Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Τὸ '21 καὶ οἱ Συντελεστές του -Ἀμφισβητήσεις καὶ ἐπακριβώσεις

Το '21 και οι Συντελεστές του - Αμφισβητήσεις και επακριβώσεις
Τὸ '21 καὶ οἱ Συντελεστές του - Ἀμφισβητήσεις καὶ ἐπακριβώσεις

Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
[ Ελληνισμός Μαχόμενος, Ἑκδόσεις Τῆνος, Ἀθῆναι 1995 (ἀπόσπασμα) ]
Ἀμφισβητήσεις καὶ ἐπακριβώσεις

Ένα από τα φοβερότερα ανοσιουργήματα στο χώρο της Ιστορίας-αυτόχρημα αναιρετικό της ιστορικής επιστήμης- είναι η ιδεολογική ερμηνεία και χρήση των ιστορικών δεδομένων. Τότε ο Ιστορικός δεν κάνει επιστήμη (απροκατάληπτη δηλαδή και ελεύθερη έρευνα), αλλά πολιτική. Ένα δε από τα ιστορικά γεγονότα, πρωταρχικής για τον Ελληνισμό σημασίας, που δεινοπαθεί ιδιαίτερα από την ιδεολογικοποιημένη ιστορία, είναι το 1821, ή Μεγάλη Επανάσταση του Ελληνικού Γένους/Έθνους και ο αληθινός χαρακτήρας της. Το '21 σηματοδοτεί την αρχή του Ελληνικού Κράτους και γι' αυτό όλες oι ιδεολογίες ζητούν να το παρουσιάσουν ως δικό τους, να σφετερισθούν τη δόξα του.

Μια ομάδα ερευνητών προσεγγίζουν το '21 με ένα πνεύμα αμφισβητήσεως και διάθεση απορριπτική για κοινωνικές ομάδες, που καταλέγονται στους συντελεστές του. Γι' αυτούς το '21 είναι "σημείον αντιλεγόμενον (Λουκ.2,34) και ζητούν την απομύθευσή του, στα πλαίσια του γνωστού αιτήματος "να ξαναγραφεί η ιστορία". Διατυπώθηκαν μάλιστα θέσεις, που επαναλαμβάνονται αυτούσιες από τους συνεχιστές τους, ιδιαίτερα στο χώρο της παιδείας και της ανεύθυνης (υπάρχει και τέτοια) δημοσιογραφίας.

Κυρίως πολεμείται η θέση του "ανωτέρου" (λεγομένου) Κλήρου(1) στον Αγώνα και αμφισβητείται γενικότερα ο ρόλος του Ράσου σ' αυτόν. Επισημαίνονται προδοσίες, χαρακτηρίζονται προδότες, ελέγχονται συμπεριφορές, αμφισβητείται η προσφορά. Τα "επιχειρήματα" όμως περιορίζονται συνήθως σε ωραιολογίες και ανέρειστες γενικεύσεις ή γλωσσικά πυροτεχνήματα χωρίς τεκμηρίωση. Η ιδεολογικοποιημένη αυτή "ιστορική ερμηνεία" αναπαράγεται, συνεχώς, και παρασύρει τους αδύνατους και ανίκανους να επιχειρήσουν αυτοδιαπιστώσεις. Ιδιαίτερα δε στο χώρο της παιδείας το θύμα παρόμοιων ιδεολογημάτων ειναι η Νεολαία, που οδηγείται στην αμφισβήτηση και την άρνηση, πρίν ακόμη γνωρίσει την ιστορική αλήθεια.

Ανταποκρινόμενος στην παράκληση των οργανωτών αυτής της πανηγυρικής συνάξεως, θά προσπαθήσω να απαντήσω στα ερωτήματα:

Ποιά η συμβολή του Κλήρου στον Αγώνα;

Ωφέλησε ή έβλαψε το Γένος;

Ποιά ή συμμετοχή του γενικότερα στην ανάσταση του Γένους;

Στάθηκε στο πλευρό του ή αδιαφόρησε;

Μπορούμε να μιλούμε για αντίδραση ή αδιαφορία;

Θά προσεγγίσουμε τα ερωτήματα αυτά μέσα από τις ιστορικές μαρτυρίες, ελέγχοντας τη στάση του Κλήρου κατά την πορεία προς τον Αγώνα και κατά τη διεξαγωγή του. Σκοπός μας δεν ειναι μια (ανώφελη και προκλητική) απολογητική υπέρ του Κλήρου -τότε θά ίσχυε το αρχαίο: "το τας ιδίας ευεργεσίας υπομιμνήσκειν τινί ίδιον τω υβρίζειν"- αλλά η αντικειμενική, κατά το δυνατόν, ερμηνεία.

1. Το δiλημμα "συνύπαρξη ή αντίσταση" και η δυναμική του (2).

Μετά την άλωση (1453) το Γένος ολόκληρο διχάσθηκε στη στάση του απέναντι στον κατακτητή. Δύο τάσεις διαμορφώθηκαν: ο συμβιβασμός με τη νέα κατάσταση, κινούμενος ανάμεσα στη μοιρολατρία και την ελπίδα αποκαταστάσεως, ή η δυναμική αντίσταση με κάθε δυνατό μέσο. Την πρώτη τάση εκπροσωπούσαν oι αντιδυτικοί ή ανθενωτικοί, ενώ τη δεύτερη oι ενωτικοί και φιλοδυτικοί. H διάσταση ενωτικών-ανθενωτικών προυπήρχε φυσικά της αλώσεως, διότι oι δύο παρατάξεις διαμορφώθηκαν αμέσως μετά το τελικό σχίσμα Ανατολής-Δύσεως (1054). 'Η αντιλατινική-αντιφραγκική πλευρά ήταν η πολυπληθέστερη και ισχυρότερη, διότι την συντηρούσε η μόνιμη-απόδειξη το 1204 - φραγκική επιβουλή απέναντι στην Ορθόδοξη-Ρωμαίικη Ανατολή. Στους φιλοδυτικούς καταλέγονταν κυρίως διανοούμενοι και πολιτικοί. Οi πρώτοι, διότι ταυτίζονταν στις θεωρητικές αναζητήσεις τους με τους δυτικούς διανοουμένους (ενδοκοσμική εσχατολογία), ενώ οι δεύτεροι και διά λόγους σκοπιμότητας (προσδοκία βοήθειας). Με την αλληλοπεριχώρηση θεολογίας και πολιτικής, βασικό γνώρισμα της Ρωμανίας ("Βυζαντίου"), ή σύγκρουση των δύο παρατάξεων δεν έμεινε στο θεωρητικό επίπεδο, αλλ' επηρέασε όλο το φάσμα της ζωής.

Συνείδηση των ανθενωτικών ήταν, ότι την Ορθόδοξη- Ρωμαίικη ταυτότητα (πού γιά το Γένος ήταν και εθνική) δεν την απειλούσαν τόσο oι Οθωμανοί, όσο oι Φράγκοι. Η πίστη, όχι ως θρησκευτική ιδεολογία, αλλ' ως θεραπευτική της υπάρξεως και μέθοδος θεώσεως-σωτηρίας, θα έχει πάντοτε στην ησυχαστική παράδοση και τα επηρεαζόμενα απ' αυτήν πλατειά λαϊκά στρώματα πρωταρχική σημασία.

Αυτή τη συνείδηση κωδικοποιεί και επαναδιατυπώνει τον 18ο αιώνα ο μεγάλος απόστολος του δούλου Γένους, ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός: "Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά νά τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον, μέσαθεν από την Κόκκινην Μηλιάν καί του το εχάρισε; Ηξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και (=ενώ) ο Τούρκος δέν μας βλάπτει. Ασπρα (=χρήματα) δώσ' του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Καί διά να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου, και τον έχει o Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη..."(3).

O άγιος Κοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους δυτικόφρονες - ενωτικούς, χωρίς μάλιστα να μπορεί να κατηγορηθεί ως εχθρός του Λαού ή σκοταδιστής. Μόνο όσοι έχουν εμπειρία της ησυχαστικής παραδόσεως, που διασώζεται στις λαϊκές πρακτικές, μπορούν να κατανοήσουν τη δυναμική της πίστεως μέχρι τον 19ο αιώνα(4). Αντίθετα οι φιλενωτικοί ήσαν πάντα πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στο θέμα της πίστεως (δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που προσχώρησαν στον παπισμό), διότι τα κριτήριά τους ήταν προπάντων ενδοκοσμικά και καιρικά. Οι δεύτεροι έριχναν το βάρος στην εξωτερική ελευθερία. Παρ' όλα αυτά, πρέπει να λεχθεί, ότι μολονότι η πρώτη τάση διέσωσε την ταυτότητα του Γένους, η δεύτερη το κράτησε σε μόνιμο επαναστατικό βρασμό. Η αντίθεσή τους, χωρίς νά γίνεται από τότε αισθητό, λειτούργησε ως σύνθεση. Βέβαια, κατά τόν γνωστό ιστορικό Στήβεν Ράνσιμαν, οι ανθενωτικοί δικαιώθηκαν, διότι μ'αυτούς "διατηρήθηκε η ακεραιότητα της Εκκλησίας και με αυτήν και η ακεραιότητα του Ελληνικού λαού"(5).

Η πολιτική της συνυπάρξεως εκφραζόταν ως πολιτική κατευνασμού του κατακτητή και περιορισμένης συνεργασίας και την εγκαινίασε, κατ' ανάγκην, ο πρώτος Γενάρχης, οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος (1454). Η στάση αυτή στόχευε στην περίσωση των δυνάμεων, που είχαν μείνει στο Γένος. Βέβαια, από το φρόνημα των προσώπων εξηρτάτο η φύση και η έκταση που θα έπαιρνε αυτή η "συνεργασία". Η στάση αυτή όμως δικαιωνόταν ιστορικά, διότι είχε εφαρμοσθεί ήδη από την αραβοκρατία (7ος αι.), άρα υπήρχε μακρά πείρα, και θεμελιωνόταν θεολογικά στο γνωστό παύλειο χωρίο της Προς Ρωμαίους (13,1: "Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω. Ου γαρ έστιυ εξουσία, ειμή από Θεού..."), σε συνδυασμό βέβαια με το επίσης αποστολικο: "πειθαρχείν δεί Θεώ μάλλον ή ανθρώποις" (Πραξ. 5, 29). Η υπακοή στα τυραννικά καθεστώτα, όχι στους τυράννους, έχει όρια ("εν οις εντολή του Θεού μη εμποδίζηται", κατά τον Μ. Βασίλειο, P.G. 31, 860) και δεν νοείται ορθόδοξα ως "ταύτιση", αλλά ως μέτρο καιρικό, όταν δεν υπάρχει άλλη (χριστιανικά δικαιωμένη) επιλογή.

Βέβαια, στο σημείo αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο λόγος εδώ αφορά στο Ράσο στο σύνολό του και όχι σε κάποια προσωπική επιλογή. Η Εκκλησία, σε κάθε εποχή, έχει την αποστολή της Μάνας. Να προφυλάσσει και νά σώζει το ποίμνιό της. Κάθε δυναμική στάση, που θα οδηγούσε σε αποτυχία και καταστροφή, θα καταλογιζόταν πάντα εναντίον της,(6). Η ανοχή και διαλλακτικότητα του Κλήρου δεν μπορεί να ερμηνεύεται συλλογικά ως ένοχος συμβιβασμός και εθελοδουλία, παρά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες διακριβώνεται εσωτερική ταύτιση με τον κατακτητή. Αλλά τέτοιες περιπτώσεις ελεγχόμενης διαγωγής Κληρικών, υπήρξαν σπανιότατες. Τα εκκλησιαστικά κείμενα, ιδιαίτερα δε τα Πατριαρχικά, έχουν πάντα ανάγκη αποκρυπτογραφήσεως. Διότι σκοπός τους ήταν να παραπλανήσουν την Πύλη. Το Πατριαρχείο ως Εθναρχία, έπρεπε να φαίνεται πάντα άψογο απέναντι στην Πύλη, ανεξάρτητα από τις πραγματικές του διαθέσεις. Oι συχνές θανατικές εκτελέσεις Πατριαρχών και Μητροπολιτών αποδεικνύουν, πόσο μικρή ήταν η εμπιστοσύνη της Πύλης απέναντί τους και, συνεπώς, την ορθότητα της θέσεως αυτής.

Η πολιτική όμως της συνυπάρξεως είχε και μια δυναμική διάσταση. Την πίστη στη δυνατότητα βαθμιαίας υποκαταστάσεως των Οθωμανών στη διακυβέρνηση του Κράτους και τη δημιουργία ενός "Οθωμανικού Κράτους του Ελληνικού Έθνους". Κατά την άποψη αυτή η ανάσταση του Ρωμαίικου (της Ρωμανίας/"Βυζαντίου") θα ερχόταν χωρίς επανάσταση, αλλά με τη βαθμιαία διάβρωση του κράτους και την αθόρυβη μεταλλαγή του. Η επανάσταση των Νεοτούρκων (1908) και η επικράτηση του εθνικιστικού φανατισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αποσκοπούσε ακριβώς στην επίσχεση των Ρωμηών (και των Αρμενίων) στη συνεχώς αυξανόμενη συμμετοχή τους στον κρατικό μηχανισμό. Και αυτό δικαιώνει τη φαναριώτικη πολιτική. Η πολιτική αυτή της πρόσκαιρης "συνεργασίας" μπόρεσε να βελτιώσει τη θέση του υπόδουλου Γένους, με την ανάπτυξη της αυτοδιοικήσεως στις κοινότητες και την ανάδειξη στελεχών μιας ελληνικής πολιτικής ηγεσίας.

Πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη, ότι ""η Εκκλησία εδραίωσε όλη της την επιρροή, ώστε να αποθαρρύνει τις εξεγέρσεις των Ορθοδόξων κατά της κυβέρνησης του Σουλτάνου(6α). Μολονότι η διάθεση του συγγραφέα είναι θετική απέναντι στην Ορθόδοξη Εθναρχία, η τοποθέτηση αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Ο εκκλησιαστικός χώρος, σε όλο του το φάσμα, δεν έχει να δείξει μόνο εκπροσώπους της πολιτικής της περιορισμένης συνεργασίας, αλλά και στην πλευρά της δυναμικής αντιστάσεως. Αυτό είναι ενδεικτικό της ελευθερίας στο σώμα της Εκκλησίας, σε θέματα επιλογών τακτικής. Τον 16ο και 17ο αιώνα Πατριάρχες και Μητροπολίτες έλαβαν απροκάλυπτα μέρος σε εξεγέρσεις. Και δεν επρόκειτο μόνο για φιλοδυτικούς, παρασυρόμενους από τη δυτική προπαγάνδα, αφού και ένας ησυχαστής αγιορείτης, ο άγιος Μάξιμος ο "Γραικός" (l6ος αί.), επιδίωξε να υποκινήσει τους Ρώσους εναντίον των Τούρκων.

Διαπίστωση αδιάψευστη της έρευνας είναι, ότι δεν υπάρχει εξέγερση του υποδούλου Γένους, στην οποία δεν έπαιξαν ενεργό ρόλο Κληρικοί και Μοναχοί. Μια περιδιάβαση στην πολύτομη (και πολύτιμη) "Ιστορία του Νέου 'Ελληνισμού" του καθηγητού Αποστ. Βακαλόπουλου επιβεβαιώνει τη θέση αυτή. Και δεν ήσαν λίγα τα επαναστατικά κινήματα του δούλου Γένους(7). Περισσότερες από 70 είναι, κατά τον υπολογισμό μας, oι εξεγέρσεις και τα επαναστατικά κινήματα σ' όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ανάλογες κινήσεις σε βενετοκρατούμενες περιοχές. Και σ' όλα πρωτοστατούν Κληρικοί κάθε βαθμού και Μοναχοί. Το Ράσο γίνεται ένα είδος επαναστατικού λαβάρου και σημαίας.

Βέβαια, τα αποτυχημένα αυτά επαναστατικά κινήματα επιτρέπουν και κάποιες άλλες σημαντικές διαπιστώσεις:

α) Το Γένος δεν συμβιβάσθηκε ποτέ με την κατάσταση της δουλείας και δεν έπαυσε να πιστεύει στη δυνατότητα αποκαταστάσεώς του.

β) Οι επανειλημμένες αποτυχίες των επαναστατικών αυτών κινημάτων δικαιολογούν, αλλά και ερμηνεύουν συνάμα, τους δισταγμούς των Ηγετών του Γένους το 1821, όταν μάλιστα το φόβο της νέας τραγικής αποτυχίας τον ενίσχυε η καταθλιπτική παρουσία της "'Ιεράς Συμμαχίας" (από το 1815).

γ) Αποδεικνύεται τελείως αβάσιμο το επιχείρημα, ότι ο Διαφωτισμός και ιδίως η Γαλλική Επανάσταση (1789) γέννησαν το '21(8), όταν το Γένος δεν παύει στιγμή να βρίσκεται σε επαναστατικό βρασμό. H Γαλλική Επανάσταση ήταν φυσικό να επιταχύνει τους ρυθμούς και να ενθαρρύνει την αστική τάξη, όχι όμως και να προκαλέσει τον Αγώνα του '21, ο οποίος δεν είναι παρά ένας σταθμός στη μακραίωνη φιλελεύθερη πορεία του Γένους μας.

Η μεγάλη ανθενωτική-ησυχαστική παράταξη, στην οποία ανήκαν κατά κανόνα και oι Πατριάρχες και Μητροπολίτες, το εθναρχικό δηλαδή σώμα, έχει να επιδείξει και μια σημαντικότερη ακόμη αντίσταση, ανταποκρινόμενη μάλιστα απόλυτα στο πνεύμα της ορθοδόξου παραδόσεως. Είναι οι Νεομάρτυρες. Αυτοί προέβαλαν τη συνεπέστερη για την Ορθοδοξία και αποτελεσματικότερη για το Γένος αντίσταση, χωρίς μάλιστα Θυσίες άλλων, παρά μόνο του εαυτού τους(9). Διότι, μη ξεχνάμε, το πρόβλημα της εκχύσεως του αίματος των άλλων, ακόμη και σε περίπτωση "νόμιμης" άμυνας ή απελευθερωτικής εξεγέρσεως, στην ησυχαστική (αυθεντική δηλαδή) ορθόδοξη συνείδηση δεν βρίσκει εύκολα λύση. Οι Νεομάρτυρες ξαναζωντάνεψαν την αρχαία χριστιανική παράδοση του μαρτυρίου. Η ομολογία τους αποσκοπούσε στην έμπρακτη απόρριψη του κατακτητή και την άμεση επιβεβαίωση της υπεροχής της δικής τους πίστεως, που περιέκλειε συνάμα και τον εθνισμό τους. Σ' όλη τη μακρά δουλεία, απέναντι στους εξωμότες (εξισλαμισθέντες) ή και τους κρυπτοχριστιανούς, πού αληθινά ή όχι κατέφασκαν την ιδεολογία του κατακτητή, στέκονταν oι δημόσιοι καταφρονητές της, οι Νεομάρτυρες, μόνιμη παρηγορία και στήριγμα της συνειδήσεως των υποδούλων αδελφών τους. Οι Νεομάρτυρες ενσαρκώνουν μάλιστα πληρέστερα από τους Εθνομάρτυρες την ελληνορθόδοξη παράδοση, διότι διακρίνονται όχι μόνο για ηρωισμό, αλλά για την αγιότητα-πνευματικότητα, πού αποδεικνυόταν με τα θαύματα, που συνόδευαν το μαρτύριό τους. Κίνητρο τους δεν ήταν το μίσος, εναντίον των κατακτητών, αλλά η αγάπη για τον Χριστό και τους ανθρώπους, ακόμη και τους διώκτες τους.

Σε τελευταία όμως ανάλυση οι στρατιές των Νεομαρτύρων αποδεικνύουν τη συμμετοχή και του Ράσου στην αντίστασή τους, όπως και την ενότητα του Γένους εναντίον του Τυράννου. Oι Νεομάρτυρες προετοιμάζονταν για την ομολογία τους από τους Πνευματικούς-Γέροντες (ανάμεσά τους και Επίσκοποι). Οι βίοι και τα μαρτύρια των Νεομαρτύρων κυκλοφορούνταν και διαβάζονταν, είτε μεμονωμένα από τους πιστούς, είτε στις μνήμες τους ως συναξάρια. Και μόνο η καθιέρωση της τιμής της μνήμης των Νεομαρτύρων, αμέσως μετά τη θυσία τους, βεβαιώνει τη, σιωπηρή έστω (για ευνόητους λόγους), κατάφαση από μέρους του Εθναρχικού Κέντρου (του Οικουμενικού Πατριαρχείου) της θυσίας τους και αναγνώριση της σημασίας της για τη συνέχεια του Γένους.

Σ' αυτήν όμως τη συνάφεια θα ήθελα να δηλώσω, ότι ακλόνητη πεποίθησή μου, θεμελιουμένη στη μελέτη τόσο της τάσεως για περιορισμένη συνεργασία με τον κατακτητή, όσο και εκείνης για αντίσταση, είναι η σύγκλιση τελικά, και των δύο προς ένα κοινό στόχο: την αποκατάσταση του Γένους. Η διαφορά εντοπιζόταν στον τρόπο θεωρήσεως του αιτήματος και στα χρησιμοποιούμενα μέσα, όχι όμως στη στοχοθεσία. Δεν είναι η μόνη περίπτωση παρόμοιων "διχασμών" του Γένους.

Η περίπτωση των Νεομαρτύρων όμως δείχνει πέρα από τα παραπάνω και τη σημασία των Μοναστηριών στους αγώνες για την ανάσταση του Γένους. Ο καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος, ονομάζει αδίστακτα τα Μοναστήρια "προμαχώνες μπροστά στα κύματα του Μουσουλμανισμού"(10). Δεν ήσαν, πράγματι, μόνο κέντρα παιδείας ("κρυφά" σχολεία), καταφυγής και προστασίας των Ραγιάδων. Δεν ήσαν μόνο πνευματικές κολυμβήθρες για τον συνεχή αναβαπτισμό του Γένους στην παράδοσή του"(11). Ήσαν και αντιστασιακά-επαναστατικά κέντρα σε σημείο, που να μην υπάρχει εξέγερση ως το '21, στην οποία δεν πρωτοστατούν κάποιο ή κάποια Μοναστήρια, ως επίκεντρα της επαναστατικής δραστηριότητας, αλλά και χώροι, από τους οποίους ξεπηδούσαν επαναστάτες-πολεμιστές. Οι Μοναχοί μας, ποτέ δεν θεώρησαν αντίθετο προς τον πνευματικό τους αγώνα, τον αγώνα για την εθνική ελευθερία και τη θυσία τους γι' αυτήν.

Αυτή τη στάση των Μοναστηριών στον Αγώνα ομολογεί και προσδιορίζει με το δικό του μοναδικό τρόπο ο Στρατηγός Μακρυγιάννης: "Τ' άγια τα μοναστήρια, οπού 'τρωγαν ψωμί oι δυστυχισμένοι [...] από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων. Δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες· δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ' αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου, και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι 'περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνον με μένα σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήνα"(12).

Ο Μακρυγιάννης επικαλείται την προσωπική του εμπειρία, για να κατοχυρώσει τη συμμετοχή των Μοναστηριών στο μακρό αγώνα της ανεξαρτησίας. Με αφετηρία την καθαρά ορθόδοξη-ρωμαίικη συνείδησή του, νομίζω, ότι δεν τον παρερμηνεύουμε, αν την αναφορά του στο δυτικό μοναχισμό την ερμηνεύσουμε με βάση την εθνική προσφορά των Μοναχών μας. Η φράση "δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί" για μας σημαίνει: δεν είχαν καμιά σχέση με τα δυτικά-μοναχικά τάγματα, που βρίσκονταν στην εξουσία του "τυράννου" (Πάπα ή Φράγκου Αυτοκράτορα). Ήταν στην υπηρεσία-διακονία του Γένους, στο οποίο και ανήκαν. Πόσοι όμως παρόντες σ' αυτόν εδώ το χώρο δεν έχετε τις προσωπικές σας εμπειρίες για τον εθνικό ρόλο των Μοναστηριών και των Μοναχών μας -ακόμη και των Μοναζουσών-στους νεώτερους αγώνες του Έθνους, όπως η αντίσταση 1941-44; Είναι μια προσφορά αδιάκοπη, ταπεινή και αθόρυβη, αληθινά μαρτυρική. Προσφορά πάνω απ' όλα αφατρίαστη και ακομμάτιστη, αληθινά εθνική. Τα Ελληνικά Μοναστήρια δεν συνδέθηκαν μόνο με τις εξεγέρσεις των χρόνων της δουλείας, αλλά από αυτά ξεπήδησαν και μεγάλες μορφές του '21(13), φωτεινοί Ηγέτες και φλογεροί Επαναστάτες.

2. Το Ράσο στην Επανάσταση του '21

Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του '21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστασή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της "περιορισμένης συνεργασίας" με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και ευκλειά της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: "αυτό μια μέρα θά γίνει ρωμαίικο". Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο "Θούριό" του: "Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν νά ζώσωμεν σπαθί".

Μετά το κίνημα του Αλ. Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος-οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας(14). Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους, θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνικοτήτων -καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα "στριμωχνόταν" κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος.

Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελληνικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του '21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ' ουσίαν "αρχαιοελληνικό". Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαίικης Εθναρχίας, ως συνέχειας της "Ρωμαϊκής Βασιλείας" των "Βυζαντινών"(15). Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου -και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου- στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό, ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών(16).

Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ' όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

"Πλησίον εις τον Ιερέα -έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης- ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης καί τζομπάνης, ναύτης καί γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι"(17).

Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: "Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επαναστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας(18).

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ.Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: "...Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν"(19)

Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ.Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι.Συκουτρής, ο Κ.Βοβολίνης, ο Ν.Τωμαδάκης, ο Απ.Βακαλόπουλος κ.α.(20) Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ' όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ' όχι ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ιστορικός) κ.ά.(21).

Oι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς καί άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το "ΔΕΛΤΙΟΝ" της Ο.Λ.Μ.Ε.(22), για. να διαπιστώσει πώς αυτούσιες oι ιδεολογικές αυτές ερμηνείες για το '21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Tο τραγικά απελπιστικό όμως είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε oι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται "παλαιομοδίτες" στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί, έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ.Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του "λαϊκισμού (π.χ. Λεων. Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρουσος δέχεται τήν επανάσταση του '21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: "Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα"(23). Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λεων. Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη-Μπιμπίκου κ.ά. (24).

Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του '21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος oι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μια με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει όμως τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνατότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας.

Ένα από τα επισημότερα θύματα της παρατεινόμενης αυτής ιδεολογικής αδιαλλαξίας είναι ο Μέγας Οικουμενικός Πατριάρχης του Αγώνα, Άγιος Γρηγόριος Ε'(25).

Η ερμηνεία της στάσης του στον Αγώνα απαιτεί επαρκή γνώση της εποχής (ιστορικά, κοινωνιολογικά, πολιτικά, διπλωματικά) και τη χρήση ορθών κριτηρίων, συγχρόνων δηλαδή και όχι σημερινών (ιστορικός αναχρονισμός).

Ο σοφός εκείνος Γενάρχης, πώς ήταν δυνατό να παραβλέψει τους αρνητικούς παράγοντες, που απειλούσαν κάθε επαναστατική σκέψη (Ιερά Συμμαχία, Τσάρος, προηγούμενες οικτρές αποτυχίες, π. χ. 1790);

Γιατί να απαιτεί κανείς λιγότερη σύνεση από εκείνη τον Κοραή και του Καποδίστρια, που ήσαν τελείως αρνητικοί στα σχέδια εξεγέρσεως;

Και όμως, σε καμία παρακωλυτική ή αποτρεπτική ενέργεια δεν προέβη, η δε αλληλογραφία του είναι σαφώς θετική και φανερώνει την εσωτερική συμμετοχή του στα σχέδια της Φιλικής(26).

Θα ερωτήσει, βέβαια, κανείς: και ο περιβόητος αφορισμός του κινήματος Υψηλάντου-Σούτσου; Δεν είναι σαφής αντίδραση του Γρηγορίου;

Έτσι, άλλωστε, ερμηνεύεται ως σήμερα από την αρνητική κριτική. Μπορεί όμως να "ερμηνευθεί" ο αφορισμός χωρίς να ληφθεί υπόψη το κλίμα, μέσα στο οποίο έγινε; Και ποιο ήταν το κλίμα αυτό;

-Έκρηξη της οργής του Σουλτάνου (απόλυτου κυρίου πάνω σε κάθε υπήκοο)

-Άμεσος κίνδυνος γενικής σφαγής των Ρωμηών (ομολογία εκθέσεων των Ξένων της  Κων/πόλεως(27))

-Απερίγραπτες θηριωδίες, πού προοιώνιζαν τη συνέχεια

-Παύση από τον Σουλτάνο δύο Μ. Βεζίρηδων, με την κατηγορία της επιεικούς στάσεως έναντι των Ρωμηών

-Απαγχονισμός του Σεϊχουλισλάμη (Θρησκευτικού αρχηγού), κατηγορουμένου για απείθεια (δεν εξέδωσε φετφά για την σφαγή και εξόντωση των Ρωμηών(28))

-Εκτελέσεις Φαναριωτών (Μουζούρηδων και Μητροπολιτών) κ.λπ.(29).

Ποιος μπορεί μετά από όλα αυτά να αρνηθεί, ότι ο αφορισμός ήταν πράξη ανάγκης και "στάχτη στα μάτια του Σουλτάνου"; (Νικοπόλεως Μελέτιος).

Αυτή ακριβώς ήταν και η ερμηνεία του άμεσα θιγομένου από τον αφορισμό, Αλ.Υψηλάντη:

"Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου"(30).

Μόνο, λοιπόν, μετά από την γνώση όλων αυτών μπορεί να εκτιμηθεί σωστά και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμηοσύνης εκτελέσθηκε ως "προδότης" του Σουλτάνου και όχι των Ρωμηών(31). Και εύλογα, αφού τυπικά ήταν ο δεύτερος μετά τον Σουλτάνο αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο αφορισμός δεν είχε καμιά αρνητική απήχηση στον Εθνικό Αγώνα, αφού ήταν γνωστή η προέλευσή του, το "σχοινί του Πατριάρχη" ανέπτυξε μιαν ευεργετική δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη στο αγωνιζόμενο Έθνος.

Η ιδεολογικοποιημένη ερμηνεία δεν αφήνει όμως άθικτους και τους άλλους Αρχιερείς. Θέλοντας να μειώσουν τη διακεκριμένη συμμετοχή αρχιερέων, όπως λ.χ. ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ή ο Σαλώνων Ησαϊας, μιλούν για "εκατοντάδες αρχιερέων" (Σκαρίμπας), η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων (δήθεν) απέσχε και υπονόμευσε τον Αγώνα(32). Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;

Oι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου δεν ξεπερνούσαν τους 200, στις 171 συνολικά επαρχίες του.

Ο αριθμός δε αυτός περιλαμβάνει και τους Αρχιερείς των άλλων ρωμαίικων Πατριαρχείων, που ήταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας(33). Ο Σπ.Τρικούπης, Θ. Φαρμακίδης κ.α,. δέχονται τον αριθμό 180, οι δε τιτουλάριοι Αρχιερείς δεν υπερέβαιυαν τους 20(34). Ποια ήταν, λοιπόν, η συμμετοχή αυτών των Αρχιερέων στη Φιλική Εταιρεία(35).

Παρά τον αστικό χαρακτήρα της Φιλικής, oι πρωτεργάτες της δεν είχαν δυτική αντιφεουδαρχική συνείδηση, διότι στην "καθ' ημάς Ανατολήν" δεν υπήρχε φεουδαρχία φραγκικού τύπου (φυσική αριστοκρατία). Γι' αυτό ενώ στη Δύση ο Κλήρος, και μάλιστα οι Επίσκοποι, εθεωρούντο προέκταση της τάξεως των Ευγενών, η Φιλική στράφηκε εδώ στον Κλήρο και μάλιστα στις κεφαλές του. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Κορδάτος: "0ί Φιλικοί [...] επεδίωξαν να δώσουν χαρακτήρα πανεθνικόν εις την ωργανωμένην επανάστασιν και δι' αυτό προσηλύτισαν και μερικούς Φαναριώτας και ανωτέρους Κληρικούς"(36). Το επίθετο ("μερικούς") απορρέει από το ιδεολογικό πρίσμα του Κορδάτου και δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο στα πράγματα.

Από το 1818 μυήθησαν στην Φ. Ε. όλοι σχεδόν oι αρχιερείς της Πελοποννήσου(37), κάτι που αναγκάζεται να το παραδεχθεί ο αγαθότερος Σκαρίμπας: " Η Φ. Ε. [...] στο κόλπο είχε μυήσει όλους σχεδόν τους Παλαιοελλαδίτες κοτσαμπάσηδες και προπαντός τούς δεσποτάδες"(38).

Η αλήθεια είναι, ότι ως Ρωμηοί oι ηγέτες της Φιλικής γνώριζαν την επιρροή των Αρχιερέων στο λαό. Μέσα στα έτη 1918-21 όλοι σχεδόν oι Αρχιερείς έγιναν μέλη της Φιλικής. Μαρτυρίες αδιαμφισβήτητες καλύπτουν 81 περιπτώσεις. Για έναν αριθμό απουσιάζουν μαρτυρίες, χωρίς όμως να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είχαν μυηθεί και εκείνοι. Απουσιάζει όμως και κάθε μαρτυρία για προβολή αρνήσεως ή για υπονόμευση του έργου της Εταιρείας. Oι περισσότεροι ιστορικοί δέχονται, ότι oι Αρχιερείς υπήρξαν η σπονδυλική στήλη της Φιλικής και ο κύριος παράγων του έργου της λόγω του υψηλού κύρους τους στον Λαό(39). Αν οι Αρχιερείς εξ άλλου δεν περιέβαλλαν με την αγάπη τους τo έργο της Φιλικής, πολλά πράγματα μπορούσαν να ανατραπούν. Μια αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Κληρικοί 9,5%, Αγρότες 6% καί Πρόκριτοι 11,7%(40).

Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε', Κύριλλος ΣΤ') και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν ή έπεσαν σε μάχες. Κατά τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβίλ οι κληρικοί-θύματα του Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε 6.000(41).

Υπάρχει όμως και το "εξ αντιθέτου" επιχείρημα.

H μαρτυρία των Τούρκων Ιστορικών για τη δράση του ελληνορθοδόξου Κλήρου στον Αγώνα του '21(42).

 Ετσι, ο Μώραλη Μελίκ Μπέη δέχεται ότι "τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν oι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, oι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως oι μητροπολίται και γενικως oι ανήκοντες εις τον κλήρον, δηλαδή oι πραγματικοί ηγέται του Εθνους"(43). Ο δε Ζανί Ζαντέ σημειώνει: "Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων"(44).

Διά να κλείσουμε το θέμα αυτό, θα προσθέσουμε, ότι ενίοτε τον 19ο αιώνα εγείρονταν αντιδράσεις όχι για την μη συμμετοχή των Κληρικών μας στον απελευθερωτικό Αγώνα, αλλά αντίθετα για τη συμμετοχή τους σ' αυτόν. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγηρου και ησυχαστή Κοσμά Φλαμιάτου (1786- 1852)(45).

Κατά τον Φλαμιάτο η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε τον Αγώνα του '21. Με την εμπλοκή του Κλήρου σ' αυτόν επεδίωξε "ίνα διεγείρη την παγκόσμιον, ει δυνατόν, περιφρόνησιν, μίσος, αποστροφήν και συνωμοσίαν κατά του Κλήρου, τόσον την εκ των Αρχών, όσον και την εκ του λαού. Δι' αυτόν τον σκοπόν προς τοις άλλοις εκίνησεν εμμέσως εις τους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας και εισήχθησαν εν αυτω ο Οικουμενικός Πατριάρχης, πολλοί Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής, και εφάνησαν τινες εξ αυτών οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν..."(46).

Δεν θα ασχοληθούμε με την ορθότητα ή όχι των κρίσεων του Φλαμιάτου, που έχει το δικό του πρίσμα θεωρήσεως.

Το σκανδαλιστικό για ησυχαστές σαν τον Φλαμιάτο είναι η συμμετοχή του Κλήρου στις πολεμικές επιχειρήσεις ("οπλοφορία") και σε μια συνωμοτική Εταιρεία, όπως η Φιλική. Την τελευταία θεωρεί κατευθυνόμενη "εμμέσως" από την Αγγλία. Μάλλον, συνεπώς, αυτό προσκρούει στη συνείδησή του, ότι δηλαδή η Επανάσταση εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Δύσεως. Σ' αυτό ακριβώς, πιστεύουμε, έγκειται η αντίθεσή του. Ότι ο Κλήρος της Ελλάδος, εν αγνοία του, εξυπηρέτησε σκοπούς αλλοτρίους και όχι τα όνειρα της Ρωμηοσύνης. Ο Φλαμιάτος γράφει στη δεκαετία του 1840, όταν πολλά πια έχουν αποσαφηνισθεί. Σημαντικό όμως είναι, ότι θεωρεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σ' αντίθεση με τους σημερινούς επικριτές του. Για τους παραδοσιακούς ορθοδόξους όμως αυτό ήταν το σκάνδαλο και όχι το αντίθετο. O Γενάρχης της Ρωμηοσύνης να υποθάλπει κινήσεις, που στρέφονταν εναντίον της... Γι' αυτό μιλήσαμε παραπάνω για "θυσία" και "αυθυπέρβαση" του Ράσου. Η εθναρχική πολιτική εγκαταλείφθηκε για χάρη της ελευθερίας της Ελλάδος(47).

Η Ρωμαίικη Εθναρχία θυσιάστηκε, εκούσια, για την ελευθερία της Ελλάδος. Ο Όθωνας στα 1833 θα πάρει για τους Έλληνες, πολιτικά και εκκλησιαστικά, τη θέση του Εθνάρχη Οικουμενικού Πατριάρχη. Η αγανάκτηση του Φλαμιάτου εστιάζεται, ακριβώς, στην αντίθετη κατεύθυνση από τις αιτιάσεις των επικριτών του Κλήρου.

Το Ράσο θυσίασε τα πάντα για την Ελλάδα και την εθνική αποκατάστασή της.

Συμπερασματικά:

Η συμμετοχή του Ράσου στους εθνικούς μας αγώνες δεν είναι ασφαλώς, ο μοναδικός λόγος της παρουσίας του Κλήρου στην κοινωνία μας. Κύρια αποστολή του Ράσου είναι το έργο του ιατρού στο "Πνευματικόν Ιατρείον" της Εκκλησίας για την πνευματική και υπαρκτική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να θεωρείται ως ένας συμβατικός θεσμός, κοινωνικού χαρακτήρα, μέσα στον υπόλοιπο κρατικό και εθνικό βίο, με σκοπό να σώζει απλώς την ιστορική διάσταση.

Εν τούτοις η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, πρωτοστατεί σ' όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες. Γιατί; Διότι τούτο απορρέει από την πίστη της για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικό κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως , του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματική δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό και τούς συνανθρώπους του, σε βαθμό γνησιότητας, πληρότητας και αυθεντικότητας, έξω δηλαδή από κάθε αναγκαστικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία εντάσσεται στα πλαίσια του θελήματος του Θεού και είναι (και ως εθνική-κοινωνική) έννοια καθαρά θεολογική- εκκλησιαστική(48).

Ο Ορθόδοξος Κλήρος δεν μπορεί να μη συμμετάσχει στους εθνικούς-απελευθερωτικούς αγώνες, διότι το έργο του και στην περίοδο της ειρήνης είναι απελευθερωτικό. Αγώνας για την καταξίωση του Ρωμηού, ως απελευθέρωση από τα δεσμά της εσωτερικής δουλείας, της αμαρτίας(49).

H εσωτερική δε δουλεία κατά κύριο λόγο επιφέρει και την εξωτερική. Διότι δουλεία δεν είναι, κυρίως, η αναγκαστική υποταγή, αλλά η εσωτερική υποταγή και ταύτιση με τον κατακτητή, η νέκρωση του πνεύματος αντιστάσεως και του ψυχικού δυναμισμού. Γι' αυτό και πιστεύουμε, ότι η σημαντικότερη προσφορά του Ράσου στο Έθνος μας δεν ήταν τόσο η συμμετοχή του Κλήρου στις ένοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, όσο η συμβολή του Ράσου στη συντήρηση του ελληνορθοδόξου φρονήματος του Γένους και της αγάπης του προς την ελευθερία.

Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν θα μπορούσε να υπάρξει Εικοσιένα.

_____________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Το λάθος αυτό διαπράττεται συχνά, και όχι μόνο από "αθεολόγητους". Oι βαθμοί της Ιερωσύνης (Επίσκοπος-Πρεσβύτερος και Διάκονος) συναποτελούν τον ανώτερο κλήρο. Στον κατώτερο κλήρο ανήκουν oι (χειροθετημένοι και όχι εντός του αγίου βήματος χειροτονημένοι) υποδιάκονοι, ψάλτες, αναγνώστες κ.λπ.

2. Γ.Δ. Μεταλληνού, Τουρκοκρατία..., Αθήνα 1989, σ. 85 ε.ε. Πρβλ. Χρ. Σ. Πελεκίδη, Ιδεολογικά Ρεύματα του Ελληνισμού της Τουρκοκρατίας, Ιωάννινα 1974.

3. Ι. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού ΔΙΔΑΧΕΣ, Αθήνα 1979, σ. 269-70.

4. Ας Θυμηθούμε τα προφητικά για σήμερα λόγια του Γάλλου περιηγητή Μαλέρμπ (MALHERBE) προς τον Μακρυγιάννη: "...΄Ενα θα σας βλάψη έσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, οπού είναι αυτείνη η ιδέα σ' εσάς πολύ τυπωμένηι" (Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εκδ. ΜΠΑΫΡΟΝ, χ. χρ., σ. 415).

5. Στ. Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία (μετάφρ. Ν. Παπαρρόδου), Αθήνα 1979, σ. 360.

6. Χαρακτηριστική η περίπτωση του μητροπολίτου Τρίκκης Διονυσίου, του επικαλουμένου "Σκυλοσόφου". Έκαμε δύο αποτυχημένες εξεγέρσεις (1600 και 1611), προσχωρώντας μάλιστα και στον παπισμό, με αντάλλαγμα την υπόσχεση βοήθειας, που δεν ήλθε φυσικά ποτέ. Oι συνέπειες της αποτυχίας ήταν, για το λαό κυρίως, οδυνηρές, όπως φανερώνει το σχετικό δημοτικό τραγούδι:

"Δεσπότη μου, τί σήκωσες τον κόσμο στο σεφέρι και ρήμαξαν τα Γιάννενα και ρήμαξεν ο τόπος; Μείναν τα σπίτια αδειανά, γεμίσαν τα χανδάκια κι ο Τούρκος δεν απόσωσε να κόβη και να καίη. 'Εδώ αρπάζουν κόρακες κι εκεί oι Γιαουντζήδες. Δεν έχ' η μάννα πια παιδιά και τα παιδιά γονέους. Ki εσένα το τομάρι σου το στείλανε στην πόλη,
να τρων oι κότες πίτουρα, να νταβουλάν oι Γύφτοι, για να ξυπνάη η Τουρκιά να κάνη ραμαζάνι..".
6α. Βλ. Δημήτρη Κιτσίκη, Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1280-1924), Αθήνα 1988, σ. 104.

7. Αναφέρουμε τα σημαντικότερα:
- Επανάσταση στην Κρήτη και Πελοπόννησο λίγο μετά την Αλωση (l5ος αι.).
-Βενετοτουρκικός πόλεμος (1463-1479).
- Κίνημα στη Ρόδο (1524-29).
-Επανάσταση Χειμαριωτών (1570).
- Επανάσταση στην Πελοπόνησο, Στερεά, Ηπειρο, Μακεδονία, Αιγαίο μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (Lepanto)(1571).
-Ανταρσία στο Ρέθυμνο (1571). -Ανταρσία Μανιατών (1582).
-Ανταρσία Κύπρου (τέλη του l6ου-αρχές του l7ου αι.).
-Απελευθερωτικές προσπάθειες αρχιεπισκόπων Αχρίδος Γαβριήλ, Νεκταρίου και Αθανασίου.
-Επαναστατικές προσπάθειες μητροπολίτου Τορνόβου Διονυσίου Ράλλη (1595/98).
-Εξεγέρσεις μητροπολίτου Διονυσίου Σκυλοσόφου (1600 καί 1611).
-Επαναστατικές κινήσεις Μανιατων (l7ος αι.). - Εξέγερση αγροτών Νάξου ( 1641 ). - Κρητικός πόλεμος (1645-1669).
-Εξέγερση Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος Μεθοδίου και αρχιμανδρίτου Σερραφείμ (1704).
-Επανάσταση της Θεσσαλίας ( 1715)
-Ενέργειες μητροπολίτου Αχρίδος Ζωσιμά για την απελευθέρωση του βαλκανικου χώρου ( 1716).
-Συμμετοχή στα Ορλωφικά ( 1768): επαναστατική κίνηση Πελοποννήσου, Στερεάς, Κρήτης, Αίγαίον κ.λπ.
-Συμμετοχή στους αγώνες του Λ. Κατσώνη ( 1789-92).
-Αγώνες Σουλιωτών (1800-1804).
-Ανταρσία Ευθυμίου Παπαβλαχάβα (1808) κ.λπ., κ.λπ.

8. Βλ. Ν. Τωμαδάκη, ΄Ητο εθνικόν ή κοινωνικόν κίνημα η ελληνική εθνεγερσία; Στο περ. ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ Γ' (1970/71), σ. 5 έ. έ.

9. Βλ. τον τόμο: ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ, Εις τιμήν και μνήμην των Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 612, με σπουδαίες μελέτες και την παλαιότερη για το θέμα βιβλιογραφία.

10. Ιστορία..., τόμ. β', σ. 229.

11. Βλ. το κεφάλαιο: "Η Εκκλησία και ο Ελληνικός Λαός" στου Στ. Ράνσιμαν, όπ.π. , σ. 659 ε..

12. Στρατηγού Μακρυγιάννη, Οράματα και θάματα, Αθήνα 1983, σ. 163/4.

13. Αγιορείτης ήταν ο πατριάρχης Αγαθάγγελος, όπως και ο Μαρωνείας Κωνστάντιος καί ο Ηρακλείας Ιγνάτιος. Στη Μονή Φιλοσόφου Δημητσάνας "μαθήτευσαν" ο Αργολίδος Γρηγόριος, ο Π.Πατρον Γερμανός, ο Τριπόλεως Δανιήλ, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Μονεμβασίας Χρύσανθος κ.π.ά. Ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός στο Μ. Σπήλαιο, ο Χίου Δανιήλ στη Ν. Μονή Χίου, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος στη μονή Αγ. Θεοδώρων, ο Κύπρου Κυπριανός στη μονή Μαχαιρά Κύπρου, κ.λπ. Από Μονές ξεκίνησαν επίσης ο Παπαφλέσσας και ο Αθανάσιος Διάκος.

14. Βλ. Το κεφάλαιο "Το ανολοκλήρωτο '21" του Γ. Δ. Μεταλληνού, ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ, Αθήνα 1989(2), σ. 191

15. Βλ. τη σπουδαία ανάλυση του καθηγ. π.Ιωάννου Ρωμανίδου, στο έργο του: Το προπατορικόν αμάρτημα, Αθήνα 1989(2), σ. ιδ' έ. ε.

16. Ph. Sherrard, Δοκίμια για τον Νέο Ελληνισμό, Αθήνα 1971, σ. 296 έ.

17. Θ.Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σ. 29.

18. Χρ.Βυζαντίου, Ιστορία τακτικού στρατού, σ. 265. Βλ. του Π. Γεωργαντζή, Oι Αρχιερείς και το Εικοσιένα, Ξάνθη 1985, σ. 189.

19. Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. 7, Αθήναι 1925 σ. 216/17.

20. Παραθέματα βλ. του Π. Γεωργαντζή, όπ. π., σ. 190 ε. έ. Πρβλ. σ. 248 έ. ε. "Διακηρύξεις εθνοσυνελεύσεων", "κρίσεις συγχρόνων με την Επανάσταση ιστορικών".

21. Παραθέματα σχετικά βλ. του Π. Γεωργαντζή, όπ.π. σ.197 έ.έ. και 234 ε.έ. Για να γίνει συνειδητή η φθορά εκ μέρους του δυτικού διαφωτισμού, αρκεί να σημειώσουμε, ότι μεταξύ των επικριτών του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε' δεν είναι μόνο μαρξιστές, αλλά και ο χριστιανος καθηγ. Αλέξ. Τσιριντάνης. Στο ίδιο, σ.198-99: Το Οικουμ. Πατριαρχείο "δεν ήθελε την Επανάσταση και ο Πατριάρχης τήν αφόρισε. Βρέθηκαν μερικοί να πουν πως τάχα ο τρομερός αφορισμός ήλθε και στον Μωριά και ήθελε να δέσει τα χέρια του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Θα μπορούσε βέβαια, ο Πατριάρχης να είχε κατά κάποιο τρόπο διαμηνύσει στο λαό, να μη πάρουν στα σοβαρά τον αφορισμό. Τέτοιο πράγμα όμως δεν έγινε, γιατί απλούστατα, ο αφορισμός ήταν αληθινός και "σπουδαίος". "Εγινε στα σοβαρά, σοβαρώτατα" (Βλ. Αλεξ. Τσιριντάνη, Το Εικοσιένα, στο περιοδ. ΣΥΖΗΤΗΣΗ, τευχ. 195, Ιανουαρ. 1977, σ. 2). Το κείμενο του καθηγ. Τσιριντάνη, αποδεικνύει, ότι η "παρερμηνεία" δεν είναι προνόμιο "αντορθοδόξων" και "ανθελληνικών" ιδεολογιών. Το τραγικό όμως στην περίπτωση, και σκανδαλώδες συνάμα για σοβαρό και ανεγνωρισμένο επιστήμονα, είναι όχι μόνο η απουσία γνώσεως, αλλά και ενδιαφέροντος (στά 1977!) για γνώση της σχετικής με το θέμα βιβλιογραφίας, που δίνει απάντηση στα μετέωρα ερωτήματά του. Από πλευράς δε στενά επιστημολογικής διερωτάται κανείς, αν ο επιστήμων δικαιούται να αδιαφορεί για το λόγο των ειδικών στην έρευνα. Και μια αφελής απορία: Και αν ακόμα ο άγιος Πατριάρχης "είχε διαμηνύσει στο λαό...κ.λπ." (και είχε πράγματι "διαμηνύσει". Βλ.Ι. Μ. Χατζηφώτη, ο Γρηγόριος ο Ε' μέσα από τα έγγραφα και τις πηγές τον αγώνα, Αθήνα 1988, σ. 21 έ. έ.), πού θα τα εύρισκε ο Αλ. Τσιριντάνης; τοιχοκολλημένο σε κάποια δημόσια πλατεία; Καλά έλεγε ο μακαρίτης καί "άθεος" Γιάννης Σκαρίμπας, "από τήν ψώρα του Κοραή δεν απαλλάχθηκε ακόμη το "Εθνος"...

22. Βλ. το τεύχος Μαρτίου 1983, έτ.34/τεύχος 556, σ. 3: "Οι κοτσαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος στην πλειοψηφία τους είτε σύρθηκαν στην επανάσταση, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά μπροστά στο γενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν υστερόβουλα, αποβλέποντας σε μια νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στον επαναστατημένο λαό(...). Ο ανώτερος κλήρος, με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις, πολέμησε την επανάσταση με τα μέσα που διέθετε και με επικεφαλής τους Πατριάρχες των αφορισμών (Γρηγόριο Ε', Πολύκαρπο Ιεροσολύμων). Πρβλ. Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 201. Αυτό που έχει σημασία είναι, ότι το πνεύμα του "λαϊκισμού" εμποδίζει το κείμενο να λάβει υποδομή τις περιπτώσεις που αρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, με την απειλή των όπλων κράτησαν τμήματα του λαου τίς μάχες, εμποδίζοντας την λιποταξία τους. Έτσι καταντά η ερμηνεία μονομερής και ιδεολογική.

23. Βλ. στου Π. Γεωργαντζή, όπ.π., σ. 238 έ.

24. Στο ίδιο.

25. Τις νεώτερες μελέτες για το πρόσωπο βλ. στη Βιβλιογραφία.

26. Βλ. Ι. Μ. Χατζηφώτη, οπ.π.

27. Βλ. Γεωργίου Θ. Ζώρα, Ο απαγχονισμός του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε' εις την έκθεσιν του Ολλανδού Επιτετραμμένου Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1976, σ. 4 έ.

28. Μπορεί να αποκληθεί πρώτος μάρτυρας του Αγώνος της Ανεξαρτησίας μας.

29. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, τόμ. ΙΒ', σ. 32 και 36 (Α. Δεσποτόπουλος) γράφει σχετικά: "...Επικρίθηκε εν τούτοις ο Πατριάρχης και επικρίνεται ακόμη, επειδή έστερξε στον αφορισμό και έστειλε τις νουθετικές εγκυκλίους. Οι επικριτές όμως δεν αναλογίζονται τί θά πάθαινε το ΄Εθνος, αν ο Πατριάρχης τηρούσε αρνητική στάση απέναντι στις αξιώσεις του Σουλτάνου. Συμμορφώθηκε, άλλωστε, τότε ο Πατριάρχης προς την σταθερή παράδοση της Εκκλησίας, που με παρόμοια στάση κατόρθωνε σε ανάλογες κρίσιμες περιστάσεις να σώζει το Γένος. ΄Αλλωστε θα ήταν εντελώς παράλογη και ανεύθυνη διαφορετική απόφαση. Αν δεν γινόταν ο αφορισμός, ήταν σχεδόν βέβαιο, ότι θα εξοντώνονταν εκατοντάδες χιλιάδες ορθοδόξων χριστιανών".

30. Βλ. Ιστορία του 'Ελλην. Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών), τομ. ΙΒ', σ. 130β.

31. Κατά την "Προκήρυξη" του Σουλτάνου (YAFTA), "ο δόλιος Ρωμηός Πατριάρχης, καίτοι κατά το παρελθόν είχε δώσει πλαστά δείγματα αφοσιώσεως, όμως κατά την περίπτωσιν ταύτην, μη δυνάμενος να αγνοή την συνωμοσίαν της επαναστάσεως του έθνους του [...] γνωρίζων δέ ο ίδιος και υποχρεωμένος να γνωστοποιήση και εις όσους το ηγνόουν, ότι επρόκειτο περί επιχειρήσεως ματαίας, ήτις ουδέποτε θά επετύγχανε [...], όμως ένεκα της εμφύτου διαφθοράς της καρδίας του, ου μόνον δεν ειδοποίησε, ουδέ επετίμησε τους αφελείς [...], αλλά, κατά τα φαινόμενα, αυτός ο ίδιος, όπισθεν των παρασκηνίων, έδρα κρυφίως, ως αρχηγός της επαναστάσεως...." (Γ. Ζώρα, όπ. π., σ. 9). Ο Σουλτάνος, γνώστης των πραγμάτων, δίνει την ερμηνεία του, που αποδεικνύεται σοβαρότερη από εκείνη νεωτέρων, όπως ο Γ. Καρανικόλας .ή ο Αλ. Τσιριντάνης...

32. Βλ. στου Π. Γεωργαντζή, όπ. π., σ. 263 έ.

33. Στο ίδιο, σ. 206 έ. ε.

34. Στο ίδιο, σ. 210-11.

35. Βλ. την εκτενή και εμπεριστατωμένη έκθεση του Π. Γεωργαντζή, όπ. π., σ. 261 ε. έ.

36. Γ. Κορδάτου, Η κοινωνική σημασία της 'Ελληνικής 'Επαναστάσεως, σ. 144. Πρβλ. Π. Γεωργαντζή, όπ. π., σ. 214, σ. 463.

37. Π. Γεωργαντζή, ό.π., σ. 215 ε. έ.

38. Το Εικοσιένα και η αλήθεια, τ. Α', σ. 59 και Β', σ. 93.

39. Ο Th. Gordon λ.χ., ιστορικός του Αγώνα (Ιστορία της Ελλην. Επαναστάσεως, μετάφρ. Φ. Βράχα, τομ. Α', σ. 134) γράφει: "Δεν τολμούμε να βεβαιώσουμε, πως ο Πατριάρχης και τα μέλη της Συνόδου ήταν απόλυτα αθώοι συνωμοσίας κατά του κράτους. Αντίθετα, έχομε λόγους να πιστεύουμε, ότι ο Γρηγόριος γνώριζε την ύπαρξη της Εταιρείας και ότι μερικοί από τους άλλους Ιεράρχες ήταν βαθειά πλεγμένοι στις μηχανορραφίες της".

40. Βλ. στον Π. Γεωργαντζή, σ. 240.

41. Λεπτομερή ανάλυση βλ. στο ίδιο, σ. 281 ε.έ.

42. Βλ. τις μελέτες: Νικηφ. Μοσχοπούλου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως κατά τους Τούρκους ιστοριογράφους, Αθήναι 1960. Ι. Παπαϊωάννου, Ιστορικές Γραμμές, τ. Α', Λάρισα 1979.

43. Μοσχοπούλου, ό.π., σ. 167. Ι. Παπαϊωάννου, όπ.π., σ. 240.

44. Ν. Μοσχοπούλου, σ.107. Ι. Παπαϊωάννου, σ. 240.

45. Βλ. Γ. Δ. Μεταλληνού, ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ (1786- 1852). Ένας μάρτυρας της ορθοδόξου παραδόσεως στο Ελληνικό Κράτος, ανάτ. από τη ΘΕΟΛΟΓΙΑ, Αθήναι 1987

46. Κοσμά Φλαμιάτου, "Άπαντα" εκδόσεις "Σπανός"), Αθήναι 1976, σ. 96/7.

47. Για το ίδιο πράγμα "κατηγορεί" το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Ράνσιμαν: "Δεν θα μπορούσε το Πατριαρχείο να είχε γίνει η δύναμη, που θα συγκέντρωνε τον ορθόδοξο κόσμο και έτσι θα εξουδετέρωνε τις κεντρόφυγες τάσεις του βαλκανικού εθνικισμού; H ευκαιρία χάθηκε. Το Πατριαρχείο μάλλον ελληνικό, παρά Οικουμενικό". (όπ. π. σ. 694)

48. Βλ. Μάρκου Α. Σιώτου, Η θρησκευτική αξία της εθνικής ελευθερίας, στήν Ε. Ε. της Θ. Σχ. του Π. Α., τ. Κ' (1973), σ. 41-70.

49. Γ. Δ. Μεταλληνού, "Θεολογία Απελευθερώσεως" και "Θεολογία Ελευθερίας", στο περ. ΚΟΙΝΩΝΙΑ, τ. ΛΒ' (1989), σ. 51-61.


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://www.myriobiblos.gr/Text_Indexes/greek/metallinos.html

OΡΘΟΔΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΣΧΟΛΗΘΗ ΜΕ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ μας απαντησε σε ερωτημα μας


OΡΘΟΔΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΣΧΟΛΗΘΗ ΜΕ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ μας απαντησε σε ερωτημα μας:

Τό καυτό ζήτημα τοῦ Σφραγίσματος, ἡ τεχνολογία βαίνει καλπάζουσα καί δέν ἀποκλείεται αὔριο ἡ παροῦσα καί ἀτέρμων ἀψιμαχία τῶν δύο πλευρῶν νά ἀποδειχθεῖ περιττή φιλολογία. 
Τί νά πεῖ κανείς καί γιά τό κλῖμα ταραχῆς καί φοβίας πού ὑποθάλπεται; 
Ὀσμή θανάτου. 
Μερικές κονσέρβες στήν ἄκρη γιά νά ἐξορκίσουμε τόν πανικό... 
Πάντως ἔρχονται καιροί χαλεποί.

Τό Oἰκουμενιστικό σκότος ἕρπει κάτω ἀπό πολύχρωμα φῶτα καί στολές. 
Τό ἄγαλμα πού εἶχε στήσει ὁ Ναβουχοδονόσωρ καί διέταξε ὅλοι νά πέσουν νά τό προσκυνήσουν ἔχει μπεῖ τώρα στά σπίτια τῶν ἀνθρώπων, καί μέ ὑψηλή ἀνάλυση γιά νά εἰσπράττει ὁ ἐξαποδῶ διασκεδάζοντας τή λατρεία του. 
Τό Σφράγισμα δέν ἔχει ἔρθει, οὔτε πρόκειται νά ἔρθει, γιατί ἤδη ἐνεργεῖται. 
Σφράγισμα εἶναι ἡ ἐσωτερική διάθεση τῆς ψυχῆς, ἡ συγκατάθεση σέ κάτι πού τήν ἀλλοτριώνει.
 Ὅπως λέει ὁ ἐπίσκοπος Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ, "Τό πνεῦμα τοῦ Ἀντιχρίστου θά μπεῖ στή δομή τῆς σκέψης τῶν ἀνθρώπων"
Καί πάλι ἔλεγε: "ὅποιος ἔχει φρόνημα σαρκικό, δέν μπορεῖ νά καταλάβει, τί εἶναι ἡ ἀπώλεια"
Δύσκολες συνθῆκες προμηνύονται. 
Ὅπως ὁ σοφός ἐκεῖνος Ἀνδρέας ὁ δῆθεν Σαλός ἔλεγε, "τά ἔθνη θά συναγωνίζονται στήν ἀκαθαρσία, τότε πού ὁ ἀντίχριστος θά κάνει μανιασμένος ἀντίπραξη στόν οὐρανό".  
"Ἡ τεχνική ἀνάπτυξη θά φτάσει στήν ἀνώτατη δυνατή βαθμίδα της", ἔλεγε πάλι προφητικά ὁ Ἰγνάτιος, "καί θά φέρει στή γῆ τέτοια εὐπραγία, ὥστε ὁ οὐρανός καί ὁ παράδεισος θά καταντήσουν πράγματα περιττά!"

Γιά μένα μεγάλη βαρύτητα ἔχει ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Νήφωνος Κωνσταντιανῆς: "Στίς ἔσχατες ἡμέρες, ὅσοι θά δουλέψουν ἀληθινά στόν Χριστό, θά κρύψουν ἔξυπνα τούς ἑαυτούς τους ἀπό τούς ἀνθρώπους"πού σημαίνει δουλειά στό παρασκήνιο!
 Νά δεχτοῦμε δηλαδή, κατά τόν ἅγιο Διάδοχο Φωτικῆς, "τή σφραγίδα τῆς θείας ὡραιότητος" μέσα στήν καρδιά μας. 
Οἱ δημόσιες ἀναμετρήσεις, οἱ προσωπομαχίες σέ ὧτα μή ἀκουόντων αὐξάνουν τό κατάκριμα τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως, ἔχουμε ὅμως κι ἐμεῖς μερτικό.  
Ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητής: "οὐ χρή εἰς διαλέξεις ἤ ἀντιλογίας ἔρχεσθαι· ἤ γάρ συζητῶν μετ’ αὐτῶν περί δογμάτων ἐκκλησιαστικῶν, τοῖς αὐτοῖς ἀναθέμασι ἑαυτόν περιβάλλει, αὔξει δέ αὐτῶν τό ἔγκλημα καί μείζων ἡ κατάκρισις γίνεται" 
Πολεμώντας τους μεταλαμβάνεις ἀπό τό δηλητήριό τους. 
Ἄς ἀφήσουμε καθέναν ἐλεύθερο νά κάνει τίς ἐπιλογές του. 
Δίνουμε σ’ αὐτόν πού ἐρευνᾶ καί θέλει νά μάθει, ὅταν μᾶς ζητήσει - καί ὅσο ζητήσει, ὄχι περισσότερο - καί στρεφόμασε στόν κῆπο τῆς ψυχῆς.

Ἐκεῖ θά βροῦμε τό πραγματικό μήνυμα τῆς Ἀποκάλυψης("χαίρωμεν καὶ ἀγαλλιώμεθα καὶ δῶμεν τὴν δόξαν αὐτῷ, ὅτι ἦλθεν ὁ γάμος τοῦ ἀρνίου")ἤ τήν ἀγαπητική πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ μας("ἀρχομένων δὲ τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν, διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν"). 
 Εἴθε νά περάσουμε ἀβρόχοις ποσίν ἀπό τήν ἐδῶ ἁλμυρή θάλασσα στό πέραν, στήν ἀρχαία πατρίδα, στή θαλπωρή τῶν κόλπων τοῦ Ἀβραάμ.

Μέ τό καλό τό ὑπόλοιπο τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, βοήθειά μας καί ὁ ἅγιος Θεσσαλονίκης Γρηγόριος αὔριο.
πβ.

Η Ορθόδοξoς Εκκλησία κατά τους αγώνας του Έθνους

Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τους αγώνας του Έθνους
Η Ορθόδοξoς Εκκλησία κατά τους αγώνας του Έθνους

κ. Αθ. Ε. Καραθανάση,
Καθηγητού του Α.Π.Θ.

Κατά την μακρά βυζαντινή περίοδο η Εκκλησία και η Πολιτεία, ο Πατριάρχης και ο αυτοκράτωρ, συμπορεύτηκαν με αγαστή συνεργασία συνιστώντας έκτοτε την καλουμένη αρχή της συναλληλίας, αυτή δηλ. που εξακολουθεί υφισταμένη ως σήμερον και η οποία κατ' ουδένα λόγο πρέπει να διαρραγεί, εφ' όσον αυτές οι δύο έννοιες μολονότι διακριτές, συμπορεύονται, διότι αυτή είναι η συνείδηση του λαού ερειδομένη επί της ιστορικής πραγματικότητος. Και κακώς υπήρξαν σκέψεις, ελαχίστων ευτυχώς, για υπονόμευση της Εκκλησίας και καλώς έπραξε η Πολιτεία στο πολύ πρόσφατο παρελθόν και απέρριψε σκέψεις η εισηγήσεις ορισμένων, ελαχίστων επαναλαμβάνω, για τον διαχωρισμό των δύο εννοιών. Και υπενθυμίζω ότι αυτή η ταύτιση των δύο εννοιών εκκινεί από τους βυζαντινούς χρόνους και γιγαντώνεται κατά την μακρά Τουρκοκρατία, αφού η Εκκλησία, ελλείψει πολιτικής αρχής με την πολιτική πτώση του Βυζαντίου, καθίσταται αυτή η πολιτική, η Εθναρχική, η του Γένους αρχή, προστάτης και υπερασπιστής του υποδούλου Γένους και από αυτήν εκκινούν και τελειώνουν τα πάντα.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέλαβε την θέση του χαμένου αυτοκράτορος με έμβλημα τον δικέφαλο αετό και το Πατριαρχείο καθίσταται κράτος εν κράτει στην ευρεία Οθωμανική αυτοκρατορία. Και απορούσαν Ευρωπαίοι συνάδελφοι της Ιστορίας, και δη ορισμένοι της Εκκλησιαστικής, όταν σε Συνέδριο στην Σιέννα της Ιταλίας για την ιστορία του κλήρου, ο υπογραφόμενος εξέθετε αυτήν την ταύτιση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, μοναδικό ούτως η άλλως παράδειγμα ταυτίσεως πολιτικής και θρησκευτικής εννοίας στην Ευρώπη. Και το γένος εσώθη υπό την σκέπην της Εκκλησίας και το Πατριαρχείο κατέστη σύμβολο ενώσεως στις ιδέες της πίστεως και της πατρίδος ως κέντρο εθνικής περισυλλογής. Αυτό ήταν το υπεύθυνο εθνικό κέντρο έναντι του Οθωμανού κατακτητού, εκμεταλλευόμενο και τα παραχωρηθέντα υπό του Μωάμεθ Πορθητή προνόμια στον πρώτο Πατριάρχη του δούλου Γένους Γεννάδιο Σχολάριο.

Τοιουτοτρόπως, συνέστησε σχολεία με πρώτη την Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινουπόλεως το 1454 επί των ερειπίων της Κωνσταντινουπόλεως, συνέστησε την κοινοτική οργάνωση, τις περιώνυμες κοινότητες της Τουρκοκρατίας, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκάστοτε τοπικός επίσκοπος η στην ύπαιθρο οι ιερείς, σε μία πρωτόφαντη δημοκρατική οργάνωση. Συνετελέσθη, κατά ταύτα και απετελέσθη γύρω από την Εκκλησία πνευματικός και διοικητικός οργανισμός που προστάτευε τους πιστούς από το μίσος και τις αδικίες των Μουσουλμάνων που καταπατούσαν αυθαιρέτως με διάφορες προφάσεις κάθε δίκαιο και προνόμιο των Χριστιανών. Η βαρεία δουλεία ελαφρύνθηκε με την βοήθεια της Εκκλησίας, η οποία, ούτως η άλλως υφίστατο πρώτη αυτή τις αυθαιρεσίες των Οθωμανών.

Έμοιαζαν οι πρώτες δεκαετίες μετά το 1453 με τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και τα μαρτύρια των πρώτων Χριστιανών πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, λαός, εμαρτύρουν σχεδόν καθημερινά. Μες απ' αυτήν την οδύνη ενεφανίσθησαν οι νεομάρτυρες των οποίων η μαρτυρία φθάνει ως το 1922 στην φωτιά και την αντάρα της Μικρασιάτικης καταστροφής. Και υπό αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων παρουσιάσθη και το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών, εκείνων δηλ. που δεχόμενοι εξωτερικώς το Ισλάμ διεφύλαττον εις το βάθος της ψυχής τους την χριστιανική πίστη. Τα τοπικά γεωγραφικά όρια από το 1453 ως το 1922 ήρθησαν δια της Εκκλησίας, καθ' όσον τους Χριστιανούς ένωνε η πίστη, η οποία σφυρηλατούσε και την εθνική συνείδηση, καθ' όσον η Εκκλησία διεκράτησε την πνευματική ελευθερία των ελευθέρων Ελλήνων, αναζωογόνησε την εθνική παράδοση και κρυφίως η φανερώς ενίσχυε το όραμα της ελευθερίας. Μετά μάλιστα την ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571 οι Μητροπολίτες Μονεμβασίας Μακάριος Μελισσηνός, ο Ρόδου Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Νάξου και Μυτιλήνης, τίθενται επικεφαλής επαναστατικών κινημάτων οι περισσότεροι μάλιστα, όπως και πολλοί ιερείς έχουν τραγικό τέλος παλουκώνονται η σφαγιάζονται με γιαταγάνια. Τον Ιούνιο του 1576 σημειώνονται νέες επαναστάσεις στην Μακεδονία και στα νότια Βαλκάνια, όπου πρωταγωνιστούσαν ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωακείμ, ο Βελεσσών Φώτιος, ο Βελεγράδων στην Β. Ήπειρο Νεκτάριος και ο Καστορίας Σωφρόνιος ζητούν μάλιστα την βοήθεια του ηγέτου των Δυτικών Don Juan de Austria, αλλά μάταια. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Μητροπολίτης Δαλματίας, Ιταλίας, Αμβρακίας, Σικελίας Τιμόθεος που επίεζε τον Πάπα Πίο Ε' να συνασπίσει τις χριστιανικές δυνάμεις κατά των Οθωμανών.

Βλέπουμε ότι οι επίσκοποι έχουν και πολιτικοστρατιωτικό ρόλο. Αλλά και οι διάδοχοί τους, ο Αχρίδος Αθανάσιος από την Μάνη και ο Νεκτάριος, προσπαθούν να ξεσηκώσουν τους Χειμαρριώτες το 1596, ενώ λίγο νωρίτερα, το 1582, ο πρωτοπαπάς Μάνης Μουρίσκος στην Μάνη το αυτό πράττει συνεννούμενος με τους Ισπανούς. Στα βόρεια Βαλκάνια μετά το 1597 ο Μητροπολίτης Τυρνόβου στην Βουλγαρία Διονύσιος Ράλλης συνεργαζόταν με τον Βαλκάνιο ήρωα Μιχαήλ Γενναίο ξεσηκώνοντας τους βαλκανικούς λαούς. Λίγο αργότερα το 1601 ο πρώην Μητροπολίτης Λακεδαιμονίας Χρύσανθος Λάσκαρις και ο διάδοχος του Διονύσιος συνεννούνταν με τον δούκα του Nevers Κάρολο Γονζάγα και οργάνωναν νέο επαναστατικό κίνημα με τους Μανιάτες και λοιπούς Πελοποννησίους.

Και φυσικώ τω λόγω η Εκκλησία ήτο η πρωτοστάτης δύναμις των επανειλημμένων εθνικών εξεγέρσεων και θα αναφέρουμε, μεταξύ των άλλων, την τολμηρή επανάσταση του 1600 και 1611 του Μητροπολίτου Τρίκκης Λαρίσης Διονυσίου, φιλοσόφου, κατά την οποία, πλην αυτού και άλλων αρχιερέων και κληρικών, εμαρτύρησε και ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ. Ήτο η εποχή που στον Οικουμενικό Θρόνο ευρισκόταν ο ιεροεθνομάρτυς Κύριλλος ο Λούκαρις που αγωνιζόταν κατ' εκείνη την εποχή και κατά της διεισδύσεως των Καθολικών στην Ελληνική Ανατολή, οι οποίοι με τους Ιησουίτες, έκλεπταν τις ψυχές των υποδούλων. Τελικώς ο Λούκαρις υπέστη μαρτυρικόν θάνατο από τους γενιτσάρους, συνεργεία των Ιησουιτών. Και ενώ οι Έλληνες άρχισαν τις απόπειρες εξεγέρσεως και άρχισε και η μακρά γραμμή απαγχονισμών και στραγγαλισμών Πατριαρχών και αρχιερέων ως ο Πατριάρχης Παρθένιος Β' το 1650, το 1657 ο Παρθένιος Γ και το αυτό έτος ο Γαβριήλ και ο εκ Βερροίας Κύριλλος Κόνταρης.

Και ήτο η εποχή που η Εθναρχούσα Εκκλησία στρεφόταν προς την ομόδοξη Ρωσία ιδιαιτέρως από της εποχής του Κυρίλλου Λουκάρεως, ως προκύπτει και από την αλληλογραφία του με τους Ρώσους τσάρους. Και ήτο ο αυτός Πατριάρχης και οι διάδοχοί του που προστάτευσαν όχι μόνον τον Ελληνικό λαό, αλλά και τους ομοδόξους Βαλκανίους και Ρώσους από την λύμη της Ουνίας, η οποία, ως μη ώφειλε, δραστηριοποιείται και μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες αυτές. Ο αυτός Κύριλλος Λούκαρις και οι διάδοχοί του, αλλά και οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, με κύριους πρωταγωνιστές τον Δωρόθεο Νοταρά (+ 1707) και τον ανεψιό του Χρύσανθο, προστάτευσαν τα ιερά προσκυνήματα στην Παλαιστίνη, μέσω μάλιστα και του εξ απορρήτων Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου.

Και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων απετέλεσε και αποτελεί τόπον προσκυνήματος, όπου συχνά μετέβαινον Έλληνες προσκυνητές (οι χατζήδες), για να αντλήσουν δύναμη από τον Πανάγιο Τάφο και σε ανταπόδοση ήταν η ίδρυση μετοχίων σχεδόν πανταχού της Ελλάδος από την άλλη, οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων ευρισκόμενοι συχνά στην Ελλάδα και στις βαλκανικές χώρες ενίσχυαν την πίστη των χριστιανών, αλλά και το εθνικό φρόνημα των υποδούλων, ως επί παραδείγματι ο πολύς Δοσίθεος Νοταράς που επί εικοσαετία συνήγειρε τους βαλκανικούς λαούς κατά των Οθωμανών την περίοδο 16801700 και εφεξής.

Από την Εκκλησία εκπορεύονταν η πνευματική και εθνική αναγέννηση και φυσικά αυτή επλήρωνε πρώτη σταυρούμενη την Οθωμανική εκδίκηση. Κατά την απελευθέρωση της Πελοποννήσου της περιόδου 1685-1715 από τους Βενετούς, πρώτο ρόλο είχαν οι κληρικοί όχι μόνον οι καταγόμενοι από την Πελοπόννησο, αλλά και αρκετοί από την Ρούμελη και την Κρήτη. Μεταξύ αυτών κυρίαρχη θέση κατέχει ο επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος, ο μάρτυς Μητροπολίτης Κορίνθου Ζαχαρίας (+ 1684), ο Μαΐνης Παρθένιος, ο Ρέοντος και Πραστού Ιάκωβος Σαλούφας, ο Λαρίσσης Μακάριος, ο Θηβών Ιερόθεος, ο Αθηνών Ιάκωβος αλλά και οι Κασσανδρείας, Πολυάνης και Λήμνου. Λίγο νωρίτερα στον Κρητικό πόλεμο (1645-1669) εκατοντάδες ήσαν οι ιερείς και οι μοναχοί που θυσιάσθηκαν πολεμώντας κατά των Τούρκων, ως οι Γεράσιμος Βλάχος, μέγιστος φιλόσοφος και θεολόγος της εποχής, Βαρθολομαίος Συρόπουλος, οι Μπουνιαλήδες. Την παράδοση της θυσίας τους επανέλαβε ο Κρητικός κλήρος στο Αρκάδι διακόσια χρόνια αργότερα.

Στα Ορλωφικά του 1768-1770 μετείχε ενεργώς η Εκκλησία δια των τοπικών επισκόπων και του εφησυχάζοντος στο Άγιον Όρος πρώην Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ Β. Σχεδόν όλοι οι επίσκοποι (ο Πατρών Παρθένιος, ο Μεθώνης, ο Καλαμών, ο Καρύστου Ιάκωβος) αλλά και δεκάδες αγιορειτών μοναχών ηύρον τραγικό θάνατο τα αυτά και δεινότερα και ο λαός μας. Και συχνά εδίδοντο ποικίλες αφορμές στον Οθωμανό κατακτητή σχεδιάζοντας γενική σφαγή των Ελλήνων η γενικό εξισλαμισμό, την αιμορραγία αυτή του Ν. Ελληνισμού.

Κορυφαία μορφή κατά τα μέσα του 18ου αι. αναδεικνύεται ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός, που μαρτύρησε στις 24 Αυγούστου 1779 στην Μουζακιά στο χωριό Καλλικούνταση της Ηπείρου, αγωνιζόμενος σθεναρώς για την στήριξη του δεινοπαθούντος Χριστιανού, την ίδρυση σχολείων, την ηθική και πνευματική αντίσταση του κατά της λαίλαπος του εξισλαμισμού, τον οποίο αντιμετώπισε γενναία λίγο νωρίτερα στην Ήπειρο ο μοναχός Νεκτάριος Τέρπος με το κήρυγμά του και τα βιβλία του που στήριζαν τους Χριστιανούς.

Τα αυτά ισχύουν και για τα φραγκοκρατούμενα μέρη, τα Επτάνησα, τις Κυκλάδες και την Κρήτη, όπου, παρά την μακροχρόνια ξενική κατοχή οι Έλληνες κράτησαν την παράδοση με τους πρωτοπαπάδες τους και τον απλό κλήρο επικεφαλής, παρά την πίεση των ρωμαιοκαθολικών.

Μέγιστος ήταν ο ρόλος, αν όχι ο μοναδικός και ο καταλυτικός, της Εκκλησίας στην ανάπτυξη της παιδείας όλη σχεδόν η ιστορία της νεοελληνικής παιδείας αρχή και τέλος έχει την Εκκλησία: λόγιοι, σχολεία, χειρόγραφα, βιβλία, πνευματική κίνηση εκκινεί και τερματίζει σ αυτήν. Από την Μεγάλη του Γένους Σχολή ως το κοινό σχολείο του τελευταίου χωρίου του ευρύχωρου Ελληνισμού η Εκκλησία είναι παρούσα ως κινητήριος δύναμη. Ακαδημία της Πάτμου, η Πατμιάς, Αθωνιάς, σχολεία στην Αθήνα, την Ήπειρο, την Μακεδονία, σχολεία παντού ιδρύονται και ως έγραψε περί το 1768 ο Ιωαννίτης λόγιος Γεώργιος Κωνσταντίνου στα σχολεία αυτά «η ημετέρα διάλεκτος πολιτεύεται και η ευσέβεια της Ανατολικής Εκκλησίας κηρύττεται... και οι διδάσκαλοι σπουδαίοι κοσμούσι τας ομηγύρεις των τε αρχιερέων και των κληρικών και άπ' άμβωνος συνεχώς κηρύττουσι λόγους».

Ακόμη και ο αντικληρικαλιστής διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής δέχεται ότι οι περισσότεροι διδάσκαλοι «των ευρωπαϊκών μαθήσεων» ήσαν ιερωμένοι. Ακόμη και αυτού του Νεοελληνικού Διαφωτισμού τα καλά του στοιχεία εισήλθον στην Ελληνική Ανατολή μέσω της Εκκλησίας και μέσω των στελεχών της ως ο Ευγένιος Βούλγαρις, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, οι Μηλιώτες Κωνσταντάς και Γαζής. Παραλλήλως, σειρά ολόκληρη φιλολόγων, θεολόγων, φιλοσόφων έγραφε και εστήριζε την Ορθοδοξία, αγωνιζόμενη κατά του Παπισμού αναπτύσσοντας τα φιλολογικά και θεολογικά συγγράμματα, ακόμη και εκλαϊκευμένη θεολογία ως ο Σεβαστός Κυμινήτης στις αρχές του 18ου αι. και ο σχεδόν σύγχρονος του Μελέτιος Συρίγος αγωνιζόμενος κατά του Προτεσταντισμού και του Παπισμού. Στις ακρότητες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, άνθρωποι της Εκκλησίας αντέταξαν με επιτυχία τον Ορθόδοξο Φωτισμό με εκπροσώπους τον άγιο Αθανάσιο Πάριο και τον Νικόδημο Αγιορείτη, που ήσαν και οι γνήσιοι εκφραστές του γενναίου κινήματος των Κολλυβάδων. Και δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι όλη η νεοελληνική φιλολογία, συλλήβδην η νεοελληνική γραμματεία από του 15ου τις αρχές του 20ού αι., είναι ουσιαστικώς εκκλησιαστική φιλολογία, αφού οι λόγιοι της περιόδου από την Εκκλησία προέρχονται. Και δεν νοούνταν στον Ελληνισμό της Διασποράς να μην υπάρχει εκκλησία και εφημέριος που αποτελούσαν τον συνεκτικό κρίκο των Ελλήνων αποδήμων, οι οποίοι καλούσαν ιερείς και μοναχούς από την Ελληνική Ανατολή. Οι ιερωμένοι αυτοί συνετήρησαν την πίστη στην Ορθοδοξία με το κήρυγμα και την συνεχή επικοινωνία με τους αποδήμους αδελφούς τους.

Στην συνάφεια της παιδευτικής κινήσεως του Γένους και του κυρίου αυτής μοχλού της Εκκλησίας θέση έχει και το κρυφό σχολειό, το οποίο συνεττήρησε πίστη και εθνική συνείδηση των υποδούλων με διδασκάλους τους απαίδευτους μοναχούς ή ιερείς και ενίοτε τους πεπαιδευμένους επισκόπους, οι οποίοι με το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο μετέδιδαν τα πρώτα γράμματα στα νέα παιδιά υπό το τρεμάμενο φως του κανδηλιού της εκκλησίας. Πανταχού της Ελλάδος ο επισκέπτης προσκυνητής μπορεί να ιδεί αυτούς τους τόπους στο Πήλιο, στα Άγραφα, στα Ιωάννινα, στην Πελοπόννησο, στα νησιά μας. Και λυπεί πολύ ότι ορισμένοι συνάδελφοι αμφισβήτησαν την πραγματικότητα αυτήν στηριζόμενοι οι αμφισβητίες της στο γεγονός ότι από το 1593 και επί τη βάσει της πατριαρχικής εγκυκλίου του Ιερεμίου Β' που συνέστησε την ίδρυση σχολείων στην Ελληνική Ανατολή, ιδρύθηκαν σχολεία και επομένως, λέγουν, παρείλκε η εμφάνιση του κρυφού σχολείου, εφ' όσον δήθεν λειτουργούσαν ελεύθερα ελληνικά σχολεία.

Κατά την Εθνική Παλιγγενεσία η συμβολή της Εκκλησίας ήτο η μέγιστη δυνατή, εφ' όσον η εμπειρία της από τους αγώνες της ήτο τοιαύτη, ώστε ήτο αδύνατον να μη λάβει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα.

Λέγεται ότι ένας ιερεύς της Κωνσταντινουπόλεως είχε αυτός μόνος μυήσει 15.000 μέλη στην Φιλική Εταιρεία, αλλά και αυτός ο Γρηγόριος Ε, ο ιεροεθνομάρτυς, φαίνεται να είχε μυηθεί, όπως και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Παγκώστας και φυσικά ο Παλαιών Πατρών Γερμανός που ηυλόγησε πρώτος τον Αγώνα του 21 με το σύνθημα «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ο αγών αυτός ήταν εθνικός και κυρίως θρησκευτικός γι' αυτό και η Εκκλησία πρώτη αυτή πλήρωσε την οργή του δυνάστη με την θυσία αναρίθμητων κληρικών, με πρώτο τον γηραιό πατριάρχη Γρηγόριο Ε και τους συναγωνιστές του μάρτυρες, τον Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, τον Ανδριανουπόλεως Δωρόθεο, τον Εφέσου Διονύσιο, τον Τυρνόβου Ιωαννίκιο. Η θυσία τους αυτή προσέδωσε έτι μάλλον θρησκευτικό χαρακτήρα στον απελευθερωτικό αγώνα και οι ήρωες του 1821 ορκίζοντο να εκδικηθούν τον μαρτυρικό θάνατο του Γρηγορίου, ως επιβεβαιούν σύγχρονες των γεγονότων πηγές. Λίγο πολύ είναι γνωστά τα γεγονότα των πρώτων μηνών μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως στον Μοριά, την Ρούμελη, στην Σμύρνη, την Κρήτη, στα Ιεροσόλυμα, στην Χίο όπου στην Νέα Μονή κατεσφάγησαν 200 μοναχοί και ο Μητροπολίτης Χίου Πλάτων Φραγκιάδης, στην Κύπρο όπου απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι επίσκοποι, στο Άγιον Όρος που μετείχε ενεργώς στον Αγώνα με τον Υπερασπιστή της Μακεδονίας Εμμανουήλ Παπά, τον Μαρωνείας Κωνστάντιο.

Το Άγιον Όρος εγνώρισε τότε πρωτοφανή αγριότητα, όπως και οι αντιπρόσωποί του στην Θεσσαλονίκη στα θρυλικά αγιορείτικα κονάκια που απηγχονίσθησαν στο Καπάνι με τον επίσκοπο Κίτρους Μελέτιο, τον παπά Γιάννη του αγίου Μηνά, τους προκρίτους της πόλεως. Πολλοί μοναχοί και ιερείς από τα Πριγκηπόννησα του Βοσπόρου έστειλαν, λένε οι Τουρκικές πηγές, χρήματα για τον Αγώνα στους Μακεδόνες, γι' αυτό συνελήφθησαν και εσφαγιάσθησαν. Και είναι μακρύς ο κατάλογος των επισκόπων που αγωνίστηκαν και θυσιάσθηκαν σ' όλην την διάρκεια του Αγώνα, ως ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, ο Έλους Κύριλλος κ.α., ων ουκ έστιν αριθμός. Και ευγνωμονών έκτοτε ο συνεχώς αγωνιζόμενος ελληνικός λαός ανεγνώρισε την προσφορά ψηφίζοντας με τους εκπροσώπους του την 1 Ιανουαρίου 1822 ότι «επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού» το αυτό είχε πράξει και η Γερουσία της Ανατολικής Ελλάδος τον Δεκέμβριο του 1821 που ναι μεν διακηρύσσει την θρησκευτική Ελευθερία άλλ' όμως «την Ανατολικήν Εκκλησίαν του Χριστού και την σημερινήν γλώσσαν μόνον αναγνωρίζει ως επικρατούσαν θρησκείαν και γλώσσαν της Ελλάδος». Την ίδια ευγνωμοσύνη προς την Εκκλησία έτρεφε και ο πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Ιωάννης Καποδίστριας, την οποία επροστάτευσε παντοιοτρόπως.

Στα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821, ως του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου κ.α., συχνά πυκνά αναφέρονται κληρικοί αγωνιστές, αλλά και με πολιτική δράση στα πρώτα χρόνια του Αγώνος και μετά από αυτόν ως μινίστροι Θρησκείας, Παιδείας, Δικαιοσύνης. Και όταν στις υπόδουλες περιοχές του Ελληνισμού επαναστατούσαν, στην Κρήτη ή στην Μακεδονία ή στην Θράκη πάλιν η Εκκλησία με τους επισκόπους και τους ιερείς της είχε την πρωτοπορία του Αρκαδιού το ολοκαύτωμα και ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος στην επανάσταση στην Μακεδονία του 1878 έστωσαν ως παράδειγμα.

Η Εκκλησία ήταν και επικεφαλής των μετέπειτα εθνικών αγώνων, ως ο Μακεδονικός Άγων της περιόδου 1860-1912, οπότε διακρίνεται ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ' ο Μεγαλοπρεπής και οι συνεργάτες του επίσκοποι στην Μακεδονία κατά την πλέον κρίσιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνος Χρυσόστομος Καλαφάτης, ο είτα ιεροεθνομάρτυς Σμύρνης, στην Δράμα, Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, Θεοδώρητος Βασματζίδης στο Νευροκόπι, Ιωακείμ Φορόπουλος στην Πελαγονία, Φώτιος Κορυτσάς, Γρηγόριος Ζερβουδάκης στις Σέρρες κ.α. Αυτοί και οι διάδοχοί τους ακλούθησαν τους παλμούς και τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και συνετήρησαν σε χαλεπούς καιρούς την χριστιανική πίστη και την εθνική συνείδηση.

Μαζί με αυτούς και οι ταπεινοί και ανώνυμοι στρατιωτικοί ιερείς των βαλκανικών πολέμων και της μικρασιάτικης εκστρατείας με κορυφαία τραγική και αγία προσωπικότητα τον Χρυσόστομο Σμύρνης, αλλά και τον Κυδωνιών Γεράσιμο, τον Γερμανό Καραβαγγέλη, παλαιό μακεδονομάχο και μετά το 1914 Μητροπολίτη Αμασείας και φυσικά τον πνευματικό πατέρα του Ποντιακού Ελληνισμού Χρύσανθο Φιλιππίδη, τον κατοπινό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ο οποίος ως Μητροπολίτης Τραπεζούντος και με πολιτική διορατικότητα κατηύθυνε τις τύχες των Ποντίων μετά το 1914 ως την έξοδο του 1922. Και όλη φυσικά η χορεία των κληρικών, επισκόπων και μοναχών που μετά το 1922 και την προσφυγιά και την εγκατάστασή της στην μητροπολιτική Ελλάδα φρόντισε για να απαλύνει τον πόνο του ξεριζωμού, να οργανώσει την νέα ζωή μες από τα συντρίμμια της ψυχής του πρόσφυγος. Αφού προηγουμένως είχε φροντίσει απ' άκρου εις άκρον της ευρυχωρίας του Μείζονος Ελληνισμού να υπερασπισθεί το αθώο ποίμνιο από την λύμη των ξένων θρησκευτικών και πολιτικών προπαγανδών που μετά το 1830 και την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους είχαν αναπτυχτεί επικινδύνως από την Θράκη ως την Κύπρο και από τα Επτάνησα ως τον Πόντο και την Καππαδοκία.

Η προσφορά της Εκκλησίας στο Γένος κατά την δραματική δεκαετία 40-50 έδειξε αυτόν τον ανεπανάληπτο δεσμό της με τον λαό μας: βρέθηκε πρώτη στην γραμμή του μετώπου και πολλοί ήσαν οι στρατιωτικοί ιερείς που έπεσαν στην Ήπειρο ενώ όλοι τους ενίσχυαν το φρόνημα του Στρατού μας: Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος Φιλιππίδης υπήρξε όντως ο εθνικός ηγέτης εκείνης της εποχής, ιδιότητα που συνέχισε και λάμπρυνε η εκρηκτική προσωπικότητα του διαδόχου του Δαμασκηνού Παπανδρέου, ο οποίος έφθασε ως το αξίωμα του Αντιβασιλέως χειρισθείς και πολιτικά ζητήματα, ενόσω υπήρχε πολιτικό κενό. Κατά την διάρκεια της κατοχής η Εκκλησία οργάνωσε συσσίτια, περιέθαλψε ασθενείς και αναξιοπαθούντες με τον Εθνικό Οργανισμό Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΑ), ενίσχυσε την Αντίσταση κατά του κατακτητού. Τότε επινοήθησαν «η αγία μερίδα», «το πιάτο της μερίδας της αγάπης», «η λογία», «οι αχθοφόροι της αγάπης». Πρόσωπα λίαν αγαπητά στην γενιά μας σημάδευαν με την αυτοθυσία τους την εποχή και έδειξαν τι σημαίνει Εκκλησία για τον λαό μας: Αυγουστίνος Καντιώτης στην Κοζάνη, Λεωνίδας Παρασκευόπουλος στην Θεσσαλονίκη, ο Δεσπότης Ιωακείμ στον Βόλο, ο Γεννάδιος στην Θεσσαλονίκη, ο Παντελεήμων Φωστίνης στην Εύβοια, ο Σπυρίδων Βλάχος στα Ιωάννινα, ο Δεσπότης Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος, Παπαμιχαήλ, ο Κορινθίας Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, ο αντιστασιακός του ΕΔΕΣ Σεραφείμ Τίκας, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών.

Και δεν είναι ολίγοι εκείνοι που θυσιάστηκαν κατά την αδελφοκτόνο σύρραξη της περιόδου 1946-1949 συνθέτοντας το Σύγχρονο Συναξάρι Ιερομαρτύρων και Εθνομαρτύρων κληρικών, μία πρώτη καταγραφή τους ανεβάζει στους 536.

Αυτή είναι εν ολίγοις η προσφορά του κλήρου μας στον λαό μας, είναι τα ματωμένα ράσα των αγώνων και του Γολγοθά, αλλά και το φως το ανέσπερον της παιδείας, του πολιτισμού και της παραδόσεως. Είναι η Εκκλησία της θυσίας και της Αναστάσεως, του πάθους και της λυτρώσεως η Εκκλησία των Αγίων κληρικών μας, ως λίγο παλαιότερον του αγίου Γρηγορίου Ε' και σχεδόν στους καιρούς μας του αγίου Χρυσοστόμου Καλαφάτη, του Σμύρνης. Μη λησμονούμε ποτέ τον ποιητή που μ ένα στίχο του αφήνει παρακαταθήκη στον λαό μας: Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη.


Περιοδικό ΕΚΚΛΗΣΙΑ Μάρτιος 2006

Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος: Ποίοι, πότε και πόσο να θεολογούν

Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος: Ποίοι, πότε και πόσο να θεολογούν

Ποίοι, πότε και πόσο να θεολογούν

Τις πρωινές ώρες βγήκε από το κελλί του. Φώναξε δύο διάκους και τους μίλησε. Έπρεπε να ειδοποιήσουνε παντού. Το απόγευμα εκείνο θα κήρυττε, φυσικά στην Αναστασία. Οι διάκοι φύγανε αμέσως. Από στόμα σε στόμα η Πόλη έμαθε. Το απόγευμα οι ορθόδοξοι μαζεύτηκαν. Μαζί και μερικοί κακόδοξοι, αρειανοί, πνευματομάχοι και απολιναριστές.
Γέμισε η Αναστασία, πλημμύρισε ο γυναικωνίτης, έξω από το ναό κι άλλος κόσμος.
Καμμιά φορά ήρθε και ο Γρηγόριος. Μικρόσωμος σκελετωμένος, λίγο κυρτός, με τα μάτια χαιρετούσε τους πιστούς, του κάνανε διάδρομο να περάσει. Μπήκε στο ιερό Βήμα. Γονάτισε στην άγια Τράπεζα κι έμεινε ακίνητος για λίγα λεπτά. Σηκώθηκε, τράβηξε το βήλο της Ωραίας Πύλης και βγήκε. Στάθηκε στο μεγάλο σκαλοπάτι, κοίταξε με αγάπη το εκκλησίασμα, έδωσε τόνο αυστηρό στη φωνή και άρχισε:
— Αρκετά, το κακό έχει πολύ προχωρήσει. Πολλοί μιλάνε για τα θεία χωρίς περίσκεψη. Ενδιαφέρονται μόνο για ωραίες φράσεις, να εντυπωσιάζουν οι λόγοι τους... και να χειροκροτούνται. Ηδονίζονται με τις λογομαχίες, είναι χειρότεροι κι από τους αρχαίους σοφιστές.
Πιο κάτω έγινε πιο αυστηρός και, κοιτάζοντας όλους στα μάτια, συνέχισε:
— Μάθατε όλοι να μιλάτε για όλα κι ας έχετε βουνό την αμάθεια. Το θράσος είναι μεγάλο. Διδάσκετε χωρίς να γνωρίζετε και το μυστήριο της αλήθειας πέφτει χαμηλά, πέφτει στα μάτια του κόσμου...
Οι πιο τολμηροί κινήθηκαν να τον διακόψουν. Συνηθιζόταν στην εποχή εκείνη να διακόπτουνε τον ομιλητή, να του φέρνουν αντιρρήσεις ή να του ζητούν εξηγήσεις. Ήσαν εκεί και «κατάσκοποι», να παίρνουν λόγια κι επιχειρήματα, να τα πηγαίνουν στους αντιπάλους του Γρηγορίου και μάλιστα στον Ευνόμιο, που ζούσε τότε στη Χαλκηδόνα απέναντι από την Πόλη. 
—Kάντε υπομονή και μη με διακόπτετε, είπε αποφασιστικά. Θα σάς το πω μια και καλή. Δεν είναι του καθενός να θεολογεί, να φιλοσοφεί για το Θεό. Το έργο τούτο ανήκει μόνο σ’ αυτούς που είναι είναι δοκιμασμένοι, που έχουνε  ζήσει τα  θεία πράγματα, που έχουνε καθαρίσει την ψυχή τους από την αμαρτία ή τουλάχιστον αγωνίζονται συνεχώς για την ψυχική τους καθαρότητα. Είναι φοβερά επικίνδυνο να πλησιάζει κανείς τον καθαρό Θεό, χωρίς κι ο ίδιος να είναι καθαρός. Όπως όταν πέσουνε οι καυτερές ακτίνες του ήλιου σε μάτι άρρωστο το μάτι τότε θ’ αρρωστήσει περισσότερο. Προσοχή, λοιπόν, μην επιχειρείτε να θεολογείτε χωρίς προϋποθέσεις. Και η κάθαρση πρώτη προϋπόθεση.
Το ενδιαφέρον των ακροατών άναψε. Πολλοί θυμώσανε. Και ο Γρηγόριος συνέχισε με τη δεύτερη προϋπόθεση.
— Να θεολογούν εκείνοι που απαλλαχτήκανε από τις καθημερινές επίμοχθες εργασίες. Όσο κανείς αφιερώνεται αποκλειστικά στο έργο της θεολογίας, τόσο περισσότερο πετυχαίνει ως θεολόγος. Είναι να λυπάται κανείς, όταν βλέπει κάποιους από τη μια μέρα στην άλλη να γίνονται θεολόγοι... πέφτουνε το βράδυ να κοιμηθούνε τεχνίτες και ξυπνούνε σοφοί, αυτοχειροτόνητοι θεολόγοι.
Με τα λόγια τούτα, όλοι κατάλαβαν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πιστών δεν πρέπει να θεολογούν. Και προχώρησε ο κήρυκας στην τρίτη προϋπόθεση:
— Και να μη γίνεται η θεολογία σε οποιουσδήποτε και σε οποιαδήποτε ώρα. Όχι μετά τις διασκεδάσεις και τα θέατρα, τα φαγοπότια και τον ιππόδρομο. Για ν ακούσει κανείς για την αλήθεια χρειάζεται πνευματική προετοιμασία και μάλιστα πολλή.
Έχει κι άλλη μια προϋπόθεση να τους τονίσει:
— Ακόμα, πρέπει να προσέχουμε και τα θέματα της θεολογίας και το βάθος της. Ούτε για όλα πρέπει να θεολογούμε, ούτε να προχωράμε αδιάκριτα σ’ όλο το βάθος.
Μόνο ανάλογα με τις πνευματικές μας δυνάμεις και ανάλογα με τη δεκτικότητα των ακροατών, με την δύναμή τους να μας καταλάβουν.
Μικροψίθυροι γίνανε στο ακροατήριο, και ένα σωρό ερωτήσεις έβλεπε στα μάτια τους ο Γρηγόριος.
— Δηλαδή, πάτερ, δε θ’ ασχολούμαστε με το Θεό;
— Αντίθετα, φίλε μου, του απαντά ο Γρηγόοιος, ν’ ασχολείσαι και με το παραπάνω. Αν μπορείς, έχε το Θεό στο νου σου πιο συχνά κι απ’ όσο αναπνέεις. Μπορείς; Δε σε συμβουλεύω όμως να θεολογείς χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις.
Βαριές οι απαιτήσεις του Γρηγορίου. Αλλιώς είχανε μάθει οι πιστοί. Νιώθανε τανάλια να σφίγγει το λαιμό τους. Και τους έδωσε μια διέξοδο, ν’ αναπνεύσουν, γιατί τους ήρθε απότομα:
— Ακούστε, αδελφοί. Καταλαβαίνω. Πολλοί έχετε μεγάλη φιλοτιμία να θεολογείτε, μα δεν έχετε όσο πρέπει τις προϋποθέσεις. Γι’ αυτό σάς λέω και τούτο: Μπορείτε, αν θέλετε, να φιλοσοφείτε και να θεολογείτε για πολλά, όπως για τον κόσμο και τη φύση, για την ψυχή, για την ανάσταση, για την κρίση, για τα πάθη του Χριστού. Γι' αυτά, εάν πείτε κάτι σωστό, θα’ ναι χρήσιμο. Αν πάλι κάνετε λάθος, δε θα’ ναι επικίνδυνο για τη σωτηρία. Ο λόγος όμως ο απευθείας για τον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα και τη θεία οικονομία είναι η καθαυτό θεολογία, γι’ αυτήν χρειάζονται οι δύσκολες προϋποθέσεις. Και θα τα πω τώρα πιο καθαρά: χρειάζεται να’ χει κανείς τη θεία έλλαμψη, οποίος την έχει ας προχωρήσει...
Καμμιά φορά τελείωσε η ομιλία. Και οι συζητήσεις αρχίσανε αμέσως. Πώς, γιατί, με τι τρόπο...; Έλεγε ο καθένας το δικό του. Ο Γρηγόριος από το Ιερό Βήμα τα έβλεπε, τα καταλάβαινε, αλλά δεν έκρινε ότι το βράδυ εκείνο έπρεπε να συνεχίσει. Άλλωστε ήτανε φοβερά κουρασμένος.
Πριν αποσυρθεί στο κελλί του, όρισε την ώρα και την ημέρα που θα συνέχιζε για το ίδιο θέμα.
Ήτανε πάλι εν' απόγευμα, πριν δύσει ο ήλιος. Μελιχρή ατμόσφαιρα, όλο θαλπωρή, ο Βόσπορος έστελνε λίγη υγρασία. Περνούσε από την ακρόπολη του Βύζα, των αρχαίων μεγαρέων, προχωρούσε στ' ανάκτορα και τον ιππόδρομο, τρύπωνε στις κιονοστοιχίες του φόρου (αγοράς) του Μεγάλου Κωνσταντίνου κι ελεύθερος έμπαινε στη φυτεμένη αυλή του Αβλαβίου. Εκεί και η Αναστασία, πάλι γεμάτη, μέσα κι έξω. Τώρα έπρεπε ο Γρηγόριος να δώσει ένα σωρό εξηγήσεις για τα προηγούμενα. Έπρεπε να συνεχίσει το λόγο του περί θεολογίας. Έπειτα να προχωρήσει στην Τριαδολογία, ποία είναι η σχέση των προσώπων της αγίας Τριάδας, δηλαδή του Πατέρα, του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Είχε προετοιμαστεί, τα είχε σχεδιάσει καλά.
Έκανε το σημείο του σταυρού, γονάτισε δίπλα στην αγία Τράπεζα, προσευχήθηκε λίγη ώρα. Σηκώθηκε αργά και βγήκε στην Ωραία πύλη. Για να υπενθυμίσει —αν και δε χρειαζότανε— συνόψισε με λίγα λόγια την προηγούμενη ομιλία και τόνισε το ρόλο της αγίας Τριάδας. Τους είπε ότι στη θεολογία ο Πατέρας ευδοκεί, ο Υιός συνεργεί και το Πνεύμα εμπνέει. Όλα τελικά είναι θεία έλλαμψη. Τα τελευταία τούτα λόγια του φέρανε σύγχυση. Έχασε τον ειρμό, το σχέδιο που είχε ετοιμάσει. Χωρίς να καταλάβει πώς, καρδιά και νους γατζώθηκαν σε ό,τι ο ίδιος τις μέρες εκείνες είχε ζήσει. Τις νύχτες που προσευχότανε και ζητούσε να του δείξει ο Θεός την αλήθεια και πώς να μιλάει γι' αυτήν. Ήσανε βιώματα συγκλονιστικά. Εμπειρίες που δεν τις αντέχει ο νους του ανθρώπου, έπαθε ό,τι και ο Παύλος, που «ηρπάγει εις τρίτον ουρανόν» και είδε αλήθειες άρρητες.
Πίεσε ο Γρηγόριος τον εαυτό του ν’ αφήσει τις εμπειρίες του και να προχωρήσει. Μάταια. Τρόμαξε, όταν ένιωσε ότι δεν το μπορεί. Στο ξάστερο μέτωπό του γυάλισαν σταγόνες ιδρώτα. Ούτε μπρος μπορούσε ούτε πίσω. Παραδόθηκε στο βάθος του. Έσκυψε το κεφάλι αριστερά, στην εικόνα του Χριστού, και άφησε το ποτάμι που τον πλημμύριζε να κυλήσει έτσι όπως ερχόταν, άτακτα, αλλά με νερό καθαρό και άγιο:
- Αγωνιζόμουν, αδελφοί. Ασκήτευα και προσευχόμουν. Έκλαιγα και ζητούσα τη χάρη του Θεού να ζήσω την αλήθεια, να γνωρίσω βαθύτερα τη θεότητα για να διδάσκω τα ορθά. Βίαζα τον εαυτό μου ν' ανέβω ψηλά στο βουνό της θεολογίας, να εισχωρήσω στο πυκνό σύννεφο της αλήθειας. Το ποθούσα αφάνταστα... μα βουνό η αλήθεια!
Όμως εγώ ήλπιζα, γιατί αγαπούσα. Έτρεμα κι αγωνιούσα, γιατί γνώριζα τη μικρότητά μου κι ένιωθα τη μεγαλωσύνη του Θεού. Κι έξαφνα έγινε, αδελφοί μου, έπαθα το γλυκύ και φοβερό. Ενώ ζητούσα κι αγωνιούσα, βρέθηκα μέσα στο σύννεφο, ναι, στο πνεύμα του Θεού... υπήρχα εκεί με το Θεό, ζούσα μ' αυτόν, δεν ένιωθα ύλη και πράματα κοσμικά, μέσα μου έβλεπα και ζούσα, με νου και καρδιά, ό,τι μπορεί κανείς να ζήσει από τη θεότητα. Δε λέω πως είδα τη θεία φύση, που μένει απρόσιτη και άγνωστη. Όχι... αυτήν μόνο ο Πατέρας, ο Υιός και το άγιο Πνεύμα την βλέπουνε. Είδα τη «δεύτερη φύση», τη μεγαλειότητα του Θεού, τη θεία δηλαδή ενέργεια, τη λάμψη της θείας φύσης, την ακτινοβολία της, που φτάνει στον άνθρωπο, εάν αυτός αγαπά, εάν αγωνίζεται να ελευθερωθεί από τα πάθη. Κι όλα την ώρα τούτη είναι άφατη μακαριότητα... χωρίς όρια η απόλαυση. Βρίσκεσαι, αδελφέ, σε ύψος δυσθεώρητο εκεί πάνω... η θεωρία του Θεού ατέλειωτη και το κάλλος της ατέλειωτο. Κι όλ' αυτά, φίλοι μου, είναι λίγα. Μηδαμινά σε σύγκριση με όσα δε βλέπει ο άνθρωπος στην κατάσταση τούτη, θα’ λεγα ότι βλέπει μόνο μικρό απαύγασμα, ενός παμμέγιστου φωτός. Όμως αλλοίμονο σε κείνον που θέλησε ν’ ανέβει εκεί χωρίς κάθαρση, χωρίς προετοιμασία. Πέφτει, κατρακυλά κάτω και χάνεται. Για ν' αντικρύσει κανείς εκεί την περίλαμπρη θεότητα, πρέπει να’ χει καλά καθαρίσει τα πνευματικά του μάτια, διαφορετικά τυφλώνεται, χάνει κι αυτό που έχει, το φυσικό του φως, Έτσι αλλιώς, εκεί δε φτάνει ο ανέτοιμος. Μόνο οι πολύ αγωνιστές. Κι αυτοί πάλι όχι μόνοι τους, αλλά με τη χάρη του ίδιου του Θεού, που έρχεται σε μας από τότε που ενανθρώπησε ο θείος Λόγος. Μόνο έτσι απολαμβάνουμε τη θεία μακαριότητα, μετά την ενανθρώπηση ζούμε σε άλλο βαθμό τις θείες ενέργειες...
Σε λίγο ανέκοψε το λόγο του. Το ακροατήριο του είχε παραδοθεί. Δεν περίμενε τέτοιο ποταμό προσωπικών εμπειριών, θεοπτικών βιωμάτων. Ακόμα και οι κακόδοξοι, που ήσανε παρόντες, νιώθανε κάτι από τις θείες εμπειρίες του ιερού άνδρα να τους αγγίζει. Δεν έπρεπε όμως να προχωρήσει άλλο. Θα ήτανε ασύνετο. Και προσπάθησε με τρόπο να περάσει στο σχέδιο που αρχικά ετοίμασε: Τι γνωρίζουμε, τι δε γνωρίζουμε από το Θεό, πώς εκφράζεται η γνώση αυτή και τα σχετικά. Η ανακοπή του λόγου έκανε να συνέλθουνε λίγο από την έκπληξη και οι ακροατές. Οι πιο ζωηροί, όσων η καρδιά δεν είχε κατανυγεί πολύ, θυμηθήκανε απορίες κι ενστάσεις. Βρήκανε το κουράγιο την ώρα κείνη να τις ειπούν με συντομία, με δυο λέξεις:
— Μπορούμε, πάτερ, να εκφράσουμε το Θεό; γιατί κάποιοι σοφοί λένε πως όχι...
— Ο Πλάτωνας, τους απαντάει αμέσως, ένας άπ’ όσους Έλληνες θεολογήσανε, λέει πως είναι δύσκολο να καταλάβουμε το Θεό κι αδύνατο να τον εκφράσουμε. Αλλά, εάν καταλάβεις κάτι, σίγουρα θα βρεις κάποιο τρόπο να το εκφράσεις, έστω και αμυδρά. Το θέμα είναι, λοιπόν, πώς θα καταλάβεις το Θεό! Από μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί. Επεμβαίνει όμως ο Θεός και μας φωτίζει, φανερώνει δηλαδή τον εαυτό του με πολλούς τρόπους. Δε φανερώνει όμως ποτέ την ουσία του, αυτή μένει απρόσιτη, γι’ αυτήν ποτέ δε μιλάμε στη θεολογία.
Ένας από το ακροατήριο, με φιλοσοφική παιδεία, επεμβαίνει και υπενθυμίζει τους νεοπλατωνικούς:
— Η μέθοδος του αποφατισμού, πάτερ, μ’ αυτή μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό;
— Όχι, όχι φίλοι μου. Εμείς θέλουμε να ζήσουμε αληθινά το Θεό μας, να τον γνωρίσουμε για να ζήσουμε! Δεν είναι θέμα ζήτησης φιλοσοφικής. Μέθοδο αποφατική έχουν οι νεοπλατωνικοί, αλλ’ αυτοί δε ζούνε κείνο που επιδιώκουνε να γνωρίσουν, γιατί τελικά δε φτάνουνε σε αυτό. Με το να λες τι δεν είναι ο Θεός, δε σημαίνει ότι φτάνεις στο Θεό. Εμείς θέλουμε την αλήθεια που δίνει ζωή, άρα πρέπει να ενωθούμε με την αλήθεια. Δεν μας ικανοποιεί να επισημάνουμε τι δεν είναι αλήθεια. Γιατί αυτό μόνο κάνει ο αποφατισμός. Σου λέει μόνο μερικά πράγματα που δεν είναι ο Θεός. Κάτι βέβαια είναι κι αυτό μα όχι εκείνο που ζητάμε. Αν σε ρωτήσει κάποιος, πόσο κάνουνε πέντε και πέντε και συ του απαντήσεις ότι δεν κάνουνε τρία, δεν κάνουνε επτά, δεν κάνουνε οκτώ ή δεκαπέντε κλπ., δεν ικανοποιείς αυτόν που ερωτά. Έτσι και με τον αποφατισμό, το να λέμε ότι ο Θεός δεν είναι ύλη, δεν έχει αρχή, δεν έχει τέλος, είναι άρρητος κ.λπ., δεν απαντάμε στη ζήτηση τον Θεού. Κι εμείς πασχίζουμε και πεθαίνουμε για να έχουμε μέσα μας το Θεό, για να τον ζούμε. Με τη δική του χάρη, βέβαια, αλλά ζούμε κι έχουμε την εμπειρία της χάρης του, της ενέργειάς του, όχι της ουσίας του. Γι’ αυτό και όλη μας η θεολογία μιλάει κυρίως για το πώς αποκτάμε αυτή την εμπειρία του Θεού, όχι για το τι δεν είναι Θεός. Για να δείτε και μόνοι σας πόσο μικρής σημασίας είναι ο αποφατισμός, αναλογιστείτε και τούτο:
Για να μπορείς με σιγουριά να πεις ότι ο Θεός δεν είναι ύλη, δεν έχει αρχή κλπ., πρέπει πρώτα να τον έχεις γνωρίσει Επομένως οι αποφατικές εκφράσεις είναι αποτέλεσμα της αποκτημένης πλέον βίωσης και γνώσης του Θεού, δεν οδηγούν οι εκφράσεις αυτές στη γνώση του Θεού. Χρησιμεύουν μόνο για τους αρχάριους και συχνά με αυτές δηλώνουμε το δέος μας ενώπιον του Θεού. Ακόμα τις χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε ότι δεν γνωρίζουμε την ουσία του Θεού την οποία όμως ουδέποτε αναζητάμε… Τελείωσε και το λόγο του αυτό. Είχε ξεκαθαρίσει δύο βασικά στοιχεία. Ποιος είναι ο θεολόγος και τι ακριβώς είναι η θεολογία. Τι οφείλει να προϋποθέτει ο θεολόγος και ποια η εσωτερική δομή της θεολογίας. Είναι αλήθεια ότι απ’ όσα υψηλά έλεγε ο Γρηγόριος οι πολλοί καταλάβαιναν λίγα. Μα δεν γινόταν διαφορετικά. Θα’ δινε ο Θεός, οι πολλοί να ακολουθήσουν τους λίγους. Πάντα έτσι γινότανε και έτσι γίνεται.
Ο Θεός αποκαλύπτει σταδιακά
Το ενδιαφέρον, ιδιαίτερα των μορφωμένων, έγινε πιο έντονο. Μαθημένοι γενικά στην προσκόλληση στο γράμμα της γραφής είχαν καταντήσει σαν τους ιουδαίους. Αυτοί λατρεύανε το γράμμα και ούτε καν υποπτεύονταν το πνεύμα της Γραφής. Τώρα ο Γρηγόριος δοκιμάζει να τους ανοίξει τα μάτια, να δούμε καθαρά την πορεία της θείας οικονομίας και ιδιαίτερα τη δράση του Αγίου Πνεύματος: 
-Δύο ριζικές αλλαγές γίνονται στον κόσμο. Έπειτα ήρθε και Τρίτη. Όλες μοιάζουν με σεισμούς και ταρακούνησαν και μεταμόρφωσαν τον κόσμο. Φυσικά, του Θεού και οι τρεις. Ποιες είναι; Οι δύο διαθήκες και η δράση του Αγίου Πνεύματος από την πεντηκοστή και μετά. Γιατί τις λέω αλλαγές, «μεταθέσεις» και «σεισμούς»; Διότι στην πρώτη διδάχτηκε ο κόσμος για τον ένα Θεό και έτσι άφησε τα είδωλα. Δηλαδή με την Παλαιά Διαθήκη αφαιρούνται τα είδωλα, ειδωλολάτρες γίνανε Ιουδαίοι, λατρέψανε τον αληθινό Θεό. Κρατήσανε όμως στις θυσίες ζώων. Στη δεύτερη ενανθρώπησε ο Κύριος, δίδαξε για τον εαυτό του και υποσχέθηκε να στείλει το Άγιο Πνεύμα. Αυτά γίνανε στην Καινή Διαθήκη, που με τη σειρά της αφαίρεσε κάτι, κατάργησε τις θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης. Τώρα πια το στάδιο της θείας οικονομίας είναι τέλειο. Ό,τι έδωσε ο Κύριος με την Καινή Διαθήκη είναι οριστικό και αμετάβλητο. Αυτό που θα’ ρθει μετά, με τη δράση του Αγίου Πνεύματος δεν θα έχει αφαίρεση κάποιου στοιχείου από την Καινή Διαθήκη, ούτε θα είναι αλήθεια νέα, άγνωστη και αντίθετη στην αποκάλυψη του Κυρίου. Στους δύο, λοιπόν σεισμούς είχαμε και αφαιρέσεις, καταργήσεις. Η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή κατάργησε τα είδωλα και η Καινή Διαθήκη κατάργησε τις θυσίες ζώων.
Οι πιο θερμόαιμοι δεν είχαν υπομονή και είπανε φωναχτά  τις απορίες τους:
— Γιατί ο Θεός δεν έκανε την αλλαγή μία και καλή; Και αφού με την πεντηκοστή δεν έχουμε αφαιρέσεις και καταργήσεις τι έχουμε;
Από το σημείο τούτο γινόταν ακόμα πιο δύσκολη η θεολογία. Ο Γρηγόριος, παρά τους δισταγμούς του, προχώρησε. Άλλοι θα καταλάβαιναν και άλλοι όχι. Αυτός έπρεπε να δώσει λόγο, να κοινοποιήσει τη γνώση που έλαβε από το Άγιο Πνεύμα:
— Έχουμε από το Θεό την τακτική αυτή, δηλαδή τη σταδιακή αποκάλυψη και φανέρωση της αλήθειας, γιατί ο άνθρωπος είναι και αδύνατος και ελεύθερος. Με μιας δεν μπορούσε να τα καταλάβει και να τα αφομοιώσει όλα. Θα πάθαινε πνευματικό κορεσμό, θα βαρυστομάχιαζε. Δεν θα αφομοιώνε, δηλαδή δεν θα συνειδητοποιούσε την αποκαλυμμένη αλήθεια. Και ως ελεύθερος πάλι, χρειαζότανε χρόνο, προετοιμασία για να δεχτεί ελεύθερα, με τη θέλησή του, όσα του αποκαλύπτονταν σταδιακά. Ο Θεός δεν εξαναγκάζει. 
Έπρεπε όμως να τους εξηγήσει και τη διαδικασία που ακολουθείται από την Πεντηκοστή και μετά. Προσπάθησε όσο γίνεται να απλουστεύσει:
— Είπαμε, ότι στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη έχουμε αφαιρέσεις, καταργήσεις. Εδώ αντίθετα, έχουμε «προσθήκες». Από την Πεντηκοστή και μετά η σταδιακή πορεία της θείας οικονομίας προχωρεί με προσθήκες, όχι πλέον αφαιρέσεις. Διότι όσα έχουμε στην Καινή είναι γνήσια και οριστικά. Και για να καταλάβετε την τακτική των προσθηκών σας επισημαίνω τούτο: Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός Πατέρας αποκαλύφτηκε με σαφήνεια, «φανερώς» ενώ ο Υιός αμυδρά, ελάχιστα. Η Καινή φανέρωσε τον Υιό και μόνο «υπέδειξε» τη θεότητα του Πνεύματος. Τώρα όμως το Πνεύμα, που πλέον ενεργεί σε μας, δηλαδή στην Εκκλησία, φανερώνει σαφέστατα ό,τι για το ίδιο το Πνεύμα λέχθηκε στην Καινή, χωρίς να αλλάζει κάτι από αυτά που λέχθηκαν εκεί. Βλέπετε πώς το φως της Αγίας Τριάδας καταυγάζει την ανθρωπότητα σταδιακά;  Με τις προσθήκες έχουμε «προόδους» και «προκοπή» στη θεία δόξα. Αυτό ισχύει και για τους μαθητές του Κυρίου. Σταδιακά δεχτήκανε τον φωτισμό και προοδευτικά καταλάβανε την αλήθεια. 
Σε άλλους τα λόγια τούτα φάνηκαν λογικά και σε όλους περίεργα. Δεν είχε και ο Γρηγόριος αυταπάτες. Ανάγκη πάσα να στηρίξει όλα αυτά στη Γραφή. Και το έκανε με σαφήνεια μοναδική, που δεν είχε ξαναγίνει στην Εκκλησία:
— Μην αμφιβάλλετε αγαπητοί μου. Τις προσθήκες, για τις οποίες μίλησα, τις υποσχέθηκε ο ίδιος ο Κύριος. Θυμηθείτε μόνο τι έλεγε στους Αποστόλους όταν πια έφτανε η ώρα των Αγίων παθών του. Και τι ακριβώς τους υποσχέθηκε; Ότι όταν φύγει από τη γη, θα τους στείλει τον Παράκλητο, το Άγιο Πνεύμα. Γιατί; Για να τους ενισχύει, να τους παρηγορεί. Μα και για έναν ακόμη λόγο, πολύ σπουδαίο. 
Ο Κύριος τους είπε, ότι έχω κι άλλα πολλά να σας διδάξω αλλά τώρα δεν μπορείτε να τα καταλάβετε. Το Άγιο Πνεύμα που θα στείλω, αυτό θα σας διδάξει και θα σας φωτίσει. Και θα σας εξηγήσει όλα όσα εγώ σας είπα. Αυτό θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια (βλέπε Ιωάννου 14, 25-26 και 12-14). Προσέξτε καλά τους λόγους του Κυρίου. Άφησε τους Αποστόλους να καταλάβουν ότι το Άγιο Πνεύμα θα συνεχίσει το έργο του Κυρίου. Δεν θα παρουσιάσει όμως διδασκαλία αντίθετη από του Κυρίου. Θα συνεχίσει στην ίδια γραμμή θα διαφωτίσει εκείνα που λέγονται και αποκαλύπτονται στην Καινή Διαθήκη. 
Μία λοιπόν από τις διδασκαλίες – αλήθειες, που ο Κύριος δεν είπε -επεξήγησε στους Αποστόλους, είναι η περί της θεότητας του Αγίου Πνεύματος. Αυτήν μας τη δίνει τώρα με το φωτισμό του το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Μπορεί πρόσφατα και άλλοι να φωτίστηκαν για τη θεότητα του Πνεύματος, μα εγώ θα την ομολογώ πάντα και είμαι έτοιμος να θυσιαστώ για αυτήν, διότι την έχω κυριολεκτικά με «έλλαμψιν» του Αγίου Πνεύματος. Αυτό με οδήγησε κι αυτό μου φανέρωσε τη θεότητά του. Γι’ αυτό αδελφοί μου κρατώ τη διδασκαλία τούτη ως δώρο θείο. Μ’ αυτήν ζω και μ’ αυτήν θα πεθάνω δοξάζοντας και προσκυνώντας τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα που έχουν μία κοινή θεότητα.
Τελείωσε την ομιλία του για το Άγιο Πνεύμα. Έκανε με το παραπάνω το καθήκον του ως διδάσκαλος. Ηρέμησε. Δύο-τρεις ημέρες περάσανε γαλήνιες. Κάτι συνέβη, όμως που δεν το γνωρίζουμε. Κάποιες συζητήσεις, κάτι αντιρρήσεις… και την επόμενη Κυριακή έκρινε ότι πρέπει να επανέλθει στο θέμα της θεολογίας. Ποιος πρέπει να θεολογεί και πότε να θεολογεί (Λόγος Κ’).
Έτσι ξανατόνισε στο Ναό της Αναστασίας:
— Αλίμονο σε όποιον θεολογεί χωρίς καθαρότητα και άσκηση. Προσπαθώ, και επιθυμία μου είναι να γίνω μέσα μου πεντακάθαρος καθρέφτης, για να καθρεφτιστεί εκεί ο Θεός, η αλήθεια.
Κι επειδή έβλεπε στο ακροατήριο κάποιον ιδιώτη που χωρίς φόβο μίλαγε για οποιοδήποτε σημείο της αλήθειας, σταμάτησε το λόγο και του είπε:
— Θες  κάποτε και εσύ να γίνεις θεολόγος, φύλαγε τις θείες εντολές, πορέψου εφαρμόζοντας τα προστάγματα του Κυρίου. Και μην ξεχνάς ποτέ, για να ζήσεις τη θεωρία, θα περάσεις από την πράξη. Πρώτα η άσκηση και έπειτα έρχεται η θεοπτία .
Απόσπασμα από το βιβλίο:
Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΑΕΤΟΣ (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ)
Του  Στυλιανού Παπαδοπούλου