Παναγία Πορταΐτισσα

Παναγία Πορταΐτισσα

Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

"Ὁ λιμήν"

"Ὁ λιμήν"


Η λαοφιλής Ακολουθία των Χαιρετισμών, που ψάλλεται την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, δίδει σε όλους μας την ευκαιρία της επικοινωνίας με τον Ουρανό δια της προσευχής και της εκζητήσεως του θείου ελέους, που τόσο έχουμε ανάγκη.

Αν πάντοτε πρέπει να προσευχόμαστε, αν η προσευχή πρέπει να αποτελεί την αναπνοή στη ζωή μας, ιδιαιτέρως αυτό θα πρέπει να γίνεται την περίοδο της νηστείας. Γι αυτό και οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας συνδέουν την προσευχή με τη νηστεία, τονίζοντας πως με νηστεία, την αγρυπνία και την προσευχή, λαμβάνει ο άνθρωπος ουράνια χαρίσματα1.

Μας δίνει, ακόμη, την ευκαιρία της επικοινωνίας με την Υπεραγία Θεοτόκο. Είναι για μας η μητέρα του Χριστού, αλλά και η δική μας μητέρα.

Είναι η χρυσή στάμνα και η πηγή η ακένωτος του ζώντος ύδατος Θεού.

Είναι εκείνη η οποία μας λύτρωσε από τη ζοφερότητα του Άδου φέρνοντας στον κόσμο το Μονογενή Υιό του Θεού.

Είναι το πρόσωπο αυτό, το οποίο μας σκεπάζει από κακώσεις δυσμενείς και μας ελευθερώνει από την ομίχλη των παθών και τη σκοτομήνη των δαιμονικών ενοχλήσεων.

Είναι παράλληλα το λιμάνι των ψυχών, το υπήνεμο και ήσυχο στο οποίο προσορμίζονται οι ψυχές των Χριστιανών για να προστατευθούν από τα ανελέητα κύματα της θαλάσσης της παρούσης ζωής.

Λιμάνι ακλυδώνιστο, την ονομάζει ο Θεόδωρος Λάσκαρης σ’ ένα περίφημο κανόνα του : «Χαίρε λιμήν ακλυδώνιστε • χαίρε πολεμουμένων προπύργιον • χαίρε οχύρωμα • χαίρε πιπτόντων ανόρθωσις»2.

Λιμάνι την ονομάζει και ο άγνωστος ποιητής του Κοντακίου του Ακαθίστου Ύμνου, που ακούσαμε στην Ακολουθία των Χαιρετισμών : «Χαίρε ότι λιμένα των ψυχών ετοιμάζεις».

Πρώτον. Το λιμάνι δεν είναι μόνο ο προστατευτικός χώρος μέσα στον οποίο καταφεύγουν τα πλοία και οι άνθρωποι για να γλυτώσουν από την ταραχή, το σάλο και τα πελώρια κύματα της θαλάσσης, ούτε ακόμη μόνον ο προσδοκώμενος στόχος του κάθε ανθρώπου που ταξιδεύει στη θάλασσα, αλλά και ο υπήμενος λιμένας της σωτηρίας.

Γράφει ο Άγιος Γεώργιος Επίσκοπος Νικομηδείας : «Ως λιμένα σε έχοντες και ασφαλή του κόσμου σωτηρίαν, Θεοτόκε, άπαντες σοι προστρέχομεν»3.

Στο λιμάνι της Παναγίας υπάρχει η ασφάλεια και ο ανεφοδιασμός. Υπάρχει η χαρά και η ενίσχυση, η ειρήνη και η μακαριότητα. Και, όπως εκείνη έπνιξε την αμαρτία καταποντίζοντας το νοητό Φαραώ, έτσι και εμείς δι’ αυτής μέσα στο δικό της λιμάνι μπορούμε να αποκρούσουμε τις προσβολές του αλλοτρίου και να προσορμίσουμε το πλοίο της ζωής μας στο λιμάνι της Βασιλείας των Ουρανών.

Αν θα πετύχουμε τη σωτηρία μας, αυτό θα εξαρτηθεί από την κοινωνία την οποία θα έχουμε με τον «εξ αυτής τεχθέντα Κύριον», αλλά και τις δικές της πολλές πρεσβείες και ικεσίες, αφού «πολλά ισχύει δέησις μητρός προς ευμένειαν δεσπότου». Πόσο σοφά μας τονίζουν την αλήθεια αυτή οι Όσιοι του αιώνος μας, ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, ο Όσιος Παΐσιος, ο Όσιος Πορφύριος, η Οσία Σοφία της Κλεισούρας, οι οποίοι συμβούλευαν πως πρέπει να πιασθούμε από το χέρι της Παναγίας για να φθάσουμε στο λιμάνι της σωτηρίας.

Δεύτερον. Λιμάνι η Θεοτόκος.

Λιμάνι σωτηρίας από τους κινδύνους, τις δυσκολίες, τις ανάγκες και τις αντιξοότητες της παρούσης ζωής.

Λιμάνι κατά τη διάρκεια του πόνου και της ασθενείας. Και μόνο η επίκληση του ονόματός της έχει σωτήρια αποτελέσματα. Γι’ αυτό γεμάτος θαυμασμό ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης ψάλλει προς τη Θεοτόκο : «Εν παντί εξαίφνης θροϊσμώ μόνον σου το όνομα ότι φωνώ και δέους απαλλάττομαι • τοιαύτη η χάρις σου και τηλικαύτη η άμετρος βοήθεια • η πας ο προστρέχων, Δέσποινα, εξ αναγκών λελύτρωται»4.

Για τη θαυμαστή προστασία της Παναγίας και την άμεση βοήθειά της αναφέρεται και ο σύγχρονος θεόπτης Γέροντας της Αγιορειτικής Πολιτείας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης. Γράφει ο ίδιος : «Πάσχω από πολλά χρόνια από έκζεμα και αλλεργία. Μία φορά πρήσθηκε το πρόσωπό μου και ο λαιμός μου. Είχα έντονη φαγούρα σε όλο μου το σώμα και αισθανόμουνα πολύ έντονη φλόγωση. Τα χέρια μου είχαν γεμίσει φουσκάλες. Ήτανε μία κατάσταση τρομερή, απελπιστική. Είχα φθάσει σε τέτοια θλίψη, σε τέτοια απόγνωση, που νόμιζα ότι θα βγει η ψυχή μου. Πήγα με δυσκολία στο εκκλησάκι μας και γονάτισα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Άρχισα να λέγω : ‘’Παναγια μου, εσύ υποσχέθηκες, ότι θα είσαι προστάτις, βοηθός, τροφεύς και ιατρός μας. Βοήθησέ με αυτή τη στιγμή που κινδυνεύω5.

Μην επιτρέψεις να με πάνε στον κόσμο! (δηλαδή να βγει από το Άγιον Όρος). Μόλις τελείωσα την προσευχή μου, πήγα στο κελλί μου δακρυσμένος, το οποίο απέχει δέκα έως δώδεκα βήματα από το εκκλησάκι. Αυτοστιγμεί θεραπεύτηκα τελείως! Η φαγούρα, το πρήξιμο, οι φουσκάλες εξαφανίσθησαν. Αντί της προηγουμένης απογνώσεως και απελπισίας, είχα μέσα μου μεγάλη ειρήνη και μακαριότητα! Έτσι θαυματουργικώς με εθεράπευσε η Παναγία μας».

Σ αὐτό το λιμάνι ας καταφεύγουμε πάντοτε στη ζωή μας και ιδιαίτερα τις δύσκολες ώρες που διέρχεται η πατρίδα μας αλλά και όλοι μας.

«Μη διαλίπης εκτενώς τον Υιόν σου και Θεόν καθικετεύειν υπέρ των προσκυνούντων και ανυμνούντων πιστώς την χάριν την σην, Θεονύμφευτε, μόνη Παναγία υπερευλογημένη»6.

1 Απολυτίκιον Οσιακόν πρώτου ήχου «Της ερήμου πολίτης».
2 Θεοτοκάριον, ήχος δ, Παρασκευή εσπέρας, ωδή στ .
3 ο.π., ήχος β , Τετάρτη εσπέρας, ωδή δ .
4 ο.π., ήχος β , Πέμπτη εσπέρας, ωδή α .
5 Γεωργίου Κρουσταλάκη, Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης, εκδ. Εν πλω, Αθήνα 206, σελ. 468-493.
6 Θεοτοκάριον, ήχος β , Τετάρτη εσπέρας, ωδή η .
πηγή: imkastorias.gr


Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΑΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΙΕΒΟΥ ΜΙΧΑΗΛ (4-5-1591)

Ο ΠΑΣΧΑΛΙΟΣ ΚΑΝΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΤΑΠΑΤΕΙΤΑΙ ΒΑΝΑΥΣΑ ΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ. ΠΕΡΥΣΙ, ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΕΟΡΤΑΣΤΗΚΕ ΤΗΝ 1η ΜΑΙΟΥ ΕΝΩ Ο ΠΑΣΧΑΛΙΟΣ ΟΡΙΖΕΙ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΟΡΤΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΑΡΓΟΤΕΡΟ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ 25η ΑΠΡΙΛΙΟΥ!!!

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΑΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΙΕΒΟΥ ΜΙΧΑΗΛ (4-5-1591)

Ἱερεμίας ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως νέας Ῥώμης καὶ οἰκουμενικὸς πατριάρχης.
Ἱερώτατε μητροπολῖτα Κυέβου, ὑπέρτιμε καὶ ἔξαρχε Γαλίτζης καὶ μικρᾶς Ῥωσίας, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀγαπητὲ ἀδελφὲ καὶ συλλειτουργὲ τῆς ἡμῶν μετριότητος, και θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, ἐντιμότατοι κληρικοὶ, εὐλαβέστατοι ἱερεῖς, χρησιμώτατοι ἄρχοντες, καὶ ἅπας ὁ τοῦ Κυρίου χριστώνυμος λαός, χάρις εἴη ὑμῖν καὶ εἰρήνη καὶ ἔλεος ἀπὸ Θεοῦ Παντοκράτορος καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καλῶς οἴδατε πάντες, ὅτι ὄντος μου ἐν Μοσχοβίᾳ, γράμμα τίμιον ἐδέξατο ἡ μετριότης ἡμῶν τοῦ ἐλλογιμωτάτου Κρουσίου Τυβιγγῆθεν, ὅπερ μοι τινὲς τῶν φίλων ἐκομίσαντο, δι’ οὗ ἔγνων, ὅτι τὴν αὐτὴν εὔνοιαν καὶ ἀγάπην, ἥνπερ καὶ πρότερον εἶχε πρὸς ἡμᾶς, καὶ νῦν ἔχει. Εἰ γὰρ μὴ οὕτως ἐτύγχανε ὤν, οὐκ ἂν ἔγραψε τὴν ψευδεπίπλαστον φήμην τοῦ καλοῦ κἀγαθοῦ ἰησουΐτου, ἣν καθ’ ἡμῶν περὶ τοῦ παραλόγου γενομένου νέου καλανδαρίου, ὅπερ μὴ ὤφειλε γενέσθαι πολλῶν ἕνεκα ψευδῶν, συῤῥάψας ἐν τοῖς αὐτόθι μέρεσι καὶ πανταχοῦ ἀναιδῶς διεφήμισε [1], δηλῶσαι ἡμῖν ἔσπευσε. Καὶ ταῦτα περὶ δευτέρας ἀπολογίας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν συγκαταθέσεως τὸ παράπαν εἴδησιν μὴ ἔχοντα, ὡς αὐτὸς ὁ του ψεύδους καταγγελεὺς καταψευσάμενος καὶ λυττήσας ἐφθέγξατο. Τὸ γὰρ σαπρὸν δένδρον ἐκ τοῦ καρποῦ γινώσκεται, καὶ ὁ πονηρὸς ὁμοὶ ὡς ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ, ὥσπερ καὶ τοὐναντίον κατὰ τὴν Κυριακὴν φωνήν. Καὶ τοῦτο οὐδὲν θαυμαστὸν, ἐπεὶ καὶ τῶν δαιμόνων ἴδιόν ἐστιν, ὁπόταν κακῶσαί τινας βούλωνται, ἢ εἰς σχῆμα ἀγγέλου μεταβάλλονται, ἢ δι’ ἀνθρώπου τοῦτο πράττουσιν, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ ἀρχισυναγώγου ἐγένετο. Εἰ γὰρ καινοτομίας ἀτόπους, καὶ παραβάσεις βλασφήμους, καὶ ζηζάνια (sic) οὐ τὰ τυχόντα κατὰ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας διασπείρειν καθ’ ἑκάστην οὐ φρίττουσιν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν παραχαράκτην, ξένην καὶ ἀλλοτρίαν φωνὴν τῷ θείῳ πνεύματι προσάπτουσι, καὶ μήτε ταῖς τῶν ἁγίων καὶ οἰκουμενικῶν συνόδων ἀποφάσεσι πειθαρχεῖν ἐθέλουσιν, οὔτε μὴν ἀναθέματι, ᾧ ἡ τρίτη καθυποβάλλει τοὺς τολμῶντας προσθεῖναί τι ἢ ἀφαιρεῖν παρὰ τῷ ἁγίῳ συμβόλῳ τῆς εὐσεβοῦς καὶ ὀρθῆς ἡμῶν πίστεως εἰς νοῦν τελείως λαμβάνουσι, ἀλλὰ πάντα λίθον ἐκίνησαν καὶ κινοῦσι, κατὰ τὴν παροιμίαν, στῆσαι τὸ μοχθηρὸν καὶ ἄθεσμον αὐτῶν θέλημα οὐ παύονται, πόσῳ γε μᾶλλον περὶ ἐμοῦ οἱ δεινοὶ σοφισταὶ καὶ τῆς ἀληθείας ἐχθροὶ ἀληθεύειν δυνήσονται. Οἶμαι δὲ καὶ τοὺς εἰς λόγους μετ’ αὐτῶν συνελθόντας ἐν οἳα δή τινι ὑποθέσει, ἢ οἰκειότερον εἰπεῖν, περὶ ὀρθῶν δογμάτων τῆς ἡμῶν πίστεως, τοῦτο οὐκ ἀγνοεῖν. Ἄνωθεν γὰρ ἐν αὐτοῖς τὸ συκοφαντεῖν τε καὶ ψεύδεσθαι, οἷά τις κλῆρος παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτῶν κεχάρισται, ὅπερ οὐ μόνον κατ’ ἐμοῦ τοῦτ’ ἐνάγχως χρησάμενοι, ἀλλὰ καὶ πάλαι κατὰ πάντων τῶν τὴν ἀλήθειαν φθεγξαμένων κατέσπειρειν οὐ διέλιπον. Ἡμεῖς δ’ οὐκ εἰώθαμεν τρέφειν τὸ τοιοῦτον θηρίον, ἁλιέων γάρ ἐσμεν μαθηταί. Ἀλλ’ οὐδ’ ἐκεῖνα, ἅπερ πρότερον ὡς ἀχρεῖα μετὰ σκέψεως ἐξουθενήσαμεν, πάλιν ὡς εὔχρηστα ἀνθεξόμεθα. Εἰ γὰρ τοῦτ’ αὖθις ἀντιποιεῖσθαι ἁλῶμεν, ὡς ἐκεῖνος ὁ ἐπίτριπτος ἰησουΐτης, ἢ οἰκειότερον εἰπεῖν ἀντιχρίστης δολίως ἀπεφήνατο, οὐ μόνον πρὸς τοὺς ἐντυγχάνοντας τοῦ πρώτου ψόγου, οὗ ἐγγράφως κατὰ τοῦ ῥηθέντος καλανδαρίου ἐξεδώκαμεν, ἀληθεύειν δόξομεν, ἀλλὰ καὶ τὸ τοῦ φιλοσόφου γνωμάτευμα χώραν καθ’ ἡμῶν ἕξει, τὸ φάσκον, ὁ τὸν αὐτὸν ἐπαινῶν καὶ ψέγων ἀνὴρ οὐκ ἀγαθός. Ὅπερ ἀπεύχομαι. Τὸ δ’ ἀληθὲς οὕτως ἔχει. Ἐν τῷ ᾳφπβω΄ ἔτει, μηνὶ ἰουλλίῳ ἰνδικτιῶνος ια΄, ἄνθρωπός τις παρεγένετο πρὸς ἡμὰς παρὰ τοῦ αἰδεσιμωτάτου Γρηγορίου πάπου (sic), φέρων καὶ μεθ’ ἑαυτοῦ γράμμα τίμιον ἐκείνου, ἐν ὢ καὶ περὶ τοῦ νέου καλανδαρίου φιλικῶς ἡμῖν ἔγραφε θεωρῆσαι αὐτὸ μετὰ σκέψεως, καὶ εἰ ἀρεστὸν ἡμῖν δόξῃ, κυρῶσαι τοῦτο καὶ μεταδοῦναι κατὰ πάσας τὰς ἐνορίας τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας κρατεῖν αὐτό. Ἡμεῖς δὲ καλῶς συνδιασκεψάμενοι περὶ τούτου, ὡς οἷόν τε ἡμῖν ἦν, συγκρίναντες αὐτό, οὐ μόνον μετὰ τοῦ ἀληθοῦς πασχαλίου, ὃ οἱ θεοφόροι πατέρες πανσόφως θεσπίσαντες τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ ἐξέδωκαν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς τὴν ἐπιστήμην τὴν ἀστροθεάμονα δεινούς, τὸν μέγαν Πτολεμαῖον καὶ ἄλλους, ἐσφαλμένον εὕρηται, μηδόλως συνάδον τῇ τῆς ἐκκλησίας κοινῇ δόξῃ. Ἄλλως γὰρ ὡς φαίνεται ἐκεῖνος ἐσκόπει τὰ πράγματα, καὶ ἄλλως αἱ τῶν θεοφόρων πατέρων γνῶμαι. Τοίνυν καὶ ἡμῖν δυοῖν ἕνεκα οὐκ ἀρεστὸν ἔδοξεν, ἓν μέν, ὅτι ὁπότ’ ἐκεῖνος μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν σοφιστῶν τὰ περὶ τούτου σκοπεῖν ἤρξατο, οὐδόλως ἡμᾶς συμβούλους ἐχρήσαντο. Δεύτερον δ’ ὅτι ἡμεῖς τὴν τῶν Πατέρων ὀρθὴν πίστιν, ἢν περὶ τοῦ πασχαλίου ἐχρησμοδότησαν θείᾳ ἐμφάσει κρείττω ἡγησάμενοι ὡς ἀληθῆ καὶ ἄπταιστον καὶ ἀεὶ ὡσαύτως διαμένουσαν, τὴν δὲ τοῦ νέου καλανδαρίου ὡς ἐσφαλμένην καὶ οὐτιδανὴν μακρὰν ἀφ’ ἡμῶν ἀπεσκορακίσαμεν. Πλὴν εἰ καὶ φορτικῶς δόξομεν τοῖς ἐντευξομένοις τὴν παροῦσαν μου γραφὴν κατὰ τὸ ποσὸν, ἀλλ’ οὖν γε κατὰ τὸ ποιόν πλέον αὐστηρότερον ἔδει κατὰ τῶν συκοφαντῶν γράψαι, ὡς ὁ περὶ τῆς συκοφαντίας θεσμὸς βούλεται, ὅπερ διὰ τὸ αἰδεσιμώτερον παρητησάμεθα. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ νῦν δίδομι καὶ ὑμῖν εἴδησιν μὴ ἐπακούειν τοὺς ψευδεπιπλάστους καὶ μυθώδεις λόγους τῶν ἰησουϊτῶν τῶν βουλομένων ἀπατᾶν ὑμᾶς διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ καινῆς ἀπάτης αὐτῶν, οὐ μόνον περὶ τοῦ ψευδεπιπλάστου νέου καλενδαρίου, ὡς εἴρηται, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν λοιπῶν καινοτομιῶν αὐτῶν, ἵνα μὴ ὑποκελισθῆτε καὶ ὑμεῖς ὑπ’ αὐτῶν. Αἱρετικόν γάρ φησιν ὁ θεῖος Παῦλος μετά πρώτην καί δευτέραν ομιλίαν παραιτοῦ. Ἵνα καὶ ἡ τοῦ Θεοῦ χάρις καὶ τὸ ἄπειρον καὶ ἡ ευχὴ καὶ ἡ εὐλογία τῆς ἡμῶν μετριότητος εἴη μετὰ τῆς σῆς ἱερότητος σὺν τοῖς θεοφιλεστάτοις έπισκόποις καῖ τοῖς λοιποῖς χριστιανοῖς. Ἀμήν.

Ἐν μηνὶ μαΐῳ ἰνδικτιῶνος δ΄.

[1] Και με την επιστολή αυτή (είχε προηγηθεί ακόμη μία προς τους Γερμανούς προτεστάντες) ο Ιερεμίας καταγγέλλει ως πλαστή την φήμη του διαβόητου Ιησουΐτη AntonioPossevino ότι δήθεν αποδέχτηκε το Γρηγοριανό ημερολόγιο.


(ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΔΙΠΛΟΥΣ ΠΕΛΕΚΥΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ")

«ΕΜΦΥΛΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ» ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΕΙΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

«ΕΜΦΥΛΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ» ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΕΙΣ  ΝΟΜΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ
Αλέξανδρος Ι. Γκουργιώτης Δικηγόρος
Υποψ. Διδάκτωρ Νομικής ΔΠΘ.
Δημοτικός Σύμβουλος Δήμου Κορινθίων

Η   εντολή-διαταγή του Υπουργείου  Παιδείας προς τους καθηγητές   των Γυμνασίων της Χώρας μας μέσω της υπ’ αριθμ. Φ20.1/220482/Δ2/23-12-2016 εγκυκλίου του, να αναπτυχθεί,  στα πλαίσια της πραγματοποίησης   θεματικής εβδομάδας υπό τον γενικό τίτλο «ΣΩΜΑ και ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ» ειδικότερη  θεματική   ενότητα  υπό τον    τίτλο «Έμφυλες Ταυτότητες»  και με υποενότητες όπως «βιολογικό και κοινωνικό φύλλο», «αποδομώντας τα έμφυλα στερεότυπα» «ομοφοβία και τρανσφοβία στην κοινωνία και στο σχολείο» κτλ,   πέραν της  ηθικής απαξίας της και της προφανούς αντίθεσής της  προς τις ΕλληνοΧριστιανικές Αξίες και Αρχές,   είναι συνάμα και νομικά αστήριχτη και έκθετη και για να ακριβολογούμε έκδηλα αντίθετη προς τις επιταγές της ΕΣΔΑ, του Συντάγματος και της ειδικής εκπαιδευτικής νομοθεσίας.

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η  εγκύκλιος δεν είναι ούτε νόμος , ούτε κανονιστική πράξη[1] , δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα και ως εκ τούτου  δεν προσβάλλεται στα Διοικητικά Δικαστήρια, συνιστά  απλά εσωτερικό έγγραφο της Διοίκησης προς τους  δημοσίους υπαλλήλους και εν προκειμένω τους καθηγητές, με το οποίο δίδονται κάποιες κατευθυντήριες γραμμές, διευκρινίσεις, υποδείξεις κ.ο.κ. κατά την ενάσκηση  των καθηκόντων τους τα οποία προβλέπει και καθορίζει ο νόμος. Δεσμευτικό χαρακτήρα ωστόσο έχει υπό τον τύπο εντολής  από ιεραρχικά ανώτερο όργανο   σε υφιστάμενο,  εν τούτοις όμως,  όπως κάθε εντολή και διαταγή θα πρέπει κατά την άποψή μου να ελέγχεται για την νομιμότητά της και συνταγματικότητά της από τους  αποδέκτες   αυτής, ως κατωτέρω θα περιγραφεί.

[1] εν τούτοις  υπάρχουν  περιπτώσεις που υποκρύπτεται κανονιστικό περιεχόμενο στην εγκύκλιο και τότε έχει  εκτελεστό χαρακτήρα ορ. 2633/2014 ΣΤΕ με την εκεί  παράθεση της άποψης  της μειοψηφίας
Οι  θέσεις    που υποστηρίζονται  κατωτέρω και για τις οποίες ασφαλώς και είναι επιθυμητός  ο αντίλογος  επί τη βάσει βέβαια επιχειρημάτων, εκκινούν από ένα  δεδομένο,    ότι το Υπουργείο Παιδείας είναι Υπουργείο του Ελληνικού Κράτους και όχι Υπουργείο σκανδιναβικής χώρας ή Υπουργείο του κόσμου, απευθύνεται  σε Έλληνες καθηγητές και μαθητές  και θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν του τις ιδιαίτερες Αρχές και Αξίες των Ελλήνων, την ταυτότητά μας ,  τις διαχρονικά παγιωμένες αντιλήψεις μας περί της ηθικής, του φυσικού,   του λογικού, του φυσιολογικού  κλπ,   όπως ακριβώς τις   έλαβε υπ’ όψιν του και ο Έλλην νομοθέτης όταν θέσπιζε τους συγκεκριμένους κανόνες Δικαίου που θα αναφερθούν κατωτέρω.   Όσοι αδιαφορούν και παραβλέπουν αυτά  τα δεδομένα, ήτοι  την Ελληνική Ταυτότητα και την     Ελληνική πραγματικότητα γρήγορα θα απογοητευτούν   από την       αποτυχία    του εγχειρήματός τους. 
Ειδικότερα:

Α.- Η  ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ & ΤΗΝ ΕΣΔΑ:

Ι.- ΑΡΘΡΟ 16 ΚΑΙ 3 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Κατά το Σύνταγμά μας η Εκπαίδευση  ως θεσμοθετημένη και οργανωμένη μορφή της Παιδείας, παρεχόμενη από το Κράτος  προς   τους πολίτες,   είναι υποχρεωτική για το Κράτος,  έχει δε συγκεκριμένη αποστολή και προορισμό αποσκοπώντας στην ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων και  στην ανάπτυξη   της Εθνικής και Θρησκευτικής των συνείδησης. Το κράτος λοιπόν κατά το άρθρο 16§2 του Συντάγματος,  έχει υποχρέωση να παρέχει τέτοια παιδεία που όχι απλώς συντηρεί και διατηρεί,  αλλά αναπτύσσει την Εθνική και Θρησκευτική Συνείδηση των Ελλήνων, υποστηρίζοντας και ενδυναμώνοντάς την.

[2].  ΣτΕ 3356/1995, 3533/1986, ΔΕΦ ΧΑΝ 115/2012 Τράπεζα νομικών Πληροφοριών NOMOS, Μαρίνου Αναστασίου, Η αλήθεια και η παραπληροφόρηση ως προς μάθημα των θρησκευτικών , ΕλΔνη 36(1995) σελ. 985, επ. , Α. Μαρίνος Το Σύνταγμα, η Δημοκρατία και το μάθημα των Θρησκευτικών, 1981,σελ19-20 Κ. Χρυσόγονου, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2002,,σελ. 253
Ειδικότερα τώρα και όσον  αφορά την θρησκευτική συνείδηση των Ελλήνων αυτή διαμορφώνεται   κατά  τις Αρχές και Αξίες της Επικρατούσης εν Ελλάδι Θρησκείας ήτοι της Ορθόδοξης Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας,  όπως ειδικότερα προβλέπεται  στο άρθρο 3 του Συντάγματος, από τους εν αυτώ κατοχυρουμένους Ιερούς Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνες, την Ιερά Παράδοση και την Αγία Γραφή για την οποία μάλιστα λαμβάνεται στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου ειδική μέριμνα ώστε να διαφυλαχθεί το Ιερό της Κείμενο αναλλοίωτο και ανέπαφο από ξένες προς την Ορθοδοξία επιδράσεις. Εδώ έχει ιδιαίτερη αξία να επισημάνουμε ότι ο επιλεγείς από τον Συνταγματικό νομοθέτη όρος επικρατούσα εν Ελλάδι Θρησκεία     στοχεύει στο να αποδώσει την συνειδητή επιλογή του Ελληνικού Κράτους στην Ορθοδοξία έναντι οιασδήποτε άλλης θρησκείας (κάτι το οποίο ευθέως πράττει ο Συντακτικός Νομοθέτης με την επίκληση της Αγίας Τριάδος στην εισαγωγή του Συνταγματικού κειμένου), ενέχει ούτω την έννοια της Προτίμησης του Κράτους προς αυτήν  και δεν αποτυπώνει  αριθμητικά , ποσοτικά ή στατιστικά στοιχεία που την αναγάγουν απλώς ως θρησκεία επιλεχθείσα από την συντριπτική πλειοψηφία των κοινωνών εντός της Ελληνικής Κοινωνίας[3]. Τούτο σχηματικά σημαίνει ότι το Ελληνικό Κράτος ως νομικό πρόσωπο  (καίτοι ένα νομικό πρόσωπο δεν θρησκεύει) έχει θρησκεία, έχει Πίστη. Η Παιδεία λοιπόν μέσα σε ένα τέτοιο κράτος ως το Ελληνικό, που έχει θρησκεία,  δεν μπορεί  να αφίσταται των Αρχών αυτής και να εναντιώνεται προς αυτές.  Δεν δύναται λοιπόν ο κοινός νομοθέτης να παρέχει μία τέτοια παιδεία στα Ελληνόπουλα  που όχι απλώς δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής τους συνείδησης,  αλλά αντιθέτως την αποδομεί πλήρως και διαστρέφει,  ενάντια προς τις ως άνω Αρχές.  Μία τέτοια εκπαίδευση   είναι παντελώς αντίθετη προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, και η υποχρέωση του μαθητή να την αποδεχτεί και του εκπαιδευτικού να την παράσχει σκοντάφτει στους προαναφερθέντας συνταγματικούς κανόνες.  

ΙΙ.- ΑΡΘΡΟ 13 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΡΘΡΟ 9 ΤΗΣ ΕΣΔΑ 

Προσέτι η  παρεχόμενη από το Ελληνικό Κράτος εκπαίδευση προς τους μαθητάς και η διδασκαλία μαθημάτων, σεμιναρίων, προγραμμάτων κ.ο.κ. που βάλλουν και αποδομούν  τις Αρχές και Αξίες της Ορθοδοξίας, προσκρούει   στο άρθρο 13 του Συντάγματος αλλά και στο άρθρο 9 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 2 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Στο πραναφερθέν άρθρο 13 του Συντάγματος μας,   κατοχυρώνεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως,  ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η ελευθερία επιλογής θρησκείας, διατήρησής της και ενίσχυσης της πίστης σε αυτήν. Προσέτι κατά το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ αναγνωρίζεται η θρησκευτική ελευθερία  εκτός  των άλλων και  ως ελευθερία εκδηλώσεως και εξωτερικεύσεως της θρησκείας δημοσίως , διά της λατρείας , διά της παιδείας κλπ, προστατευομένης ούτω της ελευθερίας αυτής σε κάθε τομέα δράσης και δραστηριότητος του ατόμου όχι απλώς ως κρυφό ενδιάθετο φρόνημα αλλά ως φρόνημα που εκδηλούται και αναφέρεται προς τα έξω καθορίζοντας την  εν γένει  συμπεριφορά του ατόμου επιβάλλοντάς του ορισμένες δράσεις και αποτρέποντάς το από άλλες[4].
Η θρησκευτική ελευθερία λοιπόν με όλες τις εκδηλώσεις της, ως δικαίωμα με αναφορά όχι μόνον προς τα έσω αλλά και προς τα έξω,   θα πρέπει να  ασκείται και πραγματώνεται ακωλύτως,   και εντός   του σχολείου,  με την αποφυγή εκτός των άλλων  εκ μέρους του Κράτους της λήψεως μέτρων  οιασδήποτε μορφής,  που εξαναγκάζουν  τον φορέα του ως άνω δικαιώματος μαθητή ή και καθηγητή να προβεί σε πράξεις ή παραλείψεις αντίθετες  προς   τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Ούτω λοιπόν και για να το συνδέσουμε με την υπό κρίση υπόθεση η   εντός της εκπαιδεύσεως κρατική επιβολή διδασκαλιών, προγραμμάτων και σεμιναρίων που πλήττουν το Ορθόδοξο Χριστιανικό  συνειδός   των Ορθοδόξων μαθητών , η υποχρέωση των μαθητών αυτών  να τα παρακολουθήσουν  καίτοι αυτά πλήττουν και απαξιώνουν την Πίστη τους,      προσβάλλει  ευθέως την ελευθερία της θρησκευτικής των συνειδήσεως.

Τούτο    απαγορεύεται  προσέτι   και από το άρθρο 2 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ  που ορίζει ότι «παν κράτος εν τη ασκήσει  των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και εκπαιδεύσεως θα πρέπει να σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσιν την μόρφωσιν και την εκπαίδευσιν   των τέκνων τους συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς πεποιθήσεις[5]. Δεν  είναι λοιπόν επιτρεπτό να υποχρεωθεί ένας μαθητής να παρακολουθήσει μάθημα, πρόγραμμα κ.ο.κ. το οποίο πλήττει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις,  όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τους γονείς τους   στα πλαίσια  ασκήσεως του δικαιώματος των γονικής  μέριμνας επ’ αυτού,  δικαίωμα συνταγματικώς κατοχυρωμένο στο άρθρο 21 του Συντάγματος, οι δε γονείς δύνανται  επί τη βάσει των ανωτέρω διατάξεων, να εκφράσουν την αντίθεσή των προς μια  τέτοια διδασκαλία και να αξιώσουν την εξαίρεση του τέκνου τους από μία τέτοια διδασκαλία που αποδομεί την πίστη και τις αρχές των. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ τα άρθρα 16 και 3 του Συντάγματος ως ανεφέρθησαν προηγουμένως έχουν αναφορά στους Έλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς μαθητές και μόνον, το άρθρο 13 Σ  και οι διατάξεις της ΕΣΔΑ παρέχουν γενικότερη προστασία και δύνανται  να αποτελέσουν νομική βάση νομίμου εναντίωσης προς την εγκύκλιο και για γονείς, καθηγητές και μαθητές που πρεσβεύουν άλλες θρησκείες .

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ:

III.- ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΠΡΟΣ ΆΛΛΕΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ. ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΟΠΩΣ ΚΑΤΟΧΥΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 5 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΟΣ.

Το άρθρο 5 του συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου. Ειδικότερη ελευθερία που απορρέει μέσα από το  δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας είναι και η σεξουαλική ελευθερία τόσο στην θετική μορφή και εκδήλωση της όσο και στην αρνητική της που συνδέεται άμεσα με το δικαίωμα στην σεξουαλική αποχή. Η προσπάθεια μέσα από μία θεματική εβδομάδα «εναλλακτικής» ουσιαστικά σεξουαλικής «διαπαιδαγώγησης»,  να υπερπροβληθεί και  να υπερτονισθεί το σεξουαλικό στοιχείο σε παιδιά ηλικίας 12-15 ετών, ο άμεσος ή έμμεσος επηρεασμός τους   προς την  σεξουαλική ενεργοποίηση,   σε μία τέτοια ηλικία που αυτά ενδεχομένως αρνούνται να εγκαταλείψουν   την περίοδο της παιδικότητας  και είναι απρόθυμα να υιοθετήσουν συμπεριφορές ενηλίκων, ο εξαναγκασμός στην σεξουαλική φαντασίωση και στον πανσεξουαλικό πειραματισμό,   προσβάλλει ευθέως την  σεξουαλική  των ελευθερία,   το δικαίωμα στην αβίαστη επιλογή και στην αποχή από σεξουαλικές σκέψεις και πράξεις.  

Β.- ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ  1 του Ν. 1566/1985.

Στην ως άνω διάταξη  ορίζεται ότι 1. Σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά.  Ειδικότερα υποβοηθεί τους μαθητές:

α) Να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής τους συνείδησης είναι απαραβίαστη.

Πώς λοιπόν επιτελείται ο ως άνω σκοπός του νόμου και πώς υπηρετείται η Χριστιανική Παράδοση και πώς προστατεύεται η θρησκευτική συνείδηση του μαθητή,  όταν ο μαθητής υποχρεούται να ανεχτεί την διδασκαλία μαθημάτων και κηρυγμάτων που ακυρώνουν την Πίστη του, τις Αρχές του , την Διδασκαλία της Πίστεώς του , τον Αγιογραφικό Λόγο, το ίδιο το Θέλημα του Θεού;

Είναι προφανές λοιπόν εκ της ως άνω συντόμου αναφοράς και ερμηνείας συνταγματικών και λοιπών διατάξεων, ότι τα επιβαλλόμενα διά  της εγκυκλίου,  η οποία   δεν είναι,  ως προανεφέρθη, νόμος ούτε κανονιστική  πράξη αλλά εσωτερική πράξη της Διοίκησης, είναι αντίθετα προς τις ως άνω διατάξεις και τις παραβιάζουν ευθέως , αποστερώντας το οιοδήποτε νόμιμο έρεισμα αυτής.  

Οι ως άνω παραβιάσεις  δίδουν κατά την άποψή μου το δικαίωμα  στον κάθε γονέα ασκούντα  την γονική μέριμνα επί του τέκνου του, να αρνηθεί με κάθε νόμιμο τρόπο την συμμετοχή του τέκνου του στο πρόγραμμα αυτό, δοθέντος ότι ως Έλλην  Πολίτης  δεν απολαμβάνει  απλώς τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα που του  εγγυάται το Σύνταγμα,  αλλά προσέτι οφείλει  και να μεριμνά   για την τήρησή των ως ορίζει  και το άρθρο 120§2 του Συντάγματος[6], που καθιερώνει ένα ιδιότυπο δικαίωμα αντίστασης σε κάθε αντισυνταγματική κρατική απόφαση ή ενέργεια.   Προσέτι δε και στον καθηγητή που διαφωνεί, υπάρχει αυτή η προστασία και εκ του ως  άνω άρθρου   του Συντάγματος αλλά και εκ του άρθρου 25§2 Ν. 3528/2007 που αναφερόμενο στις  διαταγές που δίδονται υπό προϊσταμένου κλπ προς οιονδήποτε δημόσιο υπάλληλο υφιστάμενό του,  πρόδηλα παράνομες ή αντισυνταγματικές,   ορίζει επί λέξει ότι «Αν η διαταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη, ο υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να το αναφέρει χωρίς αναβολή». Δύναται  ούτω,  να εγείρει νομίμως  αντιρρήσεις με κάθε νόμιμο  ενδεδειγμένο τρόπο  στην εντολή-διαταγή διδασκαλίας  τέτοιων   θεωριών,  που τον υποχρεώνουν  να αρνηθεί τις Θρησκευτικές του Αρχές , που τον υποχρεώνουν  να καταστεί ο ίδιος αποδομητής της ίδιας του της Πίστεως,  εξαναγκαζόμενος σε πράξεις  που    προσβάλλουν την προσωπικότητά του.  

Εξ όλων λοιπόν των ανωτέρω θεωρώ  ότι η ως άνω χαρακτηρισμένη μάλιστα ως «εξαιρετικώς επείγουσα» (γιατί άραγε;;;) εγκύκλιος πάσχει νομιμότητος και θα πάσχει και αυτή και κάθε αντίστοιχη απόφαση, εντολή κτλ όσο κάποιοι επιχειρούν να θυσιάζουν τα δικαιώματα των πολλών για τις επιθυμίες   των ολίγων, όσο     κάποιοι  θα  αξιώνουν την υποταγή  της  πλειοψηφίας  στα θέλω  και τις «ορέξεις»   των ολίγων.  Η επιβολή όμως των ολίγων στους πολλούς   δεν είναι Δημοκρατία. Αυτό είναι κίνδυνος για την Δημοκρατία και όταν η Δημοκρατία κινδυνεύει,  τότε είναι νομικό και ηθικό  χρέος του καθενός μας να την υπερασπιστεί. 
Μετά τιμής, 

Αλέξανδρος Ι. Γκουργιώτης
Δικηγόρος, Υποψ. Διδάκτωρ Νομικής ΔΠΘ.
Δημοτικός Σύμβουλος Δήμου Κορινθίων

Ὁ σκοπός τῆς Nηστείας

Ὁ σκοπός τῆς Nηστείας
Ἐπισκόπου Κάλλιστου 
Ὁ πρωταρχικός σκοπός τῆς νηστείας εἶναι νά μᾶς κάνει νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἐξάρτησή μας ἀπό τόν Θεόν. Ἄν ἐξασκεῖται σοβαρά, ἡ Σαρακοστιανή ἀποχή ἀπό τό φαγητό (ἰδιαίτερα τίς πρῶτες μέρες) περικλείει μία σημαντική δόση πραγματικῆς πείνας κι ἐπίσης ἕνα συναίσθημα κόπωσης καί σωματικῆς ἐξάντλησης. Ὁ σκοπός της εἶναι νά μᾶς ὁδηγήσει μέ τήν σειρά της σ’ ἕνα συναίσθημα ἐσωτερικῆς ταπείνωσης καί συντριβῆς· νά μᾶς φέρει, δηλαδή, στό σημεῖο ὅπου μποροῦμε νά ἐκτιμήσουμε ὅλη τήν ἰσχύν τῆς δήλωσης τοῦ Χριστοῦ: «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».
Ἄν πάντοτε χορτάνουμε καί ξεδιψοῦμε πλήρως, εὔκολα ἀναπτύσσουμε μία λανθασμένη αἴσθηση αὐτονομίας καί αὐτάρκειας. Ἡ τήρηση μίας σωματικῆς νηστείας κλονίζει αὐτήν τήν ἁμαρτωλή αὐτάρκεια. Μᾶς ἀπογυμνώνει ἀπό τήν ἐπίπλαστη ἀσφάλεια τοῦ Φαρισαίου (ὁ ὁποῖος νήστευε, εἶναι ἀλήθεια, ἀλλά ὄχι μέ το σωστό πνεῦμα). Ἡ νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μᾶς δίνει τήν σωτηρία αὐτή – δυσαρέσκεια τοῦ Τελώνη. Αὐτή εἶναι ἡ ἀποστολή τῆς πείνας καί τῆς κόπωσης: γιά νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἀδυναμία μας καί τήν ἐξάρτησή μας ἀπό τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

ΗΜΑΡΤΟΜΕΝ, ΗΝΟΜΗΣΑΜΕΝ


«Ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν ἐνώπιόν σου, οὐδὲ συνετηρήσαμεν, οὐδὲ ἐποιήσαμεν, καθὼς ἐνετείλω ἡμῖν. Ἀλλὰ μὴ παραδῴης ἡμᾶς εἰς τέλος, ὁ τῶν Πατέρων Θεός». 

Ἡμάρτηκα, ἐπλημμέλησα, καὶ ἠθέτησα τὴν ἐντολήν σου, ὅτι ἐν ἁμαρτίαις προήχθην, καὶ προσέθηκα τοῖς μώλωψι τραῦμα ἐμοί, ἀλλ' αὐτός με ἐλέησον ὡς εὔσπλαγχνος, ὁ τῶν Πατέρων Θεός.

Τὰ κρύφια τῆς καρδίας μου, ἐξηγόρευσά σοι τῷ Κριτῇ μου, ἴδε μου τὴν ταπείνωσιν, ἴδε καὶ τὴν θλίψίν μου, καὶ πρόσχες τῇ κρίσει μου νῦν, καὶ αὐτός με ἐλέησον ὡς εὔσπλαγχνος ὁ τῶν Πατέρων Θεός.

Σαοὺλ ποτέ, ὡς ἀπώλεσε, τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ψυχὴ τὰς ὄνους, πάρεργον τὸ βασίλειον εὗρε, πρὸς ἀνάρρησιν. Ἀλλ' ὅρα μὴ λάθῃς σαυτήν, τὰς κτηνώδεις ὀρέξεις σου, προκρίνουσα τῆς βασιλείας Χριστοῦ.

Δαυῒδ ποτέ, ὁ πατρόθεος, εἰ καὶ ἥμαρτε διττῶς ψυχή μου, βέλει μὲν τοξευθεὶς τῆς μοιχείας, τῷ δὲ δόρατι ἁλοὺς τῆς τοῦ φόνου ποινῆς. ἀλλ' αὐτὴ τὰ βαρύτερα τῶν ἔργων νοσεῖς, ταῖς κατὰ γνώμην ὁρμαῖς.

Συνῆψε μέν, ὁ Δαυῒδ ποτέ, ἀνομήματι τὴν ἀνομίαν· φόνῳ γὰρ τὴν μοιχείαν ἐκίρνα, τὴν μετάνοιαν εὐθὺς παραδείξας διπλῆν. ἀλλ' αὐτὴν πονηρότερα εἰργάσω, ψυχή, μὴ μεταγνοῦσα Θεῷ.

Δαυῒδ ποτὲ ἀνεστήλωσε, συγγραψάμενος ὡς ἐν εἰκόνι, ὕμνον, δι' οὗ τὴν πρᾶξιν ἐλέγχει, ἣν εἰργάσατο κραυγάζων· Ἐλέησόν με· σοὶ γὰρ μόνῳ ἐξήμαρτον, τῷ πάντων Θεῷ, αὐτὸς καθάρισόν με.
Δόξα...
Τριὰς ἁπλὴ ἀδιαίρετε, Ὁμοούσιε Μονὰς ἁγία, φῶτα καὶ φῶς, καὶ ἅγια τρία, καὶ ἓν ἅγιον ὑμνεῖται Θεὸς ἡ Τριάς· ἀλλ' ἀνύμνησον, δόξασον, ζωὴν καὶ ζωάς, ψυχὴ τὸν πάντων Θεόν.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Ὑμνοῦμέν σε εὐλογοῦμέν σε, προσκυνοῦμέν σε Θεογεννῆτορ, ὅτι τῆς ἀχωρίστου Τριάδος, ἀπεκύησας τὸν ἕνα Υἱὸν καὶ Θεόν· καὶ αὐτὴ προηνέῳξας ἡμῖν, τοῖς ἐν γῇ τὰ ἐπουράνια. 
Posted: 28 Feb 2017 01:13 AM PST
«Βοηθὸς καὶ σκεπαστής, ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν, οὗτός μου Θεός, καὶ δοξάσω αὐτόν, Θεὸς τοῦ Πατρός μου, καὶ ὑψώσω αὐτόν· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται».

Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν, τὰς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις; ποίαν ἀπαρχήν, ἐπιθήσω Χριστέ, τῇ νῦν θρηνωδίᾳ; ἀλλ' ὡς εὔσπλαγχνός μοι δός, παραπτωμάτων ἄφεσιν.

Δεῦρο τάλαινα ψυχή, σὺν τῇ σαρκί σου τῷ πάντων Κτίστῃ, ἐξομολογοῦ καὶ ἀπόσχου λοιπόν, τῆς πρὶν ἀλογίας, καὶ προσάγαγε Θεόν, ἐν μετανοίᾳ δάκρυα.

Τὸν πρωτόπλαστον Ἀδάμ, τῇ παραβάσει παραζηλώσας, ἔγνων ἐμαυτόν, γυμνωθέντα Θεοῦ, καὶ τῆς ἀϊδίου, βασιλείας καὶ τρυφῆς, διὰ τὰς ἁμαρτίας μου.

Οἴμοι τάλαινα ψυχή! τί ὡμοιώθης τῇ πρώτη Εὔα; εἶδες γὰρ κακῶς, καὶ ἐτρώθης πικρῶς, καὶ ἥψω τοῦ ξύλου, καὶ ἐγεύσω προπετῶς, τῆς παραλόγου βρώσεως.

Ἀντὶ Εὔας αἰσθητῆς, ἡ νοητὴ μοὶ κατέστη Εὔα, ὁ ἐν τῇ σαρκί, ἐμπαθὴς λογισμός, δεικνὺς τὰ ἡδέα, καὶ γευόμενος ἀεί, τῆς πικρᾶς καταπόσεως.

Ἐπαξίως τῆς Ἐδέμ, προεξερρίφη ὡς μὴ φυλάξας, μίαν σου Σωτήρ, ἐντολὴν ὁ Ἀδάμ, ἐγὼ δὲ τί πάθω, ἀθετῶν διαπαντὸς τὰ ζωηρά σου λόγια;
Δόξα...
Ὑπερούσιε Τριάς, ἡ ἐν Μονάδι προσκυνουμένη, ἆρον τὸν κλοιόν, ἀπ' ἐμοῦ τὸν βαρύν, τὸν τῆς ἁμαρτίας, καὶ ὡς εὔσπλαγχνός μοι δός, δάκρυα κατανύξεως.
Καὶ νῦν...
Θεοτόκε ἡ ἐλπίς, καὶ προστασία τῶν σε ὑμνούντων, ἆρον τὸν κλοιόν, ἀπ' ἐμοῦ τὸν βαρύν, τὸν τῆς ἁμαρτίας, καὶ ὡς Δέσποινα ἁγνή, μετανοοῦντα δέξαι με. 
ΜΕΓΑΛΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ Η ΔΥΝΑΜΙΣ

Μεγάλη τῶν Μαρτύρων σου Χριστὲ ἡ δύναμις! ἐν μνήμασι γὰρ κεῖνται, καὶ πνεύματα διώκουσι, καὶ κατήργησαν ἐχθροῦ τὴν ἐξουσίαν, τῇ πίστει τῆς Τριάδος, ἀγωνισάμενοι ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας. 
Posted: 28 Feb 2017 01:06 AM PST
Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν, εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ, ἀληθὴς νηστεία, ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους, καὶ ἐπιορκίας· ἡ τούτων ἔνδεια, νηστεία ἐστίν, ἀληθὴς καὶ εὐπρόσδεκτος.

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Οἱ μέγιστες δυνάμεις τῆς ἐγκράτειας, τῆς σωφροσύνης, τῆς ὑπομονῆς, τῆς ἀνεξικακίας...

Οἱ μέγιστες δυνάμεις τῆς ἐγκράτειας, τῆς σωφροσύνης, τῆς ὑπομονῆς, τῆς ἀνεξικακίας...



             Η ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ, Η ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑ, Η ΣΩΦΡΟΣΥΝΗ, Η ΥΠΟΜΟΝΗ...

        «Τήν ἐγκράτεια, τήν ἀνεξικακία, τήν σωφροσύνη, τήν καρτερία, τήν ὑπομονὴ καὶ τίς παρόμοιες μέγιστες καὶ ἐνάρετες δυνάμεις μᾶς τίς ἔδωσε ὁ Θεός. Μᾶς τίς δώρησε γιά νά τίς ἔχουμε ὡς ἀντίδοτα καὶ ἀντιστάσεις στίς ἀντίστοιχες πρός αὐτές κακίες. Ἂν γυμνάζομε αὐτὲς τὶς δυνάμεις καὶ τὶς ἔχομε πάντοτε πρόχειρες, τότε θά συνειδητοποιήσουμε ὅτι δὲν μᾶς συμβαίνει πιὰ τίποτε δύσκολο ἢ θλιβερὸ ἢ ἀβάσταχτο. Διότι θά καταλαβαίνουμε (συνειδητοποιοῦμε) ὅτι ὅλα εἶναι ἀνθρώπινα καὶ τὰ νικοῦν οἱ ἀρετὲς ποὺ ἔχομε. Αὐτό δὲν τὰ σκέπτονται οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν ἀνόητη ψυχή. Δέν σκέφτονται ὅτι τὰ πάντα γίνονται σωστὰ καὶ ὅπως πρέπει γιὰ τὸ συμφέρον μας, γιὰ νὰ λάμψουν οἱ ἀρετές μας καὶ νὰ στεφανωθοῦμε ἀπὸ τὸ Θεό»[1] (Μέγας Ἀντώνιος).

Ὤ! Πόση εἶναι ἡ ἀγαθότητα τοῦ Κυρίου μας!  Βλέποντας τήν πολυστένακτη κατάσταση στήν ὁποία περιπέσαμε μετά τήν προπατορική πτώση μᾶς δώρησε μέγιστες δυνάμεις γιά νά τήν ἀντιμετωπίσουμε. Μᾶς ἔδωσε τά ἀντίδοτα στίς θλίψεις καί τίς ὀδύνες οἱ ὁποῖες εἶναι ἀρρηκτα συμπεπλεγμένες μέ τίς σαρκικές ἡδονές στίς ὁποῖες ὑποδουλωθήκαμε. Τά ἀντίδοτα εἶναι αὐτές οἱ «μέγιστες δυνάμεις»: Ἡ ὑπομονή καί ἡ καρτερία, ἡ ἀνεξικακία καί ἡ συγχωρητικότητα, ἡ σωφροσύνη καί ἡ ἐγκράτεια καί ἡ πίστη...
Τό ἔχεις σκεφτεῖ; Ἡ ὑπομονή εἶναι δύναμη δέν εἶναι ἀδυναμία...Ὁ πανοῦργος ἀρχέκακος ὄφις τήν ἐμφανίζει ὡς ἀδυναμία γιά νά μᾶς κάνει ἀκόμη περισσότερο δυστυχισμένους.
Τό ἔχεις καταλάβει; Ἡ ἀνεξικακία καί ἡ συγχωρητικότητα εἶναι μέγιστες ἀρετές καί ὄχι ἔλλειψη «χαρακτήρα» ἤ δεῖγμα ἀσθενικῆς προσωπικότητας. Εἶναι ἡρωισμός, εἶναι ἁγιότητα, εἶναι μίμηση Χριστοῦ καί προϋπόθεση γιά τή δική μας συγχώρηση ἀπό τόν μόνο ἀνεξίκακο Κύριο.
Τό ἔχεις συνειδητοποιήσει; Ἡ σωφροσύνη καί ἡ ἐγκράτεια εἶναι οἱ μόνες προϋποθέσεις γιά νά χαρεῖς ἀληθινά τή ζωή σου ξεφεύγοντας ἀπό τήν ἀηδία τοῦ κόρου καί τήν ἀκηδία τῆς ἀχαλίνωτης σαρκικῆς ἀπόλαυσης
Ἄν γυμνάζουμε αὐτές τίς δυνάμεις, ἄν τίς ἔχουμε ἀκμαῖες μέσα μας, ἄν τίς κρατᾶμε ἐνεργές καί ἑτοιμοπόλεμες, τότε τίποτε δέν θά εἶναι «πάνω ἀπό τίς δυνάμεις μας», τίποτε δέν θά μᾶς εἶναι ἀνυπόφορο, τίποτα δέν θά μᾶς εἶναι ἀβάσταχτο.
Πῶς ὅμως θά ἔχεις ὑπομονή ἄν δέν ἔχεις ταπείνωση;
Πῶς θά ἔχεις συγχωρητικότητα καί ἀνεξικακία ἄν δέν ἔχεις πνευματική γνώση;
Πῶς θά ἔχεις σωφροσύνη καί ἐγκράτεια ἄν δέν ἔχεις λίγο γευτεῖ τή χαρά τῆς ἁγνότητας, τῆς νηστείας, τῆς ἀκατακρισίας καί τῆς προσευχῆς.
Ὅλα τά παρόντα, τά τοῦ κόσμου τούτου εἶναι προσωρινά καί μάταια...Ἔρχονται καί παρέρχονται. Καί οἱ θλίψεις καί οἱ δοκιμασίες καί οἱ κρίσεις, καί οἱ δυστυχίες ὅλα ἔχουν μία ἡμερομηνία λήξης...Ἔτσι ὅρισε ὁ Πανάγαθος Κύριος.
Ἄς ὁπλιστοῦμε μέ τίς μεγάλες δυνάμεις πού μᾶς χαρίζει ὁ Χριστός μας: Τήν ὑπομονή, τήν ἀνεξικακία, τήν συγχωρητικότητα, τήν καρτερία, τή σωφροσύνη, τήν ἐγκράτεια, τήν ἐμπιστοσύνη στή Θεία Πρόνοια, τό πλῆρες ἄφημα στήν Θεία Παναγαθότητα.
Τότε ἔχοντας αὐτές τίς μεγάλες δυνάμεις ἐνεργές ἐντός μας ὅλα θά μᾶς φαίνονται τέλεια, σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γινόμενα μόνο γιά τό αἰώνιο καλό μας.Τότε ὅλα θά εἶναι «μέσα στά μέτρα μας», μέσα στή δυνατότητές μας, ὅλα θά εἶναι φορητά καί ὄχι ἀφόρητα· ὅλα θά εἶναι ὑποφερτά καί ὄχι ἀνυπόφορα· ὅλα θά εἶναι ἀφορμή γιά δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί ὄχι γογγυσμοῦ ἔναντι τοῦ δωρεοδότου Κυρίου· ὅλα θά εἶναι αἰτία γιά «ἔτι καί ἔτι» μεγαλύτερη καί πληρέστερη κάθαρση, φωτισμό καί θέωση· ὅλα θά συντείνουν στήν ἀληθινή, αἰώνια καί μόνιμη ἀπόλαυση τῆς πνευματικῆς  τρυφῆς στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Τότε θά δοξάζεται ἀπό τούς ἀνθρώπους ὅπως γίνεται τώρα ἀπό τούς Ἁγίους Ἀγγέλους καί τούς Ἁγίους τό Πανάγιο ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!


Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

[1] γίων Νικοδήμου το γιορείτου καί Μακαρίου το ΝοταρΦιλοκαλία τν ερν Νηπτικν συνερανισθεσα παρά τν γίων καί Θεοφόρων Πατέρων, ν διά τς κατά τήν πράξιν καί θεωρίαν θικς φιλοσοφίας νος καθαίρεται, φωτίζεται καί τελειοται καί ες ν προσετέθησαν τά κ τς ν Βενετί κδόσεως λλείποντα κεφάλαια το μακαρίου Πατριάρχου Καλλίστου, κδοσις Ε΄, κδοτικός οκος «στήρ», λ. καί . Παπαδημητρίου, Λυκούργου 10-θναι, 1982 (στό ξς: Φιλοκαλία),τόμος Α΄, ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΗΘΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ, ΕΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΙΣ ΡΟ΄σελ. 4: «Τήν γκράτειαν καί τήν νεξικακίαν καί τήν σωφροσύνην καί τήν καρτερίαν καί τήν πομονήν καί τά μοια τούτοις, μεγίστας καί ναρέτους δυνάμεις ελήφαμεν παρά το Θεο· ντιτεταγμένας καί νθισταμένας καί βοηθούσας πρός τά κεθεν δυσχερ· ς τινας δυνάμεις άν γυμνάζωμεν καί πρός χερας χωμεν, οδέν τι χαλεπόν δυνηρόν φόρητον πολαμβάνομεν,  μν γίνεσθαι· λογιζόμενοι, τι πάντα νθρώπινά στι καί νικνται πό τν ν μν ρετν. Τοτο οκ νθυμονται ο νόητοι τήν ψυχήν· οδέ γάρ λογίζονται, τι πάντα καλς καί δεόντως γίνεται ες τό συμφέρον μν, να διαλάμψωσιν α ρεταί καί στεφανωθμεν πό το Θεο».