ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΝΟΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥ
του μακαριστού π. Ευσεβίου Βίττη
* Κύριε, το ξέρεις πως μπήκα ήδη στα γηρατειά.
* Βοήθησέ με να συνειδητοποιώ όλο και βαθύτερα αυτήν την πραγματικότητα, ώστε να μη γίνωμαι τυραννικός ή βαρετός ή επαχθής ή ασυμπαθής και σιχαμερός στους γύρω μου και ιδιαίτερα στους τυχόν συνεργάτες μου.
* Απάλλαξέ με από το να επιμένω στις παλαιωμένες ιδέες μου με πείσμα γεροντικό. Δεν σου ζητώ να βελτίωσης την κρίση ή τη μνήμη μου. Μου έδωσες τα ανεκτίμητα αυτά δώρα σ' ένα βαθμό στη γόνιμη ηλικία μου. Σε ευχαριστώ για το πολύτιμο αυτό δώρο της αγαθωσύνης Σου. Τώρα πια καθώς υποβαθμίζεται η όλη μου βιολογική, ψυχολογική και πνευματική ύπαρξη, συνακολουθεί νομοτελώς και της κρίσης και της μνήμης μου η υποβάθμιση. Συχνά αυτή η κατάσταση με μειώνει, με λυπεί, με ταπεινώνει αφάνταστα και όχι σπάνια με εξευτελίζει στα ίδια μου τα μάτια αναγκάζοντάς με να ζητώ ολοένα συγγνώμη για τις μικρές ή τις μεγάλες γκάφες μου. Δεν κατανοώ βέβαια πλήρως αυτήν την αλλοίωση. Όμως Εσύ, Κύριε, ξέρεις πόσο και η σμίκρυνση και συρρίκνωση μου και στο σημείο αυτό μου χρειάζεται. Την αποδέχομαι ταπεινά, γιατί Εσύ ξέρεις. Και αφού Εσύ ξέρεις, δεν χρειάζεται να ξέρω εγώ το βαθύτερο γιατί. Άλλωστε δεν μπορώ να την κατανοήσω. Γιατί λοιπόν να θλίβωμαι και να πονώ και γι' αυτό; Δεν πρέπει να αποδέχωμαι ταπεινά τη φθαρτότητα της φύσης μου; Και δεν πρέπει να υποτάσσομαι κι εγώ ταπεινά στην τάξη, που Εσύ με τόση αγαθότητα για τα πλάσματά Σου, επομένως και για μένα, καθώρισες;
* Σφράγισε με απαραβίαστη σφραγίδα τα φλύαρα χείλη μου για να μην καταπονώ τους άλλους με βαρετές, ανούσιες και χωρίς κανένα ενδιαφέρον ή νόημα πια χιλιοειπωμένες διηγήσεις παρωχημένων γεγονότων κάποιων μακρινών και λησμονημένων χρόνων μιας ασήμαντης εποχής. Παράλληλα όμως απάλυνε τις αντιδράσεις και τις κρίσεις μου για την κρίση και τη μνήμη των άλλων. Και μην επιτρέψεις ποτέ να νιώσω νυγμούς ζήλειας για τη φρεσκάδα της μνήμης και τη δύναμη της κρίσης των άλλων. Κάνε, αντίθετα, να χαίρωμαι γι' αυτό και να Σε ευχαριστώ ολόψυχα για τα άνθη της νεότητος, όταν τυχαίνη να βρίσκωμαι ανάμεσά τους και να οσφραίνομαι το άρωμά τους.
* Δίδαξέ με τη σημασία των λόγων του Αποστόλου Σου: «Ει και ο έξω ημών άνθρωπος διαφθείρεται, αλλ' ο έσωθεν ανακαινούται ημέρα και ημέρα» (Β' Κορ. δ' 16). Και να αγωνίζωμαι να ζω αυτήν την πραγματικότητα.
* Τέλος στήριξε τα παραπαίοντα και ασταθή βήματά μου με τον «βραχίονά Σου τον υψηλόν», ώστε να μην κυλιέμαι πια στη γη και να φρονώ τα «γεώδη», αλλά αντίθετα να έχω στραμμένα τα βλέμματά μου στον ουρανό και να φρονώ τα ουράνια, έως ότου αναπαυθώ στη στοργική Σου θεία αγκάλη.
* Κύριε μου, Κύριε, Σε ευχαριστώ. Αμήν.
Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη
Θεσσαλονίκη
τηλ: 2310 212659
Παναγία Πορταΐτισσα
Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011
Περί του θανάτου - Toῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ
Περί του θανάτου
Toῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ
Δὲν πρέπει νὰ θλιβώμεθα, ἀγαπητοὶ χριστιανοὶ ἀπὸ τὴν ἐκδημία τῶν ἀδελφῶν μας πρὸς τὸν Θεό, ἀφοῦ γνωρίζομε καλὰ ὅτι δὲν ἔχουν χαθῆ, ἀλλ’ ὅτι ἁπλῶς προηγοῦνται ἀπὸ ἐμᾶς.
Ξέρομε πράγματι ὅτι δὲν μᾶς ἐγκαταλείπουν παρὰ γιὰ νὰ προπορευθοῦν, ὅπως κάνουν συχνὰ οἱ ταξιδιῶτες καὶ οἱ ναυτικοί.
Μποροῦμε νὰ λυπούμεθα, χωρὶς ὅμως νὰ θρηνοῦμε τὴν ἀπώλειά τους.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μέμφεται κάθε ἄνθρωπο ποὺ δοκιμάζει θλίψι μὲ τὸν θάνατο τῶν δικῶν του, τὸν ἐπιπλήττει καὶ μάλιστα τὸν κατηγορεῖ: «Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα.
Εἲ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὔτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει (θὰ φέρη) σὺν αὐτῷ» (Α’ Θεσσ., δ’ 13-14).
Πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι αὐτοὶ ποὺ θλίβονται γιὰ τὸν θάνατο τῶν δικῶν τους, εἶναι πράγματι αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα.
Ἑπομένως, ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ πιστεύομε στὸν Θεό, ἐμεῖς ποὺ ἔχομε τὴν πεποίθησι ὅτι ὁ Χριστὸς ὑπέφερε γιὰ ἐμᾶς καὶ ἀνέστη, ποὺ ἔχομε ἀναγεννηθῇ δι’ Αὐτοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ, γιατὶ θλιβόμεθα τόσο μὲ τὴν ἐκδημία τῶν δικῶν μας, σὰν νὰ ἦσαν χαμένοι διὰ παντός, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Κύριός μας, μᾶς ἐνισχύει μὲ αὐτοὺς τοὺς λόγους:
«Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή·
ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται·
καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. ια ́, 25-26).
Ἐάν, λοιπόν, πιστεύομε στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἐὰν ἔχομε ἐμπιστοσύνη στοὺς λόγους καὶ στὶς ὑποσχέσεις Του, δὲν θὰ πεθάνομε ποτέ.
Ἄς μὴν λησμονοῦμε ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶναι μία τελικὴ ἔξοδος, ἀλλὰ ἕνα πέρασμα, μιὰ πρόσκαιρη πορεία πρὸς τὴν αἰωνιότητα.
Ποιὸς δὲν θὰ βιαζόταν νὰ φθάση σὲ μία ζωὴ καλύτερη;
Ποιὸς δὲν θὰ ἦταν ἀνυπόμονος νὰ ἀλλάξη μορφή, νὰ μεταμορφωθῆ κατ’ εἰκόνα Χριστοῦ καὶ νὰ πλησιάση τὸ ταχύτερον στὴν οὐράνια εὐγένεια καὶ δόξα,
ὅπως τὸ κηρύσσει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος:
«Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ὅς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης Αὐτοῦ» (Φιλ. γ’, 20).
Ὅπως μαρτυρεῖ τὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως,
ὁ Ἐνώχ ἁρπάχθηκε ἀπὸ τὴν ζωή, αὐτὸς ποὺ εἶχε τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ:
«Εὐηρέστησεν Ἐνὼχ τῷ Θεῷ, καὶ οὐχ εὑρίσκετο, ὅτι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ Θεός» (Γεν. ε’, 24).
Διὰ μέσου τοῦ Σολομῶντος, τὸ ἅγιον Πνεῦμα μᾶς διδάσκει ὁμοίως ὅτι, αὐτοὶ ποὺ εὐαρεστοῦν στὸν Θεό, καλοῦνται πρόωρα ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ ἐλευθερώνονται γρηγορώτερα ἀπό τὸν κόσμο·
ἀπὸ φόβο μήπως, ἡ πολὺ μεγάλη παραμονὴ στὴν γῆ, συμβῆ νὰ τοὺς φθείρῃ:
«Ἡρπάγη, μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ.
Ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ·
διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ἐκ μέσου πονηρίας» (Σοφ. Σολ. ιδ’, 11-14).
Εὑρίσκομε ἀκόμη μέσα στοὺς Ψαλμοὺς τὸ παράδειγμα τοῦ Δαυίδ, μιᾶς ψυχῆς ἀφοσιωμένης στὸν Θεὸ μὲ τὴν πίστι τὴν πνευματική, ποὺ σπεύδει μὲ βιασύνη πρὸς τὸν Κύριο:
«Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά Σου, Κύριε τῶν δυνάμεων.
Ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ. πγ, 2).
Εἶναι ἴδιον ἐκείνου ποὺ ὁ κόσμος γοητεύει, ποὺ ἀφήνεται νὰ πλανηθῇ ἀπὸ τὰ ἀπατηλὰ θέλγητρα τοῦ κόσμου, νὰ ἐπιθυμῇ νὰ παραμείνῃ ἐπὶ μακρὸν στὴν ζωή.
Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὅμως, μᾶς ὑποχρεώνει ζωηρὰ νὰ μὴ προσηλωνόμεθα στὸν κόσμο, ὑπακούοντες στὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες μας, καὶ μᾶς παροτρύνει μὲ αὐτοὺς τοὺς λόγους:
«Μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον μηδὲ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ·
ἐάν τις ἀγαπᾷ τὸν κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς ἐν αὐτῷ·
ὅτι πᾶν τὸ ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου, οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλ’ ἐκ τοῦ κόσμου ἐστί.
Καὶ ὁ κόσμος παράγεται (παρέρχεται) καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ·
ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Α’ Ἰω. β’, 15-17).
Ἄς εἴμεθα μᾶλλον ἕτοιμοι νὰ ὑπακούσωμε στὶς βουλές τοῦ Θεοῦ, ἱσχυροὶ μὲ μιὰ ψυχὴ εὐθεῖα καὶ εἰλικρινή, μὲ μιὰ πίστι ἀκλόνητη καὶ ἕνα θάρρος σταθερό, καὶ ἄς μὴ θλιβώμεθα ἀπὸ τὸν θάνατο αὐτῶν ποὺ μᾶς εἶναι ἀγαπητοί.
Ὅταν σημάνῃ ἡ ὥρα, νὰ καλέσῃ καὶ ἐμᾶς ὁ Θεός, ἄς βαδίσωμε πρὸς Αὐτὸν χωρὶς δισταγμό, χωρὶς βαρυθυμία.
Ἄν οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ ὤφειλαν, σὲ κάθε ἐποχή, νὰ συμμορφώνονται μὲ αὐτὸν τὸν κανόνα, ἡ τήρησίς του τώρα ἔχει γίνει μία ἀναγκαιότητα.
Ὁ κόσμος, πράγματι, ἐπιταχύνει τὸν ὄλεθρό του καὶ βρίσκεται πολιορκημένος ἀπὸ πλῆθος συμφορῶν ποὺ τὸν φθείρουν, εἰς τρόπον ὥστε ἐμεῖς ποὺ ἔχομε συνείδησι τῶν κακῶν, ποὺ τὸν ἔχουν ἤδη προσβάλλει σφοδρῶς καὶ ποὺ γνωρίζομε ὅτι γεγονότα ἀκόμη βαρύτερα τὸν ἀπειλοῦν, συμπεραίνομε χωρὶς κόπο ὅτι, τὸ μεγαλύτερο συμφέρον γιὰ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς εἶναι νὰ ἀποσυρθοῦμε, τὸ γρηγορώτερον, ἀπὸ τὴν γῆ ἐδῶ.
Καὶ δὲν πρέπει, ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ μου, νὰ λησμονοῦμε ὅτι, ἔχομε ἤδη ἀποχωρισθῆ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ζοῦμε ἐδῶ κάτω «ὡς πάροικοι καὶ παρεπίδημοι» –σὰν ξένοι καὶ περαστικοὶ – (Α’ Πέτρ. β’, 11), σὰν ταξιδιῶτες.
Εὐλογημένη ἡ ἡμέρα, ποὺ ἔχει ὁρίσει στὸν καθένα τὴν πραγματικὴ του κατοικία καὶ πού, ἀφοῦ μᾶς ἀποσπάσει ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ δεσμά του, μᾶς μεταφέρει στὸν Παράδεισο καὶ στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Τὶ γλυκύτητα νὰ πεθαίνης χωρίς φόβο!
Τὶ μακαριότητα βαθειὰ καὶ ἀτελείωτη, νὰ ζῆς μέσα στὴν αἰωνιότητα!
Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν θὰ ἔσπευδε νὰ ξαναφθάσῃ στὴν πατρίδα του,
μετὰ ἀπὸ ἕνα διάστημα παραμονῆς στὴν ξενιτειά;
Πατρίδα μας εἶναι ὁ παράδεισος καὶ ἐξ ἀρχῆς εἴχαμε τοὺς Πατριάρχες γιὰ πατέρες.
Γιατί, λοιπόν, δὲν σπεύδομε ν’ ἀντικρύσωμε τὴν πατρίδα μας;
Ἐκεῖ εὑρίσκεται ὁ ἔνδοξος χορὸς τῶν Ἀποστόλων,
ἡ ζωογόνος πληθὺς τῶν Προφητῶν,
ἡ ἀναρίθμητη στρατιὰ τῶν Μαρτύρων,
στεφανωμένων γιὰ τὰ κατορθώματά τους ἐνάντια στὸν ἐχθρὸ καὶ τὸν πόνο,
ἀπολαμβάνοντες ἐκεῖ τὸν θρίαμβό των.
Ἐκεῖ ἀκτινοβολοῦν οἱ παρθένοι,
ποὺ ὑπεδούλωσαν μὲ ἀξιέπαινες προσπάθειες τὴν φιληδονία τῆς σαρκός.
Ἐκεῖ, τέλος, ἀνταμοίβονται οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐπέδειξαν εὐσπλαχνία καὶ οἶκτο,
ποὺ πολλαπλασίασαν τὶς ἐλεήμονες πράξεις τους συντρέχοντες, σὰν βοηθοί, στὶς ἀνάγκες τῶν πτωχῶν καί, πιστοὶ στὰ παραγγέλματα τοῦ Κυρίου, κατάφεραν νὰ ἀνυψωθοῦν ἀπὸ τὰ γήινα ἀγαθὰ στοὺς θησαυροὺς τοὺς οὐράνιους.
Ἄς βιαστοῦμε λοιπόν, νὰ τοὺς συναντήσωμε καὶ νὰ παρουσιασθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ ὁ Χριστός μας ἄς διαγνώσῃ τὸν πόθο τῆς πίστεως καὶ τῆς ψυχῆς μας·
Αὐτός, ὁ Ὁποῖος ἀπονέμει τὴν ὕψιστη ἀνταμοιβὴ τῆς δόξης Του σὲ αὐτούς, ποὺ τὸν ἔχουν ποθήσει μὲ τὴν πιὸ μεγάλη θέρμη τῆς καρδιᾶς τους.
---------------------------------------------------------------------------
Ἁγίου Κυπριανοῦ Καρθαγένης (+258 μ.Χ.), «De Mortalitate»
«Περὶ τοῦ θανάτου», (P.L. 4, 58 3-602)
http://www.orthodoxfathers.com/logos/Peri-tou-thanatou
Toῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ
Δὲν πρέπει νὰ θλιβώμεθα, ἀγαπητοὶ χριστιανοὶ ἀπὸ τὴν ἐκδημία τῶν ἀδελφῶν μας πρὸς τὸν Θεό, ἀφοῦ γνωρίζομε καλὰ ὅτι δὲν ἔχουν χαθῆ, ἀλλ’ ὅτι ἁπλῶς προηγοῦνται ἀπὸ ἐμᾶς.
Ξέρομε πράγματι ὅτι δὲν μᾶς ἐγκαταλείπουν παρὰ γιὰ νὰ προπορευθοῦν, ὅπως κάνουν συχνὰ οἱ ταξιδιῶτες καὶ οἱ ναυτικοί.
Μποροῦμε νὰ λυπούμεθα, χωρὶς ὅμως νὰ θρηνοῦμε τὴν ἀπώλειά τους.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μέμφεται κάθε ἄνθρωπο ποὺ δοκιμάζει θλίψι μὲ τὸν θάνατο τῶν δικῶν του, τὸν ἐπιπλήττει καὶ μάλιστα τὸν κατηγορεῖ: «Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα.
Εἲ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὔτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει (θὰ φέρη) σὺν αὐτῷ» (Α’ Θεσσ., δ’ 13-14).
Πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι αὐτοὶ ποὺ θλίβονται γιὰ τὸν θάνατο τῶν δικῶν τους, εἶναι πράγματι αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα.
Ἑπομένως, ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ πιστεύομε στὸν Θεό, ἐμεῖς ποὺ ἔχομε τὴν πεποίθησι ὅτι ὁ Χριστὸς ὑπέφερε γιὰ ἐμᾶς καὶ ἀνέστη, ποὺ ἔχομε ἀναγεννηθῇ δι’ Αὐτοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ, γιατὶ θλιβόμεθα τόσο μὲ τὴν ἐκδημία τῶν δικῶν μας, σὰν νὰ ἦσαν χαμένοι διὰ παντός, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Κύριός μας, μᾶς ἐνισχύει μὲ αὐτοὺς τοὺς λόγους:
«Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή·
ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται·
καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. ια ́, 25-26).
Ἐάν, λοιπόν, πιστεύομε στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἐὰν ἔχομε ἐμπιστοσύνη στοὺς λόγους καὶ στὶς ὑποσχέσεις Του, δὲν θὰ πεθάνομε ποτέ.
Ἄς μὴν λησμονοῦμε ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶναι μία τελικὴ ἔξοδος, ἀλλὰ ἕνα πέρασμα, μιὰ πρόσκαιρη πορεία πρὸς τὴν αἰωνιότητα.
Ποιὸς δὲν θὰ βιαζόταν νὰ φθάση σὲ μία ζωὴ καλύτερη;
Ποιὸς δὲν θὰ ἦταν ἀνυπόμονος νὰ ἀλλάξη μορφή, νὰ μεταμορφωθῆ κατ’ εἰκόνα Χριστοῦ καὶ νὰ πλησιάση τὸ ταχύτερον στὴν οὐράνια εὐγένεια καὶ δόξα,
ὅπως τὸ κηρύσσει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος:
«Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ὅς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης Αὐτοῦ» (Φιλ. γ’, 20).
Ὅπως μαρτυρεῖ τὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως,
ὁ Ἐνώχ ἁρπάχθηκε ἀπὸ τὴν ζωή, αὐτὸς ποὺ εἶχε τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ:
«Εὐηρέστησεν Ἐνὼχ τῷ Θεῷ, καὶ οὐχ εὑρίσκετο, ὅτι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ Θεός» (Γεν. ε’, 24).
Διὰ μέσου τοῦ Σολομῶντος, τὸ ἅγιον Πνεῦμα μᾶς διδάσκει ὁμοίως ὅτι, αὐτοὶ ποὺ εὐαρεστοῦν στὸν Θεό, καλοῦνται πρόωρα ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ ἐλευθερώνονται γρηγορώτερα ἀπό τὸν κόσμο·
ἀπὸ φόβο μήπως, ἡ πολὺ μεγάλη παραμονὴ στὴν γῆ, συμβῆ νὰ τοὺς φθείρῃ:
«Ἡρπάγη, μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ.
Ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ·
διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ἐκ μέσου πονηρίας» (Σοφ. Σολ. ιδ’, 11-14).
Εὑρίσκομε ἀκόμη μέσα στοὺς Ψαλμοὺς τὸ παράδειγμα τοῦ Δαυίδ, μιᾶς ψυχῆς ἀφοσιωμένης στὸν Θεὸ μὲ τὴν πίστι τὴν πνευματική, ποὺ σπεύδει μὲ βιασύνη πρὸς τὸν Κύριο:
«Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά Σου, Κύριε τῶν δυνάμεων.
Ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ. πγ, 2).
Εἶναι ἴδιον ἐκείνου ποὺ ὁ κόσμος γοητεύει, ποὺ ἀφήνεται νὰ πλανηθῇ ἀπὸ τὰ ἀπατηλὰ θέλγητρα τοῦ κόσμου, νὰ ἐπιθυμῇ νὰ παραμείνῃ ἐπὶ μακρὸν στὴν ζωή.
Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὅμως, μᾶς ὑποχρεώνει ζωηρὰ νὰ μὴ προσηλωνόμεθα στὸν κόσμο, ὑπακούοντες στὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες μας, καὶ μᾶς παροτρύνει μὲ αὐτοὺς τοὺς λόγους:
«Μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον μηδὲ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ·
ἐάν τις ἀγαπᾷ τὸν κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς ἐν αὐτῷ·
ὅτι πᾶν τὸ ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου, οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλ’ ἐκ τοῦ κόσμου ἐστί.
Καὶ ὁ κόσμος παράγεται (παρέρχεται) καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ·
ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Α’ Ἰω. β’, 15-17).
Ἄς εἴμεθα μᾶλλον ἕτοιμοι νὰ ὑπακούσωμε στὶς βουλές τοῦ Θεοῦ, ἱσχυροὶ μὲ μιὰ ψυχὴ εὐθεῖα καὶ εἰλικρινή, μὲ μιὰ πίστι ἀκλόνητη καὶ ἕνα θάρρος σταθερό, καὶ ἄς μὴ θλιβώμεθα ἀπὸ τὸν θάνατο αὐτῶν ποὺ μᾶς εἶναι ἀγαπητοί.
Ὅταν σημάνῃ ἡ ὥρα, νὰ καλέσῃ καὶ ἐμᾶς ὁ Θεός, ἄς βαδίσωμε πρὸς Αὐτὸν χωρὶς δισταγμό, χωρὶς βαρυθυμία.
Ἄν οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ ὤφειλαν, σὲ κάθε ἐποχή, νὰ συμμορφώνονται μὲ αὐτὸν τὸν κανόνα, ἡ τήρησίς του τώρα ἔχει γίνει μία ἀναγκαιότητα.
Ὁ κόσμος, πράγματι, ἐπιταχύνει τὸν ὄλεθρό του καὶ βρίσκεται πολιορκημένος ἀπὸ πλῆθος συμφορῶν ποὺ τὸν φθείρουν, εἰς τρόπον ὥστε ἐμεῖς ποὺ ἔχομε συνείδησι τῶν κακῶν, ποὺ τὸν ἔχουν ἤδη προσβάλλει σφοδρῶς καὶ ποὺ γνωρίζομε ὅτι γεγονότα ἀκόμη βαρύτερα τὸν ἀπειλοῦν, συμπεραίνομε χωρὶς κόπο ὅτι, τὸ μεγαλύτερο συμφέρον γιὰ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς εἶναι νὰ ἀποσυρθοῦμε, τὸ γρηγορώτερον, ἀπὸ τὴν γῆ ἐδῶ.
Καὶ δὲν πρέπει, ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ μου, νὰ λησμονοῦμε ὅτι, ἔχομε ἤδη ἀποχωρισθῆ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ζοῦμε ἐδῶ κάτω «ὡς πάροικοι καὶ παρεπίδημοι» –σὰν ξένοι καὶ περαστικοὶ – (Α’ Πέτρ. β’, 11), σὰν ταξιδιῶτες.
Εὐλογημένη ἡ ἡμέρα, ποὺ ἔχει ὁρίσει στὸν καθένα τὴν πραγματικὴ του κατοικία καὶ πού, ἀφοῦ μᾶς ἀποσπάσει ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ δεσμά του, μᾶς μεταφέρει στὸν Παράδεισο καὶ στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Τὶ γλυκύτητα νὰ πεθαίνης χωρίς φόβο!
Τὶ μακαριότητα βαθειὰ καὶ ἀτελείωτη, νὰ ζῆς μέσα στὴν αἰωνιότητα!
Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν θὰ ἔσπευδε νὰ ξαναφθάσῃ στὴν πατρίδα του,
μετὰ ἀπὸ ἕνα διάστημα παραμονῆς στὴν ξενιτειά;
Πατρίδα μας εἶναι ὁ παράδεισος καὶ ἐξ ἀρχῆς εἴχαμε τοὺς Πατριάρχες γιὰ πατέρες.
Γιατί, λοιπόν, δὲν σπεύδομε ν’ ἀντικρύσωμε τὴν πατρίδα μας;
Ἐκεῖ εὑρίσκεται ὁ ἔνδοξος χορὸς τῶν Ἀποστόλων,
ἡ ζωογόνος πληθὺς τῶν Προφητῶν,
ἡ ἀναρίθμητη στρατιὰ τῶν Μαρτύρων,
στεφανωμένων γιὰ τὰ κατορθώματά τους ἐνάντια στὸν ἐχθρὸ καὶ τὸν πόνο,
ἀπολαμβάνοντες ἐκεῖ τὸν θρίαμβό των.
Ἐκεῖ ἀκτινοβολοῦν οἱ παρθένοι,
ποὺ ὑπεδούλωσαν μὲ ἀξιέπαινες προσπάθειες τὴν φιληδονία τῆς σαρκός.
Ἐκεῖ, τέλος, ἀνταμοίβονται οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐπέδειξαν εὐσπλαχνία καὶ οἶκτο,
ποὺ πολλαπλασίασαν τὶς ἐλεήμονες πράξεις τους συντρέχοντες, σὰν βοηθοί, στὶς ἀνάγκες τῶν πτωχῶν καί, πιστοὶ στὰ παραγγέλματα τοῦ Κυρίου, κατάφεραν νὰ ἀνυψωθοῦν ἀπὸ τὰ γήινα ἀγαθὰ στοὺς θησαυροὺς τοὺς οὐράνιους.
Ἄς βιαστοῦμε λοιπόν, νὰ τοὺς συναντήσωμε καὶ νὰ παρουσιασθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ ὁ Χριστός μας ἄς διαγνώσῃ τὸν πόθο τῆς πίστεως καὶ τῆς ψυχῆς μας·
Αὐτός, ὁ Ὁποῖος ἀπονέμει τὴν ὕψιστη ἀνταμοιβὴ τῆς δόξης Του σὲ αὐτούς, ποὺ τὸν ἔχουν ποθήσει μὲ τὴν πιὸ μεγάλη θέρμη τῆς καρδιᾶς τους.
---------------------------------------------------------------------------
Ἁγίου Κυπριανοῦ Καρθαγένης (+258 μ.Χ.), «De Mortalitate»
«Περὶ τοῦ θανάτου», (P.L. 4, 58 3-602)
http://www.orthodoxfathers.com/logos/Peri-tou-thanatou
Θερμή ικεσία στο Πάτερ ἡμῶν
Θερμή ικεσία στο Πάτερ ημών
Του μακαριστού Γέροντος Ευσεβίου Βίττη
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς
Τὶ μεγάλη τιμὴ γιὰ μένα τὸ πλάσμα Σου, νὰ Σὲ ὀνομάζω Πατέρα! Πόσον πλοῦτον δὲν κρύβει αὐτὴ ἡ λέξη: Πατέρας!
Κρύβει τὴν ἀπέραντη στοργή, ποὺ εἶναι ἀπερινόητη καὶ ἀπεριχώριτη στὸ μικρὸ καὶ περιωρισμένο μου μυαλό. Μιὰ ἀμυδρὴ καὶ μόλις διακρινόμενη εἰκόνα αὐτῆς τῆς στοργῆς μοῦ φανερώνει ἡ στοργὴ τοῦ ἀγαπημένου μου γήινου πατέρα μου. Ἐσύ, γιὰ νὰ νιώσουμε αὐτὴ τὴ στοργή Σου τὴν ἀκατανόητη, τὴν φύτεψες στὴν καρδιὰ τοῦ φυσικοῦ μου πατέρα. Καὶ ἔτσι μπορῶ, ὄχι βέβαια νὰ καταλάβω, ἀλλὰ νὰ διαισθανθῶ κάπως τὶ σημαίνει γιὰ μένα ἡ δική Σου στοργὴ ὡς οὐράνιου Πατέρα μου.
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς
Ὅμως ἐγώ, ἐπουράνιε Πατέρα, δὲν ξέρω τὶ θὰ πῆ πατέρας. Μοῦ εἶπαν, ὅτι ὁ πατέρας μου πέθανε προτοῦ κὰν γεννηθῶ. Πατέρα μου Οὐράνιε. Πόσο πονοῦσε ἡ καρδιά μου, ὅταν ἥμουν παιδάκι! Ἔβλεπα τὰ ἄλλα παιδιὰ νὰ ἀγκαλιάζουν τὸν πατέρα τους, νὰ τὸν φιλοῦν καὶ νὰ φιλιοῦνται, νὰ τὰ κρατάη ἀπὸ τὸ χέρι στοργικά, νὰ τοὺς δείχνη τὴν προστασία του καὶ τόσα ἄλλα αἰσθήματα καὶ τόσες ἄλλες ἐκδηλώσεις καὶ πράξεις, δείγματα στοργῆς καὶ μέριμνας γονικῆς. Πόσο λαχταροῦσα καὶ ἐγὼ νὰ εἶχα ἕναν πατέρα! Πόσο ἔνιωθα φτωχὸς καὶ στερημένος! Πόσο ἔκλαιγε ἡ καρδιά μου! Πόσο βασάνιζα τὴ φαντασία μου γιὰ νὰ ζωγραφίσω τουλάχιστον μέσα μου μιὰ κάποια εἰκόνα τοῦ πατέρα μου, ποὺ ἔφυγε προτοῦ νὰ τὸν ἰδῶ! Ὅμως τώρα πιά, ὅταν κατάλαβα τὸν ἑαυτό μου καὶ κάποια πράγματα, καὶ ἔμαθα γιὰ πρώτη φορὰ πὼς ἔχω Ἐσένα Πατέρα, πόσο γοητεύθηκα, πόσο χάρηκα καὶ πόσο νιώθω τώρα πλούσιος(α), ἀσφαλισμένος(η), μακάριος(α) ἀληθινά, γιατὶ ἀπόκτησα κι ἐγὼ Πατέρα. Ναί, Πατέρας μου εἶσαι Ἐσύ, ὁ Πλάστης καὶ Δημιουργός μου! Σὲ εὐχαριστῶ Πατέρα μου ἐπουράνιε! Σὲ εὐχαριστῶ ὁλόψυχα!
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς
Ἐγὼ ἀντίθετα, εἶχα ἢ ἔχω γήινον πατέρα, Πάτερ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Μὰ γιὰ μένα ἦταν κάτι τὸ τρομερό! Ὅταν γύριζε στὸ σπίτι μάλιστα μεθυσμένος καὶ ἀδιάντροπος, φοβερὸς καὶ τρομερός, πόσο τὸν φοβόμουν! Ἀκούγοντάς τον νὰ βλαστημάη μὲ ἀκατανόητες τότε γιὰ μένα, μὰ ἀηδιαστικὲς καὶ ἀπαίσιες τώρα γιὰ μένα λέξεις, ἔτρεμα σὰν τὸ ψάρι σύγκορμος (ἢ καὶ ἔνιωθα κοκκαλωμένος(η) ἀπὸ τὸν τρόμο. Μανούλα μου! ἔρχεται τὸ θηρίο, φώναζα τρομοκρατημένος(η) καὶ ἔπεφτα στὴν ἀγκαλιά της. Μόλις ὅμως ἄκουγα τὰ βήματά του ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα, ἔφευγα πανικόβλητος καὶ κρυβόμουνα κάτω ἀπὸ τὸ κρεβάτι. Καὶ μὲ συγκρατημένη τὴν ἀνάσα καὶ βουβὸ κλάμα ἄκουγα νὰ δέρνη τὴ μανούλα μου, καὶ ἡ παιδική μου καρδιὰ γινόταν κομμάτια. Γιὰ μένα πατέρας σήμαινε θηρίο ἀνήμερο, βάρβαρος ἄνθρωπος, κτηνώδης, βίαιος, ἐγκληματίας. Ἔπρεπε νὰ περάσουν χρόνια πολλὰ καὶ πονεμένα, γιὰ νὰ μάθω πὼς ἔχω ἕναν ἄλλο πατέρα, Ἐσένα Πλάστη μου οὐράνιε. Καὶ τότε κατάλαβα τὶ σημαίνει πατέρας. Καὶ σὲ ἀγάπησα μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ καὶ σὲ λάτρεψα καὶ σὲ λατρεύω ὁλόψυχα πάντα ἀπὸ τότε.
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς
Ἐμένα ὁ πατέρας μου ἦταν ψυχρὸς καὶ ἀδιάφορος. Δὲν τὸν εἶδα ποτὲ νὰ μοῦ ἁπλώση τὸ χέρι. Τοῦ φαινόταν βάρος ἀβάσταχτο. Δὲν θυμᾶμαι νὰ σκύψη ποτὲ ἐπάνω μου, γιὰ νὰ μοῦ δώση ἕνα φιλί. Πάντα μὲ τὴν ἐφημερίδα στὸ χέρι ἢ προσηλωμένος στὴν τηλεόραση, μὲ ἀπέπεμπε, γιατὶ τοῦ χαλοῦσα τὴν ἡσυχία. Μοῦ ἦταν ξένος καὶ ἄγνωστος. Καὶ ἀποροῦσα ποιὸν ρόλο ἔπαιζε μέσα στὸ σπίτι μας. Δὲν τὸν ἄκουσα ποτὲ νὰ λέη ἕνα γλυκὸ λόγο στὴ μανούλα μου. Μόνο τὰ λεφτὰ ὑπολόγιζε, γι' αὐτὰ μιλοῦσε ἢ γκρίνιαζε καὶ ποτὲ δὲν ἔνιωσα νὰ λέη κάτι γιὰ Σένα, Πατέρα Οὐράνιε. Μόνο γιὰ γήινα καὶ φθαρτὰ πράγματα μιλοῦσε, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχης Ἐσύ. Πόσο ὅμως ἄλλαξε γιὰ μένα ἡ ζωή, ὅταν συνειδοτοποίησα, πὼς ἔχω ἕναν πολὺ στοργικὸ καὶ ἀπέραντα τρυφερὸ πατέρα, Ἐσένα Πάτερ ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς!
Σὲ εὐχαριστῶ θερμά. Πόση ἀνακούφιση καὶ παρηγοριὰ βρίσκω κοντά Σου! Σοῦ μιλάω, ὅταν θέλω. Σοῦ λέω ὅ, τι θέλω ἐλεύθερα καὶ χωρὶς φόβο γιὰ τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες μου, γιὰ τοὺς φόβους καὶ τὶς δυσκολίες μου χωρὶς νὰ τρομάζω καὶ νὰ χτυπάη ἡ καρδιά μου ἀπὸ φόβο μὴ τυχὸν πῶ κάτι ἀταίριαστο καὶ νιώσω πὼς θὰ μὲ εἰρωνευθῆς. Κάθε φορά, ποὺ μιλάω μαζί Σου Σὲ ἀγκαλιάζω νοερά. Ὢ, τὶ εὐτυχία νιώθω τότε! Πόση ἀσφάλεια, πόση βεβαιότητα, πόση ἐλπίδα καὶ αἰσιοδοξία, Πατέρα μου Οὐράνιε! Σὲ εὐχαριστῶ γιὰ ὅλα καὶ γιατὶ μὲ ἔμαθες νὰ ἀγαπῶ παρόλα αὐτὰ τὸν φυσικό μου πατέρα. Καὶ γιὰ χάρη Σου θὰ τὸν ἀγαπῶ ὅλο καὶ πιὸ πολὺ μέχρις ὅτου κλείση τὰ μάτια του.
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς
Ἀλλά, Πατέρα μου, ἐπίτρεψέ μου νὰ Σὲ παρακαλέσω μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ γιὰ ὅσα παιδιά Σου δὲν Σὲ γνωρίζουν. Γιὰ ὅλα τὰ παιδιά, ποὺ ἡ λέξη πατέρας συμβαίνει νὰ μὴ λέη τίποτε ἢ νὰ σημαίνη ὅ, τι ξένο, ὅ, τι πρόξενο φόβου, ἀπέχθειας, ἀηδίας, ὀδύνης, μίσους, ἀποστροφῆς, ἀδιαφορίας, περιφρονήσεως, ἐκδικητικότητος καὶ ὅτι ἀνάλογό τους γιὰ τοὺς φυσικούς τους πατέρες, ποὺ δὲν ἀνταποκρίνονται ἔτσι ἢ ἀλλιῶς στὸν τίτλο καὶ τὴν εὐλογημένη ἰδιότητα καὶ ἀποστολὴ τοῦ πατέρα. Ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσους θὰ ἦθελαν νὰ ἔχουν πατέρα, ἀλλὰ δὲν τὸν γνώρισαν ποτέ.
Μαλάκωσε, Πατέρα μου, τὶς καρδιές τους, κάνε τους τρυφεροὺς καὶ στοργικοὺς στὰ παιδιά τους, κάνε τους προνοητικούς, προστατευτικούς, ἀληθινούς, γνήσιους πατέρες, εἰκόνες καὶ ἀντίγραφα λιγώτερο ἢ περισσότερο δικά Σου, ὅσο εἶναι αὐτὸ μπορετὸ γιὰ ἄνθρωπο, ὥστε νὰ σκορπίζουν χαρά, γέλιο, ἀσφάλεια, θάρρος, ἀγάπη, βεβαιότητα καὶ ἀμοιβαιότητα καὶ ὅτι ἄλλο ἀνάλογο χριειάζονται τὰ παιδιὰ ἀπὸ ἕναν καὶ γιὰ ἕναν πατέρα, ἀντάξιο τοῦ ὀνόματός τους ὡς πατέρων, ὡς εἰκόνες Σου ζωντανές.
Πόσο θὰ Σοῦ εἶμαι εὐγνώμων, Πατέρα μου, διαπιστώνοντας ὅ, τι Σοῦ ζητῶ ἐπίμονα καὶ μὲ θέρμη γιὰ τὰ πρόσωπα, ποὺ γνωρίζω ποὺ δὲν ἔχουν κι ἂς ἔχουν, πατέρα. Καὶ πρὸ πάντων, πρὸ πάντων, νὰ γνωρίσουν Ἐσένα, οὐράνιε Πατέρα, ὥστε κι ἂν ὁ φυσικός τους πατέρας, δὲν ζῆ ἢ ἂν ζῆ, δὲν θέλει ἢ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πατέρας ὅπως πρέπει, ὅπως τὸν λαχταράει ἡ παιδικὴ πρὸ πάντων ψυχή, νὰ ἔχουν Ἐσένα, γλυκύτατε Πάτερ, πατέρα. Εἶμαι βέβαιος(η) πὼς δὲν Σοῦ ζητῶ κάτι παράλογο Πατέρα. Ἔτσι δὲν εἶναι; Σὲ εὐχαριστῶ.
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς
Νιώθω, Πατέρα μου, πὼς δὲν εἶμαι μόνος(η) μου στὴν γῆ ἐτούτη, κι ἂς μοῦ λείπουν κάποιοι ἢ ὅλοι οἱ δικοί μου, γιατὶ κάτι τέτοιο εἶναι ἀδύνατο νὰ διορθωθῆ. Τὸ ξέρεις καλὰ αὐτό. Καὶ ὅ, τι κι ἂν μοῦ συμβῆ τώρα, τὴ νύχτα ἐτούτη ἢ τὴ μέρα, ποὺ θὰ ἔχω τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ μὲ φυλάγης, ὅτι θὰ μὲ προστατεύης, ὅτι θὰ συμβαδίζης μαζί μου σὲ κάθε μου βῆμα, ὅτι θὰ μὲ φωτίζης σὲ κάθε δύσκολη περίσταση, ὅτι θὰ μὲ παρηγορῆς σὲ κάθε μου θλίψη, ὅτι θὰ χαίρεσαι στὶς χαρές μου, ὅτι θὰ μὲ ἀγαπᾶς ναί, θὰ μὲ ἀγαπᾶς πολύ.
Πατέρα μου, κάνε νὰ νιώθω τὴν εὐτυχία αὐτοῦ τοῦ θελτικοῦ λόγου, ὅτι εἶσαι Πατέρας μου, Ὢ, δὲν χρειάζεται νὰ βυθίζω τὰ βλέμματά μου στὰ γαλάζια χάη τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου κατοικεῖς, γιατὶ εἶσαι μέσα στὴν καρδιά μου, Πατέρα μου. Καὶ ἐκεῖ, ὅπου βρίσκεσαι, δὲν εἶναι οὐρανός, Πατέρα; Μάλιστα, μάλιστα, Πατέρα μου. Αὐτὴν τὴν ὥρα ἡ καρδιά μου μεγαλώνει, μεγαλώνει, μεγαλώνει καὶ γίνεται ἀπέραντη ἔχοντας Ἐσένα μέσα μου, γιατὶ ἔχει γίνει οὐρανός. Καὶ ἔγινε οὐρανὸς μὲ ὅλη τὴ χαρά, ποὺ ἔχει πάντα ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ, μὲ ὅλη τὴ χαρά, ποὺ κυριαρχεῖ ἐκεῖ καὶ κάνει μακάριες τὶς οὐράνιες ὑπάρξεις, ποὺ μόνιμα κατοικοῦν ἐκεῖ.
Ὤ, ἂν ἡ καρδιά μου παραμένη ἀθώα, καθαρή, ἀρρύπωτη, πόσο ἡ μέρα μου θὰ εἶναι μέρα οὐράνια! Καὶ πιὸ εὐτυχισμένη καὶ ἀπὸ τούτη τὴ στιγμή, ἂν μοῦ δοθῆ ἡ εὐκαιρία ἢν ἂν χρειασθῆ, ἂς ὑποφέρω κάτι γιὰ χάρη Σου, Πατέρα, ἂς κουραστῶ γιὰ Σένα, ἂς πονέσω γιὰ Σένα, ἂν αὐτὸ θὰ ἀπαιτηθῆ γιὰ χάρη κάποιων παιδιῶν Σου.
Εἶμαι ἔτοιμος/η, Πατέρα, γιὰ ὅλα. Καὶ γιὰ ὅ, τι θὰ μοῦ στείλης ἢ θὰ ἐπιτρέψης νὰ μοῦ συμβῆ· καὶ χαρὰ καὶ λύπη· καὶ κόπο καὶ ἀνάπαυση· καὶ ἐπιτυχία καὶ ἀποτυχία· καὶ νίκη, ἀλλὰ καὶ ·ἧττα. Γιατὶ τίποτε δὲν γίνεται χωρὶς τὸ θέλημά Σου ἢ κατὰ παραχώρησή Σου, εἶναι γιὰ μένα εὐλογημένο καὶ εὐαπόδεκτο, εἴτε τὸ καταλαβαίνω εἴτε ὄχι. Ξέρεις Ἐσὺ «ὧν χρείαν ἔχω». Σὲ εὐχαριστῶ, Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς!
Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου
Νὰ ἁγιασθῆ τὸ ὄνομά Σου Πάτερ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σημαίνει
Νὰ τὸ προφέρω μὲ σεβασμό. Καὶ θὰ ἤθελα ἀπὸ σήμερα νὰ κάνω τὴν προσευχή μου μὲ πιὸ ἀργὸ ρυθμό, ἤρεμα- ἤρεμα, χωρὶς βαισύνη καὶ πίεση, χωρὶς νὰ τὸ κάνω σὰν πάρεργο καὶ κάτι σὰν ἀγγαρεία, χωρὶς νὰ εἶναι μηχανικὴ καὶ κάτι σὰν ρουτίνα. Νὰ κάνω τὸ σταυρό μου εὐλαβικὰ καὶ σωστά. Νὰ κάνω τὸ κομποσκοίνι μου σιγὰ σιγὰ καὶ μὲ προσήλωση, ὅση μοῦ εἶναι δυνατή.
Θέλω αὐτὴ τὴ στιγμή, ἀλλὰ καὶ κάθε παρόμοια στιγμή, νὰ Σὲ νιώθω πιὸ πολὺ κοντά μου· νὰ αἰσθάνωμαι πὼς μὲ ἀκοῦς μὲ καλωσύνη καὶ ἀγαπητικά, πὼς μὲ παρατηρεῖς μὲ στοργικὴ τρυφερότητα, μὲ τρυφερὴ στοργικότητα.
Θέλω, Πατέρα μου, νὰ νιώθω τὴν καρδιά μου σὰν τὸ ἅγιο Θυσιαστήριο, τὴν Ἀγία Τράπεζα, τοῦ ἱεροῦ μας Ναοῦ καὶ νὰ Σοῦ προσφέρω σὲ αὐτὸ τὸν ἑαυτό μου «θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν εὐάρεστον, τὴν λογικήν μου λατρεία» «μὴ συσχηματιζόμενον τῷ αἰῶνι τούτῳ ἀλλὰ μεταμορφούμενον τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός μου εἰς τὸ δοκιμάζειν τὸ θέλημά Σου τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον».
Νὰ ἁγιάζω τὸ ὄνομά Σου, σημαίνει νὰ τὸ π ρ ο φ έ ρ ω πιὸ συχνὰ πιὰ ἀγαπητικά, πιὸ θερμά, πιὸ εἰλικρινά, πιὸ ποθεινά. Θέλω κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ νὰ ἔχω τὸ ὄνομά Σου στὰ χείλη μου καὶ αὐτὸ σημαίνει, νὰ ἔχω πρὸ πάντων, ὅταν ἔχω νὰ κάνω κάτι σημαντικό, ὅταν ἔχω κάποια δυσκολία νὰ ξεπεράσω, ὅταν κάποιο πρόβλημα πρέπει νὰ λύσω. Νὰ τὸ ψυθιρίζω γλυκά-γλυκά. Γιατὶ τὸ ὄνομά Σου σημαίνει στοργή, σημαίνει ἀγάπη, σημαίνει σοφία, σημαίνει ὀμορφιά, σημαίνει τὸ πᾶν, πέρα κάθε φαντασία καὶ νοητὴ σύλληψη.
Ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου
Ὤ, Πατέρα μου, Πατέρα! Εἶσαι μέσα στὴν καρδιά μου. Καὶ ἡ καρδιά μου εἶναι χῶρος τῆς ἀπόλυτης Δεσποτείας Σου καὶ ἐπικρατείας Σου. Ὄχι πὼς δὲν μπορεῖς νὰ κυριαρχήσεις μέσα μου. Πῶς θὰ ἦταν κάτι τέτοιο ἀδύνατο γιὰ τὴν παντοδυναμία Σου, ἀλλὰ θέλεις νὰ Σοῦ ἀνοίξω ἐγὼ τὴ θύρα τῆς καρδιᾶς μου, γιὰ νὰ μπῆς. Καὶ τὸ κάνω αὐτὸ μὲ ὅλη μου τὴν ψυχή, Πατέρα μου. Τὸ κάνω αὐτὸ μὲ ὅλη μου τὴ διάθεση καὶ ἀγάπη. Ἔλα, Πατέρα, βασίλεψε, Πατέρα στὴν καρδιά μου πέρα γιὰ πέρα. Καὶ ψυθίρισέ μου, Πατέρα τὶ θέλεις ἀπὸ μένα σήμερα; Ποιὲς εἶναι οἱ ἐντολές Σου γιὰ μένα τώρα. Ἀσφαλῶς τὰ καθήκοντα, ποὺ ἔχω νὰ ἐκπληρώσω, εἶναι γιὰ μένα οἱ ἀπ' εὐθείας ἐντολές Σου. Δὲ θὰ τὶς παραμελήσω. Δὲ θὰ μεταχειρισθῶ ὁ, τιδήποτε, ποὺ θὰ σήμαινε νόθευσή τους ἢ παραχάραξή τους ἢ παραμέλησή τους.
Θὰ προσέξω τὶ θὰ μοῦ ποῦν οἱ ἀνώτεροί μου ἢ ὅσοι θὰ ἔχουν τὴν ἀνάγκη μου, καὶ θὰ τοὺς θεωρήσω ὡς δικούς Σου ἐκπροσώπους, ποὺ θὰ μοῦ ποῦν ὅ, τι θὰ μοῦ ποῦν ὡς ἐντολὴ ἐν ὀνόματός Σου. Καὶ θὰ ὑπακούσω προθυμότατα.
Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ὁ τόνος τῆς φωνῆς τους, τὸ ὕφος τοῦ προσώπου τους, μὲ τὴν ὁποία θὰ εἰπωθῆ ὅ, τι θὰ εἰπωθῆ.
Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει καὶ δὲν πειράζει ἡ ἐνόχληση, ποὺ θὰ μοῦ διμιουργήση κάποια ἀπρόσμενη ἐντολή. Ἐγὼ θὰ ἀκούω Ἐσένα, Πατέρα μου, καὶ θὰ ὑπακούω σὲ ὅ, τι θὰ μοῦ λὲς διὰ μέσου τους ὁλόψυχα.
Βασιλεία Σου εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ καρδιὰ τῶν ἄλλων
Μάλιστα, Πατέρα μου καὶ Θεέ μου. Σὲ ποιὸν θὰ μπορέσω σήμερα νὰ μιλήσω γιὰ Σένα; Τί συμβουλὲς θὰ χρειασθῆ ἴσως νὰ δώσω καὶ πῶς; Ποιὲς στιγμὲς θὰ μπορέσω νὰ διαλέξω, γιὰ
νὰ μὴν πληγώσω κανέναν,
νὰ μὴν ὑποτιμήσω κανέναν,
νὰ μὴν παραγνωρίσω κανέναν,
νὰ μὴν ταπεινώσω κανέναν,
νὰ μὴν παραθεωρήσω κανέναν,
νὰ μὴν παρασυρθῶ ἀπὸ «οὐ κατ' ἐπίγνωσιν ζῆλον» καὶ στενοχωρήσω κανέναν,
νὰ μὴν κινηθῶ ἀδιάκριτα καὶ βεβιασμένα,
ἀλλὰ πολὺ εὐγενικὰ καὶ ἤρεμα νὰ κάνω λόγο γιὰ
κάτι πνευματικό,
γιὰ κάτι,
ποὺ θὰ οἰκοδομήση
ποὺ θὰ ἐμπνεύση,
ποὺ θὰ δώση ἐλπίδα,
ποὺ θὰ στηρίξη,
ποὺ θὰ παρηγορήση
ποὺ θὰ δώση χαρά,
ποὺ θὰ τὸν φέρη πιὸ πολὺ κοντά Σου.
Ὤ, Πατέρα μου, Πατέρα! Δός μου τὴν εὐλογημένη αὐτὴ εὐκαιρία καὶ τὴ χαρὰ νὰ βοηθήσω κάποιον νὰ Σὲ ἀγαπήση σήμερα!
Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς
Νὰ γίνη νὰ γίνεται τὸ ἅγιο θέλημά Σου τὸ εὐλογημένο καὶ ἀξιαγάπητο θέλημά Σου, Πατέρα μου!
- Τὶ θὰ μοῦ στείλης σήμερα;
Ταπεινώσεις;
Ἀπογοητεύσεις;
Ἀντιθέσεις;
Ἀντιπαραθέσεις;
Σωματικοὺς πόνους;
Ὑλικὲς ζημιές;
Δυσάρεστο(α) γεγονός(τα),
ποὺ δὲν περίμενα, ποὺ δὲν θὰ ἤθελα μὲ κανένα τρόπο ὄχι μόνο νὰ μὴ μοῦ συμβῆ, ἀλλὰ οὔτε κὰν νὰ τὸ ἀκούσω, γιατὶ θὰ μάτωνε τὴν καρδιά μου, γιατὶ θὰ μοῦ ἀφαιροῦσε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἡσυχία μου;
Μήπως
κάποιες ἀρνητικὲς ἢ ἄδικες κρίσεις γιὰ μένα;
κάποια ὑποψία ἀβάσιμη εἰς βάρος μου;
κάποια περιφρόνηση;
κάποια ὑποτίμησή μου;
κάποια παραγνώρησή μου;
κάποια πλήρη παραθεώρησή μου; ἢ καὶ ἀγνόησή μου;
Ὤ, ὅ, τι ἐπιτρέψης, Πατέρα μου, τὸ δέχομαι εὐχαρίστως ἐκ τῶν προτέρων. Καὶ ἄν κλάψω πολύ, σκούπισέ μου Ἐσὺ τὰ δάκρυά μου. Καὶ ἂν μὲ καταλάβη ἡ ἀδυναμία μου, στήριξέ με Ἐσὺ. Ὤ, μὴ μὲ παρεξηγήσης, Πατέρα μου, καὶ μὴν ἀγανακτήσεις, (καὶ δικαιολογημένα) εἰς βάρος μου. Ἂν πεισμώσω, τιμώρησέ με. Ἂν ἀποθαρρυνθῶ ἐνθάρρυνέ με. Ἂν πέσω, σήκωσέ με. Ἂν ἀπελπισθῶ, δῶσε μου κουράγιο.
Ναὶ Πατέρα, γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου τὸ ἅγιο, τὸ ἱερὸ τὸ λατρευτό.
Καὶ ἀκόμα, Πατέρα μου, ἂν γιὰ τὴ δόξα Σου, θὰ χρειασθῆ νὰ ὑποφέρω, νὰ ταπεινωθῶ, νὰ ἐγκαταλειφθῶ, ἂς γίνη καὶ αὐτό. Μοῦ ἀρκεῖ νὰ δοξάζεσαι Ἐσύ. Καὶ ἐγώ ... ὤ, γιὰ μένα, δὲν μὲ νοιάζει καθόλου, μὰ καθόλου! ...
Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον
Ὤ, τὶ εὐτυχία, Πατέρα! Τὶ εὐτυχία νὰ ἐξαρτῶμαι ἀπὸ Σένα! Νὰ ἐξαρτῶμαι γιὰ ὅλα καὶ γι' αὐτὸ τὸ κομάτι ψωμιοῦ, ποὺ χρειάζεται τὸ γήινο σκῆνος μου, γιὰ νὰ ζήση. Ναί, Πατέρα. Εἶμαι παιδί Σου καὶ μὲ αὐτὴ τὴ βεβαιότητα Σοῦ ἁπλώνω τὸ χέρι μου.
Δῶσε μου τὸ ὑλικὸ ψωμί, Πατέρα, δηλαδὴ ὅ, τι μοῦ εἶναι ἀναγκαῖο, τροφή, ροῦχο, στέγη, ἀλλὰ μὴ μοῦ δίνεις Περισσότερα ἀπὸ τὰ ἀναγκαία γιὰ τὴν ὕπραξή μου. Καὶ δῶσε μου καὶ τὴ χάρη καὶ τὴν εὐλογία νὰ μοιράζωμαι ὅ, τι μοῦ δίνεις, μὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι πιὸ φτωχοὶ ἀπὸ μένα, φροντίζοντας ἔτσι νὰ ἔχω «ἐλεήμονα καρδίαν» καὶ διάθεση τοῦ «διδόναι» «ἐκ ψυχῆς» καὶ ταυτόχρονα διάθεση νὰ μὴν ἐπιτρέπω στὴ βουλιμία νὰ μὲ κυριεύη, ἀλλὰ νὰ εἶμαι πάντοτε λιτός, ὀλιγαρκὴς καὶ πάντα φτωχότερος, ἂν μπορῶ, καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ φτωχοὺς καὶ πλουσιώτερος σὲ ἀγάπη καὶ εὐπραξία.
Δῶσε μου τὸν πνευματικὸν ἄρτον, Πατέρα, καὶ κάνε νὰ ἀκούσω ἢ νὰ διαβάσω κάποιον ἢ κάποιους ἀπὸ τοὺς λόγους ἐκείνους, ποὺ δίνουν φτερά, ποὺ ἀνεβάζουν εἰς «ὕψος νοητόν», ποὺ ἐξευγενίζουν τὴ σκέψη. Ποὺ ἐξαγιάζουν τὴν καρδιά.
Δῶσε μου, τὸν ἄρτον τῆς καρδιᾶς, Πατέρα μου, γιὰ νὰ νιώθω σήμερα, ἔστω καὶ γιὰ μιὰ στιγμούλα, ὅτι Σὲ ἀγαπῶ ἀπέραντα καὶ ὅτι μὲ ἀγαπᾶς. Καὶ εὐδόκησε νὰ ἀφοσιωθῶ σὲ κάποιον μὲ ἀγάπη καὶ γιὰ ἀγάπη δική Σου. Πρὸ πάντων δέ, ἂν νιώθω ἀποστροφὴ γιὰ τὸ πρόσωπο αὐτὸ ἢ μοῦ εἶναι κουραστικὸ ἢ ἐνοχλητικὸ ἢ ἀδιάκριτο ἢ ἀπαιτητικό.
Δῶσε μου τὸν ἄρτον τῆς ψυχῆς, Πατέρα, τὸν «Ἄρτον τῆς Ζωῆς», τὸ «Ἄρτον τὸν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάντα, ἵνα τις ἐξ αὐτοῦ φάγῃ καὶ μὴ ἀποθάνῃ», τὸν Ἄρτον μὲ ἄλλα λόγια τὸν Εὐχαριστηριακό. Νὰ μπορῶ νὰ κοινωνῶ, ὅταν μπορῶ, νὰ μπορῶ νὰ θέλω, σύμφωνα μὲ ὅ, τι μοῦ ὡρίθσηκε στὴν ἐξομολόγηση μου. Καὶ αὐτὴν τὴ χάρη δώρισέ της ἐπίσης καὶ σὲ ὅσους ἀγαπῶ, σὲ ὅσους λαχταροῦν τὴν ἕνωσή τους μαζί Σου ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τὸν ἀγαπημένο Σου Μονογενῆ, «τὸν θέντα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ» ὑπὲρ ἐμοῦ!
Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἐφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν
Ὅταν προφέρω τὴ λέξη συγγνώμη, αἰσθάνομαι ἀνάλαφρη τὴν καρδιά μου ἀπὸ ὅλα, ὅσα τὴ βαραίνουν. Ὄχι, ὄχι, Πατέρα μου, δὲν θέλω μόνο νὰ διώχνω μακριά μου ἐξορίζοντας ἀπὸ τὴν καρδιά μου τὸ μῖσος ἢ τὰ παράγωγά του εἰς ὕψος καὶ εἰς βάθος μέσα της. Θέλω νὰ ἐξαλείφω ἀκόμα καὶ τὴν ὅποια θύμηση, ποὺ μὲ κάνει νὰ πονῶ.
Ὤ, Πατέρα μου, ἂν πρέπη νὰ μὲ συγχωρῆς, ὅπως καὶ ἐγὼ συγχωρῶ, τὶ εὐτυχία, τὶ χαρά, τὶ γλυκύτητα βασιλεύει μέσα μου! Ὅμως βλέπεις πὼς δὲ θέλω τὸ κακὸ κανενός. Τὸ ξέρεις πὼς τὰ ξεχνῶ ὅλα ἢ πιὸ σωστά, ἀγωνίζομαι νὰ τὰ ξεχνῶ ὅλα, νὰ ὅλα. Ἔτσι δὲν θέλεις, Πατέρα;
Μὲ ἔχουν πληγώσει κάποιοι
μὲ τὰ λόγια τους· τὸ ξεχνῶ·
μὲ τὶς πράξεις τους τὸ ξεχνῶ·
μὲ τὶς παραλείψεις τους· τὸ ξεχνῶ·
μὲ τὶς σκέψεις τους· τὸ ξεχνῶ·
μὲ τὶς ἐπιθυμίες τους· τὸ ξεχνῶ.
Εἶναι ὅμως ἀλήθεια, Πατέρα, πὼς καὶ ἐγὼ ἔχω πληγώσει πολλοὺς ἢ λίγους, δὲν ξέρω, μὲ τοὺς ἴδιους ἢ καὶ περισσότερους τρόπους, ποὺ ἀναφέρω πιὸ πάνω. Τὰ ξεχνᾶς ὅλα αὐτά, δὲν εἶναι ἔτσι; Τὸ ξέρεις πὼς φρόντισα νὰ ζητήσω τὴ συγνώμη ἀπὸ ὅσους ξέρω πὼς πλήγωσα καὶ στεναχώρησα. Ἀλλὰ γιὰ ἐκείνους, ποὺ δὲν ξέρω ἢ δὲν θυμᾶμαι πὼς πλήγωσα, παρακαλῶ, πληροφόρησέ τους Ἐσύ, ζητώντας ἀπὸ Σένα τὴ συγνώμη γιὰ ὅ, τι ἔκανα εἰς βάρος τους ἐν γνώσει ἢ κυρίως ἐν ἀγνοίᾳ μου. Ὤ, Πατέρα μου εἶσαι τόσο ἀγαθός! Καὶ μάλιστα μὲ τέτοιο τρόπο καὶ σὲ τέτοιο βαθμὸ πολὺ ἀγαθός, ὥστε νὰ δείχνης τὴν ἀνεννόητη καλωσύνη Σου ἀκόμη καὶ στὸν ἀχρεῖο ἐμένα, τὸ πιὸ ἁμαρτωλὸ παιδί Σου, πρῶτο ἀνάμεσα καὶ στοὺς πιὸ ἁμαρτωλούς.
Καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ Πονηροῦ
Πατέρα μου, ξεκινώντας τώρα γιὰ τὸ ἔργο μου, γιὰ τὸν χῶρο, ὅπου πρέπει νὰ προσφέρω ὅ, τι ὀφείλω ὡς χρέος μου ἀνεξόφλητο καὶ ἀπασχόλησή μου, θὰ συναντήσω ἀσφαλῶς τὸ πειρασμό, τὸν ὅποιον πειρασμό, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ ἐκ τῶν προτέρων. Ὤ, μεῖνε, μεῖνε μαζί μου! Ψιθύριζέ μου κάθε φορά «παιδί μου, πρέσεξε!» Τώρα ὑπάρχει πειρασμός!
Κάνε, νὰ μὴν ἐνεργήσω ποτὲ ἔτσι, ὥστε νὰ Σὲ πληγώσω, Πατέρα. Κι ἂν ἀτυχῶς τὸ κάνω, ἀπὸ ἀδυναμία ἢ ἀπροσεξία ἢ ραθυμία ἢ ἀμέλεια ἢ ὑψηλοφροσύνη ἢ λησμοσύνη ἢ ὅποιον ἄλλον λόγο, συγχώρησέ με καὶ κάνε ποτέ μου νὰ μὴν ξαναπέσω σ' αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα. Καὶ ἂν παρουσιασθοῦν οἱ ἴδιες περιστάσεις, κάνε νὰ μὴν ὑποχωρῶ ποτέ. Ἀλλὰ ἂν παρὰ ταῦτα συμβῇ νὰ ὑποχωρήσω καὶ πάλι, σήκωσέ με ἀπὸ τὴν πτώση μου, Πατέρα. Σήκωσέ με γρήγορα καὶ ἐγὼ στὰ γόνατα ζητώντας τὸ ἔλεός Σου καὶ φροντίζοντας, ὅσο πιὸ γρήγορα μπορῶ, θὰ καταφύγω στὸ ἱερὸ Ἐξομολογητήριο, ὅπου θὰ καταθέσω τὸ κρῖμα μου, ποὺ μὲ μόλυνε καὶ μὲ καταρράκωσε...
Ὤ, ἡ ἁμαρτία! Ναί, τὸ κακό, ποὺ μὲ βάζει σὲ πειρασμὸ καὶ «ὅ οὐ θέλω, τοῦτο πράσσω καὶ ὅ μισῶ, τοῦτο ποιῶ» κατ' ἀντινομίαν. Ἡ ἁμαρτία εἶναι τὸ δόλιο καὶ γοητευτικὸ δόλωμα, ποὺ μεθάει, μὲ ξεγελάει καὶ μὲ τυλίγει σὰν τὴν ἀράχνη στὰ δίχτυα τοῦ κακοῦ. Καὶ ἐγὼ μὲ μόνη τὴ θέλησή μου ἀδυνατῶ νὰ ἀντισταθῶ. Ἐλευθέρωσέ με, Πατέρα μου. Ἐλευθέρωσέ με ἀπὸ τὴν καλοστημένη παγίδα τοῦ Πονηροῦ.
Καὶ ὅσα ἀρνητικὰ κι ἂν μοῦ συμβοῦν καὶ μοῦ δημιουργήσουν ἄλλης κατηγορίας πειρασμό, δὲν εἶναι παρὰ δοκιμασίες ἢ εὐκαιρίες ἐξιλασμοῦ καὶ καθαρμοῦ. Καὶ τὶς θέλω ἢ βοήθησέ με νὰ τὶς θέλω, γιατὶ τὶς θέλεις ἢ τὶς ἐπιτρέπεις Ἐσύ, Πατέρα. Ἀλλὰ τὴν ἁμαρτία, τὴ σιχαμερὴ καὶ εἰδεχθῆ ἁμαρτία, ὄχι, ὄχι, ὄχι δὲν τὴν θέλεις καθόλου Ἐσύ. Καὶ πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ μὴν τὴ θέλω, μὲ κανένα τρόπο. Δὲν πρέπει νὰ τὴ θέλω, γιατὶ δὲν τὴν θέλεις. Δὲν πρέπει νὰ ἀλληθωρίζω πρὸς τὸ μέρος της γιατὶ σοῦ εἶναι βδελυκτή. Καὶ ἀφοῦ Ἐσὺ δὲν τὴν θέλεις, πρέπει καὶ ἐγὼ ποτὲ νὰ μὴν τὴν θέλω. Βάλε αὐτὴν τὴν ἀποστροφὴ στὸ αἶμα μου στὶς ἶνες μου, στὴν καρδιά μου, σὲ ὅλη μου τὴν ὕπαρξη. Γιὰ νὰ εἶμαι πάντα ἑνωμένος μαζί Σου. Γιὰ νὰ μὴ μοῦ ἀποκλεισθῆ ὁ δρόμος τοῦ Οὐρανοῦ. Γιὰ νὰ μὴ φοβοῦμαι οὔτε τὴ ζωὴ οὔτε τὸ θάνατο. Γιὰ νὰ μπορέσω νὰ Σὲ ἀντικρύσω κατάμματα καὶ ἀγαπητικά, ὅταν παρουσιασθῶ στὸ οὐράνιο βῆμα Σου καὶ θὰ Σὲ βλέπω καὶ θὰ μὲ βλέπης χωρὶς τὸ παραπέτασμα τοῦ παρόντος.
Πατέρα μου, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Χωρὶς Ἐσένα δὲν μπορῶ νὰ ζήσω πιά. Ἀλλὰ κι ἂν σὲ κάποια στιγμὴ ἀδυναμίας ξεγλιστρήσω καὶ πέσω ἢ κάνω κάποια βήματα προδοτικὰ τῆς ἀγάπης μου γιὰ Σένα, ἄκουσε τὴν κραυγὴ τῆς ἱκεσίας, ποὺ Σοῦ ἀπευθύνω ἐτούτη τὴ στιγμὴ μὲ ὅλη μου τὴν εἰλικρίνεια: Δὲν τὴν θέλω τὴν ἁμαρτία, ὅποια κι ἂν εἶναι, ὅ, τι κι ἂν μοῦ ὑπόσχεται, ὅσο γοητευτικὴ κι ἂν μοῦ φαντάζει. Δὲν τὴν θέλω! Τὴν ἀποστρέφομαι μὲ ὅση δύναμη διαθέτω, τὴν ἀποδοκιμάζω «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς μου, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος μου, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας μου καὶ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας μου», γιατὶ αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημά Σου καὶ ἀγωνίζομαι νὰ εἶναι καὶ τὸ δικό μου θέλημα.
***********************
Φεύγω, Πατέρα μου. Φεύγω ἀπὸ τὸ σπίτι μου γιὰ ἐκεῖ, ὅπου καλοῦμαι σήμερα, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι τὸ χρέος μου. Ὅμως ἔχω μέσα μου, δίπλα μου, ἐπάνω μου, γύρω μου Ἐσένα, Πατέρα. «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός Σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω; Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, Σὺ ὑπάρχεις ἐκεῖ. Ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην πάρει. Ἐὰν κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ Σου καθοδηγήσει με καὶ καθέξει με ἡ δεξιά Σου». Ἀλληλούϊα.
Μεῖνε λοιπὸν μαζί μου, Πατέρα, ὅπου κι' ἂν πάω καὶ ὅπου κι ἂν βρεθῶ. Ἂς δουλεύω μαζί Σου, ὅπου δουλεύω. Ἂν πονέσω, ἂς πονέσω, ἀλλὰ μαζί Σου. Ἂς δοθῶ, ἂν χρειασθῆ, στὸ ἔργο μου, στοὺς ἀνθρώπους, στοὺς πονεμένους, στὰ παιδιά Σου, ἀλλὰ μαζί Σου, ὦ Πάτερ ἡμῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς, πάντα μαζί Σου!
Ἀμήν. Ἀμήν. Ἀμήν!
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Του μακαριστού Γέροντος Ευσεβίου Βίττη
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς
Τὶ μεγάλη τιμὴ γιὰ μένα τὸ πλάσμα Σου, νὰ Σὲ ὀνομάζω Πατέρα! Πόσον πλοῦτον δὲν κρύβει αὐτὴ ἡ λέξη: Πατέρας!
Κρύβει τὴν ἀπέραντη στοργή, ποὺ εἶναι ἀπερινόητη καὶ ἀπεριχώριτη στὸ μικρὸ καὶ περιωρισμένο μου μυαλό. Μιὰ ἀμυδρὴ καὶ μόλις διακρινόμενη εἰκόνα αὐτῆς τῆς στοργῆς μοῦ φανερώνει ἡ στοργὴ τοῦ ἀγαπημένου μου γήινου πατέρα μου. Ἐσύ, γιὰ νὰ νιώσουμε αὐτὴ τὴ στοργή Σου τὴν ἀκατανόητη, τὴν φύτεψες στὴν καρδιὰ τοῦ φυσικοῦ μου πατέρα. Καὶ ἔτσι μπορῶ, ὄχι βέβαια νὰ καταλάβω, ἀλλὰ νὰ διαισθανθῶ κάπως τὶ σημαίνει γιὰ μένα ἡ δική Σου στοργὴ ὡς οὐράνιου Πατέρα μου.
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς
Ὅμως ἐγώ, ἐπουράνιε Πατέρα, δὲν ξέρω τὶ θὰ πῆ πατέρας. Μοῦ εἶπαν, ὅτι ὁ πατέρας μου πέθανε προτοῦ κὰν γεννηθῶ. Πατέρα μου Οὐράνιε. Πόσο πονοῦσε ἡ καρδιά μου, ὅταν ἥμουν παιδάκι! Ἔβλεπα τὰ ἄλλα παιδιὰ νὰ ἀγκαλιάζουν τὸν πατέρα τους, νὰ τὸν φιλοῦν καὶ νὰ φιλιοῦνται, νὰ τὰ κρατάη ἀπὸ τὸ χέρι στοργικά, νὰ τοὺς δείχνη τὴν προστασία του καὶ τόσα ἄλλα αἰσθήματα καὶ τόσες ἄλλες ἐκδηλώσεις καὶ πράξεις, δείγματα στοργῆς καὶ μέριμνας γονικῆς. Πόσο λαχταροῦσα καὶ ἐγὼ νὰ εἶχα ἕναν πατέρα! Πόσο ἔνιωθα φτωχὸς καὶ στερημένος! Πόσο ἔκλαιγε ἡ καρδιά μου! Πόσο βασάνιζα τὴ φαντασία μου γιὰ νὰ ζωγραφίσω τουλάχιστον μέσα μου μιὰ κάποια εἰκόνα τοῦ πατέρα μου, ποὺ ἔφυγε προτοῦ νὰ τὸν ἰδῶ! Ὅμως τώρα πιά, ὅταν κατάλαβα τὸν ἑαυτό μου καὶ κάποια πράγματα, καὶ ἔμαθα γιὰ πρώτη φορὰ πὼς ἔχω Ἐσένα Πατέρα, πόσο γοητεύθηκα, πόσο χάρηκα καὶ πόσο νιώθω τώρα πλούσιος(α), ἀσφαλισμένος(η), μακάριος(α) ἀληθινά, γιατὶ ἀπόκτησα κι ἐγὼ Πατέρα. Ναί, Πατέρας μου εἶσαι Ἐσύ, ὁ Πλάστης καὶ Δημιουργός μου! Σὲ εὐχαριστῶ Πατέρα μου ἐπουράνιε! Σὲ εὐχαριστῶ ὁλόψυχα!
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς
Ἐγὼ ἀντίθετα, εἶχα ἢ ἔχω γήινον πατέρα, Πάτερ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Μὰ γιὰ μένα ἦταν κάτι τὸ τρομερό! Ὅταν γύριζε στὸ σπίτι μάλιστα μεθυσμένος καὶ ἀδιάντροπος, φοβερὸς καὶ τρομερός, πόσο τὸν φοβόμουν! Ἀκούγοντάς τον νὰ βλαστημάη μὲ ἀκατανόητες τότε γιὰ μένα, μὰ ἀηδιαστικὲς καὶ ἀπαίσιες τώρα γιὰ μένα λέξεις, ἔτρεμα σὰν τὸ ψάρι σύγκορμος (ἢ καὶ ἔνιωθα κοκκαλωμένος(η) ἀπὸ τὸν τρόμο. Μανούλα μου! ἔρχεται τὸ θηρίο, φώναζα τρομοκρατημένος(η) καὶ ἔπεφτα στὴν ἀγκαλιά της. Μόλις ὅμως ἄκουγα τὰ βήματά του ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα, ἔφευγα πανικόβλητος καὶ κρυβόμουνα κάτω ἀπὸ τὸ κρεβάτι. Καὶ μὲ συγκρατημένη τὴν ἀνάσα καὶ βουβὸ κλάμα ἄκουγα νὰ δέρνη τὴ μανούλα μου, καὶ ἡ παιδική μου καρδιὰ γινόταν κομμάτια. Γιὰ μένα πατέρας σήμαινε θηρίο ἀνήμερο, βάρβαρος ἄνθρωπος, κτηνώδης, βίαιος, ἐγκληματίας. Ἔπρεπε νὰ περάσουν χρόνια πολλὰ καὶ πονεμένα, γιὰ νὰ μάθω πὼς ἔχω ἕναν ἄλλο πατέρα, Ἐσένα Πλάστη μου οὐράνιε. Καὶ τότε κατάλαβα τὶ σημαίνει πατέρας. Καὶ σὲ ἀγάπησα μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ καὶ σὲ λάτρεψα καὶ σὲ λατρεύω ὁλόψυχα πάντα ἀπὸ τότε.
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς
Ἐμένα ὁ πατέρας μου ἦταν ψυχρὸς καὶ ἀδιάφορος. Δὲν τὸν εἶδα ποτὲ νὰ μοῦ ἁπλώση τὸ χέρι. Τοῦ φαινόταν βάρος ἀβάσταχτο. Δὲν θυμᾶμαι νὰ σκύψη ποτὲ ἐπάνω μου, γιὰ νὰ μοῦ δώση ἕνα φιλί. Πάντα μὲ τὴν ἐφημερίδα στὸ χέρι ἢ προσηλωμένος στὴν τηλεόραση, μὲ ἀπέπεμπε, γιατὶ τοῦ χαλοῦσα τὴν ἡσυχία. Μοῦ ἦταν ξένος καὶ ἄγνωστος. Καὶ ἀποροῦσα ποιὸν ρόλο ἔπαιζε μέσα στὸ σπίτι μας. Δὲν τὸν ἄκουσα ποτὲ νὰ λέη ἕνα γλυκὸ λόγο στὴ μανούλα μου. Μόνο τὰ λεφτὰ ὑπολόγιζε, γι' αὐτὰ μιλοῦσε ἢ γκρίνιαζε καὶ ποτὲ δὲν ἔνιωσα νὰ λέη κάτι γιὰ Σένα, Πατέρα Οὐράνιε. Μόνο γιὰ γήινα καὶ φθαρτὰ πράγματα μιλοῦσε, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχης Ἐσύ. Πόσο ὅμως ἄλλαξε γιὰ μένα ἡ ζωή, ὅταν συνειδοτοποίησα, πὼς ἔχω ἕναν πολὺ στοργικὸ καὶ ἀπέραντα τρυφερὸ πατέρα, Ἐσένα Πάτερ ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς!
Σὲ εὐχαριστῶ θερμά. Πόση ἀνακούφιση καὶ παρηγοριὰ βρίσκω κοντά Σου! Σοῦ μιλάω, ὅταν θέλω. Σοῦ λέω ὅ, τι θέλω ἐλεύθερα καὶ χωρὶς φόβο γιὰ τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες μου, γιὰ τοὺς φόβους καὶ τὶς δυσκολίες μου χωρὶς νὰ τρομάζω καὶ νὰ χτυπάη ἡ καρδιά μου ἀπὸ φόβο μὴ τυχὸν πῶ κάτι ἀταίριαστο καὶ νιώσω πὼς θὰ μὲ εἰρωνευθῆς. Κάθε φορά, ποὺ μιλάω μαζί Σου Σὲ ἀγκαλιάζω νοερά. Ὢ, τὶ εὐτυχία νιώθω τότε! Πόση ἀσφάλεια, πόση βεβαιότητα, πόση ἐλπίδα καὶ αἰσιοδοξία, Πατέρα μου Οὐράνιε! Σὲ εὐχαριστῶ γιὰ ὅλα καὶ γιατὶ μὲ ἔμαθες νὰ ἀγαπῶ παρόλα αὐτὰ τὸν φυσικό μου πατέρα. Καὶ γιὰ χάρη Σου θὰ τὸν ἀγαπῶ ὅλο καὶ πιὸ πολὺ μέχρις ὅτου κλείση τὰ μάτια του.
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς
Ἀλλά, Πατέρα μου, ἐπίτρεψέ μου νὰ Σὲ παρακαλέσω μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ γιὰ ὅσα παιδιά Σου δὲν Σὲ γνωρίζουν. Γιὰ ὅλα τὰ παιδιά, ποὺ ἡ λέξη πατέρας συμβαίνει νὰ μὴ λέη τίποτε ἢ νὰ σημαίνη ὅ, τι ξένο, ὅ, τι πρόξενο φόβου, ἀπέχθειας, ἀηδίας, ὀδύνης, μίσους, ἀποστροφῆς, ἀδιαφορίας, περιφρονήσεως, ἐκδικητικότητος καὶ ὅτι ἀνάλογό τους γιὰ τοὺς φυσικούς τους πατέρες, ποὺ δὲν ἀνταποκρίνονται ἔτσι ἢ ἀλλιῶς στὸν τίτλο καὶ τὴν εὐλογημένη ἰδιότητα καὶ ἀποστολὴ τοῦ πατέρα. Ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσους θὰ ἦθελαν νὰ ἔχουν πατέρα, ἀλλὰ δὲν τὸν γνώρισαν ποτέ.
Μαλάκωσε, Πατέρα μου, τὶς καρδιές τους, κάνε τους τρυφεροὺς καὶ στοργικοὺς στὰ παιδιά τους, κάνε τους προνοητικούς, προστατευτικούς, ἀληθινούς, γνήσιους πατέρες, εἰκόνες καὶ ἀντίγραφα λιγώτερο ἢ περισσότερο δικά Σου, ὅσο εἶναι αὐτὸ μπορετὸ γιὰ ἄνθρωπο, ὥστε νὰ σκορπίζουν χαρά, γέλιο, ἀσφάλεια, θάρρος, ἀγάπη, βεβαιότητα καὶ ἀμοιβαιότητα καὶ ὅτι ἄλλο ἀνάλογο χριειάζονται τὰ παιδιὰ ἀπὸ ἕναν καὶ γιὰ ἕναν πατέρα, ἀντάξιο τοῦ ὀνόματός τους ὡς πατέρων, ὡς εἰκόνες Σου ζωντανές.
Πόσο θὰ Σοῦ εἶμαι εὐγνώμων, Πατέρα μου, διαπιστώνοντας ὅ, τι Σοῦ ζητῶ ἐπίμονα καὶ μὲ θέρμη γιὰ τὰ πρόσωπα, ποὺ γνωρίζω ποὺ δὲν ἔχουν κι ἂς ἔχουν, πατέρα. Καὶ πρὸ πάντων, πρὸ πάντων, νὰ γνωρίσουν Ἐσένα, οὐράνιε Πατέρα, ὥστε κι ἂν ὁ φυσικός τους πατέρας, δὲν ζῆ ἢ ἂν ζῆ, δὲν θέλει ἢ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πατέρας ὅπως πρέπει, ὅπως τὸν λαχταράει ἡ παιδικὴ πρὸ πάντων ψυχή, νὰ ἔχουν Ἐσένα, γλυκύτατε Πάτερ, πατέρα. Εἶμαι βέβαιος(η) πὼς δὲν Σοῦ ζητῶ κάτι παράλογο Πατέρα. Ἔτσι δὲν εἶναι; Σὲ εὐχαριστῶ.
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς
Νιώθω, Πατέρα μου, πὼς δὲν εἶμαι μόνος(η) μου στὴν γῆ ἐτούτη, κι ἂς μοῦ λείπουν κάποιοι ἢ ὅλοι οἱ δικοί μου, γιατὶ κάτι τέτοιο εἶναι ἀδύνατο νὰ διορθωθῆ. Τὸ ξέρεις καλὰ αὐτό. Καὶ ὅ, τι κι ἂν μοῦ συμβῆ τώρα, τὴ νύχτα ἐτούτη ἢ τὴ μέρα, ποὺ θὰ ἔχω τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ μὲ φυλάγης, ὅτι θὰ μὲ προστατεύης, ὅτι θὰ συμβαδίζης μαζί μου σὲ κάθε μου βῆμα, ὅτι θὰ μὲ φωτίζης σὲ κάθε δύσκολη περίσταση, ὅτι θὰ μὲ παρηγορῆς σὲ κάθε μου θλίψη, ὅτι θὰ χαίρεσαι στὶς χαρές μου, ὅτι θὰ μὲ ἀγαπᾶς ναί, θὰ μὲ ἀγαπᾶς πολύ.
Πατέρα μου, κάνε νὰ νιώθω τὴν εὐτυχία αὐτοῦ τοῦ θελτικοῦ λόγου, ὅτι εἶσαι Πατέρας μου, Ὢ, δὲν χρειάζεται νὰ βυθίζω τὰ βλέμματά μου στὰ γαλάζια χάη τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου κατοικεῖς, γιατὶ εἶσαι μέσα στὴν καρδιά μου, Πατέρα μου. Καὶ ἐκεῖ, ὅπου βρίσκεσαι, δὲν εἶναι οὐρανός, Πατέρα; Μάλιστα, μάλιστα, Πατέρα μου. Αὐτὴν τὴν ὥρα ἡ καρδιά μου μεγαλώνει, μεγαλώνει, μεγαλώνει καὶ γίνεται ἀπέραντη ἔχοντας Ἐσένα μέσα μου, γιατὶ ἔχει γίνει οὐρανός. Καὶ ἔγινε οὐρανὸς μὲ ὅλη τὴ χαρά, ποὺ ἔχει πάντα ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ, μὲ ὅλη τὴ χαρά, ποὺ κυριαρχεῖ ἐκεῖ καὶ κάνει μακάριες τὶς οὐράνιες ὑπάρξεις, ποὺ μόνιμα κατοικοῦν ἐκεῖ.
Ὤ, ἂν ἡ καρδιά μου παραμένη ἀθώα, καθαρή, ἀρρύπωτη, πόσο ἡ μέρα μου θὰ εἶναι μέρα οὐράνια! Καὶ πιὸ εὐτυχισμένη καὶ ἀπὸ τούτη τὴ στιγμή, ἂν μοῦ δοθῆ ἡ εὐκαιρία ἢν ἂν χρειασθῆ, ἂς ὑποφέρω κάτι γιὰ χάρη Σου, Πατέρα, ἂς κουραστῶ γιὰ Σένα, ἂς πονέσω γιὰ Σένα, ἂν αὐτὸ θὰ ἀπαιτηθῆ γιὰ χάρη κάποιων παιδιῶν Σου.
Εἶμαι ἔτοιμος/η, Πατέρα, γιὰ ὅλα. Καὶ γιὰ ὅ, τι θὰ μοῦ στείλης ἢ θὰ ἐπιτρέψης νὰ μοῦ συμβῆ· καὶ χαρὰ καὶ λύπη· καὶ κόπο καὶ ἀνάπαυση· καὶ ἐπιτυχία καὶ ἀποτυχία· καὶ νίκη, ἀλλὰ καὶ ·ἧττα. Γιατὶ τίποτε δὲν γίνεται χωρὶς τὸ θέλημά Σου ἢ κατὰ παραχώρησή Σου, εἶναι γιὰ μένα εὐλογημένο καὶ εὐαπόδεκτο, εἴτε τὸ καταλαβαίνω εἴτε ὄχι. Ξέρεις Ἐσὺ «ὧν χρείαν ἔχω». Σὲ εὐχαριστῶ, Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς!
Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου
Νὰ ἁγιασθῆ τὸ ὄνομά Σου Πάτερ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σημαίνει
Νὰ τὸ προφέρω μὲ σεβασμό. Καὶ θὰ ἤθελα ἀπὸ σήμερα νὰ κάνω τὴν προσευχή μου μὲ πιὸ ἀργὸ ρυθμό, ἤρεμα- ἤρεμα, χωρὶς βαισύνη καὶ πίεση, χωρὶς νὰ τὸ κάνω σὰν πάρεργο καὶ κάτι σὰν ἀγγαρεία, χωρὶς νὰ εἶναι μηχανικὴ καὶ κάτι σὰν ρουτίνα. Νὰ κάνω τὸ σταυρό μου εὐλαβικὰ καὶ σωστά. Νὰ κάνω τὸ κομποσκοίνι μου σιγὰ σιγὰ καὶ μὲ προσήλωση, ὅση μοῦ εἶναι δυνατή.
Θέλω αὐτὴ τὴ στιγμή, ἀλλὰ καὶ κάθε παρόμοια στιγμή, νὰ Σὲ νιώθω πιὸ πολὺ κοντά μου· νὰ αἰσθάνωμαι πὼς μὲ ἀκοῦς μὲ καλωσύνη καὶ ἀγαπητικά, πὼς μὲ παρατηρεῖς μὲ στοργικὴ τρυφερότητα, μὲ τρυφερὴ στοργικότητα.
Θέλω, Πατέρα μου, νὰ νιώθω τὴν καρδιά μου σὰν τὸ ἅγιο Θυσιαστήριο, τὴν Ἀγία Τράπεζα, τοῦ ἱεροῦ μας Ναοῦ καὶ νὰ Σοῦ προσφέρω σὲ αὐτὸ τὸν ἑαυτό μου «θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν εὐάρεστον, τὴν λογικήν μου λατρεία» «μὴ συσχηματιζόμενον τῷ αἰῶνι τούτῳ ἀλλὰ μεταμορφούμενον τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός μου εἰς τὸ δοκιμάζειν τὸ θέλημά Σου τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον».
Νὰ ἁγιάζω τὸ ὄνομά Σου, σημαίνει νὰ τὸ π ρ ο φ έ ρ ω πιὸ συχνὰ πιὰ ἀγαπητικά, πιὸ θερμά, πιὸ εἰλικρινά, πιὸ ποθεινά. Θέλω κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ νὰ ἔχω τὸ ὄνομά Σου στὰ χείλη μου καὶ αὐτὸ σημαίνει, νὰ ἔχω πρὸ πάντων, ὅταν ἔχω νὰ κάνω κάτι σημαντικό, ὅταν ἔχω κάποια δυσκολία νὰ ξεπεράσω, ὅταν κάποιο πρόβλημα πρέπει νὰ λύσω. Νὰ τὸ ψυθιρίζω γλυκά-γλυκά. Γιατὶ τὸ ὄνομά Σου σημαίνει στοργή, σημαίνει ἀγάπη, σημαίνει σοφία, σημαίνει ὀμορφιά, σημαίνει τὸ πᾶν, πέρα κάθε φαντασία καὶ νοητὴ σύλληψη.
Ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου
Ὤ, Πατέρα μου, Πατέρα! Εἶσαι μέσα στὴν καρδιά μου. Καὶ ἡ καρδιά μου εἶναι χῶρος τῆς ἀπόλυτης Δεσποτείας Σου καὶ ἐπικρατείας Σου. Ὄχι πὼς δὲν μπορεῖς νὰ κυριαρχήσεις μέσα μου. Πῶς θὰ ἦταν κάτι τέτοιο ἀδύνατο γιὰ τὴν παντοδυναμία Σου, ἀλλὰ θέλεις νὰ Σοῦ ἀνοίξω ἐγὼ τὴ θύρα τῆς καρδιᾶς μου, γιὰ νὰ μπῆς. Καὶ τὸ κάνω αὐτὸ μὲ ὅλη μου τὴν ψυχή, Πατέρα μου. Τὸ κάνω αὐτὸ μὲ ὅλη μου τὴ διάθεση καὶ ἀγάπη. Ἔλα, Πατέρα, βασίλεψε, Πατέρα στὴν καρδιά μου πέρα γιὰ πέρα. Καὶ ψυθίρισέ μου, Πατέρα τὶ θέλεις ἀπὸ μένα σήμερα; Ποιὲς εἶναι οἱ ἐντολές Σου γιὰ μένα τώρα. Ἀσφαλῶς τὰ καθήκοντα, ποὺ ἔχω νὰ ἐκπληρώσω, εἶναι γιὰ μένα οἱ ἀπ' εὐθείας ἐντολές Σου. Δὲ θὰ τὶς παραμελήσω. Δὲ θὰ μεταχειρισθῶ ὁ, τιδήποτε, ποὺ θὰ σήμαινε νόθευσή τους ἢ παραχάραξή τους ἢ παραμέλησή τους.
Θὰ προσέξω τὶ θὰ μοῦ ποῦν οἱ ἀνώτεροί μου ἢ ὅσοι θὰ ἔχουν τὴν ἀνάγκη μου, καὶ θὰ τοὺς θεωρήσω ὡς δικούς Σου ἐκπροσώπους, ποὺ θὰ μοῦ ποῦν ὅ, τι θὰ μοῦ ποῦν ὡς ἐντολὴ ἐν ὀνόματός Σου. Καὶ θὰ ὑπακούσω προθυμότατα.
Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ὁ τόνος τῆς φωνῆς τους, τὸ ὕφος τοῦ προσώπου τους, μὲ τὴν ὁποία θὰ εἰπωθῆ ὅ, τι θὰ εἰπωθῆ.
Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει καὶ δὲν πειράζει ἡ ἐνόχληση, ποὺ θὰ μοῦ διμιουργήση κάποια ἀπρόσμενη ἐντολή. Ἐγὼ θὰ ἀκούω Ἐσένα, Πατέρα μου, καὶ θὰ ὑπακούω σὲ ὅ, τι θὰ μοῦ λὲς διὰ μέσου τους ὁλόψυχα.
Βασιλεία Σου εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ καρδιὰ τῶν ἄλλων
Μάλιστα, Πατέρα μου καὶ Θεέ μου. Σὲ ποιὸν θὰ μπορέσω σήμερα νὰ μιλήσω γιὰ Σένα; Τί συμβουλὲς θὰ χρειασθῆ ἴσως νὰ δώσω καὶ πῶς; Ποιὲς στιγμὲς θὰ μπορέσω νὰ διαλέξω, γιὰ
νὰ μὴν πληγώσω κανέναν,
νὰ μὴν ὑποτιμήσω κανέναν,
νὰ μὴν παραγνωρίσω κανέναν,
νὰ μὴν ταπεινώσω κανέναν,
νὰ μὴν παραθεωρήσω κανέναν,
νὰ μὴν παρασυρθῶ ἀπὸ «οὐ κατ' ἐπίγνωσιν ζῆλον» καὶ στενοχωρήσω κανέναν,
νὰ μὴν κινηθῶ ἀδιάκριτα καὶ βεβιασμένα,
ἀλλὰ πολὺ εὐγενικὰ καὶ ἤρεμα νὰ κάνω λόγο γιὰ
κάτι πνευματικό,
γιὰ κάτι,
ποὺ θὰ οἰκοδομήση
ποὺ θὰ ἐμπνεύση,
ποὺ θὰ δώση ἐλπίδα,
ποὺ θὰ στηρίξη,
ποὺ θὰ παρηγορήση
ποὺ θὰ δώση χαρά,
ποὺ θὰ τὸν φέρη πιὸ πολὺ κοντά Σου.
Ὤ, Πατέρα μου, Πατέρα! Δός μου τὴν εὐλογημένη αὐτὴ εὐκαιρία καὶ τὴ χαρὰ νὰ βοηθήσω κάποιον νὰ Σὲ ἀγαπήση σήμερα!
Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς
Νὰ γίνη νὰ γίνεται τὸ ἅγιο θέλημά Σου τὸ εὐλογημένο καὶ ἀξιαγάπητο θέλημά Σου, Πατέρα μου!
- Τὶ θὰ μοῦ στείλης σήμερα;
Ταπεινώσεις;
Ἀπογοητεύσεις;
Ἀντιθέσεις;
Ἀντιπαραθέσεις;
Σωματικοὺς πόνους;
Ὑλικὲς ζημιές;
Δυσάρεστο(α) γεγονός(τα),
ποὺ δὲν περίμενα, ποὺ δὲν θὰ ἤθελα μὲ κανένα τρόπο ὄχι μόνο νὰ μὴ μοῦ συμβῆ, ἀλλὰ οὔτε κὰν νὰ τὸ ἀκούσω, γιατὶ θὰ μάτωνε τὴν καρδιά μου, γιατὶ θὰ μοῦ ἀφαιροῦσε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἡσυχία μου;
Μήπως
κάποιες ἀρνητικὲς ἢ ἄδικες κρίσεις γιὰ μένα;
κάποια ὑποψία ἀβάσιμη εἰς βάρος μου;
κάποια περιφρόνηση;
κάποια ὑποτίμησή μου;
κάποια παραγνώρησή μου;
κάποια πλήρη παραθεώρησή μου; ἢ καὶ ἀγνόησή μου;
Ὤ, ὅ, τι ἐπιτρέψης, Πατέρα μου, τὸ δέχομαι εὐχαρίστως ἐκ τῶν προτέρων. Καὶ ἄν κλάψω πολύ, σκούπισέ μου Ἐσὺ τὰ δάκρυά μου. Καὶ ἂν μὲ καταλάβη ἡ ἀδυναμία μου, στήριξέ με Ἐσὺ. Ὤ, μὴ μὲ παρεξηγήσης, Πατέρα μου, καὶ μὴν ἀγανακτήσεις, (καὶ δικαιολογημένα) εἰς βάρος μου. Ἂν πεισμώσω, τιμώρησέ με. Ἂν ἀποθαρρυνθῶ ἐνθάρρυνέ με. Ἂν πέσω, σήκωσέ με. Ἂν ἀπελπισθῶ, δῶσε μου κουράγιο.
Ναὶ Πατέρα, γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου τὸ ἅγιο, τὸ ἱερὸ τὸ λατρευτό.
Καὶ ἀκόμα, Πατέρα μου, ἂν γιὰ τὴ δόξα Σου, θὰ χρειασθῆ νὰ ὑποφέρω, νὰ ταπεινωθῶ, νὰ ἐγκαταλειφθῶ, ἂς γίνη καὶ αὐτό. Μοῦ ἀρκεῖ νὰ δοξάζεσαι Ἐσύ. Καὶ ἐγώ ... ὤ, γιὰ μένα, δὲν μὲ νοιάζει καθόλου, μὰ καθόλου! ...
Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον
Ὤ, τὶ εὐτυχία, Πατέρα! Τὶ εὐτυχία νὰ ἐξαρτῶμαι ἀπὸ Σένα! Νὰ ἐξαρτῶμαι γιὰ ὅλα καὶ γι' αὐτὸ τὸ κομάτι ψωμιοῦ, ποὺ χρειάζεται τὸ γήινο σκῆνος μου, γιὰ νὰ ζήση. Ναί, Πατέρα. Εἶμαι παιδί Σου καὶ μὲ αὐτὴ τὴ βεβαιότητα Σοῦ ἁπλώνω τὸ χέρι μου.
Δῶσε μου τὸ ὑλικὸ ψωμί, Πατέρα, δηλαδὴ ὅ, τι μοῦ εἶναι ἀναγκαῖο, τροφή, ροῦχο, στέγη, ἀλλὰ μὴ μοῦ δίνεις Περισσότερα ἀπὸ τὰ ἀναγκαία γιὰ τὴν ὕπραξή μου. Καὶ δῶσε μου καὶ τὴ χάρη καὶ τὴν εὐλογία νὰ μοιράζωμαι ὅ, τι μοῦ δίνεις, μὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι πιὸ φτωχοὶ ἀπὸ μένα, φροντίζοντας ἔτσι νὰ ἔχω «ἐλεήμονα καρδίαν» καὶ διάθεση τοῦ «διδόναι» «ἐκ ψυχῆς» καὶ ταυτόχρονα διάθεση νὰ μὴν ἐπιτρέπω στὴ βουλιμία νὰ μὲ κυριεύη, ἀλλὰ νὰ εἶμαι πάντοτε λιτός, ὀλιγαρκὴς καὶ πάντα φτωχότερος, ἂν μπορῶ, καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ φτωχοὺς καὶ πλουσιώτερος σὲ ἀγάπη καὶ εὐπραξία.
Δῶσε μου τὸν πνευματικὸν ἄρτον, Πατέρα, καὶ κάνε νὰ ἀκούσω ἢ νὰ διαβάσω κάποιον ἢ κάποιους ἀπὸ τοὺς λόγους ἐκείνους, ποὺ δίνουν φτερά, ποὺ ἀνεβάζουν εἰς «ὕψος νοητόν», ποὺ ἐξευγενίζουν τὴ σκέψη. Ποὺ ἐξαγιάζουν τὴν καρδιά.
Δῶσε μου, τὸν ἄρτον τῆς καρδιᾶς, Πατέρα μου, γιὰ νὰ νιώθω σήμερα, ἔστω καὶ γιὰ μιὰ στιγμούλα, ὅτι Σὲ ἀγαπῶ ἀπέραντα καὶ ὅτι μὲ ἀγαπᾶς. Καὶ εὐδόκησε νὰ ἀφοσιωθῶ σὲ κάποιον μὲ ἀγάπη καὶ γιὰ ἀγάπη δική Σου. Πρὸ πάντων δέ, ἂν νιώθω ἀποστροφὴ γιὰ τὸ πρόσωπο αὐτὸ ἢ μοῦ εἶναι κουραστικὸ ἢ ἐνοχλητικὸ ἢ ἀδιάκριτο ἢ ἀπαιτητικό.
Δῶσε μου τὸν ἄρτον τῆς ψυχῆς, Πατέρα, τὸν «Ἄρτον τῆς Ζωῆς», τὸ «Ἄρτον τὸν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάντα, ἵνα τις ἐξ αὐτοῦ φάγῃ καὶ μὴ ἀποθάνῃ», τὸν Ἄρτον μὲ ἄλλα λόγια τὸν Εὐχαριστηριακό. Νὰ μπορῶ νὰ κοινωνῶ, ὅταν μπορῶ, νὰ μπορῶ νὰ θέλω, σύμφωνα μὲ ὅ, τι μοῦ ὡρίθσηκε στὴν ἐξομολόγηση μου. Καὶ αὐτὴν τὴ χάρη δώρισέ της ἐπίσης καὶ σὲ ὅσους ἀγαπῶ, σὲ ὅσους λαχταροῦν τὴν ἕνωσή τους μαζί Σου ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τὸν ἀγαπημένο Σου Μονογενῆ, «τὸν θέντα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ» ὑπὲρ ἐμοῦ!
Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἐφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν
Ὅταν προφέρω τὴ λέξη συγγνώμη, αἰσθάνομαι ἀνάλαφρη τὴν καρδιά μου ἀπὸ ὅλα, ὅσα τὴ βαραίνουν. Ὄχι, ὄχι, Πατέρα μου, δὲν θέλω μόνο νὰ διώχνω μακριά μου ἐξορίζοντας ἀπὸ τὴν καρδιά μου τὸ μῖσος ἢ τὰ παράγωγά του εἰς ὕψος καὶ εἰς βάθος μέσα της. Θέλω νὰ ἐξαλείφω ἀκόμα καὶ τὴν ὅποια θύμηση, ποὺ μὲ κάνει νὰ πονῶ.
Ὤ, Πατέρα μου, ἂν πρέπη νὰ μὲ συγχωρῆς, ὅπως καὶ ἐγὼ συγχωρῶ, τὶ εὐτυχία, τὶ χαρά, τὶ γλυκύτητα βασιλεύει μέσα μου! Ὅμως βλέπεις πὼς δὲ θέλω τὸ κακὸ κανενός. Τὸ ξέρεις πὼς τὰ ξεχνῶ ὅλα ἢ πιὸ σωστά, ἀγωνίζομαι νὰ τὰ ξεχνῶ ὅλα, νὰ ὅλα. Ἔτσι δὲν θέλεις, Πατέρα;
Μὲ ἔχουν πληγώσει κάποιοι
μὲ τὰ λόγια τους· τὸ ξεχνῶ·
μὲ τὶς πράξεις τους τὸ ξεχνῶ·
μὲ τὶς παραλείψεις τους· τὸ ξεχνῶ·
μὲ τὶς σκέψεις τους· τὸ ξεχνῶ·
μὲ τὶς ἐπιθυμίες τους· τὸ ξεχνῶ.
Εἶναι ὅμως ἀλήθεια, Πατέρα, πὼς καὶ ἐγὼ ἔχω πληγώσει πολλοὺς ἢ λίγους, δὲν ξέρω, μὲ τοὺς ἴδιους ἢ καὶ περισσότερους τρόπους, ποὺ ἀναφέρω πιὸ πάνω. Τὰ ξεχνᾶς ὅλα αὐτά, δὲν εἶναι ἔτσι; Τὸ ξέρεις πὼς φρόντισα νὰ ζητήσω τὴ συγνώμη ἀπὸ ὅσους ξέρω πὼς πλήγωσα καὶ στεναχώρησα. Ἀλλὰ γιὰ ἐκείνους, ποὺ δὲν ξέρω ἢ δὲν θυμᾶμαι πὼς πλήγωσα, παρακαλῶ, πληροφόρησέ τους Ἐσύ, ζητώντας ἀπὸ Σένα τὴ συγνώμη γιὰ ὅ, τι ἔκανα εἰς βάρος τους ἐν γνώσει ἢ κυρίως ἐν ἀγνοίᾳ μου. Ὤ, Πατέρα μου εἶσαι τόσο ἀγαθός! Καὶ μάλιστα μὲ τέτοιο τρόπο καὶ σὲ τέτοιο βαθμὸ πολὺ ἀγαθός, ὥστε νὰ δείχνης τὴν ἀνεννόητη καλωσύνη Σου ἀκόμη καὶ στὸν ἀχρεῖο ἐμένα, τὸ πιὸ ἁμαρτωλὸ παιδί Σου, πρῶτο ἀνάμεσα καὶ στοὺς πιὸ ἁμαρτωλούς.
Καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ Πονηροῦ
Πατέρα μου, ξεκινώντας τώρα γιὰ τὸ ἔργο μου, γιὰ τὸν χῶρο, ὅπου πρέπει νὰ προσφέρω ὅ, τι ὀφείλω ὡς χρέος μου ἀνεξόφλητο καὶ ἀπασχόλησή μου, θὰ συναντήσω ἀσφαλῶς τὸ πειρασμό, τὸν ὅποιον πειρασμό, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ ἐκ τῶν προτέρων. Ὤ, μεῖνε, μεῖνε μαζί μου! Ψιθύριζέ μου κάθε φορά «παιδί μου, πρέσεξε!» Τώρα ὑπάρχει πειρασμός!
Κάνε, νὰ μὴν ἐνεργήσω ποτὲ ἔτσι, ὥστε νὰ Σὲ πληγώσω, Πατέρα. Κι ἂν ἀτυχῶς τὸ κάνω, ἀπὸ ἀδυναμία ἢ ἀπροσεξία ἢ ραθυμία ἢ ἀμέλεια ἢ ὑψηλοφροσύνη ἢ λησμοσύνη ἢ ὅποιον ἄλλον λόγο, συγχώρησέ με καὶ κάνε ποτέ μου νὰ μὴν ξαναπέσω σ' αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα. Καὶ ἂν παρουσιασθοῦν οἱ ἴδιες περιστάσεις, κάνε νὰ μὴν ὑποχωρῶ ποτέ. Ἀλλὰ ἂν παρὰ ταῦτα συμβῇ νὰ ὑποχωρήσω καὶ πάλι, σήκωσέ με ἀπὸ τὴν πτώση μου, Πατέρα. Σήκωσέ με γρήγορα καὶ ἐγὼ στὰ γόνατα ζητώντας τὸ ἔλεός Σου καὶ φροντίζοντας, ὅσο πιὸ γρήγορα μπορῶ, θὰ καταφύγω στὸ ἱερὸ Ἐξομολογητήριο, ὅπου θὰ καταθέσω τὸ κρῖμα μου, ποὺ μὲ μόλυνε καὶ μὲ καταρράκωσε...
Ὤ, ἡ ἁμαρτία! Ναί, τὸ κακό, ποὺ μὲ βάζει σὲ πειρασμὸ καὶ «ὅ οὐ θέλω, τοῦτο πράσσω καὶ ὅ μισῶ, τοῦτο ποιῶ» κατ' ἀντινομίαν. Ἡ ἁμαρτία εἶναι τὸ δόλιο καὶ γοητευτικὸ δόλωμα, ποὺ μεθάει, μὲ ξεγελάει καὶ μὲ τυλίγει σὰν τὴν ἀράχνη στὰ δίχτυα τοῦ κακοῦ. Καὶ ἐγὼ μὲ μόνη τὴ θέλησή μου ἀδυνατῶ νὰ ἀντισταθῶ. Ἐλευθέρωσέ με, Πατέρα μου. Ἐλευθέρωσέ με ἀπὸ τὴν καλοστημένη παγίδα τοῦ Πονηροῦ.
Καὶ ὅσα ἀρνητικὰ κι ἂν μοῦ συμβοῦν καὶ μοῦ δημιουργήσουν ἄλλης κατηγορίας πειρασμό, δὲν εἶναι παρὰ δοκιμασίες ἢ εὐκαιρίες ἐξιλασμοῦ καὶ καθαρμοῦ. Καὶ τὶς θέλω ἢ βοήθησέ με νὰ τὶς θέλω, γιατὶ τὶς θέλεις ἢ τὶς ἐπιτρέπεις Ἐσύ, Πατέρα. Ἀλλὰ τὴν ἁμαρτία, τὴ σιχαμερὴ καὶ εἰδεχθῆ ἁμαρτία, ὄχι, ὄχι, ὄχι δὲν τὴν θέλεις καθόλου Ἐσύ. Καὶ πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ μὴν τὴ θέλω, μὲ κανένα τρόπο. Δὲν πρέπει νὰ τὴ θέλω, γιατὶ δὲν τὴν θέλεις. Δὲν πρέπει νὰ ἀλληθωρίζω πρὸς τὸ μέρος της γιατὶ σοῦ εἶναι βδελυκτή. Καὶ ἀφοῦ Ἐσὺ δὲν τὴν θέλεις, πρέπει καὶ ἐγὼ ποτὲ νὰ μὴν τὴν θέλω. Βάλε αὐτὴν τὴν ἀποστροφὴ στὸ αἶμα μου στὶς ἶνες μου, στὴν καρδιά μου, σὲ ὅλη μου τὴν ὕπαρξη. Γιὰ νὰ εἶμαι πάντα ἑνωμένος μαζί Σου. Γιὰ νὰ μὴ μοῦ ἀποκλεισθῆ ὁ δρόμος τοῦ Οὐρανοῦ. Γιὰ νὰ μὴ φοβοῦμαι οὔτε τὴ ζωὴ οὔτε τὸ θάνατο. Γιὰ νὰ μπορέσω νὰ Σὲ ἀντικρύσω κατάμματα καὶ ἀγαπητικά, ὅταν παρουσιασθῶ στὸ οὐράνιο βῆμα Σου καὶ θὰ Σὲ βλέπω καὶ θὰ μὲ βλέπης χωρὶς τὸ παραπέτασμα τοῦ παρόντος.
Πατέρα μου, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Χωρὶς Ἐσένα δὲν μπορῶ νὰ ζήσω πιά. Ἀλλὰ κι ἂν σὲ κάποια στιγμὴ ἀδυναμίας ξεγλιστρήσω καὶ πέσω ἢ κάνω κάποια βήματα προδοτικὰ τῆς ἀγάπης μου γιὰ Σένα, ἄκουσε τὴν κραυγὴ τῆς ἱκεσίας, ποὺ Σοῦ ἀπευθύνω ἐτούτη τὴ στιγμὴ μὲ ὅλη μου τὴν εἰλικρίνεια: Δὲν τὴν θέλω τὴν ἁμαρτία, ὅποια κι ἂν εἶναι, ὅ, τι κι ἂν μοῦ ὑπόσχεται, ὅσο γοητευτικὴ κι ἂν μοῦ φαντάζει. Δὲν τὴν θέλω! Τὴν ἀποστρέφομαι μὲ ὅση δύναμη διαθέτω, τὴν ἀποδοκιμάζω «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς μου, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος μου, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας μου καὶ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας μου», γιατὶ αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημά Σου καὶ ἀγωνίζομαι νὰ εἶναι καὶ τὸ δικό μου θέλημα.
***********************
Φεύγω, Πατέρα μου. Φεύγω ἀπὸ τὸ σπίτι μου γιὰ ἐκεῖ, ὅπου καλοῦμαι σήμερα, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι τὸ χρέος μου. Ὅμως ἔχω μέσα μου, δίπλα μου, ἐπάνω μου, γύρω μου Ἐσένα, Πατέρα. «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός Σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω; Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, Σὺ ὑπάρχεις ἐκεῖ. Ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην πάρει. Ἐὰν κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ Σου καθοδηγήσει με καὶ καθέξει με ἡ δεξιά Σου». Ἀλληλούϊα.
Μεῖνε λοιπὸν μαζί μου, Πατέρα, ὅπου κι' ἂν πάω καὶ ὅπου κι ἂν βρεθῶ. Ἂς δουλεύω μαζί Σου, ὅπου δουλεύω. Ἂν πονέσω, ἂς πονέσω, ἀλλὰ μαζί Σου. Ἂς δοθῶ, ἂν χρειασθῆ, στὸ ἔργο μου, στοὺς ἀνθρώπους, στοὺς πονεμένους, στὰ παιδιά Σου, ἀλλὰ μαζί Σου, ὦ Πάτερ ἡμῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς, πάντα μαζί Σου!
Ἀμήν. Ἀμήν. Ἀμήν!
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν - τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου
Ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν
ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
Βασισμένο σέ κείμενο τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου
Περισσότερο ὠφελεῖται κανείς μελετώντας καθημερινά τό νόμο τοῦ Θεοῦ, παρά ὁποιοδήποτε ἄλλο βιβλίο. Γιατί μέσα στή Γραφή εἶναι κρυμενα νοήματα ἁγιοπνευματικά, πού ὄχι μόνο χαρίζουν ἀνέκφραστη ἡδονή στήν ψυχή, μά καί τήν ἀνεβάζουν στόν οὐρανό, πάνω ἀπό τά γήινα καί κοσμικά πράγματα.
Ἄς δοῦμε λοιπόν τώρα κάτι μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς Γραφῆς.
Ἄς ἐξετάσουμε μέ ἀκρίβεια μερικά θεόπνευστα λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, γιά νά ἀπολαύσουμε τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά εὐφρανθεῖ ἡ ψυχή μας.
Ἕνα ἀπό τά σημαντικά ἀποστολικά παραγγέλματα εἶναι καί τοῦτο: «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μή ὡς ἄσοφοι ἀλλ’ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι». Ὅπως κάθε ἔμπορος, κάθε γεωργός καί τεχνίτης χρειάζεται νά ἔχει φροντίδα κι’ ἐπιμέλεια στό ἔργο του, γιατί διαφορετικά ζημιώνεται, ἔτσι συμβαίνει καί στά ἔργα τά πνευματικά.
Θά σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα:
Ὅταν ὅλοι οἱ πραματευτές τρέχουν στό πανηγύρι καί ἀγωνίζονται μέ κάθε τρόπο νά πουλήσουν τήν πραμάτια τους, ἕνας ὅμως πραματευτής χαζεύει τριγυρίζοντας ἐδῶ κι΄ ἐκεῖ, στά ξεφαντώματα καί στά μεθύσια τῶν πανηγυριστῶν, χωρίς νά νοιάζεται ἄν θά πουλήσει τά ἐμπορεύματά του, σᾶς ρωτάω, ποιός ἀξιοποιεῖ καί χρησιμοποιεῖ ὠφέλιμα τό χρόνο; Ἐκεῖνος πού τόν ξοδεύει σέ μάταια κι’ ἀνώφελα πράγματα, ἤ οἱ ἄλλοι, πού πουλᾶνε τά ἐμπορεύματά τους καί κερδίζουν χρήματα;
Ὕστερ’ ἀπ’αὐτό, ἄς ἐξετάσουμε τά νοήματα τοῦ ἀποστολικοῦ ρητοῦ, γιά νά μάθουμε πῶς χρησιμοποιεῖ κανείς ὠφέλιμα τόν καιρό, ποιός εἶναι ὁ καιρός αὐτός, καί ποιές εἶναι οἱ πονηρές ἡμέρες, γιά τίς ὁποῖες μιλάει ὁ ἀπόστολος.
Καιρός πραμάτειας κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἡ παρούσα ζωή. Καί πονηρές ἡμέρες εἶν’ ἐκεῖνες, πού δέν τίς μεταχειριζεται κανείς ὅπως πρέπει. Κάθε ἄνθρωπος λοιπόν, πού πολιτεύεται στήν παρούσα ζωή μέ σωφροσύνη καί ἀρετή, καί ὑποφέρει μέ γενναιότητα καί ὑπομονή ὅλες τίς θλίψεις καί τούς πειρασμούς, πού τοῦ προξενοῦν ὁρατοί καί ἀόρατοι ἐχθροί, αὐτός ἐξαγοράζει τόν καιρό μέ φρόνηση. Σοφός πραματευτής τῆς προσκαιρης αὐτῆς ζωῆς εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἐκμεταλλεύεται ὅλες τίς εὐκαιρίες τῶν ἀδικιῶν, τῶν ἀτιμιῶν καί τῶν ὀνειδισμῶν, γιατί σκέφτεται τό πνευματικό κέρδος ἀπό τήν καρτερική ἀντιμετώπισή τους.
Ὁ συνετός λοιπόν ἄνθρωπος ἀγοράζει αὐτό τό θησαυρό μέ τήν ὑπομονή καί τρέχει σ’αὐτό τόν ἀγώνα μέ χαρά, ξέροντας πώς οὔτε οἱ νηστεῖες οὔτε οἱ ἀγρυπνίες οὔτε οἱ ἄλλοι πνευματικοί καί ἀσκητικοί ἀγῶνες δέν προσφέρουν τόσα στήν ψυχή, ὅσα προσφέρουν οἱ θλίψεις καί οἱ καταφρονήσεις.
Ὅταν δύο ἄνθρωποι πιέζονται ἀπό ἕναν τύραννο νά παραβοῦν τό νόμο τοῦ Θεοῦ, κι’ ὁ ἕνας φύγει καί κρυφτεῖ, δειλιάζοντας μπροστά στίς τιμωρίες καί τά βάσανα, ἐνῶ ὁ ἄλλος μείνει καί ὁμολογήσει μέχρι τό θάνατο, ποιός ἀπό τούς δύο ἐξαγόρασε πιό σοφά καί κερδοφόρα τόν καιρό; Ἐκεῖνος πού δειλίασε κι’ ἔφυγε, κερδίζοντας λίγα χρόνια ἀκόμα γήινης ζωῆς, ἤ ὁ ἄλλος πού θυσιάστηκε, κερδίζοντας τήν αἰώνια ζωή; Ἀσφαλῶς ὁ δεύτερος.
Ὅσοι λοιπόν ὑπομένουν καρτερικά τίς θλίψεις, τούς διωγμούς καί τούς πειρασμούς τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέ σκοπό νά εὐαρεστήσουν τόν Θεό, ἐκεῖνοι ἐξαγοράζουν τά οὐράνια ἀγαθά καί τήν ἀτελεύτητη εὐφροσύνη. Καί μέ τό σωματικό θάνατο ἐξαγοράζουν τήν αἰώνια καί ἀθάνατη ζωή μαζί μέ τόν Αἰώνιο καί Ἀθάνατο Θεό. Καί ὅπως ἕνας πραματευτής, ὅταν βρεῖ καλό ἐμπόρευμα σέ χαμηλή τιμή, μέ χαρά καί προθυμία πληρώνει ὅσο-ὅσο γιά νά τό ἀποκτήσει, ἔτσι κι’ ἐκεῖνος πού ἀγαπάει ἀληθινά τόν Θεό, ὅταν πρόκειται γιά τά αἰώνια ἀγαθά, μέ χαρά καί προθυμία τά ἀγοράζει ἀκόμα καί μέ θάνατο, ἀφοῦ αὐτός δέν εἶναι παρά ἡ γέφυρα πού ὁδηγεῖ στήν Βασίλεια τῶν Οὐρανῶν.
Ἀλλά οἱ φιλόδοξοι, οἱ φιλόσαρκοι καί οἱ φιλοχρήματοι ἄνθρωποι δέν κάνουν ἔτσι. Δέν μποροῦν νά σηκώσουν τήν ἀπειλή, τή χλεύη, τήν περιφρόνηση τοῦ κόσμου, τή στέρηση τῶν ἀπολαύσεων καί τή χρηματική ζημία. Γι’ αὐτό προδίδουν τά οὐράνια καί ἄφθαρτα, προτιμώντας τά γήινα καί φθαρτά. Γιά τά προσωρινά, χάνουν τά αἰώνια. Γιά πράγματα πού δέν ἀξίζουν τίποτα, χάνουν τή σωτηρία τους. Αὐτοί δέν εἶναι καλοί πραματευτές τῆς ζωῆς αὐτῆς. Τήν ἀσήμαντη πραμάτεια τῆς πρόσκαιρης ἀπολαύσεως τήν πληρώνουν πολύ ἀκριβά: μέ τήν αἰώνια κόλαση!
Ἐμεῖς λοιπόν, «ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν» τῆς ζωῆς, ἄς δώσουμε μέ προθυμία τήν προαίρεσή μας στήν εὐργεσία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, γιά ν’ ἀποκτήσουμε τό κέρδος τῆς ἀρετῆς, νά πλουτίσουμε μέ τό θησαυρό τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά γίνουμε μέτοχοι τῶν ἀνεκτίμητων καί ἀτέλειωτων ἀγαθῶν τοῦ Παραδείσου.
* Ἄς ἐξαγοράσουμε τή φρόνηση τῆς ψυχῆς μέ τήν καταφρόνηση τῶν πρόσκαιρων τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Ἄς ἐπιζητοῦμε τά πνευματικά χαρίσματα, «τά χαρίσματα τά κρείττονα», καί ἄς ἁπαλασσόμαστε μέ συνεχῆ ἀγώνα ἀπό τό σαρκικό φρόνημα, πού σέρνει τήν ψυχή σέ ἄλογες ὁρμές καί κάνει ὅλο τόν ἄνθρωπο ζῶο ἄλογο. Ἄς μήν παραδίνουμε τά μέλη τοῦ σώματός μας «δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καί τῇ ἁμαρτίᾳ εἰς τήν ἀνομίαν», ἀλλά νά τά κάνουμε «δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν».
* Ἄς ἐξαγοράσουμε τή δικαιοσύνη – μέ τήν ὁποία γινόμαστε οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ – μέ τήν εὐσέβεια, καί ἄς προτιμᾶμε τήν ἀρετή ἀπό τήν κακία, γιά νά μήν ἀνοίξουμε τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας στό διάβολο. Καί στό μέν σῶμα νά δίνουμε «διατροφάς καί σκεπάσματα» τόσα, ὅσα χρειάζεται γιά νά ζεῖ. Τήν ψυχή πάλι νά τήν τρέφουμε μέ προσευχές καί δάκρυα καί μελέτη τῶν ἱερῶν Γραφῶν καί βιβλίων.
* Ἄς ἐξαγοράσουμε τήν ὑγεία καί σωτηρία τῆς ψυχῆς μας μέ πολλή ὑπομονή στούς πειρασμούς, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κύριου: «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν».
* Ἄς ἀντιστεκόμαστε στήν ἁμαρτία μέ φρόνημα γενναῖο.
* Ἄς χτυπᾶμε τόν ἐχθρό μέ τά ὅπλα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
* Ἄς κακοπαθοῦμε σάν καλοί στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, μέ νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχές πένθος καί μετάνοια, γιά ν’ ἀξιωθοῦμε τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης.
* Ἄς ἐξαγοράσουμε τήν ἁγνότητα τοῦ σώματός μας μέ τήν ἐγκράτεια καί τήν ταπείνωση, μισώντας τά αἰσχρά ἔργα καί τίς προτροπές τῆς σάρκας, πού πολεμάει μέ λύσσα τό πνεῦμα.
* Ἄς γνωρίζουμε, πώς τότε μόνο θ’ ἀποφύγουμε τήν κατάκριση τῆς συνειδήσεως, τό μολυσμό τῆς καρδίας καί, προπαντός τήν ἀποστροφή τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐκμεταλλευθοῦμε συνετά τόν καιρό μας καί περάσουμε μέ δικαιοσύνη καί σωφροσύνη τό δρόμο τῆς ζωῆς αὐτῆς, σηκώνοντας ἰσόβια μέ γενναιότητα «τό βάρος τῆς ἡμέρας καί τόν καύσωνα».
«Ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν», δέν θά φοβηθοῦμε «τήν ἡμέραν ἐκείνην τήν φοβεράν» τῆς Κρίσεως, γιατί θά ἔχουμε ἤδη ἀποκτήσει τόν «πολύτιμον μαργαρίτην» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Τό ὁποῖο εὐαρεστήσαμε, δίνοντάς Του ὅλα μας τά θελήματα, τά φρονήματα, τίς διαθέσεις καί τίς δυνάμεις.
Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!
ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
Βασισμένο σέ κείμενο τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου
Περισσότερο ὠφελεῖται κανείς μελετώντας καθημερινά τό νόμο τοῦ Θεοῦ, παρά ὁποιοδήποτε ἄλλο βιβλίο. Γιατί μέσα στή Γραφή εἶναι κρυμενα νοήματα ἁγιοπνευματικά, πού ὄχι μόνο χαρίζουν ἀνέκφραστη ἡδονή στήν ψυχή, μά καί τήν ἀνεβάζουν στόν οὐρανό, πάνω ἀπό τά γήινα καί κοσμικά πράγματα.
Ἄς δοῦμε λοιπόν τώρα κάτι μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς Γραφῆς.
Ἄς ἐξετάσουμε μέ ἀκρίβεια μερικά θεόπνευστα λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, γιά νά ἀπολαύσουμε τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά εὐφρανθεῖ ἡ ψυχή μας.
Ἕνα ἀπό τά σημαντικά ἀποστολικά παραγγέλματα εἶναι καί τοῦτο: «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μή ὡς ἄσοφοι ἀλλ’ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι». Ὅπως κάθε ἔμπορος, κάθε γεωργός καί τεχνίτης χρειάζεται νά ἔχει φροντίδα κι’ ἐπιμέλεια στό ἔργο του, γιατί διαφορετικά ζημιώνεται, ἔτσι συμβαίνει καί στά ἔργα τά πνευματικά.
Θά σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα:
Ὅταν ὅλοι οἱ πραματευτές τρέχουν στό πανηγύρι καί ἀγωνίζονται μέ κάθε τρόπο νά πουλήσουν τήν πραμάτια τους, ἕνας ὅμως πραματευτής χαζεύει τριγυρίζοντας ἐδῶ κι΄ ἐκεῖ, στά ξεφαντώματα καί στά μεθύσια τῶν πανηγυριστῶν, χωρίς νά νοιάζεται ἄν θά πουλήσει τά ἐμπορεύματά του, σᾶς ρωτάω, ποιός ἀξιοποιεῖ καί χρησιμοποιεῖ ὠφέλιμα τό χρόνο; Ἐκεῖνος πού τόν ξοδεύει σέ μάταια κι’ ἀνώφελα πράγματα, ἤ οἱ ἄλλοι, πού πουλᾶνε τά ἐμπορεύματά τους καί κερδίζουν χρήματα;
Ὕστερ’ ἀπ’αὐτό, ἄς ἐξετάσουμε τά νοήματα τοῦ ἀποστολικοῦ ρητοῦ, γιά νά μάθουμε πῶς χρησιμοποιεῖ κανείς ὠφέλιμα τόν καιρό, ποιός εἶναι ὁ καιρός αὐτός, καί ποιές εἶναι οἱ πονηρές ἡμέρες, γιά τίς ὁποῖες μιλάει ὁ ἀπόστολος.
Καιρός πραμάτειας κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἡ παρούσα ζωή. Καί πονηρές ἡμέρες εἶν’ ἐκεῖνες, πού δέν τίς μεταχειριζεται κανείς ὅπως πρέπει. Κάθε ἄνθρωπος λοιπόν, πού πολιτεύεται στήν παρούσα ζωή μέ σωφροσύνη καί ἀρετή, καί ὑποφέρει μέ γενναιότητα καί ὑπομονή ὅλες τίς θλίψεις καί τούς πειρασμούς, πού τοῦ προξενοῦν ὁρατοί καί ἀόρατοι ἐχθροί, αὐτός ἐξαγοράζει τόν καιρό μέ φρόνηση. Σοφός πραματευτής τῆς προσκαιρης αὐτῆς ζωῆς εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἐκμεταλλεύεται ὅλες τίς εὐκαιρίες τῶν ἀδικιῶν, τῶν ἀτιμιῶν καί τῶν ὀνειδισμῶν, γιατί σκέφτεται τό πνευματικό κέρδος ἀπό τήν καρτερική ἀντιμετώπισή τους.
Ὁ συνετός λοιπόν ἄνθρωπος ἀγοράζει αὐτό τό θησαυρό μέ τήν ὑπομονή καί τρέχει σ’αὐτό τόν ἀγώνα μέ χαρά, ξέροντας πώς οὔτε οἱ νηστεῖες οὔτε οἱ ἀγρυπνίες οὔτε οἱ ἄλλοι πνευματικοί καί ἀσκητικοί ἀγῶνες δέν προσφέρουν τόσα στήν ψυχή, ὅσα προσφέρουν οἱ θλίψεις καί οἱ καταφρονήσεις.
Ὅταν δύο ἄνθρωποι πιέζονται ἀπό ἕναν τύραννο νά παραβοῦν τό νόμο τοῦ Θεοῦ, κι’ ὁ ἕνας φύγει καί κρυφτεῖ, δειλιάζοντας μπροστά στίς τιμωρίες καί τά βάσανα, ἐνῶ ὁ ἄλλος μείνει καί ὁμολογήσει μέχρι τό θάνατο, ποιός ἀπό τούς δύο ἐξαγόρασε πιό σοφά καί κερδοφόρα τόν καιρό; Ἐκεῖνος πού δειλίασε κι’ ἔφυγε, κερδίζοντας λίγα χρόνια ἀκόμα γήινης ζωῆς, ἤ ὁ ἄλλος πού θυσιάστηκε, κερδίζοντας τήν αἰώνια ζωή; Ἀσφαλῶς ὁ δεύτερος.
Ὅσοι λοιπόν ὑπομένουν καρτερικά τίς θλίψεις, τούς διωγμούς καί τούς πειρασμούς τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέ σκοπό νά εὐαρεστήσουν τόν Θεό, ἐκεῖνοι ἐξαγοράζουν τά οὐράνια ἀγαθά καί τήν ἀτελεύτητη εὐφροσύνη. Καί μέ τό σωματικό θάνατο ἐξαγοράζουν τήν αἰώνια καί ἀθάνατη ζωή μαζί μέ τόν Αἰώνιο καί Ἀθάνατο Θεό. Καί ὅπως ἕνας πραματευτής, ὅταν βρεῖ καλό ἐμπόρευμα σέ χαμηλή τιμή, μέ χαρά καί προθυμία πληρώνει ὅσο-ὅσο γιά νά τό ἀποκτήσει, ἔτσι κι’ ἐκεῖνος πού ἀγαπάει ἀληθινά τόν Θεό, ὅταν πρόκειται γιά τά αἰώνια ἀγαθά, μέ χαρά καί προθυμία τά ἀγοράζει ἀκόμα καί μέ θάνατο, ἀφοῦ αὐτός δέν εἶναι παρά ἡ γέφυρα πού ὁδηγεῖ στήν Βασίλεια τῶν Οὐρανῶν.
Ἀλλά οἱ φιλόδοξοι, οἱ φιλόσαρκοι καί οἱ φιλοχρήματοι ἄνθρωποι δέν κάνουν ἔτσι. Δέν μποροῦν νά σηκώσουν τήν ἀπειλή, τή χλεύη, τήν περιφρόνηση τοῦ κόσμου, τή στέρηση τῶν ἀπολαύσεων καί τή χρηματική ζημία. Γι’ αὐτό προδίδουν τά οὐράνια καί ἄφθαρτα, προτιμώντας τά γήινα καί φθαρτά. Γιά τά προσωρινά, χάνουν τά αἰώνια. Γιά πράγματα πού δέν ἀξίζουν τίποτα, χάνουν τή σωτηρία τους. Αὐτοί δέν εἶναι καλοί πραματευτές τῆς ζωῆς αὐτῆς. Τήν ἀσήμαντη πραμάτεια τῆς πρόσκαιρης ἀπολαύσεως τήν πληρώνουν πολύ ἀκριβά: μέ τήν αἰώνια κόλαση!
Ἐμεῖς λοιπόν, «ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν» τῆς ζωῆς, ἄς δώσουμε μέ προθυμία τήν προαίρεσή μας στήν εὐργεσία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, γιά ν’ ἀποκτήσουμε τό κέρδος τῆς ἀρετῆς, νά πλουτίσουμε μέ τό θησαυρό τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά γίνουμε μέτοχοι τῶν ἀνεκτίμητων καί ἀτέλειωτων ἀγαθῶν τοῦ Παραδείσου.
* Ἄς ἐξαγοράσουμε τή φρόνηση τῆς ψυχῆς μέ τήν καταφρόνηση τῶν πρόσκαιρων τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Ἄς ἐπιζητοῦμε τά πνευματικά χαρίσματα, «τά χαρίσματα τά κρείττονα», καί ἄς ἁπαλασσόμαστε μέ συνεχῆ ἀγώνα ἀπό τό σαρκικό φρόνημα, πού σέρνει τήν ψυχή σέ ἄλογες ὁρμές καί κάνει ὅλο τόν ἄνθρωπο ζῶο ἄλογο. Ἄς μήν παραδίνουμε τά μέλη τοῦ σώματός μας «δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καί τῇ ἁμαρτίᾳ εἰς τήν ἀνομίαν», ἀλλά νά τά κάνουμε «δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν».
* Ἄς ἐξαγοράσουμε τή δικαιοσύνη – μέ τήν ὁποία γινόμαστε οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ – μέ τήν εὐσέβεια, καί ἄς προτιμᾶμε τήν ἀρετή ἀπό τήν κακία, γιά νά μήν ἀνοίξουμε τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας στό διάβολο. Καί στό μέν σῶμα νά δίνουμε «διατροφάς καί σκεπάσματα» τόσα, ὅσα χρειάζεται γιά νά ζεῖ. Τήν ψυχή πάλι νά τήν τρέφουμε μέ προσευχές καί δάκρυα καί μελέτη τῶν ἱερῶν Γραφῶν καί βιβλίων.
* Ἄς ἐξαγοράσουμε τήν ὑγεία καί σωτηρία τῆς ψυχῆς μας μέ πολλή ὑπομονή στούς πειρασμούς, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κύριου: «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν».
* Ἄς ἀντιστεκόμαστε στήν ἁμαρτία μέ φρόνημα γενναῖο.
* Ἄς χτυπᾶμε τόν ἐχθρό μέ τά ὅπλα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
* Ἄς κακοπαθοῦμε σάν καλοί στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, μέ νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχές πένθος καί μετάνοια, γιά ν’ ἀξιωθοῦμε τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης.
* Ἄς ἐξαγοράσουμε τήν ἁγνότητα τοῦ σώματός μας μέ τήν ἐγκράτεια καί τήν ταπείνωση, μισώντας τά αἰσχρά ἔργα καί τίς προτροπές τῆς σάρκας, πού πολεμάει μέ λύσσα τό πνεῦμα.
* Ἄς γνωρίζουμε, πώς τότε μόνο θ’ ἀποφύγουμε τήν κατάκριση τῆς συνειδήσεως, τό μολυσμό τῆς καρδίας καί, προπαντός τήν ἀποστροφή τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐκμεταλλευθοῦμε συνετά τόν καιρό μας καί περάσουμε μέ δικαιοσύνη καί σωφροσύνη τό δρόμο τῆς ζωῆς αὐτῆς, σηκώνοντας ἰσόβια μέ γενναιότητα «τό βάρος τῆς ἡμέρας καί τόν καύσωνα».
«Ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν», δέν θά φοβηθοῦμε «τήν ἡμέραν ἐκείνην τήν φοβεράν» τῆς Κρίσεως, γιατί θά ἔχουμε ἤδη ἀποκτήσει τόν «πολύτιμον μαργαρίτην» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Τό ὁποῖο εὐαρεστήσαμε, δίνοντάς Του ὅλα μας τά θελήματα, τά φρονήματα, τίς διαθέσεις καί τίς δυνάμεις.
Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!
Σκέψεις στην ακροθαλασσιά - ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ
Σκέψεις στην ακροθαλασσιά
ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ
ΜΕ ΠΟΙΟΝ μοιάζει ό χριστιανός, πού σηκώνει τις θλίψεις της επίγειας ζωής με αληθινή πνευματική σύνεση; Μ’ έναν οδοιπόρο, πού στέκεται στην ακροθαλασσιά σε ώρα τρικυμίας. Τα αγριεμένα άσπρα κύματα πλησιάζουν τον οδοιπόρο και, αφού σπάσουν στην άμμο, διαλύονται πάνω στα πόδια του σε αναρίθμητες μικρές σταγόνες. Ή θάλασσα, φιλονικώντας με τον άνεμο, βρυχιέται, υψώνει κύματα σαν βουνά, βράζει, παφλάζει. Το ένα κύμα γεννά και στη συνέχεια καταβροχθίζει το άλλο. Οι κορυφές τους είναι στεφανωμένες με κάτασπρο αφρό. Όλη ή θάλασσα είναι καλυμμένη απ’ αυτά τα κύματα, πού μοιάζουν με τεράστιο λάρυγγα φοβερού τέρατος δίχως δόντια. Ό οδοιπόρος παρατηρεί το φοβερό θέαμα με ήρεμο λογισμό. Τα μάτια του είναι στη θάλασσα. Πού είναι, όμως, ή σκέψη του; Και πού ή καρδιά του; Ή σκέψη του είναι στις πύλες του θανάτου. Και ή καρδιά του στην κρίση του θεού. Εκεί είναι ήδη με τον νου του· εκεί είναι με το αίσθημα του- εκεί είναι οι φροντίδες του· εκεί είναι ό φόβος του. Από τον φόβο τούτο φεύγει μακριά ό φόβος των επίγειων πειρασμών, θα κοπάσουν οι άνεμοι, θα γαληνέψει ή θάλασσα. Εκεί πού πρώτα μάνιαζαν τα τεράστια οργισμένα κύματα, δεν θα βλέπει κανείς παρά μιαν επίπεδη επιφάνεια από νερά ακίνητα, νερά κουρασμένα από τη θύελλα. Μετά τη μεγάλη θαλασσοταραχή, τα νερά θα καταπέσουν σε μια νεκρική ακινησία. Στον διάφανο καθρέφτη τους θα αντανακλά ό βραδινός ήλιος, όταν θα σταθεί πάνω από την Κρονστάνδη, θα σκορπίσει τις ακτίνες του σ’ όλον τον Φιννικό Κόλπο και θα συναντήσει τον ποταμό Νιεβα προς την Πετρούπολη. Θέαμα σαν ζωγράφημα, γνωστό στους κατοίκους της ερήμου του Άγιου Σεργίου. Αυτόν τον ουρανό, αυτή την ακροθαλασσιά, αυτά τα κτίρια πόσοι τα είδαν; Πόσοι είδαν τα άφροστεφανωμένα, τα περήφανα, τα άγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Και όλοι αυτοί έφυγαν, Όλοι βρίσκονται τώρα στην ησυχία του τάφου. Εκεί θα βρεθούν και όσοι σήμερα τα αντικρίζουν. Πόσο άστατα, πόσο φευγαλέα είναι τα επίγεια -όσο των κυμάτων τα άφροστέφανα! Κοιτάζοντας από τον ήσυχο άρσανά τη θάλασσα του βίου να φουσκώνει από τα κύματα των παθών, Σε ευγνωμονώ, Βασιλιά και Θεέ μου! Μ’ έφερες σ’ ετούτη την άγια μονή. Μ’ έκρυψες «στο απόκρυφο καταφύγιο της θείας Σου παρουσίας από τις άδικες επιθέσεις των ανθρώπων» και με φύλαξες «από συκοφαντικές γλώσσες»1. Για τούτο μόνο πονάει ή ψυχή μου, για τούτο συνταράζεται το άγνωστο: Θα περάσω, άραγε, από δώ, από την ακροθαλασσιά του άστατου και ψεύτικου βίου, «στον τόπο της σκηνής της θαυμαστής, στον οίκο του Θεού, με φωνές χαράς και δοξολογίας, μέσα σε ήχους γιορτινούς»2; Θα κατοικήσω, άραγε, εκεί αιώνια; Τί κι αν έχω θλίψεις στον κόσμο; «Εγώ στήριξα τις ελπίδες μου στον Θεό, κι έτσι δεν έχω να φοβηθώ ότι κι αν μου κάνει άνθρωπος»3.
Έρημος Άγιου Σεργίου, 1843
1. Ψαλμ. 30:21. 2. Ψαλμ. 41:5. 3. Ψαλμ. 55:12. ΒΙΒΛ.
ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ
ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ
ΜΕ ΠΟΙΟΝ μοιάζει ό χριστιανός, πού σηκώνει τις θλίψεις της επίγειας ζωής με αληθινή πνευματική σύνεση; Μ’ έναν οδοιπόρο, πού στέκεται στην ακροθαλασσιά σε ώρα τρικυμίας. Τα αγριεμένα άσπρα κύματα πλησιάζουν τον οδοιπόρο και, αφού σπάσουν στην άμμο, διαλύονται πάνω στα πόδια του σε αναρίθμητες μικρές σταγόνες. Ή θάλασσα, φιλονικώντας με τον άνεμο, βρυχιέται, υψώνει κύματα σαν βουνά, βράζει, παφλάζει. Το ένα κύμα γεννά και στη συνέχεια καταβροχθίζει το άλλο. Οι κορυφές τους είναι στεφανωμένες με κάτασπρο αφρό. Όλη ή θάλασσα είναι καλυμμένη απ’ αυτά τα κύματα, πού μοιάζουν με τεράστιο λάρυγγα φοβερού τέρατος δίχως δόντια. Ό οδοιπόρος παρατηρεί το φοβερό θέαμα με ήρεμο λογισμό. Τα μάτια του είναι στη θάλασσα. Πού είναι, όμως, ή σκέψη του; Και πού ή καρδιά του; Ή σκέψη του είναι στις πύλες του θανάτου. Και ή καρδιά του στην κρίση του θεού. Εκεί είναι ήδη με τον νου του· εκεί είναι με το αίσθημα του- εκεί είναι οι φροντίδες του· εκεί είναι ό φόβος του. Από τον φόβο τούτο φεύγει μακριά ό φόβος των επίγειων πειρασμών, θα κοπάσουν οι άνεμοι, θα γαληνέψει ή θάλασσα. Εκεί πού πρώτα μάνιαζαν τα τεράστια οργισμένα κύματα, δεν θα βλέπει κανείς παρά μιαν επίπεδη επιφάνεια από νερά ακίνητα, νερά κουρασμένα από τη θύελλα. Μετά τη μεγάλη θαλασσοταραχή, τα νερά θα καταπέσουν σε μια νεκρική ακινησία. Στον διάφανο καθρέφτη τους θα αντανακλά ό βραδινός ήλιος, όταν θα σταθεί πάνω από την Κρονστάνδη, θα σκορπίσει τις ακτίνες του σ’ όλον τον Φιννικό Κόλπο και θα συναντήσει τον ποταμό Νιεβα προς την Πετρούπολη. Θέαμα σαν ζωγράφημα, γνωστό στους κατοίκους της ερήμου του Άγιου Σεργίου. Αυτόν τον ουρανό, αυτή την ακροθαλασσιά, αυτά τα κτίρια πόσοι τα είδαν; Πόσοι είδαν τα άφροστεφανωμένα, τα περήφανα, τα άγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Και όλοι αυτοί έφυγαν, Όλοι βρίσκονται τώρα στην ησυχία του τάφου. Εκεί θα βρεθούν και όσοι σήμερα τα αντικρίζουν. Πόσο άστατα, πόσο φευγαλέα είναι τα επίγεια -όσο των κυμάτων τα άφροστέφανα! Κοιτάζοντας από τον ήσυχο άρσανά τη θάλασσα του βίου να φουσκώνει από τα κύματα των παθών, Σε ευγνωμονώ, Βασιλιά και Θεέ μου! Μ’ έφερες σ’ ετούτη την άγια μονή. Μ’ έκρυψες «στο απόκρυφο καταφύγιο της θείας Σου παρουσίας από τις άδικες επιθέσεις των ανθρώπων» και με φύλαξες «από συκοφαντικές γλώσσες»1. Για τούτο μόνο πονάει ή ψυχή μου, για τούτο συνταράζεται το άγνωστο: Θα περάσω, άραγε, από δώ, από την ακροθαλασσιά του άστατου και ψεύτικου βίου, «στον τόπο της σκηνής της θαυμαστής, στον οίκο του Θεού, με φωνές χαράς και δοξολογίας, μέσα σε ήχους γιορτινούς»2; Θα κατοικήσω, άραγε, εκεί αιώνια; Τί κι αν έχω θλίψεις στον κόσμο; «Εγώ στήριξα τις ελπίδες μου στον Θεό, κι έτσι δεν έχω να φοβηθώ ότι κι αν μου κάνει άνθρωπος»3.
Έρημος Άγιου Σεργίου, 1843
1. Ψαλμ. 30:21. 2. Ψαλμ. 41:5. 3. Ψαλμ. 55:12. ΒΙΒΛ.
ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ
Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011
Ὅσα παιδιά σᾶς δίνει ὁ Θεὸς
Ὅσα παιδιά σᾶς δίνει ὁ Θεὸς
Mιχαλης Kαρακατσανης
Μάθετε ὅτι εἶναι ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ οἱ γονεῖς νὰ κάνουν ὅσα παιδιὰ θέλει νὰ τοὺς δώσει ὁ Θεός… Τὰ ἀντρόγυνα ποὺ δὲν τηροῦν τὴν θεία ἐντολή, νὰ κάνουν ὅσα παιδιὰ τοὺς δίνει ὁ Θεός, θὰ τιμωρηθοῦν, ἐκτὸς ἐὰν προλάβουν καὶ μετανοήσουν. Ἐπίσης καὶ ὅσοι τοὺς ἐμποδίζουν ἀπὸ τὴν τήρηση τῆς θείας αὐτῆς ἐντολῆς θὰ τιμωρηθοῦν καὶ σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀλλὰ καὶ στὴν ἄλλη.
Νὰ πεῖτε στοὺς γονεῖς σας ἐκ μέρους μου νὰ σταματήσουν αὐτὴ τὴν ψυχοβλαβὴ συμβουλὴ πού σᾶς δίνουν καὶ νὰ μετανοήσουν, γιατί εἶναι τοῦ διαβόλου. Νὰ χαροῦν ποὺ τὰ παιδιά τους, σὲ τέτοια φαύλη ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, ἔχουν φόβο Θεοῦ καὶ τηροῦν τὶς ἐντολές Του. Ἐὰν δὲν θέλουν νὰ ἀκούσουν πρῶτα τὸ Θεό, καὶ κατόπιν ἐμένα, τὸν πνευματικὸ τοὺς πατέρα, ἐσεῖς νὰ μὴ στενοχωρεῖσθε, οὔτε νὰ τοὺς ἀκοῦτε, ἐφόσον ἡ συμβουλή τους δὲν εἶναι τοῦ Θεοῦ… Σεῖς νὰ ἀκοῦτε τὸ Θεό, γιὰ νὰ εἶναι πάντοτε μαζί σας.
* * *
Ἡ εὐθύνη τῶν γονέων γιὰ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν
Ἀκούω πολλὲς φορὲς νὰ λένε: «Τὰ παιδιά μας εἶναι κακά, δέ μᾶς ἀκοῦν, εἶναι ἄτακτα, βρίζουν» κλπ. Πῶς θέλετε, ἀγαπητοί μου, νὰ γίνουν τὰ παιδιά σας καλά, ὅταν ἐσεῖς οἱ γονεῖς τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς γιορτὲς δὲν πηγαίνετε στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ πηγαίνετε στὰ καφενεῖα, στὰ οἰνοπωλεῖα, στοὺς κινηματογράφους, στὰ θέατρα καὶ στὰ γήπεδα, καὶ συζητᾶτε ἄκαιρες συζητήσεις καὶ κατηγορεῖτε καὶ κατακρίνετε τὸν ἕναν καὶ τὸν ἄλλον, καὶ παίζετε χαρτιὰ καὶ μεθᾶτε; Πὼς εἶναι δυνατὸ τὰ παιδιά σας νὰ γίνουν καλοὶ ἄνθρωποι, ὅταν σεῖς οἱ ἴδιοι, πολλὲς φορὲς μπροστὰ στὰ παιδιά σας θυμώνετε καὶ βρίζετε τὰ θεῖα; ὅταν ἁρπάζετε τὰ ξένα καὶ ἀδικεῖτε τοὺς ἄλλους; ὅταν κλέβετε καί λέτε ψέματα, ὅταν συκοφαντεῖτε καὶ ἐπιορκεῖτε; ὅταν ἔχετε ὅλο σας τὸ νοῦ καὶ τὴν προσπάθεια στὰ ὑλικὰ πράγματα, ἐνῶ γιὰ τὴν ψυχή σας καθόλου δὲ φροντίζετε οὔτε νὰ ἐξομολογεῖσθε, οὔτε νὰ μεταλαμβάνετε, οὔτε νὰ προσεύχεσθε, οὔτε νὰ μελετᾶτε βιβλία ἠθικὰ καὶ θρησκευτικά; Βγάλτε το ἀπὸ τὸ νοῦ σας. Εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνουν τὰ παιδιά σας καλοὶ ἄνθρωποι, ἄν σεῖς οἱ γονεῖς δὲν τοὺς δώσετε τὸ καλὸ παράδειγμα. Καὶ ἄν ποτὲ ἔτυχε ἀπὸ κακοὺς γονεῖς νὰ γίνουν καλὰ παιδιὰ αὐτὸ εἶναι σπάνιο. Τὸ καλὸ δέντρο παράγει καλοὺς καρπούς, καὶ οἱ καλοὶ γονεῖς κάνουν καλὰ παιδιά.
* * *
Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ καλὸ παράδειγμα, ἔχουν καθῆκον οἱ γονεῖς νὰ ἐκπαιδεύουν τὰ παιδιά τους ἀπὸ τὴ βρεφικὴ τοὺς ἀκόμη ἡλικία. Νὰ τὰ διδάσκουν τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, νὰ κόβουν τὶς κακὲς ὁρμές τους καὶ τὰ ἐλαττώματα, ὅπου παρουσιάζονται, νὰ μὴν τὰ κολακεύουν καὶ νὰ μὴν κάνουν τὰ κακὰ θελήματα καὶ τὶς ὀρέξεις τους. Ὅπως εἶναι τό ἁπαλὸ κερί, ποὺ τὸ πλάθεις ὅπως θέλεις καὶ δέχεται ὅ,τι σφραγίδα τοῦ βάλεις, ἔτσι εἶναι καὶ τὸ μικρὸ παιδὶ· τὸ διαπλάθεις ὅπως θέλεις. Στὸ ἄγραφο χαρτὶ ὅ,τι γράψεις θὰ μείνει ἀνεξάλειπτο. Καὶ τὸ μικρὸ παιδὶ ὅ,τι μάθει καὶ διδαχθεῖ ἀπὸ μικρό, αὐτὸ θὰ ἔχει ἀνεξάλειπτο καὶ ὅταν γεράσει. Στὴ μικρὴ καὶ τρυφερὴ ἡλικία δίδαξε, νουθέτησε τὸ παιδί σου, γιὰ νὰ θυμᾶται τὴ διδασκαλία σου ὅταν γεράσει.
Σὲ ὅποιες πράξεις συνηθίσει κανεὶς ἀπὸ τὴν παιδικὴ του ἡλικία, σ’ αὐτὲς εὐχαριστεῖτε καὶ ὅταν γεράσει, εἴτε καλὲς εἶναι εἴτε κακές. Ἔτσι λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος. Συνήθισε κάποιος ἀπὸ μικρὸς τὴν κλοπή; καὶ ὅταν μεγαλώσει καὶ γεράσει, θὰ εἶναι εὐχαρίστησή του νὰ κλέβει. Ἔστω καὶ ἄν ἀτιμάζεται καὶ τιμωρεῖται καὶ ἐξευτελίζεται, αὐτὸς εὐχαριστεῖται στὸ κακό. Συνήθισε κάποιος νὰ πίνει ἀπὸ μικρός; καὶ ὅταν μεγαλώσει καὶ γεράσει, εὐχαριστεῖτε νὰ πίνει καὶ νὰ μεθάει, μολονότι βλέπει ὅτι ἡ μέθη τὸν βλάπτει. Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὸ κάπνισμα· προτιμάει ὁ καπνιστὴς νὰ μὴ φάει, μόνο νὰ μὴ στερηθεῖ τὸ τσιγάρο.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς ἀρετές. Συνήθισε κανεὶς ἀπὸ μικρὸς στὴν Ἐκκλησία; καὶ ὅταν γεράσει, θὰ πηγαίνει μὲ εὐχαρίστηση. Συνήθισε νὰ προσεύχεται ἀπὸ μικρός, νὰ ἐξομολογεῖται, νὰ κοινωνεῖ, νὰ εἶναι ἐλεήμων; στὰ ἴδια αὐτὰ θὰ εὐχαριστεῖται, καὶ ὅταν ἐνηλικιωθεῖ καὶ γεράσει. Μάλιστα ἡ κακία, ὅταν ἀπὸ μικρὸς τὴ συνηθίσει κανείς, τριπλασιάζεται.
Ὅσοι λοιπὸν θέλετε τὰ παιδιά σας νὰ γίνουν καλοὶ ἄνθρωποι καὶ νὰ εὐφρανθεῖτε μὲ τὴν πρόοδό τους, νὰ τὰ συνηθίσετε ἀπὸ μικρὰ στὴν εὐσέβεια. Ἐὰν ὅμως φροντίζετε μόνο πῶς νὰ ἀφήσετε πλούτη καὶ κληρονομιὰ στὰ παιδιά σας, καὶ δὲ φροντίζετε γιὰ τὴν ἀνατροφή τους, τότε καὶ σεῖς εἶστε δυστυχισμένοι καὶ τὰ παιδιά σας μιά μέρα θά γίνουν δυστυχισμένα καὶ ἐπιβλαβὴ καὶ στὸν ἑαυτό τους καὶ στὴν κοινωνία…
* * *
Νὰ ὑπομένεις καὶ σύ τὸ παιδί σου
Ἔχεις δίκαιο ποὺ λυπᾶσαι, ὅταν συμβουλεύεις τὸ παιδί σου νὰ πηγαίνει στὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν πηγαίνει, δὲν ἐξομολογεῖται, δὲν κοινωνεῖ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Ἀλλὰ ὅταν δὲ σὲ ἀκούει, νὰ σκεφθεὶς καὶ τοῦ λόγου σου: πόσες φορὲς παρακούεις τὸ Θεὸ καὶ παραβαίνεις τὶς ἐντολές Του καὶ ὁ Θεὸς σὲ ὑπομένει; Ὅπως ὁ Θεὸς σὲ ὑπομένει, σὲ ἀνέχεται, νὰ ὑπομένεις καί σὺ τὸ παιδί σου. Ἔχεις καθῆκον νά τὸ συμβουλεύεις, ὄχι ὅμως μὲ ταραχὴ καὶ θυμό, ἀλλὰ μὲ τρόπο ἤρεμο καὶ γαλήνιο. Ἐὰν δὲ σὲ ἀκούσει, ἔχει ὅλη τὴν εὐθύνη. Σύ τότε νά παρακαλεῖς τὸ Θεὸ νὰ τὸ φωτίσει καὶ νὰ τὸ ὁδηγήσει στὸ δρόμο τῶν ἐντολῶν Του.
Παρακαλῶ νὰ τοῦ διαβιβάσεις τὶς εὐχές μου καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἀρχίσει νὰ πηγαίνει στὴν Ἐκκλησία, σιγὰ σιγά, καὶ θὰ συνηθίσει ἔπειτα νὰ πηγαίνει ἀπὸ μόνος του.
* * *
Mιχαλης Kαρακατσανης
Μάθετε ὅτι εἶναι ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ οἱ γονεῖς νὰ κάνουν ὅσα παιδιὰ θέλει νὰ τοὺς δώσει ὁ Θεός… Τὰ ἀντρόγυνα ποὺ δὲν τηροῦν τὴν θεία ἐντολή, νὰ κάνουν ὅσα παιδιὰ τοὺς δίνει ὁ Θεός, θὰ τιμωρηθοῦν, ἐκτὸς ἐὰν προλάβουν καὶ μετανοήσουν. Ἐπίσης καὶ ὅσοι τοὺς ἐμποδίζουν ἀπὸ τὴν τήρηση τῆς θείας αὐτῆς ἐντολῆς θὰ τιμωρηθοῦν καὶ σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀλλὰ καὶ στὴν ἄλλη.
Νὰ πεῖτε στοὺς γονεῖς σας ἐκ μέρους μου νὰ σταματήσουν αὐτὴ τὴν ψυχοβλαβὴ συμβουλὴ πού σᾶς δίνουν καὶ νὰ μετανοήσουν, γιατί εἶναι τοῦ διαβόλου. Νὰ χαροῦν ποὺ τὰ παιδιά τους, σὲ τέτοια φαύλη ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, ἔχουν φόβο Θεοῦ καὶ τηροῦν τὶς ἐντολές Του. Ἐὰν δὲν θέλουν νὰ ἀκούσουν πρῶτα τὸ Θεό, καὶ κατόπιν ἐμένα, τὸν πνευματικὸ τοὺς πατέρα, ἐσεῖς νὰ μὴ στενοχωρεῖσθε, οὔτε νὰ τοὺς ἀκοῦτε, ἐφόσον ἡ συμβουλή τους δὲν εἶναι τοῦ Θεοῦ… Σεῖς νὰ ἀκοῦτε τὸ Θεό, γιὰ νὰ εἶναι πάντοτε μαζί σας.
* * *
Ἡ εὐθύνη τῶν γονέων γιὰ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν
Ἀκούω πολλὲς φορὲς νὰ λένε: «Τὰ παιδιά μας εἶναι κακά, δέ μᾶς ἀκοῦν, εἶναι ἄτακτα, βρίζουν» κλπ. Πῶς θέλετε, ἀγαπητοί μου, νὰ γίνουν τὰ παιδιά σας καλά, ὅταν ἐσεῖς οἱ γονεῖς τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς γιορτὲς δὲν πηγαίνετε στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ πηγαίνετε στὰ καφενεῖα, στὰ οἰνοπωλεῖα, στοὺς κινηματογράφους, στὰ θέατρα καὶ στὰ γήπεδα, καὶ συζητᾶτε ἄκαιρες συζητήσεις καὶ κατηγορεῖτε καὶ κατακρίνετε τὸν ἕναν καὶ τὸν ἄλλον, καὶ παίζετε χαρτιὰ καὶ μεθᾶτε; Πὼς εἶναι δυνατὸ τὰ παιδιά σας νὰ γίνουν καλοὶ ἄνθρωποι, ὅταν σεῖς οἱ ἴδιοι, πολλὲς φορὲς μπροστὰ στὰ παιδιά σας θυμώνετε καὶ βρίζετε τὰ θεῖα; ὅταν ἁρπάζετε τὰ ξένα καὶ ἀδικεῖτε τοὺς ἄλλους; ὅταν κλέβετε καί λέτε ψέματα, ὅταν συκοφαντεῖτε καὶ ἐπιορκεῖτε; ὅταν ἔχετε ὅλο σας τὸ νοῦ καὶ τὴν προσπάθεια στὰ ὑλικὰ πράγματα, ἐνῶ γιὰ τὴν ψυχή σας καθόλου δὲ φροντίζετε οὔτε νὰ ἐξομολογεῖσθε, οὔτε νὰ μεταλαμβάνετε, οὔτε νὰ προσεύχεσθε, οὔτε νὰ μελετᾶτε βιβλία ἠθικὰ καὶ θρησκευτικά; Βγάλτε το ἀπὸ τὸ νοῦ σας. Εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνουν τὰ παιδιά σας καλοὶ ἄνθρωποι, ἄν σεῖς οἱ γονεῖς δὲν τοὺς δώσετε τὸ καλὸ παράδειγμα. Καὶ ἄν ποτὲ ἔτυχε ἀπὸ κακοὺς γονεῖς νὰ γίνουν καλὰ παιδιὰ αὐτὸ εἶναι σπάνιο. Τὸ καλὸ δέντρο παράγει καλοὺς καρπούς, καὶ οἱ καλοὶ γονεῖς κάνουν καλὰ παιδιά.
* * *
Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ καλὸ παράδειγμα, ἔχουν καθῆκον οἱ γονεῖς νὰ ἐκπαιδεύουν τὰ παιδιά τους ἀπὸ τὴ βρεφικὴ τοὺς ἀκόμη ἡλικία. Νὰ τὰ διδάσκουν τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, νὰ κόβουν τὶς κακὲς ὁρμές τους καὶ τὰ ἐλαττώματα, ὅπου παρουσιάζονται, νὰ μὴν τὰ κολακεύουν καὶ νὰ μὴν κάνουν τὰ κακὰ θελήματα καὶ τὶς ὀρέξεις τους. Ὅπως εἶναι τό ἁπαλὸ κερί, ποὺ τὸ πλάθεις ὅπως θέλεις καὶ δέχεται ὅ,τι σφραγίδα τοῦ βάλεις, ἔτσι εἶναι καὶ τὸ μικρὸ παιδὶ· τὸ διαπλάθεις ὅπως θέλεις. Στὸ ἄγραφο χαρτὶ ὅ,τι γράψεις θὰ μείνει ἀνεξάλειπτο. Καὶ τὸ μικρὸ παιδὶ ὅ,τι μάθει καὶ διδαχθεῖ ἀπὸ μικρό, αὐτὸ θὰ ἔχει ἀνεξάλειπτο καὶ ὅταν γεράσει. Στὴ μικρὴ καὶ τρυφερὴ ἡλικία δίδαξε, νουθέτησε τὸ παιδί σου, γιὰ νὰ θυμᾶται τὴ διδασκαλία σου ὅταν γεράσει.
Σὲ ὅποιες πράξεις συνηθίσει κανεὶς ἀπὸ τὴν παιδικὴ του ἡλικία, σ’ αὐτὲς εὐχαριστεῖτε καὶ ὅταν γεράσει, εἴτε καλὲς εἶναι εἴτε κακές. Ἔτσι λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος. Συνήθισε κάποιος ἀπὸ μικρὸς τὴν κλοπή; καὶ ὅταν μεγαλώσει καὶ γεράσει, θὰ εἶναι εὐχαρίστησή του νὰ κλέβει. Ἔστω καὶ ἄν ἀτιμάζεται καὶ τιμωρεῖται καὶ ἐξευτελίζεται, αὐτὸς εὐχαριστεῖται στὸ κακό. Συνήθισε κάποιος νὰ πίνει ἀπὸ μικρός; καὶ ὅταν μεγαλώσει καὶ γεράσει, εὐχαριστεῖτε νὰ πίνει καὶ νὰ μεθάει, μολονότι βλέπει ὅτι ἡ μέθη τὸν βλάπτει. Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὸ κάπνισμα· προτιμάει ὁ καπνιστὴς νὰ μὴ φάει, μόνο νὰ μὴ στερηθεῖ τὸ τσιγάρο.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς ἀρετές. Συνήθισε κανεὶς ἀπὸ μικρὸς στὴν Ἐκκλησία; καὶ ὅταν γεράσει, θὰ πηγαίνει μὲ εὐχαρίστηση. Συνήθισε νὰ προσεύχεται ἀπὸ μικρός, νὰ ἐξομολογεῖται, νὰ κοινωνεῖ, νὰ εἶναι ἐλεήμων; στὰ ἴδια αὐτὰ θὰ εὐχαριστεῖται, καὶ ὅταν ἐνηλικιωθεῖ καὶ γεράσει. Μάλιστα ἡ κακία, ὅταν ἀπὸ μικρὸς τὴ συνηθίσει κανείς, τριπλασιάζεται.
Ὅσοι λοιπὸν θέλετε τὰ παιδιά σας νὰ γίνουν καλοὶ ἄνθρωποι καὶ νὰ εὐφρανθεῖτε μὲ τὴν πρόοδό τους, νὰ τὰ συνηθίσετε ἀπὸ μικρὰ στὴν εὐσέβεια. Ἐὰν ὅμως φροντίζετε μόνο πῶς νὰ ἀφήσετε πλούτη καὶ κληρονομιὰ στὰ παιδιά σας, καὶ δὲ φροντίζετε γιὰ τὴν ἀνατροφή τους, τότε καὶ σεῖς εἶστε δυστυχισμένοι καὶ τὰ παιδιά σας μιά μέρα θά γίνουν δυστυχισμένα καὶ ἐπιβλαβὴ καὶ στὸν ἑαυτό τους καὶ στὴν κοινωνία…
* * *
Νὰ ὑπομένεις καὶ σύ τὸ παιδί σου
Ἔχεις δίκαιο ποὺ λυπᾶσαι, ὅταν συμβουλεύεις τὸ παιδί σου νὰ πηγαίνει στὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν πηγαίνει, δὲν ἐξομολογεῖται, δὲν κοινωνεῖ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Ἀλλὰ ὅταν δὲ σὲ ἀκούει, νὰ σκεφθεὶς καὶ τοῦ λόγου σου: πόσες φορὲς παρακούεις τὸ Θεὸ καὶ παραβαίνεις τὶς ἐντολές Του καὶ ὁ Θεὸς σὲ ὑπομένει; Ὅπως ὁ Θεὸς σὲ ὑπομένει, σὲ ἀνέχεται, νὰ ὑπομένεις καί σὺ τὸ παιδί σου. Ἔχεις καθῆκον νά τὸ συμβουλεύεις, ὄχι ὅμως μὲ ταραχὴ καὶ θυμό, ἀλλὰ μὲ τρόπο ἤρεμο καὶ γαλήνιο. Ἐὰν δὲ σὲ ἀκούσει, ἔχει ὅλη τὴν εὐθύνη. Σύ τότε νά παρακαλεῖς τὸ Θεὸ νὰ τὸ φωτίσει καὶ νὰ τὸ ὁδηγήσει στὸ δρόμο τῶν ἐντολῶν Του.
Παρακαλῶ νὰ τοῦ διαβιβάσεις τὶς εὐχές μου καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἀρχίσει νὰ πηγαίνει στὴν Ἐκκλησία, σιγὰ σιγά, καὶ θὰ συνηθίσει ἔπειτα νὰ πηγαίνει ἀπὸ μόνος του.
* * *
Χριστιανὸς νὰ εἶσαι καὶ ὄχι μόνο νὰ φαίνεσαι!
Χριστιανὸς νὰ εἶσαι καὶ ὄχι μόνο νὰ φαίνεσαι!
Mιχάλης Καρακατσάνης
Χριστιανὸς νὰ εἶσαι καὶ ὄχι μόνο νὰ φαίνεσαι! Τὸ ὄνομα χριστιανὸς χωρὶς χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι ὑποκρισία. Χριστιανὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ὅσο εἶναι δυνατὸν στὸν ἄνθρωπο, μιμεῖται τὸν Κύριο Ἰησοῦ: μὲ τὰ λόγια του, μὲ τὰ ἔργα του καὶ μὲ τὶς σκέψεις του. Γιὰ τὴν ἐκπλήρωσι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ χρειάζεσαι τὴν ἁπλότητα.
Πτωχὸς εἶναι ὁ χριστιανός, ὁ ὁποῖος ζητεῖ πολλὰ καὶ τὰ προμηθεύεται στὸν κόσμο αὐτόν.
Κάθε χριστιανὸς πρέπει νὰ σηκώνη τὸν σταυρό του.
Ὁ πραγματικὸς χριστιανὸς ἠμπορεῖ νὰ λέγη μὲ γεμάτη ἀπὸ χαρὰ καὶ τόλμη καρδιά, ἀκόμη καὶ στὸ κατώφλι τοῦ θανάτου, ποὺ πλησιάζει:
«Ποῦ εἶναι, ἅδη, τὸ κεντρί σου;» (A΄ Κορ. 15, 55). Ἐπειδή, ζώντας στὴν γῆ, ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς ἀρνεῖται τὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις, μετὰ θάνατον θὰ ἀξιωθῆ στὸν οὐρανὸ τῶν θείων εὐεργεσιῶν ποὺ τὶς περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «μάτι δὲν τὶς εἶδε καὶ αὐτὶ δὲν τὶς ἄκουσε καὶ στὴν καρδιὰ ἀνθρώπου δὲν ἀνέβηκαν» (Α’ Κορ. 2, 9). Αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἐμεῖς νὰ τὰ φαντασθοῦμε, οὔτε νὰ παρουσιασθοῦν μπροστά μας.
Ὁ χριστιανὸς στὴν γῆ δέχεται τὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐλέγξη κάποιος τὰ πάθη τῶν ἄλλων, ἐὰν ὁ ἴδιος δὲν ἐνίκησε τὰ ἰδικά του. Ἐὰν εἶσαι κυβερνήτης τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, νὰ ἐνθυμῆσαι ὅτι γιὰ σένα εἶναι κυβερνήτης ὁ Θεός.
Εἶναι καλύτερα οἱ ὑποτακτικοί σου νὰ σὲ ἀγαποῦν, παρὰ νὰ σὲ φοβοῦνται, διότι ἀπὸ τὸν φόβο γεννᾶται ἡ ὑποκρισία καὶ τὸ ψέμα, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἀγάπη γεννᾶται ἡ ἀλήθεια.
Τὸ καθῆκον τῶν κυβερνώντων εἶναι νὰ σώζουν καὶ ὄχι νὰ παιδεύουν. Αὐτὸς ποὺ ὑποτάσσεται στὸν κυβερνήτη του ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὑποτάσσεται στὸν Θεόv.
Mιχάλης Καρακατσάνης
Χριστιανὸς νὰ εἶσαι καὶ ὄχι μόνο νὰ φαίνεσαι! Τὸ ὄνομα χριστιανὸς χωρὶς χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι ὑποκρισία. Χριστιανὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ὅσο εἶναι δυνατὸν στὸν ἄνθρωπο, μιμεῖται τὸν Κύριο Ἰησοῦ: μὲ τὰ λόγια του, μὲ τὰ ἔργα του καὶ μὲ τὶς σκέψεις του. Γιὰ τὴν ἐκπλήρωσι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ χρειάζεσαι τὴν ἁπλότητα.
Πτωχὸς εἶναι ὁ χριστιανός, ὁ ὁποῖος ζητεῖ πολλὰ καὶ τὰ προμηθεύεται στὸν κόσμο αὐτόν.
Κάθε χριστιανὸς πρέπει νὰ σηκώνη τὸν σταυρό του.
Ὁ πραγματικὸς χριστιανὸς ἠμπορεῖ νὰ λέγη μὲ γεμάτη ἀπὸ χαρὰ καὶ τόλμη καρδιά, ἀκόμη καὶ στὸ κατώφλι τοῦ θανάτου, ποὺ πλησιάζει:
«Ποῦ εἶναι, ἅδη, τὸ κεντρί σου;» (A΄ Κορ. 15, 55). Ἐπειδή, ζώντας στὴν γῆ, ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς ἀρνεῖται τὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις, μετὰ θάνατον θὰ ἀξιωθῆ στὸν οὐρανὸ τῶν θείων εὐεργεσιῶν ποὺ τὶς περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «μάτι δὲν τὶς εἶδε καὶ αὐτὶ δὲν τὶς ἄκουσε καὶ στὴν καρδιὰ ἀνθρώπου δὲν ἀνέβηκαν» (Α’ Κορ. 2, 9). Αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἐμεῖς νὰ τὰ φαντασθοῦμε, οὔτε νὰ παρουσιασθοῦν μπροστά μας.
Ὁ χριστιανὸς στὴν γῆ δέχεται τὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐλέγξη κάποιος τὰ πάθη τῶν ἄλλων, ἐὰν ὁ ἴδιος δὲν ἐνίκησε τὰ ἰδικά του. Ἐὰν εἶσαι κυβερνήτης τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, νὰ ἐνθυμῆσαι ὅτι γιὰ σένα εἶναι κυβερνήτης ὁ Θεός.
Εἶναι καλύτερα οἱ ὑποτακτικοί σου νὰ σὲ ἀγαποῦν, παρὰ νὰ σὲ φοβοῦνται, διότι ἀπὸ τὸν φόβο γεννᾶται ἡ ὑποκρισία καὶ τὸ ψέμα, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἀγάπη γεννᾶται ἡ ἀλήθεια.
Τὸ καθῆκον τῶν κυβερνώντων εἶναι νὰ σώζουν καὶ ὄχι νὰ παιδεύουν. Αὐτὸς ποὺ ὑποτάσσεται στὸν κυβερνήτη του ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὑποτάσσεται στὸν Θεόv.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)