Παναγία Πορταΐτισσα
Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015
Μόνο η καλοσύνη μπορεί να νικήσει την κακία
Μόνο η καλοσύνη μπορεί να νικήσει την κακία
Ο Αββάς Ζωσιμάς έδωσε κάποτε μερικά
βιβλία σένα καλλιγράφο να του αντιγράψει. Όταν εκείνος τα ετοίμασε,
ειδοποίησε τον Όσιο να στείλει να τα πάρει.
Κάποιος άλλος όμως, που ήξερε την παραγγελία, πήγε δήθεν εκ μέρους του Αββά Ζωσιμά και παρέλαβε τα βιβλία.
Ύστερα από λίγο έστειλε κι ο
Γέροντας το μαθητή του να τα πάρει. Κατάλαβε τότε ο καλλιγράφος πως
εξαπατήθηκε από τον άλλο και ταραγμένος απειλούσε:
-Δεν θα πέσει στα χέρια μου; Θα τον κανονίσω, όπως του αξίζει, τον αυθάδη.
Όταν το άκουσε ο Αββάς Ζωσιμάς παρήγγειλε στον καλλιγράφο:
-Αποκτούμε βιβλία, αδελφέ, για να
μάς διδάξουν αγάπη κι ανεξικακία. Αν πρόκειται για χάρι τους να
μαλώνουμε, χίλιες φορές καλύτερα να μάς λείπουν. «Δούλον Κυρίου ου δει
μάχεσθαι»(Β Τιμ.2. 24).
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ (1770 - 1861)
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ
ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ
(1770 - 1861)
Ἕνας ἀπόστολος τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας
τοῦ κ. Νικολάου Δακορώνια
Ὁ μοναχὸς Χριστοφόρος Παναγιωτόπουλος ἢ Παπουλάκος εἶναι ἕνας σύγχρονος ἀπόστολος τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Παρὰ ταῦτα ἡ μορφὴ καὶ ἡ δράση του ἐπὶ ἑκατὸν πενήντα καὶ πλέον χρόνια τελοῦσε ὑπὸ ἀμφισβήτηση καὶ παρεξήγηση μέσα στὴν τεχνητὴ ὁμίχλη, τὴν ὁποία εἶχαν δημιουργήσει ἡ κακία καὶ ἡ ἀντινομίες τῆς ἐποχῆς του, καὶ μόλις στὶς μέρες μας ἀποκαταστάθηκε μὲ ὅλη του τὴ λαμπρότητα.
Στὴν ἐποχή του, ὁρισμένοι ἀπὸ σύγχυση ἢ ἐμπάθεια τὸν ἀποκάλεσαν ἀγύρτη, τὸ ἐπίσημο κράτος τὸν συνέλαβε καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ὑπὸ τὴν πίεση τῆς ἐξουσίας, τὸν περιόρισε διὰ βίου στὶς Μονὲς τῆς Θήρας καὶ τῆς Ἄνδρου. Ἀλλὰ ὁ λαὸς ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, σὰν μέσα σὲ θρύλο, μὲ εὐλάβεια καὶ σεβασμὸ στὴ μνήμη του διατήρησε τὴν ἱστορία του, τὴ φήμη καὶ τὰ σημεῖα του. Ἔτσι, τώρα ποὺ ὁ χρόνος τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὶς σύγχρονες περιστάσεις, μποροῦμε νὰ τὸν δοῦμε καὶ νὰ τὸν κρίνουμε καλύτερα.
Ὁ Χριστοφόρος Παπoυλάκoς ἢ Παπουλάκης γεννήθηκε τὸ 1770 στὸ χωριὸ Ἄρμπουνα τοῦ δήμου Κλειτορίας τῶν Καλαβρύτων. Μετέρχονταν τὸ οἰκογενειακὸ ἐπάγγελμα τοῦ κρεοπώλη. Ἦταν ἄνθρωπος φιλήσυχος καὶ δίκαιος. Σὲ ὥριμη ἡλικία βλέπει κάποιο οὐράνιο σημεῖο κοντὰ στὸ σπίτι, ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦσε. Δὲν γνωρίζουμε τί ἦταν ἀκριβῶς. Δέχεται τὴν προσταγὴ νὰ ἀφιερωθεῖ ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Χριστὸ ὡς κήρυκας - μοναχός. Ἀμέσως χτίζει πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸ χωριὸ του τὴ σκήτη του, τὴ «Κοίμηση τῆς Θεοτόκου». Ἦταν ἄνθρωπος ἁπλός, ἀπαίδευτος καὶ οἱ γνώσεις του περιορίζονταν στὶς στοιχειώδεις γραμματικὲς γνώσεις. Ὡς ἐκ τούτου δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κατακτήσει κάποια ὑπεύθυνη θέση στὸν ἀνώτατο κλῆρο. Εἶχε ὅμως τὴν τύχη νὰ ζήσει στὴν πιὸ ἔντονη περίοδο τοῦ Ἔθνους μας. Συμμετεῖχε στὴ μεγάλη προετοιμασία καὶ στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ μακρόχρονο ὀθωμανικὸ ζυγό.
Ἔτσι ζυμώθηκε μὲ τὰ ἐθνικὰ νάματα καὶ τὴν πνευματικότητα, ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴ μακραίωνη παράδοσή μας. Ὅταν οἱ Βαυαροὶ καὶ τὰ ὄργανά τους θέλησαν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ἑλληνορθόδοξο πνεῦμα μὲ ἀπαράδεκτες καὶ ὕποπτες καινοτομίες, ὁ Χριστοφόρος τέθηκε ἐπικεφαλῆς στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἐλευθερία. Μαζί του λόγιοι ρασοφόροι τῆς ἐποχῆς του, ὅπως ὁ ἐκ Κεφαλληνίας Κοσμᾶς Φλαμιάτος, ὁ Μεγαλοσπηλιώτης Ἰγνάτιος Λαμπρόπουλος, ὁ Κωνσταντῖνος ὁ ἐξ Οἰκονόμων, ὁ Διονύσιος Ἐπιφανιάδης, καὶ ὅλοι οἱ Κολλυβάδες καὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ ὅλα τὰ κοινωνικὰ καὶ μορφωτικὰ στρώματα.
Ὁ Παπουλάκος περιοδεύει τότε σὲ ὁλόκληρη τὴν Πελοπόννησο, στὴν Ἀττικὴ καὶ σὲ πολλὰ νησιά, ὅπως στὶς Σπέτσες, στὴν Ὕδρα, στὸν Πόρο καὶ στὴν Ἐλαφόνησο, διδάσκοντας τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Οἱ διδαχὲς του εἶναι βάλσαμο καὶ ἐλπίδα γιὰ τοὺς τα-λαίπωρους ἀνθρώπους τῶν περιοχῶν αὐτῶν. Παντοῦ στηλιτεύει τὶς προσπάθειες τῆς ξενόφερτης ἐξουσίας καὶ τῶν προστατῶν αὐτῆς, ποὺ προσπαθοῦν νὰ ἀλλοιώσουν τὴν παράδοσή μας. Μὲ τὸ λόγο του μεταμορφώνει τὸ λαό, ὥστε νὰ ἐπικρατεῖ ἀγάπη, δικαιοσύνη καὶ συγχώρηση. Ὁ Τύπος τῆς ἐποχῆς γράφει πώς: «ὅτι δὲν κατάφεραν οἱ νόμοι, τὸ κατόρθωσε μὲ τὸ κήρυγμά του ὁ Χριστοφόρος». Ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ καλο-σύνη ἐξαπλώνονται παντοῦ ἀπ' ὅπου περνᾶ.
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀρχικὰ προτείνει νὰ τὸν ἀφήσουν ἐλεύθερο, διαπιστώνοντας: «ὅτι ὅπου ἂν ἀπῆλθε, κηρύξας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἀγυρτείαν, οὔτε ἰδιοτελείαν τινὰ ἐφάνη μετελθών, ἀλλ' ἀφιλοκερδῶν καὶ ἀκτήμων καὶ ὡς ὁ ὑπ' ἁπλοῦς ἁπλούστατος τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ κηρύξας, συνέστειλε καὶ παντελῶς ἔπαυσε διὰ τῆς διδaσκαλίας του τὴν ζωοκλοπήν, τὴν δενδροκοπίαν, τὴν ψευδορκίαν κ. τ λ. καὶ ... θεωρεῖ αὐτὸν τῆς κατ' αὐτοῦ γενομένης κατηγορίας ἀθῶον». Ὡστόσο οἱ ἰσχυροὶ φοβοῦνται καὶ πιέζουν ἀργότερα τὴν ῾Ι. Σύνοδο νὰ ἐκδώσει ἀπαγορευτικὴ ἐγκύκλιο γιὰ τὰ κηρύγματά του.
Ὁ Παπουλάκος ἐπιστρέφει στὸ χωριό του γιὰ περισυλλογή- ἀλλ᾽ὅμως ὄχι γιὰ πολύ. Ὁ ἀγώνας ἔχει γίνει γι᾽ αὐτὸν σκοπὸς τῆς ὑπάρξεώς του. Ὅταν σὲ λίγο ξαναβγαίνει στὰ χωριὰ καὶ στὴν ὕπαιθρο, ἡ Πελοπόννησος ὁλόκληρη καὶ πολλὰ νησιὰ δονοῦνται ἀπὸ ἐνθουσιασμό. Τοῦ ἐπιφυλάσσουν πρωτοφανῆ γιὰ τὰ χρονικὰ ὑποδοχή. Μιὰ μεγάλη πνευματικὴ λιτανεία διασχίζει ἀπ᾽ ἄκρου εἰς ἄκρον τὸ Μοριὰ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Παπουλάκο. Παντοῦ τὸ πλῆθος μαζὶ μὲ τὸν κλῆρο, τὸν ἀποθεώνει καὶ τὸν ἀκολουθεῖ ψάλλοντας τὸ « Τῇ Ὑπερμάχω Στρατηγῶ.... ». Ἡ μεγάλη πορεία τῆς πίστεως φθάνει μέχρι τὴν Καλαμάτα. Τότε ἡ Κυβέρνηση καὶ ἡ ῾Ι. Σύνοδος ἀνησυχοῦν καὶ ἀπoφασίζoυν νὰ ἀντιδράσουν. Στρατὸς καὶ στόλος ἀποστέλλονται ἐναντίον τοῦ ἄοπλου γέροντα γιὰ νὰ καταστείλουν τὸ «Κίνημα». Ὁ Παπουλάκος καταφεύγει στὰ ἀπρόσιτα βουνὰ τῆς Μάνης, ὅπου τὸν προστατεύει μὲν ἡ ἀγάπη τῶν κατοίκων, θὰ τὸν καταδώσει ὅμως τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας. Ἡ ἀμοιβὴ τῆς συλλήψεώς του εἶχε ὁριστεῖ σὲ ἕξι χιλιάδες δραχμὲς καὶ ὁ προδότης, δυστυχῶς, βρέθηκε ἀνάμεσα στὸν κλῆρο.
Γιὰ ἕνα χρόνο ὁ ἀγωνιστὴς μοναχὸς ἐγκλείεται στὶς ὑγρὲς καὶ ἀνήλιες φυλακὲς τοῦ Ρίου. Ὅταν μεταφέρεται στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ δικαστεῖ, κλῆρος καὶ λαός, μὲ κλάματα καὶ δεήσεις, ὑπoκλίνoνται ἀπ' ὅπου κι ἂν περνᾶ. Τὸ Κράτος δὲν τολμᾶ νὰ τὸν δικάσει, γιατί ὁ λαὸς εἶναι μὲ τὸ μέρος του καὶ ἕτοιμος νὰ ἀναιρέσει τὶς συκοφαντίες. Μὲ πιέσεις τῆς πολιτείας στὴν ῾Ι. Σύνοδο περιορίζεται διὰ βίου, περιφρουρούμενος στὴ Μονὴ Προφήτου Ἠλιοῦ Θήρας καὶ ἀργότερα στὴ Μονὴ Παναχράντου Ἄνδρoυ. Ἀλλὰ ὁ λαὸς δὲν τὸν λησμονεῖ. Ἀπ᾽ ὅλα τὰ Βαλκάνια ἔρχονται προσκυνητὲς στὰ σιδερόφρακτα κελιά, ὅπου φυλάσσεται, γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐχή του κι ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ ράσο του γιὰ ἁγιασμό. Κοιμήθηκε στὴν Ἄνδρο στὶς 18 Ἰανουαρίου 1861. Λίγο νωρίτερα ὁ φρουρὸς του ζήτησε συγγνώμη ἀπὸ τὸν Γέροντα καὶ τὴν εὐλογία του, γιὰ νὰ γίνει κι αὐτὸς μοναχός. Εἶχε τὴν πεποίθηση ὅτι κάτω ἀπὸ τὴν κατάλευκη γενειάδα του ἐκπορεύονταν τὸ φῶς καὶ ἡ ἀλήθεια.
Ὁ Παπουλάκος κοιμήθηκε ἀγνοημένος ἀπὸ τοὺς ἰσχυρούς, ποὺ προσπάθησαν καὶ μετὰ τὸ θάνατό του νὰ κηλιδώσουν τὴ μνήμη του. Ἀλλὰ ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τὸν ἤθελε πάντα κοντά του. Πολλοὶ ναοὶ χτίζονταν στὸ ὄνομά του, ὅσο ἀκόμα ζοῦσε, προσωπικά του ἀντικείμενα τοποθετοῦνται, μαζὶ μὲ τὴ μορφή του σὲ δαγκερoτυπία, στὰ εἰκονοστάσια. Ἀπὸ πατέρα σὲ παιδὶ μὲ εὐλάβεια μεταφέρεται ὁ σπόρος ποὺ ἔριξε ὁ φωτισμένος αὐτός, ἀλλὰ καὶ θαρραλέος, ἀγωνιστής-μοναχός. Μὲ σεβασμὸ ἀναφέρονται ὅλοι στὴν πορεία τῆς ζωῆς του, ἀπὸ τὸ σπίτι του στὸν Ἄρμπουνα Κλειτορίας μέχρι τὴ Μονὴ Παναχράντου, « ἐδῶ γεννήθηκε ὁ Παπουλάκος » ἢ «ἀπὸ ἐδῶ πέρασε» ἢ «σὲ αὐτὴ τὴν πέτρα ἀνεβασμένος κήρυξε».
Μετὰ πολλὰ χρόνια ἔρχεται ἡ ἀναγνώριση. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς φυλῆς μας. Ἐδῶ οἱ ἥρωες, οἱ Ἅγιοι καὶ οἱ μεγάλες προσωπικότητες δὲν ἀνακηρύσσονται, οὔτε ἐπιβάλλονται μὲ δόγματα καὶ μὲ διατάγματα. Ἐδῶ, τοὺς μεγάλους τοὺς ἀναδεικνύει ὁ λαός μας, ἀφοῦ ὁ χρόνος ξεκαθαρίσει τὶς ὕποπτες ἀλληλεπιδράσεις τῆς ἐποχῆς καὶ τῶν συνανθρώπων τους.
Ἔτσι, ὁ Παπουλάκος, ὁ φτωχὸς μοναχός, περνᾶ ἤδη στὴ χορεία τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τιμᾶται τὴν ἡμέρα τῆς κοίμησής του, τὴν 18η Ἰανουαρίου, καθὼς καὶ τὴν 18η Αὐγούστου σὲ ἀνάμνηση τῆς λιτάνευσης τῆς εἰκόνος καὶ τῆς τιμίας κά-ρας του, κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1973, στὴν Ἀχαΐα .
Ἐνοριακὰ Νέα Νοεμβρίου 2009
ΠΗΓΗ
http://www.pmeletios.com/ar_meletios/ag ... lakos.html
Ἕνας ἀπόστολος τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας
τοῦ κ. Νικολάου Δακορώνια
Ὁ μοναχὸς Χριστοφόρος Παναγιωτόπουλος ἢ Παπουλάκος εἶναι ἕνας σύγχρονος ἀπόστολος τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Παρὰ ταῦτα ἡ μορφὴ καὶ ἡ δράση του ἐπὶ ἑκατὸν πενήντα καὶ πλέον χρόνια τελοῦσε ὑπὸ ἀμφισβήτηση καὶ παρεξήγηση μέσα στὴν τεχνητὴ ὁμίχλη, τὴν ὁποία εἶχαν δημιουργήσει ἡ κακία καὶ ἡ ἀντινομίες τῆς ἐποχῆς του, καὶ μόλις στὶς μέρες μας ἀποκαταστάθηκε μὲ ὅλη του τὴ λαμπρότητα.
Στὴν ἐποχή του, ὁρισμένοι ἀπὸ σύγχυση ἢ ἐμπάθεια τὸν ἀποκάλεσαν ἀγύρτη, τὸ ἐπίσημο κράτος τὸν συνέλαβε καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ὑπὸ τὴν πίεση τῆς ἐξουσίας, τὸν περιόρισε διὰ βίου στὶς Μονὲς τῆς Θήρας καὶ τῆς Ἄνδρου. Ἀλλὰ ὁ λαὸς ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, σὰν μέσα σὲ θρύλο, μὲ εὐλάβεια καὶ σεβασμὸ στὴ μνήμη του διατήρησε τὴν ἱστορία του, τὴ φήμη καὶ τὰ σημεῖα του. Ἔτσι, τώρα ποὺ ὁ χρόνος τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὶς σύγχρονες περιστάσεις, μποροῦμε νὰ τὸν δοῦμε καὶ νὰ τὸν κρίνουμε καλύτερα.
Ὁ Χριστοφόρος Παπoυλάκoς ἢ Παπουλάκης γεννήθηκε τὸ 1770 στὸ χωριὸ Ἄρμπουνα τοῦ δήμου Κλειτορίας τῶν Καλαβρύτων. Μετέρχονταν τὸ οἰκογενειακὸ ἐπάγγελμα τοῦ κρεοπώλη. Ἦταν ἄνθρωπος φιλήσυχος καὶ δίκαιος. Σὲ ὥριμη ἡλικία βλέπει κάποιο οὐράνιο σημεῖο κοντὰ στὸ σπίτι, ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦσε. Δὲν γνωρίζουμε τί ἦταν ἀκριβῶς. Δέχεται τὴν προσταγὴ νὰ ἀφιερωθεῖ ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Χριστὸ ὡς κήρυκας - μοναχός. Ἀμέσως χτίζει πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸ χωριὸ του τὴ σκήτη του, τὴ «Κοίμηση τῆς Θεοτόκου». Ἦταν ἄνθρωπος ἁπλός, ἀπαίδευτος καὶ οἱ γνώσεις του περιορίζονταν στὶς στοιχειώδεις γραμματικὲς γνώσεις. Ὡς ἐκ τούτου δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κατακτήσει κάποια ὑπεύθυνη θέση στὸν ἀνώτατο κλῆρο. Εἶχε ὅμως τὴν τύχη νὰ ζήσει στὴν πιὸ ἔντονη περίοδο τοῦ Ἔθνους μας. Συμμετεῖχε στὴ μεγάλη προετοιμασία καὶ στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ μακρόχρονο ὀθωμανικὸ ζυγό.
Ἔτσι ζυμώθηκε μὲ τὰ ἐθνικὰ νάματα καὶ τὴν πνευματικότητα, ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴ μακραίωνη παράδοσή μας. Ὅταν οἱ Βαυαροὶ καὶ τὰ ὄργανά τους θέλησαν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ἑλληνορθόδοξο πνεῦμα μὲ ἀπαράδεκτες καὶ ὕποπτες καινοτομίες, ὁ Χριστοφόρος τέθηκε ἐπικεφαλῆς στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἐλευθερία. Μαζί του λόγιοι ρασοφόροι τῆς ἐποχῆς του, ὅπως ὁ ἐκ Κεφαλληνίας Κοσμᾶς Φλαμιάτος, ὁ Μεγαλοσπηλιώτης Ἰγνάτιος Λαμπρόπουλος, ὁ Κωνσταντῖνος ὁ ἐξ Οἰκονόμων, ὁ Διονύσιος Ἐπιφανιάδης, καὶ ὅλοι οἱ Κολλυβάδες καὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ ὅλα τὰ κοινωνικὰ καὶ μορφωτικὰ στρώματα.
Ὁ Παπουλάκος περιοδεύει τότε σὲ ὁλόκληρη τὴν Πελοπόννησο, στὴν Ἀττικὴ καὶ σὲ πολλὰ νησιά, ὅπως στὶς Σπέτσες, στὴν Ὕδρα, στὸν Πόρο καὶ στὴν Ἐλαφόνησο, διδάσκοντας τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Οἱ διδαχὲς του εἶναι βάλσαμο καὶ ἐλπίδα γιὰ τοὺς τα-λαίπωρους ἀνθρώπους τῶν περιοχῶν αὐτῶν. Παντοῦ στηλιτεύει τὶς προσπάθειες τῆς ξενόφερτης ἐξουσίας καὶ τῶν προστατῶν αὐτῆς, ποὺ προσπαθοῦν νὰ ἀλλοιώσουν τὴν παράδοσή μας. Μὲ τὸ λόγο του μεταμορφώνει τὸ λαό, ὥστε νὰ ἐπικρατεῖ ἀγάπη, δικαιοσύνη καὶ συγχώρηση. Ὁ Τύπος τῆς ἐποχῆς γράφει πώς: «ὅτι δὲν κατάφεραν οἱ νόμοι, τὸ κατόρθωσε μὲ τὸ κήρυγμά του ὁ Χριστοφόρος». Ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ καλο-σύνη ἐξαπλώνονται παντοῦ ἀπ' ὅπου περνᾶ.
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀρχικὰ προτείνει νὰ τὸν ἀφήσουν ἐλεύθερο, διαπιστώνοντας: «ὅτι ὅπου ἂν ἀπῆλθε, κηρύξας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἀγυρτείαν, οὔτε ἰδιοτελείαν τινὰ ἐφάνη μετελθών, ἀλλ' ἀφιλοκερδῶν καὶ ἀκτήμων καὶ ὡς ὁ ὑπ' ἁπλοῦς ἁπλούστατος τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ κηρύξας, συνέστειλε καὶ παντελῶς ἔπαυσε διὰ τῆς διδaσκαλίας του τὴν ζωοκλοπήν, τὴν δενδροκοπίαν, τὴν ψευδορκίαν κ. τ λ. καὶ ... θεωρεῖ αὐτὸν τῆς κατ' αὐτοῦ γενομένης κατηγορίας ἀθῶον». Ὡστόσο οἱ ἰσχυροὶ φοβοῦνται καὶ πιέζουν ἀργότερα τὴν ῾Ι. Σύνοδο νὰ ἐκδώσει ἀπαγορευτικὴ ἐγκύκλιο γιὰ τὰ κηρύγματά του.
Ὁ Παπουλάκος ἐπιστρέφει στὸ χωριό του γιὰ περισυλλογή- ἀλλ᾽ὅμως ὄχι γιὰ πολύ. Ὁ ἀγώνας ἔχει γίνει γι᾽ αὐτὸν σκοπὸς τῆς ὑπάρξεώς του. Ὅταν σὲ λίγο ξαναβγαίνει στὰ χωριὰ καὶ στὴν ὕπαιθρο, ἡ Πελοπόννησος ὁλόκληρη καὶ πολλὰ νησιὰ δονοῦνται ἀπὸ ἐνθουσιασμό. Τοῦ ἐπιφυλάσσουν πρωτοφανῆ γιὰ τὰ χρονικὰ ὑποδοχή. Μιὰ μεγάλη πνευματικὴ λιτανεία διασχίζει ἀπ᾽ ἄκρου εἰς ἄκρον τὸ Μοριὰ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Παπουλάκο. Παντοῦ τὸ πλῆθος μαζὶ μὲ τὸν κλῆρο, τὸν ἀποθεώνει καὶ τὸν ἀκολουθεῖ ψάλλοντας τὸ « Τῇ Ὑπερμάχω Στρατηγῶ.... ». Ἡ μεγάλη πορεία τῆς πίστεως φθάνει μέχρι τὴν Καλαμάτα. Τότε ἡ Κυβέρνηση καὶ ἡ ῾Ι. Σύνοδος ἀνησυχοῦν καὶ ἀπoφασίζoυν νὰ ἀντιδράσουν. Στρατὸς καὶ στόλος ἀποστέλλονται ἐναντίον τοῦ ἄοπλου γέροντα γιὰ νὰ καταστείλουν τὸ «Κίνημα». Ὁ Παπουλάκος καταφεύγει στὰ ἀπρόσιτα βουνὰ τῆς Μάνης, ὅπου τὸν προστατεύει μὲν ἡ ἀγάπη τῶν κατοίκων, θὰ τὸν καταδώσει ὅμως τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας. Ἡ ἀμοιβὴ τῆς συλλήψεώς του εἶχε ὁριστεῖ σὲ ἕξι χιλιάδες δραχμὲς καὶ ὁ προδότης, δυστυχῶς, βρέθηκε ἀνάμεσα στὸν κλῆρο.
Γιὰ ἕνα χρόνο ὁ ἀγωνιστὴς μοναχὸς ἐγκλείεται στὶς ὑγρὲς καὶ ἀνήλιες φυλακὲς τοῦ Ρίου. Ὅταν μεταφέρεται στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ δικαστεῖ, κλῆρος καὶ λαός, μὲ κλάματα καὶ δεήσεις, ὑπoκλίνoνται ἀπ' ὅπου κι ἂν περνᾶ. Τὸ Κράτος δὲν τολμᾶ νὰ τὸν δικάσει, γιατί ὁ λαὸς εἶναι μὲ τὸ μέρος του καὶ ἕτοιμος νὰ ἀναιρέσει τὶς συκοφαντίες. Μὲ πιέσεις τῆς πολιτείας στὴν ῾Ι. Σύνοδο περιορίζεται διὰ βίου, περιφρουρούμενος στὴ Μονὴ Προφήτου Ἠλιοῦ Θήρας καὶ ἀργότερα στὴ Μονὴ Παναχράντου Ἄνδρoυ. Ἀλλὰ ὁ λαὸς δὲν τὸν λησμονεῖ. Ἀπ᾽ ὅλα τὰ Βαλκάνια ἔρχονται προσκυνητὲς στὰ σιδερόφρακτα κελιά, ὅπου φυλάσσεται, γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐχή του κι ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ ράσο του γιὰ ἁγιασμό. Κοιμήθηκε στὴν Ἄνδρο στὶς 18 Ἰανουαρίου 1861. Λίγο νωρίτερα ὁ φρουρὸς του ζήτησε συγγνώμη ἀπὸ τὸν Γέροντα καὶ τὴν εὐλογία του, γιὰ νὰ γίνει κι αὐτὸς μοναχός. Εἶχε τὴν πεποίθηση ὅτι κάτω ἀπὸ τὴν κατάλευκη γενειάδα του ἐκπορεύονταν τὸ φῶς καὶ ἡ ἀλήθεια.
Ὁ Παπουλάκος κοιμήθηκε ἀγνοημένος ἀπὸ τοὺς ἰσχυρούς, ποὺ προσπάθησαν καὶ μετὰ τὸ θάνατό του νὰ κηλιδώσουν τὴ μνήμη του. Ἀλλὰ ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τὸν ἤθελε πάντα κοντά του. Πολλοὶ ναοὶ χτίζονταν στὸ ὄνομά του, ὅσο ἀκόμα ζοῦσε, προσωπικά του ἀντικείμενα τοποθετοῦνται, μαζὶ μὲ τὴ μορφή του σὲ δαγκερoτυπία, στὰ εἰκονοστάσια. Ἀπὸ πατέρα σὲ παιδὶ μὲ εὐλάβεια μεταφέρεται ὁ σπόρος ποὺ ἔριξε ὁ φωτισμένος αὐτός, ἀλλὰ καὶ θαρραλέος, ἀγωνιστής-μοναχός. Μὲ σεβασμὸ ἀναφέρονται ὅλοι στὴν πορεία τῆς ζωῆς του, ἀπὸ τὸ σπίτι του στὸν Ἄρμπουνα Κλειτορίας μέχρι τὴ Μονὴ Παναχράντου, « ἐδῶ γεννήθηκε ὁ Παπουλάκος » ἢ «ἀπὸ ἐδῶ πέρασε» ἢ «σὲ αὐτὴ τὴν πέτρα ἀνεβασμένος κήρυξε».
Μετὰ πολλὰ χρόνια ἔρχεται ἡ ἀναγνώριση. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς φυλῆς μας. Ἐδῶ οἱ ἥρωες, οἱ Ἅγιοι καὶ οἱ μεγάλες προσωπικότητες δὲν ἀνακηρύσσονται, οὔτε ἐπιβάλλονται μὲ δόγματα καὶ μὲ διατάγματα. Ἐδῶ, τοὺς μεγάλους τοὺς ἀναδεικνύει ὁ λαός μας, ἀφοῦ ὁ χρόνος ξεκαθαρίσει τὶς ὕποπτες ἀλληλεπιδράσεις τῆς ἐποχῆς καὶ τῶν συνανθρώπων τους.
Ἔτσι, ὁ Παπουλάκος, ὁ φτωχὸς μοναχός, περνᾶ ἤδη στὴ χορεία τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τιμᾶται τὴν ἡμέρα τῆς κοίμησής του, τὴν 18η Ἰανουαρίου, καθὼς καὶ τὴν 18η Αὐγούστου σὲ ἀνάμνηση τῆς λιτάνευσης τῆς εἰκόνος καὶ τῆς τιμίας κά-ρας του, κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1973, στὴν Ἀχαΐα .
Ἐνοριακὰ Νέα Νοεμβρίου 2009
ΠΗΓΗ
http://www.pmeletios.com/ar_meletios/ag ... lakos.html
Χριστοΰφαντος: Πολιτεία, Εκκλησία, Λαός -Όλοι φταίμε ... ας επνανορθώσωμε
Χριστοΰφαντος: Πολιτεία, Εκκλησία, Λαός -Όλοι φταίμε ... ας επνανορθώσωμε

ΧΡΙΣΤΟΫΦΑΝΤΟΣ
ΠΟΛΙΤΕΙΑ, ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΛΑΟΣ - ΟΛΟΙ ΦΤΑΙΜΕ... ΑΣ ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΩΜΕ
Ἡ διαφθορά εἰς τόν πολιτικόν χῶρον, ἐκτός ἐξαιρέσεων, ἔχει φθάσει εἰς τό ἀποκορύφωμα.
Ἀποδομοῦν
τήν ἑλληνορθόδοξον παιδείαν, τήν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν, τήν ἑλληνικήν
ἱστορίαν, τήν ἑλληνικήν γλῶσσαν, κλπ. Ἀφανίζουν τόν Ἑλληνισμόν,
καταλύουν τό Σύνταγμα, διώκουν τήν Ἐκκλησίαν. Ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἀνέχονται
τίς ἀδικίες καί ὅλα ὅσα ἀνεπίτρεπτα καθημερινῶς διαπράττονται, εἶναι
ἀνάξιοι νά ἡγοῦνται. Προδίδουν τήν ἀποστολήν των καί εἶναι στυγνοί
ἐκμεταλλευτές τῶν ὑπηκόων των.
Διατί
ὅμως διερωτώμεθα πῶς αὐτοί ἀνερυθριάστως προδίδουν τήν πατρίδα καί
ὑποδέχονται καί δέν κλείουν τάς θύρας εἰς τούς ἐχθρούς; Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι
δέν τούς ἐκλέγομε; Ὁπότε, ἄς ἐρωτήσωμε ὁ καθένας τόν ἑαυτόν μας τί
πταίει, ποῦ πταίομεν, καί, ἐπειδή εἴμεθα πλέον πεπειραμένοι ἀπό ψέμματα
καί προδοσίες, ἀλλά καί ἐπειδή «ἔχουν γνῶσιν πλέον οἱ φύλακες», ἄς
ἐνεργήσωμε μέ κατά Θεόν σύνεσιν, προσευχήν, περισυλλογήν, ἀναγνώρισιν
τῶν λαθῶν μας καί τῶν συνεπειῶν των καί ἄς ἐπανορθώσωμε, διότι «τό δίς
ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρός σοφοῦ». Ἄς ἀγωνισθοῦμε δι᾽ ὅλα τά δικαιώματά μας
πού ἐχάσαμε, διότι, ὅπως λέγει καί ἡ λαϊκή μοῦσα «δέν κάνομε μνημόσυνο
στά δικαιώματά μας».
Εἰς
δέ τόν ἐκκλησιαστικόν χῶρον, οἱ Οἰκουμενισταί ἀνταλλάσσουν ἰουδαϊκούς
ἀσπασμούς καί ἐναγκαλισμούς, μεθοδεύοντας μέ Παπικούς συνασπισμούς τούς
στραγγαλισμούς τοῦ Δόγματος καί ραίνοντας τούς ἐχθρούς τῆς Πίστεως μέ
ἄνθη, ροδοπέταλα καί ᾄσματα. Δυστυχῶς, προσβλέπουν ραγιαδικῶς καί οὐχί
ἀγωνιστικῶς, ὡς οἱ προπάτορές μας, ὄχι εἰς τήν ἄνωθεν βοήθειαν τῆς
Χάριτος, ἀλλά εἰς τήν κάτωθεν προερχομένην βοήθειαν (ὑποδούλωσιν) ἀπό
δόλια προδοτικά δοσίλογα ἀνθελληνικά καί ἀντίχριστα πρόσωπα καί κέντρα.
Μεγάλην
ὅμως εὐθύνην φέρουν καί οἱ πιστοί, ὅταν διά τῆς σιωπῆς-ἀνοχῆς-«ὑπακοῆς»
των ἀναπαύονται, δέχονται, ἀμνηστεύουν καί ἀνέχονται νόθες καταστάσεις εἰς τόν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅλα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἀπαραδέκτου ἀμετανοησίας μας. Καί ἐπειδή ἡ μάχαιρα ἐπικρέμαται, διά νά ἐπανορθώσωμε, ἄς μιμηθοῦμε τούς Νινευίτας.
ΧΡΙΣΤΟΫΦΑΝΤΟΣ
Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015
Ὁ πόνος τρέχει σάν μυστικός ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ πίσω ἀπό κάθε πλανεμένη ψυχή γιά νά τήν ἐπαναφέρει κοντά Του…
Ὁ πόνος τρέχει σάν μυστικός ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ πίσω ἀπό κάθε πλανεμένη ψυχή γιά νά τήν ἐπαναφέρει κοντά Του…
Δοκίμασα την ιερή Εξομολόγηση, αλλά είμαι διαρκώς η ίδια!
Μου είπαν να φύγω από τον κόσμο. Το έκανα. Αλλά ύστερα από λίγες εβδομάδες και πάλι η ίδια θλιβερή κατάσταση.
Μου είπαν να κάνω ελεημοσύνες. Και αυτές έγιναν. Αλλά οι αδυναμίες μου συνεχίζονται.
Μου είπαν να παρακαλέσω την Παναγία. Την παρακάλεσα θερμά. Ίσως η Παναγία μ’ έστειλε σε σάς σαν τελευταίο καταφύγιο. Τι πρέπει να κάνω για να βρω τη σωτηρίας μου;».
Ο ιερέας άκουσε σιωπηλά την εξομολόγηση της κυρίας, κατέβασε το κεφάλι σκεπτικός και της είπε μία λέξη: «Η θλίψη!», δηλαδή αυτό υπολείπεται για τη σωτηρία σας.
Ύστερα από καιρό επέστρεψε η κυρία μαυροφορεμένη, καταβεβλημένη, δακρυσμένη αλλά αναπαυμένη. Είχε χάσει τα πάντα: πλούτη, υγεία, συγγενείς. Είχε βρει το Θεό!
Ο πόνος μας μεταδίδει τρόμο. Είναι όμως δώρο της θείας ευσπλαχνίας. Τρέχει σαν μυστικός απεσταλμένος του Θεού πίσω από κάθε πλανεμένη ψυχή για να την επαναφέρει κοντά Του.
Πηγή: «Προσφορά στο άρρωστο αδελφό», Αρχιμ. Χριστοδούλου Παπαγιάννη, Αδελφότης Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ», Αθήναι 2007
http://makkavaios.blogspot.gr/2015/01/blog-post_53.html
Μία ἁμαρτία, σπάνια παραμένει… μία.
Μία ἁμαρτία, σπάνια παραμένει… μία.
Τοῦ Γέροντος Γερμανοῦ Σταυροβουνιώτου
- Το να άρχης είναι η μεγαλύτερη τιμωρία!
- Η προσευχή είναι το ευγενέστερο γνώρισμα του ανθρώπου.
- Ο φόβος του Θεού κάνει τον άνθρωπο ήρωα. Ο φόβος του ανθρώπου κάνει τον άνθρωπο δειλό.
- Ο Σταυρός είναι η μόνη σκάλα, που φθάνει το κατώφλι τ’ ουρανού.
Πηγή: isagiastriados.com
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




