Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Φώτης Κόντογλου - Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα

Φώτης Κόντογλου - Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα

Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, σήμερα μᾶς κράζει ὁ θεόγλωσσος ὑμνωδός, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέγονταςΚαθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς Ἀναστάσεως Χριστὸν ἐξαστράπτοντα καὶ χαίρετε φάσκοντα τρανῶς ἀκουσόμεθα, ἐπινίκιον ἄδοντες.

Μᾶς κράζει λοιπὸν νὰ καθαρίσουμε τὶς αἰσθήσεις μας, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ δοῦμε τὸν Χριστὸ τὸν ἀναστημένο ἀπὸ τὸν τάφο. Νὰ καθαρίσουμε τὶς αἰσθήσεις μας, γιατὶ εἶναι ἀκάθαρτες, βρωμισμένες, ἐπειδὴ τὶς μεταχεριζόμαστε γιὰ σαρκικὰ καὶ ὑλικὰ πράγματα. Καὶ πῶς ἄραγε καθαρίζονται οἱ αἰσθήσεις μας καὶ θὰ γίνουνε ἀπὸ σαρκικές, πνευματικές;

Ὁ ὑμνωδὸς τὸ λέγει αὐτὸ γιατὶ τὸ διδάχθηκε απὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ Σωτῆρα του ποὺ εἶπε στοὺς Μακαρισμούς:Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται. Κι᾿ ἂν καθαρίσουμε τὶς αἰσθήσεις μας,

λέγει πὼς θὰ δοῦμε τὸν Χριστὸν ἐξαστράπτοντα μὲ ἀστραπή, ὄχι θαμπά, ἀλλὰ καθαρώτατα, ἀστραφτερὸν ἀπὸ τὸ ἀζύγωτο φῶς τῆς Ἀναστάσεως, τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς Ἀναστάσεως. Κι᾿ ὅχι μονάχα θὰ τὸν δοῦμε τηλαυγῶς, ἀλλὰ καὶ θὰ τὸν ἀκούσουμε κιόλας (γι᾿ αὐτὸ πρέπει νἆναι καθαρὲς ὅλες οἱ αἰσθήσεις μας). Κι ἡ φωνή του δὲν θἄρχεται ἀπὸ μακρυά, νὰ ἀμφιβάλλουμε ἂν τὸν ἀκούσαμε ἢ δὲν τὸν ἀκούσαμε, ἀλλὰ τρανῶς, δυνατά.


Τὶς αἰσθήσεις μας δὲν τὶς μολεύουμε μονάχα σὰν κάνουμε μ᾿ αὐτὲς σαρκικὰ ἔργα κι᾿ ἐνέργειες, δηλαδὴ σὰν τὶς μεταχειριζόμαστε γιὰ τὶς ἀπολαύσεις τοῦ κορμιοῦ, ἀλλὰ κι᾿ ὅταν τὶς μεταχειριζόμαστε γιὰ κάποια ἔργα ποὺ τὰ λέγει ὁ κόσμος «πνευματικά», ἐνῶ εἶναι κι᾿ αὐτὰ σαρκικά, καὶ μάλιστα αὐτὰ εἶναι συχνὰ πιὸ πονηρὰ ἀπὸ τἄλλα ποὺ φαίνονται φανερὰ πὼς εἶναι σαρκικά. Αὐτὰ τὰ λεγόμενα πνευματικὰ ἔργα εἶναι οἱ πονηρὲς σκέψεις ποὺ κάνει ὁ νοῦς μας ψάχνοντας τὰ θεϊκὰ πράγματα, καὶ ποὺ εἶναι ἀσεβέστατες καὶ σ᾿ αὐτὲς μᾶς σπρώχνει ἡ ὑπερηφάνειά μας καὶ ἡ ἀφοβιά μας μπροστὰ στὸν Θεό, γιατὶ δίνουνε τροφὴ στὴν ματαιοδοξία μας, ἐπειδὴ φαινόμαστε πολύξεροι στοὺς ἄλλους, ἐνῶ ὁ σοφὸς Σολομὼν εἶπε: Ἀρχὴ τῆς σοφίας (δηλ. τῆς κατὰ Θεὸν σοφίας) εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου.


Μ᾿ αὐτὰ τὰ ψαξίματα καὶ μὲ τὶς φιλοσοφίες, ὁ χριστιανὸς ἀληθινὰ μολύνει τὶς αἰσθήσεις του, τὶς στομώνει καὶ ἀντὶ νὰ τὶς κάνει πνευματικές, τὶς κάνει ὄργανα χονδροειδῆ, ἀφοῦ μ᾿ αὐτὲς ἐρευνᾶ χονδροειδῆ, ὑλικὰ πράγματα, καὶ ὄχι πνευματικά. Γιατί, ὅπως εἶπα πρίν, μὲ ὅλο ποὺ αὐτὲς οἱ ἐνέργειες φαίνονται πνευματικές, στ᾿ ἀλήθινὰ εἶναι σαρκικές, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ λέγει πὼς τὶς κάνει ὁ νοῦς τῆς σαρκός, γράφοντας στοὺς Κολοσσαεῖς:Μηδεὶς ὑμᾶς καταβραβευέτω θέλων ἐν ταπεινοφροσύνη καὶ θρησκεία τῶν Ἀγγέλων, ἅ μὴ ἑώρακεν ἐμβατεύων, εἰκῇ φυσιούμενος ὑπὸ τοῦ νοὸς τῆς σαρκὸς αὐτοῦ (Κολ. β´ 18). καὶ στοὺς Ἐφεσίους γράφει: Τοῦτο οὖν λέγω καὶ μαρτύρομαι ἐν Κυρίῳ, μηκέτι ὑμᾶς περιπατεῖν καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ ἔθνη περιπατεῖν ἐν ματαιότητι τοῦ νοὸς αὐτῶν, ἐσκοτισμένοι τῇ διανοίᾳ, ὄντες ἀπηλλοτριωμένοι τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν ἄγνοιαν τὴν οὖσαν ἐν αὐτοῖς διὰ τὴν πώρωσιν τῆς καρδίας αὐτῶν. (Ἐφ. δ,18).


Ποιὰ λοιπὸν λέγει ματαιότητα τοῦ νοὸς τῶν ἐθνῶν; Δὲν λέγει τὰ μάταια ψαξίματα ποὺ κάνανε οἱ φιλόσοφοι, ἂς ἤτανε κι ἐκεῖνοι ποὺ φαινόντανε οἱ πιὸ πνευματικοί; Αὐτὰ ποὺ λέγανε ἤτανε σάρξ, (γιατὶ τὸ ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστι) ἀφοῦ ὅ,τι κάνανε τὸ κάνανε ὄντας ἀπηλλοτριωμένοι τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τὸ κάνανε μὲ πνεῦμα σαρκικό. Ὅποιος ψάχνει κι᾿ ἐρευνᾶ μ᾿ αὐτὸ τὸ σαρκικὸ πνεῦμα, πρῶτα χάνει τὴν παρθενικὴ ἁπλότητα τῆς διάνοιας, γιὰ τὴν ὁποία πρωτομακάρισε (αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος μακαρισμός) ὁ γλυκύτατος Χριστός μας ἐκείνους ποὺ τὴν ἔχουνε, λέγοντας μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι. Ὕστερα αὐτὸς ποὺ σκαλίζει μὲ τὸ μυαλὸ του τὰ θεῖα, πειράζει τὸν Θεὸ ποὺ κρύβεται ἀπὸ τὶς ἀδιάκριτες διάνοιες καὶ χώνεται μέσα στὸ γνόφο, κι᾿ αὐτὸ τὸ φανερώνει μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἡσαΐα, λέγοντας: Φανερὸς ἔγινα σὲ ἐκείνους ποὺ δὲ μὲ ρωτᾶνε, καὶ γνωρίσθηκα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν μὲ ζητᾶνε μὲ πονηρία.

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας λέγει: Πίστις οὐκ ἔστι τὸ ζητούμενον· ὃν τρόπον γὰρ ἐλπὶς βλεπομένη οὐκ ἔχουσα τὸ ἀζήτητον, πίστις οὐκ εἴη, κατὰ τὸν ἴσον τῇ ἐλπίδι λόγον. Κι᾿ ὁ μέγας Βασίλειος λέγει: Τὸ ἁπλοῦν τῆς πίστεως ἰσχυρότερόν ἐστι τῶν λογικῶν ἀποδείξεων.

Καὶ μολαταῦτα πλῆθος χριστιανοὶ καταγίνονται ἀκόμα σήμερα, καὶ πιὸ πολὺ μάλιστα, μὲ τέτοιου εἴδους ψαξίματα καὶ ἔρευνες ἀπηλλοτριωμένοι τῆς ζωῆς τοῦ θεοῦ ὅπως ἔλεγε ὁ Παῦλος γιὰ τοὺς ἐθνικούς, κι᾿ ἀνακατεύουνε μὲ τὴν πίστη, ποὺ δὲν γνωρίσανε οἱ δυστυχεῖς τὶ λογῆς πράγμα εἶναι, τὶς ἐπιστῆμες καὶ τὶς φιλοσοφίες, καὶ ψυχραίνουνε μ᾿ αὐτὰ ποὺ λένε τὴν πίστη τῶν πολλῶν, κ᾿ ἐνῶ ὁ μάταιος λογισμός τους καταγίνεται μὲ μάταια καὶ ψευδῆ καταργοῦνε ἀπὸ ἀλαζονεία κι᾿ ἀπὸ κουφότητα τὴν ἁγία Παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, ὥστε ὁ χριστιανισμὸς νὰ καταντήσει ἕνα σύστημα ἐπίγειας ζωῆς, χωρὶς ἀποκαλύψεις Ἀθανασίας, δηλαδὴ χωρὶς Χριστό. Κι᾿ αὐτοὶ θέλουνε νὰ διδάξουνε τὰ ἁπλοϊκὰ κι᾿ ἀθῷα πρόβατα τοῦ Χριστοῦ ποὺ τὰ μακάρισε ὁ ἴδιος σ᾿ ὅλους τοὺς Μακαρισμούς, μὰ ἰδιαίτερα στὸν πρῶτο καὶ στὸν ὄγδοο.


Τοῦτοι λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι πῶς γιορτάζουνε Χριστὸν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν! Ξένον καὶ παράδοξον! Φιλοσοφοῦντες καὶ ἐπιστημοῦντες πιστεύουν;


Μὰ ποιὸς πίστεψε ποτὲ φιλοσοφώντας; Ρωτῶ νὰ μάθω.

Μὲ τὸν Χριστό, ἡ φιλοσοφία τελείωσε καὶ θάφτηκε γιὰ ὅποιον πίστεψε σ᾿ Αὐτόν. Ἂς ἀκούσουνε τὸν Παῦλο ποὺ φωνάζει τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα. Φωνὴ ἐλπιδοφόρα τοῦ εὐλογημένου Παύλου, ποὺ ξαναλέγει στὴν καρδιά μας, ὅ,τι λέγει καὶ τὸ χαίρετε ποὺ εἶπε ὁ Ἀναστημένος Κύριός του καὶ Κύριός μας! Νά, τὰ πάντα γινήκανε καινούρια! Γινήκανε καινούρια γιατὶ εἶναι καινὸν καὶ ξένον ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, κι᾿ αὐτὸ τὸ καινούριο τὰ ἔκανε ὅλα καινούρια, ἐπειδὴ κατήργησε τὰ παλιά. Κατήργησε τὰ παλιὰ ὁ καταργήσας τὸν θάνατον, γιατὶ ὅπου δὲν βρίσκεται ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ζωῆς βασιλεύει ὁ θάνατος.

Κατήργησε τὴν κατάρα τῆς σαρκός, κι ἔφερε τὴν εὐλογία τοῦ Πνεύματος. Κατήργησε τὴ γνώση κι ἔφερε τὴν Πίστη (Δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται). Τὸ παλιὸ ἤτανε ἡ Γνώση, τὸ ψάξιμο, τὸ νὰ ψηλαφεῖ ὁ ἄνθρωπος στὰ τυφλὰ καὶ νὰ μὴ βρίσκει τίποτα. Τὸ καινούριο εἶναι ἡ Πίστη ποὺ ἀνοίγει τὰ πνευματικὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου καὶ βλέπει τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης Χριστὸν ἐξαστράπτοντα τῶ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς Ἀναστάσεως.

Ἐκεῖνος φτάνει γιὰ ὅλα, δὲν χρειάζεται πιὰ διόλου νὰ ψάχνει τὸ μυαλό μας σὰν τῶν ἐθνικῶν φιλοσόφων, ἀφοῦ βρέθηκε ἡ ὁδός, δηλαδὴ Ἐκεῖνος ποὺ εἶπε καθαρὰ καὶ σύντομα: Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱὸν εἰμὴ ὁ Πατήρ, οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰμὴ ὁ Υἱός, καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι. (Ματθ. ια,2 7).

Σ᾿ ὅποιον θέλει ὁ Υἱὸς νὰ φανερώσει, νὰ γνωρίσει τὸν Πατέρα. Ποῦ πᾶς, λοιπόν, χριστιανέ, νὰ γνωρίσεις τὸν Θεὸν καὶ τὸν Χριστὸν ἐσύ, ὁ τυφλός, ὁ ἀδύνατος, ὁ ἀκάθαρτος, μὲ τὴ δική σου δύναμη, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς εἶπε πὼς μονάχα ὁ Πατέρας φωτίζει τὴ διάνοιά σου γιὰ νὰ γνωρίσεις τὸν Χριστό, κι᾿ ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ γνωρίσεις τὸν Πατέρα; καὶ δὲν πέφτεις σὲ προσευχὴ νὰ τὸν παρακαλέσεις νὰ σὲ φωτίσει, ἀλλὰ καταγίνεσαι μὲ ἀσεβῆ ψαξίματα, ὅπως ἐκεῖνοι οἱ ἀρχαῖοι ποὺ δὲν εἴχανε ἀκούσει ἀκόμα τὸν Χριστὸ νὰ λέγει μὲ ἐξουσία αὐτὰ τὰ λόγια; Κι᾿ ἀλλοῦ ποὺ λέγει Ἐγὼ εἶμαι ἡ θύρα, ἐγὼ εἶμαι ἡ ὁδός, ἐγὼ εἶμαι ὁ καθηγητής, ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς, ἐγὼ εἶμαι ὁ γιατρός, ὁ μεσίτης (Τιμ. Α, β,2), ὁ ποιμήν, ὁ ραββί. Αὐτὸς εἶναι ὁ πρωτότοκος τῆς καινῆς κτίσεως, ποὺ ἔκανε καινὰ τὰ πάντα κι ἔκανε καὶ καινούς ἀνθρώπους, τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.

Ναί, μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὅλα γινήκανε καινούργια. Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνωδὸς λέγει μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασηΔεῦτε πόμα πίωμεν καινὸν οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου (τῆς φιλοσοφίας) τερατουργούμενον, ἀλλ᾿ ἀφθαρσίας πηγὴν ἐκ τάφου ὀμβρήσαντος Χριστοῦ, ἐν ᾧ στερεούμεθα καὶ Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος τῆς θείας εὐφροσύνης ἐν τῇ εὐσήμῳ ἡμέρα τῆς ἐγέρσεως, βασιλείας τε Χριστοῦ κοινωνήσωμεν, ὑμνοῦντες Αὐτὸν ὡς Θεὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ἀδελφοί μου Χριστιανοὶ ἐσεῖς ποὺ καταγινόσαστε μὲ τὶς ἐπιστῆμες καὶ μὲ τὶς φιλοσοφίες, ἀκούστε τὸν Κύριο ποὺ λέγει μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη. Ἐμένα μὲ ἀφήσανε, ποὺ εἶμαι πηγὴ τῆς ζωῆς, καὶ σκάψανε κάποιους ξερόλακκους ποὺ δὲν ἔχουν νερό. Καὶ ποὺ λέγει μὲ τὸ δικὸ του στόμα τὸ Εὐαγγέλιο ὅποιος βάλει τὸ χέρι του στὸ ἀλέτρι μου καὶ βλέπει πίσω, δηλ. δὲν ἀπαρνήθηκε τὴν κοσμικὴ γνώση ποὺ καταγινόταν οἱ ἄνθρωποι πρίν νὰ ἔλθω ἐγὼ στὸν κόσμο, δὲν εἶναι δεκτὸς στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. (Λουκ. θ´ 62). Καὶ ποὺ εἶπε παλι ἄλλη φορά: Δὲν βάζουνε καινούργιο κρασὶ σὲ παλιὰ ἀσκιά.

Ἂς καθαρίσουμε λοιπὸν τὴ διάνοιά μας ἀπὸ τὴν θολούρα τῆς πολύπλοκης γνώσεως, γιατὶ ἀλλοιῶς δὲν θὰ δοῦμε τὸ Χριστὸ ἐξαστράπτοντα τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς Ἀναστάσεως, κι᾿ οὔτε θὰ τὸν ἀκούσουμε νὰ λέγει τρανῶς τὸΧαίρετε. Μάτια νὰ τὸν δοῦμε κι᾿ αὐτιὰ νὰ τὸν ἀκούσουμε δὲ μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει μὲ κανένα τρόπο ἡ γνώση, ἡ καινὴ ἀπάτη, ἀλλὰ μονάχα ἡ εὐλογημένη Πίστη στὸν Κύριο καὶ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ εἶναι δοξασμένος στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες τῶν αἰώνων.


Ἀμήν.



Η περιουσία του Αγιορείτου μοναχού, πριν από την κουρά


24 Απριλίου 2013

1. Πριν από την διάταξη του άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο., ρυθμίσεις για την περιουσιακή κατάσταση των μοναχών είχαν περιληφθεί τόσο στα άρθρ. 207 και 209 των «Γενικών Κανονισμών του Αγίου Όρους»[1], όσο και στα άρθρ. 116-120 του τουρκικού νόμου «Κανονισμός των εν Αγίω Όρει Μοναστηρίων»[2]. Και τα δύο αυτά νομοθετήματα προέβλεπαν την αυτοδίκαιη περιέλευση της ακίνητης ή/και κινητής πριν από την κουρά περιουσίας του μοναχού στη Μονή της μετανοίας του.

Στο ισχύον άρθρ. 101 εδ. α’ Κ.Χ.Α.Ο. προβλέπεται ότι: «η ακίνητος περιουσία παντός μοναχού αγιορείτου περιέρχεται εις την μονήν αυτού εφ’ όσον ούτος προ της κουράς αυτού εξεχώρησεν εγγράφως εις αυτήν». Η διάταξη αυτή είναι σαφής. Η περιουσία κάθε προσώπου που επιθυμεί να μονάσει σε Μονή του Αγίου Όρους περιέρχεται στη Μονή της μετανοίας του μόνον αν την εκχωρήσει εγγράφως προς αυτή πριν από την κουρά. Η περιουσία αυτή μπορεί να είναι μόνο η ακίνητη περιουσία του υποψήφιου μοναχού. Η μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας στη Μονή της μετανοίας, εναπόκειται στην αυτοπροαίρετη και ελεύθερη βούληση του υποψήφιου μοναχού και δεν αποτελεί αντάλλαγμα για την εισδοχή του σε αυτή[3].
Στη διάταξη του άρθρ. 101 εδ. α’ Κ.Χ.Α.Ο. δεν γίνεται καμία διάκριση μεταξύ κοινοβίων και ιδιορρύθμων Μονών, όπως προκύπτει από τη φράση «η ακίνητος περιουσία παντός μοναχού αγιορείτου» καθώς και από την αναφορά γενικώς σε «μονή». Επομένως η ρύθμιση για την περιέλευση της πριν από την κουρά περιουσίας είναι ενιαία και καταλαμβάνει αμφότερες τις περιπτώσεις, ήτοι και εκείνους τους μοναχούς που θα καρούν σε κοινόβια Μονή και εκείνους που θα καρούν σε ιδιόρρυθμη Μονή[4].
Επεξήγηση χρειάζεται η έννοια της «εγγράφου εκχώρησης» της πριν από την κουρά περιουσίας του μοναχού στη Μονή. Το ζήτημα αφορά στο εάν η «έγγραφη» εκχώρηση της ακίνητης περιουσίας στη Μονή πρέπει να έχει κάποιο συγκεκριμένο τύπο, όπως ορίζεται στο άρθρ. 1033 Α.Κ. η δεν απαιτείται κάτι τέτοιο.
Όπως αναφέρθηκε και στην προηγούμενη παράγραφο, η ελληνική Πολιτεία κατοχύρωσε το αυτοδιοίκητο του Αγίου Όρους στο άρθρ. 105 Σ. Με το ίδιο άρθρο του Συντάγματος κατά την κρατούσα άποψη δόθηκε αυξημένη τυπική ισχύ σε όλες τις διατάξεις του Κ.Χ.Α.Ο. Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι λόγω του αυτοδιοίκητου παύει να υφίσταται η κυριαρχία του ελληνικού Κράτους στο Άγιο Όρος. Αντιθέτως, η κυριαρχία του ελληνικού Κράτους παραμένει στο Άγιο Όρος άθικτη και ακέραιη, όπως στα λοιπά γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας. Το Άγιο Όρος δεν είναι αυτόνομη περιοχή, αλλά αυτοδιοίκητο τμήμα της ελληνικής επικράτειας, συνταγματικώς κατοχυρωμένο[5]. Η αυτοδιοίκηση του Αγίου Όρους δεν κωλύει την εφαρμογή των νόμων του Κράτους, στο οποίο άλλωστε ανήκει αποκλειστικά και η διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρ. 105 § 4 Σ.
Εντούτοις, υφίσταται ένας σημαντικός περιορισμός στην καταρχήν εξ ολοκλήρου εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στο Άγιο Όρος. Ο περιορισμός αυτός είναι οι συνταγματικώς κατοχυρωμένες διατάξεις του ειδικού, ιδιόμορφου, εξαιρετικού και προνομιακού καθεστώτος του Αγίου Όρους, οι οποίες περιλαμβάνονται κυρίως στον Κ.Χ.Α.Ο. και όπως γίνεται δεκτό και στο Ν.Δ. της 10/16.9.1926 που τον κύρωσε.
Για το λόγο αυτό, ως προς την εφαρμογή του κοινού εσωτερικού ελληνικού δικαίου στο Άγιο Όρος, γίνεται ομοφώνως δεκτό ότι ισχύει η αρχή της επικουρικότητας, υπό την έννοια ότι η ελληνική νομοθεσία εφαρμόζεται, εφόσον το εκάστοτε υπό κρίση θέμα δεν καλύπτεται από την αγιορειτική νομοθεσία[6].
Κατά συνέπεια, αφού στο άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο. δεν εξειδικεύεται η έννοια του εγγράφου που απαιτείται για την εκχώρηση των ακινήτων του υποψήφιου μοναχού προς τη Μονή, ούτε υφίσταται ως προς αυτό το ζήτημα κάποια άλλη σχετική διάταξη στον Κ.Χ.Α.Ο. ή έστω διάταξη εθιμικής προέλευσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι θα εφαρμοστούν (επικουρικά) οι σχετικές διατάξεις του Α.Κ., οι οποίες ρυθμίζουν τη μεταβίβαση της κυριότητας. Επομένως, θα εφαρμοστεί το άρθρ. 1033 Α.Κ. και η εκχώρηση των ακινήτων προς τη Μονή θα γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο και θα μεταγραφεί (άρθρ. 1033 εδ. β’ Α.Κ.)[7].
Ανάμεσα στα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής της εμπράγματης συμβάσεως του άρθρ. 1033 εδ. α’ Α.Κ. είναι και η συμφωνία ότι η μετάθεση της κυριότητας γίνεται για κάποια νόμιμη αιτία[8]. Η νόμιμη αιτία είναι ο (έμμεσος νομικός) σκοπός για τον οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη συνάπτουν τη συγκεκριμένη εμπράγματη σύμβαση, ο οποίος είναι η εκπλήρωση της υποχρεώσεως που πηγάζει από συγκεκριμένη ενοχή, όπως η πώληση, η δωρεά κ.λπ. Στην προκειμένη περίπτωση η εκχώρηση για την οποία κάνει λόγο το άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο. θα εκληφθεί ως δωρεά[9] (άρθρ. 498 εδ. α’ Α.Κ.) των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του υποψήφιου μοναχού προς τη Μονή της μετανοίας του, στην ελεύθερη βούληση του οποίου εξάλλου εναπόκειται και η μεταβίβασή τους προς τη Μονή.
Για το λόγο αυτό η νομική φύση της μεταβίβασης προς τη Μονή των πριν από την κουρά (ακίνητων) περιουσιακών στοιχείων στο Άγιο Όρος, διαφέρει ουσιωδώς σε σχέση με εκείνη της υπόλοιπης ελληνικής επικράτειας και μοιάζει περισσότερο με εκείνη της διάταξης του άρθρου 115 του Ν. 4149/1961 για την κληρονομική διαδοχή των μοναχών στην Κρήτη[10]. Και τούτο διότι η Μονή αποκτά τα μεταβιβαζόμενα σε αυτή περιουσιακά ακίνητα στοιχεία του μοναχού, όχι ως καθολική διάδοχός του, όπως συμβαίνει στο πεδίο ισχύος του Ν. ΓΥΙΔ71909, αλλά ως ειδική διάδοχός του, κατόπιν δηλ. μεταβιβάσεως προς αυτήν των καθέκαστα στοιχείων της ακίνητης περιουσίας του, είτε όλων, είτε μέρους αυτών[11]. Εφόσον δε η αιτία της μεταβίβασης είναι η δωρεά, θα πρέπει να γίνει δεκτή και η ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 509 Α.Κ., δηλ. ανάκληση της δωρεάς του μοναχού προς τη Μονή, υπό την έννοια ότι η Μονή εξακολουθεί να παραμένει κύριος του δωρηθέντος ακινήτου και ο μοναχός μπορεί να αναζητήσει το ακίνητο σύμφωνα με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό[12]. Επειδή όμως κατά το άρθρ. 101 εδ. δ’ Κ.Χ.Α.Ο. οι κοινοβιάτες μοναχοί δεν μπορούν να έχουν περιουσία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μόνο οι μοναχοί ιδιόρρυθμων Μονών μπορούν να ανακαλέσουν τη δωρεά.
Ως προς την κινητή περιουσία του μοναχού, το άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο. δεν προβλέπει κάτι ιδιαίτερο. Η σιωπή του άρθρ. δεν σημαίνει ότι αποκλείεται στο μοναχό η δυνατότητα να μεταβιβάσει και την κινητή περιουσία του προς τη Μονή[13]. Στην περίπτωση αυτή κατά τη γνώμη μου θα εφαρμοστούν αναλόγως οι διατάξεις του Α.Κ. για τη δωρεά (άρθρ. 498 Α.Κ.). Εφόσον ο μοναχός επιθυμεί να δωρήσει και κινητά περιουσιακά στοιχεία του στη Μονή, όπως θα έκανε και προς οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, θα πρέπει να συντάξει καταρχήν συμβολαιογραφικό έγγραφο (άρθρ. 498 εδ. α’ Α.Κ.), εκτός και εάν παραδώσει τα κινητά πράγματα στη δωρεοδόχο Μονή (άρθρ. 498 εδ. β’ Α.Κ. και άρθρ. 1034 Α.Κ.)[14]. Υποστηρίχθηκε πάντως ότι στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοστεί η διάταξη του ιουστινιάνειου δικαίου και η κινητή περιουσία του μοναχού θα περιέλθει λόγω καθολικής διαδοχής στη Μονή[15].
2. Όπως σημειώθηκε πιο πάνω, ο υποψήφιος μοναχός αυτοβούλως εκχωρεί (υπό την έννοια της δωρεάς) προς τη Μονή, όσα ακίνητα και κινητά στοιχεία από την περιουσία του επιθυμεί[16]. Είναι επομένως δυνατό, ο μοναχός να βρεθεί μετά από την κουρά και την είσοδό του στο μοναχικό βίο με περιουσία, η οποία να περιλαμβάνει τα μη εκχωρηθέντα ακίνητα και κινητά[17] πριν από την κουρά περιουσιακά του στοιχεία.
Στο σημείο αυτό τίθεται το ζήτημα, το οποίο ερίζεται στη θεωρία, σχετικά με το ποια θα είναι η τύχη της μη εκχωρηθείσας πριν από την κουρά περιουσίας.
Το πρόβλημα ανακύπτει λόγω της ξεκάθαρης διατάξεως του άρθρ. 101 εδ. δ’ Κ.Χ.Α.Ο., στην οποία ορίζεται ότι «οι αδελφοί των κοινοβίων δεν δύνανται να έχωσιν ιδίαν περιουσίαν». Τούτο σημαίνει ότι οι μοναχοί των κοινοβίων Μονών του Αγίου Όρους, παρόλο που δεν στερούνται την ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας μετά από την κουρά τους[18], δεν μπορούν ούτε να διατηρήσουν αλλά ούτε και να αποκτήσουν, είτε από χαριστική είτε από επαχθή αιτία, την κυριότητα τόσο σε κινητή όσο και σε ακίνητη περιουσία μετά από την κουρά τους. Η διάταξη του εδ. δ’ του άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο. αποτελεί απόρροια και πιστή νομοθετική εφαρμογή της αρχής της ακτημοσύνης, την οποία υπόσχεται να τηρήσει ο μοναχός κοινοβίων Μονών του Αγίου Όρους μετά από την κουρά του, αποξενούμενος κατ’ επέκταση από τη δυνατότητα κτήσης, κατοχής και διατήρησης ιδίας περιουσίας[19].
Από την άλλη μεριά, οι μοναχοί ιδιορρύθμων Μονών, κατ’ αντίθεση προς τους κοινοβιάτες μοναχούς, μπορούν να είναι κύριοι ατομικής περιουσίας[20], διότι εφόσον το άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο. δεν κάνει καμία ιδιαίτερη αναφορά στους μοναχούς ιδιορρύθμων Μονών, έπεται εξ αντιδιαστολής ότι οι μοναχοί αυτοί μπορούν να διατηρούν, αποκτούν και να διαθέτουν μετά από την κουρά τους περιουσία[21].
Η μη ύπαρξη σχετικής διάταξης στο άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο. για την περίπτωση της μη εκχωρηθείσας περιουσίας δημιουργεί κενό δικαίου, το οποίο καλείται να πληρώσει η θεωρία και η νομολογία.
Με βάση λοιπόν την παραπάνω διάκριση ανάμεσα σε μοναχούς ιδιορρύθμων Μονών και σε μοναχούς κοινοβίων Μονών, θα κριθεί η τύχη της μη εκχωρηθείσας πριν από την κουρά περιουσίας τους. Ειδικότερα:
α) Μοναχοί ιδιορρύθμων Μονών, τα μη εκχωρηθέντα περιουσιακά στοιχεία, κινητά και ακίνητα, μοναχού που εκάρη σε ιδιόρρυθμη Μονή, θα εξακολουθήσουν να ανήκουν στην κυριότητα και στη διαχείρισή του, αφού ο ιδιορρυθμίτης μοναχός δεν χάνει το δικαίωμα να έχει δική του περιουσία μετά από την κουρά[22].
β) Μοναχοί κοινοβίων Μονών, επειδή με βάση το άρθρ. 101 εδ. δ’ Κ.Χ.Α.Ο. ο κοινοβιάτης μοναχός δεν μπορεί να έχει την κυριότητα περιουσίας μετά από την κουρά, για την τύχη των μη εκχωρηθέντων περιουσιακών, κινητών και ακινήτων, στοιχείων μοναχού που εκάρη σε κοινόβια Μονή, υποστηρίχθηκαν τρεις απόψεις:
I. Σύμφωνα με την πρώτη άποψη[23], η οποία είναι και η κρατούσα, το κενό που παρουσιάζεται με τη σιωπή του νόμου, θα πληρωθεί με την εφαρμογή των διατάξεων του κοινού δίκαιου, δηλ. των διατάξεων του κληρονομικού δικαίου του Α.Κ. Η περιουσία επομένως η μη εκχωρηθείσα στη Μονή, θα περιέλθει στους εκ διαθήκης η εξ αδιαθέτου (άρθρ. 1710 Α.Κ.) κληρονόμους του μοναχού. Κατά την άποψη αυτή, ως χρόνος περιέλευσης της μη εκχωρηθείσας περιουσίας θα θεωρηθεί το χρονικό σημείο στο οποίο ο μοναχός αποκτά την μοναχική ιδιότητα, ήτοι η κουρά. Με άλλα λόγια θα εξομοιωθεί η κουρά με το φυσικό θάνατο, όπως διδάσκεται και για την περίπτωση εφαρμογής του Ν. ΓΥΙΔ71909 προκειμένου να ρυθμιστεί η τύχη της πριν από την κουρά περιουσίας των μοναχών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κατά συνέπεια, από το χρονικό σημείο συντελέσεως της κουράς και εισδοχής στο μοναχικό βίο, η μη εκχωρηθείσα περιουσία του μοναχού θα επαχθεί στους εκ διαθήκης η εξ αδιαθέτου κληρονόμους του.
Η θεμελίωση της απόψεως αυτής στηρίζεται κυρίως στο επιχείρημα ότι αφενός μεν λόγω της διατάξεως του αρθρ. 101 εδ. δ’ Κ.Χ.Α.Ο. ο μοναχός δεν επιτρέπεται να έχει περιουσία μετά την κουρά του, ούτε όμως και η Μονή μπορεί να αποκτήσει περισσότερα από όσα θέλησε ο μοναχός να της δωρήσει[24].
Στη βασική αυτή επιχειρηματολογία προστέθηκαν δύο επιπλέον επιχειρήματα[25]: α) η θέση σε ισχύ της διάταξης του άρθρ. 101 εδ. α’ Κ.Χ.Α.Ο., η οποία εκ πρώτης όψεως είναι τελείως περιττή, δεδομένου ότι τίποτα δεν κωλύει τον υποψήφιο μοναχό, όπως και οποιονδήποτε άλλο, να μεταβιβάσει στη Μονή περιουσιακά του στοιχεία. Το εδ. α’ ουσιαστικά αποβλέπει στο να εξασφαλίσει τους εκ διαθήκης η εξ αδιαθέτου κληρονόμους του μοναχού, στους οποίους περιέρχεται η περιουσία του μόλις αυτός δεχθεί την κουρά, αποκλείοντας τη Μονή, εκτός και αν ο ίδιος ο μοναχός-κληρονομούμενος εκχωρήσει σε αυτήν πριν από την κουρά του την ακίνητη περιουσία του εν όλω η εν μέρει. Με άλλα λόγια, ο κανόνας είναι ότι ο μοναχός κατά την κουρά του κληρονομείται από τους εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμους του και κατ’ εξαίρεση προβλέφθηκε στο άρθρ. 101 εδ. α’ Κ.Χ.Α.Ο. η δυνατότητά του να εκχωρήσει όση ακίνητη περιουσία επιθυμεί στη Μονή και β) ότι δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση στις εν γένει πηγές του αγιορειτικού δικαίου σύμφωνα με το άρθρ. 188 Κ.Χ.Α.Ο., ενώ οι διατάξεις του ιουστινιάνειου δικαίου και του Ν. ΓΥΙΔ71909 δεν υιοθετούνται από τον Κ.Χ.Α.Ο.
Ως προς το τελευταίο επιχείρημα, πράγματι δεν υπάρχει στις αγιορείτικες πηγές κάποια διάταξη που να ρυθμίζει το ζήτημα της μη εκχωρηθείσας περιουσίας, όπως είναι άλλωστε και φυσιολογικό, λόγω του καινοφανούς χαρακτήρα της ρυθμίσεως του άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο. Τόσο οι προηγούμενοι «Γενικοί Κανονισμοί του Αγίου Όρους» (άρθρ. 209), όσο και ο «Κανονισμός των εν Αγίω Όρει Μοναστηρίων» (άρθρ. 118) προέβλεπαν μόνο κληρονομικό δικαίωμα της Μονής σε ολόκληρη την περιουσία του μοναχού μετά από το θάνατό του. Για την πριν από την κουρά περιουσία προέβλεπαν την αντίθετη ρύθμιση απ’ ότι το άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο., δηλ. ελεύθερη διάθεση της περιουσίας και περιέλευση της εναπομείνασας στη Μονή αμέσως μετά από την κουρά. Πάντως και οι «Γενικοί Κανονισμοί του Αγίου Όρους» και ο «Κανονισμός των εν Αγίω Όρει Μοναστηρίων» δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στο Άγιο Όρος.

Ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι με βάση το άρθρο 188 § 2 Κ.Χ.Α.Ο., παράλληλα με τις διατάξεις του Κ.Χ.Α.Ο., διατηρούνται σε ισχύ και διατάξεις κανονικού και εκκλησιαστικού περιεχομένου, ακόμα και νομοθετικές διατάξεις βυζαντινών αυτοκρατόρων, που αφορούν όχι ειδικά στο Άγιο Όρος, αλλά γενικώς στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, και πάλι στην προκειμένη περίπτωση, αφενός μεν δεν υπάρχει ad hoc τέτοια διάταξη, αφετέρου δε δεν μπορούν να εφαρμοστούν κανονικές διατάξεις όπως του καν. 6 της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, διότι στο Άγιο Όρος ποτέ δεν τηρήθηκε η αρχή της ακτημοσύνης, αλλά αντιθέτως προς τους κανόνες, είχε επικρατήσει ως «θέσμιο» η ιδιορρυθμία[26].
Για το λόγο αυτό και προς επίρρωση των ανωτέρω επιχειρημάτων, κατά τη γνώμη μου θα πρέπει και στην προκείμενη περίπτωση να ισχύει η αρχή της επικουρικότητας της ισχύουσας ελληνικής νομοθεσίας. Κατά συνέπεια θα εφαρμοστούν οι διατάξεις του Α.Κ. σε συνδυασμό όμως α) με το άρθρ. 101 εδ. δ’ Κ.Χ.Α.Ο. σύμφωνα με το οποίο οι μοναχοί κοινοβίων Μονών δεν μπορούν να έχουν περιουσία μετά από την κουρά τους και β) της κατά πλάσμα δικαίου εξομοίωσης της κουράς με θάνατο. Έτσι η μη εκχωρηθείσα περιουσία θα περιέλθει στους εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου συγγενείς του μοναχού που θα καρεί σε κοινόβια Μονή, μετά από την κουρά.
Υπό την εκδοχή της ισχύος της απόψεως αυτής, πρέπει να γίνουν δύο ακροτελεύτιες παρατηρήσεις: α) θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι εάν ο υποψήφιος μοναχός είχε συντάξει διαθήκη πριν από την κουρά του, αυτή θα ανοιχθεί και θα δημοσιευθεί αμέσως μετά την κουρά για τους ίδιους λόγους που υποστηρίχθηκαν για το χρόνο δημοσίευσης της συνταχθείσας πριν από την κουρά διαθήκης στο πεδίο ισχύος του Ν. ΓΥΙΔ71909[27]. Για το περιεχόμενο της διαθήκης και για την τυχόν προσβολή με αυτή του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας τυχόν αναγκαίων κληρονόμων ισχύουν όσα προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις του Α.Κ. (άρθρ. 1829, 1831, 1835 επ. Α.Κ.) β) ακόμα και εάν δεν υπάρχει διαθήκη, μπορεί να προκύψει προσβολή της νόμιμης μοίρας και στα πλαίσια της εξ αδιαθέτου διαδοχής, όταν λόγω χαριστικών παροχών του κληρονομουμένου σε τρίτους ή και σε άλλους μεριδούχους, η κληρονομιά που υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του, δεν επαρκεί να καλύψει τη νόμιμη μοίρα[28]. Στην περίπτωση αυτή παρέχεται στο μεριδούχο η αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς, με την οποία ανατρέπονται οι εν ζωή δωρεές του κληρονομουμένου που προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα του. Οι δωρεές που υπόκεινται σε μέμψη είναι τόσο οι δωρεές προς μεριδούχους ανεξάρτητα από το χρόνο που έγιναν και την αιτία τους, δηλ. εάν έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, όσο και οι δωρεές προς τρίτους, με την προϋπόθεση ότι έγιναν τα τελευταία δέκα χρόνια πριν από την κουρά του μοναχού και δεν έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας (άρθρ. 1831 § 2 με συνδυασμό με άρθρ. 1835 Α.Κ.). Είναι επομένως δυνατό λόγω της εκχώρησης υπό την έννοια της δωρεάς της ακίνητης περιουσίας του μοναχού προς τη Μονή, να ανακύψει ζήτημα νομίμου μοίρας των αναγκαίων κληρονόμων του μοναχού. Τούτο θα συμβεί εάν το ποσοστό της μη εκχωρηθείσας περιουσίας που θα περιέλθει στους νομίμους μεριδούχους (οι οποίοι αν δεν έχει συντάξει διαθήκη ο μοναχός είναι και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του) είναι μικρότερο από το ποσοστό της νόμιμης μοίρας που αυτοί δικαιούνται, εξαιτίας της μειώσεως της περιουσίας από τη δωρεά του μοναχού προς τη Μονή. Στην περίπτωση αυτή υποστηρίχθηκε ότι οι νόμιμοι μεριδούχοι μπορούν να στραφούν κατά της Μονής για να διεκδικήσουν την συμπλήρωση του ποσοστού από τη νόμιμη μοίρα που λείπει[29].
II. Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη[30], η μη εκχωρηθείσα πρίν από την κουρά περιουσία, είτε κινητή είτε ακίνητη, θα ρυθμισθεί με βάση τις διατάξεις του ιουστινιάνειου δικαίου, που αφορούν στην τύχη της πριν από την κουρά περιουσίας, και οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 188 Κ.Χ.Α.Ο. Τούτο σημαίνει ότι θα εφαρμοστεί η Νεαρά 123 κεφ. 38 και η περιουσία του μοναχού θα περιέλθει κατά κυριότητα στη Μονή, υπό την προϋπόθεση ότι ο μοναχός δεν έχει κατιόντες. Εάν έχει κατιόντες, τότε μπορεί να διανείμει τα μη εκχωρηθέντα περιουσιακά στοιχεία του και μετά από την κουρά του (άρα η Μονή έχει αποκτήσει την κυριότητά τους υπό διαλυτική αίρεση), υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη διανομή θα τους δώσει ποσοστό τουλάχιστον ίσο με τη νόμιμη μοίρα τους ή ακόμα και μεγαλύτερο. Στην περίπτωση όμως αυτή θα κρατήσει υπέρ της Μονής ένα μερίδιο ίσο με αυτό των κατιόντων. Εάν δεν κάνει αυτή τη διανομή, τότε μετά από το φυσικό θάνατό του, η μη εκχωρηθείσα περιουσία θα περιέλθει στη Μονή, μετά από την αφαίρεση της νόμιμης μοίρας τυχόν κατιόντων του[31].
III. Τέλος, σύμφωνα με την τρίτη άποψη[32], το νομοθετικό κενό δεν καλύπτεται από τις διατάξεις του ισχύοντος κληρονομικού δικαίου, αλλά από εκείνες του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου. Η συλλογιστική της απόψεως αυτής συνοψίζεται στα εξής: στον Κ.Χ.Α.Ο. περιλήφθηκε η διάταξη του άρθρου 6[33] σύμφωνα με την οποία «Άπαντες οι το Άγιον Όρος κατοικούντες μοναχοί, οιασδήποτε εθνικότητος και αν ώσι, λογίζονται ως κεκτημένοι την ελληνικήν υπηκοότητα». Η διάταξη αυτή μάλιστα απέκτησε αυξημένη τυπική ισχύ, διότι περιλήφθηκε σε όλα τα συνταγματικά κείμενα από το 1927 έως και σήμερα (άρθρο 105 § 1 Σ.). Όταν οι μοναχοί του Αγίου Όρους απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια ο μόνος νόμος που ίσχυε για την κληρονομική διαδοχή των μοναχών της Εκκλησίας της Ελλάδος ήταν ο Ν. ΓΥΙΔ71909, ο οποίος όμως δεν εισήχθη ποτέ στο Άγιο Όρος. Οι κληρονομικές σχέσεις των μοναχών Ελλήνων υπηκόων, οι οποίοι δεν ανήκουν στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος ή της Κρήτης, εξακολουθούν να διέπονται μέχρι σήμερα από τις διατάξεις του βυζαντινού δικαίου, οι οποίες και διατηρήθηκαν σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 99 Εισ.Ν.Α.Κ. Επομένως κατά το χρονικό σημείο που απέκτησαν οι αγιορείτες μοναχοί την ελληνική ιθαγένεια με το Σύνταγμα του 1927 και για το χρονικό διάστημα από την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας μέχρι και την θέση σε ισχύ του Κ.Χ.Α.Ο., οι περιουσιακές τους σχέσεις ρυθμίζονταν από τις διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου[34]. Δηλ. οι διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου θα ίσχυαν ακόμη και αν δεν είχε περιλάβει ο Κ.Χ.Α.Ο. τη διάταξη του άρθρου 101 στον Κ.Χ.Α.Ο. Κατά συνέπεια η κάλυψη των νομοθετικών κενών που παρουσιάζονται εν γένει από την εφαρμογή του άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο. θα γίνει με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και μάλιστα αυτών που περιλαμβάνονται στην Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου. Με βάση τις διατάξεις αυτές, η κινητή περιουσία που διατήρησε ο μοναχός μέχρι την κουρά του ή τα ακίνητα που δεν «εξεχώρησε» στη Μονή, περιέρχονται στη Μονή, εκτός εάν έχει κατιόντες, οπότε ο μοναχός μπορεί να τους διαθέσει μέρος της (συγκειμένης από κινητά και ακίνητα) περιουσίας του, το οποίο πρέπει να μην είναι ούτε μικρότερο από την νόμιμη μοίρα που αυτοί δικαιούνται, ούτε τόσο μεγάλο ώστε να μην απομείνει μερίδιο για τη Μονή ίσο με εκείνο των μεριδούχων. Αν δεν κάνει τη διανομή και αποβιώσει, τότε η περιουσία αυτή θα περιέλθει στη Μονή κατά κληρονομικό δικαίωμα, μετά από αφαίρεση της νόμιμης μοίρας των κατιόντων[35].
Οι πιο πάνω εκτεθείσες απόψεις για τη μη εκχωρηθείσα περιουσία του μοναχού κοινοβίου Μονής, εφαρμόζονται αναλόγως και στους μοναχούς ιδιορρύθμων Μονών, οι οποίοι εξακολουθούν να έχουν στην κυριότητά τους τα περιουσιακά στοιχεία που δεν δώρησαν και να τα διαχειρίζονται μέχρι το φυσικό θάνατό τους (δεν ισχύει για αυτούς το άρθρ. 101 εδ. δ’ Κ.Χ.Α.Ο.). Κατά συνέπεια, η αδιάθετη περιουσία του μοναχού ιδιορρύθμου Μονής θα περιέλθει είτε στους εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμους του[36] (α’ άποψη) κατά τις οικείες διατάξεις του Α.Κ., είτε θα κατανεμηθούν ανάμεσα στη Μονή και στους κατιόντες κατά τις διακρίσεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου (β’ και γ’ άποψη).
Παραπομπές:
1. Βλ. Γενικοί Κανονισμοί του Αγίου Όρους (Άθω). Εν Καρυαίς τη 31 Οκτωβρίου 1911, εν Κωνσταντινουπόλει: τύποις Μισαηλίδων (Ζινδάν-Καπού) 1912 σσ. 36-37. Το άρθρ. 207 όριζε: «Ο μέλλων εγκατασταθήναι εν τινι Μονή δύναται ίνα διαθέτη προ του κοινοβιασμού αυτού την τυχόν υπάρχουσαν αυτώ περιουσίαν όπως βούληται, μετά δε την εγκατάστασιν αυτού παν ό,τι κέκτηται ανήκει τη Μονή, όστις δε φωραθή καταδολιευόμενος την Μονήν θέλει τιμωρείσθαι ως ιερόσυλος» και το άρθρ. 209: «Παντός Μοναστηρικού καλογήρου αποθανόντος είτε εκτός είτε εντός του Αγίου Όρους εν τη υπηρεσία της Μονής διατελούντος την τυχόν ευρεθησομένην κινητήν ή ακίνητον περιουσίαν, ως ανήκουσαν αποκλειστικώς τη Μονή, κληρονομεί γενικώς αυτή, ουδενός των κατά σάρκα συγγενών ή άλλου έχοντος δικαίωμα ίνα διαφιλονικήση αυτήν συμφώνως τοις Εκκλησιαστικοίς κανόσι και τοις αυτοκρατορικοίς φιρμανίοις τοις χορηγηθείσιν εξαιρετικώς δια τους καλογήρους του Αγίου Όρους». Το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών είναι σχεδόν όμοιο με την κανονική νομοθεσία για την περιουσιακή κατάσταση των μοναχών, ήτοι τον κανόνα 6 της Πρωτοδευτέρας Συνόδου και της νομοθεσίας του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (Νεαρά 5 και 123 κεφ. 38). Οι Γενικοί Κανονισμοί του Αγίου Όρους δεν εφαρμόσθηκαν ποτέ, επειδή μεσολάβησε η απελευθέρωση του Άθω από τον ελληνικό στρατό. Για τους Γενικούς Κανονισμούς του Αγίου Όρους, βλ. αναλυτικότερα σε ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΥ, ΤΟ μοναχικόν πολίτευμα, σσ. 17-19.
2. Βλ. τα άρθρ. 116 έως 120 σε ΔΗΜ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ, Οθωμανικοί Κώδικες, απάντων των νόμων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, διαταγμάτων, κανονισμών, οδηγιών και εγκυκλίων, τ. Γ’: Εμπορικός και Ποινικός Νόμος, Δικονομίαι και λοιπά, εν Κωνσταντινουπόλει: τύποις αδελφών Νικολαΐδων 1890, σσ. 2833-2834. Ιδιαίτερη σημασία είχαν το άρθρ. 116 το οποίο όριζε: «Παν πρόσωπον επιθυμούν να διαμένη εν μοναστηρίω, απαιτείται προ της δυνάμει εγγράφου εν τω μοναστηρίω εισόδου αυτού, να χωρίση και διανείμη ως βούληται άπασαν την περιουσίαν του, υπό τον όρον του να μη αφήση τι εκτός• μετά την κατάταξιν όμως αυτού, η περιουσία της οποίας είναι κύριος ανήκει εις το μοναστήριον. Αι δημόσιαι και βακουφικαί όμως γαίαι δεν περιλαμβάνονται εις την περιουσίαν υπαγόμεναι εις τους ειδικούς νόμους και κανονισμούς», το άρθρ. 118: «ουδείς των μοναχών κοινοβίων έχει ιδίαν περιουσίαν. Εν τοις κατά το σύστημα τούτο ιδρυθείσι σωματείοις, παν πράγμα είναι κοινόν μεταξύ των μελών του σωματείου. Πάσης εγκαταλειφθησομένης τυχόν περιουσίας παντός εν γένει μοναχού, αποθνήσκοντος είτε εντός του Αγίου Όρους είτε εκτός, κληρονόμος είναι το μοναστήριον. Αι δημόσιοι και βακουφικαί όμως γαίαι, μη περιλαμβανόμεναι εν τη περιουσία, υπάγονται εις τους ειδικούς νόμους και κανονισμούς» και τέλος το άρθρ. 120: «Το πρόσωπον, όπερ μετά την εις το μοναχικόν τάγμα κατάταξιν αυτού γίνεται κύριος περιουσίας οιασδήποτε, προερχόμενης εκ κληρονομιάς ή δωρεάς, δύναται μεν να διανείμη αυτήν ως βούλεται, αλλ’ υποχρεούται να δώση εις το μοναστήριον το εν τρίτον της περιουσίας ταύτης, όπερ ουδέποτε δύναται να μεταβιβασθή και δοθή εις άλλον». Η διάταξη του άρθρ. 120 είναι προφανές ότι είναι επηρεασμένη από την ομοίου σχεδόν περιεχομένου ρύθμιση της Νεαράς 5 Λέοντος ΣΤ’ του Σοφού. Πάντως ούτε ο «Κανονισμός των εν Αγίω Όρει Μοναστηρίων» δεν ίσχυσε στο Άγιο Όρος, διότι οι αγιορείτες δεν δέχθηκαν την εφαρμογή του, επειδή δεν συνεργάσθηκαν κατά τη σύνταξή του. Βλ. Π. I. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΥ, Η οργάνωσις του μοναχικού πολιτεύματος εν Αγίω Όρει Άθω, όπ. π. [§ 15 υπόσημ. 12] σ. 97.
3. ΔΩΡΗΣ σ. 410. Εξάλλου η εκκλησιαστική νομοθεσία πάντοτε απαγόρευε την προσφορά περιουσιακών στοιχείων από το μοναχό προς τη Μονή, προκειμένου να του επιτραπεί η είσοδος στο μοναχικό βίο. Βλ. καν. 19 της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου [=ΣΥΝΤΑΓΜΑ τ. Β σσ. 630-631], ο οποίος ασχολήθηκε με το φαινόμενο «δια χρυσίου τας εισδοχάς των προσερχομένων τω τε ιερατικά) τάγματι και τω μονήρει βίω ποιείσθαι» και απαγόρευσε τις παροχές αυτές, απειλώντας τους ηγουμένους κληρικούς με καθαίρεση και τους ηγουμένους χωρίς ιερωσύνη με αποβολή από το αξίωμά τους και μετάθεση σε άλλη Μονή. Η εισφορά περιουσίας προς τη Μονή, προκειμένου να γίνει δεκτός ο μοναχός σε αυτή, είναι γνωστός με τον όρο αποταγή. Βλ. διεξοδικώς σε ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περιουσία σσ. 87-95.
4. Βλ. ΔΩΡΗ σ. 411′ ΤΡΩΙΑΝΟΥ, Άγιον Όρος σ. 646’ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ, νομική μεταχείριση σ. 75′ πρβλ. Πρ. Αθ. 14608/1962 Α.Ε.Κ.Δ. 18 [1963] σ. 127.
5. Βλ. αντί πολλών, σε Σ. I. ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ, Η πολιτειακή θέσις του Αγίου Όρους, όπ. π. [§ 15 υποσημ. 1], σσ. 122-123′ Α. ΜΑΝΕΣΗ – Κ. ΚΕΡΑΜΕΑ, Αγιορειτική Αυτοδιοίκηση και κρατική μέριμνα για τις αρχαιότητες, ΝοΒ 26 [1977], σσ. 1020-1022′ ΔΩΡΗ σσ. 92-93.
6. Βλ. σε ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΥ σ. 418 επ. ιδίως σ. 422 και υποσημ. 3,478 επ. και ιδίως σ. 481: «ο πολιτικός δικαστής κρίνων τοιαύτην υπόθεσιν θα εφαρμόση τον πολιτικόν νόμον του Ελληνικού Κράτους, υπό την κυριαρχίαν του οποίου υπάγεται το Άγιον Όρος, ως αυτοδιοίκητον απλώς τμήμα, τούτου. Δεν θα λησμονήση όμως εν τη περιπτώσει εφαρμογής του δικαίου την ισχύν του εθίμου, όπερ απείρους έσχε περιπτώσεις ρυθμίσεως υπ’ αυτού ζητημάτων εν Αγίω Όρει επί χιλιετηρίδα, των κανονικών διατάξεων της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, εφ’ όσον προκύψη περίπτωσις εφαρμογής τούτων, ιδίως δε των επί του θέματος ουσιαστικών διατάξεων του Κατ. Χάρτου του Αγίου Όρους, πλην και ώδε εφ’όσον συντρέχει περίπτωσις, υπό τούτων ρυθμιζομένη»• Ν. Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ, Η συνταγματική προστασία του Αγιορειτικού Καθεστώτος, όπ. π. [§ 15 υποσημ. 4], σ. 171′ Σ.
I. ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ, Η πολιτειακή θέσις του Αγίου Όρους, όπ. π. [§ 15 υποσημ. 1], σ. 126: «το εν τη λοιπή επικρατεία ισχύον δίκαιον, μόνον συμπληρωματικούς επί του Αγίου Όρους εφαρμόζεται»• Α. ΜΑΝΕΣΗ – Κ. ΚΕΡΑΜΕΑ, Αγιορειτική Αυτοδιοίκηση και κρατική μέριμνα για τις αρχαιότητες, όπ. π. [υποσημ. 5], σ. 1020′ ΔΩΡΗ σ. 92: «η εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας εν Αγ. Όρει είναι επικουρική…»• Δ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΚΙΔΗΣ, Οι πηγές του δικαίου της αγιορειτικής αυτοδιοίκησης και το «αρχαίο προνομιακό καθεστώς» του Αγίου Όρους (άρθρο 105 Σ.), όπ. π. [§ 15 υποσημ. 11], σ. 681: «οι διατάξεις του κοινού εσωτερικού δικαίου θα κληθούν να εφαρμοστούν όταν εντοπιστεί κενό που δεν συμπληρώνεται ούτε με έθιμο (επικουρική λειτουργία του κοινού δικαίου)». Από τη νομολογία βλ. Σ.τ.Ε. 1093/1936 (Ολομ) Θ. ΜΗ’ [1937] σσ. 65-74 και την εισήγηση του Σ. ΣΟΛΙΩΤΗ στη σ. 72′ Σ.τ.Ε. 2629/1988 ΝοΒ 37 [1989] σ. 818• Ν.Σ.Κ. 46/1994 (Ολομ.) ΝοΒ 44 [1996] σ. 366 επ.’ Ν.Σ.Κ. 708/2002 (ατομική) σε www.nsk.gr = Τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ σ. 4.
7. Έτσι και ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ, νομική μεταχείριση σ. 75′ ΔΩΡΗΣ σ. 411, Ο οποίος σημειώνει ότι ο έγγραφος τύπος κατά το 1033 Α.Κ. παρέχει και τα εχέγγυα ότι η μεταβίβαση της περιουσίας του μοναχού στη Μονή είναι αποτέλεσμα της ψύχραιμης και ελεύθερης βουλήσεώς του.
8. Βλ. προχείρως σε ΠΑΠΑΣΤΕΡΙΟΥ σ. 199 επ. και ιδίως σ. 216• ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, ΕμπρΔ § 43 σσ. 496-498.
9. ΔΩΡΗΣ σ. 411′ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Θεσμοί σ. 119. Για τη νομική φύση της δωρεάς ως χαριστική και ετεροβαρής σύμβαση βλ. προχείρως σε ΠΑΥΛΟΥ ΦΙΛΙΟΥ, Ενοχικό δίκαιο-ειδικό μέρος, τ. 1/1, Αθήνα-Κομοτηνή: εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα 4 1997 § 21 σ. 115 επ.
10. Βλ. πιο κάτω κεφάλαιο Β’ § 18.
11. Ad hoc Τρωιανός, Άγιον Όρος σ. 646. Βλ. για την έννοια της καθολικής και της ειδικής διαδοχής σε Γεωργίου Α. Μπαλή, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, Αθήναι: εκδ. οίκος Δ.Ν. ΤΖΑΚΑ – Σ. Δελαγραμματικα 1955 σ. 93 επ.: «ειδική διαδοχή είναι η μεταβίβασις ενός μόνου στοιχείου της περιουσίας ή πλειόνων μεν στοιχείων, αλλά κατ ’ ιδίαν και δια χωριστής δι’ έκαστον αυτών πράξεως». Η ειδική διαδοχή διαφέρει από την καθολική διαδοχή, διότι δεν μεταβιβάζονται στον ειδικό διάδοχο αυτοδικαίως τόσο το ενεργητικό, όσο και το παθητικό της περιουσίας- κληρονομίας, αλλά πρέπει να εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις και ο τύπος που απαιτείται για καθένα από τα στοιχεία αυτά. Βλ. Παπαντωνίου σσ. 32-33. Εφόσον δωρίζονται στη Μονή μόνο ακίνητα, πρέπει ούτως ή άλλως να συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί (άρθρο 498 A.K.). Επομένως δεν τίθεται καν ζήτημα αποποίησής της πριν από την κουρά περιουσίας όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο Πολυζωΐδης σ. 301. Εάν υπάρχουν νομικά ή πραγματικά ελαττώματα στη δωρηθείσα περιουσία πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτή η ευθύνη του μοναχού απέναντι στη Μονή σύμφωνα με το άρθρ. 499 § 2 Α.Κ.
12. Βλ. για την ανάκληση της δωρεάς σε Παπαστερίου σ. 229.
13. Αντίθετος ο Τρωιανός, Άγιον Όρος σ. 646. Ο ΤΟΥΣΗΣ σ. 820 υποστηρίζει ότι τα κινητά πράγματα θα περιέλθουν στη Μονή της μετανοίας. Η άποψή του αυτή δεν στηρίζεται ούτε σε κάποια διάταξη του Κ.Χ.Α.Ο. ή σε κάποια άλλη νομοθετική διάταξη, ούτε δικαιολογείται ερμηνευτικά.
14. Βλ. για τη μεταβίβαση κινητών πραγμάτων σε ΠΑΠΑΣΤΕΡΙΟΥ σ. 243 επ.• ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, ΕμπρΔ § 48 σ. 584 επ.
15. Βλ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΥ σσ. 251-252. Η άποψη του αυτή πάντως αφορά και στην ακίνητη περιουσία που δεν δώρησε ο μοναχός στη Μονή. Ο ΔΩΡΗΣ σ. 411 ανακριβώς αποδίδει στον ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟ την άποψη, την οποία ο ίδιος και αποδέχεται, ότι για την ταυτότητα του νομικού και ουσιαστικού λόγου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι αναλογικά και η κινητή περιουσία του μοναχού μπορεί να περιέλθει στη Μονή, μόνο εφόσον και αυτή εκχωρηθεί από τον Μοναχό εγγράφως. Την ίδια άποψη περί έγγραφης εκχώρησης και της κινητής περιουσίας υιοθετεί και ο ΒΑΒΟΥΣΚΟΣ, Διαδοχή σ. 132: «δύναται 1) να εκχωρήσει εγγράφως τόσο την κινητή όσο και την ακίνητη περιουσία του».
16. Ενν. ότι μπορεί και να μην εκχωρήσει τίποτα από την πριν από την κουρά περιουσία του.
17. Ο ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Άγιον Όρος σ. 646 υποστηρίζει ότι η εναπομείνασα στο μοναχό περιουσία θα σύγκειται από τα μη παραχωρηθέντα ακίνητα και το σύνολο των κινητών.
18. Όπως ισχύει άλλωστε για όλους τους μοναχούς.
19. Ως προς την αδυναμία του μοναχού κοινοβίων Μονών να αποκτήσει περιουσία μετά από την κουρά, αλλά και να διατηρήσει αυτή που δεν εκχώρησε στη Μονή κατά την κουρά, επικρατεί ομοφωνία στην επιστήμη: ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ σ. 323′ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ, νομική μεταχείριση σ. 76′ ΔΩΡΗΣ σσ. 412-413′ ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Άγιον Όρος σ. 645′ An. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, στον ΑΚ Γεωργιάδη/ Σταθόπουλου, άρθρ. 1710 αρ. 35′ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εγχειρίδιο σ. 279′ πρβλ. και από τη νομολογία Εφ. ©εσ. 416/1931 Θ. ΜΓ’ [1932] σ. 573′ Εφ. Θεσ. 234/1975 Αρμ. 29 [1975] σ. 219 με παρατηρήσεις
Θ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ• Μ. Πρ. Πατρών 883/1983 Χριστιανός 24 [1985] σσ. 139-140 με παρατηρήσεις Γ. ΔΟΥΔΟΥ• Εφ. Πειρ. 557/1992 Χριστιανός ΛΑ’ [1992] σ. 86′ Ν.Σ.Κ. 708/2002 (ατομική) σε www.nsk.gr = Τράπεζα νομικών πληροφοριών νομος σ. 5• Ν.Σ.Κ. 419/2010 ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ 2/2011 σ. 111 επ. με παρατηρήσεις Κ. Α. ΚΟΝΤΗ, εδώ σ. 114. Πρβλ. επίσης τις διατάξεις της Νεαράς 5 Ιουστινιανού [=Νον. 5 (535) κεφ. 5, σσ. 32-33] και κυρίως τον κανόνα 2 Πρωτοδευτέρας Συνόδου [=Σύνταγμα τ. 2 σ. 667]

20. Ο μοναχός ιδιορρύθμου Μονής του Αγίου Όρους μπορεί να είναι κύριος ιδίας περιουσίας και να τη διαθέτει. Στις ιδιόρρυθμες Μονές (και τα εξαρτήματά τους) ο μοναχός πορίζεται από την εργασία του και την διατηρούμενη περιουσία τα αναγκαία για τη διατροφή και την ένδυσή του. Βλ. διεξοδικώς σε ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΥ, ΤΟ μοναχικόν πολίτευμα σσ. 125-127 με παραπομπές στις πηγές.
21. Μόνο με πράξεις εν ζωή και όχι αιτία θανάτου. Βλ. πιο κάτω § 17. Κατά τον ΤΡΩΙΑΝΟ, Άγιον Όρος σσ. 645-646, η παράλειψη από τη συντακτική επιτροπή του Κ.Χ.Α.Ο. ειδικής διάταξης για τους μοναχούς ιδιορρύθμων Μονών, οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα στο γεγονός ότι η «ιδιορρυθμία» θεωρήθηκε από αυτή ότι ήταν τρόπος οργάνωσης του μοναχικού βίου εντελώς αντίθετος στο πνεύμα και στους κανόνες του μοναχικού βίου και ως εκ τούτου δεν θα είχε μέλλον.
22. ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ σ. 324′ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ, νομική μεταχείριση σ. 76′ ΔΩΡΗΣ σ. 412′ ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Άγιον Όρος σσ. 646-647′ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Θεσμοί σ. 119′ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εγχειρίδιο σ. 279.
23. ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ σ. 324′ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ-ΤΡΩΙΑΝΟΣ σ. 881′ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ, νομική μεταχείριση σσ. 76-77′ ΔΩΡΗΣ σ. 412′ ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ σ. 298′ ΠΟΥΛΗΣ σ. 200′ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ, Εγχειρίδιο σ. 278′ Την (δια θέση έχει δεχτεί και η νομολογία: Πρ. Αθ. 20010/1959 Α.Ε.Κ.Δ. ΙΕ” [1960] σσ. 57-58: «κατ’ ορθήν ερμηνεία του άρθρ. 188 επ’αυτής θα έχουν εφαρμογήν αι κατά τον χρόνον της Μοναχικής κουράς ισχύουσαι διατάξεις του δικαίου αι αφορώσαι την εκ διαθήκης η εξ αδιαθέτου διαδοχήν». Υπέρ της ίδιας απόψεως και η όλως πρόσφατη Ν.Σ.Κ. 419/2010 ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ 2/2011 σ. 111 επ. με σύμφωνες παρατηρήσεις A. Α. ΚΟΝΤΗ. Με την ίδια άποψη είχε συνταχθεί παλαιότερα και ο ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Παραδόσεις σ. 498 και φαίνεται να την υιοθετεί εκ νέου• βλ. Σ. Ν. ΤΡΩΙΑΝΟΥ, παρατηρήσεις στην Α.Π. 462/2008 Θ.Π.Δ.Δ. 8-9/2008 σ. 995.
24. Τα επιχειρήματα αυτά αναπτύχθηκαν για πρώτη φορά από τον καθηγητή ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟ σ. 324 και υιοθετήθηκαν από τον καθηγητή ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Εγχειρίδιο σ. 278.
25. Από τον καθηγητή ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ, νομική μεταχείριση σσ. 76-77.
26. Βλ. ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΥ σσ. 149-152 και ειδικά σ. 152 in fine• ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΥ, ΤΟ μοναχικόν πολίτευμα σσ. 125-127.
27. Βλ. § 7. Πρβλ. για το Άγιο Όρος και σε ΠΟΛΥΖΩΙΔΗ σ. 298.
28. ΨΟΥΝΗ, ΚληρΔ / σσ. 364-365• ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, ΚληρΔ § 33 σ. 526.
29. ΔΩΡΗΣ σ. 412. Κατά της Μονής θα στραφούν οι μεριδούχοι με αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς. Πάντως επειδή η Μονή είναι τρίτη και όχι μεριδούχος, η χαριστική παροχή προς τη Μονή σύμφωνα με το άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο. θα υπόκειται σε μέμψη (άρθρ. 1831 § 2 σε συνδυασμό με άρθρ. 1835 Α.Κ.) μόνο εάν έγινε μέσα στα τελευταία 10 χρόνια πριν από την κουρά του μοναχού και εφόσον θεωρηθεί ότι δεν έγινε από λόγους ευπρέπειας ή ηθικού καθήκοντος. Για τις έννοιες αυτές βλ. σε ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, ΚληρΔ § 34 σ. 559. Έχω τη γνώμη ότι η δωρεά προς τη Μονή σύμφωνα με το άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο., ως εκ της φύσεώς της, ενέχει μια έκφραση ευγνωμοσύνης του μοναχού προς τη Μονή που τον υποδέχεται στην αδελφότητα της (ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, Κλ,ηρΑ § 34 σ. 559 και αρ. 48) και θα πρέπει να θεωρηθεί ως δωρεά που έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και άρα μη υποκείμενη σε μέμψη άστοργης δωρεάς. Τον ισχυρισμό όμως αυτό πρέπει να τον προτείνει η Μονή κατ’ ένσταση στη σχετική δίκη, ο οποίος εξάλλου υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Αρείου Πάγου.
30. Την άποψη αυτή υποστήριξε πρώτος ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΣ σσ. 251-252 και έγινε δεκτή από τον ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ σ. 33 και τον ΒΑΒΟΥΣΚΟ, Διαδοχή σ. 133.
31. Βλ. αναλυτικά στην §21.
32. Η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε από τον καθηγητή ΤΡΩΙΑΝΟ• βλ. σε ΤΡΩΙΑΝΟΥ, Άγιον Όρος σ. 648-649′ ΤΡΩΙΑΝΟΥ-ΠΟΥΛΗ σσ. 680-681. Παλαιότερα, ο ΤΡΩΙΑΝΟΣ, είχε υποστηρίξει την άποψη ότι τα μη δωρηθέντα περιουσιακά στοιχεία θα περιέλθουν στους κληρονόμους του μοναχού• βλ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ, Παραδόσεις σ. 498. Την άποψη αυτή στη συνέχεια την εγκατέλειψε, φαίνεται όμως προσφάτως να επανέρχεται σε αυτή• βλ. Σ. Ν. ΤΡΩΙΑΝΟΥ, παρατηρήσεις στην Α.Π. 462/2008 Θ.Π.Δ.Δ. 8-9/2008 σ. 995, όπου και χαρακτηριστικά σημειώνει: «Μετά το θάνατό τους η περιουσία αυτή περιέρχεται στη μονή τους υπό την προϋπόθεση όμως ότι είχε αποκτηθεί μετά την κουρά τους, όπως ρητά προβλέπει η πιο πάνω διάταξη. Αν ωστόσο προϋπήρχε της κουράς (ή, ενδεχομένως, αποκτήθηκε μεν μετά την κουρά, αλλά με οικονομικά μέσα που αποδεδειγμένα προϋφίσταντο), τότε περιέρχεται στους εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμους του μοναχού σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα».
33. Βλ. το άρθρ. σε ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Θεμελιώδεις διατάξεις σ. 315.
34. Δηλ. ως Έλληνες υπήκοοι που απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια με βάση το άρθρ. 109 Σ. 1927. Ουσιαστικά δηλ. η απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας με βάση το Σ. 1927 είχε προηγηθεί μια ημέρα, διότι ο Κ.Χ.Α.Ο και το Ν.Δ. που τον κύρωσε (στο οποίο περιλαμβάνεται και η διάταξη των άρθρ. 6 και 101) αρχίζουν να ισχύουν την επομένη της ισχύος του δημοσιευομένου Συντάγματος 1927. Βλ. σε ΤΡΩΙΑΝΟΥ, Άγιον Όρος σ. 648 υποσημ. 20. Βλ. πάντως και την Εφ. Αθ. 379/1924 ©. ΛΣΤ’ [1925/1926] σσ. 20-23, η οποία έκρινε ότι ισχύουν στο Άγιο Όρος οι διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου για την κληρονομική διαδοχή των μοναχών. Επίσης και την Εφ. Αθ. 228/1901 Θ. ΙΓ’ [1902/1903] σ. 108 η οποία εφάρμοσε κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και έκρινε ότι εφαρμόζεται στο Αγιο Όρος η Νεαρά 6 του Λέοντος. Πρβλ. και την Εφ. Πειρ. 644/1900 Θ. IB’ [1901/1902] σ. 442. Οι αποφάσεις πάντως αυτές είναι πριν την ισχύ του Α.Κ. Αντίθετος με την εφαρμογή των διατάξεων του βυζαντινού δικαίου στο Αγιο Όρος, επειδή το άρθρ. 188 Κ.Χ.Α.Ο. δεν παραπέμπει σε αυτές ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ Α. Οικονομου, Γνωμοδότησις: Επίσκοπος καρείς μοναχός προ της χειροτονίας αυτού εις Επίσκοπον και εγγεγραμμένος εις το Μοναχολόγιον της Μονής, αδεία της οποίας προεχειρίσθη εις Επίσκοπον, δεν δύναται να διαθέση την περιουσίαν του δια πράξεως εν ζωή η αιτία θανάτου, ήτις μετά τον θάνατον αυτού περιέρχεται εις την Μονήν, Αρμ. 15 [1961] σσ. 570-576, ιδίως σ. 573.
35. Βλ. σε ΤΡΩΙΑΝΟΥ, Αγιον Όρος σ. 649. Η άποψη αυτή πάντως, ειδικώς για το Λγιο Όρος δημιουργεί νομικά αδιέξοδα. Και τούτο διότι εάν γίνει δεκτή η εφαρμογή της Νεαράς 123 κεφ. 38, τότε η περιουσία περιέρχεται στη Μονή κατά κυριότητα υπό τη διαλυτική αίρεση της διανομής της από το μοναχό προς τους κατιόντες του. Εύλογα προκύπτει το ερώτημα πως θα γίνει διανομή πραγμάτων ανηκόντων κατά κυριότητα σε τρίτο, ήτοι τη Μονή. Αλλά και λόγω του εδ. δ’ του άρθρ. 101 Κ.Χ.Α.Ο. συμφώνα με το οποίο ο μοναχός κοινόβιας Μονής δεν μπορεί να διατηρεί και να κατέχει περιουσία μετά από την κουρά, τίθεται το ερώτημα πως θα κάνει τη διανομή της περιουσίας του ο μοναχός ανάμεσα στους κατιόντες του, αφού δεν μπορεί να είναι κύριος περιουσίας.
36. Η περιέλευση θα γίνει όμως από το φυσικό θάνατο του μοναχού και όχι από την κουρά, αφού τα περιουσιακά αυτά στοιχεία ο μοναχός μπορεί να τα διαχειρίζεται εν ζωή.
Πηγή: Αθανασίου Κόντη Δ.Ν.- Δικηγόρου, από τη Βιβλιοθήκη Εκκλησιαστικού Δικαίου (Διευθυντής: Καθηγητής Ι.Μ.Κονιδάρης) Σειρά Β΄:Μελέτες, Η κληρονομική διαδοχή των ορθοδόξων μοναχών στην ελληνική επικράτεια κατά το ισχύον δίκαιο, §16. Η περιουσία πριν από την κουρά, σελ.289-301, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012
 
 




«”Τα άθεα γράμματα παραμέρισαν τους αγίους και τους αγωνιστές και βάλανε στο κεφάλι του Έθνους

«”Τα άθεα γράμματα παραμέρισαν τους αγίους και τους αγωνιστές και βάλανε στο κεφάλι του Έθνους ξένους και άπιστους γραμματισμένους, που πάνε να νοθέψουνε τη ζωή μας. Τ’ άθεα γράμματα κόψανε το δρόμο του έθνους και τ’ αμποδάνε να χαρεί τη λευτεριά του. Είναι ντροπή μας, ένα γένος που με το αίμα του πύργωσε τη λευτεριά του, που περπάτησε τη δύσκολη ανηφοριά, να παραδεχτή πώς δεν μπορεί να πορπατήσει στον ίσιο δρόμο άμα ειρήνεψε, κι ότι δεν ξέρουμε εμείς να συγυρίσουμε το σπίτι, που με το αίμα μας λευτερώσαμε, άλλά ξέρουν να το συγυρίσουν εκείνοι που δεν πολέμησαν, εκείνοι που δεν πίστευαν στον αγώνα, εκείνοι που πάνε να μας αποκόψουνε από τον Χριστό, και πασχίζουνε να μας ρίξουνε στη σκλαβιά άλλων αφεντικών, που ‘ναι πιο δαιμονισμένοι από τους Τούρκους. Γιατί κι εκείνα που εσεβάστηκεν ο Τούρκος, τ’ άθεα γράμματα τα πετάνε και πάνε να τα ξερριζώσουνε.Αφανίζουνε τα μοναστήρια, πομπεύουνε τους καλογέρους και τις καλόγριες, κλέβουνε τ’ άγια δισκοπότηρα και τα πουλούνε γι’ ασήμι που θα στολίσει τις  βρωμογυναίκες.

Αρπάζουνε τ’ άγια των αγίων και τα βάζουνε κάτω από τα πόδια της εξουσίας τους, που τα ορίζει κατά τα νιτερέσια της. Τ’ άθεα γράμματα υφαίνουνε το σάβανο του Γένους. Αυτά λοιπόν τα γράμματα θα μάθουνε τα παιδιά μας; Κι αν ακόμα συναχτούν όλοι οι άθεοι γραμματισμένοι και στυφτούνε σαν το λεμόνι, δεν θα πετύχουν να γράψουν μια αράδα που ν’ αξίζει μια γραμμή από τα ευαγγέλια. Αλλά τι λέω μια αράδα; Ούτε μία λέξη που να μοιάζει με μία του Θεοτοκικού αυτού βιβλίου. Γιατί κάθε τι εκεί μέσα είναι λόγος Κυρίου, είναι σοφία ορθή, και τα όσα λέει το χτίσμα δεν γίνεται να φτάσουν τον λόγο του Πλάστη.

Αντίς να μαθαίνουνε στα παιδία μας απ’ τ’ άγια συναξάρια το πώς ζήσανε οι άγιοι της χριστιανοσύνης και το πώς μαρτυρήσανε γιά τήν αγάπη του Χριστού, τους μαθαίνουνε τήν ιστορία του κολασμένου κόσμου. Γιατί δυο λογιών είναι και οι ιστορίες. Είναι η αγιασμένη και η κολασμένη ιστορία. Αδιάκοπα φανερώνουμε την κολασμένη εικόνα του κόσμου και σιγά-σιγά καταφέραμε να πιστέψουμε πώς η εικόνα αυτή είναι η γνήσια εικόνα του ανθρώπου και πως όξω απ’ αυτήν άλλη ζωή δεν εστάθη. Όλα τούτα είναι άτιμα ψέματα, είναι τα ζιζάνια που σπέρνουνε στον αγρό του Κυρίου τ’ άθεα γράμματα. Μας μιλάνε για τους αρχαίους.

Κι εγώ ο ταπεινός και αγράμματος κήρυκας του λόγου του Χριστού μας σας λέγω πώς κανένας αρχαίος δεν ξεπερνά σε παλικαριά, σε μεγαλείο και σε δόξα τον Άγιο Κοσμά, τους μάρτυρες και τους μεγάλους ασκητάδες. Γιατί αν εκείνοι πεθάνανε γιά μια πατρίδα, ο Άγιος Κοσμάς μαρτύρησε για μιαν Ελλάδα του Χριστού, και όχι γιά μιαν Ελλάδα δουλωμένη στον αντίχριστο”».

Mοναχός Χριστόφορος Παπουλάκος



ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ Ιδού ό Νυμφίος έρχεται

http://www.youtube.com/watch?v=q9fYDn2o8Tk&feature=share&list=PL789638A3BB03FA60

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Ὁ Ἀόρατος πόλεμος (Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου)


  http://www.byzmusic.gr/wp-content/uploads/2011/04/14_07_agios_nikodimos_o_agioreitis.jpg
Ο Αόρατος πόλεμος»
ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
Απόδοση στη νέα Ελληνική: Ιερομόναχος Βενέδικτος
Έκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Και δικαιότατη και αυτή που πρέπει είναι η επωνυμία που παίρνει το ψυχωφελέστατο βιβλίο. Γιατί αν και πολλά από τα ιερά και θεόπνευστα βιβλία της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης, ωνομάσθηκαν αμέσως από αυτά τα ίδια πράγματα, που διδάσκουν (έτσι, για παράδειγμα, η Γένεσις του Μωϋσή ωνομάστηκε, επειδή αναφέρει για την από το μηδέν γέννησι και Δημιουργία και τα τέσσερα Ευαγγέλια, γιατί ιστοριογραφούν τα καλά και σωτηριώδη μηνύματα των ανθρώπων. Ποιος δεν βλέπει γιατί και αυτό εδώ το βιβλίο ωνομάσθηκε κατάλληλα Αόρατος Πόλεμος, από αυτήν αμέσως την ύλη και τις υποθέσεις με τις οποίες ασχολείται;
Γιατί διδάσκει αυτή, (όχι για κάποιον αντιληπτό και ορατό πόλεμο, όχι για εχθρούς σωματικούς και οφαλμοφανείς, αλλά για τον αόρατο πόλεμο που γίνεται στο μυαλό, στον οποίο παίρνει μέρος κάθε χριστιανός, αμέσως από την ώρα που θα βαπτισθή και υποσχεθή απέναντι στον Θεό, να πολεμάη σε αυτόν μέχρι να πεθάνη, για χάρι του θείου αυτού ονόματος.Γι αυτό και σχετικά με αυτόν τον πόλεμο, παραβολικά γράφτηκε στους Αριθμούς… Γι αυτό λέγεται στο βιβλίο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΥΡΙΟΥ (Αριθμ. 21,14), και διδάσκει για εχθρούς ασώματους και αφανείς, οι οποίοι είναι τα διάφορα πάθη, οι θελήσεις της σάρκας και οι πονηροί δαίμονες, οι οποίοι μισούν τους ανθρώπους και δεν σταματάνε ημέρα και νύκτα να μας πολεμάνε. Όπως είπε ο μακάριος Παύλος «δεν έχουμε να παλαίψουμε με ανθρώπους, αλλά με αρχές και εξουσίες, δηλαδή με τους κυρίαρχους του κόσμου τούτου, τα πονηρά πνεύματα που βρίσκονται ανάμεσα στη γη και στον ουρανό». (Εφεσ. 6,12).
Και οι στρατιώτες που πολεμούν σε αυτό τον πόλεμο είναι όλοι οι χριστιανοί, όπως μαθαίνουμε από αυτό το βιβλίο. Αρχιστράτηγος των χριστιανών παρουσιάζεται ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, περιτριγυρισμένος με όλους τους χιλιάρχους και εκατοντάρχους, δηλαδή με όλα τα τάγματα των «Αγγέλων και των Αγίων»· πεδίο αγώνα και τόπος και πολεμήστρα, μέσα στον οποίο ο πόλεμος αυτός γίνεται, είναι η ίδια η καρδιά και όλος ο εσωτερικός άνθρωπος, και χρόνος του πολέμου είναι όλη μας η ζωή.
Ποιά πάλι είναι τα όπλα, με τα οποία εξοπλίζει τους στρατιώτες του ο Αόρατος αυτός Πόλεμος; Ακούστε· η περικεφαλαία αυτών και το σκουτάρι, είναι η εκπληρωμένη δυσπιστία και η απελπισία του εαυτού τους. Η σημαία τους και το σιδερένιο πουκάμισο, είναι το θάρρος προς τον Θεό και η βέβαιη ελπίδα. Ο θώρακας και το περιστήθιό τους, είναι η μελέτη των παθών του Κυρίου. Η ζώνη τους είναι η αποχή από τα σαρκικά πάθη. Τα υποδήματά τους, είναι η ταπείνωσις και η επίγνωσις της ασθένειάς τους. Η ασπίδα, δηλαδή το καλκάνι τους, είναι η υπομονή στους πειρασμούς και η απομάκρυνσις της αμέλειας. Η μάχαιρα, που κρατάνε από το ένα χέρι, είναι η ιερά προσευχή, τόσο η λεγόμενη νοερά και προφορική, όσο και αυτή που γίνεται με την μελέτη. Και, τρίλογχο κοντάρι, που κρατούνε από το άλλο χέρι, είναι το να μη κάνουν συγκατάθεσις στο πάθος, που τους πολεμεί, να το διώχνουν με οργή και να το μισούν και να το συχαίνωνται από την καρδιά τους. Τροφή τους, από την οποία παίρνουν για να δυναμώνουν εναντίον των εχθρών, είναι η συνεχής μετάληψις της θείας Κοινωνίας, τόσο της θείας μυσταγωγίας του θυσιαστηρίου, όσο και της νοεράς, και αέρας φωτεινός και ανέφελος, μέσα από τον οποίο βλέπουν από μακριά τους εχθρούς, είναι η παντοτινή γύμνασις του νού στο να γνωρίζη σωστά τα πράγματα και η παντοτεινή γύμνασις της θελήσεως, στο να θέλη μόνον να ευαρεστή το Θεό, και η ειρήνη της καρδιάς και η ησυχία.
Εδώ, εδώ σε αυτόν τον Αόρατο Πόλεμο, ή να πούμε καλύτερα, σε αυτόν τον Πόλεμο του Κυρίου, μαθαίνουν οι στρατιώτες του Χριστού τις διαφόρες απάτες, τις κάθε είδους μηχανοραφίες, τα δύσκολα στρατηγήματα και τις τέχνες που μεταχειρίζονται εναντίον αυτών οι νοητοί εχθροί μέσα από τις αισθήσεις, μέσα από την φαντασία, μέσα από την στέρησι της ευλάβειας και μάλιστα, μέσα από τις τέσσερες προσβολές, που φέρνουν τον καιρό του θανάτου, της απιστίας, λέω, της απογνώσεως, της κενοδοξίας και της μεταμορφώσεώς των σε φωτεινούς Αγγέλους. Και στη συνέχεια, μελετάνε και αυτοί, Πως να λύνουν και να αντιπολεμούν, αυτές τις μηχανές των εχθρών. Και εδώ διδάσκονται, ποιά τάξι και ποιό νόμο πρέπει να κρατούν και πόσο γενναία να πολεμούν. Και για να πω με συντομία, από το βιβλίο αυτό κάθε άνθρωπος που αγαπά την σωτηρία του, μαθαίνει Πως να νικήση τους αόρατους εχθρούς του, για να αποκτήση κούρση και θησαυρούς, δηλαδή αρετές θείες και αληθινές και για να πάρει βραβείο και στεφάνι αμαράντινο, το οποίο είναι η ένωση με το Θεό και στο τωρινό αιώνα και στο μέλλοντα.
Δεχθείτε λοιπόν αυτό το βιβλίο, φιλόχριστοι αναγνώστες, με χαρά και ευνοϊκά και μάθετε από αυτό την τέχνη του Αόρατου Πολέμου· φροντίστε όχι μόνο να πολεμήτε απλά, αλλά να πολεμήτε και νόμιμα και όπως πρέπει, για να στεφανωθήτε. Επειδή, κατά τον Απόστολο «εάν και αθλήται κανείς, δεν στεφανώνεται, αν δεν αθλήση νόμιμα» (Β´ Τιμόθ. 5)». Εξοπλισθήτε με τα όπλα που σάς διδάσκει, για να θανατώσετε με αυτά τους νοητούς και αόρατους εχθρούς σας, οι οποίοι είναι τα πάθη που φθείρουν την ψυχή και οι δαίμονες που είναι οι δημιουργοί αυτών των παθών. «Ντυθήτε την πανοπλία του Θεού για να μπορέσετε να αντισταθήτε στα τεχνάσματα του διαβόλου» (Εφεσ. 3,10). Να θυμάστε ότι υποχεσθήκατε στο άγιο βάπτισμα ότι απαρνήσθε και πολεμάτε τον σατανά και όλα τα έργα του και κάθε λατρεία του και κάθε αμαρτία του, τα οποία έργα του είναι αυτά της φιληδονίας, της φιλοδοξίας και της φιλαργυρίας και τα υπόλοιπα πάθη. Οπότε και να αγωνίζεστε, όσο μπορείτε, για να κατατροπώσετε, για να τον ντροπιάσετε και για να τον νικήσητε με όλη σας την τελειότητα. Ποιά δε είναι η πληρωμή και ο μισθός, που έχετε να πάρετε για αυτή τη νίκη σας; Πολύς και μεγάλος. Και ακούστε αυτό αυτολεξεί από το ίδιο το στόμα του Κυρίου, οπού μας το υπόσχεται στην Ιερή Αποκάλυψι. «Σε όποιον νικήσει θα του δώσω να φάη τον καρπό από το δένδρο της ζωής, που βρίσκεται στον παράδεισο του Θεού μου» (κεφ. 2,7). «Τόν νικητή δεν θα τον πειράξη ο δεύτερος θάνατος» (Αποκ. 2,11). «Σε όποιον νικήση θα του δώσω από το κρυμμένο μάννα» (Αποκ. 2,17). «Στο νικητή θα του δώσω την εξουσία που κι εγώ πήρα από τον Πατέρα μου κι ακόμη θα του δώσω το άστρο το πρωινό» (Αποκ. 2,28). «Τόν νικητή θα τον ντύση ο Θεός με τα λευκά ρούχα της νίκης· δεν θα διαγράψω το όνομά του από το βιβλίο της ζωής και θα τον αναγνωρίζω ως δικό μου μπροστά στον Θεό και τους αγγέλους του» (Αποκ. 3,5). «Τόν νικητή θα τον κάνω στύλο στο ναό του Θεού μου» (Αποκ. 3,12). «Τόν νικητή θα τον βάλω να καθίση μαζί μου στον θρόνο μου» (Αποκ. 3,21). «Ο νικητής θα τα κληρονομήση όλα, κι εγώ θα είμαι Θεός του κι αυτός παιδί μου» (Αποκ. 21,7).
Βλέπετε αξιώματα; βλέπετε μισθούς; βλέπετε το οκταπλάσιο αυτό στεφάνι, το οποίο είναι γεμάτο άνθη και αμαράντινο, αλλά πολλά περισσότερα στεφάνια θα σάς πλέξουν αδελφοί, αν νικήσετε τον διάβολο· σε αυτό λοιπόν μαθητεύετε, στο να αγωνίζεστε και να εγκρατεύεστε «για να μη πάρη κανένας το στεφάνι σας» (Αποκαλ. 3,11). Γιατί, είναι αλήθεια, ότι είναι ντροπή μεγάλη, εκείνοι μεν που αγωνίζονται στους σωματικούς και εξωτερικούς αγώνες και στα πένταθλα να εγκρατεύωνται από όλα, για να πάρουν ένα φθαρτό στεφάνι από αγριελιά, ή σέλινο ή από κλαδί κουκουναριάς, ή φοινικιάς ή δάφνης ή μυρσίνης ή κάποιου άλλου φυτού. Και εσείς που έχετε να πάρετε τέτοιο άφθαρτο στεφάνι, να περνάτε με αμέλεια και αδιαφορία την ζωή σας. Και ας σάς πείση σε αυτό ο Παύλος που λέει «Δεν γνωρίζετε ότι οι δρομείς όλοι τρέχουν στο στάδιο, ένας όμως λαμβάνει το βραβείο; Τρέχετε, λοιπόν κι εσείς έτσι, ώστε να κατακτήσετε το βραβείο. Οι αθλητές που ετοιμάζονται για τον αγώνα, υποβάλλονται σε κάθε είδους αποχή· εκείνοι για να λάβουν ένα στεφάνι που μαραίνεται, ενώ εσείς αμάραντο» (Α´ Κορινθ. 9,24).
Αυτή λοιπόν τη νίκη και τη λαμπρότητα αυτών των στεφανιών εύχομαι να απολαύσουμε· να θυμηθήτε, αδελφοί μου, να δεηθήτε στο Κύριο και για την συγχώρεσι των αμαρτιών εκείνου, που έγινε βοηθός σας αυτού του ωραίου, μέσα από το βιβλίο αυτής της εκδόσεως· πάνω από όλα, όμως, θυμηθήτε να σηκώσετε τα μάτια στον ουρανό, και να ευχαριστήσετε και να δοξάσετε τον Πρωταίτιο και Αυτοδίδακτο αυτής της νίκης Θεό και Αρχιστράτηγό σας Ιησού Χριστό, και ας λέγη ο καθένας προς αυτόν εκείνο που είπε ο Ζοροβάβελ «Από εσένα προέρχεται η νίκη…. Και η δόξα είναι δική σου, και εγώ δικός σου συγγενής» (Β´ Έσδρ. 59). Και αυτό του Προφήτη Δαβίδ «Σε σένα ανήκει, Κύριε, η μεγαλωσύνη, και η δύναμις, και το καύχημα, και η νίκη, και η εξομολόγησις, και η ισχύς» (Α´ Παραλειπ. 29,11). Τώρα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Αναδημοσίευση από: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/
 http://www.oodegr.com/oode/biblia/aor_pol1/Prologoi.htm


“Εγώ δεν φεύγω, θέλω να ανάβω τα καντήλια της Αγίας Πελαγίας…” - 2 ov Μέρος



ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΙΑ

38755010


Φρόντιζε να βρίσκεται πάντα στη θέση της η σημαία και δεν ήθελε να εγκαταλείψει με τίποτα αυτό το μικρό νησί, τη Σαμιοπούλα.

Τη συνόδευσαν 5 καΐκια στο τελευταίο ταξίδι.

ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ τους συγγενείς και οι υπόλοιποι από τους λιγοστούς – ακόμα και στη Σάμο – που γνώριζαν για την επί εξήμισυ δεκαετίες παρουσία της «γιαγιάς της Σαμιοπούλας» πάνω στην αιγαιοπελαγίτικη βραχονησίδα αναγνωρίζουν την ανιδιοτελή προσφορά και αφοσίωσή της στον τόπο της.

«Τη θυμάμαι 62 χρόνια. Με τον χαμό της έκλεισε ένας κύκλος, μια ιστορία 70 χρόνων, ήταν η τελευταία των Μοϊκανών…», λέει ο ιερέας του χωριού Παγώνδας, Νικόλαος Σπάγος, ο οποίος βρέθηκε την περασμένη Πέμπτη στη Σαμιοπούλα για να απευθύνει το ύστατο χαίρε στην Κατίνα Κάππου.

«Την τίμησε και ο Στρατός και ο ηγούμενος της Μεγάλης Παναγίας. Τέσσερα- πέντε καΐκια συνόδευσαν τη νεκρική πομπή εν πλω από το Πυθαγόρειο προς τη Σαμιοπούλα, ήταν κάτι το συγκινητικό. Της άξιζε όμως όλη αυτή η τιμητική τελετή, γιατί αγάπησε πολύ από μικρό κορίτσι το νησί όπου έμεινε. Δεν φοβόταν ούτε όποτε έβλεπε τα τουρκικά μαχητικά, στα 200-300 μέτρα από πάνω της, “έχω την Παναγία σύμμαχο…”, έλεγε. Αντιθέτως έδωσε ζωή, με τον σύζυγό της, σε ερείπια: ερχόταν κόσμος απ΄ όλη τη Σάμο στα πανηγύρια του μικρού αυτού νησιού, για να δουν τον κυρ Τάσο και την κυρά Κατίνα, ευγενέστατους, πάντα πρόθυμους να προσφέρουν καφεδάκι, ούζο και μεζέ κολιό. Για μας που τους ξέραμε, είναι μια απώλεια…», υποστηρίζει.


“Εγώ δεν φεύγω, θέλω να ανάβω τα καντήλια της Αγίας Πελαγίας…” 1oν Μέρος

“Εγώ δεν φεύγω, θέλω να ανάβω τα καντήλια της Αγίας Πελαγίας…” 1oν Μέρος

535771_589049637781666_1899670460_n

Έφυγε στά 87 της η ηρωίδα στήν μικρή βραχονησίδα Σαμιοπούλα ,η ΚΑΤΙΝΑ ΚΑΠΠΟΥ μιά δεύτερη Κυρά της Ρώ καί πού κρατούσε ψηλά τήν σημαία μας γιά περισσότερο από 60 χρόνια μέ βαθιά πίστη στήν Παναγία μας !!

Δεν φοβόταν ούτε όποτε έβλεπε τα τουρκικά μαχητικά, στα 200-300 μέτρα από πάνω της. “Έχω την Παναγία σύμμαχο…”, έλεγε.

«Όπως και να το κάνουμε, η μητέρα μου ήταν για περισσότερα από εξήντα χρόνια ο φύλακας της βραχονησίδας.

Από το 2000 ήταν και η μοναδική μόνιμη κάτοικός της. Φρόντιζε να βρίσκεται πάντα στη θέση της η σημαία και δεν ήθελε να εγκαταλείψει με τίποτα αυτό το μικρό νησί, τη Σαμιοπούλα. 

Όσοι τη γνώριζαν την ταύτιζαν με τη θρυλική Κυρά της Ρω, την ηρωική Δέσποινα Αχλαδιώτη της Δωδεκανήσου.

Στη βορειοανατολική γωνιά του Αιγαίου, μία ώρα (εννέα μίλια) εν πλω από το Πυθαγόρειο της Σάμου, πάνω στη νησίδα Σαμιοπούλα και η Κατίνα Κάππου έγραψε τη δική της ιστορία πριν «φύγει» στις 23 του μήνα για να αναπαυθεί – πού αλλού; – στον τόπο που λάτρεψε.

«Οι γονείς μου πρωτοήρθαν εδώ το 1945, μόλις παντρεύτηκαν. Η Σαμιοπούλα τότε ήταν μοναστηριακό νησί κι αρχικά το νοίκιασαν από τη Μονή της Μεγάλης Παναγίας μέχρι και το 1957, που παραχωρήθηκε στο κράτος με την προϋπόθεση να δοθεί σε ακτήμονες καλλιεργητές. Τότε όμως επρόκειτο απλώς για έναν βράχο, δεν υπήρχε σπίτι ή ζωή επάνω εδώ, πάρα μόνο κατσίκια που έβοσκαν ελεύθερα, γι΄ αυτό και το χαρακτήρισαν τελικά ως νησί κτηνοτροφικό. Άρχισαν να χτίζουν τοίχους, να καλλιεργούν όπου υπήρχαν μικρά κομμάτια γης, έβαλαν γύρω στα 160 δέντρα ελιές.

Στην πορεία έχτισαν με τα χέρια τους και δύο πέτρινα σπιτάκια, αποθήκες και δεξαμενή. Αργότερα έχτισαν κι ένα ταβερνάκι για πρόχειρο φαγητό για όσους φτάνουν με τα καΐκια ώς εδώ, κυρίως τα καλοκαίρια…», λέει στα «ΝΕΑ» ο 56χρονος Βασίλης Κάππος, ο μικρότερος από τα τρία παιδιά του Τάσου και της Κατίνας. «Από τον καιρό που πέθανε ο πατέρας μου, πριν από εννέα χρόνια, κι έμεινε ολομόναχη εδώ και πάλι η μητέρα μου ήταν ξεκάθαρα αρνητική να έρθει να μείνει μαζί μας στο Πυθαγόρειο.

“Εγώ δεν φεύγω, θέλω να ανάβω τα καντήλια της Αγίας Πελαγίας…”, έλεγε και πήγαινε κάθε πρωί στο αγαπημένο της, το πιο κοντινό από τα δύο, εκκλησάκι. Και βεβαίως φύλαγε ως κόρη οφθαλμού την υψωμένη σημαία…», προσθέτει.
Τέλος εποχής…

«Έφυγε μια άλλη εποχή! Τέσσερις άνθρωποι – οι γονείς μου, ο θείος μου Χριστόδουλος και η θεία Ευδοκία που έζησαν για χρόνια μαζί τους- ανέστησαν τα πάντα εκεί τριγύρω», λέει συγκινημένη η μία από τις δύο κόρες της «κυράς της Σαμιοπούλας», η 61χρονη Ειρήνη Καμπόσου που στα πρότυπα των γονιών της κατοικεί με την οικογένειά της επίσης σε ερημικό νησί, στα Λέβιθα, ανάμεσα σε Κυκλάδες και Δωδεκάνησα.

«Με το ζόρι την πήραμε από ΄κει πριν από τέσσερις μήνες, γιατί είχε καταπονηθεί πια και δεν μπορούσε να περπατήσει. Και πάλι όμως ζητούσε επίμονα να επιστρέψει. Μόνο τα καλοκαίρια είχε παρέα, τα εγγόνια της και τους περαστικούς τουρίστες. Όλο τον χειμώνα έμενε σχεδόν μόνη της κατά καιρούς και για μέρες αποκομμένη», λέει η κ. Καμπόσου. «Τον αδερφό μου τον Βασίλη εκεί πάνω, στη Σαμιοπούλα, τον γέννησε χωρίς μαμή, με τη βοήθεια της γιαγιάς μας. Δεν μπορούσε να ταξιδέψει, Γενάρη μήνα, λόγω φουρτούνας».