει αυτούς που είναι πίσω από τις πόρτες να τις ανοίξουν στο Βασιλέα της δόξης λέγοντας τα λόγια του Δαυίδ. «Άρατε πύλας, οι άρχοντες ημών...» (Ψαλ. 24ος), και ακούγονται από μέσα τα λόγια που οι Άγγελοι έλεγαν αναμεταξύ τους κατά την Ανάληψη του Κυρίου. «Τις έστιν ούτος ο Βασιλεύς της δόξης;». Έχουμε εδώ μίμηση ακριβώς των Αγγέλων όπως και τη στιγμή της Ανάληψης. Και «οι πύλες ανοίγονται στην πρόκληση των φωνών -τονίζει ο ιερός Καβάσιλας- ωσάν να επρόκειτο οι φωνές να εισαγάγουν τον Χριστόν εις τον Ναόν». Με λαμπρό και πανηγυρικό λοιπόν τρόπο εισοδεύονται τα άγια λείψανα μέχρι το θυσιαστήριο, όπου ο Αρχιερεύς, πάλι, αφού τα βάλει σε ειδική θήκη με εύοσμο κηρομαστίχη, τα θυμιάζει, τα μυρώνει και τα τοποθετεί στο στυλίσκο που βρίσκεται στο μέσον της Τραπέζης ως το πιο κατάλληλο θεμέλιο. Κανένα άλλο θεμέλιο δεν είναι καλύτερο από τα ιερά λείψανα. Κι αυτό, όπως λέει ο Καβάσιλας γιατί «κανένα από τα μυστήρια δεν είναι πιο συγγενές προς το Χριστό απ’ ότι οι μάρτυρες. Έχουν τα πάντα κοινά με τον Κύριο δηλ. το σώμα και το πνεύμα και το σχήμα του θανάτου... Άλλωστε τα οστά αυτά είναι ο αληθινός Ναός και το θυσιαστήριο του Θεού, και ο αχειροποίητος αυτός Ναός είναι η απομίμηση του αληθινού».

Ο καθαρισμός της Αγίας Τραπέζης

Μετά την τοποθέτηση των ιερών λειψάνων στη θέση που προαναφέραμε, ο Αρχιερεύς παίρνει το δοχείο με την κηρομαστίχη και τα αρώματα, που συμβολίζουν τα μύρα με τα οποία ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας άλειψε το σώμα του Κυρίου, και τα εκχύνει στην οπή της αγίας Τραπέζης για τη στερέωση του ανεγειρομένου Τάφου. Κατόπιν τοποθετείται η πλάκα στην οπή της αγίας Τραπέζης, ενώ ψάλλονται δύο ωραίοι ψαλμοί ο 142ος «Υψώσω σε ο Θεός μου, ο Βασιλεύς μου, και ευλογήσω το όνομά σου εις τον αιώνα» σαν ευχαριστία και ανάμνηση των θαυμασίων του Θεού, και ο 22ος «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει…», που υμνεί τη φιλανθρωπία του Θεού.

Η έκπλυσις της Αγίας Τραπέζης

Εν τω μεταξύ ο Αρχιερεύς αφού πάνω από τα αρχιερατικά του άμφια βάλει στο λαιμό του, το λεγόμενο σάβανο, λευκού χρώματος, σύμβολο της σινδόνης με την οποία τυλίχθηκε το άγιο σώμα του Κυρίου, διαβάζει γονατιστός την ευχή «ο Θεός ο άναρχος και αΐδιος...» με την οποία παρακαλεί τον Θεό να αποστείλει το Πανάγιό του Πνεύμα και να αγιάσει το νέο Ναό. Ακολουθεί η πλύση και ο καθαρισμός της αγίας Τραπέζης με σαπούνι και νερό ζεστό, σύμβολο κι αυτό του Αγίου Πνεύματος του οποίου από δω και πέρα πλέον θα είναι όργανο η αγία Τράπεζα. Η όλη τελετή θυμίζει βάπτισμα. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Η αγία Τράπεζα εικονίζει το Σωτήρα και δέχεται τα του βαπτίσματος όπως Εκείνος. «Είναι δε ανάγκη - τονίζει πάλι ο ιερός Καβάσιλας - να γίνει κάποια κάθαρση ενάντια στη δύναμη του πονηρού, κι όπως ο Αρχιερεύς με προσευχές αποκαθαίρει από κάθε επήρεια των δαιμόνων το ύδωρ με το οποίο βαπτίζει τον άνθρωπο, έτσι και σ’ αυτή την τελετή διαλέγει τις κατάλληλες προσευχές και με τον ίδιο τρόπο, όπως και πριν, με το νερό αποκλείει το πονηρόν».
Μετά την κάθαρση της αγίας Τραπέζης για τους λόγους που αναφέραμε, ραντίζει ο Αρχιερεύς το ιερό θυσιαστήριο με ροδόσταμο, με το οποίο κάνουμε την Τράπεζα να ευωδιάζει και όπως λέει ο ιερός Καβάσιλας, μ' αυτό δείχνουμε πως «φέραμε όλα όσα είναι απαραίτητα για να συμπληρώσουν την ανθρώπινη ζωή, δηλαδή φέραμε κι από τα αναγκαία κι από τα ευχάριστα κι απ' αυτά κάναμε τη θυσία μας». Κατόπιν όπως και μετά το Βάπτισμα ακολουθεί η Χρίση με το άγιο μύρο, το οποίο φέρνει τη χάρη του Θεού στη γη. Το μύρον είναι η δύναμη του θυσιαστηρίου. Δύναμη που ενεργοποιείται, όπως τονίζει ο ιερός Καβάσιλας, με την παρουσία και τη χάρη των ιερών λειψάνων για τα οποία αναφέραμε πριν.

Η ένδυση του κατασαρκίου

Αφού επλύθη (εβαπτίσθη), και εμυρώθη η Αγία Τράπεζα, τώρα ήλθε η ώρα να βάλει τα καλά της. Αρχικά στην κάθε μια από τις τέσσερεις της γωνίες τοποθετείται ένα κομμάτι λινό ύφασμα στο οποίο είναι αγιογραφημένος κι ένας Ευαγγελιστής, επειδή η Αγία Τράπεζα εικονίζει όλη την Εκκλησία στη στερέωση της οποίας συνέβαλαν οι Ευαγγελιστές, με τα Ευαγγέλιά τους. Κατόπιν τυλίγεται σταυροειδώς στην Αγία Τράπεζα το πρώτο ένδυμα το λεγόμενο κατασάρκιο, σύμβολο της σινδόνης με την οποία τυλίχθηκε το σώμα του Χριστού. Στη συνέχεια τοποθετείται ο επενδύτης, η αγία ενδυτή ή τραπεζόφορον κατά τον Συμεών Θεσσαλονίκης. Είναι το βασικό άμφιο της αγίας Τραπέζης, πολυτελές σύμβολο δόξης κατά τον Συμεών, αφού κατά τον ίδιο η Αγία Τράπεζα «τάφος εστι και θρόνος του Ιησού». Τέλος τοποθετείται το λεγόμενο ειλητό, το οποίο εισήχθη στους βυζαντινούς χρόνους και αργότερα αντικατεστάθη από το γνωστό Αντιμήνσιο. Λέγεται πως το ειλητό δηλώνει το σουδάριο το οποίο έφερε ο Χριστός στο κεφάλι Του το χρόνο που βρισκόταν στο μνημείο και συμβολίζει την υπέρ ημών νέκρωση και Ανάσταση του Κυρίου. Επάνω σ’ αυτό τοποθετείται το ιερό Ευαγγέλιο και η τελετή τελειώνει με τη μύρωση και θυμίαση όλου πια του Ναού. Οι ευχές δε που διαβάζονται στο τέλος είναι γεμάτες ευχαριστία στο Θεό και παράκληση να γεμίζει με δόξα, αγιασμό και χάρη το νέο θυσιαστήριο έτσι ώστε πάνω σ' αυτό να μεταβάλλεται η αναίμακτη θυσία σε σώμα και αίμα Χριστού και να αγιάζεται ο λαός του Θεού με τη συμμετοχή του σ' αυτό το μυστήριο.

Τελικά δηλαδή ο σκοπός των εγκαινίων δεν είναι μόνο ο αγιασμός του Ναού αλλά και δικός μας με τον πνευματικό αγώνα και την αληθινή ζωή. «Ούτως εγκαινίζεται ο άνθρωπος· ούτω τιμάται η των Εγκαινίων ημέρα». Σ’ αυτόν τον αγώνα έχουμε οπωσδήποτε οδηγό το Χριστό. Άλλωστε το λυχνάρι που στο τέλος της ακολουθίας ανάβει ο Αρχιερεύς πάνω στην αγία Τράπεζα συμβολίζει, κατά τον Καβάσιλα, το δικό Του Φως. «Αυτό το φως μπορεί να ανακαλύψει και να φέρει στο φως τα πάντα, όπως ακριβώς γέμισε τον Άδην το φως, όταν έφθασε εκεί ο Χριστός.
 
Βιβλιογραφία

1. ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ-ΤΑΞΙΣ ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ ΝΑΟΥ, Εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2007
2. ΕΥΧΟΛΟΓΙΟΝ Δ΄ ΕΓΚΑΙΝΙΑΣΤΙΚΟΝ, Έκδοσις Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Άγιον Όρος
3.ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ-ΤΑ ΑΠΑΝΤΑ, Εκδόσεις Βας. Ρηγόπουλου, Θεσ/νίκη, 2001
4. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ, MIGNE-P.G.,Τ.150
5. ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΠΟΡΙΕΣ, Ι. Φουντούλης, τόμοι Α΄ έως Ε΄

Ἡ Σιωπή…

Η σιωπή

Ἡ Σιωπή…

Κάποτε ένας νεαρός επισκέφθηκε έναν ερημίτη. Ήθελε να μάθει και να ρωτήσει πολλά… Τον ξάφνιασε, όμως, η σιωπή του ερημίτη και η απροθυμία του να συνεχίσει τη φλύαρη συζήτηση.

Ο νεαρός ενοχλημένος τον ρώτησε μάλλον πειρακτικά:
«Γέροντα, αλήθεια, τι έχετε μάθει από τη ζωή σας στα τόσα χρόνια σιωπής;»

Ο γέροντας χωρίς να δώσει απάντηση, έριξε τον κουβά στο παρακείμενο πηγάδι και τον ανέσυρε γεμάτο όσο πιο βίαια μπορούσε.
«Κοίταξε μέσα στο πηγάδι, είπε στο νεαρό, και πες μου τι βλέπεις.»

Ο νεαρός κοίταξε με προσοχή και είπε:
 «Δυστυχώς δεν μπορώ να δω τίποτα!»

Ύστερα από λίγα λεπτά σιωπής ο ερημίτης του ξανάπε:
«Ξανακοίταξε και πες τώρα τι βλέπεις.»

Ο νεαρός απρόθυμα ξανακοίταξε αλλά  εκστατικός είπε:
«Βλέπω τώρα το πρόσωπό μου να καθρεφτίζεται  στο νερό σαν  να ‘χω μπροστά μου τον καθρέφτη του σπιτιού μου!»

Ο ερημίτης χωρίς να σταματήσει το κομποσκοίνι του είπε:

«Είδες, όταν έριξα τον κουβά στο πηγάδι για να αντλήσω νερό, εκείνο θόλωσε. Τώρα που ηρέμησε μπόρεσες να δεις καλά το πρόσωπό σου! Αυτή είναι η εμπειρία της σιωπής: ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του!»

Ο νεαρός, αφού πήρε ταπεινά την ευχή  του ερημίτη, επέστρεψε στον πολύβουο κόσμο της καθημερινότητας σοβαρά προβληματισμένος…
 

Τὰ βρῆκαν Τούρκοι καὶ Ἐβραῖοι; Τοῦρκος πρέσβης στὸ Ἰσραήλ μετὰ ἀπό ἔξι χρόνια

 
Τὰ βρῆκαν Τούρκοι καὶ Ἐβραῖοι; Τοῦρκος πρέσβης στὸ Ἰσραήλ μετὰ ἀπό ἔξι χρόνια 
 
Ἀναρτήθη:  18 Νοεμβρίου 2016 05:03 π.μ.

Τα οικονομικά συμφέροντα που θα προκύψουν από την τοποθέτηση αγωγού φυσικού αερίου μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας ήταν η αιτία για να «ξεπαγώσουν» οι μεταξύ τους σχέσεις έξι χρόνια μετά το ιστορικό γεγονός «Μαβί Μαρμαρά».

Και η Άγκυρα διόρισε Πρέσβη στο Ισραήλ μόλις μία μέρα μετά την ανάληψη καθηκόντων του Ισραηλινού πρέσβη στην Άγκυρα. Τον διορισμό του Τούρκου πρέσβη, ανέφερε ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν από το αεροδρόμιο λίγο πριν την αναχώρηση του για το Πακιστάν.

Η ύπαρξη πρεσβειών στις δυο χώρες δείχνει την πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ και την αναθέρμανση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δυο κρατών, έξι χρόνια μετά το περιστατικό που έμεινε στην ιστορία ως “Μαβί Μαρμαρά” στη Λωρίδα της Γάζας.

Να θυμίσουμε ότι στις 31 Μαϊου 2010 οι Ισραηλινές δυνάμεις επιτέθηκαν, μετά από προειδοποιήσεις, σε τουρκικό πλοιάριο που είχε σκοπό να σπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό και να μεταφέρει ανθρωπιστική βοήθεια στους Παλαιστινίους της Λωρίδας της Γάζας, όπως είχε ισχυριστεί η τουρκική πλευρά. Αυτό το επεισόδιο που οδήγησε στο θάνατο 10 άτομα, “πάγωσε” τις σχέσεις των δυο χωρών για τα επόμενα χρόνια. Τον τελευταίο χρόνο έγιναν αρκετές προσπάθειες και από τις δυο πλευρές προκειμένου τα δυο κράτη να αναθερμάνουν τη σχέση τους. 

Η πρώτη δημόσια δήλωση περί αποκατάστασης των σχέσεων έγινε τον περασμένο Ιούνιο όταν ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου επιβεβαίωσε, από τη Ρώμη, την ύπαρξη συμφωνίας με την Τουρκία για την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Την προηγούμενη εβδομάδα ξεκίνησαν οι μεταξύ τους συζητήσεις σχετικά με το έργο της κατασκευής ενός αγωγού φυσικού αερίου. Οι πρόσφατες επαφές που είχαν οι δυο πλευρές στην Κωνσταντινούπολη, ήταν αποτέλεσμα της προεργασίας που έγινε κατά τη διεξαγωγή του 23ου Παγκόσμιου Συνέδριου Ενέργειας στην Κωνσταντινούπολης στις 13 Οκτωβρίου. Τότε οι υπουργοί Ενέργειας Ισραήλ και Τουρκίας, Γιουβάλ Στέινιτζ και Μπεράτ Αλμπαϊράκ μίλησαν για τη σύσταση μηχανισμού διμερούς ενεργειακού διαλόγου και την προοπτική κατασκευής αγωγού φυσικού αερίου.