Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Ὀ ὀλόσωμος ἐνταφιασμός τῶν νεκρῶν ὠς διαχρονικό δομικό στοιχεῖο τῆς Νεκρωσίμου Ἀκολουθίας


Ὀ ὀλόσωμος ἐνταφιασμός τῶν νεκρῶν ὠς διαχρονικό δομικό στοιχεῖο τῆς Νεκρωσίμου Ἀκολουθίας

26 Ιανουαρίου 2013

1. Θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να τονισθή ότι για την ορθόδοξη θεολογία αυτός καθ  ἑαυτόν ο τρόπος διαθέσεως των νεκρολειψάνων είναι επί της ουσίας αδιάφορος σωτηριολογικά, αφού έχουμε ρητή τη βιβλική διαβεβαίωση: «ιδού μυστήριον υμίν λέγω· πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, πάντες δε αλλαγησόμεθα…εν τη εσχάτη σάλπιγγι » (Α´ Κορ. 15,51-52). Αυτό σημαίνει ότι η ανάσταση των νεκρών σωμάτων δεν εξαρτάται σε καμμιά περίπτωση από τον τρόπο με τον οποίο φεύγουν οι άνθρωποι από τη ζωή αυτή. Και μπορεί μεν στην αρχαία Εκκλησία να είχε δημιουργηθή μια τέτοια αφελής λαϊκή αντίληψη, ότι η ολόσωμη ταφή των σωμάτων και η αδιατάρακτη παραμονή τους στον τάφο μέχρι τη δευτέρα παρουσία αποτελεί απόλυτη προϋπόθεση της ανάστασής τους και της σωτηρίας της ψυχής[1], αλλ᾽ οἱ μεγάλοι διδάσκαλοι και πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν κατηγορηματικά, ότι η ανάσταση των νεκρών είναι γενικά ένα μεγάλο θαύμα της παντοδυναμίας του Θεού, που ξεπερνάει την ανθρώπινη δυνατότητα. Γι᾽ αυτό και δεν έχει σημασία αν σε κάποιους ο θάνατος επέρχεται από φωτιά, αν άλλοι πνίγονται σε ποτάμια και θάλασσες η καταβροχθίζονται από θηρία, και αν άλλων το σώμα σαπίζει σκωληκόβρωτο μέσα στο τάφο[2].

Με βάση την ανωτέρω προϋπόθεση η από την αρχή υιοθέτηση της ταφής ως του μόνου χριστιανοπρεπούς τρόπου οικονομίας των νεκρών σωμάτων και η θεώρησή της ως βασικού διαχρονικού δομικού στοιχείου της Νεκρώσιμης Ακολουθίας δεν σχετίζεται πρωτογενώς προς το δόγμα της Εκκλησίας ως όρο σωτηρίας[3]. Αλλά συναρτάται κατ  ἀρχήν προς τον συμβολικό της λόγο, ο οποίος πρέπει να είναι «εύσημος» (Α´ Κορ. 14,9), δηλαδή, σαφής και αναγωγικός, πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται για το μυστήριο του θανάτου, ενώπιον του οποίου η Εκκλησία αποκτά αυτοσυνειδησία της πίστεώς της. Γι᾽ αυτό και η σημειολογία της Νεκρώσιμης Ακολουθίας δεν μπορούσε να στηριχθή πουθενά αλλού, παρά στην εξ αποκαλύψεως βιβλική αλήθεια περί του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, κύριο σύμβολο του οποίου είναι ο πανάγιος τάφος, στον οποίο εναποτέθηκε μετά τη σταύρωση το ζωηφόρο σώμα του[4]. Αυτός δ  ἀκριβῶς ο τάφος, που μνημονεύεται και στο σύμβολο της πίστεως[5], ως θρόνος και κοίτη του Χριστού, κατά την διδασκαλία της Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[6], απετέλεσε και το πρότυπο με βάση το οποίο διαμορφώνεται στη συνέχεια η διαμέσου των αιώνων αδιάσπαστη χριστιανική παράδοση περί της μετά θάνατον αποθέσεως των σωμάτων στους κόλπους της μητέρας γης[7].

2. Πρώτη και κύρια συνέπεια της ανωτέρω χριστοκεντρικής θεώρησης είναι το γεγονός ότι στους τάφους των μαρτύρων της πίστεως, αλλά και όλων των πιστών, η Εκκλησία είδε την προέκταση του τάφου του Κυρίου μέσα στο χώρο και το χρόνο[8]. Γι᾽ αυτό οι τάφοι των μαρτύρων, μέσα στους οποίους εφυλλάσσοντο «ως «τιμιώτερα λίθων πολυτελών» τα ιερά λείψανά τους[9] απετέλεσαν και την πρώτη αγία τράπεζα, πάνω στην οποία η Εκκλησία άρχισε να επιτελεί το μυστήριο της αναμνήσεως του απολυτρωτικού έργου του Χριστού που είναι η Θεία Ευχαριστία[10]. Η αναστάσιμη ατμόσφαιρα της θείας λειτουργίας υπήρξε επίσης το πρώτο τελετουργικό πλαίσιο της επιτάφιας γενικά φροντίδας των νεκρών[11], η οποία και κατανοήθηκε  εξ υπαρχής ως γεγονός μη περιοριζόμενο στα όρια ενός ατομικού, οικογενειακού η και κοινωνικού συμβάντος, αλλ  ὡς υπόθεση που αφορά ολόκληρη την εκκλησιαστική κοινότητα. Ήδη ο Απ. Παύλος στο πλαίσιο της διδασκαλίας του περί του ανθρωπίνου σώματος ως ναού του αγίου Πνεύματος παρατηρεί ότι «ουκ εστε εαυτών … ηγοράσθητε γαρ τιμής» (Α´ Κορ. 6,20), γεγονός που σημαίνει ότι ο άνθρωπος στερείται του δικαιώματος αυτοδιαχείρησης του σώματός του, αφού δεν ανήκει ουσιαστικά στον εαυτό του, αλλά «έχει το είναι δεδανεισμένον» από το Θεό, όπως παρατηρεί ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής[12]. Γι᾽ αυτό και μετά τη θανή του ο νεκρός δεν οδηγείται  κατ  εὐθεῖαν στον τάφο, αλλά προσάγεται πρώτα στο ναό, γύρω από την αγία τράπεζα του οποίου συνάγεται η πνευματική του οικογένεια, η Εκκλησία, για  να κηρύξει ως από του λίθου του μνήματος, το του αγγέλου «φαιδρόν της αναστάσεως κήρυγμα»[13].

Αυτό το αναστάσιμο μήνυμα της Εκκλησίας διαμορφώνει στη συνέχεια τις συγκεκριμένες χριστομίμητες φροντίδες[14], με τις οποίες ανέκαθεν η αγάπη και η ευσέβεια των χριστιανών περιστέλλει τα προς ενταφιασμό προοριζόμενα λείψανα των εν Κυρίω κοιμηθέντων[15]. Πρόκειται για φροντίδες με τις οποίες όχι μόνο μορφοποιούνται οι αυθόρμητες ψυχολογικές και συναισθηματικές αντιδράσεις που προκαλεί σε κάθε άνθρωπο το φοβερό γεγονός του θανάτου, αλλ  ἐκφράζονται και βασικές αλήθειες της χριστιανικής πίστεως. Έτσι π.χ. η σύγκλειση των οφθαλμών και του στόματος και η κατάλληλη διευθέτηση των υπολοίπων μελών του σώματος, εξεικονίζει τη χριστιανική αντίληψη περί του θανάτου ως ύπνου[16], όπως υποδηλώνεται και με τη χρήση του χριστιανικού όρου «κεκοιμημένος» για τους θανόντες. Η απόλουση του νεκρού και η με αρωματικά έλαια χρίση, πέρα από τις απαιτήσεις της αισθητικής και της υγιεινής, παραπέμπει στο χριστιανικό βάπτισμα[17], απ᾽ όπου προέκυψε και η ευσεβής συνήθεια να χρησιμοποιείται ως σάβανο η σινδόνα με την οποία απομάσσονται εξερχόμενοι από την εμβάπτισή τους στον Ιορδάνη ποταμό οι προσκυνητές των αγίων τόπων[18]. Στην αρχαία και παγκόσμια συνήθεια να μη θάπτονται ποτέ γυμνοί οι νεκροί, η χριστιανική παράδοση προσέθεσε την ένδυσή τους με καινούργια ενδύματα «το καινόν ένδυμα της αφθαρσίας ημίν προμηνύοντες»[19]. Ο όλος δε σχηματισμός του νεκρικού λειψάνου με την σταυροειδή τοποθέτηση των χεριών και τη στροφή του προς ανατολάς[20], όπου έκειτο ο παράδεισος (Γεν. 2, 8-9), είναι στάση λειτουργική ενός προσευχομένου ανθρώπου, «την ανάστασιν αυτού δια του σχήματος προσημαίνοντες»[21].

Το ίδιο πνεύμα διαπνέει και τις εκδηλώσεις που λάμβαναν χώρα κατ  αὐτή καθαυτή την διαδικασία της εκκομιδής, κατά την οποία οι πιστοί κρατούσαν πχ. στα χέρια τους κλάδους φοινίκων, ως σύμβολα της νίκης κατά του θανάτου και της πίστης στην αθανασία, διαλαλώντας το ψαλμικό «Δίκαιος ως φοίνιξ ανθήσει» (Ψαλμ. 92,12). Διότι «του φοίνικος  στενός μεν και γυμνός και περιορισμένος και υπό του φλοιού συμπιεζόμενος είναι ο κορμός, χλοάζουσα δε και καταστόλιστος καρπών και ελευθέρως παίζουσα με τας αύρας η κορυφή. Ούτω και η ζωή του δικαίου άρχεται μεν επί της γης ταύτης εν μέσω ταπεινώσεων και στερήσεων, κορυφούται δε εν ουρανοίς μακαρία και ευδαίμων. Εντεύθεν και εν τη Αποκαλύψει ο λευχείμων όχλος, ο εστώς ενώπιον του θρόνου του αρνίου, φοίνικας εν χερσίν φέρει»[22]. Αντίθετα οι ειδωλολάτρες κρατούσαν στα χέρια τους κλάδους κυπαρίσσων, σύμβολο απελπισίας, διότι το δένδρο αυτό άμα ξεραθή δεν αναθάλλει.

Αλλά και η ίδια η ισχύουσα σήμερα Νεκρώσιμη Ακολουθία έχει στο σύνολό της έναν έκδηλο χριστοκεντρικό χαρακτήρα, ο οποίος φαίνεται ιδιαίτερα στο γεγονός, ότι με ορισμένα επιμέρους δομικά της στοιχεία εξεικονίζονται και παροντοποιούνται για τους χριστιανούς όλων των αιώνων αντίστοιχες στιγμές της προς τον σταυρικό θάνατο και τον ζωηφόρο τάφο του πορείας του Κυρίου Ιησού Χριστού. Έτσι η εν λόγω Ακολουθία εισάγεται σήμερα με τον 118ο ψαλμό, τον γνωστό «Άμωμο», ο οποίος συνιστά ένα μοναδικής σημασίας εγκώμιο του νόμου του Θεού, ως οδηγού στην πνευματική ζωή των πιστών[23]. Με την έννοια αυτή συμπεριλαμβάνετο μεταξύ των ψαλμών εκείνων που εψάλλοντο από τους Ιουδαίους μετά το πέρας του πασχάλιου δείπνου, τον οποίο προφανώς έψαλε και ο Κύριος τη νύχτα του μυστικού δείπνου, όπως, κατά μίμησή του και πολλοί μάρτυρες στις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής τους[24]. Αυτός, θεωρούμε, ότι είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο η Εκκλησία καθιέρωσε ο «Άμωμος» να ψάλλεται αρχικά, ως επιθανάτια προσευχή, δηλαδή, ως μια τελευταία υπενθύμιση του τρόπου ζωής του Χριστού και των αγίων, τον οποίο πρέπει να έχουν οι πιστοί ως πρότυπο προς μίμηση κατά την επί γης βιοτή τους[25]. Αργότερα μετά την διαμόρφωση της Ακολουθίας εις Ψυχορραγούντα[26] ο «Άμωμος» εντάχτηκε στην Νεκρώσιμη Ακολουθία, όπου προσέλαβε και τον χαρακτήρα μιας ευχαριστίας και δοξολογίας της Εκκλησίας προς τον ουράνιο Πατέρα, κατά μίμηση αυτής που ανείπε προ του πάθους και ο μονογενής του Υιός, για την «χριστοειδή λήξη»[27] του εκάστοτε κηδευομένου μέλους της.

Κάτι ανάλογο ισχύει και για τους Μακαρισμούς (Ματθ. 5,3-12,1), οι οποίοι αποτελούν ένα από τα αρχαιότερα και σταθερότερα δομικά στοιχεία της εξόδιας ακολουθίας, το οποίο ευτυχώς διατηρείται ως σήμερα[28], παρά τη διαγραφή του κατά την υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου γνωστή αναδιάταξη της εν λόγω ακολουθίας[29]. Τμήμα της «επί του όρους ομιλίας» του οι επιγραμματικές αυτές ρήσεις του Κυρίου (Ματθ. 5,3-12 / Λουκ. 6,20-49) συνοψίζουν τις βασικές αρχές του τέλειου ηθικού νόμου, ως οδού ζωής, που έφερε το χριστιανικό ευαγγέλιο στον κόσμο, γι᾽ αυτό και συμπεριλαμβάνονται σε πλείστες όσες ακολουθίες της βυζαντινής λατρείας[30]. Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη για το θέμα μας σημασία είναι ότι κατά την ψαλμώδηση των μακαρισμών χρησιμοποιείται ως εφύμνιο το «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. 23,42) του  ευγνώμονος  ληστού, στίχος ο οποίος απετέλεσε και την πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία πλήθους τροπαρίων, κατά τους οκτώ ήχους της βυζαντινής μουσικής, που παρεμβάλλονται μεταξύ των μακαρισμών. Από τα εν λόγω τροπάρια στην ισχύουσα σήμερα Νεκρώσιμη Ακολουθία ψάλλονται αυτά του πλ. β´ ήχου, μέσα από τα οποία παριστάνεται αυτή η επί του σταυρού σωτήριος ομολογία πίστεως του ληστού ως μια ομολογία πίστεως και του καθενός εξοδεύοντος πιστού, και ταυτόχρονα μια έσχατη κραυγή μετανοίας και εκζήτησης του θείου ελέους, ώστε να γίνει και αυτός όπως ο ληστής, μέτοχος της θείας βασιλείας. Είναι αντιπροσωπευτικό επ αὐτοῦ το πρώτο από τα εν λόγω νεκρώσιμα τροπάρια των μακαρισμών: «Ληστήν του παραδείσου, Χριστέ, πολίτην, επί σταυρού σοι βοήσαντα το μνήσθητί μου προαπειργάσω. Αυτού της μετανοίας αξίωσον καμέ, τον ανάξιον».

Στα πλαίσια της Νεκρώσιμης Ακολουθίας η Ορθόδοξη Εκκλησία βάζει ακόμη τους πιστούς της  να αποχαιρετούν τον θανόντα αδελφό με έναν «τελευταίο ασπασμό», ο οποίος αποτελεί πολύτιμο κατάλοιπο της παλαιάς τελετουργικής συνάρθρωσης της Νεκρώσιμης Ακολουθίας με τη Θεία Λειτουργία. Και στην μεν Θεία Λειτουργία ο ασπασμός που ανταλλάσουν οι πιστοί υποδηλώνει το σύνδεσμο αγάπης που πρέπει να συνέχει τις καρδιές τους, ως προϋπόθεση για την ομολογία της πίστεως, η οποία ακολουθεί[31]. Στη Νεκρώσιμη, όμως, Ακολουθία ο αποχαιρετιστήριος αυτός ασπασμός προσλαμβάνει ένα ακόμη περισσότερο διευρυμένο νόημα. Διότι με τον τρόπο αυτό αισθητοποιείται η χριστιανική αλήθεια, ότι και μετά τον χωρισμό του θανάτου δεν αίρεται ποτέ αυτή η ένωση και κοινωνία που συνδέει τα μέλη του σώματος της Εκκλησίας. Αντίθετα ο θάνατος και η προσδοκώμενη ανάσταση των νεκρών είναι η οδός διαμέσου της οποίας και οδηγούνται τελικά όλοι οι πιστοί σε μια αιώνια εν Χριστώ κοινωνία  ζωής[32]. Σ  αὐτή δ  ἀκριβῶς τη χριστοκεντρικότητα της μεταξύ ζώντων και κεκοιμημένων κοινωνίας που εκφράζει κατ  αὐτό τον τόσο ρεαλιστικό τρόπο ο τελευταίος ασπασμός στηρίζεται και η χριστιανική παράκληση των πενθούντων, που αποτελεί, όπως θα δούμε στη συνέχεια, έναν από τους βασικούς σκοπούς της Νεκρώσιμης Ακολουθίας.

3. Κορύφωση αυτής της χριστοκεντρικής τυπολογίας της Νεκρώσιμης Ακολουθίας αποτελεί αυτή καθαυτή η στιγμή της καταθέσεως του νεκρικού σκηνώματος στους κόλπους της γης[33], η οποία γη, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, «μήτηρ και τροφός ημίν γεγένηται, και εξ αυτής και τρεφόμεθα, και πάντων των άλλων απολαύομεν, και προς αυτήν πάλιν επάνιμεν· αύτη γαρ ημίν και πατρίς και τάφος εστίν»[34]. Σύμφωνα με την ισχύουσα σήμερα τάξη[35], που απηχεί σύνολη τη σχετική χριστιανική παράδοση, δύο τελετουργικά στοιχεία κυριαρχούν κατά τη στιγμή αυτή, στα οποία πιθανότατα λανθάνουν και αρχαιότατες πανανθρώπινες συνήθειες, τις οποίες η Εκκλησία ανανοηματοδότησε χριστιανικά.
Το πρώτο είναι η σταυροειδής επίχυση ελαίου επί του λειψάνου, η οποία πιθανώτατα αντικατέστησε τις επίσης τριπλές (τρίσπονδες) ειδωλολατρικές χοές από μελίκρατο, οίνο και νερό, που ήταν ένα είδος ιλαστήριας προσφοράς στους νεκρούς[36]. Αντίθετα η εν λόγω  χριστιανική πρακτική εμπνέεται από τη βιβλική θεολογία περί του αγίου Βαπτίσματος ως «ομοιώματος» του τάφου του Χριστού (Ρωμ. 6,3-6)[37] και παραπέμπει και στα δύο άλλα αφετικά των αμαρτιών μυστήρια, δηλαδή, της Μετανοίας, και του Ευχελαίου, ως βασικά στοιχεία της προ του θανάτου μυστηριακής προετοιμασίας του πιστού[38]. Ταυτόχρονα η χρίση αυτή αποτελεί μια έσχατη τιμητική εκδήλωση προς τα «ομοπόρευτα και ομόζυγα των ψυχών σώματα»[39], που πορεύονται και αυτά προς την εσχατολογική τους ανακαίνιση, κατά την όραση του προφήτου Ιεζεκιήλ περί των ξηρών οστών (Ιεζ. 37,1-14), που παλαιότερα ανεγινώσκετο εκτός της Μ. Παρασκευής[40] και  κατά την εξόδιο ακολουθία των πιστών[41].

Το δεύτερο στοιχείο είναι η σταυροειδής επίρριψη επί του νεκρικού σκηνώματος χώματος, το  οποίο αποτελεί κατ  ἀρχήν ένα «μάθημα φιλοσοφικώτατον εν στιγμή ψυχολογικωτάτη προσφερόμενον τοις το ύστατον τον νεκρόν αποχωριζομένοις». Διότι «το χώμα  επιρριπτόμενον επί του νεκρού ως βόλος γης θρυμματισμένος εν τη πτώσει του, σημαίνει την επικειμένην διάλυσιν του σώματος εις τα εξ ων συνετέθη στοιχεία και το μάταιον της γηίνης ημών υποστάσεως και το κενόν των εγκοσμίων προσπαθειών και μόχθων και αγώνων εις δίπηχυ μνήμα κατασταλαζόντων»[42]. Πέραν όμως αυτού στο τελετουργικό αυτό στοιχείο η χριστιανική ψυχή είδε και μια σε πνεύμα ευχαριστίας[43] αισθητοποίηση της υπό την προστασία του δημιουργού Θεού επίσημης «καταθέσεως»[44] του λειψάνου «εις το ταμιείον της γης»[45], σύμφωνα με το βιβλικό «Γη ει και εις γην απελεύσει» (Γεν. 3,19)[46]. Παλαιότερα κατά τη στιγμή αυτή ελέγοντο και άλλα τροπάρια[47],εμπνευσμένα από αντίστοιχα χωρία της Αγίας Γραφής[48],όπου το ανθρώπινο σώμα παρομοιάζεται με σπασμένο κεραμικό σκεύος, το οποίο αν και διαλύεται προσωρινά εξ αιτίας της προγονικής παρακοής «ως εις χωνευτήριον της γης καθίσταται, πάλιν αναπλασθησόμενον, ου τοιούτον φθειρόμενον, αλλά καθαρόν, και μηκέτι φθειρόμενον»[49].

Ιδιαίτερα από την τελευταία ανωτέρω παρατήρηση γίνεται νομίζουμε φανερό, ότι ο ενταφιασμός των νεκρών στα σπλάχνα της μητέρας γης είναι για τους χριστιανούς «ιερός και αιδέσιμος» νόμος της φύσεως[50], τον αρχετυπικό χαρακτήρα του οποίου αποκατέστησε ο ίδιος ο Κύριος με το προσωπικό του παράδειγμα. Με βάση, λοιπόν, αυτά τα κατά φύσιν «νενομισμένα» (φυσικό δίκαιο), οι χριστιανοί παραδίδουν «μετά τιμής» τα σώματα των νεκρών των «ταφή», επειδή πιστεύουν, ότι αποτελούν «όργανον και οικητήριον της λογικής ψυχής», τα οποία αμφότερα μόνον αυτοί γνωρίζουν να τιμούν όπως πρέπει[51]. Αυτό το «παρ᾽ ἡμῖν έθος» (εθιμικό δίκαιο), επέχει «δύναμιν νόμου», διότι μας περεδόθη ως θεσμός «υφ  ἁγίων ανδρών»[52], και τον τηρούμε «αποστολικαίς και πατρικαίς επόμενοι παραδόσεσιν»[53]. Όταν δε αυτοί οι άγιοι άνδρες, όπως είναι οι μεγάλοι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας συμφωνούν επί ενός θέματος (consensus patrum), διότι έτσι «παντού, πάντοτε, και υπό πάντων επιστεύθη»[54], τότε γίνονται ιερή παράδοση, ισόκυρη προς την Αγία Γραφή, σταθερό, δηλαδή, και αμετάβλητο σημείο αναφοράς για την πίστη της Καθολικής Εκκλησίας[55].

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Φαίνεται ότι η αντίληψη αυτή προέκυψε από την αναγκαιότητα προστασίας των τάφων από τους τυμβωρύχους, γεγονός που οδήγησε πρώτα στην από τους εθνικούς θεώρηση του τάφου ως «οίκου αιωνίου». Η αντίληψη αυτή πέρασε στη χριστιανική παράδοση, όπου προφανώς ενισχύθηκε και από την παρανόηση ορισμένων πατερικών χωρίων, όπως π.χ. Ιω. Χρυσόστομος, Εις Ιωάννην, ομιλ. πε , ε . PG 59, 465-466: «Αλλά και το σώμα ανέπαφον είναι μέχρι της αναστάσεως». Εις Α´ Κορ. ομιλ. λθ , γ , PG 61, 336: «Ει γαρ ουκ ανίσταται το σώμα, αστεφάνωτος η ψυχή μένει έξω της μακαριότητος εκείνης της εν ουρανοίς· ει δε τούτο, ουδενός απολαυσόμεθα τότε καθόλου». Για περισσότερα βλ. Ντάντης, μν. εργ., σσ. 31-32, 166-168.
[2] Τατιανός, Προς Έλληνας 6. ΒΕΠΕΣ 4, σ. 245: «Καν πυρ εξαφανίση μου το σαρκίον, εξατμισθείσαν την ύλην ο κόσμος κεχώρηκε· καν εν ποταμοίς καν εν θαλάσσαις εκδαπανηθώ καν υπό θηρίων διασπασθώ, ταμείοις εναπόκειμαι πλουσίου δεσπότου. Και ο μεν πτωχός και άθεος ουκ οίδεν τα αποκείμενα, θεός δε ο βασιλεύων, ότε βούλεται, την ορατήν αυτώ μόνον υπόστασιν αποκαταστήσει προς το αρχαίον». Κύριλλος Ιεροσολύμων, Κατήχησις ΙΗ. ΒΕΠΕΣ 39, σσ. 233-237: «Και λέγουσι προς ημάς ταύτα Έλληνες ομού και Σαμαρείται. Πεπτωκεν ο άνθρωπος ο τελευτήσας και σέσηπε και εις σκώληκας όλος ανελύθη, και οι σκώληκες τεθνήκασιν. Σηπεδών τοιαύτη και απώλεια διεδέξατο το σώμα· πως ουν εγείρεται; τους ναυαγήσαντας ιχθύες καταβεβρώκασι, και αυτοί κατεβρώθησαν. Των θηριομαχησάντων άρκτοι και λέοντες και αυτά τα οστέα λεπτύναντες ανήλωσαν. Γύπες και κόρακες των χαμαί ριφθέντων νεκρών τας σάρκας φαγόντες εις πάντα τον κόσμον απέπτησαν. Ποθεν συνάγεται το σώμα; εγχωρεί γαρ των ορνίθων των φαγόντων τον μεν εν Ινδική τελευτήσαι, τον δε εν Περσίδι, τον δε εν Γοτθία. Πυρί καταφλεγέντων ετέρων και αυτήν την σποδιάν διεσκόρπισεν όμβρος η άνεμος, πόθεν συνάγεται το σώμα; Σοι τω ανθρώπω μικροτάτω όντι και ασθενεί μακράν της Γοτθίας η Ινδική, και Σπανία Περσίδος. Θεώ δε τω κατέχοντι πάσαν την γην εν δρακί πάντα εγγύς. Μη τοίνυν προς την σην ασθένειαν αδυναμίαν κατηγόρει θεού, αλλά τη εκείνου δυνάμει πρόσεχε μάλλον».
[3] Φουντούλης Ι., «Νεκρώσιμα Τελετουργικά», στο Τελετουργικά θέματα (Α ), Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2002, σ. 162: «Ουδέποτε η ταφή θεωρήθηκε προϋπόθεση για την ανάσταση. Στις τοιχογραφίες και σε άλλες παραστάσεις εικονίζεται η θάλασσα να δίνει τους νεκρούς της (Αποκ. 20,13) και τα ποικίλα σαρκοβόρα θηρία και όρνεα να επιστρέφουν τα μέλη των ανθρώπων που κατασπάραξαν. Θα έλεγα, γιατί όχι και το παμφάγον πυρ να ανασυγκολλά τα σώματα εκείνα που διεσκόρπισε στους τέσσερις ανέμους. Η ταφή, όμως, πιο ανθρώπινη, πιο φιλάνθρωπη, πιο ευγενής και θεολογικά πιο εκφραστική, ως επιστροφή στους κόλπους της μητέρας γης, κατά το «γη ει και εις γην απελεύση» της Γραφής (Γεν. 3,19) και το  πατερικό « απόδος τον χουν τω χοϊ», κατά το πρότυπο της ζωηφόρου ταφής του Κυρίου, ήταν και παραμένει για την ορθόδοξη τουλάχιστον Εκκλησία, η φυσικότερη λύση του ανθρωπίνου δράματος».
[4] Το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιεί και ο Μ. Αντώνιος, όταν καταδικάζει τη συνήθη στην περιοχή της Αλεξάνδρειας ταρίχευση των νεκρών λέγοντας, ότι «οι Αιγύπτιοι τα των τελευτώντων σπουδαίων σώματα, και μάλιστα των αγίων μαρτύρων, φιλούσι μεν θάπτειν και περιελίσσειν οθονίοις· μη κρύπτειν δε υπό γην, αλλ’ επί σκιμποδίων τιθέναι, και φυλάττειν ένδον παρ’ εαυτοίς· νομίζοντες εν τούτω τιμάν τους απελθόντας. Ο δε Αντώνιος πολλάκις περί τούτου και επισκόπους ηξίου παραγγέλλειν τοις λαοίς· ομοίως δε και λαϊκούς ενέτρεπε, και γυναιξίν επέπληττε, λέγων, μήτε νόμιμον, μήτε όλως όσιον είναι τούτο. Και γαρ τα των πατριαρχών και τα των προφητών σώματα μέχρι νυν σώζεται εις μνήματα· και αυτό δε το του Κυρίου σώμα εις μνημείον ετέθη, λίθος τε επιτεθείς έκρυψεν αυτό, έως ανέστη τριήμερον. Και ταύτα λέγων, εδείκνυε παρανομείν τον μετά θάνατον μη κρύπτοντα τα σώματα των τελευτώντων, καν άγια τυγχάνη. Τι γαρ μείζον η αγιώτερον του Κυριακού σώματος; Πολλοί ουν, ακούσαντες, έκρυψαν υπό γην λοιπόν, και ηυχαρίστουν τω Κυρίω, καλώς διδαχθέντες. Αυτός δε, τούτο γινώσκων, και φοβούμενος μη και το αυτού ποιήσωσιν ούτως σώμα, ήπειξεν εαυτόν, συνταξάμενος τοις εν τω έξω όρει μοναχοίς· και εισελθών εις το ένδον όρος, ένθα και μένειν ειώθει, μετά μήνας ολίγους ενόσησε… ει μέλει υμίν περί εμού, και μνημονεύετε ως περί πατρός, μη αφείτέ τινας το σώμά μου λαβείν εις Αίγυπτον, μήπως εν τοις οίκοις απόθωνται· τούτου γαρ χάριν εισήλθον εις το όρος, και ήλθον ώδε. Οίδατε δε και πως αεί ενέτρεπον τους τούτο ποιούντας, και παρήγγελλον παύσασθαι της τοιαύτης συνηθείας. Θαψατε ουν το ημέτερον υμείς, και υπό γην κρύψατε· και έστω το παρ  ἐμοῦ ρήμα φυλαττόμενον παρ  ὑμῖν, ώστε μηδένα γινώσκειν τον τόπον, πλην υμών μόνων. Εγώ γαρ εν τη αναστάσει των νεκρών απολήψομαι παρά του Σωτήρος άφθαρτον αυτό… Ταύτα ειπών, και ασπασαμένων εκείνων αυτόν, εξάρας τους πόδας, και ώσπερ φίλους ορών τους ελθόντας επ  αὐτὸν, και δι’ αυτούς περιχαρής γενόμενος, εφαίνετο γαρ ανακείμενος ιλαρώ τω προσώπω, εξέλιπε, και προσετέθη προς τους πατέρας. Κακείνοι λοιπόν, καθά δέδωκεν αυτοίς εντολάς, θάψαντες και ειλίξαντες, έκρυψαν υπό γην αυτού το σώμα, και ουδείς οίδε τέως, που κέκρυπται, πλην μόνων αυτών των δύο. Μ. Αθανάσιος, Βίος Αντωνίου, ΒΕΠΕΣ 33, σσ. 54-55.
[5] «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα».
[6] Mansi J.D., Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, τομ. 13, Graz 21960, στ. 44-45.
[7] Οικονόμου Ηλ., «Η θεολογία της τιμής προς τους αγίους τόπους» στο  Εικοσιπενταετηρίς της αρχιερατείας της ΑΘΜ του πατριάρχου Ιεροσολύμων κ. Διοδώρου του Α , εν Ιεροσολύμοις 1988, σ. 33.
[8]Κοντογιάννης Σ., «Η ιερότητα των ταφικών μνημείων», Δήμος Αθηναίων ,Η προστασία των μνημείων της Αθήνας. Α Κοιμητήριο Αθηνών. Πρακτικά Ημερίδας, Αθήνα Δεκέμβριος 2000, σ. 34. Πρβλ. Φειδας Βλ., Εκκλησιαστική Ιστορία Α , Αθήναι 1994, σσ. 286-288.
[9] Μαρτύριον Πολυκάρπου XVIII. ΒΕΠΕΣ 3 , σ. 26.
[10] Βλ. σχετικά:  Σωτηρίου Γ., Χριστιανική και βυζαντινή αρχαιολογία, τομ. Α´, Χριστιανικά κοιμητήρια, εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, Εν Αθήναις 1942, σσ. 69-80. Αντουράκης Γ., «Αρχαία μαρτύρια και χριστιανικοί ναοί. Η επίδραση των μαρτύρων στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας», Ο άγιος και ο μάρτυρας στη ζωή της Εκκλησίας, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1994, σσ. 234-292.
[11] Βλ. Μιλόσεβιτς Ν., Η Θεία Ευχαριστία ως κέντρον της Θείας Λατρείας. Η σύνδεσις των μυστηρίων μετά της Θείας Ευχαριστίας. εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 294-297. Velkovska El.,“Funeral Rites according to the Byzantine Liturgical Sources”, Dumbarton Oaks Papers 55 (2001),σ. 21. Πρβλ. Σκαλτσης Π., «Θεολογικές προϋποθέσεις της εκκλησιαστικής κήδευσης και ιστορική εξέλιξη της Νεκρωσίμου Ακολουθίας», Ιερά Μητρόπολις Δράμας, Νεκρώσιμα Τελετουργικά , Δράμα 2001, σ. 78 εξ.
[12] Ερμηνεία εις το Πάτερ ημών. PG 90,893C. Βλ. σχετικά Ζηζιούλα Ι. (Μητρ. Περγάμου), «Από το προσωπείον εις το πρόσωπον. Η συμβολή της πατερικής θεολογίας εις την έννοιαν του προσώπου» στο Χαριστήρια εις τιμήν του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 302. Πρβλ. Δουνδουλάκη Εμ. «Η σωματική αυτοδιαχείριση στην Ορθόδοξη Παράδοση», Η καύση των νεκρών στην Ορθόδοξη Εκκλησία (Μελέτες Ορθοδόξου Θεολογίας), εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 83-89.
[13] Απολυτίκιον του δ´ ήχου.
[14] Του εν αγίοις Πατρός ημών Επιφανίου επισκόπου Κυπρου λόγος εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και εις τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, και εις την εν τω άδη του Κυρίου κατάβασιν, μετά το σωτήριον πάθος παραδόξως γεγενημένην, PG 43,448-449: «Άρα γαρ, άρα, ειπέ μοι, ω Ιωσήφ, και προς ανατολάς καταθάπτεις νεκρόν, την ανατολήν των ανατολών; άρα δε και τοις σοις δακτύλοις νεκροπρεπώς Ιησού κατακλείεις τα όμματα του τω αχράντω δακτύλω του τυφλού ανοίξαντος όμμα; άρα δε και το στόμα περικλείεις του το μογιλάλου ανοίξαντος στόμα; άρα δε και χείρας περιστέλλεις του εκτείναντος τας ξηρανθείσας χείρας; η και τους πόδας νεκροπρεπώς καταδεσμείς του το βαδίζειν δόντος τοις ακινήτοις ποσίν; άρα και επί κλίνης αίρεις τον τω παραλύτω κελεύσαντα· Άρον σου τον κράβατον, και περιπάτει; άρα δε και μύρα κενοίς τω ουρανίω μύρω τα εαυτού κενώσαντι, και κόσμον αγιάσαντι; άρα και την θεόσωμον έτι αιμορροούσαν εκείνην Ιησού εκμάξαι τολμάς πλευράν, του την αιμορροούσαν ιασαμένου Θεού; άρα δε και ύδατι καταπλύνεις σώμα Θεού, του πάντας εκπλύναντος, και την κάθαρσιν δόντος; Ποίας δε άρα και λαμπάδας υπανάψεις τω φωτί τω αληθινώ, τω φωτίσαντι πάντα άνθρωπον; ποίας δε και άσεις επιταφίους ωδάς τω ασιγήτως αινουμένω υπό πάσης ουρανίου στρατιάς; άρα δε και δακρυρροείς ως νεκρόν τον δακρύσαντα, και νεκρόν τετραήμερον τον Λαζαρον αναστήσαντα; άρα δε και θρήνους ποιείς τω την χαράν πάσι διδόντι, και την λύπην της Εύας διαλύσαντι;»
[15] Βλ. σχετικά Τζέρπος Δ. (Πρωτοπρ.), «Το νεκρικό λείψανο και η επιτάφια φροντίδα του», Ο αγιασμός της ζωής των πιστών, Μελέτες επί των ιερών ακολουθιών του Μικρού Ευχολογίου, Εκδόσεις Τήνος, Αθήναι 2006, σσ. 92-131. Πρβλ. Καλλίνικος Κ. (Πρωτοπρ.), Ο χριστιανικός ναός και τα εν αυτώ τελούμενα, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήναι, σσ. 547-55. Του Ιδιου, Πέραν τάφου, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήναι 1972, σσ. 34-42. Χριστοδούλου Θ. (Πρωτοπρ.), Περί της κηδείας, Εκδόσεις Ομολογία, Αθήναι 2004, σσ. 35-70 .
[16]  Είναι αντιπροσωπευτικός εδώ ο λόγος του αγίου Γρηγορίου Νύσσης Εις τον βίον της οσίας Μακρίνης, ΒΕΠΕΣ 69,115-116: “ουδέν γαρ των επανορθούντων οι οφθαλμοί προσεδέοντο, καθάπερ επί του κατά φύσιν γίνεται ύπνου, τοις βλεφάροις ευκόσμως διειλημμένοι· τα τε χείλη προσφυώς μεμυκότα και αι χείρες ευπρεπώς επανακλιθείσαι τω στήθει πάσά τε η του σώματος θέσις αυτομάτως κατά το εύσχημον αρμοσθείσα ουδέν της των κοσμούντων χειρός επεδέετο”.
[17] Συμεων Θεσσαλονίκης, Περί του τέλους ημών τξη . PG 155, 688Α: « Δια τούτο ουν και ύδατι σπόγγω αποσμήχουσιν σταυρού τύπω τα λείψανα κατά το μέτωπον, τα όμματα, το στόμα τε και το στήθος, έτι τε τα γόνατα και τας χείρας και ελαίω αλείφουσιν. Το γαρ έλαιον των αγώνων εστί σημαντικόν. Και ότι ο κοιμηθείς καλώς και ευλαβώς αγωνισάμενος τετελείωται και του θείου ελέους αξιωθήσεται και της λαμπράς ιλαρότητος του θείου φωτός».
[18] Τρεμπέλας Π., Μικρόν Ευχολόγιον κατά τους εν Αθήναις ιδία κώδικας, τομ. Α´, Αθήναι 1950, σσ. 297,350. Η ίδια αντίληψη περί της νέας εν Χριστώ ζωής υπόκειται και στην  υπό του ιερού Χρυσοστόμου μαρτυρούμενη συνήθεια (Περί νηστείας γ . PG 60,715) να ονομάζονται «σπάργανα» οι επίδεσμοι με τους οποίους περιετυλίσσοντο στην εποχή του τα νεκρολείψανα, όπως τα σπαργανούμενα βρέφη.
[19] Ιω. Χρυσόστομος, Περί μετανοίας. PG 60, 725.
[20] Ιω. Χρυσόστομος, Περί υπομονής. PG 60, 725: «προς ανατολάς την σωρόν κειμένην σχηματίζομεν, την ανάστασιν αυτού δια του σχήματος προσημαίνοντες». Πρβλ. Μ. Βασίλειος, Περί αγίου Πνεύματος, 27. ΒΕΠΕΣ 52, σ. 288. Γρηγόριος Νύσσης, Εις την Κυριακήν προσευχήν 5.  ΒΕΠΕΣ 66, 363.
[21] Ιω. Χρυσόστομος, Περί υπομονής, PG 60, 725.
[22] Βλ. Καλλίνικος, μν. εργ., σσ. 552-553.
[23] Κατά τον Μ. Αθανάσιο (Εξηγήσεις εις τους ψαλμούς, ριη´, ΒΕΠΕΣ 32, σ. 262) ο ψαλμός αυτός περιγράφει «των αγίων την πολιτείαν,τους αγώνας, τας θλίψεις, τα σκάμματα, τας των δαιμόνων επαναστάσεις, τους μυρίους υποβαλλομένους λογισμούς, τας παγίδας, τα θήρατρα· ου μην αλλά και τα δι’  ὧν περιγένωνται, τον νόμον, τα λόγια, την υπομονήν, την άνωθεν συμμαχίαν· έπειτα μετά τους πόνους, βραβεία, τους στεφάνους, τας αμοιβάς». Βλ. Καλλίνικος Κ. (Πρωτοπρ.), Εισαγωγή εις τον Ιερόν Ψαλτήρα, τομ. Β´, σ. 103.
[24] Βλ. Καλλίνικος Κ. (Πρωτοπρ.), Ο ιερός ψαλτήρ εν τη εφαρμογή και τη πράξει, Θεσσαλονίκη 1927, σσ. 163-164. Πρβλ. Φίλιας Γ., Λειτουργική, Εκδόσεις Γρηγόρη 2006, σ. 128.
[25] Συμεων Θεσσαλονίκης, Περί της θείας προσευχής, τν, PG 155, 644C:  «Οι ψαλμοί την πολιτείαν αυτού του Σωτήρος προεμφαίνοντες, και μάλιστα την άμωμον αυτού ζωήν τε και πολιτείαν· όπερ σαφώς και ο λεγόμενος Άμωμος εκδιδάσκει· και έτι την των αγίων αυτού βιοτήν· αλλά και τα πάθη του Σωτήρος και την ανάστασιν. Διο και ούτος εξαιρέτως εν τε Κυριακαίς ψάλλεται και εν ταις των αγίων μνήμαις πολλάκις». Πρβλ. Περί του τέλους ημών, τξστ´, PG 155,684Α.
[26] Βλ. Τζέρπος Δ. (Πρωτοπρ.), Η ώρα του θανάτου και η ακολουθία εις Ψυχορραγούντα, σσ. 42-45.
[27] Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Εκκλησιαστική  Ιεραρχία 7,2. PG 3, 553D.
[28] Βλ. Μικρόν Ευχολόγιον,σσ. 245-247.
[29] Βλ. Παπαγιάννης Κ. «Η Νεκρώσιμος ακολουθία.Παρατηρήσεις και προτάσεις δια μίαν ορθολογικωτέραν τέλεσιν αυτής», Κληρονομία 29 (1997), σ. 214.
[30] Για τη γενικώτερη λειτουργική χρήση των Μακαρισμών βλ. Φουντούλης Ι., «Οι μακαρισμοί στην ορθόδοξη λατρεία», Τελετουργικά θέματα, τομ. Γ , Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2007, σσ. 111-123.
[31] Νικόλαος Καβάσιλας, Εις την Θείαν Λειτουργίαν  ΚΕ. SC4 bis, σ. 166-168. «Επεί δε τη προς αλλήλους ημών αγάπη και η προς Θεόν αγάπη ακολουθεί, τη δε προς τον Θεόν αγάπη και η προς αυτόν τελεία και ζώσα πίστις έπεται, δια τούτο την αγάπην ειπών και αγαπάν αλλήλους παραινέσας ευθύς την ομολογίαν επάγει της πίστεως. Ίνα εν ομονοία, φησίν, ομολογήσωμεν. Και οι πιστοί βοώσιν· Ον ομολογήσαι Θεόν την αγίαν Τριάδα».
[32] Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί του τέλους ημών τξζ. PG 155, 685ΑΒ: «Και ο επιτελεύτιος ασπασμός. Ούτος δε και δια την μετάβασιν και τον από της ζωής ταύτης χωρισμόν.Και ως κοινωνία και ένωσίς εστιν, ότι και θνήσκοντες αλλήλων ου χωριζόμεθα. Πάντες γαρ την αυτήν οδεύσομεν τρίβον και άμα ταχθησόμεθα είναι, και ου χωρισθησόμεθά ποτε. Χριστώ γαρ ζησόμεθα και Χριστώ νυν ενούμεθα, προς αυτόν πορευόμενοι. Και αύριον εσόμεθα μετ  ἀλλήλων, και των ζώντων ημών κοιμηθησομένων ώσπερ αυτών. Και της αναστάσεως δε γενομένης τη κοινωνία της ορθής πίστεως, ομού άπαντες οι πιστοί συν Χριστώ εσόμεθα». Πρβλ. Καλλίνικος Κ. (Πρωτοπρ.), μν. εργ., σ. 558.
[33] Ξενοφών, Κύρου παιδεία,VIII,7:«Το δ  ἐμὸν σώμα, ω παίδες, όταν τελευτήσω, μήτε εν χρυσώ θήτε, μήτε εν αργύρω, μήτε εν άλλω μηδενί, αλλά τη γη ως τάχιστα απόδοτε. Τι γαρ τούτου μακαριώτερον του γη μιχθήναι, η πάντα μεν καλά, πάντα δε τ  ἀγαθὰ φύει τε και τρέφει;»
[34] Ιω. Χρυσόστομος, Εις την Γένεσιν. PG 53,77. Γενικά για τη σημαντική της γης στην ορθόδοξη λατρεία είναι καίρια η παρατήρηση του Π. Ευδοκίμωφ (Η προσευχή της Ανατολικής Εκκλησίας – Η λειτουργία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (Μετάφραση από τα Γαλλικά: Μ. Παπαζάχου, Δ. Τζέρπος), Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1980, σσ. 13-14): «Στον εσπερινό όταν γίνεται αρτοκλασία, η ευλογία του άρτου, του οίνου και του ελαίου, που είναι στοιχεία αντιπροσωπευτικά της φύσεως, αγιάζει την ίδια την αρχή της καρποφορίας της γης -alma matter- και διδάσκει τον άνθρωπο ότι η γη που δουλεύει είναι άγια και ότι τα προϊόντα που αποσπά από τα βάθη της δεν είναι απλώς χημικές ενώσεις, αλλά ένα ζωντανό δώρο που συμμετέχει στο μυστήριο της λειτουργίας κι ακόμη ότι και η καρποφορία της γης έχει  άμεση σχέση, όχι μόνο με τα λιπάσματα και τις εποχές, αλλ  ἐπίσης και με την πνευματικότητα του ανθρώπου».
[35] «Καταβιβάζεται ο νεκρός εν τω τάφω, οπότε ο ιερεύς ραντίζει αυτόν σταυροειδώς δια του ελαίου της κανδήλας λέγων: Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Είτα άρας χουν δια του πτύου ρίπτει αυτόν σταυροειδώς επί του νεκρού λέγων: Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής, η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή. Γη ει και εις γην απελεύσει». Βλ. Μικρόν Ευχολόγιον, Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι, 51974, σ. 218. Πρβλ. Εξοδιαστικόν (Ευχολόγιον Γ´),Έκδοσις Ιεράς Μονής Σίμωνος  Πέτρας, Άγιον Όρος, σσ. 168-169, και 60-61,139-140.
[36] Βλ. Καλλίνικος Κ. (Πρωτοπρ.), Ο χριστιανικός ναός και τα εν αυτώ τελούμενα, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήναι, 31969, σ. 560.
[37] Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί της ιεράς τελετής του αγίου ελαίου σπζ . PG 155, 520 CD: « Και τοις τεθνεώσιν εν Χριστώ αδελφοίς  επιχαίομεν έλαιον· πλην ου το διδόμενον άγιον έλαιον τοις ζώσιν, ο φησίν ο θεάδελφος, αλλ  ἐκ της λυχνίας του ναού, και μάλλον του θυσιαστηρίου. Και ουδένα των μοναχών θάπτομεν ει μη και το της φωταγωγού έλαιον τω λειψάνω εκχέομεν, ηγιασμένον ον, ως ενώπιον Κυρίου ανάπτον.». Του Ιδιου, Περί του τέλους ημών τξη´. PG 155, 685-687: «Και την ανάστασιν δε κηρύττομεν, σφραγίζοντες το λείψανον δια του σταυρού· η έλαιον αυτώ εκχέοντες σταυροειδώς εκ της φωταγωγού η σκεύει τινί την γην επιβάλλοντες· ότι ει και θνητοί γεγενήμεθα, αλλ  ὅμως αναστησόμεθα δια του υπέρ ημών σαρκωθέντος τε και αποθανόντος σαρκί και αναστάντος και την ανάστασιν ημίν χορηγήσαντος. Και ότι ούτος ο θαπτόμενος αναστήσεται, ως και ο Σωτήρ ημών εξανέστη . Διο και μετά το τεθήναι τω τάφω , έλαιον επάνω τούτου σταυροειδώς εκχέεται, ως παραδεδώκασιν οι απόστολοι και ο Διονύσιος τούτο γράφει· μάλλον δε και εν τω ενταφιάζεσθαι, αλείφεσθαι τον νεκρόν χρη. Ως γαρ εν τω βαπτίσματι ύδωρ και έλαιόν εστι, εις τύπον εκείνων τοις πιστώς βιώσασιν και ευσεβώς ταύτα επάγεσθαι χρη… Το γαρ έλαιον των αγώνων εστι σημαντικόν. Και ότι ο κοιμηθείς, καλώς και ευσεβώς αγωνισάμενος, τετελείωται και του θείου ελέους αξιωθήσεται και της λαμπράς ιλαρότητος του θείου φωτός».
[38] Φουντούλης Ι., Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας, τομ. Β , Αποστολική Διακονία, Αθήναι 1988, σσ. 185-188. Τζέρπος Δ. (Πρωτοπρ.), Η ακολουθία του νεκρωσίμου ευχελαίου κατά τα χειρόγραφα ευχολόγια του ιδ-ιστ αἰ. {Ίδρυμα Βυζαντινής Μουσικολογίας, Λατρειογήματα 1}, σσ. 138-141. Χριστοδούλου Θ. (Πρωτοπρ.),  Η Νεκρώσιμη Ακολουθία κατά τους χειρογράφους κώδικες 10ου-12ου αι., τομ. 1, Γενική Εισαγωγή, Κατάλογοι, Πίνακες, Εκδόσεις Θεσβίτης, Αθήναι, 2005, σσ. 328-330.
[39] Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Περί των επί τοις κεκοιμημένοις τελουμένων. PG 3,553Α.
[40] Τριώδιον, Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1994, σσ. 985-986.
[41] Βλ. Κωδ. 2724, Εθν. Βιβλ. Αθηνών, 15ου αι., f. 216v. Πρβλ. Galadza P., “Lost and displaced Elements of the Byzantine Funeral Rites: Towards a Pastoral Reappropriation”. Studia Liturgica, 33 (2003), σσ. 62- 74.
[42] Καλλίνικος, οπ. παρ. Πρβλ. Χριστοδούλου Θ. (Πρωτοπρ.), Περί της κηδείας, Εκδόσεις Ομολογία, Αθήνα 2004, σ. 112.
[43] Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί του τέλους ημών  τξθ. PG 155, 688Β: «Και τότε της γης επιβαλλομένης, η ευχή ως παραδοθέντος τη γη ευχαριστήριος και ως σφραγίς και τελείωσις επιλέγεται». Γι᾽ αυτό και σε ορισμένα χειρόγραφα η Νεκρώσιμος Ακολουθία ονομάζεται Ακολουθία της Ευχαριστίας. Βλ. Dmitrievskij Al., Opisanie liturgitseskich rykopisej, (Ευχολόγια, τομ. II),  1965, Georg Olms Verlagwbuchandlung Hildesheim, σ. 528.
[44] «Ευχή της καταθέσεως· Κύριε, ο Θεός ημών, ο πλάσας τον άνθρωπον κατ  εἰκόνα σην και ομοίωσιν τεχνευσάμενος, ο αντικείμενος εξηπάτησεν αυτόν…». Βλ. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Ιεροσολυμιτική Βιβλιοθήκη, τομ. 2, σσ. 101-105. Πρβλ. Dmitrievskij, μν. εργ., σ. 450. Meester (de) Pl., Rituale-Benedizionale Bizantino, Roma 1930, σ. 90.
[45] Κωδ. 2724, Εθν. Βιβλ. Αθηνών, 15ου αι., f. 225r: « Ευχή επάνω του τάφου : Διο δεόμεθά σου, Κύριε, κέλευσον διανοιχθήναι το ταμιείον της γης και υποδέξασθαι το σον πλάσμα. Τηρησάτω αυτό έως της συντελείας του αιώνος. Εν γαρ τη αναστάσει σαλπίση Μιχαήλ ο αρχάγγελος και πάντες εγερθήσονται ως εξ ύπνου. Δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσηται αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσηται αθανασίαν».
[46] Συμεων Θεσσαλονίκης, Περί της ιεράς τελετής του αγίου ελαίου , σπζ . PG 155, 520 CD: «Και εν τοις κοσμικοίς δε κατά Χριστόν αδελφοίς τελευτήσασιν χουν του θυμιατηρίου, ως ιερόν και ηγιασμένον τελούντα, τη του σταυρού σφραγίδι δια του θυμιάματος σταυροειδώς επιβάλλομεν, προ της απλώς επιβαλλομένης γης, παραδιδόντες τον ηγιασμένον εν Χριστώ εν ηγιασμένη γη  κατά την θείαν απόφασιν, συντηρούμενον έως αν εξαναστή». Του Ιδιου, Περί του τέλους ημών,  τξη . PG 155, 685-687: «Και κατατίθεμεν τω τάφω το λείψανον και τη γη παραδιδόαμεν δια των ευχών, πληρούντες το θείον πρόσταγμα το «Γη ει και εις γην απελεύση».Το αυτό πνεύμα εκφράζεται και στο ακόλουθο τροπάριο, το οποίο εψάλλετο παλαιότερα κατά τη στιγμή της αποθέσεως του νεκρολειψάνου στον τάφο, και το οποίο μας διασώζει σήμερα η Νεκρώσιμη Ακολουθία εις Μοναχούς: «Γη χαίνουσα( η χανούσα) υπόδεξαι τον από σου πλασθέντα χειρί Θεού το πρότερον, πάλιν δε υποστρέφοντα προς σε την τεκούσαν. Το γαρ κατ  εἰκόνα ο κτίστης προσελάβετο, συ δε υπόδεξαι το σώμα ως το ίδιον». Βλ. Εξοδιαστικόν, σ. 60. Βλ. διαφορετική ερμηνεία από τον Μπαλάνο, μν. εργ., σσ. 7-10. Πρβλ. Τσαντήλας, μν. εργ. σσ. 159-160.
[47] Βλ. Κωδ. 2724, Εθν Βιβλ. Αθηνών 15ου αι., f. 222v: «Και ευθύς βάλλει τον πηλόν ο ιερεύς μετά πτύου λέγων, Τον πηλόν ο κεραμεύς ζωοπλαστήσας ανέθηκέ μοι, σάρκα και οστά και πνοήν και ζωήν. Αλλ  ὦ ποιητά μου λυτρωτά μου και κριτά, ανάπαυσον τον δούλόν σου. Και ούτως σφραγίζεται ο τάφος». (10ο τροπάριο α ὠδῆς Μεγάλου Κανόνα. Βλ. Τριώδιον, Έκδοσις Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1994, σ. 627).
[48] Ιώβ 10,8-9: «Αι χείρες σου έπλασάν με και εποίησάν με μετά ταύτα μεταβαλών με έπαισας. Μνήσθητι ότι πηλόν με έπλασας, εις δε γην με πάλιν αποστρέφεις». Ησ. 63,7: «Και νυν , Κύριε, πατήρ ημών συ, ημείς δε πηλός, έργον των χειρών σου πάντες».
[49] Ειρηναίος Λουγδούνου, Αποσπάσματα εξ απολεσθέντων έργων, ΒΕΠΕΣ 5, σ. 175(11).  Μ. Βασίλειος, Ότι ουκ έστι αίτιος των κακών ο Θεός. PG 31,315: «Ου μην ουδέ εκώλυσε την διάλυσιν δια τας προειρημένας αιτίας, ίνα μη αθάνατον ημίν την αρρωστίαν διατηρήση. Ώσπερ αν ει τις σκεύος πήλινον διαρρυέν μη καταδέχοιτο παραδούναι πυρί, έως αν το ενυπάρχον αυτώ πάθος δια της αναπλάσεως εξιάσαιτο». Θεόφιλος Αντιοχείας, Προς Αυτόλυκον, Β´ 26. ΒΕΠΕΣ 5, σ. 39:«ου μην αλλά και καθάπερ σκεύός τι, επάν πλασθέν αιτίαν τινά σχη, αναχωνεύεται η αναπλάσσεται εις το γενέσθαι καινόν και ολόκληρον, ούτως γίνεται και τω ανθρώπω δια θανάτου· δυνάμει γαρ τέθραυσται ίνα εν τη αναστάσει υγιής ευρεθή, λέγω δε άσπιλος και δίκαιος και αθάνατος».
[50] Ιω. Χρυσόστομος, Εις ιερομάρτυρα Βαβύλαν, PG 50,26-33: «Κοινοί γαρ εισι της φύσεως νόμοι παρά πάσιν ανθρώποις, τον απελθόντα τη γη κρύπτεσθαι, και ταφή παραδίδοσθαι, και τοις κόλποις της πάντων μητρός περιστέλλεσθαι γης. Και τούτους ουχ Έλλην, ου βάρβαρος, ου Σκύθης, ουκ ει τις εκείνων αγριώτερος εκίνησε τους νόμους ποτέ, αλλ᾽ αιδούνται, και φυλάττουσιν άπαντες, και ούτως εισίν ιεροί και πάσιν αιδέσιμοι». Πρβλ. Ρωμ. 2,14-15.
[51] Ωριγένης, Κατά Κέλσου 8,30. ΒΕΠΕΣ 10, σ. 196.
[52] Μ. Βασίλειος, Επιστολή 160. ΒΕΠΕΣ 55, σ. 183. Κλασσική για τη σημασία που έχει το άγραφο δίκαιο της Εκκλησίας είναι και η εξής γνώμη του Μ. Βασιλείου (Περί αγίου Πνεύματος 27, 66. ΒΕΠΕΣ 52,σ.286): «Των εν τη Εκκλησία πεφυλαγμένων δογμάτων και κηρυγμάτων, τα μεν εκ της εγγράφου διδασκαλίας έχομεν, τα δε εκ της των αποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ημίν εν μυστηρίω παρεδεξάμεθα· άπερ αμφότερα την αυτήν ισχύν έχει προς την ευσέβειαν. Και τούτοις ουδείς αντερεί, ουκούν όστις γε κατά μικρόν γουν θεσμών εκκλησιαστικών πεπείρατα. Ει γαρ επιχειρήσαιμεν τα άγραφα των εθών ως μη μεγάλην έχοντα την δύναμιν παραιτείσθαι, λάθοιμεν αν εις αυτά τα καίρια ζημιούντες το Ευαγγέλιον· μάλον δε εις όνομα ψιλόν περιεστώτες το κήρυγμα». Βλ. επίσης Μπουρδάρα Κ., μν. εργ., σ. 123: «Η συνεχής και αδιάκοπη άσκηση του θεσμού της εκκλησιαστικής κήδευσης δημιούργησε γενικό εκκλησιαστικό έθιμο, που την καθιστά υποχρεωτική». Μπούμης Π. , Η καύση των σωμάτων, Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήναι 1999, σ. 5: «Απάντηση ευθεία και άμεση στο ερώτημα εάν επιβάλλεται η απαγορεύεται (η επιτρέπεται ) η καύση των νεκρών, δυστυχώς δεν έχουμε από την αυθεντική παράδοση της Εκκλησίας… Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δοσμένους από το Θεό φυσικούς νόμους (φυσικόν δίκαιον) η και βάσει αυτών πανάρχαια ανθρώπινα έθιμα» (εθιμικόν δίκαιον).
[53] Κανών 29 της εν Τρούλλω στ  Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ράλλης Γ.-Ποτλης Μ., Σύνταγμα Ιερών Κανόνων, τομ 2, σ. 367.
[54] Βικέντιος εκ Λειρίνου: «Quod ubique, quod semperque, quod ab omnibus creditum est”.
[55] Βλ. σχετικά: Χριστινάκις Π., «Ταφή η καύση των νεκρών, Ιστορικοκανονική θεώρηση», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Ταφή η καύση των νεκρών, Έκδοσις Κλάδου Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος {Σειρά Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3} Αθήναι 2002, σσ. 48-71.
Πηγή: π. Δ. Β. Τζέρπος, Το τελευταίο μυστήριο. Η νεκρώσιμη Ακολουθία και η καύση των νεκρών, εκδ. Ουρανός, Αθήνα 2012, σσ. 61-81.


Ποίημα προς την Υπεραγία Θεοτόκο του μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου

Ποίημα προς την Υπεραγία Θεοτόκο του μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου

ΚΑΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΝ , Ποίημα Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, Ψαλλόμενος εις πάσαν νόσον και ασθένειαν


Παναγία, βημόθυρο (λεπτομέρεια)
γύρω στα 1200. Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου
Ου η ακροστιχίς
«Ιασε με νόσου πικράς Κόρη, Γερασίμου»


Ήχος πλάγιος του δ΄
Ωδή α΄. Υγράν διοδευσας

 
'Iάτρευσον Κόρη ως συμπαθής, δεινώς με νοσουντα, κατά σώμα τε και ψυχήν, και αίτει πταισμάτων μου την λύσιν, οιάπερ Μήτηρ Θεού του οικτίρμονος.
Ατρώτοις παθήμασι ρικνωθείς, και νόσο βαρεία, συνεχόμενος χαλεπώς, προς σε καταφεύγω ίνα τύχω, της παρά σου Θεοτόκε ανέσεως.
Σαρκός τας οδύνας και τας πληγάς, θεράπευσον Κόρη τη θερμή σου επισκοπή, και ρωσιν μοι δίδου και υγείαν, ταπεινωθέντι οικτρώς τω ικέτη σου
Αγγέλων η δόξα και η χαρά, χαράν μοι παράσχου, θλιβομένω οδυνηρώς, πικραίς ασθένειαις δια πλήθος, αμαρτιών Θεοτόκε ων έπραξα.

Ωδή β΄. Ουρανίας αψίδος.

Ιαμάτων πελάγη, ως αληθώς βλήζουσα, ίασαι ψυχής μου την νόσον, και τα του σώματος, πάθη θεραπεύσον, και την κατ΄ άμφω υγείαν, δίδου μοι Πανύμνητε, ίνα δοξάζω σε.
Μητροπάρθενε Κόρη, την συντριβήν ίασαι, και τα χαλεπώτατα έλκη, τα της καρδίας μου, τη συμπαθεία σου, και έγειρον με της κλίνης, βηματίζειν πάντοτε, Θεού το θέλημα.
Εκτρυχόμενος σφόδρα, οδυνηροίς πάθεσιν, έρριμαι εκτάδην ως ράκος, ταις περιστάσεσιν, αλλ΄ ω Πανύμνητε, συ μου των πόνων το βάρος, άρον και παράσχου μοι, ρώσιν ευφρόσυνον.
Νεκρωθείς τη κακία, νόσο πικρά πέπτωκα, και πόνους πολλοίς το σαρκίον, Κόρη ετάζομαι, συ μοι επόρεξον, χείρα Αγνή βοηθείας, και της συνεχούσης με, θλίψεως λύτρωσαι.

Ωδή γ΄. Εισακηκοα Κυριε.

Οδυνών απάλλαξον, των συνεχουσών Αγνή την καρδίαν μου, και του σώματος μου ίασαι, πυρετών την φλόγαν την αφόρητον.
Συντριβείς αμαρτημασι, νόσοις συνεχέσθην πολλοίς και άλγεσιν, αλλά συ με ανακούφισον, Κόρη και παράσχου μοι την ίασιν.
Όμβροις θειας χρηστότητος, και το γλυκασμώ τη σης αγαθότητος, την πικρίαν της καρδίας μου, γλύκανον Παρθένε ως φιλάγαθος.
Υπερυμνητε Δέσποινα, την κακακωμένη ζωήν μου πάθεσι, και νοσίμασι και θλίψεσι, κούφισον και σώσον με τον δείλαιον.

Ωδή δ΄. Φώτισον ημάς.

Πλείστοις αλγεινοίς, μαστιζόμενος κραυγάζω σοι Θεοτόκε ασθενούντων προσφυγή, ίασαί με τον ταλαίπωρον ικέτην σου.
Ίδε συμπαθώς, τον εν νόσοις συντηκόμενον, και ελπίζοντα προς σε από ψυχής, Θεοτόκε και παράσχου μοι την ίασιν.
Κέκμηκα Αγνή, και εκλείπω οδυνομενος, τη ευρουση αρρωστια με πικρά, αλλ΄ οικτείρησον τον τάλανα και σώσον με.
Ρώσις αληθής, η θερμή επιστασία σου, γένοιτο μοι και ρυσθήσομαι ταχύ, της ευρούσης ασθενείας με Πανάχραντε.

Ωδή ε΄. Την δεησιν.
 
Αγγέλων, η χαρμονή και ανθρώπων, η χαρά η αληθής Θεοτόκε, την τεθλιμμένη δεινή αρρωστία, και εν οδύνη ψυχήν μου θεράπευσον, και χαροποίησον αυτήν, ως χαράς αιωνίου υπόθεσις.
Σωμάτων και των ψυχών η τεκούσα, ιατήρα και σωτήρα Παρθένε, τον αναβλύζοντα ρείθρα ελέους, τον Ποιητήν των απάντων και Κύριον, θεράπευσον μου την ζωήν, χαλεποίς ετασμοίς ήδη πάσχουσαν
Κλινήρης, διατελών επί πλείων, και τηκομενος πικρά ασθενεία, σε δυσωπω την πηγήν του ελεους, ελεησον με και ιασαι Δέσποινα, και την υγείαν της ψυχής, και του σώματος αύθις μοι δώρησαι
λόσωμον, κεκτημένοις οδύνην, και θλιβόμενος πληγή αφορήτω, και στεναγμοίς την ζωήν διανύων, προς σε βοώ εκ μυχίων καρδίας μου• Aπαλαξον με συμπαθώς, των ευρόντων δεινών με Πανάμωμε.

Ωδή ζ΄. Παίδες Εβραίων.
 
Ρώσιν καμοί τω ταλαιπώρω, και παράκλησιν παράσχου και υγείαν, και πταισμάτων πολλών, την αφεσιν μοι δίδου, οια πηγή χρηστότητος, Παναγία Θεοτόκε.
Ήλγησαν πάντα τα οστά μου, πικροίς πάθεσι και νόσοις αφορήτοις, και οδύνη πολλή, συνθλίβει την ζωή μου, αλλ΄ ω Παρθένε Άχραντε, λύτρωσαι των οδυνών με.
Γέγονεν όλος μου ο βίος, παθών έμπλεως και πάσης αλγηδόνος, αλλ΄ εξ ύψους Αγνή, ίδε την συντριβήν μου, και ως οικτίρμων δίδου μοι, την κατ΄ άμφω θεραπείαν.
Έπιδε όμματι ευσπλάχνω, ως φιλεύσπλαχνος επί τον σον ικέτην, ασθενούντα δεινώς, Παρθένε Θεοτόκε, και δίδου μοι την ίασιν, και γαλήνη τη ψυχή μου.

Ωδή η΄. Τον Βασιλέα.
 
Ρύπων με ρύσαι, των της ψυχής Θεοτόκε, και ιάτρευσον το ασθενές μου σώμα, σωστικοίς φαρμάκοις, της σης φιλανθρωπίας.
Ατόποις έργοις, συναπαχθείς εμολύνθην, και ελύπησα Χριστόν τον ευεργέτην• συ ουν Θεοτόκε, μετάνοίαν μοι διδου.
Συντετριμμένη, τη διανοία προσπίπτω, και κραυγάζω σοι ο τάλας Θεοτόκε• ιασαι το άλγος, της ταπεινής ζωής μου.
Ίλαθι Κόρη, ώσπερ πηγή ευσπλαχνίας, ταις αμέτροις μου εν βίω αμαρτίαις, και ιάτρευσον με, κατά ψυχήν και σώμα.
Μεμολυσμένος, κατά ψυχήν αμαρτίαις, αρρωστήματι ετάζομαι το σώμα αλλά μη με παρίδης, εις τέλος Θεομήτωρ.

Ωδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον
 
Οδύνης χαλεπής με, ρύσαι ασθενείας, και την ψυχήν μου αλγούσαν τοις πάθεσι, τη ρωστική σου πρεσβεία Κόρη θεράπευσον.
Οδόν Θεού παρείδον, και τας ασθενείας, ταις ανηκέστοις Παρθένε ετάζομαι, αλλά τη ση ιαθήσομαι αγαθότητι.
Υψόθεν βλέψον Κόρη, επί την οδύνην, την χαλεπώς την ζωή μου μαστίζουσαν, και συμπαθούς θεραπείας με καταξίωσον.
Υμνείν ου διαλείπω, στόματι αχρείω, σε της ζωής μου Παρθένε την έφορον, και παρά σου θεραπείας την δρόσον δέχομαι.

Τροπάριον Θεοτοκίον
Ηχος γ΄

Καταφυγή και δύναμις ημών Θεοτόκε, η κραταιά βοήθεια του κόσμου, ταις πρεσβείες σου σκέπε τους δούλους σου, από πάσης ανάγκης, μόνη Ευλογημένη.

Η βυζαντινή ορθόδοξη αγιογραφία

Η βυζαντινή ορθόδοξη αγιογραφία

27 Ιανουαρίου, 2013

iconography

Ἠ Βυζαντινή Ὀρθόδοξος Ἀγιογραφία δὲν εἶναι ἀπλὰ μία «τέχνη», εἶναι ἰερὰ τέχνη.

Δεν είναι «ζωγραφική», είναι θεολογία.
Δεν είναι «καλλιτεχνική έκφραση», είναι προσδοκία σωτηρίας. Δεν είναι «στολίδι», είναι συνάντηση με το θείο.
Δεν είναι «φωτογραφία», είναι «εις Χριστόν παιδαγωγία».
Δεν είναι «αντικείμενο», είναι ιερό σκεύος. Δεν είναι «υλική αξία», είναι υπέρβαση.
Δεν είναι «συλλεκτικό είδος», είναι παρηγοριά, παραμυθία και ανάπαυση των Ορθοδόξων Χριστιανών κοντά στον Τριαδικόν Θεόν.
 
Χαρακτηριστικά της Βυζαντινής Αγιογραφίας

Ο Βυζαντινός αγιογράφος, έτσι όπως διαμορφώθηκε από τη μακραίωνη αναζήτηση του ορθού τρόπου απεικόνισης του υπερβατικού, αγιογραφεί έχοντας πλήρη συναίσθηση του διακονήματος του μέσα στην Εκκλησία.

Η Εικόνα αποτελεί λατρευτικό μέσο.
Αντικείμενο όχι λατρείας, αλλά σεβασμού.

Η τιμή μεταβαίνει στο εικονιζόμενο πρόσωπο και όχι, φυσικά, στο ξύλο. Κατά τον εικονισμό ενός ιερού προσώπου αναπαρίσταται η υπόσταση του και όχι η φύση του, που είναι μοναδική. Με περισσότερο λυρισμό θα λέγαμε ότι ο πιστός τιμά και σέβεται το Εικόνισμα, όπως η μάνα φιλά και χαϊδεύει τη φωτογραφία του ξενιτεμένου της παιδιού -σα να μπορούσε να το σφίξει στην αγκαλιά της- και την κρύβει στον κόρφο της με τη γλυκιά προσμονή του ανταμώματος.

Σκοπός του είναι να παρουσιάσει τα σεβάσματα και τις ευαγγελικές ρήσεις της Ορθοδοξίας απλά, κατανοητά, σεβαστικά. Χαλιναγωγεί τη φαντασία του όταν ζωγραφίζει, γιατί αυτή εγκυμονεί πλάνες και αιρέσεις. Διδάσκει ορθά τους αγράμματους και παροτρύνει τους μορφωμένους σε προσευχή, κατάνυξη και λατρεία λογική. Επιχειρεί να μαλακώσει, να γλυκάνει, να χαλαρώσει την ψυχή από τη νεύρωση της καθημερινής βιοπάλης και να την οδηγήσει στην αυθόρμητη αναζήτηση του θείου. Αναπαριστά τις μορφές των Αγίων με τρόπο απλό και εύστοχο. Αποφεύγει να κραυγάσει με λαμπρά και φανταχτερά χρώματα, με ανατομικά άρτιο σχέδιο και περίγραμμα, ρεαλιστικές φωτοσκιάσεις και όμορφα πλασίματα.

Επιχειρεί να γεφυρώσει τον κόσμο του με αυτόν του πνευματικού. Βρίσκεται μετέωρος ανάμεσα στους δύο και καλεί τον πιστό να μεταμορφώσει τη ζωή του από θνητή, υλική και πεπερασμένη σε αθάνατη και αληθινή.

Ο χαρακτήρας της Ορθόδοξης αγιογραφίας είναι σεμνός, κατανυκτικός, με πνευματικό και όχι σωματικό κάλλος. Τα άγια πρόσωπα εικονίζονται «εν αφθαρσία», με πνευματική και σωματική ρωμαλεότητα, με ανδρείο και γενναίο φρόνημα, με ευθύτητα. Η εικόνα είναι η σκάλα που μας ανεβάζει στον Ουρανό, αλλά και κατεβάζει τον Ουρανό στη γη. Είναι ένα σημείο συναντήσεως κτιστού και άκτιστου, παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, του «νυν» και «αεί».
 
Ἰδιότητες τῆς Βυζαντινῆς Ἀγιογραφίας

dsc03994 

ἩΒυζαντινή αγιογραφία:

1. Καταργεί το κοσμικό φως. Σε καμία Ορθόδοξη εικόνα δεν αποδίδεται σκιά. Όλα είναι φωτεινά και ευδιάκριτα, επειδή φωτίζονται από τον Ανέσπερο Ήλιο της Δικαιοσύvnς, τον Χριστό.

2. Καταργεί τον κοσμικό χώρο και χρόνο. Η εικόνα διατηρεί τα ιστορικά στοιχεία και πλαίσια αυτού που απεικονίζει, αλλά δεν δεσμεύεται από αυτό.
Ὀ Τριαδικός Θεός είναι άχρονος και αχώρητος. Ο χώρος και ο χρόνος είναι ανθρώπινα μεγέθη. Έτσι, η ορθόδοξη αγιογραφία δεν διστάζει να αποδεσμευτεί από τη φυσιοκρατική αντίληψη της κοσμικής τέχνης.

3. Καταργεί την προοπτική. Δεν τηρείται η φυσική τάξη των πραγμάτων. Αυτή η αντίστροφη προοπτική δηλώνει το μυστικό βάθος της εικόνας, που είναι το σωτηριώδες έργο του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού.
 
Σχολές τῆς Βυζαντινῆς Αγιογραφίας

Η βυζαντινή αγιογραφία περιλαμβάνει τη φορητή εικόνα, την τοιχογραφία, το ψηφιδωτό και τη μικρογραφία που κοσμεί χειρόγραφους κώδικες και βιβλία. Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες χρησιμοποιήθηκαν κυρίως κηρόχυτες και εγκαυστικές φορητές εικόνες και ψηφιδωτά.

Τα ψηφιδωτά, μέχρι την Εικονομαχία, κυριαρχούσαν στην ιστόρηση των ιερών ναών, επειδή οι μικροσκοπικές ψηφίδες της χρωματισμένης υαλόμαζας, με την ανακύκλιση και αντανάκλαση του φωτός, αναδείκνυαν τα χρώματα λαμπερά και ζωηρά, δημιουργώντας μίαν υπερβατική ατμόσφαιρα.

Σταδιακά, όμως, αυξάνεται η χρήση της φορητής εικόνας και της τοιχογραφίας, είτε με τη μορφή της υδατογραφίας είτε με τη μορφή της ξηρογραφίας.
Σπουδαία έργα παρουσιάστηκαν την εποχή της Μακεδονικής Δυναστείας (867-1056 μ.Χ.), των Κομνηνών (1081 – 1185 μ.Χ.) και των Αγγέλων (1185 – 1204 μ.Χ.). Μετά την Φραγκοκρατία (1204-1061 μ.Χ.), κατά τη δυναστεία των Παλαιολόγων, η Βυζαντινή τέχνη έφτασε στο απόγειό της με τις τοιχογραφίες του Εμμανουήλ Πανσέληνου. Αργότερα, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολής (1453 μΧ.) διέπρεψε ο Θεοφάνης ο Κρής. Από αυτόν και έπειτα (περίπου), οι υπόλοιποι αγιογράφοι επηρεάστηκαν από τη ζωγραφική της Δύσης, όπως ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, για να περάσουμε σε μια περίοδο στασιμότητας μέχρι τον Φώτη Κόντογλου (†1965), που ανασκάλισε τις παλιές στάχτες της Βυζαντινής παράδοσης και ξαναέφερε την πατροπαράδοτη ιερή τέχνη στην επιφάνεια.

Την εποχή αυτή διαμορφώνονται δύο Σχολές – τεχνοτροπίες: η Μακεδονική, που κυριαρχεί μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα και η Κρητική, που ανθεί κατά τον 16° αιώνα.

Η Μακεδονική τεχνοτροπία χαρακτηρίζεται από έντονα χρώματα με πλατιά σαρκώματα και φωτίσματα. Τα σώματα διαγράφονται κάτω από τα ενδύματα. Η πτυχολογία είναι πλούσια και διακοσμείται με θεαματική λεπτομέρεια, ενώ παρατηρούνται ένταση, κίνηση, ελευθερία, πλούσια χρώματα και έντονη έκφραση της ψυχολογικής καταστάσεως των εικονιζομένων προσώπων. Κύριος εκφραστής αυτής της τεχνοτροπίας υπήρξε ο Μανουήλ Πανσέληνος, που ανεδείχθη στο πρώτο ήμισυ του 14ου αιώνα.

Τέλη του 14ου αιώνα, καλλιεργείται η Κρητική τεχνοτροπία. Κύρια χαρακτηριστικά είναι οι σκοτεινότεροι προπλασμοί, κυρίως στα πρόσωπα, όπου χρησιμοποιείται το καφέ και όχι το πράσινο χρώμα της μακεδονικής σχολής. Η τέχνη είναι απλή, λιτή, με μυστικό ασκητικό χαρακτήρα. Το φως είναι πλέον λιγοστό και μοιάζει να πηγάζει από κάποιο βάθος, στοιχείο που υποβάλλει στον θεατή αποφατισμό και βαθιά κατάνυξη. Κύριος εκπρόσωπος αυτής της τεχνοτροπίας είναι ο Θεοφάνης ο Κρής.
 
 
Πηγή:  orthodox-world.pblogs.gr Users.οtenet.gr/~mystakid/icons.htm

Αναδημοσίευση από: artion magazine [www.artionrate.gr], Περιοδικό για ρτη ζωή, τη γνώση, την πνευματικότητα, Τεύχος 3ο, Νοέμβριος 2011, Καλαμαριά.

Τιμωρήθηκαν επειδή τόλμησαν να πουν ότι ο γάμος είναι μόνο μεταξύ ενός άνδρα και μίας γυναίκας

Τιμωρήθηκαν επειδή τόλμησαν να πουν ότι ο γάμος είναι μόνο μεταξύ ενός άνδρα και μίας γυναίκας

25 Ιανουαρίου, 2013 
γαμος-αντρας-γυναικαΗ ελευθερία να διαφωνείς και το δικαίωμα στην προσωπική συνείδηση είναι θεμελιώδεις ελευθερίες σε κάθε πραγματική ελεύθερη κοινωνία.
(Το ελληνικό Σύνταγμα αναφέρει στο άρθρο 5 ότι καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του).
Ωστόσο, η βρετανική κυβέρνηση έχει αποτύχει εντελώς να εξετάσει τον αντίκτυπο που έχουν στις ατομικές ελευθερίες τα σχέδιά της να «επαναπροσδιορίσει» το γάμο, ώστε ο γάμος να περιλάβει και τα άτομα του ιδίου φύλου.
Η οργάνωση ‘Coalition for Marriage’ («Συνασπισμός για το Γάμο») κυκλοφόρησε ένα νέο φυλλάδιο στο οποίο περιγράφονται δέκα ιστορίες ανθρώπων που έχουν ήδη τιμωρηθεί με διάφορους τρόπους, μόνο και μόνο επειδή ύψωσαν την φωνή τους υπέρ του «παραδοσιακού» γάμου, όπως πλέον ονομάζουν τον γάμο μεταξύ άνδρα και γυναίκας στην Δύση (όπως λέμε «παραδοσιακή πίτα» ή «παραδοσιακός ξενώνας» κλπ σαν κάτι που ανήκει στο παρελθόν).

Στο φυλλάδιο αυτό υποστηρίζουν ότι το νέο ορισμό του γάμου τον παρουσιάζουν ως ένα «ανεκτικό μέτρο», αλλά αυτό θα γίνει γρήγορα αναγκαστικό.
Στην πραγματικότητα, λένε, έχει ήδη γίνει. Πάρα πολλοί άνθρωποι έχουν ήδη τιμωρηθεί επειδή εξέφρασαν τις πεποιθήσεις τους για το γάμο. Αν ο γάμος «επανακαθοριστεί» τελικά από την κυβέρνηση, τα πράγματα θα γίνουν πολύ χειρότερα.

Παρακάτω είναι δέκα παραδείγματα αυτής της νέας «τυραννίας της ανεκτικότητας».

1. Ο Adrian Smith υποβιβάστηκε στην εργασία του και του κόπηκε ο μισθός κατά 40 τοις εκατό, μόνο και μόνο γιατί είπε ότι εάν επιβληθεί τις εκκλησίες να τελούν «gay γάμους» αυτό θα είναι «μια παρατραβηγμένη ισότητα».
Έγραψε αυτές τις λέξεις στην προσωπική σελίδα του στο Facebook, που δεν ήταν ορατή στο ευρύ κοινό. H λεσβία συνάδελφός του και «φίλη» του στο facebook (στην φώτο δεξιά, με την σύντροφό της) είδε τη φράση και καθώς τη θεώρησε «προσβλητική» τον «κάρφωσε» στην υπηρεσία του.

2. Ο Peter και η Hazelmary Bull καταδικάστηκαν να πληρώσουν £ 3.600 ως αποζημίωση επειδή το πανδοχείο τους (B & B) είχε μια πολιτική που επέτρεπε μόνο σε παντρεμένα ζευγάρια να μοιράζονται ένα διπλό κρεβάτι, κάτι που ενόχλησε ένα ζευγάρι ομοφυλόφιλων.

3. Ο βουλευτής David Burrowes έλαβε απειλές θανάτου επειδή είπε ότι ο «επαναπροσδιορισμός του γάμου» είναι περιττός, διότι το σύμφωνο Συμβίωσης ήδη δίνει στα ζευγάρια του ιδίου φύλου νομική ισότητα με τα παντρεμένα ζευγάρια.

4. Ο αρχιεπίσκοπος της Υόρκης, Δρ John Sentamu, έλαβε e-mail μίσους – κάποια από αυτά ρατσιστικού χαρακτήρα (είναι μαύρος) – επειδή μίλησε δημόσια ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης να επαναπροσδιορίσει το γάμο. Η αστυνομία του North Yorkshire διερεύνησε τα μηνύματα αυτά ως «εγκλήματα μίσους».

5. Ο Rhys & η Esther Curnow είναι ένα νεαρό ζευγάρι νεόνυμφων (φωτο) που συγκέντρωσε 500.000 υπογραφές κατά του επαναπροσδιορισμού του γάμου και τις παρέδωσε στην οδό 10 της Downing Street, στο γραφείο του πρωθυπουργού. Αμέσως το ζευγάρι έγινε στόχος απειλών και μηνυμάτων μίσους, κάτι που οδήγησε σε μια αστυνομική έρευνα.

6. Η οργάνωση ‘Παγκόσμιο Συνέδριο Οικογενειών’ ήθελε να διοργανώσει ένα συνέδριο για τον επαναπροσδιορισμό του γάμου, αλλά αυτό της απαγορεύτηκε από το Δικηγορικό Σύλλογο και το Queen Elizabeth II Conference Centre, επειδή, τους είπαν, η συζήτηση του θέματος θα ήταν μια παραβίαση των «πολιτικών για την πολυμορφία».

7. Ο Arthur McGeorge, ένας οδηγός λεωφορείου αντιμετώπισε πειθαρχικά μέτρα από τα αφεντικά του, μόνο και μόνο επειδή μοίρασε μια αίτηση υποστήριξης του παραδοσιακού γάμου στην εργασία του κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.

8. Ο Δρ Bill Beales, ένας αξιοσέβαστος διευθυντής σχολείου, ήρθε αντιμέτωπος με εκκλήσεις για απόλυσή του, επειδή είπε σε ένα σχολείο ότι άνθρωποι οδηγούνται σε «δίκη επειδή έχουν παραδοσιακές απόψεις σχετικά με το γάμο».

9. Η Lillian Ladele, ληξίαρχος στο Δήμο του Islington, ωθήθηκε να παραιτηθεί από τη δουλειά της, επειδή ζήτησε να γίνουν σεβαστές οι πεποιθήσεις της ότι ο γάμος είναι η ένωση ενός άνδρα με μια γυναίκα.

10. Η Δρ Angela McCaskill, μία κουφή υπάλληλος ‘ποικιλομορφίας’ (diversity officer) σε ένα πανεπιστήμιο στην Αμερική, απολύθηκε επειδή υπέγραψε σε μια ψηφοφορία που έλεγε ότι οι άνθρωποι που θα ψηφίσουν θα πρέπει να αποφασίσουν αν ο γάμος θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί.(redskywarning)

Πηγή: pygmi.gr 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ-ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΟ ΟΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΤΕ !

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ-ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΟ ΟΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΤΕ !



 
Ενσωµατωµένη
                                                          εικόνα 1
 
 
 
 
ΕΦΤΑΣΕ Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ
Τον Οκτώßριο του 1940, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να µπει στο Δεύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο µε την απρόκλητη εισßολή των στρατευµάτων του Μουσολίνι στην Ήπειρο. Ο Χίτλερ, για να σώσει τον Μουσολίνι από µία ταπεινωτική ήττα, εισέßαλε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941. Η Ελλάδα λεηλατήθηκε και ερειπώθηκε από τους Γερµανούς όσο καµία άλλη χώρα κάτω από την κατοχή τους. Σύµφωνα µε τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, τουλάχιστον 300.000 Έλληνες πέθαναν από την πείνα-άµεσο αποτέλεσµα της Γερµανικής λεηλασίας. Ο Μουσολίνι παραπονέθηκε στον Υπουργό του των Εξωτερικών, Κόµη Τσιάνο, «Οι Γερµανοί έχουν αρπάξει από τους Έλληνες ακόµη και τα κορδόνια των παπουτσιών τους». 

Η Γερµανία και η Ιταλία επέßαλαν στην Ελλάδα όχι µόνο υπέρογκες δαπάνες κατοχής, αλλά και ένα αναγκαστικό δάνειο (κατοχικό δάνειο) ύψους 3,5 δισεκατοµµυρίων δολλαρίων.
 

Ο ίδιος ο Χίτλερ είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της Γερµανίας να πληρώσει αυτό το χρέος και είχε δώσει οδηγίες να αρχίσει η διαδικασία πληρωµής του.
 Μετά το τέλος του πολέµου, η Συνδιάσκεψη των Παρισίων επιδίκασε στην Ελλάδα 7,1 δισεκατοµµύρια δολάρια για πολεµικές επανορθώσεις έναντι της Ελληνικής απαίτησης 14,0 δισεκατοµµυρίων δολαρίων. 
Η Ιταλία πλήρωσε στην Ελλάδα το µερίδιο της από το κατοχικό δάνειο.Η Ιταλία και η Βουλγαρία πλήρωσαν πολεµικές επανορθώσεις στην Ελλάδα, και η Γερµανία πλήρωσε πολεµικές επανορθώσεις στην Πολωνία το 1956 και στην Γιουγκοσλαßία το 1971. Η Ελλάδα απαίτησε από την Γερµανία την πληρωµή του κατοχικού δανείου το 1945, 1946, 1947, 1964, 1965, 1966, 1974, 1987, και το 1995. 

Παρά ταύτα Γερµανία αρνείται συστηµατικά να πληρώσει στην Ελλάδα τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το κατοχικό δάνειο και τις πολεµικές επανορθώσεις.
 Το 1964, ο Γερµανός Καγκελάριος Erhard υποσχέθηκε την πληρωµή του δανείου µετά την ενοποίηση της Γερµανίας, που πραγµατοποιήθηκε το 1990. 

Ενδεικτικό της σηµερινής αξίας των Γερµανικών υποχρεώσεων προς στην Ελλάδα είναι το ακόλουθο: εάν χρησιµοποιηθεί σαν τόκος ο µέσος τόκος των Κρατικών Οµολόγων των ΗΠΑ από το 1944 µέχρι το 2010, που είναι περίπου 6%, η σηµερινή αξία του κατοχικού δανείου ανέρχεται στα 163,8 δισεκατοµµύρια δολάρια και αυτή των πολεµικών επανορθώσεων στα 332 δισεκατοµµύρια δολάρια.


Στις 2 Ιουλίου 2011, ο Γάλλος οικονοµολόγος και σύµßουλος της Γαλλικής κυßέρνησης Jacques Delpla δήλωσε ότι οι οφειλές της Γερµανίας στην Ελλάδα για το Δεύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο ανέρχονται σε 575 δισεκατοµµύρια δολάρια (Les Echos, Saturday, July 2, 2011).
 

Ο Γερµανός ιστορικός οικονοµολογίας Dr. Albrecht Ritschl συνέστησε στην Γερµανία να ακολουθήσει µία περισσότερο µετριοπαθή πολιτική στην ευρωκρίση του 2008-2011, διότι ενδέχεται να ßρεθεί αντιµέτωπη δικαιολογηµένων απαιτήσεων για πολεµικές επανορθώσεις του Δευτέρου Παγκοσµίου Πολέµου (Der Spiegel, June 21, 2011,
guardian.co.uk, June 21, 2011).

Οι Γερµανοί δεν άρπαξαν από τούς Έλληνες µόνο «ακόµη και τα κορδόνια των παπουτσιών τους».
 
Στο Δεύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο η Ελλάδα έχασε 13% του πληθυσµού της. Ένα µέρος αυτού του πληθυσµού χάθηκε στην µάχη, αλλά το µεγαλύτερο ποσοστό χάθηκε από την πείνα και τα εγκλήµατα πολέµου των Γερµανών.
 

Οι Γερµανοί δολοφόνησαν τούς κατοίκους 89 Ελληνικών πόλεων και χωριών, έκαψαν περισσότερα από 1700 χωριά και εκτέλεσαν πολλούς από τους κατοίκους αυτών των χωριών. Μετέτρεψαν την χώρα σε ερείπια, και λεηλάτησαν τους αρχαιολογικούς της θησαυρούς.


Ζητούµε από την Γερµανική Κυßέρνηση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς την Ελλάδα, πού εκκρεµούν για πολλές δεκαετίες, πληρώνοντας το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, και πολεµικές επανορθώσεις ανάλογες των υλικών ζηµιών, των εγκληµάτων και των λεηλασιών που διέπραξε η πολεµική µηχανή των Γερµανών.
Αγαπητοί φίλοι,
όπως αναφέρεται παρακάτω από το

EΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ:


Αυτές τις µέρες διεξάγεται η Δίκη στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης
για τα θύµατα του Ναζισµού και τις Γερµανικές αποζηµιώσεις.

Παρακαλώ ζητήσετε από φίλους και γνωστούς σας να πάνε στο


http://www.greece.org/blogs/ wwii/

και να υπογράψουν το Αίτηµα µας που
 ζητά

από την Γερµανική Κυßέρνηση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς την Ελλάδα,


πού εκκρεµούν για πολλές δεκαετίες,


πληρώνοντας το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο και πολεµικές επανορθώσεις ανάλογες των υλικών ζηµιών,


των εγκληµάτων και των λεηλασιών, που διέπραξε η πολεµική µηχανή των Γερµανών...
 
 

ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ
ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
 
------------------------------ ------------------------------ -----------

Αυτές τις μέρες διεξάγεται η δίκη στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τα θύματα του Ναζισμού και τις Γερμανικές αποζημιώσεις.

Η δικαίωση των Ελλήνων θυµάτων του Ναζισµού µέσω των Ιταλικών δικαστηρίων, έχει οδηγήσει την υπόθεση στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στο οποίο προσέφυγε η Γερµανία για να ακυρώσει τις αποζηµιώσεις και το οποίο ξεκίνησε τη σχετική δικαστική διαδικασία τη Δευτέρα 12/09.


Την ίδια ώρα, ήρθε και πάλι στην επικαιρότητα το μέγα θέμα του ανεξόφλητου αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου της χώρας μας προς τη Γερμανία και των γερμανικών επανορθώσεων για τις κατοχικές καταστροφές στη χώρα μας, αφού η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα η οποία δεν έχει λάβει ως αποζημίωση ούτε ένα ευρώ.


Η μέχρι τώρα παθητική, δυστυχώς, στάση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων, στο μέγιστο αυτό Εθνικό θέμα, ήρθε η ώρα να γίνει ενεργητική.


Είναι απόλυτη ανάγκη, από σήμερα, οι Υπουργοί Δικαιοσύνης, Εξωτερικών και Οικονομικών, τουλάχιστον, να παρακολουθήσουν αυτή την πολυσήμαντη για τα εθνικά μας συμφέροντα δίκη στη Χάγη.


Η παρουσία τους δεν θα είναι τιμή μόνο, για τα θύματα του Ναζισμού, αλλά, επιτέλους θα καταδείξει στους Δικαστές της Χάγης και στην παγκόσμια κοινή γνώμη, την αποφαστικότητα της Ελληνικής Πολιτείας να στηρίξει δυναμικά τις διεκδικήσεις των συγγενών των Ελλήνων θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας για ηθική και υλική αποζημίωση.