Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΣΑΑΚ ΕΚ ΣΥΡΟΥ

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΣΑΑΚ ΕΚ ΣΥΡΟΥ

Βιογραφία

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος δεν είχε καθορισμένη ημερομηνία εορτασμού στο ελληνορθόδοξο ημερολόγιο.

Συνηθιζόταν να μνημονεύεται το όνομα του στις 28 Ιανουαρίου μαζί με τον άλλο μεγάλο Σύρο πατέρα της Εκκλησίας, τον όσιο Εφραίμ.

Ωστόσο εδώ και μερικά χρόνια και με πρωτοβουλία του οσίου γέροντος Παϊσίου του
Αγιορείτου,ο οποίος ευλαβείτο πολύ τον όσιο Ισαάκ, συντάχθηκε η ακολουθία του και επελέγη η 28η Σεπτεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της οσιακής μνήμης του.

Μάλιστα χτίστηκε στο Αγιον Όρος και ο πρώτος ναός του Οσίου, σε κελλί μοναχού της συνοδείας του γέροντος Παϊσίου.

Από το βιβλίο «Ασκητικοί λόγοι. Αββάς Ισαάκ του Σύρου», Εκδόσεις Απόστολος Βαρνάβας, διαβάζουμε:

Ο όσιος πατήρ ημών Ισαάκ, ο μέγας και θαυμαστός στην αρετή, ο
ουρανοπολίτης αυτός άνθρωπος και επίγειος άγγελος, του θαυμάσιου εκείνου
Αβραάμ όχι υιός, αλλά γνήσιος απόγονος, υπήρχε το μεν γένος Σύρος,
γεννήθηκε δε κατά άλλους στην Νινευή πόλιν της Μεσοποταμίας, κατ' άλλους
γεννήθηκε και ανατράφηκε και μεγάλωσε σε κάποια κωμόπολη, όχι μακριά
της Εδέσσης, πόλεως της Συρίας.

Ποίοι υπήρξαν οι γονείς τούτου του μακαρίου πατρός και ποίας καταστάσεως άνθρωποι ήσαν και πώς λεγόντουσαν, είναι άγνωστο. Γνωρίζομε όμως, ότι ο θείος ούτος πατήρ στην
ακμή της ηλικίας του απαρνήθηκε τον κόσμο και τα εν τω κόσμο απήλθε
μετά του αυτάδελφού του σε κοινόβιο, στα μέρη εκείνα του αγίου μάρτυρος
Ματθαίου καλούμενο, οπού και άλλοι πολλοί τότε ασκούσαν την εν σώματι
Αγγελική πολιτεία.

Αφού ντύθηκε το αγγελικό σχήμα και τον τρόπον
και τον βίον και γυμνάστηκε στους ασκητικούς αγώνας και πόνους και
κορέστηκε εκ του γάλακτος της πρακτικής αρετής και αφού με ικανό τρόπο
κατεκοίμησε τα άταχτα της σάρκας πάθη και την σάρκα καθυπέταξε στο
πνεύματι, πεθύμησε την στερεά της βαθυτέρας θεωρίας του πνεύματος τροφή.

Και αμέσως έφυγε από το κοινόβιο και από όλη εκείνη της ιερά αδελφότητα και
δρομαίος ήλθε ως διψασμένο ελάφι στις πηγές των υδάτων σε ερημικό
τόπον, μακριά του κόσμου και της συναναστροφής των πολλών, κατοίκησε
εντός μεμονωμένου κελιού, μόνος μόνω τω Θεώ και τω εαυτού πνεύματι
ασχολούμενος.

Ο δε αυτάδελφος, όταν ανέλαβε την ηγουμενία του
κοινοβίου, έγραφε επανειλημμένως προς αυτόν και τον παρακαλούσε
δεόμενος, να επανέλθει στην πρώτη αυτού μετάνοια, αλλά ο θείος Ισαάκ
γλυκαθείς τη γλυκύτητα της θεωρίας του πνεύματος και της μελέτης των
θείων εννοιών και της νοεράς προσευχής, παντελώς δεν πρόσεχε στου
αδελφού τις παρακλήσεις, ουδέ συγκατατέθηκε ν' αφήσει το της ησυχίας
αμέριμνο και ατάραχο. Και αφού οι παρακλήσεις δεν μπόρεσαν να
κατορθώσουν την επιστροφή του, θεία αποκάλυψις προσκάλεσε αυτών άνωθεν
στην αρχιερατική επιστασία των Νινευιτών εκκλησίας. Και εάν ένας τον
αδελφών αυτού, εφάνη παρήκοος πρότερον, ύστερον όμως στην θεία φωνή
υπέκυψε τον αυχένα μετά ταπεινώσεως. Αφήνει λοιπόν την έρημο και ησυχία ο
φιλέρημος και φιλήσυχος Ισαάκ και της μεγαλουπόλεως Νινευή
προχειρίζεται επίσκοπος.

Δεν έπρεπε βέβαια ο λύχνος να βρίσκεται
υπό τον ερημικό μόδιο κρυμμένος, αλλά να τεθεί επί την ποιμαντική
λυχνία, για να διαυγάσει στους μακράν της ερήμου ευρισκομένους της
διδασκαλίας και αρετής το φως αλλά αυτό λίγο διήρκεσε, και τόσο, ώστε
μόλις ανέτειλε και φάνηκε το φως στον ορίζοντα της εκκλησίας, και πάλιν
έδυσε και κρύφτηκε καθότι ο όσιος ούτος πατήρ έπαθε ο,τι και ο θείος
Γρηγόριος ο θεολόγος, ο οποίος όταν ψηφίστηκε επίσκοπος Σασίμων, αμέσως
αναχώρησε από εκεί. Αίτια δε της αμέσως από την επισκοπική θέση
αναχωρήσεις του πατρός Ισαάκ υπήρξε το εξής περιστατικό.

Όταν χειροτονήθηκε ο όσιος και κάθισε στο επισκοπικό οίκημα, παρέστησαν
ενώπιον του δύο χριστιανοί, ο ένας ήταν δανειστής, ο άλλος οφειλέτης·
και ο μεν δανειστής απαιτούσε το δάνειο, ο δε οφειλέτης ομολογούσε το
χρέος, άλλα μη έχων προς το παρόν τα χρήματα ζήτησε μερικές ημέρες
προθεσμία αλλά ο άσπλαχνος εκείνος δανειστής, είπε ότι εάν δεν μου
αποδώσει, σήμερα αυτός το δάνειο, εγώ εξάπαντος παραδίδω αυτόν στον
κριτή. Ο δε όσιος πατήρ Ισαάκ λέγει προς αυτόν, τέκνον, εάν για την
εντολή του Ευαγγελίου οφείλεις και τα δια της βίας παρά σου αφαιρεθέντα
πράγματα να μη ζητείς, πόσο μάλλον δεν πρέπει να υπομένεις λίγες μέρες
ημέρας αυτόν ο οποίος σε παρακαλεί; Ο δε ανελεήμων εκείνος δανειστής,
άφες, πάτερ, ήδη το ευαγγέλιον, είπε με αυθάδεια και αναχώρησε από εκεί.
Μόλις άκουσε αυτά ο όσιος Ισαάκ, είπε στον εαυτό του εάν αυτοί δεν
υπακούν στα προστάγματα του ιερού ευαγγελίου, τι λοιπόν εγώ ήλθα εδώ να
πράξω; Αυτά είπε, και ευθύς αναχώρησε πάλιν στην έρημο, και ήλθε και
κατοίκησε στο πρώτον του κελίον, οπού μέχρι θανάτου ανδρείως και
καρτερικός υπέμεινε.

Ποιους δε αγώνας ανέλαβε ο μακάριος ούτος πατήρ κατά των δαιμόνων και της σαρκός,
και ποιός υπήρξε κατά την
πρακτική και θεωρητική αρετή, και σε πόση ψυχής τελειότητα έφθασε, και
ποια χαρίσματα αξιώθηκε στο βίο όσο ζούσε επί της γης, όλα αυτά είναι
περιττό να διηγηθεί κάποιος· Καθόσον ευκόλως εννοούνται από τα ίδια
λόγια που περιέχει το παρόν βιβλίο.

Από όσα μπορούν να γίνουν
φανερά ότι όσα έγραψε ό θείος ούτος πατήρ, πρώτον κατόρθωσε αυτά ο ίδιος
γιατί στον εικοστό έκτον λόγον λέγει, «εν πολλώ καιρώ πειραζόμενος από
τα δεξιά και από τα αριστερά και εαυτόν δοκιμάσας εν τοις δυσί τρόποις
τούτοις πολλάκις, και δεξάμενος εκ του εναντίου πληγάς αναρίθμητους, και
αξιωθείς μεγάλων αντιλήψεων κρυπτώς, εκομισάμην εαυτω πείραν εκ των
μακρών χρόνων των ετών, και εν δοκιμασία και Θεού χάριτι ταύτα εμαθον»·
στον δέκατο πέμπτο λόγο λέγει, «ταύτα έγραψα προς ανάμνησιν εμήν, και
παντός έντυχάνοντος τώδε τω συγγράμματι, καθώς κατείληφα από τε της
θεωρίας των γραφών, και των αληθινών στομάτων, και μικρόν απ' αυτής της
πείρας»· αλλά και όσης χάριτος αξιώθηκε παρά Θεού δεν δυνήθηκε να
παρασιώπηση, και σε πολλούς άλλους λόγους αμυδρώς, μάλιστα στον
τριακοστό όγδοο φανερώς διακηρύττει λέγων, «πολλάκις οτε ταύτα έγγραφων,
υπελείποντό μου οι δάκτυλοι επί τον χάρτη, και ούχ υπέφεραν κατέναντι
της ηδονής, της εμπιπτούσης εν τη καρδία μου, και τας αισθήσεις
κατασιγαζούσης». Κατά τούτο πρέπει να θαυμάσει κάποιος την αρετή του
θείου πατρός, ότι ενώ ευρίσκετο μακράν των ανθρώπων, κατεφλέγετο υπό της
προς αυτούς αγάπης, καθώς ο ίδιος περί εαυτού διαμαρτυρόμενος, στον
αυτόν λόγον λέγει, «διότι γέγονα μωρός, ούχ' υπομένω φυλάξαι το
μυστήριον εν σιωπή, αλλά γίνομαι άφρων για την των αδελφών ωφελείαν
διότι αυτή εστίν ή αγάπη ή αληθινή, ήτις ου δύναται υπόμεινε εν τινι
μυστήριο εκ των αγαπητών αυτής»· για αυτό στην έρημο ευρισκόμενος,
πότιζε αφθόνως δια του ζωηρού νάματος της διδασκαλίας του τας ψυχάς των
αδελφών.

Έζησε ο άγιος ούτος, αρχομένης της εβδόμης από κτίσεως
κόσμου χιλιάδος, το οποίο εξάγεται από κάποιο χωρίου του τριακοστού
τρίτου λόγου, όπου περί των δαιμόνων λέγει ούτως, «εξ εναντίας γαρ
τούτων (των δαιμόνων), των εχόντων εξακισχιλίους χρόνους εισφέρεις
εαυτόν δογμάτισε» από αυτό γίνεται φανερό, ότι όταν τον λόγον έγραφε,
υπήρχε ήδη τελειωμένο το από κτίσεως κόσμου εξακισχιλιοστόν έτος.


Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.
Αρετών ταις ακτίσι καταλαμπόμενος, της εν Χριστώ πολιτείας φωστήε πολύφωτος,
θεοφόρε Ισαάκ ώφθης εν Πνεύματι, και κατευθύνεις ασφαλώς, σωτηρίας προς
οδόν, διδάγμασι θεοπνεύστοις, τους ευφημούντας σε Πάτερ, ως του Χριστού
θείον θεράποντα.

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ΄. Τη υπερμάχω.
Τη ισαγγέλω πολιτεία σου, μακάριε, του Παρακλήτου ανεδείχθης θείον όργανον,
Ισαάκ, και μοναζόντων τύπος εν πάσιν, αλλ' ως χάριτος της θείας
ενδιαίτημα, χάριν αίτησαι ημίν και φως ουράνιον, τοις βοώσι σοι,
χαίροις, Πάτερ θεόσοφε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις ησυχίας θείος
κανών, χαίροις μοναζόντων, ο διδάσκαλος ο σοφός, χαίροις ο παρέχων, τα
πρόσφορα εκάστω, της χάριτος τω λόγω, Ισαάκ Όσιε.

ΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΟΥΜΕ διὰ τὴν Ἑλλάδα μας

ΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΟΥΜΕ διὰ τὴν Ἑλλάδα μας

Σύ, Κύριε, μὲ τὴν σοφὴ καὶ φιλάνθρωπη φροντίδα σου

διευθύνεις καὶ κυβερνᾶς τὴν ζωή ὅλων μας. Καὶ ὅταν
μᾶς παιδαγωγεῖς μὲ τὰ διάφορα δυσάρεστα γιὰ μᾶς
γενονότα καὶ τὶς θλίψεις, ἐπιδιώκεις νὰ μᾶς ἐπαναφέρεις
στὴν πρώτη μας δόξα, αὐτὴν ποὺ εἴχαμε στὸν Παράδεισο.

Τὸ γνωρίζουμε, ἁμαρτήσαμε καὶ ἀδιαφορήσαμε γιὰ τὶς
ἅγιες ἐντολές σου. Ἐν τούτοις τολμοῦμε νὰ προσπέσουμε
στὸ θρόνο τῆς χάριτός σου καὶ μὲ πνεῦμα μετανοίας νὰ Σὲ
παρακαλέσουμε νὰ διώξεις μακριὰ ἀπὸ τὴν Χώρα μας
«πάντας τοὺς ἐχθραίνοντας ἡμᾶς ματαίως».

Διάλυσε τὰ καταχθόνια σχέδιά τους. Σύντριψε τὰ δόντια
αὐτῶν ποὺ σὰν ἄγρια θηρία θέλουν νὰ μᾶς κατασπαράξουν.

Ἀπελευθέρωσε τὸ λαό σου ἀπὸ κάθε φόβο ἐπερχομένων
κακῶν καὶ προστάτευσε, ἐνδυνάμωσε, ἐνθάρρυνε ὅλους μας
μὲ τὸ παντοκρατορικό σου χέρι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς
ἀιῶνας τῶν αἰώνων.

ΑΜΗΝ.

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Ἡ ὀμαδική προσευχή (Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου)

Ἡ ὀμαδική προσευχή (Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου)


Πόσο ωφελεί του πλήθους των πιστών η προσευχή, που αποτελεί εκδήλωση αγάπης, το αποδεικνύει ο Παύλος. Αυτός που στον παράδεισο ανήλθε και «ήκουσεν άρρητα ρήματα» (Β’ Κορ. ιβ’, 4), που κατανίκησε όλα τα φυσικά ένστικτα, που σε μεγάλο ύψος πνευματικής τελειότητας ευρίσκετο, είχε ανάγκη των προσευχών των μαθητών του και τους έλεγε «προσεύχεσθε υπέρ εμού, ίνα ρυσθώ από των απειθούντων, προσεύχεσθε, ίνα μοι δοθή λόγος εν ανοίξει τους στόματός μου» (Ρωμ. ιε’, 30-31. Εφες. στ’ 19). Γενικώς, δε, τον βλέπουμε πάντοτε να ζητεί προσευχές των μαθητών του και να τους ευχαριστεί όταν προσεύχονταν υπέρ αυτού. [...] Εάν τον Παύλο η προσευχή των πολλών απήλλαξε από τόσους κινδύνους, δεν πρέπει και εμείς εξ’ αυτής να ελπίζουμε ανάλογη προστασία και μεγάλα οφέλη;
 
Βεβαίως πρέπει. Διότι, όταν προσευχόμαστε μόνοι, η προσευχή μας δεν έχει μεγάλη δύναμη ενώ, όταν προσευχόμαστε πολλοί μαζί, αυτή γίνεται ισχυρότερη λόγω της ενώσεως μετά των άλλων και εισακουόμαστε ευκολότερα από το Θεό. Και ο επίγειος βασιλέας, που πολλές φορές δεν κάμφθηκε από την παράκληση ενός, υπέρ καταδίκου σε θάνατο, όταν λαός ολόκληρης πόλης τον παρεκάλεσε, εισάκουσε την παράκλησή τους και του χάρισε τη ζωή. Τόση δύναμη έχει η ομαδική παράκληση! Γι’ αυτό στην Εκκλησία πάντες συγκεντρωνόμαστε προς προσευχή, για να προσελκύσουμε ευκολότερα το έλεος του Θεού, διότι, επαναλαμβάνω και πάλι, η ατομική προσευχή δεν έχει τη δύναμη της ομαδικής, προσώπων συνδεδεμένων δια της αγάπης, αυτήν δε προ πάντων εισακούει ο Θεός.
Δεν λέω τούτο γι’ ατομικό όφελος ή άλλο λόγο, αλλά για να διεγείρω την προθυμία σας προς τακτικό εκκλησιασμό και να μη λέτε «γιατί να πάω στην Εκκλησία; μήπως δε μπορώ στο σπίτι μου να προσευχηθώ;». Βεβαίως μπορείς. Αλλ’ η εκεί προσευχή δεν έχει τη δύναμη εκείνης, που γίνεται στην Εκκλησία, από κοινού με τα άλλα μέλη μας, που αναπέμπεται από το πλήθος των πιστών, από το σώμα της Εκκλησίας, με μία ψυχή, παρουσία των ιερέων, οι οποίοι προσφέρουν στο Θεό τις προσευχές του Εκκλησιάσματος.[...]

Η προσευχή του πλήθους έχει μεγάλη δύναμη, όταν συνυπάρχει και η αρετή. Αυτό υπονοεί η αγία Γραφή όταν λέει: «προσευχή εκτενής προς τον Θεόν εγίνετο υπό της Εκκλησίας υπέρ αυτού» (Πραξ. ιβ’, 5). Τόσο ισχυρά ήταν η προσευχή αυτή, ώστε αν και η φυλακή ήταν κλειστή, και ο Πέτρος ήταν σιδηροδέσμιος και κοιμόταν μεταξύ δύο φυλάκων, τον απελευθέρωσε. Όταν όμως δεν υπάρχει αρετή, αλλά κακία, η προσευχή του πλήθους είναι τελείως ανίσχυρη. Απόδειξη τούτου οι Ισραηλίτες, που ήταν πολυάριθμοι ως η άμμος της θάλασσας (Ησ. ι’, 22) και όμως χάθηκαν, καθώς και οι επί της εποχής του Νώε, που ήταν άπειροι και καταστράφηκαν υπό του κατακλυσμού. Διότι τη δύναμη στην προσευχή δεν τη δίνει απλώς ο μεγάλος αριθμός των συμπροσευχομένων, αλλ’ η προσθήκη της αρετής τούτων σε αυτήν.

Ας φροντίζουμε λοιπόν ενωμένοι πνευματικώς να προσευχόμαστε ο ένας για τον άλλο, όπως εκείνοι για τον Πέτρο. Ούτως εντολή τηρήσωμεν, πλήθος δωρεών θα λάβουμε και θερμότερα τον Θεό θα ευχαριστούμε. Γιατί εκείνος που έμαθε να ευχαριστεί Αυτόν για τα παρεχόμενα στους άλλους αγαθά, πολύ περισσότερο θα ευχαριστεί για τα εις τον εαυτόν του χορηγούμενα. Τούτο έπραττε και ο Δαυίδ και έλεγε «δοξάσατε τον Κύριον μαζί μου» (ψαλμ. λγ’, 4). Αυτό, το οποίο και ο Παύλος πάντοτε ζητούσε από τους μαθητές του, ας κάνουμε και εμείς. Ας διακηρύξουμε παντού τα προς ημάς ευεργεσίες του Θεού, για να συμμετάσχουν και άλλοι στις προς Αυτόν ευχαριστίες μας, το οποίο θα είναι προς ωφέλειά μας. Γιατί, αν τις ευεργεσίες των ανθρώπων προς εμάς, όταν γνωστοποιούμε, καθιστούμε αυτούς προθυμότερους προς παροχή και άλλων, έτσι και του Θεού τις ευεργεσίες, όταν κοινολογήσωμεν, πλουσιοτέραν τη Χάρη Του θα προσελκύσουμε. Εάν ο Παύλος, που είχε τόση προς το Θεό παρρησία, πράττει αυτό, πολύ περισσότερο εμείς πρέπει να το πράττουμε.[...]


Γι’ αυτό οι νόμοι της Εκκλησίας επιβάλλουν να προσευχόμαστε όχι μόνο υπέρ των πιστών, αλλά και των Κατηχουμένων. Όταν ο Διάκονος κατά τη θεία Λειτουργία λέει «υπέρ των Κατηχουμένων εκτενώς δεηθώμεν», προτρέπει το εκκλησίασμα να προσευχηθεί υπέρ εκείνων, οι οποίοι, μάλιστα, ακόμη δεν είναι μέλη του σώματος του Χριστού, και ως εκ τούτου βρίσκονται μακρά της πνευματικής Αυτού ποίμνης. Εάν λοιπόν υπέρ αυτών πρέπει να προσευχώμεθα, πολύ περισσότερο πρέπει για τα μέλη μας, τους πιστούς. Αυτό το «δεηθώμεν» ως και το «στώμεν καλώς» που ακούμε στην Εκκλησία, δεν απευθύνονται μόνο στους Ιερείς, αλλά και στο Εκκλησίασμα, το λαό (ομιλ.β’ εις Β’ Κορ.).


Η δύναμη της προσευχής των πιστών φαίνεται και κατά τις χειροτονίες των Κληρικών. Ο αρχιερέας προ της χειροτονίας τινός επικαλείται τις προσευχές των πιστών, αυτοί ανταποκρίνονται σε αυτό. Και στις δημόσιες προσευχές μεγάλη είναι η συμβολή του λαού. Υπ’ αυτού, από κοινού μετά του Ιερέως, αναπέμπονται δεήσεις υπέρ των εν ασθενεία, των εν μετανοία κλπ και όλοι από κοινού (Ιερεύς και λαός) το θείον έλεος επικαλούνται. Και κατά την τέλεση πάλι των φρικτών Μυστηρίων, ο Ιερεύς δέεται υπέρ του λαού και ο λαός υπέρ αυτού, διότι αυτό σημαίνει το «Μετά του πνεύματός σου». Και η ευχαριστία πάλι κοινή είναι. Δεν ευχαριστεί μόνος του ο Ιερέας το Θεό, αλλά μαζί με το λαό. Αρχίζει ο Ιερέας την ευχαριστήριο προσευχή, αφού πρώτα ο λαός εκδηλώσει τη συγκατάθεσή του λέγοντας «άξιον και δίκαιον είναι να ευχαριστήσωμεν τον Κύριον». Δεν είναι δε εκπληκτικό το ότι Κλήρος και λαός από κοινού προσεύχονται, αφού υπάρχει και το εκπληκτικότερο, και τούτο είναι το ότι οι προσευχές και οι ύμνοι Ιερέως και λαού από κοινού με τους ύμνους των Χερουβείμ και των άλλων ουρανίων Δυνάμεων στον Θεόν ανέρχονται.


Αυτά έχοντας υπ’ όψιν, ας είμαστε προσεκτικοί και ας μη λησμονούμε, ότι οι πιστοί πάντες μετά του Κλήρου αποτελούμε ένα σώμα, την Εκκλησία, διαφέρουμε δε μεταξύ μας, όσο το ένα μέλος του σώματος από το άλλο. Γι’ αυτό δεν πρέπει σεις οι λαϊκοί να αναθέτετε εις μόνους τους Κληρικούς την υπέρ της Εκκλησίας φροντίδα, αλλά και σεις περί ταύτης να ενδιαφέρεσθε, αφού αυτή είναι κοινό όλων μας σώμα. Ούτω θα επικρατεί ηρεμία και μεγαλύτέρα πρόοδος στην αρετή εις πάντας θα υπάρχει.
 
http://www.enoriaka.gr/index.php?

ΑΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΤΥΠΗΣΕΙ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΑΣ

ΑΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΤΥΠΗΣΕΙ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΑΣ

Αν ο Χριστός χτυπήσει την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;.
 
Θα έλθει ίσως σαν άλλοτε φτωχός
Κι αποδιωγμένος.
Σαν ένας εργάτης,
Σαν ένας άεργος
Η ένας απεργός που αγωνίζεται σε δίκαιη απεργία.
Μπορεί να είναι ασφαλιστής
Κι ακόμη πωλητής ανεμιστήρων…
Θ' ανεβαίνει, αδιάκοπα σκαλοπάτια,
Θα σταματά σε κεφαλόσκαλα
Μ΄ ένα χαμόγελο γλυκό
Στο θλιμμένο του πρόσωπο…
Μα το κατώφλι σας είναι τόσο σκοτεινό…
Άλλωστε, πως να δεις το χαμόγελο αυτών που διώχνεις!
«Δεν μ' ενδιαφέρει…», θα πείτε,
πριν ακόμη τον ακούσετε.
Κι αν βγει η μικρή σας υπηρέτρια, θα επαναλάβει το μάθημά της:
«Η κυρία έχει τους φτωχούς της»
και θα βροντήξει την πόρτα
καταπρόσωπο στον Φτωχό
που είναι ο ίδιος ο Σωτήρας.
Μπορεί ακόμη να είναι πρόσφυγας,
Ένας από τα δεκαπέντε εκατομμύρια προσφύγων,
Με κάποιο διαβατήριο του Ο.Η.Ε. στο χέρι,
Ένας από αυτούς που κανείς δεν τους θέλει
Και που περιπλανιούνται σ' αυτή την έρημο,
Τον Κόσμο,
Ένας από εκείνους που πρέπει να πεθάνουν,
«γιατί κανείς δεν ξέρει από που έρχονται
άνθρωποι σαν κι αυτούς…».
Μπορεί να είναι κάποιος μαύρος,
Στην Αμερική,
Ένας νέγρος, όπως τον λεν,
Που κατάκοπος ζητιανεύει άσυλο μες στα ξενοδοχεία της Νέας Υόρκη,
Σαν άλλοτε, στην Ναζαρέτ,
Η Παναγία. 
Αν ο Χριστός χτυπήσει αύριο την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;
Θα έχει όψη κουρασμένη,
Καθώς είναι εξαντλημένος,
Συντριμμένος, 
Αφού πρέπει να βαστάζει
Όλα τα βάσανα της γης…
Πρόσεξε!…Κανείς δεν δίνει δουλειά
Σ' έναν τόσο κουρασμένο… 
Καθώς μάλιστα αν Τον ρωτήσεις:
«Τι ξέρεις να κάνης;»
Δεν μπορεί ν' απαντήσει: όλα.
«Από που έρχεσαι;» 
Δεν μπορεί να σου πει: από παντού.
«Τι θέλεις να κερδίσεις:»
Δεν μπορεί να πει: εσάς! 
Έτσι, θα ξαναφύγει,
πιο κουρασμένος και συντριμμένος,
παίρνοντας μαζί Του, μες στα γυμνά Του χέρια,
την Ειρήνη.

Ραούλ Φολλερώ 

 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ (Mέρος B')

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ (Mέρος B')  

Διδαχές του Γέροντα Παναή από τη Λύση
 
ι. Πρέπει να επιδιώκομε να ζούμε με μέτρο. Μέτρο στην ομιλία, στα λόγια, στις πράξεις, στις θεωρίες, σε όλα. Και η χαρά και η λύπη και η αγάπη θα πρέπει να είναι με το μέτρο τους. Μόνο στον Θεό δεν υπάρχει μέτρο. Όσο μπορούμε πρέπει να τον αγαπούμε.
 
ια. Τον πλησίον θα πρέπει να τον αγαπούμε «ως εαυτόν». Για την ελεημοσύνη «όσο προαιρείσαι ̇ μη εκ λύπης ή εξ’ ανάγκης». Είναι ζήτημα διάγνωσης. Κατά τους τόπους, κατά τα άτομα και κατά τον σκοπό. Βλέπεις, κι ο ίδιος ο Θεός έδωσε με μέτρο. «Ενί εκάστω εδόθη η χάρις κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού».
 
ιβ. Όσον ταπεινωνόμαστε πλεονάζει η χάρις. Σ’ όλα τα ζητήματα πρέπει να υπάρχει λογική, μέτρο. Πολλά κάμνουμε άσκεφτα ή ένεκα του πάθους.
 
ιγ. Όταν θυμώνουμε προκαλείται στην ψυχή αναβρασμός. Όταν ενεργούμε νοσηρά, αδύναμα, νωχελικά, είναι δείγμα ψυχρότητας.
         
ιδ. Όταν ενοικήσει η χάρις του Αγίου Πνεύματος στο πλάσμα, δεν μπορούν να μπουν τα ακάθαρτα πνεύματα. Και λέει η Γραφή, ότι όταν το ακάθαρτο πνεύμα εξέλθει από τον άνθρωπο, διέρχεται «δι’ ανύδρων τόπων», ζητώντας ανάπαυση. Και «τότε λέγει ̇ εις τον οίκον μου επιστρέψω όθεν εξήλθον ̇και ελθόν ευρισκει σχολάζοντα, σεσαρωμένον και κεκοσμημένον» και παίρνει άλλα επτά δαιμόνια και έτσι γίνονται «τα έσχατα χείρονα των πρώτων». Πρέπει, λοιπόν, συνέχεια να προσέχουμε την ψυχή μας.
 
ιε. Κανένας δεν μπορεί να’ παινεθεί ότι δεν έχει πτώσεις... Άλλοι έχουν εκ φύσεως τις αρετές και παρόλα αυτά, κάνουν δυνατόν αγώνα για ν’ αποκτήσουν το υπέρ φύσιν, την απάθεια... Εμείς που δεν έχουμε αρετές, θέλουμε να τες αποκτήσουμε χωρίς κόπους. Όμως δεν γίνεται. Ασήμαντα πράγματα και θέλεις κόπο, ταπείνωση, χάρη. Πόσο μάλλον σ’ αυτά που είναι ζητήματα μεγάλα! Και χωρίς υπομονή, κόπο στα μικρά, δεν προχωρούμε. Χρειάζεται περισσότερη θερμή προσευχή και ταπείνωση. Με την άσκηση και με τη χάρη του Θεού, λίγα – λίγα, τα καταφέρνουμε.
 
Από το βιβλίο ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ,
έκδοση του Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίας Τριάδος,
Λυθροδόντας - Κύπρος.
Tηλ. 00357-99607871
 
 
 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ (Α΄)

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ (Α΄)

 Διδαχές του Γέροντα Παναή από τη Λύση


α. Αν είπε κάποιος άσκεφτα ένα λόγο, μην σε ταράξει. Παράβλεψε τον. Τι κι αν το είπε; Θα κολάζεσαι εσύ; Σε τέτοιες περιπτώσεις να μην λες τίποτε. Αντί να πεις: «Τούτη η πεθερά μου είναι η κόλαση μου», καλύτερα να πεις: «Τούτη η πεθερά μου θα με σώσει. Να μην κακιώσω, να μην μου κακοφανεί και είναι η σωτηρία μου». Η Γραφή λέει: «νικάτε δια του καλού το κακό». Να μην κακιώσουμε. Ο καλός δεν κακιώνει, όταν οι άλλοι είναι κακοί ή όταν συμβεί κάτι δυσάρεστο.
β. Πάντοτε να βλέπουμε τα καλά του πλασμάτου. Διότι αν δούμε τα μη καλά, θα βρούμε σίγουρα πολλά, αφού δεν υπάρχει κανείς άνθρωπος που δεν έχει τέτοια.
γ. Αν θέλεις μιαν κοινωνία αλάθητη, χωρίς ατέλειες, χωρίς διαφορές και αντιθέσεις, δεν θα την βρεις, όπου και να πας. Την μιαν ημέρα μπορεί να μη συναντήσεις κάτι κακό, την άλλη οπωσδήποτε θα συναντήσεις. Έτσι είναι η κοινωνία που ζούμε.
δ. Να γίνουμε μεγαλόψυχοι. Η χάρις του Αγίου Πνεύματος δίνει μεγαλοψυχία. «Οι καρποί του Αγίου Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστης, πραότης, εγκράτεια». «Οι του Χριστού εστάυρωσαν την σάρκα συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις...». Διότι άμα ξεσηκωθεί το πάθος είναι δύσκολο.
ε. Αναλογίζεσαι πως ενεργεί ο μισόκαλος εχθρός του ανθρώπου; Πολεμά τα πλάσματα να μην μεταλαμβάνουν, να μην εξομολογούνται. Τότε, στον παράδεισο, μας πλάνησε να φάμε από τον απαγορευμένο καρπό. Τώρα, μας βάζει να μην πλησιάζουμε στα μυστήρια της Εκκλησίας.
στ. Αν συσταυρωθούμε και συγκακοπαθήσουμε με τον Χριστό στα παθήματα, θα αναστηθούμε μαζί Του. Πάντως, πρώτα η δουλειά κι ύστερα η πληρωμή. Προηγείται πάντοτε ο κόπος πριν δοθεί ο στέφανος.
ζ. Η υποταγή έχει μεγάλη αξία. Ακόμα πιο μεγάλη το να περιμένει κανείς να μην τον υπολήπτονται.
η. Ο σατανάς μας εμποδίζει να κάμουμε το καλό. Αν τα καταφέρουμε, μας κάνει ή να το μετανιώσουμε ή να το υπερηφανευτούμε. Να κάμνουμε το καλό για δόξα και χάρη του Θεού και ωφέλεια ψυχών κι όχι για δόξα μας.
θ. Μια κανδήλα όταν δίνει και στις άλλες φως, μήπως λιγοστεύει το δικό της; Ενόσω ανάβει, έχει φως. Πολλές φορές βγαίνει και καπνός – δηλ. υπερηφάνεια – και τότε πρέπει να προσθέσουμε λάδι. Το Άγιο Πνεύμα, είναι το λάδι. Σ’ επαινεί ύστερα ο διάβολος για να υπερηφανευθείς, έτσι ώστε να μην πάρεις μισθό. Εσύ να λες «ύπαγε οπίσω μου σατανά». Όπως ο Δαυίδ, που κατά την ώρα της μετανοίας του έπασχε από τα πυρά των δαιμονικών επιθέσεων, και εβόα εξ’ όλης της ψυχής του προς τον Θεό: «Εις το βοηθησαί μοι σπεύσον... αισχυνθήτωσαν οι ζητούντες την ψυχήν μου... καταισχυνθήτωσαν οι βουλόμενοι μοι κακά... Αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι οι λέγοντες μοι ̇ εύγε εύγε».

Από το βιβλίο ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ,
έκδοση του Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίας Τριάδος,
Λυθροδόντας - Κύπρος.
Tηλ. 00357-99607871
 
 

Βίος αγίου Μαξίμου Ομολογητού: "Πρώτη ομολογία της ορθής πίστης"

Βίος αγίου Μαξίμου Ομολογητού: "Πρώτη ομολογία της ορθής πίστης"
 
Μιχαλης Καρακατσανης
 
Πολύ καιρό πριν συλληφθεί ο πάπας, είχε ήδη συλληφθεί ο Άγιος Μάξιμος στη Ρώμη, μαζί με τον υποτακτικό του Αναστάσιο, και είχε σταλεί σιδηροδέσμιος στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό έγινε με διαταγή του αυτοκράτορα ο οποίος γνώριζε με ποιου καθοδήγηση και υποκίνηση είχε συγκληθεί η Σύνοδος του Λατερανού, που είχε καταδικάσει τους μονοθελητές και τον Τύπο.

Όταν ο Άγιος έφτασε στη Βασιλεύουσα τον υποδέχτηκαν άνθρωποι σταλμένοι από τον αυτοκράτορα που άρχισαν να τον αποδοκιμάζουν έντονα και να βιαιοπραγούν σε βάρος του. Δεν δίστασαν να τον σύρουν μέσα στους δρόμους ρακένδυτο και ξυπόλυτο, ενώ στο πλάι του βρισκόταν συνεχώς ο πιστός υποτακτικός του. Τελικά τον οδήγησαν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και τον έκλεισαν εκεί μόνο του· τον υποτακτικό του τον φυλάκισαν χωριστά σε δημόσια φυλακή.

Λίγες ημέρες αργότερα ο Άγιος μεταφέρθηκε στο παλάτι για ανάκριση, η οποία θα γινόταν από τη Σύγκλητο, στη συγκεκριμένη συνεδρία της οποίας, πάντως, ο αυτοκράτορας δεν θα προήδρευε. Μόλις εισήλθε, τα βλέμματα όλων στράφηκαν εναντίον του γεμάτα κακία και έχθρα. Η ανάκριση ανατέθηκε σε έναν από τους αξιωματούχους, τον γαζοφύλακα ή ταμία, άνθρωπο εύγλωττο, στρεψόδικο όμως και συκοφάντη· στη διαστρέβλωση της αλήθειας ήταν ιδιαίτερα επιτήδειος.

Πόση κακοβουλία έδειξε! Πόσες κατηγορίες ξεστόμισε! Τελείως αδιάντροπα χλεύασε τον εβδομηντάχρονο Άγιο, χωρίς να κλονιστεί στιγμή από τη χάρη, η οποία έλαμπε στην έκφρασή του, από την πραότητα και την εγκράτειά του. Τον κατηγόρησε με πανουργία και θράσος· δεν μπόρεσε όμως να αντικρούσει πειστικά τις αντιρρήσεις του Αγίου, τις οποίες μάλιστα ο τελευταίος εξέφρασε ήπια και καλοπροαίρετα. Το τι ακριβώς ειπώθηκε και έγινε τότε, ποιες κατηγορίες διατυπώθηκαν σε βάρος του αθώου και ποιά δόλια άτομα προσπάθησαν να παρουσιάσουν το ψέμα σαν αλήθεια, όλα αυτά είναι καταγεγραμμένα με λεπτομέρειες από κάποιον άλλον Αναστάσιο, υποτακτικό του Αγίου Μαξίμου και τέως αποκρισάριο της Εκκλησίας της Ρώμης. Εδώ καταγράφουμε ένα μικρό μέρος της μακροσκελούς απολογίας του:

Μόλις εμφανίστηκε ο παράνομος κατήγορος, στάθηκε ενώπιον του Αγίου και άρχισε να τον προσβάλει, αποκαλώντας τον προδότη της πατρίδας, ασυνείδητο και εχθρό του αυτοκράτορα και να του καταλογίζει κάθε είδους επαίσχυντες και εγκληματικές πράξεις. Όταν ο Άγιος τον ρώτησε γιατί του προσάπτει τέτοιες κατηγορίες και του αποδίδει τέτοιους χαρακτηρισμούς, ο αξιωματούχος παρουσίασε ψευδομάρτυρες και, οργισμένος, τον κατηγόρησε, πως εξαιτίας του είχαν αποσχιστεί από την αυτοκρατορία η Αλεξάνδρεια, η Πεντάπολη και ολόκληρη η Αίγυπτος και πως ο ίδιος είχε παραδώσει αυτές τις περιοχές στους Σαρακηνούς, στους οποίους ήταν φιλικά προσκείμενος και για τους οποίους ευχόταν ευημερία. Ο Άγιος απέδειξε πως αυτή η κατηγορία ήταν ανυπόστατη και γελοία

«Πώς θα μπορούσα εγώ, ένας μοναχός», είπε, «να συναναστρέφομαι τον κατακτητή των πόλεων; Και πώς θα μπορούσα εγώ, ένας χριστιανός, να έχω σχέσεις με τους Σαρακηνούς; Απεναντίας, δεν έχω ευχηθεί για τίποτε άλλο, παρά γι' αυτό που είναι προς όφελος των χριστιανικών πόλεων».

Τότε ο αναίσχυντος συκοφάντης κατέφυγε σε άλλο ψέμα και άρχισε να φωνάζει, πως ο Άγιος Μάξιμος είχε υποτιμήσει τον αυτοκράτορα της Ανατολής, λέγοντας πως οι βασιλιάδες της Δύσης ήταν περισσότερο άξιοι τιμής. Στο σημείο αυτό απευθύνθηκε στους ψευδομάρτυρες, τους οποίους και επικαλέστηκε.
Αναστενάζοντας βαθιά, ο Άγιος απάντησε: «Ευχαριστώ τον Θεό, που με παρέδωσε στα χέρια σας και με αξιώνει να συκοφαντούμαι και να υφίσταμαι τέτοια μαρτύρια προκειμένου μέσω αυτών να εξαγνιστώ από τις αμαρτίες και τα λάθη μου. Αλλά, πριν απαντήσω σύντομα στις ψεύτικες κατηγορίες σας, θα σας ρωτήσω πρώτα πότε είτε εσείς οι ίδιοι με ακούσατε να καταδικάζω τον βασιλιά είτε κάποιοι άλλοι σας είπαν τέτοιο πράγμα».

Οι ψευδομάρτυρες απάντησαν τότε: «Το μάθαμε από άλλους, οι οποίοι το άκουσαν από το ίδιο σου το στόμα».

Αλλά, όταν ο Άγιος ζήτησε να κληθούν εκείνοι, που τα ισχυρίστηκαν αυτά να καταμαρτυρήσουν προσωπικά, οι κατήγοροι είπαν, πως αυτοί οι μάρτυρες δεν ήταν πλέον ζωντανοί.

Τότε ο Άγιος απάντησε: «Αν, όπως λέτε, αυτοί που άκουσαν την καταδίκη από τα χείλη μου είναι ήδη νεκροί, γιατί δεν με ρωτούσατε πιο πριν, όταν ήταν ακόμη ζωντανοί; Έτσι και εσείς δεν θα είχατε χρονοτριβήσει και εγώ θα είχα δεχθεί την τιμωρία για την προφανή ενοχή μου. Ένα όμως είναι βέβαιο: Οι κατηγορίες σε βάρος μου είναι ψεύτικες, επομένως εκείνοι, που με οδήγησαν εδώ, σε δικαστήριο, δεν είχαν τον Θεό για οδηγό τους, ο οποίος αποκαλύπτει τα κρύφια των καρδιών των ανθρώπων. Εγώ ο ίδιος θα θεωρούσα τον εαυτό μου ανάξιο να δει τον ερχομό του Κυρίου και να καλείται χριστιανός, αν είχα έστω σκεφτεί να πράξω αυτά, που μου καταλογίζετε!»

Τότε εκείνοι κάλεσαν έναν ψευδομάρτυρα, Γρηγόριο στο όνομα, ο οποίος βεβαίωσε, ότι στη Ρώμη είχε ακούσει τον Αναστάσιο, μαθητή του Αγίου Μαξίμου, να αποκαλεί τον αυτοκράτορα «πάπα» και ότι είχε μάθει να τον αποκαλεί έτσι από τον δάσκαλό του Μάξιμο.

Ο Άγιος Μάξιμος όμως αντέκρουσε σθεναρά τις δόλιες συκοφαντίες με αυτά τα λόγια: «Όταν ο Γρηγόριος ήταν στη Ρώμη, είχε την αντίθετη άποψη από μας σχετικά με το ένα θέλημα, ζητώντας μας να αποδεχθούμε το δογματικό κείμενο που είναι γνωστό ως Τύπος. Εμείς αρνηθήκαμε, γιατί προτιμήσαμε αυτό που είναι ωφέλιμο για τις ψυχές μας. Σχετικά με αυτό για το οποίο μιλάτε τώρα, ούτε εγώ χαρακτήρισα ποτέ "πάπα" τον αυτοκράτορα, ούτε ο μαθητής μου — σε αυτό ο Θεός είναι μάρτυρας! Εντούτοις, θυμάμαι πως μίλησα τότε, όχι στον μαθητή μου, αλλά στον Γρηγόριο τον ίδιο, και του είπα: Η έρευνα και ο προσδιορισμός των δογμάτων της πίστης είναι έργο όχι των αυτοκρατόρων, αλλά των λειτουργών του θυσιαστηρίου, επειδή μόνο αυτοί έχουν το δικαίωμα να χρίουν τον αυτοκράτορα θέτοντας τα χέρια τους πάνω του και να στέκονται μπροστά στον βωμό, για να τελούν το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και όλα τα άλλα θεία μυστήρια Αυτό είπα τότε σε αυτόν, αυτό λέω τώρα και σε εσάς. Ο ίδιος ο Γρηγόριος θα παραδεχθεί ότι είπα τα λόγια αυτά κι αν αρνηθεί, δικαίωμά του. Γι' αυτό, αφήστε τον καθέναν να με κατηγορήσει ή να με υπερασπιστεί ενώπιον του δικαστηρίου». Μην ξέροντας τι να κάνουν οι κατήγοροι, οι οποίοι είχαν πιστέψει στη δύναμη των ψευδομαρτύρων, απομάκρυναν τον Άγιο από τη σύναξη.

Κατόπιν προσήλθε ο μαθητής του Αναστάσιος. Οι κατήγοροι προσπάθησαν να τον κλονίσουν με σκληρά λόγια και απειλές, για να τον αναγκάσουν να παραδεχτεί τις συκοφαντίες σε βάρος του δασκάλου του. Τον πίεσαν να ομολογήσει πως ο δάσκαλός του ήταν σκληρός κατά τον διάλογό του με τον Πύρρο στη Ρώμη, όταν εκείνος αμφισβήτησε την πίστη. Ο Αναστάσιος θαρραλέα βεβαίωσε, πως όχι μόνο δεν είχε βλάψει ο Πύρρος τον δάσκαλό του, αλλά του είχε συμπεριφερθεί και με ιδιαίτερο σεβασμό. Για την ειλικρίνεια που έδειξε, ο Αναστάσιος ανταμείφθηκε με γροθιές στον λαιμό, στο πρόσωπο και στο κεφάλι, ενώ στη συνέχεια οδηγήθηκε πίσω στο κελί του.

Μετά από αυτό, κάλεσαν πάλι τον Άγιο Μάξιμο και προσπάθησαν να κλονίσουν τη σταθερότητά του με μια νέα συκοφαντία Αυτή τη φορά ο Άγιος Μάξιμος κατηγορήθηκε πως ήταν οπαδός της διδασκαλίας του Ωριγένη και συμφωνούσε σε όλα μαζί του. Ο Άγιος εύκολα αντέκρουσε τις κατηγορίες τους, αφού ήταν τελείως αβάσιμες. Εξέφρασε τη γνώμη, πως ο Ωριγένης αποκόπηκε από την κοινωνία με τον Χριστό και τους χριστιανούς, και οι οπαδοί του θα κριθούν αυστηρά από τον Θεό.

Κατόπιν οι κατήγοροι άρχισαν πάλι να ρωτούν τον Άγιο Μάξιμο για τον Πύρρο, καθώς και για τους λόγους, για τους οποίους είχε χωριστεί από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και δεν επιθυμούσε να εισέλθει σε κοινωνία μαζί του. Του υπέβαλαν και πολλές άλλες ερωτήσεις, ενώ στο τέλος του ζήτησαν επιτακτικά να αποδεχθεί τον βασιλικό Τύπο, και μάλιστα με ιδιαίτερο σεβασμό, καθότι αποτελούσε την τελειότερη έκθεση της πίστης, πέραν του ότι ήταν και υποχρεωτικός. Ο Άγιος αρνήθηκε. Τότε αυτοί εξαπέλυσαν ύβρεις εναντίον του. Εντούτοις, βλέποντας ότι είχαν αναιρεθεί όλοι τους οι ισχυρισμοί από τα επιχειρήματα του Αγίου και ότι είχαν πέσει οι ίδιοι στις παγίδες που του είχαν στήσει, διέλυσαν τη σύναξη, επέστρεψαν βιαστικά στον αυτοκράτορα και ομολόγησαν την ακατάβλητη τόλμη του αββά της Χρυσούπολης.

«Ο Μάξιμος», είπαν, «είναι αήττητος στα επιχειρήματα και κανένας δεν μπορεί να τον πείσει να συμπορευτεί μαζί μας, ακόμη κι αν τον απειλήσει με βασανιστήρια!».

Σύντομα, κάποιοι επιτήδειοι, που συστήθηκαν ως απεσταλμένοι του πατριάρχη, ήρθαν να μιλήσουν μαζί του με στόχο να τον πιέσουν πολύ και τον εκφοβίσουν, για να τον μεταστρέψουν προς την πίστη τους. Άρχισαν λοιπόν να τον ρωτούν: «Εσύ σε ποια Εκκλησία ανήκεις; Σε αυτήν του Βυζαντίου, της Ρώμης, της Αντιόχειας, της Αλεξάνδρειας ή της Ιερουσαλήμ; Γιατί όλες αυτές οι Εκκλησίες, μαζί με τις επαρχίες που υπόκεινται σε αυτές, είναι ενωμένες μεταξύ τους. Επομένως, αν ανήκεις επίσης στην Καθολική Εκκλησία, έλα σε κοινωνία μαζί μας αμέσως, για να μην εισέλθεις χωρίς να το καταλάβεις σε κάποια νέα και παράξενη οδό!».

Τότε ο δίκαιος απάντησε σοφά: «Ο Κύριός μας Χριστός χαρακτήρισε Καθολική Εκκλησία εκείνη την Εκκλησία, η οποία διατηρεί την αληθινή και ομολογιακή παρακαταθήκη της πίστης. Γι' αυτή την ομολογία αποκάλεσε τον Πέτρο ευλογημένο και πάνω σε αυτή την ομολογία δήλωσε ότι θα θεμελίωνε την Εκκλησία Του. Εντούτοις, επιθυμώ να ξέρω το περιεχόμενο της ομολογίας σας, βάσει της οποίας όλες οι Εκκλησίες, όπως λέτε, έχουν κοινωνία. Αν δεν αντιτάσσεται στην αλήθεια τότε ούτε εγώ θα χωριστώ από αυτήν».

Οι απεσταλμένοι απάντησαν τότε: «Αν και δεν έχουμε εντολή να μιλήσουμε μαζί σου γι' αυτό το θέμα εντούτοις θα σου πούμε. Ομολογούμε δύο φύσεις στον Χριστό, αποδεχόμενοι τη διάκριση των φύσεών Του, και ένα θέλημα ως συνέπεια της ένωσης και των δύο φύσεων σε ένα πρόσωπο».

Σε αυτά ο Άγιος αντέτεινε τα εξής: «Αν μιλάτε για δύο θελήσεις, οι οποίες έχουν γίνει ένα μόνο θέλημα ως αποτέλεσμα της ένωσης των δύο φύσεων σε ένα πρόσωπο, αυτό σημαίνει πως, παρά τις δύο θελήσεις, εσείς αναγνωρίζετε και άλλη, ένα τρίτο θέλημα συγχωνευμένο ή "θεανθρωπικό"».

«Όχι», απάντησαν οι απεσταλμένοι. «Εμείς αποδεχόμαστε δύο θελήσεις, αλλά, λόγω του ότι είναι ενωμένες μεταξύ τους, μιλάμε για ένα θέλημα».

«Έχετε κατασκευάσει μιά αβέβαιη πίστη», αντέλεξε ο Άγιος, «ομολογώντας ότι ο Θεός μπορεί να υπάρξει χωρίς να έχει κάποια οντότητα. Αν συγχωνεύετε τις δύο ενέργειες σε μία λόγω της ένωσης των φύσεων σε ένα άτομο, και διαιρείτε έπειτα αυτή την ενότητα της ενέργειας σε δύο, λόγω των φύσεων που είναι διαφορετικές, είναι επόμενο πως δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ενότητα ούτε δυαδικότητα της ενέργειας, καθότι η δυαδικότητα αποκλειστικά προέρχεται από την ένωση και η ένωση αποκλείεται με τον μερισμό. Άρα αυτές οι επινοήσεις αχρηστεύουν εκείνον στον οποίο οι ενέργειες κατοικούν, δηλαδή τον "Θεάνθρωπο".

Επίσης, καταργούν την ένωση συνολικά, αν δεν δίνουν το δικαίωμα σε αυτήν να εκδηλωθεί έτσι, όπως πρέπει ως προς τη φύση της και η οποία δεν μπορεί να αφαιρεθεί από την ουσία ούτε να αλλάξει. Στην αντίθετη περίπτωση, μια ουσία που δεν φανερώθηκε στις ενέργειες θα εστερείτο οντότητας. Δεν το δέχομαι αυτό. Ούτε έχω μάθει από τους Αγίους Πατέρες να το πιστεύω. Εσείς, εφόσον έχετε τη δύναμη, συμπεριφερθείτε μου όπως σας ευχαριστεί».

Οι απεσταλμένοι, μη γνωρίζοντας τι να απαντήσουν, απείλησαν τον Άγιο με ανάθεμα και θάνατο. «Είθε το θέλημα του Θεού να πληρωθεί σε μένα, προς δόξαν του αγίου ονόματός Του», απάντησε εκείνος μειλίχια και ταπεινά.

Οι απεσταλμένοι μετέφεραν στον πατριάρχη όσα ο Άγιος είχε ομολογήσει. Ο αυτοκράτορας τότε συγκάλεσε συνέδριο με τον πατριάρχη, όπως είχε κάνει ο Πιλάτος με τους Εβραίους την παλαιά εποχή, και καταδίκασαν τον Άγιο σε εξορία σε μια μικρή πόλη στη Θράκη, Βιζύη το όνομα.

Τον μαθητή τού Αγίου, Αναστάσιο τον εξόρισαν στα απόμακρα σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, σε ένα τελείως εγκαταλελειμμένο μέρος, το οποίο καλείται στη γλώσσα των βαρβάρων Περβέρα. Το ίδιο έγινε και με τον άλλο μαθητή τού Αγίου, τον Αναστάσιο, που ήταν στο παρελθόν αποκρισάριος της Ρώμης, όπως είδαμε, ο οποίος και συνέγραψε αργότερα τον βίο του Αγίου Μαξίμου. Εξορίστηκε στη Μεσημβρία, μια πόλη στην Ανατολική Θράκη, κοντά στη Μαύρη Θάλασσα.

Εκείνη την εποχή ο Άγιος Μαρτίνος, πάπας της Ρώμης, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και, μετά από πολλά βασανιστήρια εξορίστηκε και φυλακίστηκε στη Χερσώνα. Στο μεταξύ ο πατριάρχης Παύλος πέθανε. Ο προαναφερθείς Πύρρος αναδείχθηκε νέος πατριάρχης, αλλά πέθανε ύστερα από τέσσερις μήνες. Τότε ανήλθε στον θρόνο ο Πέτρος, φανατικός υποστηρικτής της αίρεσης των μονοθελητών.

Ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα, υψηλά ιστάμενα πρόσωπα επισκέφθηκαν και πάλι τον Άγιο Μάξιμο στο όνομα του αυτοκράτορα και του πατριάρχη: ήταν ο Θεοδόσιος, επίσκοπος Καισαρείας της Βιθυνίας, και δύο ύπατοι, ο Παύλος και ο Θεοδόσιος. Έφθασαν συνοδευόμενοι από τον επίσκοπο της πόλης Βιζύης. Διέταξαν τον Άγιο να καθίσει και άρχισαν να χρησιμοποιούν διάφορους τρόπους για να τον μεταπείσουν: πότε κολακεύοντάς τον, πότε απειλώντας τον και πότε εξετάζοντας την πίστη του, υποβάλλοντάς τον σε ερωτήσεις. Ο επίσκοπος Θεοδόσιος τον ρώτησε: «Πώς είστε, κύριε μου, αββά Μάξιμε;»

«Ακριβώς όπως ο Κύριος γνώριζε από χρόνια πριν», απάντησε ο Άγιος. «Εκείνος καθόρισε τις περιστάσεις της ζωής μου και με διασφαλίζει με την πρόνοιά Του».

«Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό;» αντέλεξε ο Θεοδόσιος. «Γνωρίζει ο Θεός πραγματικά από πριν και προορίζει τις πράξεις του καθενός μας;»

«Αν Αυτός γνωρίζει από πριν, ασφαλώς Αυτός επίσης προορίζει», είπε ο Άγιος Μάξιμος.

«Τι σημαίνει Αυτός γνωρίζει από πριν και Αυτός προορίζει;» ρώτησε ο Θεοδόσιος.

«Γνωρίζει εκ των προτέρων τις σκέψεις μας, τα λόγια και τις πράξεις μας, καθώς και ό,τι έχει σχέση με τις δυνατότητές μας, αλλά προκαθορίζει αυτό που μας συμβαίνει και όχι τις δυνατότητές μας», απάντησε ο Άγιος.

«Τι βρίσκεται στη δύναμή μας και τι όχι;» ρώτησε ο επίσκοπος Θεοδόσιος.

«Τα γνωρίζετε όλα αυτά τα πράγματα, κύριέ μου, και συζητάτε μόνο για να δοκιμάσετε εμένα τον δούλο σας», απάντησε ο Άγιος Μάξιμος.

«Αλήθεια δεν ξέρω και επιθυμώ να καταλάβω ποια είναι η διαφορά μεταξύ αυτού που είναι στις δυνατότητές μας και αυτού που δεν είναι, καθώς και πως το ένα αναφέρεται στη θεϊκή πρόγνωση και το άλλο στον προκαθορισμό», δήλωσε ο επίσκοπος.

«Όλες οι καλές και κακές πράξεις μας εξαρτώνται από τη θέλησή μας», είπε ο Άγιος Μάξιμος, «αλλά οι τιμωρίες και οι καταστροφές, που μας συμβαίνουν, όπως και τα αντίθετά τους, είναι πέρα από τις δυνάμεις μας. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να επηρεάσουμε καθόλου μια μακροχρόνια ασθένεια, που ίσως μας οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο, αλλά μόνο εκείνες τις συνθήκες οι οποίες επιδεινώνουν την ασθένεια ή διασφαλίζουν την υγεία μας. Έτσι, χάρη στην τήρηση των εντολών του Θεού, δυνάμεθα να κερδίσουμε την Ουράνια Βασιλεία, ενώ η αθέτησή τους είναι αιτία για να οδηγηθούμε στη γέεννα του πυρός».
«Γιατί βασανίζεις τον εαυτό σου σε τούτη την εξορία, επιμένοντας σε αυτό, το οποίο σου προκαλεί τέτοια θλίψη;» ρώτησε ο επίσκοπος.
«Προσεύχομαι στον Θεό», απάντησε ο Άγιος, «να μου συγχωρήσει τις αμαρτίες, που έχω διαπράξει παραβαίνοντας τις εντολές Του».
«Οι θλίψεις δεν μας έρχονται συχνά, για να δοκιμαστούμε;» αντέταξε ο επίσκοπος.
«Οι άγιοι δοκιμάστηκαν», απάντησε ο Άγιος, «προκειμένου οι μυστικές αρετές τους να γίνουν παράδειγμα σε όλους, όπως συνέβη με τον Ιώβ και τον Ιωσήφ. Και, πράγματι, ο Ιώβ μπήκε σε πειρασμό προκειμένου να αποκαλύψει μια αρετή, που δεν ήταν γνωστή σε κανέναν. Ο Ιωσήφ δοκιμάστηκε εξαιτίας της αγνότητάς του και της εγκρατείας του — αρετές οι οποίες αγιάζουν τον άνθρωπο. Και όλοι οι άγιοι υπέμειναν εκουσίως σε αυτό τον κόσμο τις θλίψεις, που επιτράπηκαν από τον Θεό, για να συντρίψουν τον υπερήφανο αποστάτη διάβολο με την υπομονή τους, που ήταν καρπός των δοκιμασιών τους».
«Πράγματι μιλάς καλά», απάντησε ο επίσκοπος Θεοδόσιος. «Πάντα ήθελα να συζητώ μαζί σου για τέτοια θέματα. Αλλά, μιά κι έχουμε έρθει ως εδώ με τους συνταξιδιώτες μου, τους σεβαστούς άρχοντες, διανύοντας τεράστια απόσταση για ένα άλλο θέμα σε παρακαλούμε να δεχθείς αυτό, που σου προσφέρουμε και να δώσεις χαρά σε ολόκληρο τον κόσμο».
«Τι ακριβώς επιθυμείτε, κύριέ μου;» ρώτησε ο Άγιος. «Και ποιος είμαι εγώ και από πού προκύπτει πως η συμφωνία μου με την προσφορά σας μπορεί να δώσει χαρά σε ολόκληρο τον κόσμο;»
Ο επίσκοπος είπε: «Μιά και η αλήθεια του Κυρίου Ιησού Χριστού δεν μπορεί να διαψευσθεί, εγώ και οι σύντροφοί μου, οι σεβαστοί άρχοντες, θα σου πούμε αυτό το οποίο ακούσαμε απευθείας από τον πατριάρχη μας και τον ευσεβή αυτοκράτορα».
«Πείτε μου, κύριοί μου», απάντησε ο Άγιος Μάξιμος, «τι επιθυμείτε και τι έχετε ακούσει».
Τότε ο Θεοδόσιος άρχισε: «Ο αυτοκράτορας και ο πατριάρχης επιθυμούν πάνω απ' όλα να πληροφορηθούν γιατί αποκόπηκες από την κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης».

Ο Άγιος Μάξιμος απάντησε τότε: «Γνωρίζετε τις καινοτομίες οι οποίες εισήχθησαν πριν από είκοσι ένα χρόνια στην Αλεξάνδρεια, όταν ο Κύρος, ο προηγούμενος πατριάρχης της πόλης, κοινοποίησε δημόσια τα Εννέα Κεφάλαια, τα οποία αποδέχθηκε και επιβεβαίωσε ο θρόνος της Κωνσταντινούπολης. Εκεί έγιναν επιπλέον αλλαγές και προσθήκες - η Έκθεσις και ο Τύπος- που διαστρέβλωσαν τους ορισμούς των συνόδων. Αυτές οι καινοτομίες έγιναν από τους επικεφαλής αντιπροσώπους της Εκκλησίας του Βυζαντίου Σέργιο, Πύρρο και Παύλο, γνωστούς σε όλες τις Εκκλησίες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εγώ, ο δούλος σας, δεν έρχομαι σε κοινωνία με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης.

Ας αφαιρέσουμε αυτές τις παραβάσεις, ας καθαιρέσουμε αυτούς που τις εισήγαγαν, και τότε η οδός της σωτηρίας θα ανοίξει μπροστά σας κι εσείς θα βαδίσετε ομαλά, σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου, καθαρισμένοι από όλες τις αιρέσεις! Όταν ξαναδώ την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, όπως ήταν στο παρελθόν, τότε θα έρθω σε κοινωνία μαζί της χωρίς παραίνεση εκ μέρους οποιουδήποτε. Όσο όμως υπάρχουν αιρετικοί πειρασμοί σε αυτήν και οι επίσκοποί της παραμένουν αιρετικοί, κανένας λόγος ή πράξη δεν θα με πείσουν να έρθω σε κοινωνία μαζί της».

«Αλλά τί κακό υπάρχει στην ομολογία μας», ρώτησε ο επίσκοπος Θεοδόσιος, «που εξαιτίας του δεν θέλεις να έχεις κοινωνία μαζί μας;»

Ο Άγιος Μάξιμος απάντησε: «Ομολογείτε ότι τόσο η θεϊκή όσο και η ανθρώπινη φύση του Σωτήρα μας είναι της μίας και αυτής ενέργειας. Αν όμως εμπιστευτούμε τους Αγίους Πατέρες, οι οποίοι δήλωσαν, πως ό,τι έχει μία ενέργεια έχει επίσης και μία φύση, τότε συμπεραίνουμε πως εσείς ομολογείτε την Αγία Τριάδα όχι ως τριάδα, αλλά σαν τετράδα, σαν να ήταν Αυτού η σάρκα μίας ουσίας με τον Λόγο και όχι ίδια με την ανθρώπινη φύση, την οποία και εμείς έχουμε και η Αμόλυντος Παρθένος, η Θεοτόκος, είχε. Υπονοείτε πως είχε πάψει να είναι απολύτως συγγενής με την ανθρώπινη φύση και πως μιά νέα ουσία είχε διαμορφωθεί, από μία ουσία με τον Λόγο, στον ίδιο βαθμό που ο Λόγος είναι της ίδιας ουσίας με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα Κατά συνέπεια δεν έχουμε τριάδα, αλλά τετράδα.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν αρνείστε τις διαδικασίες και βεβαιώνετε πως η θεότητα του Χριστού και η ανθρώπινη φύση του ήταν κάτι το ενιαίο, τότε μειώνετε την ξεχωριστή και ελεύθερη ενέργειά του στο να κάνει το καλό. Γιατί, αν κάθε φύση δεν έχει την κατάλληλη ενέργεια τότε, ακόμη κι αν επιθυμούσε μία από αυτές να κάνει το αγαθό, δεν θα μπορούσε να το πράξει, καθότι θα είχε απομακρυνθεί από την ικανότητα να κάνει το καλό. Γιατί, πράγματι, χωρίς την ικανότητα να ενεργεί και χωρίς την κατάλληλη ενέργεια κατά τη φύση του, τίποτε δεν εργάζεται ούτε κάνει το παραμικρό.

Από την άλλη πλευρά, μια και αναγνωρίζετε την ενσάρκωση του Χριστού, ομολογείτε ένα θέλημα σε δύο φύσεις, αλλά έτσι αποδέχεστε πως και η σάρκα Του, σύμφωνα με το θέλημά της, ήταν ο δημιουργός των πάντων και όλης της κτίσης, μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, ενώ η σάρκα, από τη φύση της, είναι δημιούργημα η ίδια. Ή μάλλον, η σάρκα είναι χωρίς αρχή κατά το θέλημά της, καθώς το θέλημα του Θεού είναι χωρίς αρχή, μια και η θεότητα δεν μπορεί να έχει αρχή· επιπλέον, κατά τη φύση της, η σάρκα δημιουργήθηκε στην ώρα της. Αλλά το να το ομολογήσω αυτό, δεν είναι μόνο παράλογο, αλλά και ασεβές, καθώς εσείς δεν μιλάτε μόνο για το ένα θέλημα του Χριστού, αλλά και το αποκαλείτε θείο· και ένα θείο θέλημα, όπως η θεότητα καθ' εαυτήν, δεν μπορεί να υποτεθεί πως έχει ούτε αρχή ούτε τέλος.

Επίσης, απομακρύνετε από τον Χριστό τον Κύριο όλες τις εκδηλώσεις και τις ιδιότητες, με τις οποίες η θεότητά του και η ανθρωπότητά του γίνονται γνωστές, όταν στην Έκθεσι και στον Τύπο απαιτείτε να μη γίνεται λόγος ούτε για μία θέληση ούτε για δύο θελήσεις ή ενέργειες Αυτού. Αυτό το θέλημα δεν είναι ένα, επειδή αποδέχεστε, πως είναι διπλό από τη στιγμή που υποτάσσετε το ανθρώπινο θέλημα στο θείο· ούτε και είναι δύο, επειδή ενώνονται αυτά σε ένα».

Μετά από αυτά και πολλά άλλα, που είπε ο Άγιος Μάξιμος, τα οποία ο μαθητής του Αναστάσιος αναφέρει λεπτομερώς, ο Θεοδόσιος και ο πατριάρχης άρχισαν να παραδέχονται το λάθος τους. Πάντως, ο επίσκοπος του είπε κάποια στιγμή: «Αποδέξου τον Τύπο που γράφτηκε από τον αυτοκράτορα, όχι ως ένα θετικό δόγμα της πίστης, αλλά ως ένα μέσον επίλυσης αμφισβητήσιμων θεμάτων. Πράγματι, ό,τι έγραψε αυτός δεν είναι κανόνας, αλλά μιά ερμηνεία της πίστης».

Ο Άγιος Μάξιμος τότε απάντησε: «Αν ο Τύπος δεν είναι ένας αδιάσειστος νόμος, που επιβεβαιώνει την ενότητα και τη λειτουργία του Κυρίου μας, τότε γιατί με έχετε εξορίσει σε εχθρικό και ειδωλολατρικό τόπο, όπου δεν γνωρίζουν τον Θεό; Γιατί είμαι καταδικασμένος να παραμείνω εδώ, στη Βιζύη της Θράκης; Γιατί οι συνασκητές μου εξορίστηκαν ο ένας στην Περβέρα και ο άλλος στη Μεσημβρία;»

Όταν μάλιστα αναφέρθηκε στην τοπική σύνοδο, που συγκάλεσε στη Ρώμη ο όσιος πάπας Μαρτίνος και καταδίκασε τους μονοθελητές, ο επίσκοπος Θεοδόσιος απάντησε: «Αυτή η σύνοδος δεν έχει καμία σημασία, καθότι δεν συγκλήθηκε με διάταγμα του αυτοκράτορα».

Ο Άγιος αντέλεξε τότε: «Αν επικυρώνονται μόνο εκείνες οι σύνοδοι οι οποίες έχουν συγκληθεί με βασιλικό διάταγμα, τότε δεν πρέπει να υπάρχει ορθόδοξη πίστη. Θυμηθείτε τις συνόδους, που συγκλήθηκαν με βασιλικό διάταγμα και αποφάνθηκαν εναντίον του ομοουσίου, δεχόμενες τη βλάσφημη διδασκαλία, πως ο Υιός του Θεού δεν είναι της ίδιας ουσίας με τον Θεό Πατέρα. Τέτοιες σύνοδοι ήταν η πρώτη στην Τύρο, η δεύτερη στην Αντιόχεια, η τρίτη στη Σελεύκεια, η τέταρτη στην Κωνσταντινούπολη υπό την αιγίδα της Ευδοξίας της Αρειανής, η πέμπτη στη Νίκαια, η έκτη στη Σύρμη και η έβδομη στην Έφεσο, προεδρεύοντος του Διόσκορου. Όλες αυτές οι σύνοδοι συγκλήθηκαν με βασιλικά διατάγματα, αλλά απορρίφθηκαν και αναθεματίστηκαν, καθώς υιοθέτησαν άθεους ορισμούς της πίστης.

Από την άλλη πλευρά, γιατί δεν απορρίπτετε τη σύνοδο, η οποία καταδίκασε τον Παύλο από τα Σαμοσάτα και δεν την αναθεματίζετε; Διότι είναι σίγουρο, πως αυτή η σύνοδος καθοδηγήθηκε από τον Διονύσιο, πάπα Ρώμης, τον Διονύσιο Αλεξανδρείας και τον Γρηγόριο τον θαυματουργό, ο οποίος προήδρευε αυτής. Η εν λόγω σύνοδος, που έλαβε χώρα χωρίς βασιλικό διάταγμα, είναι, πάντως, ακαταμάχητη και αδιάψευστη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει ως αληθινές και άγιες μόνο τις συνόδους, στις οποίες θεσπίστηκαν αληθινά και αλάθητα δόγματα και, πράγματι, όπως γνωρίζει και διδάσκει η Αγιότητά σας, οι κανόνες εντέλλουν να συγκαλούνται οι τοπικές σύνοδοι δύο φορές τον χρόνο, τόσο για την υπεράσπιση της άμωμης πίστης μας, όσο και για τη διόρθωση αυτών που χρειάζεται να διορθωθούν. Οι κανόνες της Εκκλησίας, πάντως, δεν μιλούν για βασιλικά διατάγματα».

Κάποια στιγμή στη διάρκεια της παρατεταμένης συζήτησης, με δυνατά επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές, τα χείλη του Αγίου Μαξίμου γέμισαν από θεϊκή σοφία. Η γλώσσα του, κινούμενη από το Άγιο Πνεύμα ξεπέρασε τους αντιπάλους του. Οι τελευταίοι παρέμειναν σιωπηλοί αρκετή ώρα με τα κεφάλια σκυμμένα και τα μάτια στραμμένα στο έδαφος. Στο τέλος ένιωσαν τύψεις και άρχισαν να κλαίνε. Σηκώθηκαν και έβαλαν μετάνοια ενώπιον του Αγίου, ο οποίος έβαλε με τη σειρά του μετάνοια ενώπιόν τους.

Μετά, αφού προσευχήθηκαν όλοι μαζί, χαρούμενοι δέχθηκαν ως σωστή τη διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου και υποσχέθηκαν πως θα εναρμονίζονταν με αυτήν και θα έπειθαν τον αυτοκράτορα να κάνει το ίδιο. Ως επισφράγιση των υποσχέσεών τους φίλησαν το Ιερό Ευαγγέλιο, τον Τίμιο Σταυρό και τις άγιες εικόνες του Σωτήρος και της Υπεραγίας Θεοτόκου. Μετά αφού μίλησαν πολλή ώρα για ωφέλιμα της ψυχής πράγματα αγκαλιάστηκαν εν Κυρίω ευχόμενοι ο ένας στον άλλο ειρήνη, και ο επίσκοπος Θεοδόσιος, μαζί με τους πατρικίους, επέστρεψαν στο Βυζάντιο.

Όταν ανέπτυξαν στον αυτοκράτορα όλα όσα είχαν πει και κάνει, ο αυτοκράτορας ενοχλήθηκε πάρα πολύ. Τότε ο Θεοδόσιος και οι πατρίκιοι, φοβούμενοι την οργή του, επέστρεψαν στην αίρεση. Ο πατρίκιος Παύλος στάλθηκε πάλι στη Βιζύη για να φέρει τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή στην Κωνσταντινούπολη, αλλά αυτή τη φορά με τιμές. Όταν ο Άγιος μεταφέρθηκε στη Βασιλεύουσα διατάχτηκε να ζήσει στη μονή του Αγίου μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου, στα προάστια της πόλης.